Γνώση καί Μαρτυρία

Φυσικό καί γνωμικό θέλημα

Ἀρχιμ. Ἀντώνιος Ρωμαῖος

imagesCAEYTFPHὉ Κύριος καί Θεός, ὁ Σωτήρ ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, μεταξύ τῶν σωτηριωδῶν ἀληθειῶν, τίς ὁποῖες ἐδίδαξε, εἶπε:

«Ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ καί ἡ καρδία ὑμῶν ἔσται».[1] Ὁ ἄνθρωπος, χωρισμένος, θεληματικά, ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό, θεωρεῖ, ὡς θησαυρό του, αὐτό πού τοῦ ὑπαγορεύει τό φυσικό του θέλημα, μέ τό ὁποῖο σχηματίζει ἕνα ὑποκειμενικό «εἴδωλο θησαυροῦ», βιαστικά καί ἀμελέτητα, χωρίς σύνεση καί περίσκεψη,

Στή συνέχεια τῶν βιωμάτων του, προσκολλάει τήν καρδιά του σέ αὐτό τόν εἰδωλικό θησαυρό καί, κατά συνέπεια, ἡ καρδιά του λειτουργεῖ, εἰδωλολατρικά. Κάθε εἴδωλο, δημιουργεῖται εἴτε μέ πρωτοβουλία τοῦ φυσικοῦ εἴτε μέ πρωτοβουλία τοῦ γνωμικοῦ θελήματος.

Ἡ ὑπόσταση καί λειτουργία τοῦ γνωμικοῦ θελήματος, ὅμως, ἕπεται τοῦ φρονήματος, τῆς γνώμης, πού σχηματίζεται καί εἶναι συνισταμένη τοῦ ὅλου πλαισίου τῶν παραγόντων καί τῶν συντελεστῶν πού δίνουν τήν ὀντότητα καί τήν λειτουργική ποιότητα στό κάθε πρόσωπο.

Ὁ Μέγας τῶν ἐθνῶν ἀπόστολος, ὁ ἅγιος Παῦλος, στήν ἐπιστολή του πρός Ρωμαίους διδάσκει τά ἑξῆς βαρυσήμαντα: «καί μή συσχηματίζεσθε τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλά μεταμορφοῦσθε τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοός ὑμῶν, εἰς τό δοκιμάζειν ὑμᾶς τί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό ἀγαθόν καί εὐάρεστον καί τέλειον».

Ἡ θέση αὐτή τοῦ ἁγίου Παύλου, εἶναι καί χαρισματική καί ἐμπειρική. Ἔχει πλήρη συνείδηση, σφαιρική ἀντίληψη, καί γιά τό φυσικό καί γιά τό γνωμικό θέλημα κάθε ἀνθρώπου. Γνωρίζει πολύ καλά ὅτι δέν εἴμαστε τέλειοι, ὅσο καί ἄν ἐπιθυμοῦμε τήν τελειότητα, καί ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς ἀβούλητης ἀτέλειάς μας, δέν πρέπει νά θεωροῦμε τό γνωμικό μας θέλημα τέλειο, παγιωμένο καί στάσιμο, ἀλλά πάντοτε εὑρισκόμενο σέ κατάσταση συνεχοῦς ἀναμόρφωσης, ἡ ἐπιτυχία τῆς ὁποίας , ἐν πολλοῖς, ἐξαρτᾶται ἀπό τό ρυθμό λειτουργίας τῆς ἐσωτερικῆς καί ἐξωτερικῆς ἐλευθερίας μας, ὡς ἀπαραίτητης προϋπόθεσης κατανόησης καί ἀποδοχῆς τοῦ θελήματος καί τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος, πρίν ἀπό τήν ἄμεση κλήση του ὑπό τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, στήν πορεία του πρός τή Δαμασκό, ἦταν φανατικά «συσχηματισμένος» μέ τό θρησκευτικό καί κοινωνικό του περιβάλλον καί, κατά συνέπεια, τό γνωμικό του θέλημα τόν ὁδηγοῦσε νά ἐγκληματεῖ κατά τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Χριστιανῶν.

Δέν πρέπει νά διαφεύγει τῆς προσοχῆς μας, ὅτι αὐτό τό ἐγκληματικό γνωμικό θέλημά του, τό ἐπικύρωναν οἱ κοινωνικοί καί θρησκευτικοί παράγοντες τοῦ τότε «αἰῶνος». Ἐθεωρεῖτο ἄψογος ἐνῶ λειτουργοῦσε τήν ὑπαρξή του ἐγκληματικά! Σέ μιά ὅμοια κατάσταση, στίς μέρες μας καί κατά ἕνα μεγάλο ποσοστό τοῦ συνόλου πληθυσμοῦ τῆς Χώρας μας, βρίσκονται καί οἱ βαπτισμένοι στήν ἱερά Κολλυμβήθρα τῆς Ἐκκλησίας μας Χριστιανοί, ἀκριβῶς ἐξαιτίας τοῦ ὅτι ἔχουν συσχηματιστεῖ τῷ αἰῶνι τούτῳ. Τό γνωμικό τους θέλημα, εἶναι ἀντίθετο πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τῆς Καινῆς Διαθήκης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καί βρίσκεται συσχηματισμένο μέ τά φρονήματα τῆς σύγχρονης ούμανιστικῆς καί ἡδονολατρικῆς κοινωνίας, τῆς παραπαιούσης μεταξύ ἀμοραλισμοῦ καί ἐγκληματικῆς διαστροφῆς.

 

Σημειώσεις

[1] Λουκ. 12, 34 καί Ματθ. 6, 21

Ἡ χαρὰ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη

Γεωργίου Π. Πατρώνου

25-9-300x224Ἡ βασικὴ αὐτὴ ἔννοια, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι τελικὰ ὁ μεγάλος «δοτὴρ» καὶ χορηγός τῆς χαρᾶς στὸν ἄνθρωπο, βρίσκεται ἰδιαίτερα ἀναπτυγμένη στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Καὶ μάλιστα σχετίζεται ἄμεσα ἐκεῖ καὶ μὲ τὴ λατρεία τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ (Δευτ. 16, 14· Ψαλμ. 100, 2). Ἡ σύνδεση αὐτὴ τῆς χαρᾶς μὲ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, κάνει τὴ χαρὰ νὰ μὴ θεωρεῖται σὰν ἕνα ἁπλὸ ἐσωτερικὸ αἴσθημα ἀλλὰ σὰν ἕνα καθολικὸ γεγονὸς ποὺ δείχνει τὴ στάση τοῦ ἀνθρώπου μέσα στὴν προσωπική του ἱστορία.

