Μ. Σάββατο

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΔΗΝ

 Ἁγίου Ἐπιφανίου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντίας Κύπρου

1.-. Ἐκεῖνος πού χθές, μέσα στήν ἄπειρη συγκατάβασί Του, δέν ἐκαλοῦσε νά τόν βοηθήσουν οἱ λεγεῶνες τῶν Ἀγγέλων, λέγοντας στόν Πέτρο, ὅτι εἶναι στό χέρι μου νά παρατάξω τώρα ἀμέσως, περισσότερες ἀπό δώδεκα λεγεῶνες Ἀγγέλων (Ματθ. κστ´ 53), σήμερα κατέρχεται μέ τόν θάνατό Του κατά τοῦ ἅδου καί τοῦ θανάτου, τοῦ τυράννου, ὅπως ταιριάζει σέ Θεό καί Κυρίαρχο, ἐπί κεφαλῆς τῶν ἀθανάτων καί ἀσωμάτων στρατευμάτων καί τῶν ἀοράτων ταγμάτων, ὄχι μέ δώδεκα μόνο λεγεῶνες, ἀλλά μέ μύριες μυριάδες καί χίλιες χιλιάδες Ἀγγέλων, Ἀρχαγγέλων, Ἐξουσιῶν, Θρόνων, Ἐξαπτερύγων, Πολυομμάτων, οὐρανίων ταγμάτων, τά ὁποῖα, ὡς Βασιλέα καί Κύριό τους, προπέμπουν, δορυφοροῦν καί τιμοῦν τόν Χριστό. Ὄχι, ὅτι συμμαχοῦν καί συμπολεμοῦν μαζί Του. Ὄχι, ποτέ! Γιατί ἀπό ποιά συμμαχία ἔχει ἀνάγκη ὁ παντοδύναμος Χριστός; Τόν συνοδεύουν γιατί χρωστοῦν πάντοτε καί ποθοῦν νά εἶναι κοντά στόν Θεό τους.

Οἱ ἀγγελικές δυνάμεις ἔτρεχαν σάν δορυφόροι ὁπλῖτες, ὡπλισμένοι μέ ξίφη καί σάν ἀστραπόμορφοι κεραυνοβόλοι, ὡπλισμένοι μέ τούς θεϊκούς καί παντοδύναμους κεραυνούς τοῦ Βασιλέως των, οἱ ὁποῖοι πρόφθαιναν μέ πολύ ζῆλο καί ξεπερνοῦσαν ὁ ἕνας τόν ἄλλο στή γρηγοράδα, ὑπακούοντας στό θεϊκό μόνο νεῦμα καί κάνοντας ἔργο καί πρᾶξι τή διαταγή καί στεφανωμένοι μέ τό στέφανο τῆς νίκης κατά τῆς παρατάξεως τῶν ἐχθρῶν καί τυράννων. Γι᾿ αὐτό καί κατέρχονται στά ὑποχθόνια δεσμωτήρια τῶν πανάρχαιων νεκρῶν, πού ἦταν μέσα στήν καρδιά τοῦ Ἅδη καί βαθύτερα ἀπ᾿ ὅλη τή γῆ, γιά νά βγάλουν ἀπό ἐκεῖ μέσα τούς ἁλυσοδεμένους καί ἀπό αἰῶνες τώρα κεκοιμημένους.

