Πῶς νὰ ἀντιδροῦμε στὶς ἀμφιβολίες γιὰ τὴν πίστη μας
Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος
Ἀμφιβολίες γύρω ἀπό τόν Θεό καί τήν πίστη ἔχουν κάποτε-κάποτε σχεδόν ὅλοι. Μποροῦν, ὡστόσο, νά τίς διώξουν εὔκολα μέ σκέψεις ἀντιρρητικές, πού ἐπιβεβαιώνουν τήν ἀλήθεια τῆς θείας ἀποκαλύψεως γιά τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο: ἡ τάξη καί ἁρμονία τοῦ σύμπαντος, τό θαῦμα τῆς ζωῆς, ὅλα τά ἄλλα ὑπερφυσικά καί ἐξαίσια θαύματα τοῦ Κυρίου καί τῶν ἁγίων Του, πάνω ἀπ’ ὅλα ὅμως ἡ μαρτυρία τῆς συνειδήσεως τῶν καλοπροαίρετων καί ἁγνῶν ψυχῶν.
Τά ἔργα τοῦ Θεοῦ, πού μαρτυροῦν γιά τήν ὕπαρξη καί τήν πρόνοιά Του, ἔχουν πολλές πλευρές. Μία πλευρά εἶναι κατάφωτη καί γι’ αὐτό καταφανῆς. Μία ἄλλη εἶναι ἁπλά φωτεινή καί διακριτή. Ἄλλη εἶναι ἀμυδρόφωτη καί δυσδιάκριτη. Ἄλλη πάλι εἶναι σκοτεινή καί γι’ αὐτό ἀόρατη. Τήν τελευταία τούτη πλευρά ἀφοροῦν οἱ ἀμφιβολίες. Ἔτσι, ὅμως, οἰκονόμησε τά πράγματα ὁ Κύριος, γιά νά δοκιμάζεται ἡ εἰλικρίνεια τῆς ἀναζητήσεώς Του ἀπό τίς ψυχές μας, καθώς καί ἡ ταπείνωσή μας. Βλέπετε, ὁ Θεός καί τά ἔργα Του προσεγγίζονται καί γνωρίζονται μόνο μέ τήν ταπείνωση.
Πιστεύετε πώς ὅπου εἶναι ὁ Θεός καί ἡ ἀλήθειά Του, δηλαδή παντοῦ, ὅλα θά πρέπει νά πλημμυρίζουν μέ φῶς, νά γίνονται ἀντιληπτά μέ τίς αἰσθήσεις, νά ἐμπνέουν δυνατά τίς ψυχές, νά κραυγάζουν γιά τή θειότητά τους! Δέν ἀντιλαμβάνεστε ὅτι, μέ τό νά σκέπτεστε ἔτσι, θέλετε νά καθορίζετε ἐσεῖς τό πῶς πρέπει νά ἐνεργεῖ ὁ Θεός; Καί τοῦτο, ὅπως ἀναμφίβολα θά συμφωνήσετε, εἶναι ἀδιανόητο, γιατί, ἄν συνέβαινε, θά διασάλευε τή φυσική τάξη τῶν πραγμάτων.
Τά ἔργα τοῦ Θεοῦ αὐτά καθαυτά εἶναι ἀκριβῶς θεῖα, ἡ θειότητά τους ὅμως εἶναι καλυμμένη μ’ ἕνα ἀόρατο παραπέτασμα. Γιατί; Ἔτσι θέλησε ὁ Θεός· τοῦτο μόνο ἔχω νά πῶ. Οἱ βουλές τῆς θείας Σοφίας καί Ἀγάπης εἶναι ἀνεξιχνίαστες. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία, πάντως, πώς ἀνέκφραστη ὀμορφιά καί ἄπλετο φῶς κρύβονται πίσω ἀπό τό παραπέτασμα, πού δέν ἀφήνει τούς ἄπιστους ἀνθρώπους νά δοῦν τήν ἀλήθεια. Λέει ὁ ἀπόστολος· « μολονότι εἶναι ἀόρατες καί ἡ αἰώνια δύναμη τοῦ Θεοῦ καί ἡ θεϊκή Του ἰδιότητα, οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νά τίς δοῦν καί νά τίς ἐννοήσουν, ἀπό τότε πού ἔγινε ὁ κόσμος, μέσω τῶν δημιουργημάτων Του» (Ρωμ.1,20). Ποιοί ἄνθρωποι, ὅμως; Μόνο οἱ πιστοί καί καλοπροαίρετοι. Καί ὄχι, βέβαια, οἱ τυπικά πιστοί, ἀλλά ἐκεῖνοι πού ζοῦν θεάρεστα. Συνέχεια
Λόγος Α´ γιὰ τὴ Νηστεία
Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας
«Νὰ σαλπίσετε, λέγει, κατὰ τὴν πρώτη ἡμέρα τοῦ μῆνα μὲ τὴν σάλπιγγα, καθὼς καὶ κατὰ τὴν ἐπίσημη ἡμέρα τῆς μεγάλης ἑορτῆς σας» (Ψαλμ. 80, 4).
