Μάρτιος 2013
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Μηνιαία Αρχεία: Μάρτιος 2013

Καταβασίες Κυριακῆς Σταυροπροσκυνήσεως

Ἀνδρέα Θεοδώρου

Ὠδὴ α΄

imagesCA4XLF93«Ὁ θειότατος προετύπωσε πάλαι Μωςῆς, ἐν Ἐρυθρᾷ θαλάσῃ, διαβιβάσας Ἰσραήλ, τῷ Σταυρῷ σου τὴν ὑγράν, τῇ ράβδω τεμών, ὠδὴν σοι ἐξόδιον, ἀναμέλπων Χριστὲ ὁ Θεός».

Ὁ θειότατος Μωυσῆς προτύπωσε παλαιά, στὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα, διὰ τῆς ὁποίας διαβίβασε τὸ λαὸ τοῦ Ἰσραήλ, ἀφοῦ ἔκοψε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ σου τὸ νερὸ τῆς θάλασσας μὲ τὴ ράβδο του, ἀναμέλποντας ὠδὴν ἐξόδιο γιὰ τὴν ταφή σου, Χριστὲ ὁ Θεός.

Ἡ προτύπωση καὶ πάλι τοῦ σταυρικοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸ θειότατο Μωυσῆ, στὸ θαῦμα τῆς διασώσεως τοῦ λαοῦ στὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα. Ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ ἔκοψε στὰ δύο τὴν ὑγρὴ θάλασσα, ἀφοῦ χτύπησε τὰ νερὰ τῆς σταυροειδῶς μὲ τὴ ράβδο του. Ἡ κίνηση τοῦ Μωυσῆ ἦταν συμβολική. Ἡ σταυροειδὴς κρούση τῆς θάλασσας μὲ τὴ ράβδο, εἰκόνιζε τὸ ξύλο τοῦ σταυροῦ, στὸ ὁποῖο ἀπέθανε ὁ Σωτήρας γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Κάνοντας αὐτὸ ὁ Μωυσῆς, σὰν νὰ συνέθετε ἐξόδια ὠδὴ στὸν ἐνταφιασμὸ τοῦ Κυρίου μας, ποὺ ἀκολούθησε στὸ σωτήριο πάθος καὶ τὸ θάνατό του.

Ὠδὴ γ΄.

«Στερέωσον Δέσποτα Χριστέ, τῷ Σταυρῷ σου ἐν πέτρᾳ με τῇ τῆς πίστεως, μὴ σαλευθῆναι τὸν νοῦν, ἐχθροῦ προσβολαῖς τοῦ δυσμενοῦς μόνος γὰρ εἶ Ἅγιος».

Στερέωσέ με Δέσποτα Χριστέ, μὲ τὴ δύναμη τοῦ σταυροῦ σου στὴν πέτρα τῆς πίστεως, ὥστε νὰ μὴ σαλευθεῖ ὁ νοῦς μου ἀπὸ τὶς προσβολὲς τοῦ δυσμενοῦς ἐχθροῦ (τοῦ διαβόλου)· διότι μόνος σὺ εἶσαι ἅγιος.

Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι εὐρίπιστος. Εὔκολα σαλεύεται καὶ διαχέεται. Πολλὲς σκέψεις καὶ συλλογισμοὶ τὸν σκορπᾶνε, τὸν κάνουν νὰ μετατοπίζεται ἀπὸ τὸ ζωτικὸ κέντρο του. Ὁ διάβολος, ὁ δυσμενὴς καὶ ἀδυσώπητος ἐχθρὸς φυσάει μέσα του τὶς δικές του ἐμπνεύσεις, τὸν ἄνεμο τῶν δικῶν του ἐπινοήσεων. Καὶ μετατοπίζεται εὔκολα ἀπὸ τὴν προσήλωσή του στὸ ἀγαθό τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴ διάσωση τῆς λυτρωτικῆς θείας ἀλήθειας, ἀπὸ τὸ ἱλαρὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἔμπνευση τοῦ ἁγίου Πνεύματος, σὲ ἄλλες σφαῖρες ἄγριες καὶ σκοτεινές, ὅπου ὑπάρχει ἡ πλάνη καὶ ὁ νόμος τοῦ θανάτου.

Καὶ ζητᾶ ὁ προσευχόμενος πιστὸς ἀπὸ τὸν Χριστὸ στερέωση τοῦ νοῦ του στὴν πέτρα τῆς πίστεως, ὥστε νὰ μὴ διαρρέει καὶ νὰ μὴν πλανᾶται στὸ ψεῦδος καὶ τὴν ἀναλήθεια τῆς ἁμαρτίας. Ζητᾶ διαρκῆ προσήλωση στὸ «ἕνα, οὗτινός ἐστι χρεία», στὸ νόμο καὶ τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, στὴ δικαιοσύνη τῆς θείας Βασιλείας. Καὶ ζητᾶ ὅλα αὐτὰ μὲ περιπάθεια, ὅπως ὁ πεινασμένος θέλει τὸ ψωμὶ καὶ τὸ νερὸ ὁ διψασμένος, γιατί σ’ αὐτὰ ἔχει τὸ θησαυρό του, τὸ νόημα τῆς ὑπάρξεώς του καὶ τὴν ὑπέρτατη χαρὰ τῆς ζωῆς του· τόσο περισσότερο ὅσο ὁ ἐχθρὸς διάβολος ἀπειλεῖ νὰ τὸν σκορπίσει στὰ ἀδιέξοδα τοῦ θανάτου, στὴν εὐρύχωρη ὁδὸ τῆς αἰώνιας ἀπώλειας. Ζητᾶ ἀπὸ τὸν ἅγιο Θεὸ νὰ τὸν στηρίξει σὲ «πνεῦμα ἡγεμονικόν», στέρεο καὶ ἀσάλευτο. Συνέχεια

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΝ-ΦΟΒΕΡΑ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1-31457[1]Ποτέ, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, δέν εἶχε λιγώτερο Θεό μέσα του ὁ ἄνθρωπος ἀπό σήμερα. Ποτέ λιγώτερος Θεός ἀπό σήμερα. Σήμερα ὁ διάβολος “σαρκώθηκε” μέσα στόν ἄνθρωπο, γιά νά ἀποσαρκώσῃ τόν Θεάνθρωπο. Σήμερα ὅλο τό κακό μπῆκε στό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά ἀποδιώξῃ τόν Θεό ἀπό τό σῶμα. Σήμερα ὅλος ὁ Ἅδης μεταφέρθηκε στήν γῆ. Ποιός νά θυμᾶται ὅτι ἡ γῆ κάποτε ἦταν παράδεισος; Ἡ σημερινή πτῶσις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλύτερη ἀπό τήν πρώτη πτῶσι [τοῦ Ἀδάμ]. Τότε ὁ ἄνθρωπος ἀποστάτησε ἀπό τόν Θεό, ἀλλά σήμερα ἐσταύρωσε τόν Θεό, σκότωσε τόν Θεό. Ἄνθρωπε, πῶς ἀλλοιῶς νά σέ ὀνομάσω παρά διάβολο; Μά καί αὐτό εἶναι ὕβρις γιά τόν διάβολο. Ὁ διάβολος ποτέ δέν ὑπῆρξε τόσο κακός, τόσο ἔντεχνα κακός ὅπως ὁ ἄνθρωπος. Ὁ Κύριος κατέβηκε καί στόν Ἅδη, μά ἐκεῖ δέν τόν ἐσταύρωσαν. Ἐμεῖς ὅμως τόν ἐσταυρώσαμε! Δέν εἶναι λοιπόν οἱ ἄνθρωποι χειρότεροι ἀπό τόν διάβολο; Δέν εἶναι ἡ γῆ χειρότερος Ἅδης ἀπό τόν Ἅδη; Ἀπό τόν Ἅδη δέν ἔδιωξαν τόν Χριστό, ἐνῶ οἱ ἄνθρωποι σήμερα τόν ἔδιωξαν ἀπό τήν γῆ, τόν ἔδιωξαν ἀπό τό σῶμα τους, ἀπό τήν ψυχή, ἀπό τήν πόλι τους…

Στά κατάβαθα τῆς ψυχῆς μου, ἀδελφοί, κουλουριάσθηκε σάν φίδι ἕνα πονηρό ἐρώτημα καί χαιρέκακα μέ ἐρωτᾶ: Ὑπῆρξε ἄραγε ποτέ καλός ὁ ἄνθρωπος, ἀφοῦ μπόρεσε νά σταυρώσῃ τόν Χριστό;

Ἐσύ [ὁ οὐμανιστής] πιστεύεις στόν ἄνθρωπο. Καυχιέσαι γι’ αὐτόν. Τοῦ δίνεις μεγάλη ἀξία; Ὤ…! κοίταξε τόν ἄνθρωπο, κοίταξέ τον τήν Μεγάλη Παρασκευή, κοίταξέ τον πῶς σκοτώνει τόν Θεάνθρωπο καί πές μου, ἀκόμη τοῦ δίνεις μεγάλη ἀξία; Δέν αἰσθάνεσαι ντροπή πού εἶσαι ἄνθρωπος; Δέν βλέπεις ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι χειρότερος ἀπό τόν διάβολο;

Ξεχᾶστε ὅλες τίς ἡμέρες πρίν καί μετά τήν Μεγάλη Παρασκευή, δεῖτε τόν ἄνθρωπο στό πλαίσιο τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Δέν σᾶς φαίνεται ὁ ἄνθρωπος ἡ συμπύκνωσις ὅλων τῶν κακῶν, ὅλων τῶν πειρασμῶν, ὄλων τῶν ἀθλιοτήτων; Δέν δείχνει σήμερα ὁ ἄνθρωπος ὅτι ἡ γῆ ἀποτρελάθηκε; Δέν ἀπέδειξε σήμερα ὁ ἄνθρωπος ὅτι, σκοτώνοντας τόν Θεάνθρωπο εἶναι στ’ ἀλήθεια ἡ παραφροσύνη τῆς γῆς;

Καί ἡ Μέλλουσα Κρίσις δέν θά εἶναι, ἀδελφοί, φοβερώτερη ἀπό τήν Μεγάλη Παρασκευή· δέν θά εἶναι. Ἀναμφίβολα θά εἶναι λιγώτερο φοβερή, διότι τότε ὁ Θεός θά κρίνῃ τόν ἄνθρωπο, ἐνῶ σήμερα ὁ ἄνθρωπος κρίνει τόν Θεό. Σήμερα εἶναι ἡ Φοβερά Καταδίκη τοῦ Θεοῦ· Τόν καταδικάζει ὁ ἄνθρωπος. Σήμερα ὁ ἄνθρωπος ὁρίζει ὅτι ὁ Θεός ἀξίζει τριάκοντα ἀργύρια. Ὁ Χριστός τριάκοντα ἀργύρια! Καί εἶναι τάχα ἡ τελευταία φορά; Μήπως ὁ Ἰούδας εἶναι ὁ τελευταῖος ἀπό ἐμᾶς πού ἀποτίμησε τόν Χριστό τριάκοντα ἀργύρια;

Σήμερα ὁ ἄνθρωπος κατεδίκασε τόν Θεό σέ θάνατο. Αὐτή εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀνταρσία στόν οὐρανό καί στήν γῆ. Αὐτή εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτία στόν οὐρανό καί στήν γῆ.  Οὔτε οἱ πεπτωκότες ἄγγελοι δέν τό ἔκαναν αὐτό. Σήμερα ὡλοκληρώθηκε ἡ Φοβερά Δίκη κατά τοῦ Θεοῦ. Ποτέ δέν ὑπῆρξε πιό ἀθῶος κατάδικος. Ποτέ ὁ κόσμος δέν εἶδε πιό παράλογο δικαστή.