2.-. Μόλις δέ φάνηκε στά κλεισμένα ἀπ᾿ ὅλες τίς πόρτες, τά ἀνήλια καί κατασκότεινα δεσμωτήρια, στά ὑπόγεια καί τά σπήλαια τοῦ Ἅδη ἡ θεϊκή καί λαμπρή παρουσία τοῦ Κυρίου, προβαίνει ἐμπρός ἀπ᾿ ὅλους ὁ ἀρχιστράτηγος Γαβριήλ, ἐπειδή εἶχε συνηθίσει νά φέρνη χαρᾶς εὐαγγέλια στούς ἀνθρώπους, καί μέ φωνή δυνατή, ἀρχαγγελικώτατη, ἔντονη καί λιονταρίσια φωνάζει πρός τίς ἀντίπαλες δυνάμεις: «ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ὑμῶν». Καί μαζί του φωνάζει ὁ Μιχαήλ: «γκρεμισθῆτε προαιώνιες πύλες». Ἔπειτα οἱ Δυνάμεις συμπληρώνουν: «κάνετε πέρα παράνομοι θυρωροί». Οἱ δέ Ἐξουσίες διατάζουν μέ ἐξουσία: «Σπᾶτε ἄλυτες ἁλυσίδες». Κι᾿ ἕνας ἄλλος Ἀρχάγγελος προσθέτει: «Αἶσχος σέ σᾶς, ἀνάλγητοι τύραννοι». Συνέχεια

Ὁ Νικητής τοῦ θανάτου

Ἁγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου

25(1)[1]Σήμερα λοιπὸν ὁ Κύριός μας περιοδεύει στὸν Ἅδη. Σήμερα συνέτριψε τὶς χάλκινες πύλες καὶ τοὺς σιδερένιους μοχλούς του. Πρόσεξε τὴν ἀκριβολογία. Δὲν εἶπε, ἄνοιξε τὶς πύλες, ἀλλὰ «συνέτριψε τὶς χάλκινες πύλες», γιὰ νὰ ἀχρηστεύσει τὸ δεσμωτήριο. Δὲν ἀφαίρεσε τοὺς μοχλούς, ἀλλὰ τοὺς συνέτριψε, γιὰ νὰ ἀχρηστεύσει τὴ φυλακή. Ὅπου βέβαια δὲν ὑπάρχει οὔτε μοχλὸς οὔτε θύρα, καὶ ἂν κάποιος εἰσέλθει, δὲν ἐμποδίζεται νὰ ἐξέλθει. Ὅταν λοιπὸν συντρίψει ὁ Χριστός, ποιὸς θὰ μπορέσει νὰ διορθώσει; Οἱ βασιλεῖς ὅταν πρόκειται νὰ ἀφήσουν ἐλεύθερους τούς φυλακισμένους, δὲν κάνουν αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Χριστός, ἀλλὰ δίνουν διαταγὲς καὶ ἀφήνουν στὴ θέση τους καὶ τὶς πόρτες καὶ τοὺς φύλακες, δείχνοντας μ’ αὐτὸ πῶς θὰ χρειαστεῖ νὰ μποῦν πάλι ἐκεῖ μέσα ἢ ἐκεῖνοι ποὺ ἀποφυλακίστηκαν ἢ κάποιοι ἄλλοι στὴ θέση τους.

Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς δὲν ἐνεργεῖ μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο. Θέλοντας νὰ δείξει ὅτι καταργήθηκε ὁ θάνατος, συνέτριψε τὶς χάλκινες πύλες του. Καὶ τὶς ὀνόμασε χάλκινες ὄχι ἐπειδὴ ἦταν ἀπὸ χαλκό, ἀλλὰ γιὰ νὰ δηλώσει τὴ σκληρότητα καὶ τὴν ἀδιαλλαξία τοῦ θανάτου. Καὶ γιὰ νὰ μάθεις ὅτι ὁ χαλκὸς καὶ ὁ σίδηρος ἐκφράζουν τὴν ἀκαμψία καὶ τὴ σκληρότητα, ἄκουσε τί λέει σὲ κάποιον ἀδιάντροπο: «Τὰ νεῦρα σου εἶναι ἀπὸ σίδηρο καὶ ὁ τράχηλος καὶ τὸ μέτωπό σου ἀπὸ χαλκό». Καὶ ἐκφράστηκε ἔτσι ὄχι διότι εἶχε σιδερένια νεῦρα ἢ χάλκινο μέτωπο, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔδειχνε πὼς εἶναι αὐστηρός, ἀδιάντροπος καὶ σκληρός.