Οἱ σωτηριολογικὲς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ κύρια πηγὴ χαρᾶς γιὰ τὸν πιστὸ ἄνθρωπο. Ἡ πεποίθηση ὅτι ὁ Θεὸς «κατασκηνώνει» μεταξὺ τῶν πιστῶν Του καὶ γίνεται «ἀσπίδα» τῶν δικαίων, φέρνει ἀσφαλῶς μαζὶ μὲ τὴν ἐλπίδα εὐφροσύνη καὶ χαρὰ (Ψαλμ. 5, 11—12). Ὁ ψαλμωδὸς θὰ ἐκφράσει ἔντονα αὐτὴ τὴ σωτηριολογικὴ αἴσθηση καὶ ἐμπειρία· «… διηγήσομαι πάντα τὰ θαυμάσια σου· εὐφρανθήσομαι καὶ ἀγαλλιάσομαι ἐν σοί» (Ψαλμ. 9, 2-3) καὶ «προωρώμην τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διὰ παντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μου ἐστιν, ἵνα μὴ σαλευθῶ. Διὰ τοῦτο ηὐφράνθη ἡ καρδία μου καὶ ἠγαλλιάσατο ἡ γλῶσσα μου, ἔτι δὲ καὶ ἡ σάρξ μου κατασκηνώσει ἐπ’ ἐλπίδι, ὅτι οὐκ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχήν μου εἰς ἅδην» (Ψαλμ. 15, 8-10).

Ἔτσι βλέπουμε, ὅτι στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἡ ἐμπειρία ἡ σωτηριολογικὴ καὶ ἡ ἔκφραση τῆς χαρᾶς εἶναι στενὰ συνδεδεμένα. Δείχνουν τὴ διάθεση τοῦ πιστοῦ καὶ δίκαιου ἀνθρώπου ποὺ ἔχει στηρίξει τὴν ἐλπίδα του στὸ Θεό, εὐφραίνεται καὶ χαίρεται γιὰ τὶς σωτήριες ἐπεμβάσεις Του.

Αὐτὴ ὅμως ἡ αἴσθηση τῆς σωτηριολογικῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ κατανοεῖται ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς συγγραφεῖς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης περισσότερο σὲ μία ἱστορικὴ καὶ κοινωνικὴ ἔννοια παρὰ πνευματικὴ καὶ ἐσωτερική, ὅπως τὴν κατανοοῦμε σήμερα ἐμεῖς. Καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ ἡ Π. Διαθήκη εἶναι συνεπὴς στὴν ἱστορικὴ καὶ κοινωνική της προοπτική. Οἱ συγκεκριμένες ἱστορικὲς ἐπεμβάσεις τοῦ Θεοῦ στὴ ζωὴ καὶ στὴν ἱστορία τοῦ Ἰσραὴλ εἶναι πράγματι οἱ κύριες ἀφορμὲς τῆς χαρᾶς. Στὴν ἱστορικὴ μνήμη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ κυριαρχοῦν οἱ θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις τοῦ Γιαχβέ, καθόλο τὸ μῆκος τῆς ἱστορικῆς του πορείας ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς μεγάλης ἐξόδου του ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ ἑξῆς. Ὅλα αὐτὰ δὲ τὰ γεγονότα ἔχουν γίνει πλέον στὴ ζωὴ τοῦ Ἰσραὴλ ἱερὲς τελετουργίες, ἑορτὲς καὶ πανηγύρεις καὶ ἐκφράζουν τὴ βαθειὰ εὐγνωμοσύνη τοῦ λαοῦ γιὰ τὶς σωτήριες ἐπεμβάσεις τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἑορτὴ τοῦ Πάσχα, τῆς Σκηνοπηγίας, τῶν Νουμηνιῶν καὶ τοῦ Ἐξιλασμοῦ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἀποκορύφωση αὐτῆς τῆς χαρᾶς ποὺ ζεῖ ὁ λαὸς καὶ τὴν ἐκφράζει στὴν ἱστορία του μὲ λατρευτικὲς καὶ τελετουργικὲς πράξεις. Ἡ χαρὰ ποὺ ἐκφράζεται μέσα στὴ λατρεία δείχνει ἀσφαλῶς πολὺ ἔντονα τὴν ἰδιαίτερη θρησκευτικὴ σημασία της ποὺ ἔχει μέσα στὴν Π. Διαθήκη.

Συνέχεια

Ἡσυχαστικὴ Θεολογία

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης

[1]Ὁ Ἡσυχασμὸς δὲν ἀποτελεῖ ἐποχικὸ ἢ περιθωριακὸ φαινόμενο τῆς ἱστορίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἀλλὰ συνιστᾶ κεντρικὸ ἄξονα τῆς μοναχικῆς παραδόσεώς της καὶ σφραγίζει διαχρονικὰ τὸ χαρακτήρα τῆς πνευματικῆς της ζωῆς. Ἤδη, ἀπὸ τοὺς πρώτους αἰῶνες τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἔννοια τῆς ἡσυχίας συνδέθηκε μὲ τὴν ἀποδέσμευση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ἀγωνιώδη μέριμνα καὶ ταραχὴ τοῦ κόσμου καὶ τὴν ἐπιστροφή του πρὸς τὸ Θεό.