Αὐτὸ εἶναι πρόσταγμα προφητικό. Γιὰ μᾶς δὲ ἀπὸ τὴν σάλπιγγα πιὸ μεγαλόφωνο καὶ ἀπὸ κάθε ὄργανο μουσικὸ πιὸ ἐπίσημο, τὴν ἀναμενόμενη ἑορτὴ τῶν ἑορτῶν ὑποδηλώνουν τὰ ἀναγνώσματα (Ἡσ. 58, 4-6). Διότι ἐγνωρίσαμε τὴν χάρη τῶν νηστειῶν ἀπὸ τὸν Ἡσαΐα, ποὺ ἀπέῤῥιψε μὲν τὸν ἰουδαϊκὸ τρόπο τῆς νηστείας, τὴν δὲ ἀληθινὴ νηστεία σὲ μᾶς ἔδειξε. «Νὰ μὴ νηστεύετε χάριν διαμάχης καὶ ἔριδος», «ἀλλὰ νὰ καταργήσεις κάθε σύνδεσμο ἀδικίας» (Ἡσ. 63, 6). Καὶ ὁ Κύριος λέγει· «νὰ μὴ γίνεσθε σκυθρωποί, ἀλλὰ νὰ νίψεις τὸ πρόσωπό σου, καὶ νὰ ἀλείψεις τὸ κεφάλι σου» (Ματθ. 6, 16-17).
Ἂς συμπεριφερθοῦμε λοιπόν, ὅπως ἐδιδαχθήκαμε, νὰ μὴ φαινόμαστε σκυθρωποὶ γιὰ τὶς ἡμέρες ποὺ ἔρχονται, ἀλλὰ μὲ φαιδρὸ πρόσωπο πρὸς αὐτές, ὅπως πρέπει στοὺς ἁγίους, νὰ συμπεριφερόμαστε. Κανεὶς ἄκαρδος δὲν στεφανώνεται, κανεὶς κατηφὴς δὲν στήνει τρόπαιο. Νὰ μὴ σκυθρωπάσεις ἐνῷ δέχεσαι περιποιήσεις. Εἶναι ἄτοπο νὰ μὴ χαιρόμαστε γιὰ τὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ νὰ λυπόμαστε μὲ τὴν ἀλλαγὴ τῶν τροφῶν καὶ νὰ φαινόμαστε ὅτι χαριζόμαστε στὴν ἡδονὴ τῆς σάρκας, παρὰ στὴν ἐπιμέλεια τῆς ψυχῆς. Διότι ὁ μὲν κορεσμὸς σταματᾷ τὴν εὐχαρίστηση στὴν κοιλιά, ἡ δὲ νηστεία ἀνεβάζει τὸ κέρδος στὴν ψυχή. Νὰ χαίρεσαι διότι σοῦ ἔχει δοθεῖ ἀπὸ τὸν ἰατρὸ φάρμακο ποὺ καταστρέφει τὴν ἁμαρτία. Διότι ὅπως ἀκριβῶς στὰ ἔντερα τῶν παιδιῶν τὰ ἀναζωογονούμενα σκουλήκια ἐξαφανίζονται μὲ κάποια δραστικὰ φάρμακα, ἔτσι καὶ τὴν ἁμαρτία, ποὺ βρίσκεται στὸ βάθος τῆς ψυχῆς, τὴν σκοτώνει ἡ νηστεία ποὺ εἰσχωρεῖ στὴν ψυχή, ἡ ὁποία νηστεία εἶναι πράγματι ἀξία τοῦ ὀνόματός της.
