Φεβρουάριος 2013
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
2425262728  

Μηνιαία Αρχεία: Φεβρουάριος 2013

ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

Ὁσίου Νείλου τοῦ ἀσκητοῦ

Μετάφρασις : ἀρχιμ. Εὐσέβιος Βίττης

untitled21. Ἂν θέλει κανένας νὰ φκιάσει εὐωδιαστὸ θυμίαμα, πρέπει νὰ συνθέσει σὲ ἴση ποσότητα διάφανο καὶ καθαρὸ λιβάνι, κασσία, ὄνυχα καὶ στακτή, σύμφωνα μὲ ὅσα λέει ὁ Νόμος (πρβλ. Ἐξόδ. λ΄ 34). Αὐτὰ τὰ ὑλικὰ ὑποδηλώνουν τὶς τέσσερις βασικὲς ἀρετές. Ἂν ἔχουν δηλαδὴ ὅλη τὴν πληρότητα καὶ εἶναι στὸν ἴδιο βαθμὸ ἀναπτυγμένες τότε δὲν πρόκειται νὰ προδοθεῖ ὁ νοῦς.

2. Ὅταν καθαρθεῖ ἡ ψυχὴ μὲ τὴν πληρότητα τῶν ἐντολῶν, δηλαδὴ μὲ τὴν ἐκπλήρωση καὶ ἐφαρμογή τους, τότε κάνει ἀκλόνητη τὴν τάξη τοῦ νοῦ, καθιστώντας τὸν ἱκανὸ νὰ δεχτεῖ τὴν κατάσταση ἐκείνη, ποὺ ἀναζητάει.

3. Ἡ προσευχὴ εἶναι ἐπικοινωνία τοῦ νοῦ μὲ τὸ Θεό. Σὲ ποιὰ κατάσταση, ἀλήθεια, πρέπει νὰ βρίσκεται ὁ νοῦς γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἁπλωθεῖ καὶ ἐκταθεῖ ἀμετάστροφα ὡς τὸν Δεσπότη του καὶ νὰ τὸν συναναστρέφεται συνομιλώντας μαζί του χωρὶς τὴν παρεμβολὴ κανενὸς ἐνδιαμέσου

4. Ἄν, ὅταν προσπάθησε ὁ Μωϋσῆς νὰ πλησιάσει τὴ φλεγόμενη βάτο, ἐμποδίστηκε, ὥσπου νὰ λύσει τὸ ὑπόδημα τῶν ποδιῶν τοῦ (Ἐξόδ. γ΄ 5), πῶς ἐσύ, ποὺ θέλεις νὰ ἰδεῖς τὸν πέρα ἀπὸ κάθε αἴσθηση καὶ ἔννοια καὶ νὰ γίνεις φίλος του, δὲν θὰ πρέπει νὰ λύσεις καὶ νὰ πετάξεις ἀπὸ πάνω σου κάθε νόημα μολυσμένο ἀπὸ πάθος;

5. Πρὶν ἀπὸ κάθε τί ἄλλο νὰ προσεύχεσαι νὰ λάβεις τὸ δῶρο τῶν δακρύων, γιὰ νὰ μαλακώσεις μὲ τὸ πένθος τὴν ἀγριάδα, ποὺ ὑπάρχει μέσα στὴν ψυχή σου, καί, ἀφοῦ κατηγορώντας τὸν ἑαυτό σου ὁμολογήσεις στὸν Κύριο τὶς ἀνομίες σου, νὰ πετύχεις τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν ἐκ μέρους του.

6. Νὰ χρησιμοπειεῖς τὰ δάκρυα γιὰ τὴν πραγμάτωση κάθε αἰτήματος. Γιατί χαίρεται πολὺ ὁ Δεσπότης σου, ὅταν προσεύχεσαι μὲ δάκρυα.

7. Ἂν χύνεις ἄφθονα δάκρυα στὴν προσευχή σου, μὴν τὸ παίρνεις καθόλου ἐπάνω σου, σὰν τάχατες νὰ στέκεις πιὸ ψηλὰ ἀπ’ τοὺς πολλούς. Γιατί μὲ δάκρυα ἔχει ἀποχτήσει δύναμη ἡ προσευχή σου, γιὰ νὰ μπορέσεις πρόθυμα νὰ ὁμολογῆσες τὶς ἁμαρτίες σου καὶ νὰ ἐξευμενίσεις τὸ Δεσπότη. Μὴ μετατρέψεις λοιπὸν σὲ πάθος ὅ,τι ἀποτελεῖ προφύλαξη ἀπὸ τὰ πάθη, γιὰ νὰ μὴν παροργίσεις πιὸ πολὺ αὐτόν, ποὺ ἔχει δώσει τὴ χάρη.

8. Πολλοὶ χύνοντας δάκρυα γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους, ἐπειδὴ ξέχασαν τὸ σκοπὸ τῶν δακρύων, κατάντησαν σὲ τρέλα ξεφεύγοντας ἀπ’αὐτόν.

9. Στάσου ἐπίμονα καὶ προσευχήσου ἔντονα καὶ σιχάσου τὶς συνομιλίες τῶν φροντίδων καὶ τῶν λογισμῶν. Γιατί σὲ ταράζουν καὶ σὲ συγχύζουν γιὰ νὰ σὲ κάνουν ἄτονο.

10. Ὅταν σὲ ἰδοῦν οἱ δαίμονες πρόθυμο νὰ προσευχηθεῖς ἀληθινά, τότε βάζουν μὲ τέχνη μέσα σου σκέψεις μερικῶν πραγμάτων τάχατες ἀναγκαίων καὶ ὓστερ’ ἀπὸ λίγο σὲ κάνουν νὰ τὰ ξεχάσεις κινώντας ἔτσι τὸ νοῦ σὲ ἀναζήτησή τους. Κι ὁ νοῦς μὴ βρίσκοντας τὰ πέφτει σὲ κατάσταση ἀθυμίας καὶ λύπης. Ὅταν ὅμως σταθεῖ σὲ προσευχή, τοῦ θυμίζουν αὐτά, ποὺ ἀναζητοῦσε καὶ εἶχε στὴ μνήμη του, μὲ τὸ σκοπὸ νὰ κινηθεῖ ὁ νοῦς γιὰ ἀπόχτηση τῆς γνώσης τους καὶ νὰ χάσει τὴν καρποφόρα προσευχή. Συνέχεια

Ἅγιος Ἀχμέτ

π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης

AgiosAhmet02[1]α) Σὲ κάθε ἐποχὴ ἡ Ἐκκλησία κοσμεῖται ἀπὸ ἁγίους. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ μακρόθυμος καὶ οἰκτίρμων Θεός, ἡ Παναγία καὶ Ὁμοούσιος Τριάς, δὲν ἀφήνει ἀπαράκλητο τὸν κόσμο.Ἔτσι, προφῆτες, δίκαιοι, ἀπόστολοι, εὐαγγελιστές, μάρτυρες, ἱεράρχες, ὅσιοι, ἱερομάρτυρες ἀλλὰ καὶ νεομάρτυρες, ἐνεργοποιώντας τὶς δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καθίστανται ζωντανὰ μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ (βλ. Α΄ Κορ. 12, 27).

β) Ἀνάλογα μὲ τὶς κοινωνικὲς καὶ ἱστορικὲς συνθῆκες φανερώνονται καὶ οἱ ἅγιοι. Ἔτσι, στὴν περίοδο τῶν διωγμῶν εἴχαμε τοὺς μάρτυρες, ἐνῶ σὲ περιόδους ἐλευθερίας τῆς πίστεως καὶ ἀκμῆς τῆς παιδείας καὶ τῶν γραμμάτων ἀναδείχθηκαν λόγιοι συγγραφεῖς καὶ σπουδαῖοι ὑμνογράφοι. Οἱ νεομάρτυρες ἀνέτειλαν στὴ διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας ὡς ἀντιστασιακοί της ρωμιοσύνης καὶ τοῦ ἑλληνισμοῦ, ὡς πρότυπα πίστεως καὶ ὑπομονῆς. Κι ὅπως σημειώνει ὁ Ἀπόστολος, ἀπὸ τὴ δοκιμασία τῆς πίστεως γεννιέται ἡ ὑπομονή, ἡ ὁποία πρέπει νὰ κρατήσει μέχρι τέλους (βλ. Ἰακ. 1, 4).

γ) Ὁ ὅσιος Νικόδημος Ἁγιορείτης στὸ Νέον Μαρτυρολόγιον ἀναφέρει ὅτι ὁ Θεὸς εὐδόκησε νὰ ἐμφανιστοῦν οἱ νεομάρτυρες γιὰ πέντε λόγους: Διότι συμβάλλουν στὸν ἀνακαινισμὸ τῆς ὀρθόδοξης πίστης, καθιστοῦν ἀναπολόγητους τούς ἀλλοπίστους τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως, ἀποτελοῦν δόξα καὶ καύχημα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας καὶ καταισχύνη τῶν ἑτεροδόξων, εἶναι παραδείγματα ὑπομονῆς ἀλλὰ καὶ πρότυπα μιμήσεως γιὰ τοὺς χριστιανούς.

δ) Ἀνάμεσα στοὺς βίους τῶν νεομαρτύρων περιλαμβάνεται καὶ σύντομος βίος τοῦ Ἀχμὲτ τοῦ Κάλφα, ὁ ὁποῖος ἐνῶ ἦταν μωαμεθανός, μὲ θαυμαστὸ τρόπο ἔγινε χριστιανὸς καὶ μαρτύρησε τὸ 1682. Ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 24 Δεκεμβρίου καὶ στὶς 3 Μαΐου. Στὸ Νέον Μαρτυρολόγιον ἀναφέρεται: «Οὗτος ἔχων σκλάβαν Ρώσσαν συνεμίγνυτο μὲ αὐτήν, ἄφηνεν ὅμως αὐτὴν νὰ πηγαίνη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Χριστιανῶν εἰς τὰς ἐπισήμους ἡμέρας. Ἐπειδὴ δὲ ὅταν ἐκείνη ἤρχετο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, αὐτὸς ἠσθάνετο εὐωδίαν ἄρρητον ἀποὺ ἔβγαινεν ἀπὸ τὸ στόμα της, τὴν ἠρώτησεν τί τρώγει καὶ μυρίζει ἔτζη;». Συνέχεια

Ἡ Προσευχή τοῦ Ἰησοῦ

Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov

KOMPOSXOINI[1]Ἀρχίζοντας νά μιλῶ γιά τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, ἐπικαλοῦμαι τή βοήθεια τοῦ παναγάθου καί παντοδύναμου Ἰησοῦ ἐνάντια στή ραθυμία μου καί ἀναθυμοῦμαι τά λόγια τοῦ δικαίου Συμεών γιά τόν Κύριο: «Ἰδού οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καί ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραήλ καί εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον» (Λουκ. 2, 34).

Ἀκριβῶς ὅπως ὁ Κύριος ἦταν καί εἶναι σημεῖον ἀληθείας, ἕνα σημεῖον ἀντιλεγόμενο, ἀντικείμενο ἀμφισβήτησης καί ἀσυμφωνίας μεταξύ ἐκείνων ποὺ Τόν γνωρίζουν καί ἐκείνων ποὺ δέν Τόν γνωρίζουν, ἔτσι καί ἡ προσευχή στό πανάγιο ὄνομά Του, ποὺ εἶναι, μέ τήν πλήρη σημασία τῆς λέξεως, μέγα καί θαυμαστό σημεῖο, ἔχει καταστεῖ θέμα ἀμφισβήτησης καί διχογνωμίας μεταξύ τῶν ὅσων ἀσκοῦνται σ’ αὐτήν καί ὅσων δέν τήν ἐφαρμόζουν. Κάποιος ἀπό τούς Πατέρες δίκαια παρατηρεῖ ὅτι αὐτός ὁ τρόπος προσευχῆς ἀπορρίπτεται μόνον ἀπό ἐκείνους ποὺ δέν τόν ξέρουν καί τόν ἀπορρίπτουν αὐτοί ἀπό προκατάληψη καί σφαλερές ἀντιλήψεις ποὺ σχημάτισαν γι’ αὐτόν.

Μή δίνοντας προσοχή στήν κατακραυγή ποὺ ἀπορρέει ἀπό προκατάληψη καί ἄγνοια, ἐμπιστευόμενοι στό ἔλεος καί τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, προσφέρουμε στούς ἀγαπητούς πατέρες καί ἀδελφούς τήν ταπεινή μας μελέτη γιά τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ μέ βάση τήν Ἁγία Γραφή, τήν Ἐκκλησιαστική παράδοση καί τά γραπτά κείμενα τῶν Πατέρων, στά ὁποῖα ἐκτίθεται ἡ διδασκαλία γιά τήν παναγία καί παντοδύναμη αὐτὴ προσευχή. «Ἄλαλα γενηθήτω τά χείλη τά δόλια τά λαλοῦντα ἀνομίαν», ἐνάντια στό «δίκαιο» καί μεγαλοπρεπές ὄνομά Του «ἐν ὑπερηφανείᾳ» μέσα στή βαθιά τους ἄγνοια καί μέ περιφρόνηση γιά τά θαυμάσια τοῦ Θεοῦ. Ἀναλογιζόμενοι τό μεγαλεῖο του ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ καί τή σώζουσα δύναμη τῆς προσευχῆς ποὺ γίνεται στό ὄνομά Του, ἀναφωνοῦμε μέ πνευματική εὐφροσύνη καί θαυμασμό: «Ὡς πολύ τό πλῆθος τῆς χρηστότητάς σου, Κύριε, ἧς ἔκρυψας τοῖς φοβουμένοις σε, ἐξειργάσω τοῖς ἐλπίζουσιν ἐπί σέ ἐναντίον τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων» (Ψαλμ. 30,19-20).

Ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ λέγεται μ’ αὐτά τά λόγια: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν». Ἀρχικά λεγόταν χωρίς τήν προσθήκη τῶν λέξεων «τόν ἁμαρτωλόν». Οἱ λέξεις αὐτές προστέθηκαν στά ἄλλα λόγια τῆς προσευχῆς μεταγενέστερα. Οἱ τελευταῖες αὐτές λέξεις, παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Νεῖλος Σόρσκυ, ποὺ ὑποδηλώνουν συνείδηση καί ὁμολογία τῆς πτώσης, εἶναι ταιριαστές γιά μᾶς καί εὐάρεστες στόν Θεό, ποὺ μᾶς ἔδωσε ἐντολή νά προσευχόμαστε γιά νά ἀναγνωρίζουμε καί νά ἐξομολογούμαστε τήν ἁμαρτωλότητά μας(1).

Οἱ Πατέρες ἐπιτρέπουν στούς ἀρχάριους, ἀπό σεβασμό πρός τήν ἀδυναμία τους, νά χωρίζουν τήν προσευχή σέ δύο μέρη καί νά λέγουν κάποτε «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν» καί κάποτε «Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν». Αὐτό, ὅμως, εἶναι ἁπλῶς μία παραχώρηση ἤ ἐπιείκεια, καί καθόλου μία ἐντολή ἤ κανόνας ποὺ ἀπαιτεῖ ἀνελλιπῆ συμμόρφωση. Εἶναι πολύ καλύτερο νά λέγεται ἀδιάλειπτα ἡ ἴδια προσευχή ὁλόκληρη, χωρίς ὁ νοῦς νά περισπᾶται ἤ νά σκοτίζεται μέ ἀλλαγές ἤ μέ ἔγνοια γιά ἀλλαγές. Ἀκόμα κι ἐκεῖνος ποὺ βρίσκει ἀναγκαία κάποια ἀλλαγή ἐξ αἰτίας τῆς ἀδυναμίας του, δέν πρέπει νά ἐπιτρέπει κάτι τέτοιο στόν ἑαυτό του συχνά. Γιά παράδειγμα, τό πρῶτο μισό τῆς προσευχῆς εἶναι δυνατό νά λέγεται ὡς τό ἄλλο μισό ὕστερα ἀπό τό γεῦμα. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναίτης ἀπαγορεύει τίς συχνές ἀλλαγές, λέγοντας: «Οὐ ριζοῦνται τά φυτά συνεχῶς μεταφυτευόμενα». Συνέχεια

Σύντομη ἑρμηνεία στὴν προσευχὴ “Πάτερ ἡμῶν”

Ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής

sfanta-cruce-decani[1]…Ἡ προσευχὴ αὐτὴ μὲ τρόπο συνοπτικὸ περιέχει κρυμμένο μυστικὰ ὅλο τὸ σκοπὸ ὅσων ἀναφέρθηκαν, ἤ, γιὰ νὰ κυριολεκτήσω, τὸν κηρύττει καθαρὰ σʼ ἐκείνους ποὺ ἔχουν δεκτικὸ νοῦ. Ἡ προσευχὴ αὐτὴ περιέχει αἴτηση ὅλων ὅσα προξένησε μὲ τὴν κένωσή Του κατὰ τὴ σάρκωση ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ διδάσκει νὰ ἐπιδιώκουμε ἐκεῖνα τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα μόνον ὁ Θεὸς καὶ Πατέρας, μέσω τῆς φυσικῆς μεσιτείας τοῦ Υἱοῦ, χορηγεῖ ἀληθινὰ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἐπειδὴ μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων —κατὰ τὸν θεῖο Ἀποστολο— εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς, καθὼς μὲ τὴ σάρκωσή Του φανερώνει στοὺς ἀνθρώπους τὸν Πατέρα ποὺ ἀγνοοῦσαν, καὶ στὸν Πατέρα φέρνει μέσω τοῦ Πνεύματος τοὺς ἀνθρώπους συμφιλιωμένους μὲ Αὐτόν, γιὰ χάρη τῆς σωτηρίας τῶν ὁποίων ἔγινε ἄνθρωπος χωρὶς νὰ ὑποστεῖ μεταβολή. Καὶ ἔγινε διδάσκαλος καὶ αὐτουργὸς πολλῶν νέων μυστηρίων, τόσων ὥστε δὲν μπορεῖ ποτὲ ὁ λόγος νὰ τὰ συλλάβει στὸ πλῆθος καὶ τὸ μέγεθός τους. Ἀπὸ αὐτά, φαίνεται πὼς δώρισε μὲ ἐξαιρετικὴ μεγαλοδωρία στοὺς ἀνθρώπους ἑφτά, γενικότερα ἀπὸ τὰ ἄλλα, κι αὐτῶν τὴ δύναμη, καθὼς εἶπα, περιέχει μυστικὰ ὁ σκοπὸς τῆς προσευχῆς. Αὐτὰ εἶναι: θεολογία, υἱοθεσία κατά χάρη, ἰσοτιμία πρὸς τοὺς ἀγγέλους, μετοχὴ στὴν αἰώνια ζωή, ἀποκατάσταση τῆς φύσεως ποὺ στρέφεται ἀπαθῶς στὸν ἑαυτό της, κατάλυση τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας καὶ κατάργηση τῆς τυραννίας τοῦ πονηροῦ ποὺ κυριάρχησε πάνω μας μὲ ἀπάτη. Ἂς ἐξετάσουμε λοιπὸν τὴν ἀλήθεια τῶν λεγομένων.

Θεολογία διδάσκει ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ μὲ τὴ σάρκωσή Του, καθὼς φανερώνει στὸν ἑαυτὸ Του τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Γιατί ὅλος ὁ Πατέρας καὶ ὅλο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἦταν κατὰ τὴν οὐσία σὲ ὅλο τελείως τὸν Υἱὸ καὶ κατὰ τὴ σάρκωσή Του, χωρὶς Αὐτοὶ νὰ σαρκωθοῦν, ἀλλὰ ὁ μὲν Πατέρας εὐδοκοῦσε, τὸ δὲ Πνεῦμα συνεργοῦσε μὲ τὸν Υἱὸ ποὺ δεχόταν ὁ ἴδιος τὴ σάρκωση, ἀφοῦ βέβαια ὁ Λόγος ἐξακολούθησε νὰ ἔχει Νοῦ καὶ Ζωή, μὴ χωρώντας σὲ ἀπολύτως τίποτε ἄλλο κατὰ τὴν οὐσία Του, παρὰ μόνο στὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα, καὶ πραγματοποιώντας τὴν ὑποστατική Του ἕνωση μὲ τὴ σάρκα ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Συνέχεια

Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς «ἱστορεῖ» τὴν Παναγία

π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης

panagia12α) Οἱ πληροφορίες τῶν ἱερῶν εὐαγγελιστῶν γιὰ τὴν Παναγία δὲν εἶναι πολλές. Τὶς περισσότερες ἀπὸ αὐτὲς διασώζει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς. Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀναφέρει, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ θεία Γέννηση, κι ἄλλες στιγμὲς γιὰ τὸν βίο τῆς μητέρας τοῦ Κυρίου. Λουκᾶς ὁ ἰατρός, καὶ σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση ἁγιογράφος, «ἱστόρησε», περιέγραψε τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας καὶ σὲ αὐτὸν ἀποδίδονται ὁρισμένες θαυματουργὲς εἰκόνες. Στὴν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὴ μεγάλη γιορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, τὸ Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ, διαβάζονται στὴν Ἐκκλησία περικοπὲς ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιό του, τόσο στὸν ὄρθρο (Λουκ. 1, 39-49, 56) ὅσο καὶ στὴ θεία Λειτουργία (Λουκ. 10, 38-42 καὶ 11, 27-28).