Ἡ ἡσυχία δὲν εἶναι πλαδαρότητα ἢ ἀκινησία, ἀλλὰ ἀφύπνιση καὶ ἔντονη ἐνεργοποίηση στὸ ἐπίπεδό της πνευματικῆς ζωῆς. Εἶναι μία ἐσωτερικὴ ἀνασύνταξη καὶ ἐπανατοποθέτηση, ποὺ καλλιεργεῖται μὲ τὴν περισυλλογή, τὴν αὐτοσυγκέντρωση, τὴν προσευχὴ καὶ τὴν κοινωνία μὲ τὸ Θεό, Καὶ ἡ ἡσυχαστικὴ ζωή, ποὺ καλλιεργεῖται μὲ τὴ φυγὴ στὴν ἔρημο, δὲν ἐκφράζει ἀποστροφὴ πρὸς τὸν κόσμο, ἀλλὰ προσήλωση στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἡσυχαστὴς ἀπομονώνεται στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ χωρέσει μέσα τοῦ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Ἡ ἡσυχαστικὴ ὅμως ζωὴ μπορεῖ νὰ καλλιεργηθεῖ ὡς ἕνα βαθμὸ καὶ μέσα στὶς πόλεις, ὅπως βεβαιώνει ἡ ἱστορία τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ πατέρας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Κωνσταντῖνος ζοῦσε ἡσυχαστικὴ ζωὴ μέσα στὴν Κωνσταντινούπολη ὡς συγκλητικὸς καὶ μέλος τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς. Ἐκεῖνο ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ ζωὴ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποδέσμευση ἀπὸ τὴν ἐμπαθῆ προσήλωση στὸν κόσμο καὶ ἡ πλήρης ἀναφορὰ στὸ Θεό.

Προσήλωση

Κεντρικὴ θέση στὸν ἡσυχασμὸ ἔχει ἡ νοερὰ ἢ καρδιακὴ προσευχή, ποὺ πραγματοποιεῖται μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐ¬λέησον μέ». Ἡ προσευχὴ αὐτὴ μὲ τὴ συντομία τῆς βοηθάει στὴν αὐτοσυγκέντρωση καὶ στὴν ἀπερίσπαστη προσήλωση στὸ Θεό, Μὲ τὴ συνεχῆ ἐπανάληψή της καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἡ προσευχὴ μεταφέρεται σταδιακὰ ἀπὸ τὰ χείλη στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου.

Συνέχεια

Οἱ ἔννοιες τοῦ θεσμοῦ καὶ τοῦ χαρίσματος

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης

22Οἱ ἔννοιες τοῦ θεσμοῦ καὶ τοῦ χαρίσματος διαφέρουν σημαντικὰ μεταξύ τους. Ὁ θεσμὸς γεννιέται πάντοτε μέσα στὸν χῶρο καὶ τὸν χρόνο. Ὑπόκειται σὲ τοπικοὺς καὶ χρονικοὺς περιορισμοὺς καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτούς. Τὸ χάρισμα ἔχει ὑπερβατικὴ φύση καὶ προέλευση. Δὲν ὑπόκειται σὲ τοπικοὺς καὶ χρονικοὺς περιορισμοὺς καὶ μπορεῖ νὰ παραμένει ἀνεξάρτητο ἀπὸ αὐτούς. Μὲ τὴν φανέρωσή του ὅμως μέσα στὸν χῶρο καὶ τὸν χρόνο τὸ χάρισμα προσεγγίζει τὸν θεσμὸ ἡ καὶ προσλαμβάνει τὸν θεσμὸ γιὰ τὴν ἱστορικὴ διατήρησή του. Παραταῦτα τὸ χάρισμα παραμένει τοπικὰ καὶ χρονικὰ ἀπεριόριστο, ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικὰ ἀχώρητο σὲ ὁποιονδήποτε θεσμό.

Ὁ Χριστὸς παρουσίασε τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν κόσμο καὶ τὴν ἱστορία· ἔφερε τὴν χάρη μέσα στὴν φύση, τὸ ἄκτιστο μέσα στὸν χῶρο καὶ τὸν χρόνο. Ἡ χάρη αὐτὴ προσφέρεται στὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ὑπάρχει μέσα στὸν κόσμο ὡς «θεσμός». Ταυτόχρονα ὅμως ἡ Ἐκκλησία εἶναι «κοινωνία τῆς θεώσεως». Τὰ δύο αὐτὰ φαίνονται ἀντιφατικά. Ἡ κοινωνία τῆς θεώσεως εἶναι ἀπὸ τὴν φύση τῆς χαρισματική, ἐνῶ ὁ θεσμὸς εἶναι κτιστὸ κατασκεύασμα. Ἡ χαρισματικὴ κοινωνία δὲν περιορίζεται σὲ θεσμούς. Ἀλλὰ ἡ διατήρησή της στὴν ἱστορία ἐπιβάλλει τὴν θεσμοποίησή της. Ἔτσι δημιουργεῖται ἡ ἀνάγκη τῆς συνθέσεως θεσμοῦ καὶ χαρίσματος ἡ τῆς θεσμοποιήσεως τοῦ χαρίσματος.

Ἡ Ἐκκλησία λειτουργεῖ μέσα στὴν ἱστορία ὡς «χαρισματικὸς θεσμός»· ὡς θεσμοποιημένη χαρισματικὴ κοινωνία ἡ «κοινωνία τῆς θεώσεως». Ὁ θεσμὸς καὶ τὸ χάρισμα συνυπάρχουν ἐξαρχῆς στὴν Ἐκκλησία. Τὸ φαινόμενο αὐτὸ εἶναι ἰδιαίτερα λεπτό, καὶ ἀπαιτεῖ μεγάλη διάκριση καὶ λεπτοὺς χειρισμοὺς γιὰ τὴν σωστὴ προσέγγιση καὶ διαφύλαξή του. Καὶ τὸ χρέος τῶν πιστῶν, εἰδικότερα μάλιστα τῶν ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι νὰ διατηροῦν τὴν ἰσορροπία μεταξὺ θεσμοῦ καὶ χαρίσματος, καὶ νὰ ἀποφεύγουν τὴν διολίσθηση πρὸς τὴν μία ἡ τὴν ἄλλη πλευρά, ὥστε νὰ διασφαλίζεται ἡ ἁρμονικὴ συλλειτουργία τους. Συνέχεια