2. «Ἄλειψε τὸ κεφάλι σου καὶ πλῦνε τὸ πρόσωπό σου» (Ματθ. 6, 17). Σὲ μυστήρια σὲ καλεῖ ὁ λόγος. Αὐτὸς ποὺ ἀλείφθηκε ἐμυρώθηκε· αὐτὸς ποὺ ἐνίφθηκε ἐκαθαρίσθηκε. Νὰ ἐννοεῖς τὴ νομοθεσία στὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο. Νὰ καθαρίσεις τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα. Νὰ χρίσεις τὸ κεφάλι σου μὲ χρῖσμα ἅγιο, γιὰ νὰ γίνεις μέτοχος τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἔτσι νὰ προσέλθεις στὴ νηστεία. Νὰ μὴν ἀλλοιώσεις τὸ πρόσωπό σου ὅπως ἀκριβῶς oἱ ὑποκριτές. Τὸ πρόσωπο ἀμαυρώνεται, ὅταν ἡ ἐσωτερικὴ διάθεση ἐπισκιάζεται μὲ τὸ ἐπίπλαστο ἐξωτερικὸ σχῆμα, καλυπτόμενη μὲ τὸ ψεῦδος σὰν μὲ παραπέτασμα.Ὑποκριτὴς εἶναι αὐτὸς ποὺ ὑποδύεται ξένο πρόσωπο στὸ θέατρο· ἐνῷ εἶναι δοῦλος, πολλὲς φορὲς ὑποδύεται τὸ πρόσωπο τοῦ κυρίου, καὶ ἐνῷ εἶναι πολίτης, τὸ πρόσωπο τοῦ βασιλέως. Ἔτσι καὶ στὸν βίο αὐτό, σὰν στὴ σκηνὴ τῆς δικῆς τους ζωῆς, οἱ πολλοὶ παίζουν θέατρο, ἄλλα μὲν φέροντας στὴν καρδιά, ἄλλα δὲ δεικνύοντας φανερὰ στοὺς ἀνθρώπους. Συνέχεια
Ἡ σωστὴ ἀντιμετώπιση τῶν θλίψεων
Ἁγίου Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου
Ὅπως πλησιάζουν τὰ βλέφαρα τὸ ἕνα τὸ ἄλλο, ἔτσι καὶ οἱ πειρασμοὶ εἶναι κοντὰ στοὺς ἀνθρώπους. Καὶ αὐτὸ τὸ οἰκονόμησε ὁ Θεὸς νὰ εἶναι ἔτσι, μὲ σοφία, γιὰ νὰ ἔχουμε ὠφέλεια· γιὰ νὰ κρούεις δηλ. ἐπίμονα, ἐξαιτίας τῶν θλίψεων, τὴ θύρα τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ νὰ μπεῖ μέσα στὸ νοῦ σου, μὲ τὸ φόβο τῶν θλιβερῶν πραγμάτων, ὁ σπόρος τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ πᾶς κοντά του μὲ τὶς δεήσεις, καὶ νὰ ἁγιασθεῖ ἡ καρδιά σου μὲ τὴ συνεχῆ ἐνθύμησή του. Καὶ ἐνῶ ἐσὺ θὰ τὸν παρακαλεῖς, αὐτὸς θὰ σὲ ἀκούσει.
Ὁ πορευόμενος στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ τὸν εὐχαριστεῖ γιὰ ὅλες τὶς θλίψεις ποὺ τὸν βρίσκουν, καὶ νὰ κατηγορεῖ καὶ νὰ ἀτιμάζει τὸν ἀμελῆ ἑαυτό του, καὶ νὰ ξέρει ὅτι ὁ Κύριος, ποὺ τὸν ἀγαπᾶ καὶ τὸν φροντίζει, δὲν θὰ τοῦ παραχωροῦσε τὰ λυπηρά, γιὰ νὰ ξυπνήσει τὸ νοῦ του, ἂν δὲν ἔδειχνε κάποια ἀμέλεια. Ἀκόμη μπορεῖ νὰ ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς κάποια θλίψη, διότι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ὑπερηφανευθεῖ, ὁπότε ἂς τὸ καταλάβει καὶ ἂς μὴν ταραχθεῖ κι ἂς βρίσκει τὴν αἰτία στὸν ἑαυτό του, ὥστε τὸ κακὸ νὰ μὴ γίνει διπλό, δηλ. νὰ ὑποφέρει καὶ νὰ μὴ θέλει νὰ θεραπευθεῖ. Στὸν Θεὸ ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς δικαιοσύνης, δὲν ὑπάρχει ἀδικία. Αὐτὸ νὰ μὴν περάσει ἀπὸ τὸ νοῦ μας.