Περιγελᾶται σήμερα ὁ Θεός χειρότερα ἀπό κάθε ἄλλη φορά. Ὁ «παγγέλαστος Ἅδης» μπῆκε σήμερα στόν ἄνθρωπο καί περιγέλασε τόν Θεό καί κάθε τι τό θεϊκό. Περιγελᾶται σήμερα Ἐκεῖνος πού δέν ἐγέλασε ποτέ. Λένε πώς ὁ Κύριος ποτέ δέν ἐγέλασε, ἐνῶ συχνά τόν ἔβλεπαν νά κλαίει. Ὀνειδίζεται σήμερα Ἐκεῖνος πού ἦρθε νά μᾶς δοξάσῃ. Βασανίζεται σήμερα Ἐκεῖνος πού ἦρθε νά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό τά βάσανα. Παραδίδεται σήμερα σέ θάνατο Ἐκεῖνος πού ἔφερε τήν Αἰώνιο Ζωή. Ἄνθρωπε! ὑπάρχει τέλος στόν παραλογισμό σου; τέρμα στήν πτώση σου;

Σέ Ἐκεῖνον πού μᾶς ἐδώρισε τήν αἰώνια δόξα, ἀντιπροσφέραμε τόν Σταυρό, τό πιό εἰδεχθές ἀντίδωρο. Ἐσύ ὁ λεπρός, γι’ αὐτό τοῦ δωρίζεις τόν Σταυρό, ἐπειδή σέ ἐκαθάρισε ἀπό τήν λέπρα; Ἐσύ ὁ τυφλός, γι’ αὐτό σοῦ ἄνοιξε τούς ὀφθαλμούς, γιά νἄχεις μάτια νά φτιάξῃς τόν Σταυρό καί νά Τόν σταυρώσῃς ἐπάνω σ’ Αὐτόν. Ἐσύ ὁ νεκρός, γι’ αὐτό σέ ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν, γιά νά τόν στείλῃς στόν τάφο; Μέ χαρᾶς εὐαγγέλια ἐγλύκανε ὁ Γλυκύτατος Ἰησοῦς τό πικρό μυστήριο τῆς ζωῆς μας, ἀδελφοί, καί ἐμεῖς ἀντί αὐτῶν τοῦ προσφέρουμε τέτοια πίκρα; Συνέχεια

Οἱ πέντε πληγές

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς (Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος)

img200Μοῦ γράφεις ὅτι ἄκουσες ἀπό ἡλικιωμένες γυναῖκες κάποιο παραμύθι γιά τίς πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ, καί ρωτᾶς ποῦ βρέθηκε αὐτό τό παραμύθι;

Διαβάστε τήν Καινή Διαθήκη! Μήν ντροπιάζεστε μπροστά στόν οὐρανό καί τή γῆ μέ τή ἄγνοια τῆς πίστης σας! Ἀφῆστε στήν ἄκρη ὅλες τίς ἄλλες σπουδές καί ἀναγνώσματα μέχρι νά μάθετε πρῶτα αὐτό πού εἶναι τό πιό σημαντικό καί πιό σωτήριο. Πρῶτα ἔρχεται ἡ ἐπιστήμη περί πίστεως καί κατόπιν οἱ ὑπόλοιπες σπουδές.

Οἱ πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ δέν εἶναι λόγια ἀλλά φοβερή πραγματικότητα. Γί αὐτό εἶναι καλύτερα νά τίς γνωρίζουμε καί ἀπό τά λόγια. Δύο πληγές στά χέρια, δύο πληγές στά πόδια καί μία στά πλευρά. Ὅλες ἀπό μαῦρο σίδερο καί ἀκόμα περισσότερο ἀπό τήν κατάμαυρη ἀνθρώπινη ἁμαρτία. Τρυπημένα τά χέρια πού εὐλόγησαν. Τρυπημένα τά πόδια πού περπάτησαν καί ὁδήγησαν στή μόνη ὀρθή ὁδό. Τρυπημένο στό στῆθος, ἀπό τό ὁποῖο ξεχυνόταν πύρινη οὐράνια ἀγάπη στά παγωμένα ἀνθρώπινα στήθη.

Ἐπέτρεψε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, νά Τοῦ τρυπήσουν τά χέρια ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν πολλῶν χεριῶν –δάση χεριῶν– τά ὁποία φόνευσαν, ἔκλεψαν, ἔκαψαν, ἅρπαξαν, παγίδευσαν, βιαιοπράγησαν. Καί νά τοῦ τρυπήσουν τά πόδια γιά τίς ἁμαρτίες πολλῶν ποδιῶν –δάση ποδιῶν– πού περπάτησαν στό κακό, σύλησαν τήν ἀθωότητα, καταπάτησαν τό δίκαιο, μόλυναν τά ἱερά καί πάτησαν τήν καλοσύνη. Καί τοῦ τρύπησαν τό στῆθος ἐξαιτίας πολλῶν πετρωμένων καρδιῶν –νταμάρια καρδιῶν– στίς ὁποῖες γεννήθηκε κάθε μοχθηρία καί κάθε ἀσέβεια καί οἱ ἱερόσυλοι λογισμοί καί οἱ κτηνώδεις ἐπιθυμίες καί στίς ὁποῖες μέσα ἀπό ὅλους τοὺς αἰῶνες σφυρηλατήθηκαν κολασμένα σχέδια ἀδελφοῦ ἐναντίον ἀδελφοῦ, γείτονα ἐναντίον γείτονα, ἀνθρώπου ἐναντίον τοῦ Θεοῦ.

Τά χέρια τοῦ Ἰησοῦ τρυπήθηκαν γιά νά θεραπευθοῦν τοῦ καθενός τά χέρια ἀπό τά ἁμαρτωλά ἔργα. Τά πόδια τοῦ Ἰησοῦ τρυπήθηκαν γιά νά ἐπιστρέψουν καθενός τά πόδια ἀπό τούς ἁμαρτωλούς δρόμους. Τό στῆθος τοῦ Ἰησοῦ τρυπήθηκε γιά νά πλυθεῖ κάθε καρδιά ἀπό τίς ἁμαρτωλές ἐπιθυμίες καί σκέψεις.

Ὅταν ὁ ἀπαίσιος Κρόμβελ, δικτάτορας τῆς Ἀγγλίας, ἄρχισε νά ἁρπάζει τήν περιουσία τῶν μονῶν καί ἔκλεινε τά μοναστήρια, ἔγινε σέ ὁλόκληρη τήν ἀγγλική χώρα μία θορυβώδης λιτανεία ἀπό μερικές χιλιάδες ἀνθρώπινες ψυχές σέ ἔνδειξη τῆς λαϊκῆς ἀποδοκιμασίας. Μπροστά πήγαιναν σημαιοφόροι μέ τήν ἐπιγραφή στίς σημαῖες: «Οἱ πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ» καί ἔψελναν ὕμνους ἐκκλησιαστικούς καί τελοῦσαν λειτουργίες πρός τόν Θεό στούς ἀγρούς. Φοβήθηκε ὁ ἀπαίσιος δικτάτορας πολύ καί περισσότερο φοβήθηκε ἐκεῖνες τίς σημαῖες παρά ὁτιδήποτε ἄλλο καί μείωσε τήν βιαιοπραγία του.

Οἱ πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ ἄς σοῦ μάθουν, νά φροντίζεις τίς πέντε αἰσθήσεις σου γιά τόν ζῶντα Θεό. Συνέχεια

Τὰ δίχτυα τοῦ κοσμοκράτορα

Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov

cebf-cf80cebfcebdcebfcf82-cf84ceb1cf80ceb5ceb9cebdcf89cebdceb5ceb9-3aΚάνοντας τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, θὰ σᾶς ὁδηγήσω, ἀδελφοί, σ’ ἕνα πνευματικὸ θέαμα.

Κάποτε ὁ μεγάλος ὅσιος τοῦ Θεοῦ Ἀντώνιος, ὁ ἐρημίτης τῆς Αἰγύπτου, μὲ θεία ἀποκάλυψη εἶδε τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου ἁπλωμένες σὰν δίχτυα πάνω σ’ ὅλη τὴ γῆ, γιὰ τὴν παγίδευση καὶ τὴν ψυχικὴ καταστροφὴ τῶν ἀνθρώπων. Στέναξε τότε μὲ πόνο ὁ ὅσιος καὶ ρώτησε τὸν Κύριο: «Ποιὸς τάχα, Κύριε, θὰ μπορέσει νὰ ξεφύγει ἀπ’ αὐτὰ τὰ δίχτυα καὶ νὰ σωθεῖ;»(1).

Βυθίζομαι μὲ τὴ σκέψη στὴν παρατήρηση τῶν διχτυῶν τοῦ διαβόλου. Εἶναι ἁπλωμένα ὄχι μόνο ἔξω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ καὶ μέσα του. Τὸ ἕνα δίχτυ εἶναι σφιχτοδεμένο μὲ τὸ ἄλλο. Κάποια δίχτυα εἶναι στημένα σὲ σειρές. Ἄλλα ἀφήνουν μεγάλα ἀνοίγματα, αὐτὰ ὅμως ὁδηγοῦν σὲ ἀναρίθμητες πτυχώσεις ἀπὸ τὶς ὁποῖες εἶναι ἀδύνατο νὰ ξεφύγει κανείς. Θρηνῶ πικρά, βλέποντας τὰ πολύπλοκα σατανικὰ δίχτυα! Αὐθόρμητα ρωτάω κι ἐγώ, ὅπως ὁ ἐρημίτης ὅσιος: “Κύριε, ποιὸς μπορεῖ νὰ γλιτώσει ἀπ’ αὐτά;”.

Ἁπλωμένα δίχτυα εἶναι γιὰ τὸν νοῦ μου τὰ διάφορα βιβλία ποὺ μεταδίδουν δῆθεν τὸ φῶς τῆς γνώσεως, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα βυθίζουν στὸ σκοτάδι τῆς ἀγνωσίας. Ἁπλωμένα δίχτυα εἶναι γιὰ τὸν νοῦ μου τὰ βιβλία ποὺ ἔχουν γραφεῖ μὲ τὴν ἀπροκάλυπτη ἤ συγκαλυμμένη ἐπήρεια τοῦ σκοτεινοῦ καὶ μοχθηροῦ κοσμοκράτορα. Ἁπλωμένα δίχτυα εἶναι γιὰ τὸν νοῦ μου τὰ βιβλία ποὺ προέρχονται ἀπὸ λογικὴ ἀρρωστημένη καὶ φθαρμένη λόγω τῆς προπατορικῆς πτώσεως. Ἁπλωμένα δίχτυα εἶναι γιὰ τὸν νοῦ μου τὰ βιβλία ποὺ περιέχουν «τὴν ἀνθρώπινη δολιότητα καὶ τὰ τεχνάσματα ποὺ μηχανεύεται ἡ ἀπάτη», κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ ἀποστόλου(2), καθὼς προέρχονται ἀπὸ συγγραφεῖς οἱ ὁποῖοι «χωρὶς λόγο ὑπερηφανεύονται μὲ τὸ ὑποδουλωμένο στὴν ἁμαρτία μυαλὸ τους»(3).

Ὁ πλησίον, στὴν ἀγάπη τοῦ ὁποίου ὀφείλω νὰ ἀναζητῶ τὴ σωτηρία, κι αὐτὸς γίνεται γιὰ μένα δίχτυ, ποὺ μὲ παγιδεύει καὶ μὲ ὁδηγεῖ στὸν θάνατο, ὅταν ὁ νοῦς του εἶναι πιασμένος στὰ δίχτυα ψεύτικων διδασκαλιῶν καὶ πλανερῶν σοφιστειῶν. Συνέχεια

Πῶς νὰ ἀντιδροῦμε στὶς ἀμφιβολίες γιὰ τὴν πίστη μας

Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος

AGION OROS OFAO 2007 496 (43)Ἀμφιβολίες γύρω ἀπό τόν Θεό καί τήν πίστη ἔχουν κάποτε-κάποτε σχεδόν ὅλοι. Μποροῦν, ὡστόσο, νά τίς διώξουν εὔκολα μέ σκέψεις ἀντιρρητικές, πού ἐπιβεβαιώνουν τήν ἀλήθεια τῆς θείας ἀποκαλύψεως γιά τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο: ἡ τάξη καί ἁρμονία τοῦ σύμπαντος, τό θαῦμα τῆς ζωῆς, ὅλα τά ἄλλα ὑπερφυσικά καί ἐξαίσια θαύματα τοῦ Κυρίου καί τῶν ἁγίων Του, πάνω ἀπ’ ὅλα ὅμως ἡ μαρτυρία τῆς συνειδήσεως τῶν καλοπροαίρετων καί ἁγνῶν ψυχῶν.