β) Στὸ ὀρθρινὸ εὐαγγέλιο περιγράφεται ἡ ἐπίσκεψη τῆς Μαριὰμ στὴν Ἐλισάβετ, μητέρα τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Ὅταν οἱ δύο γυναῖκες ἀντάλλαξαν τὸν συνηθισμένο ἀσπασμό, «ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τὴ κοιλία αὐτῆς». Ὁ Πρόδρομος ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς μητέρας του ἀναγνώρισε τὸν καρπὸ τῆς κοιλίας τῆς Παρθένου! Πλήρης Πνεύματος Ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ φώναξε δυνατά: Εἶσαι εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Θεὸ περισσότερο ἀπὸ ὅλες τὶς γυναῖκες. Εὐλογημένο καὶ τὸ παιδὶ ποὺ ἔχεις στὰ σπλάχνα σου. Χαρὰ σὲ σένα ποὺ πίστεψες, ὅτι θὰ ἐκπληρωθοῦν τὰ λόγια τοῦ εὐαγγελισμοῦ.

γ) Τότε ἡ Μαριὰμ εἶπε: «Ἡ ψυχή μου δοξάζει τὸν Κύριο, καὶ τὸ πνεῦμα μου νιώθει ἀγαλλίαση γιὰ τὸν Θεό, τὸν σωτήρα μου, γιατί ἔδειξε τὴν εὐμένειά του στὴν ταπεινή του δούλη. Ἀπὸ τώρα θὰ μὲ καλοτυχίζουν ὅλες οἱ γενεές, γιατί ὁ δυνατὸς Θεὸς ἔκανε σὲ μένα θαυμαστὰ ἔργα». Καὶ πράγματι ἐδῶ καὶ δύο χιλιάδες χρόνια οἱ γενεὲς τῶν ἀνθρώπων μακαρίζουν τὴν Παρθένο Μαρία, τὴ μητέρα τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Λόγου καὶ μητέρα ὅλου του κόσμου. Κτίζουν πρὸς τιμὴν της περίλαμπρα μοναστήρια, μεγάλους ναοὺς καὶ ταπεινὰ ἐξωκλήσια, ἐκφωνοῦν θεσπέσιους λόγους, συνθέτουν ὕμνους, ποιήματα καὶ μελωδίες ἱερές, ἁγιογραφοῦν εἰκόνες καὶ ἀναδεικνύουν μεγάλα προσκυνήματα. Συνέχεια

Εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεὸν B΄

Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου

115155-moonx2[1]Σ’ εὐχαριστῶ, Δέσποτα, Κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς πού μὲ τὴν προαιώνια βουλή σου εὐδόκησες νὰ ἔλθω ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη. Σʼ εὐχαριστῶ γιατί, πρὶν φθάσει ἡ ἡμέρα καὶ ἡ ὥρα, τῆς γέννησής μου, Ἐσὺ ὁ Μόνος ἀθάνατος, ὁ Μόνος παντοδύναμος, ὁ Μόνος ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος, ταπεινώθηκες καὶ ἔγινες ἄνθρωπος, καὶ –χωρὶς νὰ ἀπομακρυνθεῖς ἀπὸ τοὺς κόλπους τοῦ Θεοῦ-Πατρός– προσέλαβες σάρκα καὶ γεννήθηκες ἀπὸ τὴν Ἁγία Παρθένο Μαρία. Καὶ ἔτσι μὲ ἀνέπλασες, μὲ ζωοποίησες καὶ μὲ ἐλευθέρωσες ἀπὸ τὴν προπατορικὴ πτώση, ἀνοίγοντάς μου τὸ δρόμο πρὸς τοὺς οὐρανοὺς

Ἔπειτα, ἀφοῦ γεννήθηκα καὶ ἀναπτύχθηκα λίγο, Ἐσὺ μὲ ἀνακαίνισες μὲ τὸ ἅγιο τῆς ἀναπλάσεως βάπτισμα καὶ μὲ κατεκόσμησας μὲ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐσύ μοῦ χάρισες φύλακα Ἄγγελο φωτεινὸ καὶ μὲ διαφύλαξες ἄτρωτο ἀπὸ τὰ ἔργα καὶ τὶς παγίδες τοῦ πονηροῦ, μέχρι πού μεγάλωσα καὶ ὡρίμασα. Ἐπειδὴ δὲ ἔκρινες ὅτι δὲν εἶναι σωστὸ καὶ πρέπον νὰ ὁδηγούμαστε μὲ τὴ βία στὴ σωτηρία, ἀλλὰ ἐλεύθερα μὲ τὴ δική μας προαίρεση, θέλησες νὰ τιμηθῶ κι ἐγὼ μὲ τὸ αὐτεξούσιο καί, διὰ τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν Σου, νὰ ἐκφράζω τὴν πηγαία καὶ αὐτοπροαίρετη πρὸς Σὲ ἀγάπη μου. Ἀλλὰ ἐγὼ ὁ ἀχάριστος καὶ καταφρονητὴς τῆς Χάρης Σου, δὲν λογαρίασα τὴν ἀξία τῆς δωρεᾶς τοῦ αὐτεξουσίου καὶ σὰν ἄλογο πού λύθηκε ἀπὸ τὰ δεσμά, αὐτονομήθηκα καὶ ἔτσι κατέπεσα στὸ γκρεμό. Κι ἐνῶ κοιτόμουν ἐκεῖ ὁ ἀναίσθητος καὶ κυλιόμουν καὶ συντριβόμουν ὁλοένα καὶ περισσότερο, Ἐσὺ δὲν μὲ ἀποστράφηκες καὶ δὲν μὲ ἐγκατέλειψες νὰ μολύνομαι πεσμένος στὸ βόρβορο. Ἀλλὰ μὲ εὐσπλαχνίσθηκες, καὶ μὲ ἔβγαλες ἀπὸ ἐκεῖ, μὲ τίμησες λαμπρότερα καὶ μὲ λύτρωσες, κατὰ τὸ ἔλεός Σου, ἀπὸ βασιλεῖς καὶ ἄρχοντες, πού ἤθελαν νὰ μὲ ἐξουδενώσουν καὶ νὰ μὲ χρησιμοποιήσουν σὰν εὐτελὲς σκεῦος στὴν ὑπηρεσία τῶν θελημάτων τους. Ἐσὺ Κύριε, ἂν καὶ ἤμουν φιλάργυρος, δὲν ἐπέτρεψες νὰ δεχθῶ δῶρα χρυσὰ καὶ ἀργυρᾶ. Ἀλλά μου ἔδωσες τὴ δύναμη καὶ τὸ φωτισμὸ νὰ θεωρῶ ὡς βδέλυγμα τὴ δόξα καὶ τὶς τιμὲς τοῦ κόσμου, ὅσα προκλητικά μου πρόσφεραν, γιὰ νὰ δραπετεύσω, ὡς προδότης, ἀπὸ τὴν κλήση καὶ τὴ ζωὴ τοῦ ἁγιασμοῦ πού Ἐσὺ χαρίζεις.

Ἐξομολογοῦμαι ὅμως ἐνώπιόν Σου, Θεὲ καὶ Κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ὅλες αὐτὲς τὶς εὐεργεσίες, τὶς περιφρόνησα καὶ γιὰ μιὰ ἀκόμα φορά, βυθίστηκα ὁ ἄθλιος σὲ λάκκο καὶ σὲ βόρβορο αἰσχρῶν ἐννοιῶν καὶ πράξεων. Ἔτσι κατέπεσα πάλι καὶ ἔγινα δέσμιος τῶν σκοτεινῶν πνευμάτων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ μποροῦσα νὰ ξεφύγω, ὄχι μόνο μὲ τὶς δυνάμεις μου, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ μὲ τὴ βοήθεια ὁλόκληρου τοῦ κόσμου, ὥστε νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὰ χέρια τους καὶ νὰ ξανανέβω στὸ φῶς. Συνέχεια

Ἡ προσευχὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς

Πρωτ. Μιχαὴλ Καρδαμάκη

Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καὶ ἀργολογίας μή μοι δῷς. Πνεῦμα δὲ ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης, χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ. Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα, καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου, ὅτι εὐλογητὸς εἶ, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἡ εὐχὴ τοῦ Ἁγίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, ποὺ χαρακτηρίζεται ὡς «ἡ προσευχὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς», ἀνακεφαλαιώνει ὅλο τὸ πνεῦμα τῆς ἀσκήσεώς μας, σημαδεύει τὴν ἀσκητική μας ὁδό, κατὰ τὴν κατανυκτικὴ αὐτὴ περίοδο. Συνοψίζει τὸ ὀρθόδοξο ἦθος μας, μὲ τὸ ὁποῖο ὀφείλει νὰ εἶναι σφραγισμένη ἡ χριστιανική μας ὕπαρξη, τὸ καινὸ εἶναι μας ἐν Χριστῷ, γιὰ νὰ εἶναι ἀληθινὸ καὶ χαροποιὸ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστιανὸς ἄνθρωπος, διὰ τοῦ εἶναι καὶ ὄχι διὰ τοῦ ἔχειν, καλεῖται νὰ γίνει μιὰ μαρτυρία τῆς ἀληθινῆς ζωῆς, τῆς ζωῆς τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας Του. Ὅλη ἡ ἀσκητικὴ προσπάθεια ὀφείλει νὰ γίνει μέσα στὸν ἄνθρωπο, στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, νὰ εἶναι δηλαδὴ προσπάθεια μεταμορφώσεως τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ χαρίσει μὲ τὴ σειρά του καρποὺς στὴν ἱστορία, στὶς καρδιὲς τῶν ἀδελφῶν του. Ἂν πραγματοποιήσουμε τὴν ἀλλαγὴ ποὺ ἔρχεται ἀπὸ μέσα, ἂν κατορθώσουμε, κατὰ τὸ δυνατὸ καὶ μὲ τὴ χάρη, τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, χάρη τῆς δημιουργικῆς ἐλευθερίας, τότε μποροῦμε νὰ μιλήσουμε καὶ νὰ περιμένουμε τὴ μεταμόρφωση τοῦ κόσμου μας, τὴν ἀλλαγὴ τῶν ἐξωτερικῶν συνθηκῶν. Ἡ ἐποχή μας δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἰδέες ἢ ἰδεολογίες, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ ἀπὸ μάρτυρες τῆς ζωῆς, ποὺ πραγματοποιεῖται στὴ συνάντηση ἀσκήσεως καὶ χάρης.

Τὸ πρῶτο σχόλιό μας συγκεντρώνεται πάνω σὲ μιὰ δεσπόζουσα φράση τῆς Εὐχῆς: «Κύριε καὶ Δέσποτα καὶ Βασιλεῦ τῆς ζωῆς μου». Πρόκειται γιὰ μιὰν ἐπίκληση-κραυγὴ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀσθενοῦντος ἀνθρώπου, μὲ ἀπόλυτη τὴν αἴσθηση τῆς σμικρότητας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου Του, μὲ μοναδικὴ βεβαιότητα ἢ μὲ μόνη βέβαιη προσφορά του τὴν ταπείνωση, σημεῖο πραγματικῆς αὐτογνωσίας. Ὁλόκληρη τὴν Εὐχὴ διαπερνᾶ ἕνα αἴσθημα βαθιᾶς ταπεινοφροσύνης τοῦ προσευχόμενου ἀνθρώπου, ποὺ προϋποθέτει τὴν αἴσθηση τῆς ἁμαρτίας ἢ ἀδυναμίας του, ἕνα αἴσθημα πού, κατὰ τρόπο παράδοξο, ἀποτελεῖ τὴν καρδιὰ τῆς σοφίας καὶ τῆς ἐλευθερίας του. Ἕνα αἴσθημα ἀκριβῶς ἀκατανόητο ἢ ἀναξιοπρεπὲς γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ἡ ἐλευθερία του κερδίζεται τάχα μὲ τὴν ἀνταρσία ἢ τὴν ἐπαναστατικότητα, τὴν ἀνεξαρτησία ἢ τὴν ἀπελευθέρωσή του ἀπὸ τὸ Θεό.

Ἡ ἐπίκληση τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ ὡς Κυρίου καὶ Δεσπότη καὶ Βασιλέα μας, εἶναι ἡ ἐπίκληση τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ, ποὺ στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας θαυματουργεῖ στὴν ἀσθένειά μας. Ὁ Συμεὼν ὁ Ν. Θεολόγος συνοψίζει τὴν ὀρθόδοξη θέση ὅταν διδάσκει ὅτι «σωτηρία γὰρ τοῦ προσώπου μου οὐχὶ τὰ ἔργα μου, ἀλλ’ ὁ Θεός μου ἐστιν». Ὁ Θεὸς βέβαια, ποὺ δὲ νοεῖται ὡς μιὰ γενικὴ μεταφυσικὴ ἀρχή, μιὰ ἱερὴ ὑπερβατικότητα, μιὰ ὑπερκοσμικὴ δύναμη, ἀλλὰ ποὺ λατρεύεται ὡς ὁ Κύριος καὶ ὁ Δεσπότης καὶ ὁ Βασιλέας τῆς προσωπικῆς μας ζωῆς, ὁ Δημιουργὸς καὶ ὁ Σωτήρας καὶ ὁ Παράκλητος στὴν καθημερινή μας περιπέτεια. Αὐτὰ λοιπὸν τὰ τρία ὀνόματα μαρτυροῦν τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας στὴ θεότητα καὶ τὴν κυριαρχία, τὴ μοναδικότητα καὶ παντοδυναμία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ὁ μόνος καὶ ἀπόλυτος Κύριος, Δεσπότης καὶ Βασιλέας, στὸν ὁποῖο ὑποτάσσονται καὶ ὑπακούουν οἱ πάντες καὶ τὰ πάντα, κάθε νόημα καὶ κάθε ἀγάπη μας. Καμιὰ κοσμικὴ δύναμη ἢ ἀνθρώπινη ἐξουσία, καμιὰ ἐγκόσμια ἢ ὑπερκόσμια πραγματικότητα δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς χωρίσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, Ἐκείνου ποὺ εἶναι τὸ τέλος ὅλων τῶν δημιουργημάτων. Ὅπως ὁμολογεῖ ὁ Ν. Καβάσιλας, «διὰ τὸν Χριστὸν ἀνθρώπου φύσις συνέστη ἐξ ἀρχῆς, καὶ νοῦς καὶ ἐπιθυμία πρὸς ἐκεῖνον κατεσκευάσθη καὶ λογισμὸν ἐλάβομεν, ἵνα τὸν Χριστὸν γινώσκομεν, ἐπεὶ καὶ δημιουργημένοις αὐτὸς ἀρχέτυπον ἦν». Κάθε πιστὸς πάντοτε, καὶ ἰδιαίτερα τὴ λειτουργικὴ περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, μπορεῖ νὰ ἀπευθύνει τὴν προσευχή του πρὸς τὸν Κύριο καὶ Δεσπότη καὶ Βασιλέα τῆς ζωῆς του. Συνέχεια

