Τὸ ἐσφαγμένον ἀρνίον
Νέλλας Παναγιώτης
Ἡ Θ. Λειτουργία ἀναπαριστᾶ, δηλαδὴ κάνει ἀληθινὰ καὶ πραγματικά, ἐκ νέου παροῦσα καὶ ἐνεργητικὴ ἀνάμεσά μας, τὴ θυσία, τὸ σταυρό, τὸ θάνατο, τὴν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Ἀκριβέστερα, μέσα στὴν ἄλλη ἀντίληψη καὶ ὀργάνωση τοῦ χρόνου ποὺ ἔχει ἡ Ἐκκλησία στὸ λειτουργικὸ χρόνο μᾶς ἐξάγει ἀπὸ τὸν καθημερινὸ χρόνο τῆς διαρκοῦς ἀνακύκλησης, τὸν χρόνο τὸν κομματιασμένο σὲ παρελθόν, παρὸν καί μέλλον καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὸν χρόνο ἐκεῖνο, τὸν σταθερὸ καὶ μόνιμο ὅπου ὅλα τὰ γεγονότα, παρελθόντα καὶ μέλλοντα, εἶναι διαρκῶς παρόντα. Ἔτσι μᾶς κάνει ἐμᾶς σήμερα νὰ γινόμαστε ἀληθινὰ καὶ πραγματικὰ σύγχρονοι τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ μὴν ὑστεροῦμε σὲ τίποτε, ὅταν μετέχουμε στὴ Θ. Εὐχαριστία, ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ Κυρίου, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν μέρος στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο.
Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο σήμερα, Μεγάλη Παρασκευή, ἡ Ἐκκλησία μας ἀναπαριστᾶ τὰ Πάθη, τὸν Σταυρό, τὴν Ταφὴ τοῦ Κυρίου. Πηγαίνοντας ἔτσι στὸν Ἐπιτάφιο, πηγαίνουμε ἀληθινὰ καὶ πραγματικὰ σὲ μία κηδεία. Πηγαίνουμε στὴν κηδεία τοῦ Χριστοῦ, τοῦ «ἐσφαγμένου ἀρνίου». Τὸ «ἐσφαγμένον ἀρνίον» εἶναι ὁ ποιμήν. Αὐτὸ δείχνει τὴν πραγματικὴ ἀγάπη. Ὅποιος ἀγαπάει δὲν συμβουλεύει ἁπλά, δὲν διορθώνει, δὲν τιμωρεῖ, παίρνει ἐπάνω του τὰ λάθη τοῦ ἀγαπημένου του. Ἡ ἀγάπη εἶναι συμμετοχὴ στὴ ζωὴ τοῦ ἄλλου, ἔξοδος ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, θυσία.
Ἡ δεύτερη διάσταση εἶναι ὅτι ὁ Νυμφίος Χριστὸς τελεῖ τοὺς γάμους Του μὲ τοὺς ἀνθρώπους ὡς «ἀρνίον ἐσφαγμένον». Γάμος εἶναι ἡ θυσία. Ἡ θυσία ὄχι τῶν ἄλλων ἀλλὰ ἡ δική Του. Ἡ νυμφικὴ παστὰς τοῦ Χρίστου εἶναι ὁ Σταυρός Του. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος χρησιμοποιεῖ μία πολὺ ἐκφραστικὴ εἰκόνα γιὰ νὰ δείξει αὐτὴ τὴν πραγματικότητα. Ἦταν, λέει, ἡ ἀνθρωπότητα μεμνηστευμένη μὲ τὸν Χριστὸ στὸν Παράδεισο. Ἀλλὰ ἀντὶ νὰ δεχθεῖ νὰ ὁδηγηθεῖ στοὺς γάμους μὲ τὸν Χριστό, ἐγκατέλειψε τὸν Χριστό. Ἐξεπόρνευσε, κυλίστηκε στὸ βοῦρκο τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ὁ Χριστός, σὰν μανικὸς ἐραστὴς τῆς ἀνθρωπότητας, ἔψαξε νὰ τὴ βρεῖ, τὴ ζήτησε, ἔφθασε στὸ καταγώγιο ποὺ βρισκόταν καὶ ὅταν παρουσιάστηκε μπροστά της δὲν παρουσιάστηκε σὰν Θεός, δυνατός, ἀλλὰ σὰν ἁπλὸς κοινὸς ἄνθρωπος. Γιὰ νὰ μὴν τρομάξει ὅταν τὸν δεῖ ἤ γιὰ νὰ μὴν ντραπεῖ. Καὶ δὲν τῆς ζήτησε τὸ λόγο, τί ἔκανες, γιατί ἔφυγες ἤ πῶς κατάντησες ἔτσι, ἀλλὰ ἁπλὰ τὴν πῆρε, τὴν καθάρισε, τὴν ξαναομόρφηνε, τὴν ξαναστόλισε καὶ γιὰ νὰ μὴ τοῦ φύγει πάλι τὴν ἔκανε σάρκα Του, σῶμα Του. Αὐτὸ εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Τὸ σῶμα τοῦ Θεοῦ. Συνέχεια