Μὴν ἀποφεύγεις τὶς θλίψεις, διότι βοηθούμενος ἀπ’ αὐτὲς μαθαίνεις καλὰ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καὶ μὴ φοβηθεῖς τοὺς πειρασμούς, διότι μέσα ἀπὸ αὐτοὺς βρίσκεις θησαυρό. Νὰ προσεύχεσαι νὰ μὴν εἰσέλθεις στοὺς ψυχικοὺς πειρασμοὺς ὅσο γιὰ τοὺς σωματικούς, νὰ ἑτοιμάζεσαι νὰ τοὺς ἀντιμετωπίσεις μὲ ὅλη τὴ δύναμή σου, γιατί χωρὶς αὐτοὺς δὲν μπορεῖς νὰ πλησιάσεις τὸν Θεό. Μέσα σ’ αὐτοὺς ἐμπεριέχεται ἡ θεία ἀνάπαυση. Ὅποιος ἀποφεύγει τοὺς σωματικοὺς πειρασμούς, ἀποφεύγει τὴν ἀρετή.
Χωρὶς πειρασμοὺς ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο δὲν φανερώνεται, καὶ εἶναι ἀδύνατο, χωρὶς αὐτούς, νὰ ἀποκτήσεις παρρησία στὸν Θεό, καὶ νὰ μάθεις τὴ σοφία τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί, ἀκόμη, δὲν θὰ μπορέσει νὰ στεριωθεῖ μέσα στὴν ψυχή σου ὁ θεϊκὸς πόθος. Προτοῦ νὰ ἔρθουν οἱ πειρασμοί, ὁ ἄνθρωπος προσεύχεται στὸν Θεὸ σὰν ξένος. Ἀπὸ τότε ὅμως ποὺ θὰ εἰσέλθει σὲ πειρασμοὺς γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καὶ δὲν ἀλλάξει γνώμη, ἔχει τὸν Θεό, νὰ ποῦμε, ὑποχρεωμένο ἀπέναντί του, καὶ ὁ Θεὸς τὸν λογαριάζει γιὰ γνήσιο φίλο του. Διότι πολέμησε καὶ νίκησε τὸν ἐχθρό του, γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Συνέχεια
Μὴ ἀποκρύψης τὸ Φῶς τοῦ προσώπου σου»
Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου
Ἐλέησέ με, μόνε Κύριε, ἐλέησέ με, σὺ ποὺ μὲ σκέπασες ἀπὸ τῆς νεαρῆς μου ἡλικίας, σὺ ποὺ ἀπὸ τὴν ἀγαθότητά σου μοῦ συμπάθησες τὰ πάμπολλά μου πταίσματα ποὺ γνωρίζω πώς σοῦ ἔπταιξα. Σὺ ποὺ μὲ ἐλευθέρωσες ἀπὸ τὸν πλάνο καὶ μάταιο κόσμο καὶ ἀπὸ συγγενεῖς καὶ φίλους καὶ ἄτοπες ἡδονὲς καὶ μὲ ἀξίωσες νὰ κάθομαι ἐδῶ σὰν σὲ Ὄρος καὶ μοῦ ἔδειξες τὴ θαυμαστή σου, Θεέ μου, δόξα καὶ μὲ χαρίτωσες γεμίζοντας μὲ ὅλον ἀπὸ θεῖον σου Πνεῦμα καὶ ἀπὸ Πνευματικὸ φωτισμό.
Σὺ πάλιν Θεέ μου, δός μου τοῦ δούλου σου τελεία καὶ ὁλόκληρη τὴν Χάρη σου, χωρὶς νὰ μετανοήσεις σὲ τοῦτο. Μὴν τὴν ἀφαίρεσης. Δέσποτα, μηδὲ ἀποστραφεῖς μὲ παραβλέποντάς με, σὺ ποὺ ἐξ ἀρχῆς μὲ ἔστησες μπροστὰ στὸ πρόσωπό σου καὶ μὲ συναρίθμησες στοὺς δούλους σου καί, σφραγίζοντάς με μὲ τὴν σφραγίδα τῆς Χάριτός σου, μὲ ἐπονόμασες δικό σου.