Τά ἔργα τοῦ Θεοῦ, πού μαρτυροῦν γιά τήν ὕπαρξη καί τήν πρόνοιά Του, ἔχουν πολλές πλευρές. Μία πλευρά εἶναι κατάφωτη καί γι’ αὐτό καταφανῆς. Μία ἄλλη εἶναι ἁπλά φωτεινή καί διακριτή. Ἄλλη εἶναι ἀμυδρόφωτη καί δυσδιάκριτη. Ἄλλη πάλι εἶναι σκοτεινή καί γι’ αὐτό ἀόρατη. Τήν τελευταία τούτη πλευρά ἀφοροῦν οἱ ἀμφιβολίες. Ἔτσι, ὅμως, οἰκονόμησε τά πράγματα ὁ Κύριος, γιά νά δοκιμάζεται ἡ εἰλικρίνεια τῆς ἀναζητήσεώς Του ἀπό τίς ψυχές μας, καθώς καί ἡ ταπείνωσή μας. Βλέπετε, ὁ Θεός καί τά ἔργα Του προσεγγίζονται καί γνωρίζονται μόνο μέ τήν ταπείνωση.

Πιστεύετε πώς ὅπου εἶναι ὁ Θεός καί ἡ ἀλήθειά Του, δηλαδή παντοῦ, ὅλα θά πρέπει νά πλημμυρίζουν μέ φῶς, νά γίνονται ἀντιληπτά μέ τίς αἰσθήσεις, νά ἐμπνέουν δυνατά τίς ψυχές, νά κραυγάζουν γιά τή θειότητά τους! Δέν ἀντιλαμβάνεστε ὅτι, μέ τό νά σκέπτεστε ἔτσι, θέλετε νά καθορίζετε ἐσεῖς τό πῶς πρέπει νά ἐνεργεῖ ὁ Θεός; Καί τοῦτο, ὅπως ἀναμφίβολα θά συμφωνήσετε, εἶναι ἀδιανόητο, γιατί, ἄν συνέβαινε, θά διασάλευε τή φυσική τάξη τῶν πραγμάτων.

Τά ἔργα τοῦ Θεοῦ αὐτά καθαυτά εἶναι ἀκριβῶς θεῖα, ἡ θειότητά τους ὅμως εἶναι καλυμμένη μ’ ἕνα ἀόρατο παραπέτασμα. Γιατί; Ἔτσι θέλησε ὁ Θεός· τοῦτο μόνο ἔχω νά πῶ. Οἱ βουλές τῆς θείας Σοφίας καί Ἀγάπης εἶναι ἀνεξιχνίαστες. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία, πάντως, πώς ἀνέκφραστη ὀμορφιά καί ἄπλετο φῶς κρύβονται πίσω ἀπό τό παραπέτασμα, πού δέν ἀφήνει τούς ἄπιστους ἀνθρώπους νά δοῦν τήν ἀλήθεια. Λέει ὁ ἀπόστολος· « μολονότι εἶναι ἀόρατες καί ἡ αἰώνια δύναμη τοῦ Θεοῦ καί ἡ θεϊκή Του ἰδιότητα, οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νά τίς δοῦν καί νά τίς ἐννοήσουν, ἀπό τότε πού ἔγινε ὁ κόσμος, μέσω τῶν δημιουργημάτων Του» (Ρωμ.1,20). Ποιοί ἄνθρωποι, ὅμως; Μόνο οἱ πιστοί καί καλοπροαίρετοι. Καί ὄχι, βέβαια, οἱ τυπικά πιστοί, ἀλλά ἐκεῖνοι πού ζοῦν θεάρεστα. Συνέχεια

Λόγος Α´ γιὰ τὴ Νηστεία

Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας

 grapes«Νὰ σαλπίσετε, λέγει, κατὰ τὴν πρώτη ἡμέρα τοῦ μῆνα μὲ τὴν σάλπιγγα, καθὼς καὶ κατὰ τὴν ἐπίσημη ἡμέρα τῆς μεγάλης ἑορτῆς σας» (Ψαλμ. 80, 4).

Αὐτὸ εἶναι πρόσταγμα προφητικό. Γιὰ μᾶς δὲ ἀπὸ τὴν σάλπιγγα πιὸ μεγαλόφωνο καὶ ἀπὸ κάθε ὄργανο μουσικὸ πιὸ ἐπίσημο, τὴν ἀναμενόμενη ἑορτὴ τῶν ἑορτῶν ὑποδηλώνουν τὰ ἀναγνώσματα (Ἡσ. 58, 4-6). Διότι ἐγνωρίσαμε τὴν χάρη τῶν νηστειῶν ἀπὸ τὸν Ἡσαΐα, ποὺ ἀπέῤῥιψε μὲν τὸν ἰουδαϊκὸ τρόπο τῆς νηστείας, τὴν δὲ ἀληθινὴ νηστεία σὲ μᾶς ἔδειξε. «Νὰ μὴ νηστεύετε χάριν διαμάχης καὶ ἔριδος», «ἀλλὰ νὰ καταργήσεις κάθε σύνδεσμο ἀδικίας» (Ἡσ. 63, 6). Καὶ ὁ Κύριος λέγει· «νὰ μὴ γίνεσθε σκυθρωποί, ἀλλὰ νὰ νίψεις τὸ πρόσωπό σου, καὶ νὰ ἀλείψεις τὸ κεφάλι σου» (Ματθ. 6, 16-17).

Ἂς συμπεριφερθοῦμε λοιπόν, ὅπως ἐδιδαχθήκαμε, νὰ μὴ φαινόμαστε σκυθρωποὶ γιὰ τὶς ἡμέρες ποὺ ἔρχονται, ἀλλὰ μὲ φαιδρὸ πρόσωπο πρὸς αὐτές, ὅπως πρέπει στοὺς ἁγίους, νὰ συμπεριφερόμαστε. Κανεὶς ἄκαρδος δὲν στεφανώνεται, κανεὶς κατηφὴς δὲν στήνει τρόπαιο. Νὰ μὴ σκυθρωπάσεις ἐνῷ δέχεσαι περιποιήσεις. Εἶναι ἄτοπο νὰ μὴ χαιρόμαστε γιὰ τὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ νὰ λυπόμαστε μὲ τὴν ἀλλαγὴ τῶν τροφῶν καὶ νὰ φαινόμαστε ὅτι χαριζόμαστε στὴν ἡδονὴ τῆς σάρκας, παρὰ στὴν ἐπιμέλεια τῆς ψυχῆς. Διότι ὁ μὲν κορεσμὸς σταματᾷ τὴν εὐχαρίστηση στὴν κοιλιά, ἡ δὲ νηστεία ἀνεβάζει τὸ κέρδος στὴν ψυχή. Νὰ χαίρεσαι διότι σοῦ ἔχει δοθεῖ ἀπὸ τὸν ἰατρὸ φάρμακο ποὺ καταστρέφει τὴν ἁμαρτία. Διότι ὅπως ἀκριβῶς στὰ ἔντερα τῶν παιδιῶν τὰ ἀναζωογονούμενα σκουλήκια ἐξαφανίζονται μὲ κάποια δραστικὰ φάρμακα, ἔτσι καὶ τὴν ἁμαρτία, ποὺ βρίσκεται στὸ βάθος τῆς ψυχῆς, τὴν σκοτώνει ἡ νηστεία ποὺ εἰσχωρεῖ στὴν ψυχή, ἡ ὁποία νηστεία εἶναι πράγματι ἀξία τοῦ ὀνόματός της.

2. «Ἄλειψε τὸ κεφάλι σου καὶ πλῦνε τὸ πρόσωπό σου» (Ματθ. 6, 17). Σὲ μυστήρια σὲ καλεῖ ὁ λόγος. Αὐτὸς ποὺ ἀλείφθηκε ἐμυρώθηκε· αὐτὸς ποὺ ἐνίφθηκε ἐκαθαρίσθηκε. Νὰ ἐννοεῖς τὴ νομοθεσία στὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο. Νὰ καθαρίσεις τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα. Νὰ χρίσεις τὸ κεφάλι σου μὲ χρῖσμα ἅγιο, γιὰ νὰ γίνεις μέτοχος τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἔτσι νὰ προσέλθεις στὴ νηστεία. Νὰ μὴν ἀλλοιώσεις τὸ πρόσωπό σου ὅπως ἀκριβῶς oἱ ὑποκριτές. Τὸ πρόσωπο ἀμαυρώνεται, ὅταν ἡ ἐσωτερικὴ διάθεση ἐπισκιάζεται μὲ τὸ ἐπίπλαστο ἐξωτερικὸ σχῆμα, καλυπτόμενη μὲ τὸ ψεῦδος σὰν μὲ παραπέτασμα.Ὑποκριτὴς εἶναι αὐτὸς ποὺ ὑποδύεται ξένο πρόσωπο στὸ θέατρο· ἐνῷ εἶναι δοῦλος, πολλὲς φορὲς ὑποδύεται τὸ πρόσωπο τοῦ κυρίου, καὶ ἐνῷ εἶναι πολίτης, τὸ πρόσωπο τοῦ βασιλέως. Ἔτσι καὶ στὸν βίο αὐτό, σὰν στὴ σκηνὴ τῆς δικῆς τους ζωῆς, οἱ πολλοὶ παίζουν θέατρο, ἄλλα μὲν φέροντας στὴν καρδιά, ἄλλα δὲ δεικνύοντας φανερὰ στοὺς ἀνθρώπους. Συνέχεια

Ἡ σωστὴ ἀντιμετώπιση τῶν θλίψεων

Ἁγίου Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου

5176392944_49cf6effba_z[1]Ὅπως πλησιάζουν τὰ βλέφαρα τὸ ἕνα τὸ ἄλλο, ἔτσι καὶ οἱ πειρασμοὶ εἶναι κοντὰ στοὺς ἀνθρώπους. Καὶ αὐτὸ τὸ οἰκονόμησε ὁ Θεὸς νὰ εἶναι ἔτσι, μὲ σοφία, γιὰ νὰ ἔχουμε ὠφέλεια· γιὰ νὰ κρούεις δηλ. ἐπίμονα, ἐξαιτίας τῶν θλίψεων, τὴ θύρα τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ νὰ μπεῖ μέσα στὸ νοῦ σου, μὲ τὸ φόβο τῶν θλιβερῶν πραγμάτων, ὁ σπόρος τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ πᾶς κοντά του μὲ τὶς δεήσεις, καὶ νὰ ἁγιασθεῖ ἡ καρδιά σου μὲ τὴ συνεχῆ ἐνθύμησή του. Καὶ ἐνῶ ἐσὺ θὰ τὸν παρακαλεῖς, αὐτὸς θὰ σὲ ἀκούσει.

Ὁ πορευόμενος στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ τὸν εὐχαριστεῖ γιὰ ὅλες τὶς θλίψεις ποὺ τὸν βρίσκουν, καὶ νὰ κατηγορεῖ καὶ νὰ ἀτιμάζει τὸν ἀμελῆ ἑαυτό του, καὶ νὰ ξέρει ὅτι ὁ Κύριος, ποὺ τὸν ἀγαπᾶ καὶ τὸν φροντίζει, δὲν θὰ τοῦ παραχωροῦσε τὰ λυπηρά, γιὰ νὰ ξυπνήσει τὸ νοῦ του, ἂν δὲν ἔδειχνε κάποια ἀμέλεια. Ἀκόμη μπορεῖ νὰ ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς κάποια θλίψη, διότι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ὑπερηφανευθεῖ, ὁπότε ἂς τὸ καταλάβει καὶ ἂς μὴν ταραχθεῖ κι ἂς βρίσκει τὴν αἰτία στὸν ἑαυτό του, ὥστε τὸ κακὸ νὰ μὴ γίνει διπλό, δηλ. νὰ ὑποφέρει καὶ νὰ μὴ θέλει νὰ θεραπευθεῖ. Στὸν Θεὸ ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς δικαιοσύνης, δὲν ὑπάρχει ἀδικία. Αὐτὸ νὰ μὴν περάσει ἀπὸ τὸ νοῦ μας.