Ἐμεῖς καὶ ἡ Ἀγάπη μας

 π. Εὐσέβιος Βίττης

Ἀγάπη γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ διὰ τοῦ Ἰησοῦ

pantocrator[1]Ἀγάπη καθαρὴ γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἐγγυᾶται τὴν ἀπαλλαγή της ἀπὸ κάθε ἐγωιστικὸ στοιχεῖο, χωρὶς τὴν προσδοκία ὁποιασδήποτε ὠφέλειας, ὑλικῆς ἢ πνευματικῆς ἐκ μέρους τῶν ἄλλων, ἔστω καὶ ἑνὸς «εὐχαριστῶ», ἔστω καὶ μὲ εἴσπραξη πικρίας ἀντὶ εὐγνωμοσύνης ἢ ἀκόμη καὶ προδοτικῆς συκοφαντίας γιατί αὐτὸ σημαίνει μίμηση τῆς ἀγάπης τοῦ Ἰησοῦ, ποὺ ἀγάπησε πρῶτος Αὐτὸς τὴν Ἐκκλησία χωρὶς νὰ ὑπολογίση καθόλου τὸν ἑαυτὸ Του θυσιαζόμενος πρὸς χάριν της.

Μόνον ἡ ἀγάπη κατὰ μίμησιν καὶ χάριν τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπὸ κάθε στοιχεῖο ὠφελιμισμοῦ ἐγωιστικοῦ. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἀγάπησε καὶ ὡς ἄνθρωπος πλήρως καὶ τελείως τὸν οὐράνιο Πατέρα Του καὶ δέχθηκε τὴν πλήρη ὑποταγὴ στὸ θέλημά Του «γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ». Καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ἀποτελεῖ τὸ αἰώνιο καὶ ἀνυπέρβλητο παράδειγμα τῆς τέλειας ἀγάπης, ὄχι μόνον ὡς Θεὸς Λόγος τοῦ Πατρός, αὐτὸ εἶναι αὐτονόητο, ἀλλὰ καὶ ὡς ἄνθρωπος, ἔχοντας τὴν τέλεια ἀνθρώπινη φύση. Ἑπομένως, ἂν θέλουμε νὰ εἴμαστε πραγματικοὶ ἀκόλουθοι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, πρέπει νὰ μαθητεύουμε πάντα παρὰ τοὺς πόδας Του γιὰ νὰ μαθαίνουμε ὅλο καὶ περισσότερο καὶ συνεπέστερα νὰ ἀγαποῦμε πάντοτε, ὅπως Αὐτός, ὅ,τι κι ἂν μᾶς κοστίση, ἀφοῦ τὸ ἔργο αὐτὸ θέλησε νὰ ἀσκῆται ἀδιάλειπτα καὶ πάντοτε καὶ στὴ γῆ καὶ στὸν οὐρανό. Γιατί ἡ «ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α’ Κορ. ιγ’ 8), ἀφοῦ εἶναι αἰώνια καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη (Α’ Ἰω. δ’ 8).

Ἀγάπη καὶ αὐτογνωσία

Ἀσφαλῶς, ὡς ἀγωνιζόμενοι χριστιανοί, νιώθουμε μέσα μας τὴ λαχτάρα γιὰ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἄλλους. Ἀσφαλῶς μᾶς συγκινεῖ ἡ σκέψη νὰ ἀγαποῦμε τὸν ἕνα ὅπως ὅλους μαζὶ καὶ ὅλους ὅπως τὸν ἕνα. Μεγάλος αὐτὸς ὁ πόθος, ἂν ὑπάρχη μέσα μας καὶ ἴσως εἶναι τὸ πιὸ μεγάλο ἐπιδιωκτέο τέλος. Ὅμως δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε τὴν πραγματικότητά μας, ποιοὶ ἀκριβῶς εἴμαστε, ποιὰ εἶναι ἡ φυσική μας κατάσταση, προτοῦ ἐπιχειρηθῆ ἡ ἐν Χριστῷ μεταμόρφωσή μας στὸ καμίνι τῆς ἀγάπης γιὰ τὸν ἴδιο καὶ διὰ μέσου Του γιὰ τοὺς ἀδελφούς μας συνανθρώπους.

Συχνὰ μιλώντας γιὰ ἀγάπη λησμονοῦμε τὸ ἔδαφος, στὸ ὁποῖο αὐτὴ φυτρώνει. Γι’ αὐτὸ συμβαίνει ἐτοῦτο τὸ παράδοξο, ἐνῶ ὁ πόθος μας γιὰ ἀγάπη μπορεῖ νὰ εἶναι πολὺ μεγάλος, ὅμως ὁ τόπος, ὅπου πρέπει νὰ ἀναπτυχθῆ, ἡ καρδιά μας δηλαδή, ποὺ τὴν πλημμυρίζει αὐτὸς ὁ πόθος, συμβαίνει νὰ εἶναι ἐντελῶς ἀκατάλληλος γιὰ ἕνα τέτοιο οὐράνιο φυτό. Μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, μπορεῖ νὰ «ὠδίνη ὅρος καὶ νὰ τίκτη μῦν», νὰ παρουσιάζεται δηλαδὴ μία πολὺ μεγάλη δυσαναλογία ἀνάμεσα σὲ αὐτό, ποὺ ποθοῦμε καὶ σὲ αὐτό, ποὺ θέλουμε νὰ πραγματοποιήσουμε. Πρώτιστο ἔργο μας μὲ ἄλλα λόγια εἶναι, προκειμένου νὰ ἐξασκήσουμε ἔργο ἀληθινὸ ἀγάπης, νὰ ἀναγνωρίσουμε καὶ νὰ συνειδητοποιήσουμε τὴν πνευματική μας ποιότητα, ποιοὶ δηλαδὴ εἴμαστε στὴν πραγματικότητα.