Μὴ μὲ πάλιν ἀπορρίψεις, μηδὲ ἀποκρύψεις τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου καὶ μὲ καλύψει σκότος· καὶ μὲ καταπιεῖ ἡ ἄβυσσος καὶ συγκλείσει ὁ οὐρανὸς ἐμένα, τὸν ὁποῖον μὲ ἀνεβίβασες ἀνώτερα ἀπὸ αὐτόν, καταξιώνοντάς με νὰ συνευρίσκομαι μὲ τοὺς ἀγγέλους σου, ἤ, νὰ εἰπῶ καλύτερα, μὲ ἐσένα τὸν τῶν ὅλων ποιητὴν καὶ νὰ συνευφραίνωμαι μαζὶ μὲ ἐσένα καὶ νὰ θεωρῶ τὴν ἀπαραμοίαστον δόξαν τοῦ προσώπου σου, ἀπολαμβάνοντας χορταστικὰ καὶ ἀπὸ τὸ ἀπλησίαστο φῶς· καὶ νὰ χαίρω εὐφραινόμενος χαρὰν ἀνεκλάλητον, μὲ τὴν παρουσία τῆς ἀνερμηνεύτου σου ἐλλάμψεως.
Ὁπόταν καὶ κατατρυφώντας ἐγὼ ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ἀνερμήνευτο φῶς, σκιρτοῦσα καὶ ἔχαιρα ὁμοῦ μὲ ἐσένα τὸν ποιητὴ καὶ πλάστη μου, θεωρώντας τὸ ἀπαρομοίαστον κάλλος τοῦ προσώπου σου. Τόσον ποὺ καὶ καταβιβάζοντας πάλι τὸν νοῦν μου στὴ γῆ τότε, δὲν ἔβλεπα μήτε τὸν κόσμον, μὲ τὸ νὰ ἤμουν πεφωτισμένος ἀπὸ ἐσένα, μήτε τὰ τοῦ κόσμου πράγματα, ἀλλὰ ἤμουν ἀνώτερος καὶ ἀπὸ τὰ πάθη καὶ ἀπὸ τὶς φροντίδες. Συνέχεια
Μετανοῶ
Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς
Γιὰ ὅλες τὶς ἀνθρώπινες ἁμαρτίες
μετανοῶ ἐνώπιόν Σου, Παντελεήμων.
Νὰ τὸ σπέρμα ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν βρίσκεται στὸ αἷμα μου.
Μὲ τὴν προσπάθειά μου καὶ τὸ Ἔλεός Σου συμπνίγω
τὸν κακὸ αὐτὸ σπόρο μέρα καὶ νύχτα.
Γιὰ νὰ μὴ βλαστάνουν τὰ ζιζάνια, ἀλλὰ τὸ καθαρὸ στάρι
στὸν ἀγρὸν τοῦ Κυρίου.
Μετανοῶ γιὰ ὅλους τούς μεριμνώντας, ποὺ σκοντάφτουν
κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῶν μεριμνῶν καὶ δὲν ξέρουν νὰ ἀποθέσουν
τὶς μέριμνές τους ἐπάνω σὲ Σένα. Γιὰ τὸν ἀδύνατο ἄνθρωπο
ἀβάσταχτη εἶναι καὶ ἡ πιὸ μικρὴ μέριμνα, ἐνῶ γιὰ Σένα
καὶ ἕνα βουνὸ μεριμνῶν εἶναι σὰν μιὰ μπάλα χιονιοῦ
πεταμένη στὴν κάμινο τοῦ πυρός.
Μετανοῶ γιὰ ὅλους τούς ἀρρώστους, γιατί ἡ ἀρρώστια
εἶναι καρπὸς τῆς ἁμαρτίας. Ὅταν μὲ τὴν μετάνοια καθαριστεῖ
ἡ ψυχή, τότε ἡ ἀρρώστια ἐξαφανίζεται μαζὶ μὲ τὴν ἁμαρτία,
καὶ εἰσέρχεσαι στὴν ψυχὴ Ἐσύ, Αἰώνια Ὑγεία μου.
Μετανοῶ γιὰ τοὺς ἀπίστους, ποὺ μὲ τὴν ἀπιστία τους
σωρεύουν τὶς ἀνήσυχες φροντίδες τους καὶ τὶς ἀρρώστιες
ἐπάνω τους καὶ ἐπάνω στοὺς φίλους τους.