Μὴν ἀποφεύγεις τὶς θλίψεις, διότι βοηθούμενος ἀπ’ αὐτὲς μαθαίνεις καλὰ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καὶ μὴ φοβηθεῖς τοὺς πειρασμούς, διότι μέσα ἀπὸ αὐτοὺς βρίσκεις θησαυρό. Νὰ προσεύχεσαι νὰ μὴν εἰσέλθεις στοὺς ψυχικοὺς πειρασμοὺς ὅσο γιὰ τοὺς σωματικούς, νὰ ἑτοιμάζεσαι νὰ τοὺς ἀντιμετωπίσεις μὲ ὅλη τὴ δύναμή σου, γιατί χωρὶς αὐτοὺς δὲν μπορεῖς νὰ πλησιάσεις τὸν Θεό. Μέσα σ’ αὐτοὺς ἐμπεριέχεται ἡ θεία ἀνάπαυση. Ὅποιος ἀποφεύγει τοὺς σωματικοὺς πειρασμούς, ἀποφεύγει τὴν ἀρετή.

Χωρὶς πειρασμοὺς ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο δὲν φανερώνεται, καὶ εἶναι ἀδύνατο, χωρὶς αὐτούς, νὰ ἀποκτήσεις παρρησία στὸν Θεό, καὶ νὰ μάθεις τὴ σοφία τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί, ἀκόμη, δὲν θὰ μπορέσει νὰ στεριωθεῖ μέσα στὴν ψυχή σου ὁ θεϊκὸς πόθος. Προτοῦ νὰ ἔρθουν οἱ πειρασμοί, ὁ ἄνθρωπος προσεύχεται στὸν Θεὸ σὰν ξένος. Ἀπὸ τότε ὅμως ποὺ θὰ εἰσέλθει σὲ πειρασμοὺς γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καὶ δὲν ἀλλάξει γνώμη, ἔχει τὸν Θεό, νὰ ποῦμε, ὑποχρεωμένο ἀπέναντί του, καὶ ὁ Θεὸς τὸν λογαριάζει γιὰ γνήσιο φίλο του. Διότι πολέμησε καὶ νίκησε τὸν ἐχθρό του, γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Συνέχεια

Μὴ ἀποκρύψης τὸ Φῶς τοῦ προσώπου σου»

Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου

symeon_neos_theologos_3[1]Ἐλέησέ με, μόνε Κύριε, ἐλέησέ με, σὺ ποὺ μὲ σκέπασες ἀπὸ τῆς νεαρῆς μου ἡλικίας, σὺ ποὺ ἀπὸ τὴν ἀγαθότητά σου μοῦ συμπάθησες τὰ πάμπολλά μου πταίσματα ποὺ γνωρίζω πώς σοῦ ἔπταιξα. Σὺ ποὺ μὲ ἐλευθέρωσες ἀπὸ τὸν πλάνο καὶ μάταιο κόσμο καὶ ἀπὸ συγγενεῖς καὶ φίλους καὶ ἄτοπες ἡδονὲς καὶ μὲ ἀξίωσες νὰ κάθομαι ἐδῶ σὰν σὲ Ὄρος καὶ μοῦ ἔδειξες τὴ θαυμαστή σου, Θεέ μου, δόξα καὶ μὲ χαρίτωσες γεμίζοντας μὲ ὅλον ἀπὸ θεῖον σου Πνεῦμα καὶ ἀπὸ Πνευματικὸ φωτισμό.

Σὺ πάλιν Θεέ μου, δός μου τοῦ δούλου σου τελεία καὶ ὁλόκληρη τὴν Χάρη σου, χωρὶς νὰ μετανοήσεις σὲ τοῦτο. Μὴν τὴν ἀφαίρεσης. Δέσποτα, μηδὲ ἀποστραφεῖς μὲ παραβλέποντάς με, σὺ ποὺ ἐξ ἀρχῆς μὲ ἔστησες μπροστὰ στὸ πρόσωπό σου καὶ μὲ συναρίθμησες στοὺς δούλους σου καί, σφραγίζοντάς με μὲ τὴν σφραγίδα τῆς Χάριτός σου, μὲ ἐπονόμασες δικό σου.

Μὴ μὲ πάλιν ἀπορρίψεις, μηδὲ ἀποκρύψεις τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου καὶ μὲ καλύψει σκότος· καὶ μὲ καταπιεῖ ἡ ἄβυσσος καὶ συγκλείσει ὁ οὐρανὸς ἐμένα, τὸν ὁποῖον μὲ ἀνεβίβασες ἀνώτερα ἀπὸ αὐτόν, καταξιώνοντάς με νὰ συνευρίσκομαι μὲ τοὺς ἀγγέλους σου, ἤ, νὰ εἰπῶ καλύτερα, μὲ ἐσένα τὸν τῶν ὅλων ποιητὴν καὶ νὰ συνευφραίνωμαι μαζὶ μὲ ἐσένα καὶ νὰ θεωρῶ τὴν ἀπαραμοίαστον δόξαν τοῦ προσώπου σου, ἀπολαμβάνοντας χορταστικὰ καὶ ἀπὸ τὸ ἀπλησίαστο φῶς· καὶ νὰ χαίρω εὐφραινόμενος χαρὰν ἀνεκλάλητον, μὲ τὴν παρουσία τῆς ἀνερμηνεύτου σου ἐλλάμψεως.

Ὁπόταν καὶ κατατρυφώντας ἐγὼ ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ἀνερμήνευτο φῶς, σκιρτοῦσα καὶ ἔχαιρα ὁμοῦ μὲ ἐσένα τὸν ποιητὴ καὶ πλάστη μου, θεωρώντας τὸ ἀπαρομοίαστον κάλλος τοῦ προσώπου σου. Τόσον ποὺ καὶ καταβιβάζοντας πάλι τὸν νοῦν μου στὴ γῆ τότε, δὲν ἔβλεπα μήτε τὸν κόσμον, μὲ τὸ νὰ ἤμουν πεφωτισμένος ἀπὸ ἐσένα, μήτε τὰ τοῦ κόσμου πράγματα, ἀλλὰ ἤμουν ἀνώτερος καὶ ἀπὸ τὰ πάθη καὶ ἀπὸ τὶς φροντίδες. Συνέχεια

Μετανοῶ

Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς

Γιὰ ὅλες τὶς ἀνθρώπινες ἁμαρτίες

μετανοῶ ἐνώπιόν Σου, Παντελεήμων.

Νὰ τὸ σπέρμα ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν βρίσκεται στὸ αἷμα μου.

Μὲ τὴν προσπάθειά μου καὶ τὸ Ἔλεός Σου συμπνίγω

τὸν κακὸ αὐτὸ σπόρο μέρα καὶ νύχτα.

Γιὰ νὰ μὴ βλαστάνουν τὰ ζιζάνια, ἀλλὰ τὸ καθαρὸ στάρι

στὸν ἀγρὸν τοῦ Κυρίου.

Μετανοῶ γιὰ ὅλους τούς μεριμνώντας, ποὺ σκοντάφτουν

κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῶν μεριμνῶν καὶ δὲν ξέρουν νὰ ἀποθέσουν

τὶς μέριμνές τους ἐπάνω σὲ Σένα. Γιὰ τὸν ἀδύνατο ἄνθρωπο

ἀβάσταχτη εἶναι καὶ ἡ πιὸ μικρὴ μέριμνα, ἐνῶ γιὰ Σένα

καὶ ἕνα βουνὸ μεριμνῶν εἶναι σὰν μιὰ μπάλα χιονιοῦ

πεταμένη στὴν κάμινο τοῦ πυρός.

Μετανοῶ γιὰ ὅλους τούς ἀρρώστους, γιατί ἡ ἀρρώστια

εἶναι καρπὸς τῆς ἁμαρτίας. Ὅταν μὲ τὴν μετάνοια καθαριστεῖ

ἡ ψυχή, τότε ἡ ἀρρώστια ἐξαφανίζεται μαζὶ μὲ τὴν ἁμαρτία,

καὶ εἰσέρχεσαι στὴν ψυχὴ Ἐσύ, Αἰώνια Ὑγεία μου.

Μετανοῶ γιὰ τοὺς ἀπίστους, ποὺ μὲ τὴν ἀπιστία τους

σωρεύουν τὶς ἀνήσυχες φροντίδες τους καὶ τὶς ἀρρώστιες

ἐπάνω τους καὶ ἐπάνω στοὺς φίλους τους.

Μετανοῶ γιὰ ὅλους τους θεοβλασφήμους, ποὺ βλασφημοῦν Ἐσένα,

μὴ ξέροντας ὅτι βλασφημοῦν τὸν Οἰκοδεσπότη,

πού τοὺς ντύνει καὶ τοὺς τρέφει.

Μετανοῶ γιὰ ὅλους τους ἀνθρωποκτόνους ποὺ σκοτώνουν

τὴ ζωὴ τοῦ ἄλλου γιὰ νὰ φυλάξουν τὴ δική τους.

Συγχώρεσέ τους Παντελεήμων, γιατί δὲν ξέρουν τί κάνουν.

Γιατί δὲν ξέρουν ὅτι δὲν ὑπάρχουν στὸ Σύμπαν δύο ζωές, ἀλλὰ μία,

καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχουν δύο ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἕνας.

Καὶ κόβουν τὸ μισό τῆς καρδιᾶς γιὰ νὰ φυλάξουν τὸ ἄλλο μισό.

Ἄχ, πόσο εἶναι νεκροὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν ἀποκόψει

τὸ μισό της καρδιᾶς!

Μετανοῶ γιὰ τοὺς ψευδόρκους, διότι ἀλήθεια,

καὶ αὐτοὶ εἶναι ἀνθρωποκτόνοι, αὐτόχειρες.

Γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἐκμεταλλεύονται τοὺς ἀδελφούς τους

καὶ συσσωρεύουν ἄχρηστο πλοῦτο, κλαίω καὶ ἀναστενάζω,

γιατί ἔθαψαν τὴν ψυχή τους καὶ δὲν ἔχουν

μὲ τί νὰ παρουσιαστοῦν ἐνώπιόν Σου.

Γιὰ ὅλους τούς ὑπερηφάνους καὶ ἀλαζόνας κλαίω καὶ ἀναστενάζω,

γιατί εἶναι ἐνώπιόν Σου σὰν ζητιάνοι μὲ ἄδειο σακκούλι.

Γιὰ ὅλους τούς μέθυσους καὶ λαίμαργους κλαίω καὶ ἀναστενάζω,

διότι κατήντησαν δοῦλοι τῶν δούλων τους.

Γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ χαλᾶνε τοὺς γάμους, μετανοῶ,

γιατί πρόδωσαν τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ Ὁποῖο

τοὺς ἐξέλεξε γιὰ νὰ κτίζει διὰ μέσου αὐτῶν τὴν νέα ζωή,

ἐνῶ αὐτοί, τὴν διακονία τῆς ζωῆς,

μετέβαλαν σὲ καταστροφὴ τῆς ζωῆς.

Γιὰ ὅλα τὰ ψεύτικα χείλη, γιὰ ὅλα τὰ θολὰ μάτια,

γιὰ ὅλες τὶς σκληρὲς καρδιές, γιὰ ὅλες τὶς ἀχόρταγες κοιλιές,

γιὰ ὅλα τὰ σκοτεινὰ μυαλά, γιὰ ὅλες τὶς κακὲς θελήσεις,

γιὰ ὅλους τούς ἄσχημους λογισμούς, γιὰ ὅλες

τὶς ψυχοφθόρες ἐνθυμήσεις, μετανοῶ καὶ ἀναστενάζω.

Μετανοῶ, Κύριε, γιὰ τοὺς πολυλογοῦντας,

γιατί τὸ πολύτιμο δῶρο Σου,

τὸ δῶρο τοῦ λόγου, μετέβαλαν σὲ φθηνὴ ἄμμο.

Μετανοῶ, γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ καταστρέφουν

τὴν ἑστία τοῦ γείτονα καὶ τὴν εἰρήνη του,

γιατί ἔτσι μάζεψαν στὸν ἑαυτό τους καὶ στὸ λαὸ τὴν κατάρα.

Μετανοῶ, γιὰ ὅλη τὴν ἱστορία τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ

ὡς ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό, γιατί ὅλη ἡ ἱστορία εἶναι στὸ αἷμα μου.