Οἱ χριστιανοὶ μέσα στὸν κόσμο

Παναγιώτη Νέλλα

Ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν κόσμο καὶ τὸν ἐμπιστεύθηκε στὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ τὸν διαφυλάττει καὶ νὰ τὸν καλλιεργεῖ, «ἐργάζεσθαι αὐτὸν καὶ φυλάσσειν» (Γεν. 2, 15). Ἡ διαφύλαξη κλείνει μέσα της ὡς πρωταρχικὸ στοιχεῖο τὸ σεβασμό. Σεβόμαστε τὸν κόσμο ὅταν παίρνουμε στὰ σοβαρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καὶ σὰν τέτοιος ἔχει ἕνα σκοπὸ καὶ εἶναι προικισμένος μὲ ἕνα δυναμισμό. Κάθε δημιούργημα ἔχει ἕνα σκοπό, ποὺ προϋπάρχει ἀπὸ αὐτό. Ὁ σκοπὸς βρίσκεται στὴ βούληση τοῦ δημιουργοῦ καὶ φυτεύεται μέσα στὸ δημιούργημα, συνοδεύοντάς το σταθερὰ στὴν ὁποιαδήποτε πορεία του· τὸ τέλος – σκοπὸς ἐνυπάρχει ἀπὸ τὴν ἀφετηρία ὡς ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ ἀξία κάθε δημιουργήματος. Ἐὰν τὸ δημιούργημα παραμένει μέσα στὸν ἄξονα ποὺ ὁρίζει ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος του, εἶναι σύμφωνο μὲ τὴ φύση του, λειτουργεῖ ὁρθά, εἶναι καλὸ καὶ ἀγαθοποιό· ἐὰν ὄχι, καταντάει κακὸ καὶ ἀρνητικό. […] Ἀλλὰ ἡ διαφύλαξη τοῦ κόσμου εἶναι ἐπίσης σεβασμὸς καὶ διαφύλαξη τοῦ δυναμισμοῦ μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς προίκισε τὸν κόσμο, συμμόρφωση πρὸς αὐτὸ τὸ δυναμισμὸ καὶ πρὸς τὴ λειτουργικότητά του. Ὑπάρχει διαφορὰ ἀνάμεσα στοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους δημιουργοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ ὁ Θεός. Οἱ ἀνθρώπινες δημιουργίες, ὅσο ἀτελεῖς ἢ τέλειες κι ἂν εἶναι, εἶναι ἀπηρτισμένες, κλειστές, δὲν τὶς χαρακτηρίζει ἡ ἀνάπτυξη. Ὁ ἄνθρωπος, βέβαια, βλέποντας τὸν ἀτελὴ χαρακτήρα ἑνὸς δημιουργήματός του, δημιουργεῖ ἕνα ἄλλο τελειότερο, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ εἶναι ἁπηρτισμένο καθ’ ἑαυτό. Ὁ Θεὸς δημιουργεῖ διαφορετικά. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ γεννᾶται στὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ βάπτισμα, ἐνεργοποιεῖται μὲ τὸ χρίσμα, τρέφεται μὲ τὴ Θ. Εὐχαριστία, ἑδραιώνεται μὲ τὴν ἄσκηση, καλλιεργεῖται μὲ τὴν προσευχή. […] Ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς δημιουργίες τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὶς δημιουργίες τοῦ Θεοῦ ὀφείλεται στὸ ὅτι ὁ Θεὸς δημιουργεῖ ἐκ τοῦ μηδενός. Ἔτσι τὰ δημιουργήματά Του ἔχουν πραγματικὴ ὕπαρξη καὶ πραγματικὸ δυναμισμὸ ποὺ τοὺς τὰ δίνει τὸ ὅτι, ὡς κτίσματα ἐκ τοῦ μηδενός, στηρίζονται ὄχι στὸν ἑαυτό τους –ἀφοῦ ὁ ἑαυτός τους, ἡ φύση τους ἀπὸ μόνη της εἶναι τρεπτὴ καὶ φθαρτή, χάσκει διαρκῶς ἀπὸ κάτω καὶ μέσα της ἕνας κυριολεκτικὸς ὀντολογικὸς ἀφανισμός, δηλαδὴ τὸ μὴ εἶναι ἀπὸ τὸ ὁποῖο τὰ κτίσματα προῆλθαν– ἀλλὰ στὴν πανσθενουργό, πέρα ἀπὸ κάθε ἔννοια ἀρχῆς καὶ τέλους, τροπῆς ἢ ἀλλοίωσης, ἁπολύτως σταθερὴ καὶ πλήρη (σὲ ἀπόλυτη ἐπίσης ἔννοια) ἀγάπης βουλὴ τοῦ Θεοῦ. Ὅπως βλέπουμε στὰ ἀνοδικὰ ἐπίπεδα τῆς διηγήσεως τῆς Γενέσεως, ἔχει φυτευθεῖ ἀπὸ τὸ Θεὸ στὴ δημιουργία Του ἐξ ἀρχῆς ἕνας δυναμισμός, ποὺ κάνει ὥστε κάθε συγκεκριμένη πραγματικότητα νὰ κλείνει μέσα της τὸ σκοπό, τὴ δυνατότητα –ἀλλὰ ὄχι καὶ τὴ δύναμη– νὰ ἀνοιχθεῖ σὲ μιὰ ἄλλη πραγματικότητα, νὰ αὐτοξεπερασθεῖ χωρὶς νὰ καταστραφεῖ, τείνοντας νὰ ὑψωθεῖ σ’ ἕνα ἐπίπεδο πιὸ εὐρὺ καὶ πιὸ πλῆρες. […] Ὁ δυναμισμὸς τῆς ἀνόργανης ὕλης εἶναι ἡ ἐνέργεια. […] Ἡ δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἀξιοποιώντας τὸ φυτεμένο ἁπὸ τὴν ἀρχὴ μέσα στὴν ὕλη δυναμισμό, πραγματοποίησε τὸ σκοπὸ ποὺ ὁ Θεὸς ἔδωσε στὴν ὕλη καί, δημιουργώντας τὴ ζωή, ὕψωσε τὴν ὕλη σὲ ὕλη ζῶσα, τῆς ὁποίας ὁ δυναμισμὸς δὲν εἶναι πιὰ ἡ ὑλικὴ ἐνέργεια ἀλλὰ ἡ ζωή. Ὁ δυναμισμὸς αὐτὸς τὸν ὁποῖο χάρισε ὁ Θεὸς στὴ ζωή, ὁργανώνοντας προοδευτικὰ καὶ μὲ τάξη («οὐκ αὐτομάτῳ τινὶ συντυχίᾳ, κατά τινα ἄτακτον καὶ τυχαίαν φοράν» κατὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριο Νύσσης, «ἀλλ’ ὡς ἡ ἀναγκαία τῆς φύσεως τάξις ἐπιζητεῖ»), τὴν ὕλη σὲ ὀργανισμοὺς διαρκῶς πιὸ σύνθετους, πλούσιους καὶ τέλειους, ὁδήγησε τὴν κτίση σὲ ἕνα ἑπίπεδο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ δημιουργὸ Λόγο καὶ τὸ ἀληθινὰ ζωοποιὸ Πνεῦμα –τὰ δύο δημιουργικὰ χέρια τοῦ Πατέρα, κατὰ τὸν ἅγιο Εἱρηναῖο– ὕψωσε τὴ ζῶσα ὕλη σὲ ἕνα νέο ἐπίπεδο, ριζικὰ διαφορετικό, δημιούργησε τὴ λογική, ἐλεύθερη καὶ προσωπικὴ ζωή. Σφραγίζοντας μὲ τὸ «χαρακτήρα» τοῦ προσωπικοῦ Λόγου του τὴ ζωντανὴ ὕλη καὶ χαρίζοντάς της τὴ δική του ζωὴ μὲ τὸ ἐμφύσημα τῆς πνοῆς τοῦ πνεύματός Του, τὴν ὕψωσε σὲ εἰκόνα Του. Ἔτσι, ὁ δυναμισμὸς ποὺ ὠθεῖ στὸ ἑξῆς τὴν κτίση δὲν εἶναι ἁπλὰ ἡ ὑλικὴ ἐνέργεια ἢ ἡ βιολογικὴ ζωή, ἁλλὰ πρωταρχικὰ ἡ ἐλεύθερη, λογικὴ καὶ ἐνσυνείδητη ἁγάπη τῶν ἀνθρωπίνων προσώπων. […] Οἱ χριστιανοὶ μέσα στὸν κόσμο Τοῦ Παναγιώτη Νέλλα 7 Ὁ κτιστὸς δυναμισμὸς τοῦ κόσμου, ὑψωμένος μέσα στὸν ἄνθρωπο σὲ ἐνσυνείδητη ἐλεύθερη καὶ ἀγαπητικὴ πράξη, εἶχε κληθεῖ νὰ συνεργασθεῖ μὲ τὶς θεοποιητικὲς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ Θεία Οἰκονομία. Τὸ ἔργο αὐτό, ποὺ δὲν πραγματοποίησε ὁ Ἀδάμ, τὸ ἔφερε σὲ πέρας ὁ δεύτερος Ἀδάμ, ὁ Χριστός. Μέσα του ὁ ἄνθρωπος ἔγινε Θεάνθρωπος καὶ ἡ κτίση σῶμα τοῦ Θεοῦ, Ἐκκλησία. Ἁλλὰ ὁ κόσμος δὲν ἔγινε ἀκόμη ὁλόκληρος Ἐκκλησία. […] Ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν μετέτρεψε διὰ μιᾶς τὸν κόσμο σὲ Ἐκκλησία, ἂν δὲν ἔβαλε τέρμα στὴν ἱστορία, εἶναι ἐξ αἰτίας τῆς μεγάλης ἐκτίμησης ποὺ τρέφει πρὸς τὴ δημιουργία του. […] Ὁ Θεὸς, μέσα στὸ ἄμετρο πέλαγος τῆς φιλανθρωπίας του, μετέτρεψε ὅ,τι ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας σὲ εὐλογία καὶ ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο μιὰ νέα εὐκαιρία. Εἶναι ἡ μεγάλη καὶ θαυμαστὴ πραγματικότητα τῶν δερματίνων χιτώνων, τῆς νέας καταστάσεως μέσα στὴν ὁποία βρέθηκε ὁ ἄνθρωπος μετὰ τὴν πτώση χάρη στὴ φιλεύσπλαχνη παρέμβαση τοῦ Θεοῦ. […] Εἶναι μιὰ κατάσταση ἐνδιάμεση, στὴν ὁποία ὁ ἀρχικὸς δυναμισμὸς τῆς κτίσεως, ἂν καὶ ἀποπροσανατολισμένος καὶ παραμορφωμένος, συνεχίζει νὰ λειτουργεῖ· ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου συνεχίζει νὰ διαδραματίζει ἀποφασιστικὸ ρόλο· ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς τελευταίας τὸ κακὸ εἶναι τραγικὰ ἐνεργό· ἐνῷ ὁ Θεὸς δὲν σταμάτησε ποτὲ νὰ παρεμβαίνει καλώντας καὶ καθοδηγώντας τὸν κόσμο, κυρίως τὸν περιούσιο λαό Του, παρενέβη δὲ ἀποφασιστικὰ καὶ τελεσίδικα μὲ τὴ σάρκωσή Του, προσλαμβάνοντας τὰ ἀδιάβλητα πάθη, τοὺς δερμάτινους χιτῶνες, ὅλη τὴ νέα ἀνθρώπινη κατάσταση παρεκτὸς τῆς ἁμαρτίας, καὶ κάνοντας τὸ πρόσλημμα σῶμα Του, μεταμορφώνοντάς το σὲ Ἐκκλησία. Ἀλλὰ τὸ πρόσλημμα δὲν εἶναι ὅλος ὁ κόσμος. Ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἔθεσε τέρμα στὴν ἱστορία. Ἔφερε τὰ ἔσχατα μέσα στὴν ἱστορία, χωρὶς νὰ τὴν καταργήσει. Δημιούργησε μιὰ καινὴ κατάσταση, ἀπείρως ἀνώτερη ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν ἐνδιάμεση, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν προπτωτική, χωρὶς νὰ καταργήσει τὴν κατάσταση τῶν δερματίνων χιτώνων. Γι’ αὐτό, ὅταν μέσα σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ὁ ἄνθρωπος κάνει κακὴ χρήση τῆς ἐλευθερίας του, κατευθύνοντας καὶ ἐνισχύοντας μὲ τὶς ἐλεύθερες πράξεις του τὸ δυναμισμὸ τῆς κτίσεως, δημιουργεῖ τὸ κακό, τὴν ἀδικία, τὴν καταπίεση, τὸν πόλεμο καὶ ὅλες τὶς ἄλλες, καὶ ἐνίοτε πολὺ τραγικότερες, μορφὲς καὶ συνέπειες τῆς ἁμαρτίας. Ὅταν πάλι ἔχει ἀγαθὴ συνείδηση καὶ κάνει ἀγαθὴ χρήση τῆς ἐλευθερίας του, δημιουργεῖ τὶς λεγόμενες ἀνθρώπινες ἀξίες, τὴ φιλοσοφία, τὴν ἐπιστήμη, τὴν τέχνη, τὸν πολιτισμό, ὅλους αὐτοὺς τοὺς θετικοὺς καὶ ἄξιους τοῦ ἀνθρώπινου (μέσα στὸν παρόντα κόσμο) βίου δερμάτινους χιτῶνες. Ὅλες αὐτὲς οἱ πραγματικότητες συνιστοῦν τὸ περιεχόμενο τῆς ἱστορίας, ἡ ὁποία συνεχίζει νὰ ἀναπτύσσεται, […] καὶ μετὰ τὴν ἐνσάρκωση. […] Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει παρὰ ἡ βιολογικὴ ἢ «ψυχικὴ» ζωή, ὅπως τὴν ὀνομάζει ὁ Παῦλος. Δὲν ὑπάρχει παρὰ ἕνας δυναμισμὸς καὶ μία ἀνθρώπινη προσπάθεια ἀποπροσανατολισμένη καὶ διαρκῶς ἀτελής. Ἀλλὰ εἶναι ἐξ ἴσου ἀληθινό, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὡς οἰκοδομὴ πνευματική, δὲν μπορεῖ νὰ οἰκοδομηθεῖ μέσα στὴν ἱστορία παρὰ συγκεντρώνοντας, ἀνακεφαλαιώνοντας καὶ μεταμορφώνοντας αὐτὸ τὸ δυναμισμό. Ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἄκτιστη. Ἀλλὰ τὸ ὑλικὸ μὲ τὸ ὁποῖο οἰκοδομεῖται ἡ Ἐκκλησία, τὸ συγκεκριμένο σῶμα της, ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ κτιστὸ ὑλικὸ τῆς κάθε ἐποχῆς. Ἡ ἄκτιστη ζωὴ ἀνασυγκροτεῖ, ζωοποιεῖ καὶ διευρύνει μέχρι τὸ ἄπειρο, δηλαδὴ θεώνει τὸ κτιστό. Ἀλλὰ μὲ κανένα τρόπο δὲν προσδιορίζεται ἀπὸ αὐτό. Ἡ Ἐκκλησία δὲν προσδιορίζεται ἀπὸ τὴν ἱστορία. Τὸ ἀντίθετο ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὴν αἵρεση. Τὸ κτιστὸ γιὰ νὰ ἐνσωματωθεῖ στὴν Ἐκκλησία πρέπει νὰ βαπτισθεῖ, δηλαδὴ νὰ πεθάνει ὡς πρὸς τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ ζήσει μὲ τὴ ζωὴ τοῦ ἀκτίστου. […] Συνέχεια

Ὁ σκοπός τῆς ἐξομολογήσεως

__1_~2 (2)

Ἀνδρέα Θεοδώρου

Σὲ τί ἀποβλέπει τὸ μυστήριο τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως;

Γιὰ νὰ λουσθεῖ ἡ ψυχὴ πνευματικὰ καὶ νὰ καθαρισθεῖ ἀπὸ τὸ ρύπο τῆς ἁμαρτίας.

Γιὰ νὰ γίνει αὐτὸ πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ μετανοήσει πρῶτα γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, νὰ συντριβεῖ ἡ καρδιά του γιὰ ὅ,τι προσέβαλε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, νὰ λάβει ἀπόφαση νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη καὶ τὶς κακές του συνήθειες, νὰ μισήσει τὴ σαγήνη τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ νεκρώσει τὴν ψυχή του, καὶ κατόπιν νὰ προσέλθει στὸν πνευματικὸ λειτουργό τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ ἐξομολογηθεῖ σ’ αὐτὸν μὲ φόβο Θεοῦ καὶ εἰλικρίνεια τὰ ἁμαρτήματα ποὺ πιέζουν τὴ συνείδησή του. Ὁ πνευματικός, διαπιστώνοντας εἰλικρινῆ μετάνοια καὶ προθυμία ἀλλαγῆς βίου, συγχωρεῖ τὸν ἐξομολογηθέντα, διαβάζοντάς του εἰδικὴ συγχωρητικὴ εὐχή.

Τὴν ἐξουσία ἀφέσεως ἁμαρτιῶν ἔχει ὁ ἱερέας ὡς λειτουργός τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία ἐφοδίασε ὁ Χριστὸς μὲ τὴ δύναμη τοῦ «δεσμεῖν καὶ λύειν» ἁμαρτίες ἐπὶ τῆς γῆς: «Ἂν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἂν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται» (Ἰωάν. 20, 23). Μὲ τὴ συγχώρησή του ὁ ἄνθρωπος ἀπαλλάσσεται τελείως ἀπὸ τὴν ἀκαθαρσία τῆς ἁμαρτίας λουσμένος στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀνακτᾶ τὴ δικαίωσή του ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία μπορεῖ νὰ ἔχασε διὰ τῶν θανάσιμων ἁμαρτημάτων του. Τὸ μυστήριο μπορεῖ νὰ ἐπαναληφθεῖ πολλὲς φορές, ἀνάλογα μὲ τὶς ἑκάστοτε πνευματικὲς ἀνάγκες τῆς ψυχῆς. Δικαίως δὲ χαρακτηρίζεται καὶ ὡς δεύτερο βάπτισμα, ἐπειδὴ λούζει, καθαρίζει τὴν ψυχή.

Δὲν ἀρκεῖ μονάχα ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἀπ’ εὐθείας ἐξομολόγηση στὸν Θεό; Γιατί τάχα νὰ ἐξομολογούμαστε καὶ στὸν ἱερέα;

Τὸ ἐρώτημα εἶναι κάπως πονηρό. Καὶ φυσικὰ πρέπει νὰ ἐξομολογούμαστε τὰ ἁμαρτήματά μας ἀπ’ εὐθείας στὸν Θεὸ («Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν», Κυριακὴ προσευχή, Ματθ. 6, 12). Αὐτὸ εἶναι βασικὸ χρέος μας. Ὁ Χριστὸς ὅμως ἵδρυσε εἰδικὸ πρὸς τοῦτο μυστήριο καὶ τὸ παρέδωσε στὴν Ἐκκλησία του, τὸ ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ τελέσει ὅποιος-ὅποιος, ἀλλὰ μονάχα ὁ ἱερέας, ὡς ἐντολοδόχος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι πατέρας καὶ γιατρὸς πνευματικὸς τῶν ψυχῶν. Ὅπως ὁ φυσικὸς γιατρὸς γιὰ νὰ μπορέσει νὰ θεραπεύσει τὴ νόσο, πρέπει νὰ ἐξετάσει προσεκτικὰ τὸν ἀσθενῆ, νὰ κάνει διάγνωση τῆς νόσου του καὶ κατόπιν νὰ προχωρήσει στὴ θεραπεία της, ἔτσι καὶ ὁ πνευματικὸς πατὴρ πρέπει νὰ διαγνώσει τὴ φύση τῆς πνευματικῆς ἀσθένειας καὶ τὴν εἰλικρίνεια τοῦ μετανοοῦντος, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ θεραπεύσει τὴν πάσχουσα καὶ ἀλγοῦσα ψυχή. Ἂν δὲν γίνει προσωπικὴ ἐξομολόγηση, πῶς θὰ κάνει τὴ δουλειὰ του ὁ ἱερέας; Ἄλλωστε τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καὶ στὰ προηγούμενα εἴπαμε, δὲν εἶναι μαγικὲς τελετές, ἀλλὰ κινοῦνται στὸν ἐλεύθερο διαπροσωπικὸ χῶρο. Ὁ ἀσθενὴς πρέπει νὰ ἐπισκεφθεῖ προσωπικὰ τὸ γιατρὸ τῆς ψυχῆς του.

Αὐτὸ ἔταξε ὁ Θεὸς καὶ αὐτὸ ἀπαιτοῦν οἱ ἀνάγκες τοῦ ἱεροῦ μυστηρίου. Μήπως ὅμως ὁ ἁμαρτωλός, διαπιστώνοντας τὰ ἁμαρτήματα αὐτά, προφασίζεται «προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις»; Ἀποφεύγει τὸν ἱερέα, γιατί ντρέπεται νὰ ἐξομολογηθεῖ τὶς ἁμαρτίες του; Συνέχεια

Τό χριστιανικόν ἑορτολόγιον,

Παναγιώτη Σκαλτσή,

 

Ἡ ἑορτή τοῦ Πάσχα εἶναι ἡ ἀρχαιότατη, ἐπιφανέστατη καί πανηγυρικώτατη ἀπ’ ὅλες τίς ἐτήσιες ἑορτές τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας (1). Οἱ ρίζες της βρίσκονται στήν Ἰουδαϊκή παράδοση. Στόν ἐνιαύσιο ἀμνό τῆς ἐξόδου καί στήν ἐτήσια ἀνάμνηση τῆς διάβασης ἀπό τή γῆ τῆς δουλείας στή χώρα τοῦ φωτός καί τῆς ἐλευθερίας (2). Ἡ εἰκόνα τοῦ ἀμνοῦ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὁλοκληροῦται στό Χριστό, τόν ἀμνό τοῦ Θεοῦ (3), ὁ ὁποῖος ἑκουσίως θυσιάζεται καί προσφέρεται καί προσφέρει ὡς μέγας ἀρχιερεύς τήν ὑπέρτατη θυσία πρός τό Θεό Πατέρα τόν ἑαυτό Του (4). Ὁ μυστικός Δεῖπνος, ὅπου ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ γίνεται πασχάλιος βρώση καί πόση τῶν πιστῶν, συνδύασε τό Πάσχα τοῦ Νόμου καί τό καινό Πάσχα, τό Πάσχα τῆς Παλαιός καί τό Πάσχα τῆς Καινῆς Διαθήκης (5). Ἔτσι, σημειώνεται σ’ ἕνα πολύ σημαντικό γιά τήν ἱστορία καί τή θεολογία τῆς ἑορτῆς κείμενο τοῦ δευτέρου μ.Χ. αἰώνα, στό περί Πάσχα ἔργο τοῦ Μελίτωνος Σάρδεων, ὅτι εἶναι «καινόν καί παλαιόν, ἀΐδιον καί πρόσκαιρον, φθαρτόν καί ἄφθαρτον, θνητόν καί ἀθάνατον τό τοῦ Πάσχα μυστήριον· παλαιόν μέν κατά τόν νόμον, καινόν δέ κατά τόν λόγον, πρόσκαιρον διά τόν τύπον ἀΐδιον διά τήν χάριν, φθαρτόν διά τήν τοῦ προβάτου σφαγήν, ἄφθαρτον διά τήν τοῦ Κυρίου ζωήν, θνητόν διά τήν «εἰς γῆν» ταφήν, ἀθάνατον διά τήν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν. Παλαιός μέν ὁ νόμος, καινός δέ ὁ λόγος, πρόσκαιρος ὁ τόπος, ἀΐδιος ἡ χάρις, φθαρτόν τό πρόβατον, ἄφθαρτος ὁ Κύριος, μή συντριβίις ὡς ἀμνός, ἀναστᾶς ὡς θεός» (6 ).

Αὐτό ἀκριβῶς τό καινούριο Πάσχα κατά τό ὁποῖο, σύμφωνα μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο, «ὑπέρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστός» (7) καί ἔγινε σύμβολο τῆς νέας περιόδου τῆς ἱστορίας τῆς σωτηρίας (8), οἱ πρῶτοι χρισιιανοί τό διακήρυσσαν καί ὁμολογοῦσαν ἐορτάζοντάς το κατά τήν ἑβδομαδιαία «ἐν τῇ Κυριακῇ ἡμέρᾳ» (9) εὐχαριστιακές συνάξεις.

Ἡ θεία Εὐχαριστία ἀπό τήν ἀποστολική ἐποχή μέχρι καί σήμερα εἶναι τό κατ’ ἐξοχήν πασχάλιο μυστήριο πού τελεῖται κυρίως τήν Κυριακή, τήν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ (10). Ἡ ἡμέρα αὐτή, ἡ μία των Σαββάτων (11), θυμίζει στούς χρισιιανούς τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, τούς ἑνώνει μαζί του στό μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας καί τούς στρέφει πρός τήν ἀναμονή τῆς παρουσίας του (12).

Ἡ κατ’ ἐξοχήν βεβαίως ἀναπαράσταση καί ἀανέωση τοῦ Πάσχα γίνεται κατά τήν ἐτήσια ἱστορική ἐπέτειο τοῦ γεγονότος αὐτοῦ. Ἡ παλαιότερη μαρτυρία γιά τόν ἐτήσιο αὐτόν ἑορτασμό εἶναι ἀπό ἕνα ἀπόκρυφο κείμενο τοῦ δευτέρου αἰώνα, τήν «Ἐπιστολή τῶν Ἀποστόλων» (13).