Ποιὸν δὲν εἰρωνεύτηκαν οἱ ἄνθρωποι;
Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Γιὰ τὴν ἐξομολόγηση Θὰ ἤθελες νὰ μάθης ἂν ἡ ἐξομολόγηση εἶναι τόσο ἀπαραίτητη; Παλαιότερα πήγαινες πιὸ συχνὰ στὴν ἐξομολόγηση μὰ σταμάτησες ἐπειδὴ κάποιος σὲ εἰρωνεύτηκε γι’ αὐτό. Δὲν ἔπρεπε νὰ διακόψεις. Ποιὸν δὲν εἰρωνεύτηκαν οἱ ἄνθρωποι; Ξέρεις τί εἶπε ὁ διορατικότερος ὅλων: οὐαὶ ὑμῖν οἱ γελῶντες νῦν, ὅτι πενθήσετε καὶ κλαύσετε (Λουκ. 6, 25). Μοῦ γράφεις ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τέχνη σου ἔχεις καὶ ἕνα ἀμπέλι, πού σοῦ δίνει καλὴ παραγωγή, ἐπειδὴ τὸ καλλιεργεῖς πολύ. Ἂν κάποιος ἐγκατέλειπε τὸ ἀμπέλι του καὶ εἰρωνευόταν ἐσένα ποὺ φροντίζεις μὲ ἐπιμέλεια τὸ δικό σου, μήπως θὰ σήκωνες τὰ χέρια σου ἀπὸ τ’ ἀμπέλι καὶ θὰ σταματοῦσες νὰ τὸ καλλιεργεῖς; Σίγουρα, δὲν θὰ τὸ ἔκανες αὐτό.
Πῶς μπορεῖς λοιπὸν νὰ ταλαντεύεσαι ἀναφορικὰ μὲ τὴν καλλιέργεια τῆς ψυχῆς σου ἡ ὁποία εἶναι σημαντικότερη ἀπ’ ὅλα τ’ ἀμπέλια τοῦ κόσμου; Ἐπειδὴ ὅταν πεθάνεις, τὴν ψυχή σου θὰ τὴν πάρεις ἐνῶ τὸ ἀμπέλι θὰ τὸ ἀφήσεις. Ἀπ’ ὅλες τὶς καλλιέργειες, ἡ σημαντικότερη εἶναι ἡ καλλιέργεια τῆς ψυχῆς. Καὶ ἀπ’ ὅλους τοὺς κόπους ποὺ ὁ ἄνθρωπος καταβάλλει πάνω στὴ γῆ, ὁ κόπος γιὰ τὴν ψυχὴ εἶναι ὁ πιὸ συνετός. Γιὰ τοῦτο, γύρνα στὴν προηγούμενη προσπάθειά σου γύρω ἀπὸ τὴν ψυχή σου καὶ ξεκίνα πάλι νὰ ἐξομολογῆσαι….
Οἱ ἁμαρτίες θεριεύουν καὶ πολλαπλασιάζονται μέσα στὴ μυστικότητα. Μόλις ὅμως βγοῦν στὸ φῶς, ξηραίνονται καὶ πεθαίνουν. Μὴν πεῖς: δὲν ἔχω ἁμαρτίες! Διάβασε αὐτὸ ποὺ λέει ὁ δίκαιος στὸ Ψαλτήρι: ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου (Ψαλ. 50, 7). Μὴν πεῖς πάλι: ἐγὼ ἐξομολογοῦμαι τὶς ἁμαρτίες μου στὸν Ἴδιο τὸν Θεὸ καὶ δὲν χρειάζεται νὰ ἐξομολογοῦμαι σὲ ἀνθρώπους. Ποιὸς ἦταν περισσότερο δίκαιος ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο; Καὶ ὁ Παῦλος αὐτός, εἶχε μία ἁμαρτία πρὶν ἀπὸ τὴν ἀποστολική του κλήση ὡς Σαῦλος καὶ τὴν ἁμαρτία του αὐτὴ τὴν ἐξομολογήθηκε δημόσια, ὄχι μία φορὰ ἀλλὰ πολλὲς καὶ ὄχι μονάχα μπροστὰ σὲ πιστοὺς ἀλλὰ καὶ σὲ εἰδωλολάτρες. Γράφει στοὺς βαπτισμένους Γαλάτες: ἠκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφὴν ποτε ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῶ, ὅτι καθ’ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτὴν (Γαλ. 1, 13). Τὸ ἴδιο ἀποκαλύπτει καὶ μπροστὰ στὸν ἀβάπτιστο βασιλιὰ Ἀγρίπα. Συνέχεια
Λόγος Πανηγυρικὸς στὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου Μαρίας
Ἠλία Μηνιάτη
«Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου».