Γιατί ἐγὼ εἶμαι μέσα στὸν Ἀδάμ, καὶ ὁ Ἀδὰμ μέσα μου.

Γιὰ ὅλους τούς μεγάλους καὶ μικρούς, ποὺ δὲν τρέμουν

μπροστὰ στὴν φοβερὰ παρουσία Σου, κλαίω καὶ κραυγάζω·

Δέσποτα Πολυέλεε, ἐλέησον καὶ σῶσον με.

                                     

Ὁ Νικητής τοῦ θανάτου

Ἁγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου

25(1)[1]Σήμερα λοιπὸν ὁ Κύριός μας περιοδεύει στὸν Ἅδη. Σήμερα συνέτριψε τὶς χάλκινες πύλες καὶ τοὺς σιδερένιους μοχλούς του. Πρόσεξε τὴν ἀκριβολογία. Δὲν εἶπε, ἄνοιξε τὶς πύλες, ἀλλὰ «συνέτριψε τὶς χάλκινες πύλες», γιὰ νὰ ἀχρηστεύσει τὸ δεσμωτήριο. Δὲν ἀφαίρεσε τοὺς μοχλούς, ἀλλὰ τοὺς συνέτριψε, γιὰ νὰ ἀχρηστεύσει τὴ φυλακή. Ὅπου βέβαια δὲν ὑπάρχει οὔτε μοχλὸς οὔτε θύρα, καὶ ἂν κάποιος εἰσέλθει, δὲν ἐμποδίζεται νὰ ἐξέλθει. Ὅταν λοιπὸν συντρίψει ὁ Χριστός, ποιὸς θὰ μπορέσει νὰ διορθώσει; Οἱ βασιλεῖς ὅταν πρόκειται νὰ ἀφήσουν ἐλεύθερους τούς φυλακισμένους, δὲν κάνουν αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Χριστός, ἀλλὰ δίνουν διαταγὲς καὶ ἀφήνουν στὴ θέση τους καὶ τὶς πόρτες καὶ τοὺς φύλακες, δείχνοντας μ’ αὐτὸ πῶς θὰ χρειαστεῖ νὰ μποῦν πάλι ἐκεῖ μέσα ἢ ἐκεῖνοι ποὺ ἀποφυλακίστηκαν ἢ κάποιοι ἄλλοι στὴ θέση τους.

Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς δὲν ἐνεργεῖ μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο. Θέλοντας νὰ δείξει ὅτι καταργήθηκε ὁ θάνατος, συνέτριψε τὶς χάλκινες πύλες του. Καὶ τὶς ὀνόμασε χάλκινες ὄχι ἐπειδὴ ἦταν ἀπὸ χαλκό, ἀλλὰ γιὰ νὰ δηλώσει τὴ σκληρότητα καὶ τὴν ἀδιαλλαξία τοῦ θανάτου. Καὶ γιὰ νὰ μάθεις ὅτι ὁ χαλκὸς καὶ ὁ σίδηρος ἐκφράζουν τὴν ἀκαμψία καὶ τὴ σκληρότητα, ἄκουσε τί λέει σὲ κάποιον ἀδιάντροπο: «Τὰ νεῦρα σου εἶναι ἀπὸ σίδηρο καὶ ὁ τράχηλος καὶ τὸ μέτωπό σου ἀπὸ χαλκό». Καὶ ἐκφράστηκε ἔτσι ὄχι διότι εἶχε σιδερένια νεῦρα ἢ χάλκινο μέτωπο, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔδειχνε πὼς εἶναι αὐστηρός, ἀδιάντροπος καὶ σκληρός.

Θέλεις νὰ μάθεις πόσο αὐστηρὸς καὶ ἄκαμπτος καὶ ἀσυγκίνητος εἶναι ὁ θάνατος; Κανένας δὲν τὸν κατάφερε ποτὲ ν’ ἀφήσει ἐλεύθερο κάποιον ἀπὸ τοὺς αἰχμαλώτους του, ἕως ὅτου ἦρθε καὶ τὸν ἀνάγκασε ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων. Πρῶτα λοιπὸν συνέλαβε καὶ φυλάκισε ἐκεῖνον (τὸ θάνατο) καὶ ὕστερα τοῦ πῆρε ὅ,τι τοῦ ἀνῆκε. Γι’ αὐτὸ προσθέτει: «Θησαυροὶ ποὺ βρίσκονται στὸ σκοτάδι καὶ εἶναι κρυμμένοι καὶ δὲν φαίνονται». Ἂν καὶ ἀναφέρεται σὲ ἕνα πράγμα, ἡ σημασία του εἶναι διπλή. Ὑπάρχουν, δηλαδή, τόποι σκοτεινοί, οἱ ὁποῖοι μπορεῖ πολλὲς φορὲς νὰ φωτιστοῦν, ἂν τοποθετήσουμε μέσα τοὺς λυχνία καὶ φῶς. Οἱ χῶροι ὅμως τοῦ Ἅδη ἦταν πολὺ σκοτεινοὶ καὶ θλιβεροὶ καὶ ποτὲ δὲν μπῆκαν μέσα τοῦ ἀκτίνες φωτός, γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς χαρακτήρισε σκοτεινοὺς καὶ ἀόρατους. Ἐπειδὴ ἦταν στὴν πραγματικότητα σκοτεινοὶ μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ κατέβηκε σ’ αὐτοὺς ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καὶ τοὺς κατελάμπρυνε μὲ τὸ φῶς του καὶ ἔκανε τὸν Ἅδη οὐρανό. Γιατί ὅπου βρίσκεται ὁ Χριστός, ὁ τόπος μεταβάλλεται σὲ οὐρανό. Συνέχεια

Ἡ εἴσοδος τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

imagesCANV1ID0«Τὴν ἄλλη μέρα, τὸ μεγάλο πλῆθος ποὺ εἶχε ἔρθει γιὰ τὴ γιορτὴ τοῦ Πάσχα, ὅταν ἄκουσαν ὅτι ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς στὰ Ἱεροσόλυμα, πῆραν κλαδιὰ φοινικιᾶς, καὶ βγῆκαν ἀπὸ τὴν πόλη νὰ τὸν προϋπαντήσουν, καὶ κραύγαζαν: «Δόξα στὸν Θεό! Εὐλογημένος αὐτὸς ποὺ ἔρχεται σταλμένος ἀπὸ τὸν Κύριο! Εὐλογημένος ὁ βασιλιὰς τοῦ Ἰσραὴλ» (Ἰωάν. ιβ, 12-13). Τὴν ἑπόμενη μέρα τοῦ δείπνου τῆς Βηθανίας, ὁ Κύριος ξεκίνησε γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα, τὴν πόλη ποὺ θανάτωσε τοὺς προφῆτες.

Ἡ Ἱερουσαλὴμ δὲν ἦταν τόπος ὅπου κατοικοῦσαν μόνο οἱ στενόμυαλοι φαρισαῖοι, οἱ ἀλαζόνες γραμματεῖς καὶ οἱ θεομίσητοι ἀρχιερεῖς. Ἦταν καὶ μία μυρμηγκοφωλιὰ τῆς ἀνθρωπότητας. Ἦταν ἕνας τεράστιος τόπος ὅπου μαζεύονταν ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη προσκυνητές, καθὼς καὶ ἀφοσιωμένοι ἄνθρωποι, ἄνδρες καὶ γυναῖκες. Τὴν ἐποχὴ τοῦ Πάσχα ἡ Ἱερουσαλὴμ εἶχε τόσους κατοίκους ὅσους περίπου καὶ ἡ Ρώμη, ποὺ τότε ἦταν πρωτεύουσα τοῦ κόσμου. Αὐτὸ τὸ τεράστιο πλῆθος ἀνθρώπων συγκεντρωνόταν στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ νὰ πλησιάσει περισσότερο τὸν Θεό. Τὴν ἡμέρα αὐτὴ εἶχαν τὴν ἀντίληψη κάποιας μυστηριώδους προσέγγισης τοῦ Θεοῦ καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ εἶδαν τὸν ἀπὸ πολλοῦ ἀναμενόμενο Βασιλιὰ τοῦ Οἴκου Δαβίδ. Ἔτσι, σὰν εἶδαν τὸν Κύριο νὰ κατεβαίνει ἀπὸ τὸ Ὅρος τῶν Ἐλαιῶν, oι ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔτρεξαν νὰ τὸν προϋπαντήσουν. Μερικοὶ ἔστρωσαν τὰ ροῦχα τους στὸ δρόμο μπροστά Του, ἄλλοι ἔκοβαν κλαδιὰ ἀπὸ τὶς φοινικιὲς καὶ μ’ αὐτὰ στόλιζαν τὸ δρόμο. Ὅλοι τους ἔκραζαν μὲ χαρά: «Δόξα στὸν Υἱὸ τοῦ Δαβίδ· εὐλογημένος καὶ δοξασμένος νὰ εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ ἔρχεται στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, ὁ Βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ».

Οἱ ἄνθρωποι πίστευαν πὼς ὁ Θεὸς θὰ ἔκανε κάποιο θαῦμα ποὺ θ’ ἄλλαζε τὴν ἀφόρητη κατάστασή τους. Κι αὐτὸ παρὰ τὴ σιδερένια γροθιὰ τῆς Ρώμης ποὺ τοὺς δυνάστευε καὶ σὲ πεῖσμα τῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς μικροψυχίας τῶν πρεσβυτέρων. Ἔνιωθαν πὼς ἡ πηγὴ τοῦ θαύματος ἦταν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ γι’ αὐτὸ τοῦ ἐπιφύλαξαν τέτοια ὑποδοχή. Τὸ πῶς θ’ ἀντιδροῦσε ὁ ἴδιος στὴν θεμελιακὴ αὐτὴ μεταβολὴ τῆς ροῆς τῶν γεγονότων, ὁ κόσμος δὲν τὸ ἤξερε. Εἶχαν μάθει νὰ περιμένουν ἕναν μόνο ἀποτελεσματικὸ τρόπο. Κι αὐτὸς ἦταν ἡ βοήθεια κάποιου βασιλιᾶ ἀπὸ τὸν οἶκο Δαβίδ, ποὺ θὰ βασίλευε στὴν Ἱερουσαλήμ, στὸ θρόνο τοῦ Δαβίδ. Οἱ ἄνθρωποι εἶδαν ἔτσι τὸν Ἰησοῦ σὰν βασιλιὰ καὶ τὸν ὑποδέχτηκαν μὲ χαρὰ κι ἐλπίδα. Πίστεψαν πὼς τώρα θὰ βασιλέψει στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ θ’ ἀντισταθεῖ τόσο στὴ Ρώμη ὅσο καὶ στὴν ἐξουσία τῆς Ἱερουσαλὴμ τῶν ἡμερῶν ἐκείνων. Συνέχεια

Λόγος εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου

Ἅγιος Λουκᾶς Κριμαίας

Ευαγγελισμός Τεμπλου μικρήΤρία σημαντικότατα γεγονότα στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας.

To πρῶτο εἶναι ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου, τὸν ὁποῖο ἑορτάζουμε σήμερα μὲ χαρὰ καὶ ἀγάπη, ἀλλὰ καὶ μὲ δέος ἐνώπιόν του μεγαλείου του γεγονότος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖο ὀνομάζεται «κεφάλαιον» (δηλαδὴ ἀρχὴ) τῆς σωτηρίας μας.

Ἐννέα μῆνες μετὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ πραγματοποιήθηκε καὶ τὸ δεύτερο ἀπὸ τὰ σημαντικότερα γεγονότα, ἡ κατὰ σάρκα Γέννηση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κορυφὴ καὶ ὁλοκλήρωση τῆς σωτηρίας μας θὰ εἶναι ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ ἀπὸ ἕνα φρικτὸ θάνατο πάνω στὸ Σταυρό.