Μέ δεδομένο ὅμως ὅτι

α) οἱ πρῶτοι χριστιανοί ὡς Ἰουδαιοι γνώριζαν τό Ἰουδαϊκό ἑορτολόγιο, στό ὁποῖο, ὁπωσδήποτε, εἶχαν κατορθώσει νά προβάλουν τά γεγονότα τοῦ Πάθους καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ αὐτά συνέβησαν σέ μίαν ἐποχή κατά τήν ὁποίαν τελοῦσαν τό ἐτήσιο Πάσχα (14),

β) ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶναι ὁ πρῶτος πού διέκρινε τό Χριστιανικό Πάσχα ἀπό τό Νομικό λέγοντας ὅτι δέν πρέπει νά ἑορτάζομε «ἐν ζύμη παλαιά, μηδέ ἐν ζύμη κακίας καί πονηρίας, ἀλλ’ ἐν ἀζύμοις εἰλικρίνειας καί ἀληθείας» (15) καί συνέδεσε τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα μέ τό Πάθος καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, προκαλώντας, ὅπως εἶναι γνωστόν, τήν ἀντίδραση τῶν Ἰουδαιοχριστιανῶν, καί

γ) ὅτι, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, ἀπό πολύ ἐνωρίς ἡ Ἀνάσταση συνδέθηκε μέ τή θεία Εὐχαριστία καί τήν Κυριακή, ὅλα αὐτά δείχνουν ὅτι τό Πάσχα ἑορταζόταν ἀπό τήν ἀποστολική ἐποχή (16).

Στό ἐρώτημα τώρα ἄν οἱ πρῶτοι Χριστιανοί ἑόρταζαν τό Πάσχα τήν ἡμέρα τοῦ Πάθους (Παρασκευή) ἤ τήν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως (Κυριακή) φαίνεται ὅτι ἀρχικά, πρίν μάλιστα τήν ἀποστολική Σύνοδο, ὑπῆρχε συνεορτασμός τοῦ Πάσχα μέ τούς Ἰουδαίους. Οἱ μεταγενέστερες μάλιστα ἔριδες γύρω ἀπό τή μεγάλη αὐτή ἑορτή μαρτυροῦν ὅτι τό Πάσχα ἀρχικά ἑορταζόταν τήν ἡμέρα τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου (17).

Σέ κείμενα τοῦ δευτέρου μ.Χ. αἰώνα ἀπηχεῖται ἔντονα ὁ σταυρικός χαρακτήρας τοῦ Πάσχα καί τονίζεται ἰδιαίτερα ἡ σύνδεση τῆς ἑορτῆς αὐτῆς μέ τά ἰουδαϊκά της πρότυπα. Ἔτσι στήν ἀπόκρυφη π.χ. «Ἐπιστολή τῶν Ἀποστόλων», ἔργο Μικρασιατικῆς προέλευσης, τό Πάσχα ἀναφέρεται ὡς ἀνάμνηση τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ (18). Ὁ Ἰουστίνος ὁ φιλόσοφος καί μάρτυρας ἀναφέρει ὅτι «τό μυστήριον τοῦ προβάτου, ὅ τό Πάσχα θύειν ἐντέταλται ὁ Θεός, τύπος ἦν τοῦ Χριστοῦ» (19). Τό Ἰουδαϊκό δηλαδή Πάσχα θεωρεῖται προτύπωση τῆς σταυρικῆς θυσίας. Γι’ αὐτό καί οἱ χριστιανοί ἀκολουθοῦσαν τό Ἰουδαϊκό Πάσχα καί ἑόρταζαν ἀνάλογα τό σωτήριο πάθος τοῦ Χριστοῦ. Μέ τήν ἔννοια αὐτή ὑποστήριζαν ὅτι ὁ Κύριος τέλεσε τό Μυστικό Δεῖπνο κατά τή 14 ἥ του μηνός Νισᾶν, στηριζόμενοι μάλιστα σέ μαρτυρίες τῶν Συνοπτικῶν εὐαγγελίων, καί κυρίως στό κατά Ματθαῖον εὐαγγέλιο, ὁ ὅποιος λέγει ὅτι τό τελευταῖο δεῖπνο τοῦ Κυρίου ἔγινε τήν ὀψία τῆς πρώτης μέρας τῶν ἀζύμων (20).

Στήν ἴδια γραμμή ἐκινεῖτο καί ὁ Μελίτων Σάρδεων (166180), τίς θέσεις τοῦ ὁποίου ἀκολούθησαν οἱ ἐκκλησίες τῆς Μικρῆς Ἀσίας · «Τῆς Ἀσίας ἁπάσης αἱ παροικίαι- γράφει ὁ ἱστορικός Εὐσέβιος Καισαρείας – ὡς ἐκ παραδόσεως ἀρχαιοτέρας σελήνηs τήν τεσσαρεσκαιδεκάτην ὤοντο δεῖν ἐπί τοῦ σωτηρίου Πάσχα ἑορτῆς παραφυλάττειν, ἐν ἡ θύειν τό πρόβατον Ἰουδαίοις προηγορεύοντο» (21).

Σ’ ἀντίθεση μέ τούς Μικρασιάτες «Τεσσαρεσκαιδεκατίτες», ὅπως ἐλέγοντο, οἱ ὁποῖοι ἑόρταζαν τό Πάσχα κατά τήν ἡμέρα τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ, τήν 14 ἡ Νισᾶν ὁποιαδήποτε ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος κι ἄν τύχαινε, «οἱ ἄλλες ἐκκλησίες τόσο τῆς Ἀνατολῆς, ὅσο καί τῆς Δύσεως ἑορτάζουν ὄχι μόνο τόν σταυρικό θάνατο, ἀλλά καί τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ κατά τήν πρώτη Κυριακή μετά τή 14 ἥ του μήνα Νισᾶν» (22). Στήν ἐπιλογή αὐτή συνέβαλε τό ὅτι, σύμφωνα μέ τόν εὐαγγελιστή Ἰωάννη, ἡ σταύρωση τοῦ Κυρίου ἔγινε τήν προηγούμενη ἡμέρα ἀπό τό Ἰουδαϊκό Πάσχα, ἡ δέ Ἀνάσταση τήν ἑπομένη τοῦ Σαββάτου, δηλαδή τήν Κυριακή (23).

Παρά δέ τίς διαφοροποιήσεις ὡς πρός τήν ἐπιλογή τῆς ἡμερομηνίας ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα καί τίς κατά τούς δεύτερο καί τρίτο αἰῶνες ἔριδες, οἱ ὁποῖες σύν τοῖς ἄλλοις ὀφείλοντο καί στήν διάφορον μέθοδον καθορισμοῦ τῆς πανσελήνου γιά νά μήν εἶναι τό Πάσχα κοινό μέ τούς Ἑβραίους (24), πό τόν τρίτο αἰώνα ἐπικράτησε ἡ Κυριακή ὡς ἡμέρα τοῦ Πάσχα σέ ὅλες τίς Ἐκκλησίες. Στήν εἰρήνευση μάλιστα τῶν Χριστιανῶν καί τῶν Ἐκκλησιῶν στίς ὁποῖες ἀνῆκαν συνέβαλαν τά μέγιστα σπουδαῖες προσωπικότητες, ὅπως ὁ Πολύκαρπος Σμύρνης καί ὁ Εἰρηναῖος Λυῶνος.

Τό πρόβλημα ὅμως τελικά λύθηκε ἀπό τήν Α’ Οἰκουμενική Σύνοδο (325), ἡ ὁποία ἐέπεβαλε ὁμοιομορφία ἑορτασμοῦ σέ ὅλες τίς Ἐκκλησίες ὁρίζοντας ὅτι τό Πάσχα θά τελεῖται «τήν Κυριακήν ἥτις ἕπεται τή πρώτη πανσελήνω τοῦ ἔαρος » (25). Ὁ ὑπολογισμός αὐτός ἔγινε βάσει τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ ἡμερολογίου (26). Ὡς πρώτη δέ πανσέληνος τοῦ ἔαρος θεωρεῖται ἐκείνη πού ἀκολουθεῖ τήν 20 ἡ Μαρτίου (27).

Στό σημεῖο αὐτό καί μέ βάση τίς ἄμεσες καί ἔμμεσες λειτουργικές πηγές τῆς ἀρχαϊκῆς Ἐκκλησίας θά δώσουμε μίαν εἰκόνα τοῦ ἐορτολογικοῦ περιεχομένου καί τῆς τάξεως τῆς ἀκολουθίας τοῦ Πάσχα μέχρι τόν τέταρτο μ.Χ. αἰώνα.

Ἀναφέραμε ἤδη ὅτι τήν παλαιότερη πληροφορία περί τῆς καθιερώσεως τοῦ Πάσχα ὡς ἑορτῆς τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας τήν ἔχουμε ἀπό τό ἀπόκρυφο κείμενο τοῦ δευτέρου μ.Χ. αἰώνα, τήν «Ἐπιστολή τῶν Ἀποστόλων», ὅπου δίδονται καί οἱ πρῶτες πληροφορίες περί τῆς ἀγρυπνίας τῆς ἑορτῆς, ἡ ὁποία διαρκοῦσε μέχρι τήν ἀλεκτοροφωνία καί ὁλοκληρωνόταν μέ τήν εὐχαριστιακήν σύναξη (28). Τήν ἴδια ἐοχή, μέσα δηλαδή τοῦ δευτέρου μ.Χ. αἰώνα, ἀπό τό περίφημο ποίημα τοῦ Μελίτωνα Σάρδεων (166-180) «Περί Πάσχα» (29), διαπιστώνουμε ὅτι ἐκτός ἀπό αὐτοσχέδιους ὕμνους, ἀναγνώσματα, προσευχές καί τέλεση θείας Εὐχαριστίας ὑπάρχει καί συγκεκριμένη πασχάλιος ἀκολουθία. Κατά τούς εἰδικούς μελετητές τοῦ ἐν λόγω ἔργου σημειώνεται ὅτι αὐτό εἶναι ἀπόσπασμα ἀπό τήν ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς (30).

Σημαντικές ἐπίσης πληροφορίες γιά τήν ἱστορία καί τή θεολογία τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα στήν ἀρχαϊκή Ἐκκλησία ἔχουμε καί ἀπό ἀξιόλογα κείμενα τοῦ τέλους τοῦ δευτέρου καί τῶν ἀρχῶν τοῦ τρίτου μ.Χ. αἰώνα. Σέ ψευδώνυμο κείμενο, Πασχάλια ὁμιλία, ἀποδιδόμενη στόν Ἰππόλυτο ( β΄ μ. Χ. αἱ.) τό Πάσχα χαρακτηρίζεται ὡς «κοινή των ὅλων πανήγυρις» καί «οὐρανοῦ καί γῆς ἱερά τελετή» (31). Ἀπό ἐκείνη μάλιστα τήν ἐποχή στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας τό πασχαλινό μυστήριο, ὅπως σημειώνει χαρακτηριστικά καί ὁ Jean Danielou, ἐξέφραζε ὁλόκληρο τό χριστιανικό μυστήριο (32). Ἔτσι μέ βάση τό παραπάνω κείμενο φαίνεται ὅτι τήν τοῦ Πάσχα πνευματική ἑορτή τή θεωροῦσαν ὡς «ἀρχήν καί κεφαλήν καί πρώτην ἡγεμονίαν παντός του χρόνου καί αἰῶνος… ἵνα ὡς ὁ Κύριος των πάντων νοητῶν τέ καί ὁρατῶν πρωτόγονός ἐστι καί πρωτότοκος ἀπ’ ἀρχῆς, οὕτως καί ὅδε ὁ μήν ὁ τήν ἱερόν τετιμημένος τελετήν πρῶτος γεγένηται τοῦ ἐνιαυτοῦ καί παντός αἰῶνος ἀρχή» (33).

Μέ δεδομένο ὅτι ὁ μήνας Νισσᾶν στό Ἰουδαϊκό ἡμερολόγιο ἦταν ὁ πρῶτος μήνας τοῦ ἔτους, οὐσιαστικά μέ τήν ἑορτή τοῦ χριστιανικοῦ Πάσχα ἔχουμε μία νέα ἀρχή, ἀνάπλαση τοῦ χριστιανικοῦ ἔτους. Δέν εἶναι ἄλλωστε τυχαῖο ὅτι ἡ νέα αὐτή ἀρχή ἐκφράζεται μέ τό Βάπτισμα, πού τήν ἐποχή ἐκείνη ἐτελεῖτο τό βράδυ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ἀλλά δηλώνεται καί μέ αὐτό πού ὀνομάζουμε Διακαινήσιμο Ἑβδομάδα καί Καινή Κυριακή, ἀπό τήν ὁποίαν γίνεται ὁ ὑπολογισμός τῶν Ἑβδομάδων (34).

Ἡ σύνδεση τοῦ Βαπτίσματος μέ τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα, στήν ὁποίαν πρίν λίγο ἀναφερθήκαμε, μνημονεύεται ἀπό αὐτήν τήν ἐποχή γιά τήν ὁποίαν κάνουμε λόγο, καί δή ἀπό τόν Τερτυλλιανό (155-222) (35). Τό βάπτισμα ὡς συμμετοχή στό θάνατο καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου (36) δέν θά μποροῦσε παρά νά εἶναι συνδεδεμένο μέ τό Πάσχα, καθόσον «ἡ μέν γάρ ἡμέρα μνημόσυνον ἐστιν ἀναστάσεως τό δέ βάπτισμα δύναμίς ἐστι πρός τήν ἀνάστασιν» (37). Εἶναι μάλιστα χαρακτηριστικό ὅτι ἀκόμη καί ἡ διένεξη τοῦ δευτέρου αἰώνα πάνω στήν ἡμερομηνία τοῦ Πάσχα ἄφησε ἀνέπαφη αὐτή τή βαθύτερη σημασία πού ὑπογραμμίζει τό ὁριστικό ξεπέρασμα τῆς Ἰουδαϊκῆς ἑορτῆς (38).

Ὁ Τερτυλλιανός μᾶς πληροφορεῖ ἀκόμη γιά τόν ἀναστάσιμο ἀσπασμό τήν ἡμέρα τοῦ Πάσχα (39), γιά τήν ὁλονυκτία τοῦ Πάσχα (40), ἄλλα καί γιά τήν διήμερη νηστεία πού στήν ἐποχή τοῦ προηγεῖτο τῆς ἑορτῆς (41). Τό θέμα αὐτό, ἡ προπασχάλιος δηλαδή νηστεία, ἀπετέλεσε μέρος τῶν διαφωνιῶν καί ἐρίδων αὐτῆς τῆς περιόδου. Ἔτσι, ὅσοι συνέδεαν τό ἰουδαϊκό καί τό χριστιανικό Πάσχα νήστευαν μετά τόν πασχάλιο δεῖπνο, ἐνῶ, ὅσοι τά ξεχώριζαν, νήστευαν πρίν ἀπό τόν πασχάλιο δεῖπνο, δηλαδή ὁλόκληρη τήν ἥμερά του Πάσχα. Ὁ Εἰρηναῖος (140-202) παρατηρεῖ ὅτι «οὐδέ γάρ μόνον περί τῆς ἡμέρας ἐστίν ἡ ἀμφιοβήτηοις, ἀλλά καί περί τοῦ εἴδους αὐτοῦ τῆς νηστείας. Οἱ μέν γάρ οἴονται μίαν ἡμέραν δεῖν αὐτούς νηστεύειν, οἱ δέ δύο, οἱ δέ πλείονες, οἱ δέ τεσσαράκοντα ὥρας ἡμερινᾶς τε καί νυκτερινᾶς συμμετρούσιν τήν ἡμέραν αὐτῶν» (42). Ἡ ἐν λόγω πάντως νηστεία στά μέσα του Γ’ αἰώνα, κατά τή μαρτυρία τοῦ Διονυσίου Ἀλεξανδρείας, ἔγινε μία ἑβδομάδα (43), καί στίς ἀρχές τοῦ Δ’ αἰώνα αὐξήθηκε σέ 40 ἡμέρες κατά μίμηση τῆς νηστείας τοῦ Χριστοῦ (44).

Ἕνα ἄλλο τώρα Συριακό κείμενο τῶν ἀρχῶν τοῦ τρίτου αἰώνα, ἡ «Διδασκαλία τῶν Ἀποστόλων», μᾶς παραδίδει μία πληρέστερη εἰκόνα τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα. Προσδιορίζει μέ σαφήνεια τό περιεχόμενο τῆς νηστείας, κατά τήν ὁποίαν οἱ πιστοί ἀπό τή Δευτέρα πρό τοῦ Πάσχα μέχρι τήν Πέμπτη εἶχαν μονοφαγία καί ἔτρωγαν τήν ἐννάτη μόνο ψωμί, ἁλάτι καί νερό. Τήν Παρασκευή δέ καί τό Σάββατο «nihil gu stantes», δέν ἔτρωγαν δηλαδή τίποτε. Σύμφωνα μέ τήν ἐν λόγω πηγή, τό βράδυ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου γινόταν ὁλονυκτία καί μέχρι τήν τρίτη ὥρα τῆς νυκτός, τήν ἀλεκτοροφωνία, ἀνεπέμποντο εὐχές καί διαβάζονταν οἱ Προφῆτες, τό Εὐαγγέλιο καί οἱ Ψαλμοί μέ φόβο καί τρόμο, ὅπως χαρακτηριστικά σημειώνεται στό κείμενο. Ἀκολούθως ἐτελεῖτο ἡ θεία Εὐχαριστία, στήν ὁποίαν ὅλοι συμμετεῖχαν ἐν χαρά καί ἀγαλλίασει μέ τήν αἴσθηση ὅτι ὁ ἀναστημένος Χριστός εἶναι ἡ ἐγγύηση καί τῆς ἀναστάσεως τοῦ ἀνθρώπου (45). Δέν εἶναι ἄλλωστε τυχαῖο ὅτι αὐτό τό ἀναστάσιμο, χαρούμενο καί ἐσχατολογικό βίωμα τῶν Χριστιανῶν κατά τή νύκτα τοῦ Πάσχα ἡ Ἐκκλησία ἀπό τότε τό ἐξεδήλωνε καί μέ τήν «διά κανδηλῶν» φωτοχυσία τοῦ Ναοῦ (46).

Ἀνάλογες πληροφορίες μᾶς δίδει καί ἡ «Ἀποστολική Παράδοση» τοῦ Ἰππολύτου (217), στήν ὁποίαν λέγονται τά ἑξῆς: «θά διέλθουν ἅπασαν τήν νύκτα ἀγρυπνοῦντες· θά τούς ἀναγνώσουν ἁγιογραφικᾶς περικοπᾶς καί θά τούς διδάξουν». Μετά δέ ἀπό λίγο, «κατά τήν ἀλεκτοροφωνίαν, θά προσευχηθοῦν κατ ‘ ἀρχάς ὕπερθεν τοῦ ὕδατος» καί θά ἀκολουθήσει τό βάπτισμα στά πλαίσια τῆς θείας Εὐχαριστίας (47). Τό κείμενο αὐτό τοῦ Ἰππολύτου ἔχει, νομίζουμε, ἰδιαίτερη σημασία διότι γιά πρώτη φορά τόν τρίτο μ.Χ. αἰώνα δίδονται τόσο πολλά στοιχεῖα γιά τόν τρόπο τελέσεως τοῦ Βαπτίσματος ἐνταγμένου στήν ὅλη τελετή τοῦ Πάσχα.

Ἔτσι π.χ. ἐνῶ δέν ἀναφέρεται ποιές ἁγιογραφικές περικοπές διαβάζονταν συγκεκριμένα κατά τήν ἀγρυπνία ἤ ποιό τό περιεχόμενο τῆς διδασκαλίας πού ἀκολουθοῦσε, γιά τό Βάπτισμα ἐπισημαίνονται ἡ τριετής προετοιμασία τῶν κατηχουμένων, οἱ ἐξορκισμοί κατά τίς τελευταῖες πρό τοῦ μυστηρίου ἡμέρες, ὁ καθαγιασμός τοῦ ὕδατος περί τήν ἀλεκτοροφωνίαν, ἡ πρό τῆς ἐνάρξεως τῆς τελετῆς τοῦ Βαπτίσματος εὐλογία ἀπό τόν Ἐπίσκοπό του ἐλαίου τοῦ Χρίσματος καί τοῦ ἐπορκιστοῦ Ἐλαίου, ἡ ὁμολογία τῆς πίστεως καί ἡ τριπλῆ κατάδυση, τό χρίσμα καί ἡ συμμετοχή τῶν νεοφώτιστων στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας (48).