Ἡ ἀληθινὴ γνώση τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ ἡ εἰλικρίνεια ἔναντί του θὰ μᾶς πείση, ὅτι βασικὰ ἔχουμε μία σχεδὸν ἀκατανίκητη τάση νὰ ἀναζητοῦμε φανερὰ ἢ ὄχι, συνειδητὰ ἢ ὄχι, θεληματικὰ ἢ ὄχι, τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας διὰ μέσου τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ἄλλους. Μπορεῖ νὰ ἀναζητοῦμε τὴ δική μας συναισθηματικὴ εὐφορία καὶ μία συγκινησιακὴ ἔκσταση, μία εὐχαρίστηση προσωπικὴ μόνο μέσω τῆς ἀγάπης, πράγμα, ποὺ ἄλλοι θὰ ἐπεδίωκαν μὲ ἄλλα μέσα. Καὶ τὸ ἐρώτημα εἶναι: κάνουμε τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης καὶ γενικὰ ἀγαποῦμε, γιὰ νὰ ἱκανοποιοῦμε τὸν ἑαυτό μας μὲ τὸ εὐάρεστο συναίσθημα, ποὺ αὐτὴ δημιουργεῖ, καὶ αὐτὸ θέλουμε μόνο καὶ ὄχι τὴ χαρὰ καὶ τὴν εὐτυχία τοῦ ἄλλου; Καὶ μπορεῖ ἔτσι νὰ κάνουμε τὸ ἔργο τῆς ἀγάπης π.χ. μόνο γιὰ νὰ ἀκοῦμε εὐχαριστίες, γιὰ νὰ μᾶς ἀναγνωρίζουν ὡς εὐεργέτες, γιὰ νὰ κάνουν λόγο γιά μᾶς, καὶ νὰ ἀποφεύγουμε δύσκολες περιπτώσεις ἀγάπης καὶ κόπους καὶ θυσίες, ποὺ δὲν πρόκειται νὰ ἀναγνωρισθοῦν. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ μάθουμε καὶ νὰ κάνουμε φρόνημά μας, πὼς τὸ κύριο χαρακτηριστικό τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ αὐτολησμοσύνη καὶ τὸ «μὴ ζητεῖν τὰ ἑαυτῆς». Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε συνιστᾶ ὁ Κύριος τὸ «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά (μας) τί ποιεῖ ἡ δεξιά» μας καὶ τὴν ὅσο γίνεται μὲ περισσότερη ἐπιμέλεια «ἐν τῷ κρυπτῷ» διενέργειά της. Συνέχεια

Ἡ Φαντασία

π. Εὐσέβιος Βίττης

IMG_0470Τί εἶναι ἡ φαντασία;

Στὴ διαδικασία ἡδονῆς-ὀδύνης σπουδαῖο ρόλο παίζει καὶ ἡ φαντασία. Κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ ἡ φαντασία εἶναι “νοῦ καὶ αἰσθήσεως μεθόριον”. Ἡ φαντασία εἶναι ψυχικὴ λειτουργία ποὺ βρίσκεται ἀνάμεσα στὸ νοῦ καὶ στὴν αἴσθηση. Οἱ αἰσθήσεις δημιουργοῦν στὸν ἄνθρωπο “μορφώσεις”, ἐντυπώσεις, μέσα του. Οἱ ἐντυπώσεις αὐτὲς ὀφείλονται μὲν σὲ ὑλικὰ πράγματα καὶ σώματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἔρχονται σὲ ἐπαφὴ οἱ αἰσθήσεις, ἀλλὰ δὲν εἶναι σώματα οἱ ἴδιες (οἱ ἐντυπώσεις), ἂν καὶ εἶναι σωματικές.

Οἱ ἐντυπώσεις προέρχονται οὐσιαστικὰ ὄχι ἀπὸ τὰ σώματα ἁπλῶς, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ μορφὴ (τὸ “εἶδος”) ποὺ ἔχουν τὰ σώματα. Οἱ ἐντυπώσεις ὅμως αὐτὲς τῶν αἰσθήσεων στὴν ψυχὴ δὲν εἶναι οἱ μορφὲς τῶν σωμάτων καθʼ ἑαυτές, ἀλλὰ “ἐκτυπώματα αὐτῶν” καὶ “ἐκμαγεῖα”. Εἶναι, ἂν μποροῦμε νὰ ἐκφραστοῦμε ἔτσι, μορφὲς μορφῶν ἢ εἰκόνες μορφῶν, “οἶὸν τινες εἰκόνες ἀχωρίστως χωριζόμεναι τῶν κατὰ τὰ σώματα εἰδῶν”.

Οἱ εἰκόνες τῆς μορφῆς τῶν σωμάτων ὑπάρχουν μὲν καθʼ ἐαυτὲς μέσα στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ταυτόχρονα εἶναι ἀδιάσπαστα καὶ ἀχώριστα ἑνωμένες μὲ τὶς μορφὲς ποὺ ἐξεικονίζουν γιατί ἀναφέρονται πάντα σʼ αὐτές. Γιὰ τὴν κατανόηση αὐτοῦ τοῦ φαινομένου μᾶς βοηθάει τὸ πῶς βλέπουμε καὶ μάλιστα οἱ εἰκόνες ποὺ βλέπουμε στὸν καθρέφτη. Ἐκεῖ ἔχουμε μία κατʼ ἀντιστοιχία αἰσθητοποίηση αὐτῶν ποὺ συμβαίνουν στὴ διαδικασία ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ ἐδῶ, γιατί ἔχουμε τὸ ἴδιο περίπου φαινόμενο. Συνέχεια

Θεολογικὴ καὶ ἐπιστημονικὴ γνωσιολογία

 

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης

hliovasilema[1]Ἡ ὀρθόδοξη χριστιανικὴ θεολογία διακρίνει πάντοτε δύο εἴδη γνώσεως: τὴν κοσμικὴ καὶ τὴν θεία. Ἡ κοσμικὴ γνώση κινεῖται στὸ ἐπίπεδό του κτιστοῦ καὶ ἀδυνατεῖ νὰ προσεγγίσει τὸ ἄκτιστο, τὸ θεῖο. Ἡ θεία γνώση ἀναφέρεται στὸ ἐπίπεδό τοῦ ἀκτίστου, δηλαδὴ τοῦ θείου, καὶ ἀποκαλύπτει στὸν κόσμο τὸν κατὰ Θεὸν σκοπό του.