Μετανοῶ γιὰ ὅλους τους θεοβλασφήμους, ποὺ βλασφημοῦν Ἐσένα,
μὴ ξέροντας ὅτι βλασφημοῦν τὸν Οἰκοδεσπότη,
πού τοὺς ντύνει καὶ τοὺς τρέφει.
Μετανοῶ γιὰ ὅλους τους ἀνθρωποκτόνους ποὺ σκοτώνουν
τὴ ζωὴ τοῦ ἄλλου γιὰ νὰ φυλάξουν τὴ δική τους.
Συγχώρεσέ τους Παντελεήμων, γιατί δὲν ξέρουν τί κάνουν.
Γιατί δὲν ξέρουν ὅτι δὲν ὑπάρχουν στὸ Σύμπαν δύο ζωές, ἀλλὰ μία,
καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχουν δύο ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἕνας.
Καὶ κόβουν τὸ μισό τῆς καρδιᾶς γιὰ νὰ φυλάξουν τὸ ἄλλο μισό.
Ἄχ, πόσο εἶναι νεκροὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν ἀποκόψει
τὸ μισό της καρδιᾶς!
Μετανοῶ γιὰ τοὺς ψευδόρκους, διότι ἀλήθεια,
καὶ αὐτοὶ εἶναι ἀνθρωποκτόνοι, αὐτόχειρες.
Γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἐκμεταλλεύονται τοὺς ἀδελφούς τους
καὶ συσσωρεύουν ἄχρηστο πλοῦτο, κλαίω καὶ ἀναστενάζω,
γιατί ἔθαψαν τὴν ψυχή τους καὶ δὲν ἔχουν
μὲ τί νὰ παρουσιαστοῦν ἐνώπιόν Σου.
Γιὰ ὅλους τούς ὑπερηφάνους καὶ ἀλαζόνας κλαίω καὶ ἀναστενάζω,
γιατί εἶναι ἐνώπιόν Σου σὰν ζητιάνοι μὲ ἄδειο σακκούλι.
Γιὰ ὅλους τούς μέθυσους καὶ λαίμαργους κλαίω καὶ ἀναστενάζω,
διότι κατήντησαν δοῦλοι τῶν δούλων τους.
Γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ χαλᾶνε τοὺς γάμους, μετανοῶ,
γιατί πρόδωσαν τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ Ὁποῖο
τοὺς ἐξέλεξε γιὰ νὰ κτίζει διὰ μέσου αὐτῶν τὴν νέα ζωή,
ἐνῶ αὐτοί, τὴν διακονία τῆς ζωῆς,
μετέβαλαν σὲ καταστροφὴ τῆς ζωῆς.
Γιὰ ὅλα τὰ ψεύτικα χείλη, γιὰ ὅλα τὰ θολὰ μάτια,
γιὰ ὅλες τὶς σκληρὲς καρδιές, γιὰ ὅλες τὶς ἀχόρταγες κοιλιές,
γιὰ ὅλα τὰ σκοτεινὰ μυαλά, γιὰ ὅλες τὶς κακὲς θελήσεις,
γιὰ ὅλους τούς ἄσχημους λογισμούς, γιὰ ὅλες
τὶς ψυχοφθόρες ἐνθυμήσεις, μετανοῶ καὶ ἀναστενάζω.
Μετανοῶ, Κύριε, γιὰ τοὺς πολυλογοῦντας,
γιατί τὸ πολύτιμο δῶρο Σου,
τὸ δῶρο τοῦ λόγου, μετέβαλαν σὲ φθηνὴ ἄμμο.
Μετανοῶ, γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ καταστρέφουν
τὴν ἑστία τοῦ γείτονα καὶ τὴν εἰρήνη του,
γιατί ἔτσι μάζεψαν στὸν ἑαυτό τους καὶ στὸ λαὸ τὴν κατάρα.
Μετανοῶ, γιὰ ὅλη τὴν ἱστορία τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ
ὡς ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό, γιατί ὅλη ἡ ἱστορία εἶναι στὸ αἷμα μου.
Γιατί ἐγὼ εἶμαι μέσα στὸν Ἀδάμ, καὶ ὁ Ἀδὰμ μέσα μου.
Γιὰ ὅλους τούς μεγάλους καὶ μικρούς, ποὺ δὲν τρέμουν
μπροστὰ στὴν φοβερὰ παρουσία Σου, κλαίω καὶ κραυγάζω·
Δέσποτα Πολυέλεε, ἐλέησον καὶ σῶσον με.