Γιά τή λαμπρότητα καί μεγαλοπρέπεια τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα μιλοῦν μέ ἰδιαίτερη ἔμφαση καί τά κείμενα τοῦ τετάρτου μ.Χ. αἰώνα, μία περίοδο πού κατά τήν μαρτυρία τῆς Αἰθερίας ἔχουν διαμορφωθεῖ τόσο ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα, ὅσο καί ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή των ὀκτῶ ἑβδομάδων στήν Ἀνατολή καί τῶν τεσσάρων στή Δύση (49).

Ἔτσι, λοιπόν, βλέπουμε τόν δράσαντα στήν Ἀντιόχεια Ἀστέριο τό Σοφιστή (337-341) νά χαρακτηρίζει τή νύκτα τοῦ Πάσχα ὡς «φωτός πεπληρωμένη» καί «ἀστραπῆς φαεινοτέρα » (50). Ὁ ἴδιος δέ συγγραφέας μνημονεύει καί τό δωδέκατο ἀνάγνωσμα (περί τῶν τριῶν παίδων), τό τελευταῖο δηλαδή τῆς σειρᾶς πού διαβαζόταν τήν ἑσπέρα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου (51). Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἀπό τήν ἐποχή αὐτή ἄρχισαν νά διαμορφώνονται τά ἀναγνώσματα πού μνημονεύονται ἀναλυτικά σέ πηγές τοῦ ἀμέσως ἑπόμενου αἰώνα καί διαβάζονταν γιά νά καλύψουν ἀφενός τή νυχτερινή ἀκολουθία καί ἀφ’ ἑτέρου «διά τήν διδαχήν των πρός τό βάπτισμα εὐτρεπιζομένων» (52). Ἀνάλογη πληροφορία μᾶς δίδει καί ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων (312-386), ὁ ὁποῖος στή σύντομη Κατήχηση πού ἀπηύθυνε στούς φωτιζομένους τό βράδυ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου μνημονεύει τό ἕκτο κατά σειράν ἀνάγνωσμα ἀπό τόν Ἠσαΐα «φωτίζου, ἡ νέα Ἱερουσαλήμ ἤκει γάρ σάν τό φῶς» (53). Σημειωτέον ὅτι, στή Βυζαντινή παράδοση, ὅπου ὑπάρχουν δεκαπέντε ἀναγνώσματα, τό κείμενο ἀπό τόν Ἠσαΐα εἶναι δεύτερο στή σειρά, ἐνῶ ὁ ὕμνος τῶν τριῶν παίδων εἶναι τό δέκατο πέμπτο ἀνάγνωσμα.

Γιά τή λαμπροφορία καί φωταγωγία τῆς πασχαλινῆς νύκτας μιλᾶ καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στούς περίφημους περί τοῦ ἁγίου Πάσχα λόγους τοῦ (54). Κομμάτια δέ ὁλόκληρα ἀπό αὐτές τίς ὁμιλίες ἀξιοποιήθηκαν ἀπό τούς ὑμνογράφους, ὅπως π.χ. τόν Ἰωάννη τό Δαμασκηνό, προκειμένου νά ὑμνηθεῖ τό γεγονός τῆς ἀναστάσεως (55).

Περισσότερα λειτουργικά στοιχεῖα γιά τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα μᾶς δίδουν δύο σπουδαία κείμενα τοῦ τέλους τοῦ Δ’ μ.Χ. αἰώνα. Πρόκειται γιά τίς «Διαταγές τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων» καί τό «Ὁδοιπορικό» της περιηγήτριας Αἰθερίας.

Τό πρῶτο, τό ὁποῖο διασώζει τήν μέχρι τότε Λειτουργική Παράδοση τῆς Ἀντιόχειας, ἐπαναλαμβάνει καί ἐμπλουτίζει μαρτυρίες πού ἔχουμε ἀπό τή «Διδασκαλία των Ἀποστόλων» καί τόν Ἰππόλυτο. Ξεκινᾶ μέ τήν παρατήρηση ὅτι τό χριστιανικό Πάσχα δέν ἔχει καμία σχέση μ’ αὐτό τῶν Ἰουδαίων καί προχωρᾶ στούς ὅρους τῆς προπασχάλιας ἑβδομαδιαίας νηστείας «ἀπό δευτέραν μέχρι τῆς Παρασκευῆς καί Σαββάτου, ἐξ ἡμέρας, μόνω χρώμενοι ἄρτω καί ἀλί καί λαχάνοις καί ποτῶ ὕδατι… Τήν μέντοι Παρασκευήν καί Σάββατον ὁλόκληρον νηστεύσατε… μηδενός γενόμενοι μέχρις ἀλεκτοροφωνίας· εἰ δέ τίς ἀδυνατεῖ τάς δύο συνάπτειν ὁμοῦ, φυλασσέσθω καν τό Σάββατον » (56).

Στή συνέχεια ἀναφέρεται στήν παννυχίδα τοῦ Πάσχα, κατά τήν ὁποίαν οἱ πιστοί διανυκτερεύουν προσευχόμενοι καί δεόμενοι καί «ἀναγινώσκοντες τόν Νόμον, τούς Προφήτας, τούς Ψαλμούς μέχρι ἀλεκτρυόνων κλαγγῆς». Ἀκολουθεῖ τό Βάπτισμα τῶν κατηχουμένων, ἡ ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου «ἐν φόβω καί ἐν τρόμω» καί τό κήρυγμα πρός τό λαό διά «τά πρός σωτηρίαν » (57). Ἡ ὅλη τελετή ὁλοκληροῦται μέ τή θεία Εὐχαριστία τίς πρωινές ὧρες τῆς Κυριακῆς, κατά τίς ὅποιες ἔγινε καί ἡ Ἀνάσταση. «Διά τοῦτο οὔν καί ὑμεῖς» γράφει ὁ συγγραφέας τῶν « Ἀποστολικῶν Διαταγῶν» « ἀναστάντος τοῦ Κυρίου προσενέγκατε τήν θυσίαν ὑμῶν, περί ἧς ὑμίν διετάξατο δι’ ἡμῶν λέγων: «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν», καί λοιπόν ἀπονηστεύετε, εὐφραινόμενοι καί ἑορτάζοντες, ὅτι ἀρραβών τῆς ἀναστάσεως ὑμῶν Ἰησοῦς ὁ Χριστός ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν » (58). Σημαντική εἶναι ἐπίσης καί ἡ μαρτυρία τῶν «Ἀποστολικῶν Διαταγῶν» γιά τήν μετά ἀπό ὀκτώ ἡμέρες ἑορτή τοῦ Θωμᾶ, ἀλλά καί μετά ἀπό σαράντα ἡμέρες ἑορτή τῆς ἀναλήψεως (59).

Τό δεύτερο κείμενο, αὐτό τῆς Αἰθερίας, ἀναφερόμενο στήν ἀγρυπνία τοῦ Πάσχα λέει ὅτι γίνεται ὅπως στή Δύση. Ἡ διαφορά βρίσκεται στό ὅτι οἱ νεωφώτιστοι μετά τή βάπτισή τους καί τήν ἔνδυσή τους μέ λευκά ἐνδύματα, ὁδηγοῦνται μέ τόν Ἐπίσκοπο στήν Ἀνάσταση. Ὁ Ἐπίσκοπος εἰσέρχεται πίσω ἀπό τό κιγκλίδωμα τῆς Ἀναστάσεως, ψάλλεται ἕνας ὕμνος, προσεύχεται ὁ Ἐπίσκοπος γιά τούς νεοφώτιστους καί μεταβαίνει μαζί τους στή μεγάλη Ἐκκλησία, τό Μαρτύριο, γιά τήν συνέχιση τῆς ἀγρυπνίας μέ τή συμμετοχή ὅλου του λαοῦ (60). Οἱ πληροφορίες αὐτές δείχνουν ὅτι ἡ βάπτιση δέν διέκοπτε τήν ὅλη ἀκολουθία, ἀλλά ἐνῶ γινόταν αὐτή οἱ πιστοί παρέμεναν στό Ναό τοῦ Μαρτυρίου συμμετέχοντες στήν ἀκολουθία (61).

Ἀκολούθως ἐτελεῖτο ἡ θεία Λειτουργία ( facta oblatione fit missa ) καί γινόταν ἀπόλυση. Μετά δέ τή θεία Λειτουργία καί τήν ἀπόλυση στή μεγάλη Ἐκκλησία, μέ ψαλμούς καί ὕμνους ἔρχονταν στήν Ἀνάσταση ὅπου διαβαζόταν ξανά τό ἀναστάσιμο εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα (62). Ἐδῶ ἔχουμε τήν ἀρχαιότερη μαρτυρία γιά τά ὀρθρινά ἀναστάσιμα Εὐαγγέλια, τά λεγόμενα Ἑωθινά Εὐαγγέλια (63). Στό νέο αὐτό Ναό ἔκαναν μία προσευχή καί ὁ Ἐπίσκοπος τελοῦσε πάλι τήν θεία Λειτουργία ( fit oratio et denuo ibi offeret episcopus ). Ἐδῶ ἔχουμε ἐπίσης τήν παλαιότερη ἀναφορά τελέσεων δεύτερης θείας Λειτουργίας στήν ἴδια λειτουργική ἡμέρα, ἀλλά σέ διαφορετικό Ναό (64), χάριν τοῦ λαοῦ, ὅπως χαρακτηριστικά σημειώνει ἡ Αἰθερία (65). Ἐνδιαφέρουσες πληροφορίες μᾶς δίδει ἡ Αἰθερία καί γιά τόν Ἑσπερινό της Κυριακῆς του Πάσχα, μετά τήν ἀπόλυση τοῦ ὁποίου ὅλοι λιτανευτικά μετέβαιναν στήν Σιῶν, ὅπου ἔψελναν ὕμνους, ἔκαναν μία προσευχή καί διάβαζαν ἀπό τόν εὐαγγελιστή Ἰωάννη τήν περικοπή «οὔσης ὀψίας τή ἡμέρα ἐκείνη…» (Ἰω. 20, 19-25) πού ἀναφέρεται στήν ἐμφάνιση τοῦ Ἰησοῦ στούς μαθητές (66) καί εἶναι ἡ ἴδια πού μέχρι καί σήμερα διαβάζεται στόν Ἑσπερινό της Ἀγάπης.

Ἡ εἰκόνα πού ἔχουμε γιά τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα στήν Ἱεροσολυμιτική λειτουργική παράδοση ὁλοκληρώνεται μέσα ἀπό τά στοιχεῖα πού μᾶς δίδουν πηγές μεταγενέστερές του τετάρτου μ.Χ. αἰώνα. Πρόκειται

α) γιά τό «Τυπικό των Ἀρμενίων» ἤ «Ἀρχαῖο Βιβλίο τῶν Περικοπῶν» (5 ου μ.χ, αἱ.), ποῦ διασώζει πανάρχαια Ἱεροσολυμιτικά στοιχεῖα σέ ἀρμενική μετάφραση (67),

β) τό «Μέγα Λεξιονάριο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων» ἤ «Μέγα Βιβλίο Περικοπῶν» (5 ου μ.Χ. αἱ., πού καί αὐτό μας παραδίδει τήν παλαιά Ἱεροσολυμιτική λειτουργική πράξη σέ γεωργιανή μετάφραση (68),

γ) τό «Ἱεροσολυμιτικό Κανονάριον (Τυπικόν)», 7 οὐ μ.Χ. αἱ., κατά Γεωργιανήν μετάφρασιν (69), καί

δ) τό «Τυπικόν της Ἀναστάσεως» τοῦ ἔτους 1122, σέ ἔκδοση τοῦ Παπαδόπουλου Κεραμέα (70).

Τά θέματα ἐκεῖνα πού ἀξίζει ἐδῶ κυρίως νά παρουσιάσουμε, μέ βάση τά παραπάνω κείμενα, στά ὁποῖα ἡ ἀκολουθία τοῦ Πάσχα, ἀλλά καί ὁλόκληρης τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, εἶναι συγκροτημένη, ἀφοροῦν

α) στήν τελετή τῆς ἁφῆς τοῦ ἁγίου φωτός,

β) στή διαμόρφωση καί ἐξέλιξη τῶν ἀναγνωσμάτων κατά τό ἑσπέρας τοῦ Μ. Σαββάτου καί τήν τελετή τῆς Βαπτίσεως καί,

γ) στό ὑμνογραφικό στοιχεῖο μέ τό ὁποῖο ἐμπλουτίζεται ἡ τάξη τῆς Πασχαλινῆς Παννυχίδας.

Γιά τήν ἁφή τοῦ ἁγίου φωτός σαφῆ καί ἰδιαίτερη μνεία κάνει τό «Ἀρμενικό Τυπικό», τό ὁποῖο εἶναι πολύ κοντά στήν τάξη πού μᾶς διασώζει ἡ Αἰθερία, ἡ ὁποία ἄμεσα τουλάχιστον δέν κάνει λόγο γι’ αὐτό τό θέμα. Ἡ ἴδια βεβαίως ὅταν περιγράφει τόν Ἑσπερινό μιᾶς κοινῆς Κυριακῆς στό Ναό τῆς Ἀναστάσεως λέγει ὅτι οἱ πιστοί «ἀνάπτουν τούς λύχνους καί τά κηρία» ἀπό φῶς πού «προέρχεται ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ του σπηλαίου, ἔνθα νύκτα καί ἡμέραν ἄνευ διακοπῆς καίει λύχνος ὄπισθέν του κιγκλιδώματος» (71). Δέν ἀποκλείεται ἡ συνήθης αὐτή πράξη πού ἔχει τίς ρίζες της σέ παλαιότερο ἔτος ἀνάμματος λύχνων ἤ κηρίων στούς τάφους τῶν μαρτύρων καί εἶναι δομικό στοιχεῖο τοῦ Ἑσπερινοῦ, νά ἐντάχθηκε καί στό τυπικό της παννυχίδας τοῦ Πάσχα μέ τόν ἴδιο ἀρχικά ἁπλό τρόπο (72).

Ἡ παλαιότερη πάντως ἀναφορά σε τελετή ἁφῆς τοῦ νέου φωτός κατά τό Πάσχα παραδίδεται ἀπό τόν Ἱερώνυμο στή Δύση τό 384, τήν ἴδια ἀκριβῶς ἐποχή πού ζεῖ καί ἡ Αἰθερία. «Τό γεγονός ὅτι ἡ ἐν λόγω τελετή, κατά κοινήν ὁμολογίαν τῶν ἐρευνητῶν, εἰσῆλθεν εἰς τήν Δύσιν ἐκ τῆς Ἀνατολῆς, ὁδηγεῖ ἠμᾶς εἰς τό συμπέρασμα, ὅτι ἡ πρώτη ἐμφάνισις αὐτῆς θά πρέπει νά ἀναζητηθῆ εἰς χρόνον ἱκανῶς προγενέστερόν του ἔτους 384» (73). Ὡς ἐκ τούτου ἡ πληροφορία τοῦ «Ἀρμενικοῦ Τυπικοῦ» γιά τήν ἀκολουθία τῶν φώτων στήν ἁγίαν Ἀνάστασιν τήν ἑσπέρα τοῦ Σαββάτου, ὁπότε καί ὁ Ἐπισκόπος «ἀνάπτει τρία κηρία καί μετ’ αὐτόν οἱ διάκονοι καί ἐν συνεχεία ἅπαν το ἐκκλησίασμα» (74) μᾶς διασώζει ἀρχαία πράξη γνωστή σ’ Ἀνατολή καί Δύση.

Γιά τήν τελετή αὐτή μιλᾶ καί τό «Μέγα Λεξιονάριο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων» ἤ «Μέγα Βιβλίον τῶν Περικοπῶν». Ἐδῶ ἡ πράξη αὐτή γίνεται πρίν τό βάπτισμα τῶν νεοφώτιστων, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως, μετά τό Ἀντίφωνα τοῦ Ἑσπερινοῦ · «Μετά ταῦτα ὁ Ἐπίσκοπος δίδει ἀσπασμόν εἰς τούς ἱερεῖς, διακόνους καί ὑπηρέτας τοῦ ναοῦ. Ἔπειτα ὁ Ἐπίσκοπος εὐλογεῖ καινουργές κηρίον, ἀνάπτουν τά κηρία καί ἀνοίγουν τάς θήρας, ἀρχόμενοι ψάλλοντες «Κύριε ἐκέκραξα» (75). Τήν ἴδια σχεδόν διάταξη γιά τό θέμα αὐτό ἔχει καί τό «Ἱεροσολυμιτικόν Κανονάριον» τοῦ ἑβδόμου μ.Χ. αἰώνα (76).

Πληρέστερη περιγραφή γιά τήν ἁφή τοῦ ἁγίου φωτός κάνει τό Τυπικό της Ἀναστάσεως (12 ὅς μ.Χ. αἱ.), ἀνάλογη περίπου μ’ αὐτή πού γίνεται σήμερα στόν Πανάγιο Τάφο. Τήν ὥρα τοῦ Ἑσπερινοῦ καί μετά τήν Εἴσοδο καί τά ἀναγνώσματα στό Ναό τῆς Ἀναστάσεως «πίπτει ὁ Πατριάρχης ἔμπροσθέν του Ἁγίου Βήματος ἐπί πρόσωπον, εἰς τό ἔδαφος, καί δεηθῆ μετά δακρύων ὑπέρ τῶν τοῦ λαοῦ ἁγνοημάτων καί ἐκτείνει τάς χείρας αὐτοῦ πρός τό ὕφος. Ποιεῖται οὕτως τρίς, καί οἱ σύν αὐτῶ ὁμοίως· καί ὁ λαός τό «Κύριε ἐλέησον» μέ φωνᾶς ἀδιαλείπτως. Καί τότε ἐν τῷ εἰσελθεῖν ὁ Πατριάρχης εἰς τόν Ἅγιον Τάφον καί οἱ μετ’ αὐτοῦ, πίπτει ἐπί πρόσωπον τρίς καί δεηθῆ καί παρακαλεῖ περί ἑαυτοῦ τέ καί τοῦ λαοῦ καί τότε ἄψει ἐκ τοῦ Ἁγίου Τάφου τό ἅγιον φῶς καί δίδει εἰς τόν ἀρχιδιάκονον, καί ὁ ἀρχιδιάκων τῷ λαῶ· καί μετά τοῦτο εὐγένει ὁ Πατριάρχης καί οἱ σύν αὐτῶ, ψάλλοντες στιχηρόν ἤχου α’. Εὐθύς λιτή εἰς τόν Ἅγιον Κωνσταντῖνον. Φωτίζου φωτίζου ἡ νέα Ἱερουσαλήμ…» (77).

Σχετικά τώρα μέ τά πολλά ἀναγνώσματα πού λέγονταν στόν Ἑσπερινό του Μεγάλου Σαββάτου, ἄλλοτε πρίν τό βάπτισμα, ἄλλοτε μετά καί ἄλλοτε κατά τή διάρκεια τῆς τέλεσής του (78), εἴδαμε ὅτι ἡ διαμόρφωσή των εἶχε ἀρχίσει ἀπό παλαιότερα. Τό πρῶτο ὅμως κείμενο στό ὁποῖο διασώζεται ἡ πλήρης σειρά αὐτῶν τῶν περικοπῶν ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι τό «Ἀρμένικο Τυπικό». Μετά ἀπό κάθε ἀνάγνωσμα διαβαζόταν μία εὐχή καί γινόταν γονυκλισία. Μετά τό τελευταῖο κείμενο ἀπό τόν προφήτη Δανιήλ γιά τούς τρεῖς παῖδες ὁ Ἐπίσκοπος εἰσόδευε τούς νεοφώτιστους στό καθολικό του Ναοῦ γιά τήν τέλεση προφανῶς τῆς θείας Λειτουργίας (79). Τά κείμενα αὐτά ἦταν α) Γέν. 1,13,24, β) Γέν. 22, 18, γ) Ἔξοδ. 12,1-24. δ) Ἰωνά 1,1-4,11, ε) Ἔξοδ. 14,24-15,21 στ) Ἡσ. 60,1-13, ζ) Ἰώβ 38,1-28, η) Δ’ Βασ. 2, 1-29, θ) Ἱερ. 31,31-4, ι) Ἰησοῦ Ναυή 1,1-9, ια) Ἰεζεκ. 37, 1-14 καί ιβ) Δᾶν. 3,1-90.