Ἡ κοσμικὴ ἐπιστήμη ἔχει ἐμπειρικὸ χαρακτήρα. Ἀντικειμενοποιεῖ τὸν κόσμο καὶ ἐπιδιώκει παντοῦ καὶ πάντοτε τὴν ἀντικειμενικότητα. Μολονότι στηρίζεται στὸ ὑποκείμενο καὶ πραγματοποιεῖ τὰ ἅλματά της μὲ προσωπικὲς ἐμπνεύσεις, ἀποφεύγει τὴν ὑποκειμενικότητα. Ὡς γνώση τρεπτῶν καὶ σχετικῶν πραγμάτων ἡ ἐπιστημονικὴ γνώση εἶναι τρεπτὴ καὶ σχετική. Ἀλλὰ καὶ ὡς προσπάθεια κατανοήσεως τοῦ πεπερασμένου κόσμου μὲ τὴν ἀπειρία τῶν διαστάσεων καὶ τῶν φαινομένων του, παραμένει πάντοτε πεπερασμένη καὶ ἀτέρμονη.

Ἡ θεία γνώση ἔχει προσωπικὸ χαρακτήρα. Δὲν κινεῖται στὸ ἐπίπεδο τῶν ἀντικειμενοποιήσεων οὔτε γίνεται ἀντικειμενική. Ὁδηγεῖ βέβαια καὶ σὲ ἀντικειμενοποιήσεις, ἀλλὰ αὐτὲς δὲν συνιστοῦν τὴν οὐσία της. Ἡ θεία γνώση εἶναι καρπὸς ὑπαρξιακῆς κοινωνίας, κοινωνίας ἀγάπης. Καὶ αὐτὴ ἔχει ἐμπειρικὸ χαρακτήρα. Ἡ ἐμπειρία της ὅμως δὲν κινεῖται στὸ ἐπίπεδο τῶν σωματικῶν αἰσθήσεων ἀλλὰ τῶν πνευματικῶν αἰσθήσεων καὶ τῆς πνευματικῆς κοινωνίας. Ὡς κοινωνία καὶ ἐμπειρία τοῦ ἄπειρου καὶ ὑπερβατικοῦ Θεοῦ ἡ γνώση αὐτὴ εἶναι ἄπειρη καὶ ὑπερβατική. Καὶ ἔχει τὰ γνωρίσματα αὐτὰ ὄχι ἐξαιτίας ἀβεβαιότητας ἡ σχετικότητας, ἀλλὰ ἐξαιτίας μεγέθους καὶ ἀπειρότητας. Συνέχεια

Μερικές ψυχολογικές ἐπισημάνσεις στό ἔργο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ

 Παύλου Κυμίση

Καθηγητοῦ Ψυχιατρικῆς

Ἔγραφε ὁ μεγάλος Ρῶσος ὀρθόδοξος θεολόγος π.Γεώργιος Φλωρόφσκυ, ὅτι στήν ἐποχή μας ὑπάρχει “πείνα θεολογίας“, τόσο μεταξύ τῶν κληρικῶν, ὅσο καί μεταξύ τῶν λαϊκῶν. Αὐτή τήν πείνα ἔρχεται νά ἱκανοποιήσει αὐτό τό Συνέδριο…

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὑποστηρίζοντας τούς ἡσυχαστές καί ἑρμηνεύοντας τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἀπέκρουσε τόν φιλόσοφο Βαρλαάμ, πού ἦταν δεμένος στό ἅρμα τοῦ δυτικοῦ ἀνθρωποκεντρικοῦ οὑμανισμοῦ. Ἐπηρεασμένος ἀπό τή φιλοσοφία τῆς Δύσης, πού εἶχε ἔντονα χρωματισθεῖ ἀπό τήν Πλατωνική σκέψη, προσπαθοῦσε νά γελοιοποιήσει τούς ἡσυχαστές, ἰσχυριζόμενος ὅτι οἱ ἐμπειρίες τους ἦταν ἀποτέλεσμα φαντασιώσεων ἤ ἁπλές ἐκδηλώσεις φυσικῶν κτιστῶν φαινομένων. Θά πρέπει νά ἐπισημάνουμε ὅτι ὁ Βαρλααμισμός ἀποτελεῖ καί ἕνα σύγχρονο φαινόμενο, γι᾿ αὐτό καί ἡ παρουσίαση τοῦ ἔργου τοῦ ἁγίου Γρηγορίου σήμερα εἶναι ἐπίκαιρη, χρήσιμη καί καθοδηγητική.

Στήν ἐποχή μας γίνεται μιά ἔντονη προσπάθεια γιά διάλογο καί συνεργασία μεταξύ τῆς Θρησκείας καί τῆς ἐπιστήμης τῆς Ψυχολογίας. Ἡ σκέψη καί τό ἔργο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου μποροῦν νά γίνουν ὁδηγοί, ἔτσι ὥστε ἕνας τέτοιος διάλογος νά μή δημιουργήσει περισσότερη σύγχυση, παρανοήσεις καί προβλήματα. Σ᾿ αὐτόν τό διάλογο χρειάζεται νά καθοριστοῦν σαφῶς τά ὅρια μεταξύ τῆς λογικῆς, τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσης καί ἀπόδειξης, τῶν φυσικῶν φαινομένων, καί τῶν μεταφυσικῶν ἐμπειριῶν καί ἀποκαλύψεων. Ἡ ἐπιστήμη μελετᾶ φαινόμενα πού ἐλέγχονται ἀπό φυσικούς νόμους. Οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, τά θαύματα, οἱ ἀποκαλύψεις παριστοῦν ὑπερβάσεις τῶν φυσικῶν νόμων.