Ὄχι μόνο μία φορὰ ἀλλὰ πολλὲς φορὲς φανερώθηκαν στοὺς ἁγίους ἄγγελοι. Ἔξι μῆνες πρὶν τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Παναγίας Παρθένου Μαρίας στάλθηκε ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ στὸν ἱερέα Ζαχαρία, ὁ ὁποῖος ὑπηρετοῦσε στὸ ναό, γιὰ νὰ τοῦ ἀναγγείλει, ὅτι ἀπ’ αὐτὸν θὰ γεννηθεῖ ὁ μεγαλύτερος μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ὁ Πρόδρομος τοῦ Κυρίου ὁ Ἰωάννης. Καὶ σήμερα ὁ ἴδιος φέρνει τὸ χαρμόσυνο ἄγγελμα στὴν Ὑπεραγία καὶ ἄχραντο Παρθένο Μαρία, ἡ ὁποία ζοῦσε στὸ ταπεινὸ φτωχόσπιτο τοῦ ξυλουργοῦ Ἰωσήφ.

Ὁ διάλογός του μὲ τὴν Παναγία εἶναι τόσο ἅγιος καὶ μεγαλειώδης ποὺ δὲν τολμῶ νὰ τὸν περιγράψω μὲ δικά μου λόγια ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸν ἐπαναλάβω μὲ Εὐαγγελικὰ λόγια.

Ὅταν μπῆκε ὁ ἀρχάγγελος στὸ ὑπερῶο, εἶπε:

«Χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν. ἡ δὲ ἰδοῦσα διεταράχθη ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτοῦ, καὶ διελογίζετο ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος. καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος αὐτῇ· μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ. καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν. οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαυῒδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον ᾿Ιακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος. εἶπε δὲ Μαριὰμ πρὸς τὸν ἄγγελον· πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· Πνεῦμα ῞Αγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ. καὶ ἰδοὺ ᾿Ελισάβετ ἡ συγγενής σου καὶ αὐτὴ συνειληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει αὐτῆς, καὶ οὗτος μὴν ἕκτος ἐστὶν αὐτῇ τῇ καλουμένῃ στείρᾳ·  ὅτι οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ρῆμα. εἶπε δὲ Μαριάμ· ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά σου. καὶ ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτῆς ὁ ἄγγελος.» (Λουκ. 1, 28-38).

Σᾶς ἔχω πεῖ πολλὰ τὰ προηγούμενα χρόνια γι’ αὐτὸν τὸ μοναδικὸ στὴν Ἱστορία τοῦ κόσμου διάλογο. Ἀλλὰ τώρα θὰ σταθῶ στὰ λόγια τοῦ Ἀρχαγγέλου:

«Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ». Συνέχεια

Ἀτενίζοντας τὸν Σωτῆρα στό Σταυρό

Tοῦ Ἀρχιμ. Lev Gillet

Untitled-1Κύριε, στέκομαι κάτω ἀπὸ τὸ σταυρὸ σου μαζὶ μὲ τὴ Μητέρα σου, μαζὶ μὲ τὸν ἀγαπημένο μαθητή, μαζὶ μὲ τὶς γυναῖκες ποὺ σοῦ ἔμειναν πιστές.

Τολμῶ νὰ ὑψώσω τὰ μάτια μου σὲ σένα καὶ ν᾽ ἀτενίσω τὴ θυσία σου. Σ᾽ αὐτὸ τὸ ἀντίκρισμα μαθαίνω ὅ,τι δὲν κατόρθωσα νὰ μάθω οὔτε καὶ μέσα στὰ κείμενα τοῦ Εὐαγγελίου.

Τὰ πόδια σου εἶναι καρφωμένα στὸ ξύλο. ῾Ο σταυρός σου εἶναι τὸ πατητήρι ὅπου πατήθηκε τὸ ἀληθινὸ σταφύλι.

Ἐνῷ μπορεῖς, δὲν θέλεις νὰ φύγεις. Σ᾽ αὐτὴ τὴ συνάντηση ποὺ μοῦ ὅρισες μὲ περιμένεις. Καρφωμένος στὸ σταυρὸ ὑποτάσσεις τὸν ἑαυτό σου σ’ αὐτὴ τὴν ἀναμονή μου.

Μπορεῖ νὰ μὴν ἔλθω. Μὰ σὺ εἶσαι ἐκεῖ καὶ μένεις ἐκεῖ ὅπου ἀφέθηκες νὰ σὲ καρφώσουν.

Τὰ χέρια σου εἶναι ἁπλωμένα. Ἀνοίγουν γιὰ νὰ καλέσουν ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Δὲν θέλουν νὰ κλείσουν. Τὰ καρφιὰ τὰ κρατοῦν σ᾽ αὐτὴ τὴ στάση ποὺ προκαλεῖ καὶ ἀγκαλιάζει. Μοῦ λένε σιωπηλά: «῎Ελα».

Τὸ κεφάλι εἶναι γειρμένο. Τὸ γέρνεις σὲ μιὰ κίνηση ποὺ προσκαλεῖ. Ἀποδέχθηκες καὶ συγκεφαλαίωσες τὴ θέληση τοῦ Θεοῦ, συνεπῶς τὴ δικὴ σου ὡς Υἱοῦ, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Κλίνεις τὸ κεφάλι σὰν δεῖγμα ὑποταγῆς σ᾽ αὐτὸ ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ ἀγάπη τῶν Τριῶν πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Ταυτόχρονα τὸ κεφάλι εἶναι γειρμένο πρὸς αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται ἐκεῖ μπροστά σου. Πρὸς αὐτοὺς ποὺ σὲ ἀγάπησαν καὶ πρὸς ἐκείνους ποὺ φώναξαν «σταύρωσον αὐτόν».

Εἶναι γυρμένο πρὸς αὐτοὺς ποὺ πονοῦν καὶ πορεύονται στενάζοντες, πρὸς ἐκείνους ποὺ ἀναζητοῦν χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουν.

Τὰ μάτια σου τώρα ἔχουν κλείσει. Μέσα στὸ ἴδιο ἐσωτερικὸ ὅραμα βλέπουν τὸν Πατέρα καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Πρὸς τὰ δὺο αὐτὰ ἀντικείμενα τῆς ἀγάπης σου κατευθύνεται τώρα ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξή σου.

Τὸ αἷμα κυλάει ἀπ᾽ τὸ μέτωπό σου, ἀπ᾽ τὰ χέρια σου, ἀπ᾽ τὸ μαστιγωμένο σῶμα σου. Κυλάει ἀργὰ σὲ κόκκινα ρυάκια. Θὰ τρέξει ἐπίσης κι ἀπ᾽ τὴν τρυπημένη πλευρά σου, σὰν νὰ εἶχε διαρραγεῖ ἡ καρδιά σου κάτω ἀπ᾽ τὴν πίεση τῆς ὀδυνωμένης ἀγάπης σου.

Τὸ ποτήρι χύνεται σὲ σπονδή.

Ὁ ἀκάνθινος στέφανος πληγώνει τὸ κεφάλι σου. Τοποθετημένα κυκλικὰ αὐτὰ τὰ ἀγκάθια μοιάζουν μὲ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων τὶς συγκεντρωμένες καὶ τοποθετημένες τὴ μιὰ δίπλα στὴν ἄλλη προκειμένου νὰ φορτωθοῦν ἐπάνω σου. ῞Ολες οἱ ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων δεμένες μαζί.

Μὰ γύρω ἀπ᾽ τὸ κεφάλι αὐτὸ βλέπω ἀκτῖνες φωτός. ῞Ενας χρυσὸς φωτοστέφανος τυλίγει τὸ μέτωπό σου τὸ ματωμένο. Αὐτὴ ἡ λάμψη δίνει τὸ νόημά της στὴν ἀτελῆ εἰκόνα τοῦ Ἐσταυρωμένου. Διότι ὁ Ἐσταυρωμένος εἶναι Κύριος καὶ Λυτρωτής. Συνέχεια

Ἡ συκιὰ τοῦ Εὐαγγελίου

Ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής

ΕΡΩΤΗΣΗ

Ποιὰ εἶναι ἡ συκιὰ τοῦ Εὐαγγελίου πού, φαινομενικὰ, ξεράθηκε παράλογα; Καὶ ποιὰ εἶναι ἡ ἀκρότατη πείνα πού ζητοῦσε καρπὸ πρὶν ἀπὸ τὴν ὥρα; Καὶ τί σημαίνει, γιὰ ἕνα ἀναίσθητο πράγμα, ἡ κατάρα; (Μάρκ. 11, 12-14, Ματθ. 21, 18)

ΑΠΟΚΡΙΣΗ

Ὁ Θεὸς Λόγος ποὺ οἰκονομεῖ τὰ πάντα γιὰ χάρη τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, παιδαγώγησε πρῶτα τὴ φύση μας μὲ τὸ νόμο ποὺ περιέχει σωματικότερη λατρεία. Γιατί ἡ ἀνθρώπινη φύση δὲν μποροῦσε νὰ δεχτεῖ τὴν ἀλήθεια γυμνὴ ἀπὸ τυπικὰ προκαλύμματα, ἐξαιτίας τῆς ἄγνοιας καὶ τῆς ἀλλοτρίωσης ποὺ τῆς εἶχε προκληθεῖ σέ σχέση μέ τὰ ἀρχέτυπα Θεία πράγματα. Ὅταν λοιπόν, γεννήθηκε στόν κόσμο ὡς ἄνθρωπος καί προσέλαβε ἑκούσια σάρκα ‒ἡ ὁποία εἶχε νοερή καὶ λογικὴ ψυχή‒ καί ὡς Λόγος μετέφερε τὴ φύση μας στὴν ἄυλη, γνωστική, πνευματικὴ λατρεία, δὲν ἤθελε ‒ἐφόσον πλέον φάνηκε στὴ ζωὴ ἡ ἀλήθεια‒ νὰ ἐξουσιάζει τόν κόσμο τό σκοτάδι, ποὺ τύπος του ἦταν ἡ συκιά.

Γι’ αὐτὸ, λέει, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴ Βηθανία στὰ Ἱεροσόλυμα, (Ματθ. 21,18· Μάρκ. 11, 11ἑ.) δηλαδὴ, μετὰ τὴν τυπικὴ καὶ σκιώδη καὶ ποὺ ἦταν κρυμμένη μέσα στὸ νόμο παρουσία Του, ἐρχόμενος ξανὰ στοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴ σάρκα ‒γιατί ἔτσι πρέπει νὰ ἐκληφθεῖ τὸ ἐπιστρέφοντας‒ εἶδε στὸ δρόμο μία συκιὰ ποὺ εἶχε μόνο φύλλα, (Ματθ. 21,18· Μὰρκ 11,13) ποὺ ὑπῆρχε στὴ σκιὰ καὶ στοὺς τύπους, δηλαδὴ τὴ σωματικὴ λατρεία τοῦ νόμου κατὰ τὴν ἄστατη καὶ παροδικὴ παράδοση ‒ἐπειδὴ ἦταν δίπλα στὸ δρόμο‒ τὴ λατρεία τῶν τύπων μόνο καὶ τῶν θεσμῶν ποὺ περνοῦν. Συνέχεια

Ἡ ἐργασία τῆς Νήψεως

Ἁγίου Ἠσαΐα τοῦ Ἀναχωρητοῦ

imagesCAA9LKBKἘὰν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀπομκαρυνθῆ ἀπὸ κάθε κοσμικὴ ὑπόθεσι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λατρεύσει τὸν Θεό. Διότι πραγματικὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ νὰ μὴν ἔχουμε, τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς, στὸν νοῦ μᾶς τίποτε ξένο πρὸς τὴν προσευχὴ καὶ νὰ ἀπασχολούμεθα μόνον μ’ Αὐτόν. Δηλαδὴ νὰ μὴν ἔχουμε στὸν νοῦ μας οὔτε ἡδονή, οὔτε κακία, οὔτε μίσος, οὔτε φθόνο, οὔτε φανταστικὴ εἰκόνα, οὔτε φροντίδα γιὰ πράγματα τοῦ αἰῶνος τούτου. Διότι αὐτὰ εἶναι σκοτεινὰ τείχη, πού φυλακίζουν τὴν ταλαίπωρη ψυχὴ καὶ τὴν ἐμποδίζουν στὸν ἀέρα καὶ δὲν τὴν ἀφήνουν νὰ συναντήση τὸν Θεό, ὥστε μυστικῶς καὶ «ἐν τῷ κρυπτῷ» νὰ Τὸν εὐλογήση καὶ νὰ προσευχηθῆ πρὸς Αὐτὸν μὲ ἁγνότητα, μὲ θεῖο φωτισμό, μὲ γλυκύτητα καρδίας καὶ νὰ δοκιμάση τὴν ἡδονή του Θείου ἔρωτος. Διότι ὅσο ἡ ψυχὴ μεριμνᾶ γιὰ τὰ ἐξωτερικά, νεκρώνεται ὁ νοῦς καὶ ἑπομένως τὰ ἐσωτερικὰ πάθη ἐνεργοῦν χωρὶς ἔλεγχο.