Τά ἀναγνώσματα τοῦ «Μεγάλου Λεξιοναρίου τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων» (80) καί τοῦ «Ἱεροοολυμιτικοῦ Κανό ναρίου» τοῦ Ζ’ αἰώνα εἶναι τά ἴδια (81) μέ μικρές μόνο παραλλαγές. Ἡ ἀνάγνωσή των δέν φαίνεται ὅτι γινόταν κατά τή διάρκεια τῆς βαπτίσεως τῶν φωτιζομένων. Ἀντιθέτως στό «Τυπικό της Ἀναστάσεως» τά ἀναγνώσματα εἶναι δεκαπέντε, τά ἴδια μ’ αὐτά πού ὑπάρχουν μέχρι σήμερα στό Τριώδιο (82), διαβάζονται πρίν τή Βάπτιση τῶν φωτιζομένων καί ὁρισμένα ἀπό αὐτά ἔχουν προκείμενα τά ὁποῖα ψάλλονται ἀντιφωνικά (83).

Τά δύο μεταγενέστερα Τυπικά της Ἱεροσολυμιτικῆς Λατρείας, δηλαδή τό «Κανονάριο» τοῦ Ζ’ αἰώνα καί τό «Τυπικό της Ἀναστάσεως» τοῦ IB ‘ αἰώνα, μᾶς δίδουν ἐνδιαφέροντα στοιχεῖα τόσο γιά τήν ὑμνογραφία τῆς ἑορτῆς, ὅσο καί γιά ἄλλες πτυχές τῆς τάξεως τῆς πασχαλίου ἀκολουθίας πού δυστυχῶς στήν πορεία τῶν αἰώνων ἀλλοιώθηκαν.

Ἔτσι, στό πρῶτο κείμενο μαρτυρεῖται τό Στιχηρό τοῦ Ἑσπερινοῦ « Φωτίζου, φωτίζου Ἱερουσαλήμ », ἡ ὑπακοή « Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε…» κατά τήν εἴσοδο τῶν νεοφώτιστων στήν ἐκκλησία γιά τήν ἔναρξη τῆς θείας Λειτουργίας, τό «Χριστός Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν » μετά τήν ἔναρξη τῆς θείας Λειτουργίας καί πρίν τά ἀναγνώσματα καί τά τροπάρια «Κύριε, ὥσπερ νεκρός ἐν τάφω» καί «Ὁ ἄγγελός σου, Κύριε» στόν Ὄρθρο τοῦ Πάσχα (84).

Στό Τυπικό της Ἀναστάσεω ς ὁ ἑσπερινός κατά τήν παννυχίδα τοῦ Πάσχα ψάλλεται « ὄπισθέν του Ἁγίου Τάφου ἐν γαληνότητι », ἐνῶ προηγουμένως κατά τήν ἐνάτην ὥρα «καταβαίνει ὁ Πατριάρχης σύν τῷ κλήρω ἀλλαγμένοι ἄσπρα εἰς τήν Ἁγίαν Ἀνάστασιν». Μνημονεύονται τά στιχηρά ἀναστάσιμα στό «Κύριε ἐκέκραξα», «Τάς ἐσπερινᾶς ἡμῶν εὐχᾶς…» κ.λπ., τό  φωτίζου φωτίζου ἡ νέα Ἱερουσαλήμ » στή Λιτή, καί τά Ἀπόστιχα «Φῶς ἑσπερινόν ἐπέλαμψεν τοῖς ἐν σκότει πάοιν…», «Ἔλαμψεν «ἡμῖν ἡ πάμφωτος καί σεπτή ἑσπέρα…» καί « Ἱερουσαλήμ, φαιδρύνθητι· ἡ Σιῶν, εὐφραίνου…».

Ἀπό τήν πλούσια ὑμνογραφία πού διασώζει τό τυπικό αὐτό μνημονεύουμε ἀκόμη τά στιχηρά πού ψάλλονται εἰς τά ἅγια, ἀντί τοῦ χειρουβικοῦ, «τῆς λαμπρᾶς καί ἔνδοξου ἐορτασίμου ἀναστάσεως…», καί β) «Ἐξηγέρθης, Χριστέ, ἐκ τοῦ μνήματος…», ἐπίσης τόν Κανόνα «Ἀναστάσεως ἡμέρα…», ποίημα Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, καί τό Κοινωνικόν «Ἄγγελοι, σκτιρτήσατε, ἀγαλλιάσθε, γηγενεῖς…» σέ ἦχο πλ. α’ (85).

Ὡς ξεχωριστά χαρακτηριστικά της ἀκολουθίας τοῦ Πάσχα, ὅπως τήν περιγράφει το ὡς ἄνω Τυπικό, μποροῦμε νά ἐπισημάνουμε

α) τόν τρόπο ἁφῆς τοῦ ἁγίου φωτός κατά τόν Ἑσπερινό της νύκτας τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, στόν ὁποῖον ἤδη ἀναφερθήκαμε,

β) τήν τέλεση τριῶν Λειτουργιῶν κατά τήν ἴδια μέρα, μία στό Ναό τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, τή Λειτουργία τοῦ ἁγίου Ἰακώβου ἀπό τόν Πατριάρχη «εἰς τόν Ἅγιον Τάφον, ἔσωθεν, ἐπί τόν ἅγιον λίθον» καί μία τρίτη μετά τόν ὄρθρο τοῦ Πάσχα στήν Ἁγίαν Ἀνάστασιν (86),

γ) τόν λιτανευτικό τρόπο εἰσόδου στό Ναό τῆς Ἀναστάσεως γιά τήν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου, τοῦ Πατριάρχη καί ὅλου του κλήρου ἐνδεδυμένων μέ «στολία λευκά» (87), τοῦ πρωτοπαπᾶ ἐκφωνοῦντος τό «Δόξα τή ἁγία καί ὁμοουσίω καί ζωοποιῶ τριάδι…» καί τοῦ Πατριάρχου λέγοντος «φωνή λαμπρά» το «Ἀναστάσεως ἡμέρα [καί ἡ ἀρχή δεξιά…]» (88). Τήν ὥρα ἐκείνη ἀκούγεται μπροστά στή Βασιλική Πύλη τῆς Ἁγίας Ἀναστάσεως τό « Χριστός Ἀνέστη…» ψαλλόμενο μέ στίχους πολλές φορές. «Εὐθύς ἀνοίγονται καί εἰσελεύσεται ὁ Πατριάρχης σύν τῷ κλήρω εἰς τόν ναόν, ψάλλοντες τό Χριστός Ἀνέστη…» (89),

δ) τήν ψαλμωδία στιχηρῶν τροπαρίων ἀντί χερουβικοῦ κατά τήν πρώτη Λειτουργία στόν ἅγιο Κωνσταντῖνο τό βράδυ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου (90),

ε) τήν ἀνάγνωση τοῦ κατηχητικοῦ λόγου τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ἀπό τόν ἀρχιδιάκονο «μεγάλη φωνή» στό τέλος τοῦ ὄρθρου τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα (91), καί

στ) τήν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου τῆς τρίτης Λειτουργίας, μετά δηλαδή τόν Ὄρθρο, ἀπό τόν Πατριάρχη «ἐν τῷ συνθρόνω αὐτοῦ» καί ἀπό τόν ἀρχιδιάκονο «ἐπί τόν ἄμβωνα· καί εἰ τί λέγει ὁ Πατριάρχης, λέγει αὐτό καί ὁ ἀρχιδιάκονος ἕως τέλους τοῦ Εὐαγγελίου» (92).

Ὅλος αὐτός ὁ περί τήν ἑορτήν τοῦ Πάσχα λειτουργικός πλοῦτος τῶν Ἱεροσολύμων γίνεται ἀκόμη μεγαλύτερος στήν ἐορτολογική παράδοση καί λατρευτική πράξη τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἐκεῖ ὅπου τα τοπικά ἔθιμα ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καί τῶν μεγάλων Πατριάρχων Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καί Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου συνηνώθησαν μέ παραδόσεις τῆς Ἀντιοχείας καί ἀργότερα τῶν Ἱεροσολύμων. Ἔτσι, λοιπόν, ἑορτή τοῦ Πάσχα ἐτελεῖτο μέ πάσαν λαμπρότητα καί οἱ λαμπάδες πυρός ἐπί Μεγάλου Κωνσταντίνου φώτιζαν ὅλο τόν τόπο κατά τή νύκτα τοῦ Πάσχα· «ὡς λαμπάς ἡμέρας τηλαυγεοτέραν τήν μυστικήν διανυκτέρευσιν ἐπιτελεῖσθαι» (93).

Ἡ αὐτοκρατορική τελετουργία ἔθεσε τή δική της σφραγίδα στή μεγαλοπρέπεια τοῦ Πάσχα μέ τίς δοχές καί τά ἐξαίρετα ἄγνωστα τροπάρια πού ὑμνοῦν τῆς Ἀναστάσεως τό Μυστήριο (94). Λίγο ἀργότερα, τό 10 ὁ αἰώνα, τό ἀσματικό Τυπικό της Ἁγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως καταγράφει τήν ἀκολουθία τῆς Ἀναστάσεως μέ τά βαπτίσματα τῶν φωτιζομένων καί τά 15 Παλαιοδιαθηκικά ἀναγνώσματα ἴδια ἀκριβῶς μέ αὐτά τοῦ Τυπικοῦ της Ἀναστάσεως στά Ἱεροσόλυμα (95).

Τό 12 ὁ αἰώνα τό Τυπικό της Παναγίας τῆς Εὐεργέτιδος, τό ὁποῖο ἐπηρέασε κατά πολύ καί τά ἄλλα μοναστηριακά Τυπικά της ἐποχῆς αὐτῆς, δίδει τή δική του εἰκόνα ὅσον ἀφορᾶ τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα. Ἐνδεικτικά μόνο μνημονεύομε τό χρόνο ἔναρξης τῆς πασχαλινῆς παννυχίδας (τήν ἡ’ ὥρα τῆς νυκτός, δηλαδή 2 περίπου τά μεσάνυχτα), τήν τελετή τῆς ἁφῆς τοῦ ἁγίου φωτός κατά τόν ἀρχαῖο τρόπο στό νάρθηκα τοῦ Ναοῦ καί ὄχι ὅπως γίνεται σήμερα, καί τή συνήθεια νά γονατίζουν ὅλοι, μέ τό πρῶτο «Χριστός Ἀνέστη», «δοξάζοντες τόν ἀναστάντα Χριστόν» (96).

Λίγους αἰῶνες μετά καί δή κατά τόν 16 ὁ αἰώνα στή λειτουργική πράξη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας κυριαρχεῖ ἡ ἔντυπη μορφή τοῦ ἀναθεωρημένου «Τυπικοῦ» του Ἁγίου Σάββα (πρώτη ἐκτύπωση 1545), τό ὁποῖο κρατᾶ τήν παλαιό μοναστική τάξη ὅσον ἀφορᾶ τήν ἀκολουθία τοῦ Πάσχα. «Στήν πραγματικότητα, ἡ ἔμφανιση ἔντυπων λειτουργικῶν κειμένων, καθ’ ὅλη τή διάρκεια τοῦ 16ου αἰώνα, στερέωσε τήν κυριαρχία τῆς μοναστικῆς λειτουργικῆς παράδοσης καί παράλληλα ἐπέφερε ὁμοιομορφία καί ἱερές ἀκολουθίες. Αὐτή ὡστόσο, ἡ ὁμοιομορφία ποτέ δέν ἦταν ἀπόλυτη.Παραλείψεις, συντμήσεις, ποικιλίες καί προσθῆκες ἦταν ἀναπόφευκτες κυρίως στήν ἐνοριακή χρήση. Αὐτή ἡ κατάσταση τῆς σχετικῆς ποικιλίας ὁδήγησε στή δημιουργία τῶν νέων Τυπικῶν του 1838 (Κωνσταντίνου) καί 1888 ( Βιολάκη ), ἐκ τῶν ὁποίων τό δεύτερο ἔπαιξε ἀποφασιστικό ρόλο στή δημιουργία νέου κανόνα γιά τή λειτουργική πράξη» (97).

Ἔτσι, λοιπόν, ἄν συγκρίνει κανείς τή σημερινή τάξη τῆς πασχαλινῆς ἀκολουθίας μέ αὐτήν πού διαμορφώθηκε παλαιότερα καί καταγράφηκε στά λειτουργικά Τυπικά της Παλαιστίνης καί τοῦ Βυζαντινοῦ χώρου θά διαπιστώσει σημαντικότατες ἀλλαγές, προσαρμογές καί διευθετήσεις.

Ὁ νηπιοβαπτισμός, ἡ ἀλλαγή στίς λειτουργικές συνήθειες, οἱ τροποποιήσεις στή νηστεία, ὁ ἐλαττούμενος ἀριθμός κληρικῶν κ.α. (98) ὁδήγησαν στή διάσπαση τῆς παννυχίδας τοῦ Πάσχα. Στό ἕνα μέρος μέ τόν Ἑσπερινό καί τή θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου πού μετακινήθηκε τό πρωί τοῦ Σαββάτου, ὡς προεόρτια οὐσιαστικά του Πάσχα καί στό δεύτερο μέρος μέ τό μεσονυκτικό, τήν τελετή τῆς Ἀναστάσεως καί τή θεία Λειτουργία πού στίς ἐνορίες διαρκεῖ ἀπό τίς 11 τό βράδυ μέχρι τίς δύο περίπου μετά τά μεσάνυχτα.

Ὁ ἀριθμός ἐπίσης τῶν 15 ἀναγνωσμάτων κατά τόν Ἑσπερινό του Πάσχα περιορίσθηκαν ἀπό τό Τυπικό του Βιολάκη σέ τρία (Γέν. 1,1-13· Ἰωνά 1-4, Δανιήλ 3,1-56) καί παρελείφθησαν ὅλα τά ἀσματικά στοιχεῖα ἀπό αὐτά. Δημιουργήθηκε ἀκόμη μία ἐνδιάμεση τελετή μεταξύ μεσονυκτικού καί ἄρθρου μέ τήν ἁφή τοῦ φωτός ἀπό τήν ὡραία πύλη (99), τήν ἀδόκιμη ψαλμωδία τοῦ Ζ’ δοξαστικοῦ ἑωθινοῦ « Ἰδού σκό τία καί πρωί…» (100 ), τήν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου «Ὀψέ Σαββάτων…» παλαιότερα ἀλλά καί στά νεώτερα ἁγιορειτικά Τυπικά ἤ «Διαγενομένου τοῦ σαββάτου…» κατά μεταγενέστερη τάξη πού ἰσχύει καί σήμερα (101), πρίν τήν εἴσοδο κλήρου καί λαοῦ στό Ναό. Ἐπιπλέον ἔγινε ἀλλαγή τῆς θέσης τοῦ ἀσπασμοῦ ἀπό τό τέλος τοῦ Δοξαστικοῦ «Ἀναστάσεως ἡ μέρα…» στήν ἀρχή τοῦ Κανόνα, καθώς καί μετάθεση τῆς ἀνάγνωσης τοῦ Κατηχητικοῦ λόγου τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (ἀπό τά Τυπικά Κωνσταντίνου καί Βιολάκη ) στό τέλος τῆς θείας Λειτουργίας ἀπό τό τέλος τοῦ Ὄρθρου πού εἶναι ἡ σωστή του θέση (102).

Παρά τήν ἐξέλιξη αὐτή τό ἀναστάσιμο μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας μέσα ἀπό ὁποιαδήποτε μορφή Ἀκολουθίας, σύντομης ἤ ἐκτενοῦς, γιά τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο εἶναι τό ἴδιο «μέχρι τερμάτων αἰῶνος». Εἶναι ἡ ἐκ θανάτου πρός τήν ζωήν διάβαση τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ πρόγευση τῆς χαρᾶς τοῦ ὁριστικοῦ συμποσίου «ἐν τῇ βασιλεία τοῦ Πατρός» (103). Μέσα ἀπό τήν κοινωνία τῶν μυστηρίων τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως γίνεται καθημερινό βίωμα καί ἀπαρχή τῆς ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΟΝ ΚΑΙ ΘΕΟΔΕΓΜOΝΑ ΤΑΦΟΝ

 ἱερομ. Ἰουστίνου

 

…Ὦ λίθε στό ἄνοιγμα τοῦ ἱεροσολυμιτικοῦ Τάφου, σάν τόν λίθο στό ἄνοιγμα τοῦ βαβυλωνιακοῦ λάκκου! Στή Βαβυλώνα ἔριξαν τόν Δανιήλ στόν λάκκο τῶν λεόντων «καί ἤνεγκαν λίθον καί ἐπέθηκαν ἐπί τό στόμα τοῦ λάκκου, καί ἐσφραγίσατο ὁ Βασιλεύς ἐν τῷ δακτυλίῳ αὐτοῦ»(Δαν. 6. 17). Στήν Ἱερουσαλήμ ἀφοῦ προσκύλισαν «λίθον μέγαν τῇ θύρᾳ τοῦ μνημείου …ἠσφαλίσαντο τόν τάφον σφραγίσαντες τόν λίθον μετά τῆς κουστωδίας» (Ματθ. 27.60. 66) τοῦ Ρωμαίου ἑκατόνταρχου πού ἔφερε στή χλαμύδα του τά σύμβολα καί τήν προσωπογραφία τοῦ βασιλιᾶ του.

Στή Βαβυλώνα ἔβαλαν τόν Δανιήλ ζωντανό στόν λάκκο σάν σέ τάφο, γιά νά μή βγεῖ ποτέ ἀπό κεῖ, παρά μόνο σάν ὑπολείμματα, ἀποφάγια θηρίων. Στήν Ἱερουσαλήμ ἔβαλαν τόν προκαταγγελμένο ἀπό τόν Δανιήλ – εἶναι ὁ «ὡς υἱός ἀνθρώπου» (7.13). Τόν ἔβαλαν νεκρό στόν Τάφο σάν σέ λάκκο, γιά νά μή βγεῖ ποτέ ἀπό κεῖ παρά μόνο σάν λείψανα τῆς φθορᾶς, ἀποφάγια τοῦ ἀρχαίου δράκοντα καί θηρίου, τοῦ θανάτου. Ὡστόσο γελάσθηκαν ἐπειδή δέν ἔβαλαν «υἱόν ἀνθρώπου» ἀλλά ἔβαλαν «ὡς υἱόν ἀνθρώπου». δηλ. κάποιον σάν γιό ἀνθρώπου, Θεό πού ἐνανθρώπησε, πλήν δέν ἄφησε τή θεότητα! Γι᾽ αὐτό καί βγῆκε θριαμβευτής, ζωντανός καθώς πρίν ὁ Δανιήλ.

Ὦ λίθε τοῦ Τάφου τοῦ Ἰησοῦ, μοιάζεις καί δέν μοιάζεις μέ τόν λίθο τοῦ τάφου τοῦ φίλου Του τετραήμερου. Μοιάζεις: Σκέπασες ἐπίσης νεκρό, ἀποκυλίσθηκες ἐπίσης. Δέν μοιάζεις: Σύ σκέπασες «νεκρό» Θεό, καί ἀκόμη ἀποκυλίσθηκες παράδοξα. Στήν ἀποκύληση τοῦ τετραήμερου λίθου ὑπούργησαν ἄνθρωποι, τοῦ τριήμερου ἄγγελοι. «Χωρίς δέ πάσης ἀντιλογίας» φυσικά εἶναι καί τά δύο, μιά πού ἐκ φύσεως «τό μεῖζον ὑπό τοῦ ἐλάττονος» ὑπουργεῖται (πρβλ. Ἑβρ. 7.7). Ὑπηρετεῖται δηλ. κανείς ἀπό ἴσους ἤ κατώτερούς του, ἐκτός ἀπό τήν ἐξαίρεση τοῦ θείου ἐλέους καί τῶν ὀργάνων του, τοῦ Κυρίου καί τῶν ἀγγέλων πού φροντίζουν γιά τή σωτηρία μας. Λοιπόν στόν πρῶτον λίθο, τόν βηθανικό, ὑπούργησαν ἄνθρωποι, στόν δεύτερο, τόν σιωνικό, ἄγγελος καί ἀρχάγγελος, ὥστε νά ἐμφανισθεῖ ὁ «παῖς Κυρίου», ὁ Μεσσίας, ὡς «μεγάλης βουλῆς ἄγγελος» (Ἡσ. 9.6), τῆς βουλήσεως τῆς Ἁγ. Τρίαδος περί οἰκουμενικῆς σωτηρίας ἐκ Πατρός δι᾽ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Συνέχεια

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι παράδεισος.

Ἰσαάκ τοῦ Σύρου

Ἡ ἀγάπη εἶναι καρπὸς προσευχῆς.

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἔρχεται μέσα μας ἀπὸ τὴ συνομιλία μαζί του.

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι παράδεισος.