Στό Δυτικό κόσμο ἡ ἔννοια τῆς θρησκείας ἔχει καταντήσει μιά ἁπλή ἐπιλογή ἤ προτίμηση. Εἶναι κάτι ἀνάλογο μέ τήν ἐπίσκεψη στήν ὑπεραγορά (Super Market), ὅπου διαλέγεις ὅ,τι προτιμᾶς. Σέ μιά τελευταία σύναξη στήν Κωνσταντινούπολη ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος τόνισε ὅτι ὁ Δυτικός Σχολαστικισμός ἔχει ἐλαττώσει τίς θεϊκές ἀλήθειες σέ ἔννοιες. Ἔτσι ὁ Θεός γίνεται ἀντιληπτός σάν ἰδέα ἤ ἔννοια. Ἀλλά μέ αὐτήν τήν προσέγγιση ἡ Δύση χάνει τή δυνατότητά της γιά τή συμμετοχή στίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι βλέπουμε στή Δύση νά γίνεται λόγος γιά μεταφυσικές ἐμπειρίες διαφόρων θρησκειῶν, πού συνδέονται μέ παραισθήσεις, ὑπνωτικά φαινόμενα ἤ φαντασιώσεις. Συνέχεια

Η Θεολογική έννοια του Ανθρώπινου Προσώπου

 

Βλαντιμίρ Λόσσκυ

Δέν ἔχω τὴν πρόθεση νὰ κάνω μιὰ ἔκθεση πάνω στὴν ἔννοια τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου ποὺ εἶχαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἢ μερικοὶ ἄλλοι χριστιανοὶ θεολόγοι. Ἀκόμα καὶ ἂν θέλαμε νὰ τὴν κάνουμε, θὰ ἔπρεπε νὰ διερωτηθοῦμε προηγουμένως κατὰ πόσο ἡ ἐπιθυμία μας, νὰ βροῦμε μιὰ διδασκαλία γιὰ τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο στοὺς Πατέρες τῶν πρώτων αἰώνων, εἶναι θεμιτή. Δὲ θὰ ἦταν τοῦτο ἄραγε σὰ νὰ θέλαμε νὰ τοὺς ἀποδώσουμε συλλήψεις ποὺ ἴσως ἔμειναν ξένες πρὸς αὐτοὺς καὶ ποὺ ἐν τούτοις θὰ τοὺς ἀποδίδαμε, χωρὶς ν’ ἀντιλαμβανόμαστε ὡς ποιὸ σημεῖο, μὲ τὸ τρόπο μας ποὺ συλλαμβάνουμε τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο, ἐξαρτόμαστε ἀπὸ μιὰ πολυσύνθετη φιλοσοφικὴ παράδοση, ἀπὸ μιὰ σκέψη ποὺ ἀκολούθησε πολὺ διαφορετικοὺς δρόμους ἀπὸ κεῖνον ποὺ θὰ δικαιοῦνταν νὰ ἐπικαλεσθῆ τὴν καθαρὴ θεολογικὴ παράδοση; Γιὰ ν’ ἀποφύγουμε αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ἀσυνείδητης σύγχυσης, γιὰ νὰ μὴ πλανηθοῦμε μὲ συνειδητοὺς ἀναχρονισμοὺς βάζοντας ἕνα Μπεργκσὸν μέσα στὸν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης ἢ ἕνα Χέγκελ μέσα στὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, θὰ ἀπόσχουμε γιὰ τὴν ὥρα ἀπὸ κάθε προσπάθεια νὰ ξαναβροῦμε διὰ μέσου τῶν κειμένων τὶς γραμμὲς μιᾶς διδασκαλίας (ἢ διδασκαλιῶν) ποὺ ἀναπτύχθηκε γιὰ τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο, ἔτσι ὅπως ἴσως μποροῦν νὰ ἔχουν παρουσιασθῆ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἱστορίας τῆς χριστιανικῆς θεολογίας.

Προσωπικά, πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι, μέχρι σήμερα, δὲν συνάντησα αὐτὸ ποὺ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ὀνομάση ἐπεξεργασμένη διδασκαλία γιὰ τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο, μέσα στὴ πατερικὴ θεολογία, πλάι σὲ σαφέστατες διδασκαλίες πάνω στὰ θεῖα πρόσωπα ἢ τὶς θεῖες ὑποστάσεις. Ὑπάρχει ὅμως μιὰ χριστιανικὴ ἀνθρωπολογία ἐξ ἴσου ἀσφαλῶς στοὺς Πατέρες τῶν πρώτων ὀκτὼ αἰώνων, ὅπως ἀργότερα στὸ Βυζάντιο ἢ στὴ Δύση, καὶ εἶναι περιττὸ νὰ λέη κανεὶς ὅτι αὐτὲς οἱ διδασκαλίες τοῦ ἀνθρώπου εἶναι σαφῶς περσοναλιστικές. Δὲν θὰ μποροῦσε νὰ συμβαίνη διαφορετικὰ γιὰ μιὰ θεολογικὴ σκέψη θεμελιωμένη πάνω στὴν ἀποκάλυψη ἑνὸς ζῶντος καὶ προσωπικοῦ Θεοῦ, ποὺ δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν». Συνέχεια

Ἐπιστολή τοῦ Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς σέ πνευματικό του παιδί

Ἕνας συνάδελφός σου σού ἐπαναλαμβάνει συνεχῶς: “ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ!” Καί αἰσθάνεσαι σά νά σέ χτυπᾶ μέ μαστίγιο.
Κι ἐσύ ἀγωνιᾶς γιά τήν ψυχή του καί τή ζωή του. Καί καλά σκέφτεσαι.
Ἄν δέν ὑπάρχει ὁ Ζῶν κι ὁ Παντοδύναμος Θεός κι ἄν δέν εἶναι ἰσχυρότερος ἀπό τό θάνατο, τότε ὁ θάνατος εἶναι ὁ μοναδικός κυρίαρχος.
Καί ἡ κάθε ζωντανή ὕπαρξη δέν εἶναι παρά ἕνα κλωτσοσκούφι τοῦ θανάτου. Ἕνα ποντικάκι στό στόμα τῆς γάτας.
Μία φορά, ἀντικρούοντας τόν, τοῦ εἶπες: “Ὁ Θεός ὑπάρχει. Γιά σένα δέν ὑπάρχει”. Καί δέν ἔσφαλες. Γιατί ἐκεῖνοι πού ἀποκόπτονται ἀπό τόν Αἰώνιο καί Ζωοδότη Κύριο ἐδῶ στήν γῆ, ἀποκόπτονται ἀπό τή ζωή τήν πραγματική. Καί ἔτσι οὔτε ἐδῶ, οὔτε στήν ἄλλη ζωή θά γευθοῦν τό μεγαλεῖο του Θεοῦ καί τῆς πλάσης Του. Καί καλύτερα νά μήν εἴχαμε γεννηθεῖ, παρά νά εἴμαστε ἀποκομμένοι ἀπό τόν Θεό. Συνέχεια