Ἂν ἐγκαταλείψη ἡ ψυχὴ τὴν μέριμνα τῶν ἐξωτερικῶν πραγμάτων, τότε χαίρεται ὁ νοῦς καὶ στέκει σταθερὸς (ἀνυψούμενος πρὸς τὸν Θεό)· καὶ ἡ ψυχὴ κατανόει τὰ ἐσωτερικά της πάθη μὲ τὸν νοῦ. Φροντίζει λοιπὸν ὁ νοῦς γιὰ τὴν ψυχή, μέχρις ὅτου τὰ ἀπόρριψη ἀπὸ μέσα της καὶ μὲ τὴν γονιμοποιό του δύναμι γεννήση καὶ ἐκθρέψη τὰ τέκνα της. Τότε γίνονται οἱ δύο μία καρδία καὶ ὑποτάσσεται ἡ ψυχὴ στὸν νοῦ, ὅπως ἡ γυναίκα στὸν ἄνδρα, καὶ γίνεται ὁ νοῦς κεφαλὴ τῆς ψυχῆς, ὅπως εἶπε ὁ Ἀπόστολος: «ὁ ἀνὴρ ἐστὶ κεφαλὴ τῆς γυναικὸς» (Ἐφεσ. ε’ 23), καὶ ἀφοῦ γίνουν ἕνα ἐν Κυρίῳ, δὲν ἔχουν πλέον διαίρεσι.

Ὅσοι λοιπὸν ἀξιώθηκαν νὰ φθάσουν σ’ αὐτὸ τὸ μέτρο, αὐτοὶ εἶναι πού προσεύχονται στὸν Θεὸ μὲ ἁγνότητα, αὐτοὶ εἶναι πού φωτίσθηκαν ἀπὸ τὸν Θεό, οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ πού ζητεῖ ὁ Θεός, καὶ τέλος ἐκεῖνοι στοὺς ὁποίους «ἐνοικεῖ καὶ ἐμπεριπατεῖ ὁ Ὕψιστος», ὅπως ἔχει γραφῆ: «Ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω» (Β’ Κορ. ς’ 16). Συνέχεια

Τὸ ἐσφαγμένον ἀρνίον

Νέλλας Παναγιώτης

ξξἩ Θ. Λειτουργία ἀναπαριστᾶ, δηλαδὴ κάνει ἀληθινὰ καὶ πραγματικά, ἐκ νέου παροῦσα καὶ ἐνεργητικὴ ἀνάμεσά μας, τὴ θυσία, τὸ σταυρό, τὸ θάνατο, τὴν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Ἀκριβέστερα, μέσα στὴν ἄλλη ἀντίληψη καὶ ὀργάνωση τοῦ χρόνου ποὺ ἔχει ἡ Ἐκκλησία στὸ λειτουργικὸ χρόνο μᾶς ἐξάγει ἀπὸ τὸν καθημερινὸ χρόνο τῆς διαρκοῦς ἀνακύκλησης, τὸν χρόνο τὸν κομματιασμένο σὲ παρελθόν, παρὸν καί μέλλον καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὸν χρόνο ἐκεῖνο, τὸν σταθερὸ καὶ μόνιμο ὅπου ὅλα τὰ γεγονότα, παρελθόντα καὶ μέλλοντα, εἶναι διαρκῶς παρόντα. Ἔτσι μᾶς κάνει ἐμᾶς σήμερα νὰ γινόμαστε ἀληθινὰ καὶ πραγματικὰ σύγχρονοι τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ μὴν ὑστεροῦμε σὲ τίποτε, ὅταν μετέχουμε στὴ Θ. Εὐχαριστία, ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ Κυρίου, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν μέρος στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο.

Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο σήμερα, Μεγάλη Παρασκευή, ἡ Ἐκκλησία μας ἀναπαριστᾶ τὰ Πάθη, τὸν Σταυρό, τὴν Ταφὴ τοῦ Κυρίου. Πηγαίνοντας ἔτσι στὸν Ἐπιτάφιο, πηγαίνουμε ἀληθινὰ καὶ πραγματικὰ σὲ μία κηδεία. Πηγαίνουμε στὴν κηδεία τοῦ Χριστοῦ, τοῦ «ἐσφαγμένου ἀρνίου». Τὸ «ἐσφαγμένον ἀρνίον» εἶναι ὁ ποιμήν. Αὐτὸ δείχνει τὴν πραγματικὴ ἀγάπη. Ὅποιος ἀγαπάει δὲν συμβουλεύει ἁπλά, δὲν διορθώνει, δὲν τιμωρεῖ, παίρνει ἐπάνω του τὰ λάθη τοῦ ἀγαπημένου του. Ἡ ἀγάπη εἶναι συμμετοχὴ στὴ ζωὴ τοῦ ἄλλου, ἔξοδος ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, θυσία.

Ἡ δεύτερη διάσταση εἶναι ὅτι ὁ Νυμφίος Χριστὸς τελεῖ τοὺς γάμους Του μὲ τοὺς ἀνθρώπους ὡς «ἀρνίον ἐσφαγμένον». Γάμος εἶναι ἡ θυσία. Ἡ θυσία ὄχι τῶν ἄλλων ἀλλὰ ἡ δική Του. Ἡ νυμφικὴ παστὰς τοῦ Χρίστου εἶναι ὁ Σταυρός Του. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος χρησιμοποιεῖ μία πολὺ ἐκφραστικὴ εἰκόνα γιὰ νὰ δείξει αὐτὴ τὴν πραγματικότητα. Ἦταν, λέει, ἡ ἀνθρωπότητα μεμνηστευμένη μὲ τὸν Χριστὸ στὸν Παράδεισο. Ἀλλὰ ἀντὶ νὰ δεχθεῖ νὰ ὁδηγηθεῖ στοὺς γάμους μὲ τὸν Χριστό, ἐγκατέλειψε τὸν Χριστό. Ἐξεπόρνευσε, κυλίστηκε στὸ βοῦρκο τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ὁ Χριστός, σὰν μανικὸς ἐραστὴς τῆς ἀνθρωπότητας, ἔψαξε νὰ τὴ βρεῖ, τὴ ζήτησε, ἔφθασε στὸ καταγώγιο ποὺ βρισκόταν καὶ ὅταν παρουσιάστηκε μπροστά της δὲν παρουσιάστηκε σὰν Θεός, δυνατός, ἀλλὰ σὰν ἁπλὸς κοινὸς ἄνθρωπος. Γιὰ νὰ μὴν τρομάξει ὅταν τὸν δεῖ ἤ γιὰ νὰ μὴν ντραπεῖ. Καὶ δὲν τῆς ζήτησε τὸ λόγο, τί ἔκανες, γιατί ἔφυγες ἤ πῶς κατάντησες ἔτσι, ἀλλὰ ἁπλὰ τὴν πῆρε, τὴν καθάρισε, τὴν ξαναομόρφηνε, τὴν ξαναστόλισε καὶ γιὰ νὰ μὴ τοῦ φύγει πάλι τὴν ἔκανε σάρκα Του, σῶμα Του. Αὐτὸ εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Τὸ σῶμα τοῦ Θεοῦ. Συνέχεια

Ποιὸν δὲν εἰρωνεύτηκαν οἱ ἄνθρωποι;

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Γιὰ τὴν ἐξομολόγηση Θὰ ἤθελες νὰ μάθης ἂν ἡ ἐξομολόγηση εἶναι τόσο ἀπαραίτητη; Παλαιότερα πήγαινες πιὸ συχνὰ στὴν ἐξομολόγηση μὰ σταμάτησες ἐπειδὴ κάποιος σὲ εἰρωνεύτηκε γι’ αὐτό. Δὲν ἔπρεπε νὰ διακόψεις. Ποιὸν δὲν εἰρωνεύτηκαν οἱ ἄνθρωποι; Ξέρεις τί εἶπε ὁ διορατικότερος ὅλων: οὐαὶ ὑμῖν οἱ γελῶντες νῦν, ὅτι πενθήσετε καὶ κλαύσετε (Λουκ. 6, 25). Μοῦ γράφεις ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τέχνη σου ἔχεις καὶ ἕνα ἀμπέλι, πού σοῦ δίνει καλὴ παραγωγή, ἐπειδὴ τὸ καλλιεργεῖς πολύ. Ἂν κάποιος ἐγκατέλειπε τὸ ἀμπέλι του καὶ εἰρωνευόταν ἐσένα ποὺ φροντίζεις μὲ ἐπιμέλεια τὸ δικό σου, μήπως θὰ σήκωνες τὰ χέρια σου ἀπὸ τ’ ἀμπέλι καὶ θὰ σταματοῦσες νὰ τὸ καλλιεργεῖς; Σίγουρα, δὲν θὰ τὸ ἔκανες αὐτό.

Πῶς μπορεῖς λοιπὸν νὰ ταλαντεύεσαι ἀναφορικὰ μὲ τὴν καλλιέργεια τῆς ψυχῆς σου ἡ ὁποία εἶναι σημαντικότερη ἀπ’ ὅλα τ’ ἀμπέλια τοῦ κόσμου; Ἐπειδὴ ὅταν πεθάνεις, τὴν ψυχή σου θὰ τὴν πάρεις ἐνῶ τὸ ἀμπέλι θὰ τὸ ἀφήσεις. Ἀπ’ ὅλες τὶς καλλιέργειες, ἡ σημαντικότερη εἶναι ἡ καλλιέργεια τῆς ψυχῆς. Καὶ ἀπ’ ὅλους τοὺς κόπους ποὺ ὁ ἄνθρωπος καταβάλλει πάνω στὴ γῆ, ὁ κόπος γιὰ τὴν ψυχὴ εἶναι ὁ πιὸ συνετός. Γιὰ τοῦτο, γύρνα στὴν προηγούμενη προσπάθειά σου γύρω ἀπὸ τὴν ψυχή σου καὶ ξεκίνα πάλι νὰ ἐξομολογῆσαι….