1. Παράδεισος εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μέσα σ’ αὐτὴν ὑπάρχει ἡ τρυφὴ ὅλων τῶν μακαρισμῶν. Σ’ αὐτὸν τὸν παράδεισο ὁ μακάριος Παῦλος τράφηκε μὲ ὑπερφυσικὴ τροφή. Καὶ ἀφοῦ γεύθηκε ἐκεῖ τὸ ξύλο τῆς ζωῆς, ἔκραξε λέγοντας: «αὐτὰ πού μάτι δὲν τὰ εἶδε, οὔτε αὐτὶ τὰ ἄκουσε, κι οὔτε πού τὰ ‘βαλε ὁ λογισμὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὅσα ἑτοίμασε ὁ Θεὸς γιὰ κείνους πού τὸν ἀγαποῦν» (Α΄ Κορ. 2, 9). Ἀπὸ αὐτὸ τὸ ξύλο τῆς ζωῆς ἐμποδίστηκε ὁ Ἀδὰμ μὲ τὴ συμβουλὴ τοῦ διαβόλου.

Τὸ ξύλο τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐξέπεσε ὁ Ἀδὰμ καὶ δὲν μπόρεσε πιὰ νὰ χαρεῖ, παρὰ δούλευε καὶ ἔχυνε τὸν ἱδρῶτα του στὴ γῆ τῶν ἀγκαθιῶν. Ὅσοι στερήθηκαν τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, δηλ. τὸν παράδεισο, τρῶνε μὲ τὴν ἐργασία τους, μέσα στ’ ἀγκάθια, τὸ ψωμὶ τοῦ ἱδρῶτα καὶ ἂν ἀκόμη βαδίζουν στὸν ἴσιο δρόμο τῶν ἀρετῶν. Εἶναι τὸ ψωμὶ πού ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς στὸν πρωτόπλαστο νὰ φάει μετὰ τὴν ἔκπτωσή του. Μέχρι νὰ βροῦμε λοιπὸν τὴν ἀγάπη, ἡ ἐργασία μας εἶναι στὴ γῆ τῶν ἀγκαθιῶν καὶ μέσα σ’ αὐτὰ σπέρνουμε καὶ θερίζουμε, κι ἂς εἶναι ὁ σπόρος μας σπόρος δικαιοσύνης. Συνέχεια, λοιπόν, μᾶς κεντᾶνε τὰ ἀγκάθια καί, ὅσο καὶ νὰ δικαιωθοῦμε, ζοῦμε μέσα σ’ αὐτὰ μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου μας.

Ὅταν ὅμως μέσα στὸν ἔμπονο καὶ δίκαιο ἀγώνα μας, βροῦμε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τρεφόμαστε μὲ οὐράνιο ἄρτο καὶ δυναμώνουμε, χωρὶς νὰ ἐργαζόμαστε μὲ ἀγωνία καὶ χωρὶς νὰ κουραζόμαστε, ὅπως οἱ χωρὶς ἀγάπη ἄνθρωποι. Ὁ οὐράνιος ἄρτος εἶναι ὁ Χριστός, πού ἦρθε κάτω σὲ μᾶς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ δίνει στὸν κόσμο τὴν αἰώνια ζωή. Καὶ αὐτή ἡ ζωὴ εἶναι ἡ τροφὴ τῶν ἀγγέλων.

Ὅποιος βρῆκε τὴν ἀγάπη, κάθε μέρα καὶ ὥρα τρώγει τὸν Χριστὸ κι ἀπὸ αὐτὸ γίνεται ἀθάνατος (Ἰω. 6, 5 8) . Διότι «ὁ τρώγων -λέει- ἀπὸ τὸν ἄρτο πού ἐγὼ θὰ τοῦ δώσω, ποτὲ (“εἰς τὸν αἰώνα”) δὲν θὰ πεθάνει». Μακάριος λοιπὸν εἶναι ἐκεῖνος πού τρώγει ἀπὸ τὸν ἄρτο τῆς ἀγάπης, πού εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Ὅτι, βέβαια, αὐτὸς πού τρώγει ἀπὸ τὴν ἀγάπη, τρώγει τὸν Χριστό, τὸν Θεὸ τῶν πάντων, τὸ μαρτυρεῖ ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης, ὅταν λέει ὅτι «Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη» (Α΄ Ἰω. 4, 8). Λοιπὸν ὅποιος ζεῖ στὴν ἀγάπη, λαμβάνει ἀπὸ τὸν Θεὸ ὡς καρπὸ τὴ ζωὴ καὶ σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο ὀσφραίνεται ἀπὸ τώρα ἐκεῖνο τὸν ἀέρα τῆς ἀνάστασης, στὸν ὁποῖο ἐντρυφοῦν οἱ κοιμηθέντες δίκαιοι.

Ἡ ἀγάπη εἶναι τὸ δεῖπνο τῆς βασιλείας τὸν Θεοῦ. Συνέχεια

Γιά τήν μνησικακία

 Ἀββᾶ Δωροθέου

Ἕνας ἀπό τούς Πατέρες, ὁ Εὐάγριος, εἶπε ὅτι οἱ μοναχοί δέν πρέπει νά ὀργίζονται ἤ νά στενοχωροῦν κανέναν. Καί πάλι εἶπε: Ἄν κάποιος χαλιναγωγήσει τό θυμό, χαλιναγωγεῖ τούς δαίμονες. Ἄν ὅμως ἔχει νικηθεῖ ἀπ’ αὐτό τό πάθος, εἶναι τελείως ξένος ἀπό τή μοναχική ζωή[1] καί ἄλλα σχετικά. Τί λοιπόν πρέπει νά ποῦμε ἐμεῖς γιά τόν ἑαυτό μας, πού δέν σταματᾶμε μόνο στό θυμό καί στήν ὀργή, ἀλλά πολλές φορές φτάνουμε καί μέχρι τή μνησικακία; Τί ἄλλο, παρά τό νά πενθήσουμε γι’ αὐτή τήν ἐλεεινή καί ἀπάνθρωπη κατάστασή μας. Ἄς κρατήσουμε λοιπόν ἄγρυπνα τά μάτια τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, ἀδελφοί μου, καί ἄς βοηθήσουμε¸‘μετά Θεόν’ τούς ἑαυτούς μας, γιά νά γλυτώσουμε ἀπό τήν πίκρα αὐτοῦ τοῦ καταστρεπτικοῦ πάθους. Γιατί συμβαίνει πολλές φορές νά βάζει κανείς μετάνοια στόν ἀδελφό του -ὅταν φυσικά ψυχρανθοῦν ἤ στενοχωρηθοῦν μεταξύ τους- καί νά παραμένει καί μετά τή μετάνοια λυπημένος καί ἔχοντας λογισμούς ἐναντίον του.

Δέν πρέπει αὐτός πού πολεμιέται ἀπό τούς λογισμούς ν’ ἀδιαφορήσει γιά τό θέμα, ἀλλά ἀμέσως νά τούς σταματήσει. Γιατί αὐτό εἶναι μνησικακία. Καί εἶναι ἀνάγκη νά προσέξει μέ ἄγρυπνη φροντίδα, νά μετανοήσει, ν’ ἀγωνιστεῖ, ὅπως εἶπα, γιά νά μήν μείνει πολύ καιρό μ’ αὐτούς τούς λογισμούς καί κινδυνεύσει. Γιατί μέ τό νά βάλει μετάνοια, ἁπλῶς συμμορφώνεται σέ μιά πρακτική ἐντολή καί προσωρινά ἀντιμετωπίζει τό θέμα τῆς ὀργῆς, ἀλλά δέν κάνει κανέναν ἀγώνα ἐναντίον τῆς μνησικακίας. Γι’ αὐτό καί παραμένει ἔχοντας τή λύπη ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ του. Γιατί εἶναι ἄλλο πράγμα ἡ μνησικακία, ἄλλο ἡ ὀργή, ἄλλο ὁ θυμός καί ἄλλο ἡ ταραχή[2].

 Καί σᾶς λέω ἕνα παράδειγμα, γιά νά καταλάβετε. Αὐτός πού ἀνάβει φωτιά, στήν ἀρχή ἔχει λίγη θράκα. Θράκα εἶναι ὁ πικρός λόγος τοῦ ἀδελφοῦ πού τόν λύπησε. Δές, ἡ θράκα ἔχει λίγη δύναμη. Γιατί, τί εἶναι μιά λεξούλα τοῦ ἀδελφοῦ σου; Ἄν τήν ὑποφέρεις ἔσβησες τή θράκα. Ἄν ὅμως ἀρχίσεις νά σκέπτεσαι: ‘Γιατί μοῦ τό ’πε; Καί ἐγώ μπορῶ νά τοῦ ἀπαντήσω. Ἄν δέν ἤθελε νά μέ στενοχωρήσει, δέν θά μοῦ τό ’λεγε. Καί, πιστέψτε με, θά τόν κανονίσω ἐγώ!’ Νά, ἔτσι βάζεις μικρά ξυλαράκια ἤ κάποιο ἄλλο προσάναμμα, ὅπως ἀκριβῶς κάνει αὐτός πού θέλει ν’ ἀνάψει φωτιά, καί γεμίζεις τόν τόπο μέ καπνό, πού εἶναι ἡ ταραχή. Ταραχή εἶναι ὁ ἀναβρασμός ἐμπαθῶν καί ἀτάκτων σκέψεων, πού ξεσηκώνουν τήν καρδιά καί τήν κάνουν ἐπιθετική κατά τοῦ πλησίον. Αὐτή δέ ἡ ἐπιθετική διάθεση κατά τοῦ ἀνθρώπου πού μᾶς στενοχώρησε, πολλές φορές παίρνει καί χαρακτήρα ἀπειλητικό, γιατί γίνεται καί ἐκδικητική, ὅπως ἀκριβῶς εἶπε καί ὁ ἀββᾶς Μάρκος: ‘Ἡ κακία πού γίνεται δεκτή μέ τό λογισμό, κάνει τήν καρδιά θυμώδη καί ἀπειλητική, ἐνῶ ὅταν πολεμηθεῖ μέ τήν προσευχή καί τήν ἐλπίδα προκαλεῖ μετάνοια καί συντριβή’[3]. Συνέχεια

Γιά τό πνεῦμα τῆς ὑπερηφανίας

 Ὁ Ἀββᾶς Κασσιανός,

pagonia[1]Κεφάλαιο 1· ῾Η ὄγδοη μάχη μας δίνεται ἐναντίον τοῦ πνεύματος τῆς ὑπερηφάνειας· ποιά εἶναι τά γνωρίσματά του.

 ῾Ο ὄγδοος καί τελευταῖος ἀγώνας μας εἶναι ἐναντίον τοῦ πνεύματος τῆς ὑπερηφάνειας. Τό πάθος αὐτό, ἄν καί εἶναι τό τελευταῖο ἀπό τά ὀκτώ βασικότερα πάθη, ἐντούτοις κατά τήν προέλευση καί ἀρχαιότητά του καταλαμβάνει τήν πρώτη θέση. ῾Η ὑπερηφάνεια εἶναι ἀνήμερο θηρίο καί τό φοβερότερο ἀπό ὅλα τά ἄλλα, γιά τά ὁποῖα ἔχουμε ἤδη μιλήσει. Αὐτό ἐπιτίθεται κυρίως στούς προχωρημένους στήν ἀρετή καί γίνεται διπλάσια βίαιο πρός ἐκείνους πού ἔχουν σχεδόν ἐγγίσει τήν τελειότητα.

 Κεφάλαιο 2· ῾Υπάρχουν δύο εἴδη ὑπερηφάνειας.

 ῾Υπάρχουν δύο εἴδη ὑπερηφάνειας. Τό ἕνα εἶδος χτυπᾶ, ὅπως ἔχουμε ἤδη πεῖ, τούς προχωρημένους πνευματικά μοναχούς, καί τό ἄλλο ἐπιτίθεται ἐναντίον τῶν ἀρχαρίων καί τῶν φιλόυλων μοναχῶν. ῎Αν καί στίς δύο περιπτώσεις ἡ ψυχή ἐπαναστατεῖ, μέ ἐπικίνδυνη ἔξαρση καί παραφορά, ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καί ταυτόχρονα ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων, ἐντούτοις τό πρῶτο εἶδος ὑπερηφάνειας στρέφεται περισσότερο ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ τό δεύτερο περισσότερο ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων. Μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, στό τέλος αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου, θά πραγματευθοῦμε, ὅσο μᾶς εἶναι δυνατόν, τήν προέλευση καί τή θεραπεία αὐτοῦ τοῦ δεύτερου εἴδους ὑπερηφάνειας. Πρῶτα ὅμως θά πρέπει νά μιλήσουμε μέ συντομία γιά τό πρῶτο εἶδος, τό ὁποῖο, ὅπως ἔχουμε ἤδη πεῖ, πλήττει κυρίως τούς τέλειους μοναχούς.

 Κεφάλαιο 3· Τό πάθος τῆς ὑπερηφάνειας καταστρέφει ὅλες τίς ἀρετές.

 Δέν ὑπάρχει ἄλλο πάθος πού νά ἀμαυρώνει ὅλες τίς ἀρετές καί νά ἀπογυμνώνει ἐντελῶς τόν ἄνθρωπο ἀπό κάθε πνευματική καρποφορία, ὅσο ἡ ὑπερηφάνεια. ῾Η ὑπερηφάνεια εἶναι σάν μιά λοιμώδη καί μεταδοτική ἀρρώστια. Αὐτή δέν περιορίζεται στό νά μολύνει ἕνα μόνο μέλος τοῦ σώματος, ἀλλά προκαλεῖ τή φθορά ὅλου τοῦ σώματος καί παρασύρει σέ ὁλοκληρωτική καταστροφή αὐτούς πού ἔχουν ἤδη φθάσει στήν κορυφή τῆς ἀρετῆς. Τό καθένα ἀπό τά ἄλλα πάθη περιορίζεται στό νά πετύχει τόν ἰδιαίτερο στόχο του καί, παρόλο πού ἀλλοιώνει ταυτόχρονα καί τίς ἄλλες ἀρετές, ἐντούτοις στοχεύει κυρίως σέ μιά ἀρετή, στήν ὁποία ἐπιτίθεται σκληρά καί τήν ὁποία πλήττει ἰδιαίτερα.

 ῎Ας ἀναφέρουμε ὅμως μερικά παραδείγματα, γιά νά γίνει περισσότερο κατανοητό αὐτό πού λέμε. ῾Η γαστριμαργία ἤ ἡ λαιμαργία, γιά παράδειγμα, ἀλλοιώνει τήν αὐστηρότητα καί τήν ἀκρίβεια τῆς ἐγκράτειας. ῾Η ἀκολασία μολύνει τήν ἀρετή τῆς ἁγνότητας. ῾Ο θυμός καταστρέφει τούς καρπούς τῆς ὑπομονῆς. Μπορεῖ λοιπόν νά συμβεῖ, ὥστε νά ἔχει κανείς παρασυρθεῖ ἀπό ἕνα πάθος, ἀλλά νά μήν τοῦ λείπουν ἐντελῶς οἱ ἄλλες ἀρετές. ᾿Ενδέχεται δηλαδή νά στερεῖται μόνο τήν ἀρετή ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔχει πληγεῖ ἀπό τό ἀντίθετό της πάθος, ἐναντίον τοῦ ὁποίου δέν ἀντιστάθηκε ὁ ἄνθρωπος, ὅπως καί ὅσο θά ὄφειλε νά κάνει. ῞Οσο γιά τίς ἄλλες ἀρετές, αὐτές μπορεῖ νά τίς διατηρήσει ἐν μέρει. ῞Οταν ὅμως,καταληφθεῖ ὁ νοῦς ἀπό τήν ὑπερηφάνεια, τότε αὐτή, σάν βίαιος καί ἀδίστακτος τύραννος, καταστρέφει καί ἐρημώνει πέρα γιά πέρα ὅλη τήν πόλη, ἐφόσον ἔχει ἤδη καταλάβει τό πιό ψηλό κάστρο της. Τότε ἰσοπεδώνει καί ὑποβιβάζει στό ἀπεχθές ἐπίπεδο τῶν παθῶν τά πανύψηλα ἐκεῖνα κάστρα τῶν ἀρετῶν. Καί δέν ἐπιτρέπει στό ἑξῆς νά παραμείνει στήν ψυχή οὔτε καί τό ἐλάχιστο ἴχνος ἐλευθερίας. ῞Οσο πιό πλούσια ἦταν πρίν ἡ ψυχή, τόσο περισσότερο θά ἐρημωθεῖ καί θά συντριβεῖ κάτω ἀπό τό βαρύ ζυγό τῆς δουλείας της. ῾Η ὑπερηφάνεια, μ᾿ ἄλλα λόγια, ἀπογυμνώνει ἀλύπητα τήν ψυχή, ἀφαιρώντας της ὅλες τίς ἀρετές πού αὐτή κατεῖχε. Συνέχεια

Περὶ δειλίας

 Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης

1.Ὅποιος ἐργάζεται τὴν ἀρετὴ σὲ Κοινόβιο ἢ σὲ συνοδία, δὲν εἶναι συνηθισμένο νὰ πολεμῆται ἀπὸ τὴν δειλία. Ἐκεῖνος ὅμωςπού εὑρίσκεται σὲ αἠσυχαστικώτερους τόπους, ἂς ἀγωνίζεται μήπως καὶ τὸν κυριεύση τὸ γέννημα τῆς κενοδοξίας καὶ ἡ θυγατέρα τῆς ἀπιστίας, δηλαδὴ ἡ δειλία.

2. Ἡ δειλία εἶναι νηπιακὴ συμπεριφορὰ μιᾶς ψυχῆς πού ἐγήρασε στὴν κενοδοξία. Ἡ δειλία εἶναι ἀπομάκρυνσις τῆς πίστεως, μὲ τὴν ἰδέα ὅτι ἀναμένονται ἀπροσδόκητα κακά.

3. Ὁ φόβος εἶναι κίνδυνος ποὺ προμελετᾶται. Ἢ διαφορετικά, ὁ φόβος εἶναι μία ἔντρομη καρδιακὴ αἴσθησις,πού συγκλονίζεται καὶ ἀγωνιᾶ ἀπὸ ἀναμονὴ ἀπροβλέπτων συμφορῶν. Ὁ φόβος εἶναι μία στέρησις τῆς ἐσωτερικῆς πληροφορίας. Ἡ ὑπερήφανη ψυχὴ εἶναι δούλη τῆς δειλίας˙ ἔχοντας πεποίθησι στὸν ἑαυτόν της καὶ ὄχι στὸν Θεόν, φοβεῖται τοὺς κρότους τῶν κτισμάτων καὶ τὶς σκιές.

4. Ὅσοι πενθοῦν καὶ ὅσοι καταπονοῦνται χωρὶς νὰ ὑπολογίζουν κόπους καὶ πόνους, δὲν ἀποκτοῦν δειλία. Πολλὲς φορὲς ὅσοι ὑποκύπτουν στὴν δειλία χάνουν τὸ μυαλό τους. Καὶ εἶναι φυσικὸ αὐτό, διότι εἶναι δίκαιος Ἐκεῖνοςπού ἐγκαταλείπει τοὺς ὑπερήφανους, ὥστε καὶ οἱ ὑπόλοιποι νὰ μάθουμε νὰ μὴ ὑψηλοφρονοῦμε.

5. Ὅλοι ὅσοι φοβοῦνται εἶναι κενόδοξοι, ἀλλ΄ ὅμως ὅλοι ὅσοι δὲν φοβοῦνται δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι ταπεινόφρονες, ἀφοῦ καὶ οἱ λησταὶ καὶ οἱ τυμβωρύχοι δὲν ὑποκύπτουν εὔκολα στὴ δειλία.

6. Σὲ ὅποιους τόπους συνηθίζεις νὰ φοβῆσαι, μὴ διστάζης νὰ πηγαίνης, ὅταν ἀκόμη δὲν ἔχη ξημερώσει. Ἐὰν δείξεις κάποια χαλαρότητα στὸ σημεῖο αὐτό, τότε θὰ γηράση μαζί σου τὸ νηπιακὸ καὶ ἀξιογέλαστο τοῦτο πάθος. Ἐνῶ βαδίζεις πρὸς τὰ ἐκεῖ ὁπλίζου μὲ τὴν προσευχή. Μόλις φθάσης σ΄ ἐκείνους τοὺς τόπους, ἀνύψωσε τὰ χέρια σου. Μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ μάστιζε τοὺς ἐχθρούς, διότι δὲν ὑπάρχει οὔτε στὸν οὐρανὸ οὔτε στὴν γῆ ἰσχυρότερο ὅπλο. Ἀφοῦ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὴν ἀρρώστεια αὐτή, ἂς ἀνυμνήσης τὸν Λυτρωτή σου˙ διότι ἐὰν τὸν εὐγνωμονῆς, θὰ σὲ σκεπάζη παντοτινά.