῾Η Μαγεία

῾Οσίου Νικοδήμου τοῦ ῾Αγιορείτου

Προοίμιο
Ταιριάζει σέ ὅσα θά πῶ παρακάτω, νά δανεισθῶ τό θρηνητικό ἐκεῖνο ρητό τοῦ προφήτη ῾Ιερεμία καί νά φωνάξω κι ἐγώ μέ ὀδύνη : “Ποιός θά βάλει στά μάτια μου πηγή δακρύων, γιά νά κλάψουν πικρά τό λαό τῶν Χριστιανῶν μέρα καί νύχτα;” Γιατί ποιός μπορεῖ, ἀλήθεια, νά μήν τόν κλάψει, ὅταν σκεφθεῖ πώς, ἐνῶ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ νίκησε μέ τό σταυρικό Του θάνατο ὅλους τούς δαίμονες, οἱ Χριστιανοί τούς ἀναδεικνύουν πάλι νικητές καί τροπαιούχους μέ τίς διάφορες μαγεῖες τους; Καί ποιός μπορεῖ νά μή χύσει πικρά δάκρυα, ὅταν συλλογισθεῖ πώς, ἐνῶ ὁ Κύριός μας ᾿Ιησοῦς Χριστός ἀπάλλαξε ἀπό τήν τυραννία τοῦ διαβόλου τόν κόσμο καί τούς Χριστιανούς, αὐτοί, μέ τή μαγεία, τόν ξαναφέρνουν στόν κόσμο καί τόν ξανακάνουν τύραννό τους;

Συνέχεια

Τό νόημα τοῦ πόνου

Ὁ Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους
+ Ἀρχιμανδρίτης Γεώργιος

Εἶναι εὔκολο κάποιος νά φιλοσοφῆ ἤ νά θεολογῆ γιά τόν πόνο. Ἀλλά εἶναι δύσκολο νά ἀντιμετώπιζη σωστά τόν πόνο, ὅταν ὁ ἴδιος περνᾶ ἕνα δυνατό πόνο στήν ζωή του.
Θεωρῶ πολύ τολμηρό νά μιλᾶ κανείς γιά τόν πόνο, ὅταν ὁ ἲδιος δέν πονᾶ.
Σκέπτομαι ὅλους τούς ἀδελφούς μας ἁπανταχοῦ τῆς γῆς, πού πονοῦν σωματικά ἤ ψυχολογικά ἤ πνευματικά. Σωματικά πονοῦν οἱ ἄνθρωποι ἀπό ἀρρώστειες, κακουχίες, πείνα. Ψυχολογικά πονοῦν ἀπό κατατρεγμούς, συκοφαντίες, ἔλλειψι ἀγάπης καί μή ἀνταπόκρισι στήν προσφερομένη σέ ἄλλα προσφιλῆ πρόσωπα ἀγάπη, ἀνεκπλήρωτες ἐπιθυμίες, ἀσθένειες καί θανάτους προσφιλῶν ἀνθρώπων καί ἄλλα αἴτια. Συνέχεια

Ἡ καύση τῶν νεκρῶν ἀπό τήν ἄποψη τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας καί ἠθικῆς

Γεώργιος Μαντζαρίδης

Ἀπέναντι στά ὁριακά φαινόμενα τῆς ὑπάρξεώς του ὁ ἄνθρωπος συμπεριφέρεται πρωτίστως συμβολικά. Καί ἡ μορφή τῆς συμβολικῆς αὐτῆς συμπεριφορᾶς ἐκφράζει τήν οὐσιαστική στάση του ἀπέναντι στά ἀντίστοιχα φαινόμενα. Ἡ προτίμηση τῆς καύσεως ἤ τῆς ταφῆς τῶν νεκρῶν δέν ἐξαντλεῖται στό ἐπίπεδο τῆς λογικῆς ἤ τῆς γραφειοκρατίας, ἀλλά ἀνάγεται στό βάθος τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου· ἀνάγεται στή στάση του ἀπέναντι στό ὀξύτερο ὁριακό φαινόμενο τῆς ὑπάρξεώς του, στό θάνατο. Καί τό νόημα πού προσδίδει ὁ ἄνθρωπος στό θάνατο ἀποτυπώνεται στή μία ἤ τήν ἄλλη προτίμησή του.
Ὁ θάνατος ἀποτελεῖ τή σταθερή ἀπειλή τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Ὁ ἄνθρωπος δέν ἀπειλεῖται μόνο, ἀλλά ἔχει καί συνείδηση τῆς ἀπειλῆς αὐτῆς. Ὁ θάνατος ἔρχεται νά διαλύσει τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Καί ὁ ἄνθρωπος δοκιμάζει τήν ἀγωνία τῆς διαλύσεως αὐτῆς μέσα στήν ἴδια τή ζωή του. Γι’ αὐτό ἡ εἰκόνα πού διαμορφώνει γιά τό θάνατο καί τήν μεταθανάτια προοπτική προσδιορίζει ἀποφασιστικά τή στάση του ἀπέναντι στούς νεκρούς καί στό νεκρό ἑαυτό του.
Ἡ ταφή τῶν νεκρῶν, δέν ἀποτελεῖ δογματικό θέμα μέ τήν ἔννοια κάποιου δογματικοῦ ὅρου. Ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, στήν ὁποία πιστεύει ἡ Ἐκκλησία, δέν θά ἐξαρτηθεῖ ἀπό τή ταφή ἤ τήν καύση τους. Ἀλλά καί ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἡ ταφή τῶν νεκρῶν δέν εἶναι ἄσχετη μέ τή δογματική πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ προτίμηση τῆς ταφῆς καί ἡ ἀπόρριψη τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν συνδέονται στενά μέ τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας γιά τόν ἄνθρωπο καί τό σκοπό τῆς ὑπάρξεώς του. Συνέχεια

Ιούλιος 2017
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
« Απρ    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031