Οἱ ἁμαρτίες θεριεύουν καὶ πολλαπλασιάζονται μέσα στὴ μυστικότητα. Μόλις ὅμως βγοῦν στὸ φῶς, ξηραίνονται καὶ πεθαίνουν. Μὴν πεῖς: δὲν ἔχω ἁμαρτίες! Διάβασε αὐτὸ ποὺ λέει ὁ δίκαιος στὸ Ψαλτήρι: ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου (Ψαλ. 50, 7). Μὴν πεῖς πάλι: ἐγὼ ἐξομολογοῦμαι τὶς ἁμαρτίες μου στὸν Ἴδιο τὸν Θεὸ καὶ δὲν χρειάζεται νὰ ἐξομολογοῦμαι σὲ ἀνθρώπους. Ποιὸς ἦταν περισσότερο δίκαιος ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο; Καὶ ὁ Παῦλος αὐτός, εἶχε μία ἁμαρτία πρὶν ἀπὸ τὴν ἀποστολική του κλήση ὡς Σαῦλος καὶ τὴν ἁμαρτία του αὐτὴ τὴν ἐξομολογήθηκε δημόσια, ὄχι μία φορὰ ἀλλὰ πολλὲς καὶ ὄχι μονάχα μπροστὰ σὲ πιστοὺς ἀλλὰ καὶ σὲ εἰδωλολάτρες. Γράφει στοὺς βαπτισμένους Γαλάτες: ἠκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφὴν ποτε ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῶ, ὅτι καθ’ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτὴν (Γαλ. 1, 13). Τὸ ἴδιο ἀποκαλύπτει καὶ μπροστὰ στὸν ἀβάπτιστο βασιλιὰ Ἀγρίπα. Συνέχεια

Λόγος Πανηγυρικὸς στὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου Μαρίας

 Ἠλία Μηνιάτη

 «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου».

cd_evagelismos2]Ὤ, βάθος ταπεινώσεως, ποὺ μᾶς ἀνεβάζει στοὺς οὐρανούς! Ὤ, θαυμαστὴ δύναμη μίας παρθένου Κόρης, ποὺ μὲ ἕνα: «γένοιτο» κάνει τὸν Θεὸ καὶ ἀλλάζει μὲ τὴ γῆ τὰ ἀστέρια! Μά, γιὰ ποιὸ λόγο πανακήρατη Κόρη, θεόσοφη Μαριάμ, τώρα, ποὺ ὑψώθηκες σὲ τόση μεγαλειότητα καὶ τιμή, πέφτεις σὲ τόση ταπείνωση; Τάχα δὲν ἔπρεπε νὰ δοξαστεῖς, τώρα ποὺ ἔγινες δοχεῖο χωρητικὸ τῆς Θεότητας καὶ θρόνος ἡλιοστάλακτος τοῦ Βασιλέως τῆς δόξας; Ἐσὺ τώρα εἶσαι Μητέρα Θεοῦ, καὶ πῶς ὀνομάζεσαι δούλη Κυρίου; «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου». Ἀλλά μοῦ φαίνεται εὔλογο νὰ μοῦ ἀπαντᾶ ἡ Παρθένος. Ἐπειδὴ σὲ αὐτὴν κατοικοῦσε ὁ Κύριος, ποὺ «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν», σωστὰ ταπεινώθηκε καὶ ξέροντας πὼς «ἐγγὺς Κύριος τοῖς συντετριμμένοις τῇ καρδίᾳ», ἔπρεπε νὰ ἑτοιμασθεῖ μὲ κάθε ταπείνωση, γιὰ νὰ δεχθεῖ τὸν θεῖο Λόγο.

Ὁ Ἀπελλῆς, ἐκεῖνος ὁ περίφημος ζωγράφος, πού, ὅσες ἔκανε εἰκόνες ἦταν θαυμαστές, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα, μὲ ὀμορφιὰ καὶ ἐπιμέλεια ζωγράφισε ἕνα στάχυ καὶ ἐπάνω σ’ αὐτὸ μία περιστερά, ποὺ ἡ ἴδια φύση κοκκίνισε νικημένη ἀπὸ τὴν τέχνη. Ὅμως περισσότερη κατηγορία, παρὰ τιμὴ προξένησε τοῦ Ἀπελλῆ αὐτὴ ἡ θαυμαστὴ ζωγραφιὰ ἐπειδή, ὅσοι τὴν ἔβλεπαν, ἀντὶ νὰ θαυμάζουν τὴν ὀμορφιὰ τῶν χρωμάτων, τὴ συμμετρία τῶν γραμμῶν, τὸν κατηγοροῦσαν λέγοντας: δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνα μικρὸ στάχυ, ὀρθό, νὰ βαστάζει μία περιστερά, δίχως νὰ γέρνει ἀπὸ τὸ βάρος· «οὐχ οἶόν τε ἄσταχυν ἀκλινῆ βαστάζειν περιστεράν». Στάχυ φθαρτό, χορτάρι τῆς γῆς εἶναι ὁ ἄνθρωπος «ἄνθρωπος ὡσεὶ χόρτος», περιστερὰ εἶναι τὸ πανάγιο Πνεῦμα· «καὶ εἶδε τὸ Πνεῦμα ὡσεὶ περιστερὰν καταβαῖνον ἐπ’ αὐτόν».

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος στέκει ὀρθὸς καὶ σοβαρὸς μὲ τὴν ὑπερηφάνεια, δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ στέκει σ’ αὐτὸν ἡ χάρις τοῦ παναγίου Πνεύματος, ἐπειδὴ «ἀκάθαρτος παρὰ Κυρίῳ πᾶς ὑψηλοκάρδιος». Γι’ αὐτὸ λοιπὸν ἡ πανάμωμη Κόρη, ὅταν ἄκουσε ἀπὸ τὸν ἄγγελο ὅτι: «Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ», σωστὰ ἀπάντησε μὲ πολλὴ ταπείνωση· «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» καὶ μὲ αὐτὰ τὰ γλυκὰ λόγια, σὰν μὲ χρυσὴ ἁλυσίδα, τράβηξε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει κανένας, τὸν μετέφερε ἀπὸ τὸν κόλπο τοῦ Πατρὸς στὰ παρθενικὰ καὶ ἀμόλυντα σπλάγχνα της.

Ὁ ἴδιος Θεός, μὲ τὸ στόμα τοῦ Προφητάνακτος Δαυίδ, λέει: «τὰ λόγια σου ὑπὲρ μέλι τῷ στόματί μου, αὐτὰ μὲ ὁδήγησαν καὶ εἵλκυσαν εἰς ὅρος ἅγιόν σου». Ὅρος δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ ἡ ἁγιασμένη κοιλία τῆς Θεομήτορος. Τὸ ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος Δαυίδ: «τὸ ὅρος, ὁ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς κατοικεῖν ἐν αὐτῷ». Καὶ ὁ Ἀββακοὺμ λέει· «ὁ Θεὸς ἀπὸ Θαιμᾶν ἤξει καὶ ὁ ἅγιος ἐξ ὅρους κατασκίου δασέος». Συνέχεια

Δέσποινα, ὑπεραγία Θεοτόκε

Ἀγίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου

tsestoxoba 1[1]Δέσποινα, ὑπεραγία μου Θεοτόκε, κεχαριτωμένη Θεογεννήτρια, ὑπερευλογημένη θεοχαρίτωτε Θεομῆτορ, δοχεῖον τῆς ἀστέκτου Θεότητος τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ ἀθανάτου καὶ ἀοράτου Πατρός, θρόνε πυρίμορφε, τῶν τετραμόρφων ὑπερενδοξοτέρα, πάναγνε, πανάχραντε, πανάσπιλε, παναμόλυντε, παναμώμητε, πανύμνητε, πανάφθορε, παμμακάριστε, πανακήρατε, πάνσεπτε, πάντιμε, παντευλόγητε, παντομνημόνευτε, παμπόθητε, παρθένε τῇ ψυχῇ καὶ τῷ σώματι καὶ τῷ νοΐ, καθέδρα Βασιλέως τοῦ ἐπὶ τῶν Χερουβείμ, κλίμαξ ἐπουράνιε, δι’ ἧς οἱ ἐπὶ γῆς εἰς οὐρανοὺς ἀνατρέχομεν, νύμφη Θεοῦ, δι’ ἧς αὐτῷ κατηλλάγημεν·

Ἀκατανόητον θαῦμα, ἀνερμήνευτον ἄκουσμα, μυστηρίου θείου ἀποκεκρυμμένου φανέρωσις, ἀκαταμάχητος προστασία, ἀντίληψις κραταιά, ζωοδόχε πηγή, πέλαγος ἀνεξάντλητον τῶν θείων καὶ ἀπορρήτων χαρισμάτων καὶ δωρεῶν, ὕψος τῶν ἐπουρανίων καὶ ἀσωμάτων Δυνάμεων καὶ τῶν Σεραφεὶμ ὑψηλοτέρα, βάθος τῶν ἀποκρύφων νοημάτων τὸ ἀνεξερεύνητον, ἡ κοινὴ φιλοτιμία τῆς φύσεως, ἁπάντων τῶν καλῶν χορηγία, ἡ μετὰ τὴν Τριάδα πάντων τῶν ποιημάτων Δέσποινα, ἡ μετὰ τὸν Παράκλητον ἄλλος Παράκλητος, καὶ μετὰ τὸν μεσίτην Χριστὸν μεσίτρια τοῦ κόσμου παντός, τὸ ὄχημα ἡλίου τοῦ νοητοῦ, τὸ δοχεῖον τοῦ φωτὸς τοῦ ἀληθινοῦ τοῦ φωτίζοντος πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον, ἡ φέρουσα ἐν ἀγκάλαις τὸν τῷ ῥήματι τὰ πάντα φέροντα· Συνέχεια

Ἡ νηστεία κατεβάζει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴν ψυχή σου τὸ οὐράνιο φῶς

Ἅγιος Ἰουστίνος Πόποβιτς

1-3Τί εἶναι οἱ ἀνθρώπινες νίκες; Τίποτε. Ὅλες οἱ ἀνθρώπινες νίκες, ἂν δὲν νικοῦν τὸν θάνατο, εἶναι ἧττες. Τί εἶναι ὅλες οἱ νίκες, τὶς ὁποῖες πολλοὶ βασιλιάδες καὶ ἰσχυροὶ αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἐπέτυχαν καὶ ἐπιτυγχάνουν; Τί εἶναι οἱ εὐρωπαϊκοὶ πόλεμοι: πρῶτος, δεύτερος, τρίτος, δέκατος καὶ πεντηκοστός; Τί εἶναι; Εἶναι ἧττες, ἥττα μετὰ τὴν ἥττα. Δὲν εἶναι νίκες. Οἱ ἄνθρωποι σκοτώνουν, ἐπενόησαν τὸν πόλεμο καὶ τοὺς φόνους σὰν μέσο, γιὰ νὰ νικήσουν τὸ κακὸ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο.

Μόνο ὁ Θεὸς καὶ ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ μποροῦν νὰ νικήσουν τὸ κακὸ σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο. Μόνο ὁ Θεὸς καὶ ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ μποροῦν νὰ νικήσουν τὸν δημιουργὸ κάθε κακοῦ καὶ κάθε ἁμαρτίας, τὸν διάβολο. Ὁ Θεὸς ἔδωσε αὐτὲς τὶς θεῖες δυνάμεις σὲ κάθε ἕναν ἀπὸ ἐμᾶς, γιὰ νὰ νικᾶμε καὶ ἐμεῖς σὰν λογικὰ ἀνθρώπινα ὄντα, σὰν λογικὰ ὄντα τοῦ Θεοῦ, τὸ κακό· νὰ νικᾶμε τὸν διάβολο μὲ τὴν δύναμι τοῦ Θεοῦ.

Ἰδοὺ ἡ ἁγία νηστεία, ἰδοὺ ἡ ἁγία προσευχή. Τί εἶναι αὐτές; Αὐτὲς εἶναι οἱ θεῖες δυνάμεις, τὶς ὁποῖες ὁ Κύριος ἄφησε καὶ ἔδωσε στὴν Ἐκκλησία Του, ὥστε ἐμεῖς, κάθε ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς, νὰ νικοῦμε τὸν διάβολο ἐπιγράφοντας σὲ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους τὴν νίκη, νὰ νικοῦμε γιὰ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους. Νὰ νικοῦμε τὴν ἁμαρτία ὄχι χάριν τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ χάριν ἡμῶν τῶν ἰδίων. Διότι, νὰ ξέρης, ἡ κάθε ἁμαρτία σου εἶναι πολεμιστὴς τοῦ διαβόλου. Κάθε ἁμαρτία πού ἐσὺ ἀγαπᾶς, πού κρατᾶς μέσα σου –φανερὰ ἢ κρυφά, τὸ ἴδιο κάνει– εἶναι τὸ δόρυ τοῦ διαβόλου, ἀήττητο φοβερὸ ὅπλο. Ἀήττητο βέβαια ὅσο δὲν ἀποτραβιέσαι ἀπὸ αὐτὴν καὶ ὅσο δὲν νοιώθεις ὅτι ἡ ἁμαρτία πού κάνεις, στὴν πραγματικότητα σὲ θανατώνει, σὲ κάνει νὰ αὐτοκτονῆς, ὅποια καὶ ἂν εἶναι ἡ ἁμαρτία. Τὸ μίσος π.χ., σὲ κάνει νὰ αὐτοκτονῆς. Ὁ θυμός, ἡ σκληροκαρδία, ἡ φιλαργυρία, ὅλα αὐτὰ εἶναι ὅπλα, φοβερὰ ὅπλα τοῦ διαβόλου, τὰ ὁποῖα σοῦ δίνει στὰ χέρια καὶ ἐσὺ σκοτώνεις τὸν ἑαυτό σου. Συνέχεια