7. Ποτὲ δὲν μπορεῖς διὰ μιᾶς νὰ γεμίσης τὴν κοιλία. Παρόμοια βέβαια δὲν μπορεῖς διὰ μιᾶς νὰ νικήσης τὴν δειλία. Ὅταν ἔχουμε πολὺ πένθος, θὰ ὑποχωρήση πιὸ γρήγορα˙ ὅταν ὅμως αὐτὸ μᾶς λείπη, θὰ παραμένουμε συνεχῶς δειλοί. «Ἔφριξάν μου τρίχες καὶ σάρκες» εἶπε ὁ Ἐλιφὰζ (Ἰὼβ δ΄ 15), περιγράφοντας τὴν πανουργία τούτου τοῦ δαίμονος. Συνέχεια

Συνοδικό τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου

Untitled-1f

Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφώνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλαμψεν, ἡ ἀλήθεια ὡς ἀποδέδεικται, τὸ ψεῦδος ὡς ἀπελήλαται, ἡ σοφία ὡς ἐπαρρησιάσατο, ὁ Χριστὸς ὡς ἑβράβευσεν,

Οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν Χριστόν τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἡμῶν, καὶ τοὺς Αὐτοῦ Ἁγίους ἐν λόγοις τιμῶντες, ἐν συγγραφαῖς, ἐν νοήμασιν, ἐν θυσίαις, ἐν Ναοῖς, ἐν Εἰκονίσμασι, τὸν μὲν ὡς Θεὸν καὶ Δεσπότην προσκυνοῦντες καὶ σέβοντες, τοὺς δὲ διὸ τὸν κοινὸν Δεσπότην ὡς Αὐτοῦ γνησίους θεράποντας τιμῶντες καὶ τὴν κατὰ σχέσιν προσκύνησιν ἀπονέμονες.

Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τὴν Οἰκουμένην ἐστήριξεν.

Ἐπὶ τούτοις τοὺς τῆς εὐσεβείας Κήρυκας ἀδελφικῶς τε καὶ πατροποθήτως εἰς δόξαν καὶ τιμὴν τῆς εὐσεβείας, ὑπὲρ ἧς ἀγωνίσαντο, ἀνευφημοῦμεν καὶ λέγομεν: Τῶν τῆς Ὀρθοδοξίας προμάχων εὐσεβῶν Βασιλέων, ἁγιωτάτων Πατριαρχῶν, Ἀρχιερέων, Διδασκάλων, Μαρτύρων, Ὁμολογητῶν, Αἰωνία ἡ μνήμη.

Τούτων τοῖς ὑπὲρ εὐσεβείας μέχρι θανάτου ἄθλοις τε καὶ ἀγωνίσμασι καί διδασκαλίαις παιδαγωγεῖσθαί τε καὶ κρατύνεσθαι Θεὸν ἐκλιπαροῦντες, καὶ μιμητός τῆς ἐνθέου αὐτῶν πολιτείας μέχρι τέλους ἀναδεικνύσθαι ἐκδυσωποῦντες, ἀξιωθείημεν τῶν ἐξαιτουμένων, οἰκτιρμοῖς καὶ χάριτι τοῦ Μεγάλου καὶ Πρώτου Ἀρχιερέως Χριστοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἡμῶν, πρεσβείαις τῆς ὑπερενδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, τῶν θεοειδῶν Ἀγγέλων καὶ πάντων τῶν Ἁγίων.

Γιατὶ νηστεύουμε τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή

Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

imagesCAVAA2VXΓιὰ πιὸ λόγο νηστεύουμε τὶς σαράντα αὐτὲς ἡμέρες; Τὴν παλαιὰ ἐποχὴ πολλοὶ πιστοὶ προσέρχονταν στὰ μυστήρια χωρὶς καμιὰ προετοιμασία καὶ μάλιστα κατὰ τὴν εποχὴ ποὺ ὁ Χριστὸς τὰ συνέστησε. Ἀντιλαμβανόμενοι οἱ πατέρες τὴν παρακαλούμενη βλάβη ἀπὸ τὴν ἀπροετοίμαστη προσέλευσι, ἀφοῦ συγκεντρώθηκαν καθιέρωσαν σαράντα ἡμέρες νηστείας, προσευχῶν, ἀκροάσεως τοῦ θείου λόγου καὶ συνάξεων, ὥστε, ἀφοῦ καθαρισθοῦμε ὅλοι μας μὲ κάθε ἐπιμέλεια καὶ με προσευχὲς καὶ μὲ ἐλεημοσύνη καὶ μὲ νηστεία καὶ μὲ ὁλονύκτιες παρακλήσεις καὶ μὲ δάκρυα μετανοίας καὶ μὲ ἐξομολόγησι καὶ μὲ ὅλα τὰ ἄλλα, νὰ προσέλθουμε ἔτσι στὴν Θεία Κοινωνία μὲ καθαρὴ κατὰ τὸ δυντὸ συνείδησι.

Καὶ ὅτι μ᾿ αὐτὸ κατώρθωσαν μεγάλα πράγματα, συνηθίζοντας μας μὲ τὴν συγκατάβασι αὐτὴ στὴν νηστεία, γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὸ ἑξῆς: ῎Αν ἐμεῖς ὅλο τὸν χρόνο ἐπιμείμουμε νὰ φωνάζουμε καὶ νὰ κηρύσσουμε τὴν νηστεία, κανεὶς δὲν προσέχει στὰ λόγια μας· ἄν ὅμως ἔλθη ὁ καιρὸς τῆς νηστείας τῆς Τεσσαρακοστῆς, τότε, χωρὶς κανεὶς νὰ προτρέπη οὔτε καὶ νὰ συμβουλεύη καὶ ὁ πιὸ νωθρὸς ἀφυπνίζεται καὶ ἀκολουθεῖ τὴν προτροπὴ καὶ τὴν συμβουλή, ποὺ ἐπιβάλλει ὁ καιρός.

 Ἄν λοιπὸν σὲ ρωτήση ὁ Ἰουδαῖος καὶ ὁ εἰδολάτρης, ῾γιὰ ποιὸν λόγο νηστεύεις᾿, μὴ πῆς, ὅτι νηστεύεις γιὰ τὸ Πάσχα ἢ γιὰ τὴν θυσία τοῦ Σταυροῦ, γιατὶ θὰ τοῦ δώσης μεγάλη ἀφορμὴ γιὰ ἀντεκλίσεις. Γιατὶ δὲν νηστεύουμε για τὸ Πάσχα οὔτε γιὰ τον Σταυρό, ἀλλὰ γιὰ τὰ δικά μας ἁμαρτήματα, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ προσέλθουμε στὰ μυστήρια· γιατὶ τὸ Πάσχα δὲν εἶναι αἰτία νηστείας οὔτε πένθους, ἀλλ᾿ ὑπόθεσις εὐφροσύνης καὶ χαρᾶς. Γιατὶ ὁ Σταυρὸς συνέτριψε τὴν ἁμαρτία, ἔγινε καθάρσιο τῆς οἰκουμένης, ἔγινε αἰτία συμφιλιώσεως καὶ ἐξαλείψεως τῆς πολυχρόνιας ἔχθρας, ἄνοιξε τὶς πύλες του οὐρανοῦ, ἔκανε τοὺς ἐχθρούς φίλους, ἐπανέφερε στὸν οὐρανό, τοποθέτησε στὰ δεξιὰ τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ τὴν ἀνθρώπινη φύσι καὶ μᾶς πρόσφερε ἀμέτρητα ἄλλα πνευματικὰ ἀγαθά. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ πενθοῦμε οὔτε νὰ θλιβώμαστε, ἀλλὰ νὰ ἀγαλλώμαστε καὶ νὰ χαιρώμαστε. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος λέγει ̇ «Σὲ μένα ἂς μὴ συμβῆ νὰ καυχηθῶ γιὰ τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνο γιὰ τὸν σταυρὸ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Γαλ. 6,14). Καὶ πάλι ̇ «Ὁ Θεὸς δείχνει τὴν ἀγάπη του πρὸς ἐμᾶς μὲ τὸ ὅτι, ἂν καὶ ἤμασταν ἁμαρτολοί, ὁ Χριστὸς πέθανε γιὰ μᾶς» (Ρωμ. 5,8). Κάτι παρόμιο λέγει καὶ ὁ Ἰωάννης ̇ «Γιατὶ τόσο πολὺ ἀγάπησε ὁ Θεὸς τὸν κόσμο» (Ἰω. 3,16). Πὲς ὅμως, πῶς; ᾿Αφοῦ ἄφησε κατὰ μέρος ὅλα τὰ ἄλλα, ἀνέφερε τὸν σταυρό. Γιατί, ἀφοῦ εἶπε, «τόσο πολὺ ἀγάπησε ὁ Θεὸς τὸν κόσμο», πρόσθεσε, «ὥστε ἔδωσε τὸν Μονογενῆ Υἱο του νὰ σταυρωθῆ, ὥστε νὰ μὴ χαθῆ ὁ καθένας ποὺ πιστεύη σ᾿ αὐτὸν, ἀλλὰ νὰ ἔχη ζωὴ αἰώνια» (Ἰω. 3,16). Ἂν εἶναι λοιπὸν ὁ Σταυρὸς ἀφορμὴ ἀγάπης καὶ καύχημα, ἂς μὴ λέμε, ὅτι πενθοῦμε γι᾿ αυτόν. Γιατὶ δὲν πενθοῦμε γιὰ ἐκεῖνον – μὴ γένοιτο – ἀλλὰ γιὰ τὰ δικά μας ἁμαρτήμτα. Γι᾿ αυτὸ νηστεύουμε.

 (Κατὰ Ἰουδαίων, Λόγος Γ΄, PG 48,722)

 

Δοξαστικόν Ἑσπερινοῦ Σαββάτου τῆς Τυρινῆς

Ἦχ. πλ. β’

«Ἐκάθισεν Ἀδάμ, ἀπέναντι τοῦ Παραδείσου, καί τήν ἰδίαν γύμνωσιν θρηνῶν ὠδύρετο. Οἴμοι, τόν ἀπάτῃ πονηρᾷ πεισθέντα καί κλαπέντα καί δόξης μακρυθέντα! Οἴμοι, τόν ἁπλότητι γυμνόν, νῦν δέ ἠπορημένον! Ἀλλ᾽ ὦ Παράδεισε, οὐκέτι σου τῆς τρυφῆς ἀπολαύσω, οὐκέτι ὄψομαι τόν Κύριον καί Θεόν μου καί Πλάστην· εἰς γῆν γάρ ἀπελεύσομαι ἐξ ἧς καί προσελήφθην. Ἐλεῆμον, Οἰκτίρμον, βοῶ Σοι· Ἐλέησόν με τόν παραπεσόντα.»

Ἑρμηνεία

Kάθισε ὁ Ἀδάμ ἀπέναντι στόν Παράδεισο καί θρηνώντας τή γύμνωσή του ἔκλαιγε καί ὠδυρόταν. Ἀλίμονο σε μένα πού μ᾽ ἔπεισε μέ ἀπάτη καί ὑπόσχεση ὁ πονηρός καί μέ ᾽κλεψε στερῶντας μου τή πρωτόπλαστη δόξα. Ἀλίμονο σέ μένα, γιατί ἐνῶ ἀπό τήν ἁπλότητα καί ἀκακία μου μποροῦσα νά ᾽μαι γυμνός, τώρα ἀπ᾽ ὅλα εἶμαι στερημένος. Παράδεισε, Παράδεισε, δέν θ᾽ ἀπολαύσω τώρα πλέον τήν τρυφή σου, δέν θά ξαναδῶ πιά τόν Πλάστη, τόν Κύριο καί Θεό μου. Τώρα θά ξαναγυρίσω στή γῆ, στό χῶμα ἀπ᾽ ὅπου εἶμαι πλασμένος. Ἐλεήμονα καί Οἰκτήρμονα Κύριε, σέ Σένα κραυγάζω: Ἐλέησέ με, τόν ταλαίπωρο καί πεσμένο.”

«Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ».

Ἅγιος Τύχων Ζαγκόρσκ

Untitled-1Ἰησοῦ Υἱὲ Θεοῦ, ἐλέησόν με. Νά εἶσαι τροφὴ καὶ ποτὸ τῆς ψυχῆς μου. Νά εἶσαι πηγὴ γιά τή διψῶσα ψυχή μου. Νά εἶσαι τὸ φῶς γιά τη σκοτισμένη ψυχή μου. Νά εἶσαι παρηγοριά μέσα στίς θλίψεις μου. Νά εἶσαι ἀγαλλίαση στή λύπη μου. Νά εἶσαι λύτρωση στήν αἰχμαλωσία μου. Νά εἶσαι εἰρήνη καὶ ἡσυχία ἔναντι τῆς κακῆς συνειδήσεώς μου.

Νά εἶσαι σοφία ἔναντι τῆς ἀφροσύνης μου. Νά εἶσαι προστάτης ἔναντι τῶν συκοφαντῶν μου. Νά εἶσαι δικαιοσύνη ἔναντι τῶν ἁμαρτιῶν μου. Νά εἶσαι ἁγιασμὸς ἔναντι τῆς ἀκαθαρσίας μου. Νά εἶσαι νίκη ἔναντι τῶν ἐχθρῶν μου. Νά εἶσαι ἀσπίδα ἔναντι τῶν διωκόντων με. Νά εἶσαι εἰρηνοποιὸς ἔναντι τοῦ θυμοῦ τοῦ Θεοῦ. Νά εἶσαι θυσία γιά τὶς ἁμαρτίες μου. Νά εἶσαι ἰσχύς μου στήν ἀδυναμία μου. Νά εἶσαι ζωὴ ἔναντι τοῦ θανάτου μου. Νά εἶσαι συμβουλὴ ἔναντι τῆς ἀγνοίας μου.

Νά εἶσαι δύναμη ἔναντι τῆς ἑξαντλήσεώς μου. Νά εἶσαι αἰώνιος Πατὴρ γιά μένα τὸν ὀρφανό. Νά εἶσαι δικαστὴς ἔναντι τῶν ἀδικούντων με. Νά εἶσαι Βασιλιᾶς ἔναντι τῆς διαβολικῆς βασιλείας. Νά εἶσαι ὁδηγὸς στίς ὁδούς μου. Νά εἶσαι ὑπερασπιστής μου τὴν ὥρα τοῦ θανάτου μου. Νά εἶσαι προστάτης μου μετὰ τὸν θάνατό μου. Νά εἶσαι ἡ αἰώνια ζωὴ μου, μετὰ τὴν ἀνάστασή μου.

Ἰησοῦ Υἱὲ Θεοῦ, ἐλέησόν με. «Δὸς δόξαν τῷ ὀνόματί σου», καὶ ἐμοὶ τὴν αἰωνίαν σωτηρίαν. «Μὴ ἡμῖν, Κύριε, μὴ ἡμῖν ἀλλ’ ἢ τῷ ὀνόματί σου δὸς δόξαν». Ἀμήν.

Γιὰ τὴν ἱερὴ καὶ θεοποιὸ προσευχὴ

Ἅγ.Συμεὼν Θεσσαλονίκης

Κεφάλαιο 296

03[1]Αὐτὴ λοιπὸν ἡ θεία προσευχή, ἡ ἐπίκληση τοῦ Σωτήρα μας, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», εἶναι καὶ προσευχὴ καὶ εὐχὴ καὶ ὁμολογία τῆς πίστεως· παρέχει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, εἶναι χορηγὸς θείων δωρεῶν, κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ἐκδίωξη τῶν δαιμόνων, κατοίκηση μέσα μας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πηγὴ πνευματικῶν ἐννοιῶν καὶ θείων λογισμῶν, ἀπολύτρωση ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, θεραπεία τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, χορηγός τοῦ θείου φωτισμοῦ, βρύση τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, δωρητὴς θείων ἀποκαλύψεων καὶ μυήσεων στὸν ταπεινό, καὶ τὸ μόνο σωτήριο, γιατί ἔχει τὸ σωτήριο ὄνομα τοῦ Θεοῦ μας, ποὺ εἶναι τὸ μόνο ὄνομα ποὺ μᾶς δόθηκε, τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ σωθοῦμε μὲ κανένα ἄλλο ὄνομα, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος.

Εἶναι ἐν πρώτοις προσευχή, γιατί μὲ αὐτὴ ζητοῦμε τὸ θεῖο ἔλεος. Καὶ εὐχή, γιατί παραδίνουμε τὸν ἑαυτό μας στὸν Χριστὸ μὲ τὴν ἐπίκλησή Του. Καὶ ὁμολογία, γιατί αὐτὸ ὁμολόγησε ὁ Πέτρος καὶ δέχτηκε τὸ μακαρισμὸ τοῦ Κυρίου. Καὶ παρέχει τὸ Πνεῦμα, γιατί κανένας δὲν λέει Κύριο τὸν Ἰησοῦ παρὰ μόνο μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Εἶναι καὶ χορηγὸς θείων δωρεῶν, ἀφοῦ γιʼ αὐτὴ τὴν ὁμολογία ὑποσχέθηκε ὁ Χριστὸς στὸν Πέτρο νὰ τοῦ δώσει τὰ κλειδιὰ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Καὶ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, γιατί βλέπει καὶ καλεῖ τὸν Θεὸ καὶ καθαίρει αὐτὸν ποὺ Τὸν βλέπει. Καὶ ἐκδίωξη δαιμόνων, γιατί μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐκδιώχθηκαν καὶ ἐκδιώκονται ὅλοι οἱ δαίμονες. Καὶ κατοίκηση μέσα μας τοῦ Χριστοῦ, γιατί μὲ τὴ θύμησή Του ὁ Χριστὸς εἶναι μέσα μας καὶ μὲ αὐτὴ εἶναι ἔνοικός μας καὶ μᾶς γεμίζει εὐφροσύνη, ὅπως λέει καὶ ὁ Ψαλμωδός: «Θυμήθηκα τὸν Θεὸ καὶ ἐνίωσα εὐφροσύνη». Καὶ πηγὴ πνευματικῶν ἐννοιῶν καὶ λογισμῶν, γιατί ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ θησαυρὸς κάθε σοφίας καὶ γνώσεως καὶ τὶς χορηγεῖ σὲ ὅποιους κατοικεῖ. Καὶ ἀπολύτρωση ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, ἐπειδὴ γιʼ αὐτὴ τὴν ὁμολογία εἶπε στὸν Πέτρο ὁ Κύριος: «Ὅσα θὰ λύσεις, θὰ εἶναι λυμένα στὸν οὐρανό». Καὶ θεραπεία ψυχῶν καὶ σωμάτων, γιατί ὁ Πέτρος εἶπε: «Στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ σήκω καὶ βάδισε» καί: «Αἰνέα, σὲ θεραπεύει ὁ Ἰησοῦς Χριστός». Καὶ χορηγὸς θείου φωτισμοῦ, γιατί ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸ καὶ μεταδίδει τὴ λαμπρότητα καὶ τὴ χάρη Του σ’ ἐκείνους ποὺ τὸν ἐπικαλοῦνται· ὅπως λέει καὶ ὁ Ψαλμωδός: «Ἂς εἶναι ἡ λαμπρότητα τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ μας ἐπάνω μας», καὶ ὁ Κύριος: «Ὅποιος μὲ ἀκολουθεῖ, θὰ ἔχει τὸ φῶς τῆς ζωῆς». Καὶ βρύση θείου ἐλέους, γιατί ζητοῦμε ἔλεος καὶ ὁ Κύριος εἶναι ἐλεήμων καὶ σπλαχνίζεται ὅλους ὅσοι τὸν ἐπικαλοῦνται καὶ ἀποδίδει τὸ δίκαιο γρήγορα σʼ ἐκείνους ποὺ φωνάζουν πρὸς Αὐτόν. Καὶ δωρητὴς θείων ἀποκαλύψεων καὶ μυήσεων στοὺς ταπεινούς, γιατί καὶ ἡ ἴδια δόθηκε μὲ ἀποκάλυψη τοῦ οὐράνιου Πατέρα στὸν Πέτρο ποὺ ἦταν ἕνας ταπεινὸς ψαράς, καὶ ὁ Παῦλος ἀνυψώθηκε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἄκουσε ἀποκαλύψεις, καὶ πάντοτε ἐνεργεῖ μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο. Καὶ τὸ μόνο σωτήριο, γιατί στὸ ὄνομα κανενὸς ἄλλου δὲν μποροῦμε νὰ σωθοῦμε, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος καὶ Αὐτὸς εἶναι ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός· γιʼ αὐτὸ καὶ κατὰ τὴν ἔσχατη ἡμέρα ὅλοι θὰ ὁμολογήσουν καὶ θὰ ὑμνήσουν θέλοντας μὴ θέλοντας, ὅτι Κύριος εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Συνέχεια