Ὤ, βάθος ταπεινώσεως, ποὺ μᾶς ἀνεβάζει στοὺς οὐρανούς! Ὤ, θαυμαστὴ δύναμη μίας παρθένου Κόρης, ποὺ μὲ ἕνα: «γένοιτο» κάνει τὸν Θεὸ καὶ ἀλλάζει μὲ τὴ γῆ τὰ ἀστέρια! Μά, γιὰ ποιὸ λόγο πανακήρατη Κόρη, θεόσοφη Μαριάμ, τώρα, ποὺ ὑψώθηκες σὲ τόση μεγαλειότητα καὶ τιμή, πέφτεις σὲ τόση ταπείνωση; Τάχα δὲν ἔπρεπε νὰ δοξαστεῖς, τώρα ποὺ ἔγινες δοχεῖο χωρητικὸ τῆς Θεότητας καὶ θρόνος ἡλιοστάλακτος τοῦ Βασιλέως τῆς δόξας; Ἐσὺ τώρα εἶσαι Μητέρα Θεοῦ, καὶ πῶς ὀνομάζεσαι δούλη Κυρίου; «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου». Ἀλλά μοῦ φαίνεται εὔλογο νὰ μοῦ ἀπαντᾶ ἡ Παρθένος. Ἐπειδὴ σὲ αὐτὴν κατοικοῦσε ὁ Κύριος, ποὺ «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν», σωστὰ ταπεινώθηκε καὶ ξέροντας πὼς «ἐγγὺς Κύριος τοῖς συντετριμμένοις τῇ καρδίᾳ», ἔπρεπε νὰ ἑτοιμασθεῖ μὲ κάθε ταπείνωση, γιὰ νὰ δεχθεῖ τὸν θεῖο Λόγο.
Ὁ Ἀπελλῆς, ἐκεῖνος ὁ περίφημος ζωγράφος, πού, ὅσες ἔκανε εἰκόνες ἦταν θαυμαστές, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα, μὲ ὀμορφιὰ καὶ ἐπιμέλεια ζωγράφισε ἕνα στάχυ καὶ ἐπάνω σ’ αὐτὸ μία περιστερά, ποὺ ἡ ἴδια φύση κοκκίνισε νικημένη ἀπὸ τὴν τέχνη. Ὅμως περισσότερη κατηγορία, παρὰ τιμὴ προξένησε τοῦ Ἀπελλῆ αὐτὴ ἡ θαυμαστὴ ζωγραφιὰ ἐπειδή, ὅσοι τὴν ἔβλεπαν, ἀντὶ νὰ θαυμάζουν τὴν ὀμορφιὰ τῶν χρωμάτων, τὴ συμμετρία τῶν γραμμῶν, τὸν κατηγοροῦσαν λέγοντας: δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνα μικρὸ στάχυ, ὀρθό, νὰ βαστάζει μία περιστερά, δίχως νὰ γέρνει ἀπὸ τὸ βάρος· «οὐχ οἶόν τε ἄσταχυν ἀκλινῆ βαστάζειν περιστεράν». Στάχυ φθαρτό, χορτάρι τῆς γῆς εἶναι ὁ ἄνθρωπος «ἄνθρωπος ὡσεὶ χόρτος», περιστερὰ εἶναι τὸ πανάγιο Πνεῦμα· «καὶ εἶδε τὸ Πνεῦμα ὡσεὶ περιστερὰν καταβαῖνον ἐπ’ αὐτόν».
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος στέκει ὀρθὸς καὶ σοβαρὸς μὲ τὴν ὑπερηφάνεια, δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ στέκει σ’ αὐτὸν ἡ χάρις τοῦ παναγίου Πνεύματος, ἐπειδὴ «ἀκάθαρτος παρὰ Κυρίῳ πᾶς ὑψηλοκάρδιος». Γι’ αὐτὸ λοιπὸν ἡ πανάμωμη Κόρη, ὅταν ἄκουσε ἀπὸ τὸν ἄγγελο ὅτι: «Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ», σωστὰ ἀπάντησε μὲ πολλὴ ταπείνωση· «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» καὶ μὲ αὐτὰ τὰ γλυκὰ λόγια, σὰν μὲ χρυσὴ ἁλυσίδα, τράβηξε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει κανένας, τὸν μετέφερε ἀπὸ τὸν κόλπο τοῦ Πατρὸς στὰ παρθενικὰ καὶ ἀμόλυντα σπλάγχνα της.
Ὁ ἴδιος Θεός, μὲ τὸ στόμα τοῦ Προφητάνακτος Δαυίδ, λέει: «τὰ λόγια σου ὑπὲρ μέλι τῷ στόματί μου, αὐτὰ μὲ ὁδήγησαν καὶ εἵλκυσαν εἰς ὅρος ἅγιόν σου». Ὅρος δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ ἡ ἁγιασμένη κοιλία τῆς Θεομήτορος. Τὸ ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος Δαυίδ: «τὸ ὅρος, ὁ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς κατοικεῖν ἐν αὐτῷ». Καὶ ὁ Ἀββακοὺμ λέει· «ὁ Θεὸς ἀπὸ Θαιμᾶν ἤξει καὶ ὁ ἅγιος ἐξ ὅρους κατασκίου δασέος». Συνέχεια