Θέλεις νὰ μάθεις πόσο αὐστηρὸς καὶ ἄκαμπτος καὶ ἀσυγκίνητος εἶναι ὁ θάνατος; Κανένας δὲν τὸν κατάφερε ποτὲ ν’ ἀφήσει ἐλεύθερο κάποιον ἀπὸ τοὺς αἰχμαλώτους του, ἕως ὅτου ἦρθε καὶ τὸν ἀνάγκασε ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων. Πρῶτα λοιπὸν συνέλαβε καὶ φυλάκισε ἐκεῖνον (τὸ θάνατο) καὶ ὕστερα τοῦ πῆρε ὅ,τι τοῦ ἀνῆκε. Γι’ αὐτὸ προσθέτει: «Θησαυροὶ ποὺ βρίσκονται στὸ σκοτάδι καὶ εἶναι κρυμμένοι καὶ δὲν φαίνονται». Ἂν καὶ ἀναφέρεται σὲ ἕνα πράγμα, ἡ σημασία του εἶναι διπλή. Ὑπάρχουν, δηλαδή, τόποι σκοτεινοί, οἱ ὁποῖοι μπορεῖ πολλὲς φορὲς νὰ φωτιστοῦν, ἂν τοποθετήσουμε μέσα τοὺς λυχνία καὶ φῶς. Οἱ χῶροι ὅμως τοῦ Ἅδη ἦταν πολὺ σκοτεινοὶ καὶ θλιβεροὶ καὶ ποτὲ δὲν μπῆκαν μέσα τοῦ ἀκτίνες φωτός, γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς χαρακτήρισε σκοτεινοὺς καὶ ἀόρατους. Ἐπειδὴ ἦταν στὴν πραγματικότητα σκοτεινοὶ μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ κατέβηκε σ’ αὐτοὺς ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καὶ τοὺς κατελάμπρυνε μὲ τὸ φῶς του καὶ ἔκανε τὸν Ἅδη οὐρανό. Γιατί ὅπου βρίσκεται ὁ Χριστός, ὁ τόπος μεταβάλλεται σὲ οὐρανό. Συνέχεια

ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΟΝ ΚΑΙ ΘΕΟΔΕΓΜOΝΑ ΤΑΦΟΝ

 ἱερομ.Ἰουστίνου

…Ὦ λίθε στό ἄνοιγμα τοῦ ἱεροσολυμιτικοῦ Τάφου, σάν τόν λίθο στό ἄνοιγμα τοῦ βαβυλωνιακοῦ λάκκου! Στή Βαβυλώνα ἔριξαν τόν Δανιήλ στόν λάκκο τῶν λεόντων «καί ἤνεγκαν λίθον καί ἐπέθηκαν ἐπί τό στόμα τοῦ λάκκου, καί ἐσφραγίσατο ὁ Βασιλεύς ἐν τῷ δακτυλίῳ αὐτοῦ»(Δαν. 6. 17). Στήν Ἱερουσαλήμ ἀφοῦ προσκύλισαν «λίθον μέγαν τῇ θύρᾳ τοῦ μνημείου …ἠσφαλίσαντο τόν τάφον σφραγίσαντες τόν λίθον μετά τῆς κουστωδίας» (Ματθ. 27.60. 66) τοῦ Ρωμαίου ἑκατόνταρχου πού ἔφερε στή χλαμύδα του τά σύμβολα καί τήν προσωπογραφία τοῦ βασιλιᾶ του.

Στή Βαβυλώνα ἔβαλαν τόν Δανιήλ ζωντανό στόν λάκκο σάν σέ τάφο, γιά νά μή βγεῖ ποτέ ἀπό κεῖ, παρά μόνο σάν ὑπολείμματα, ἀποφάγια θηρίων. Στήν Ἱερουσαλήμ ἔβαλαν τόν προκαταγγελμένο ἀπό τόν Δανιήλ – εἶναι ὁ «ὡς υἱός ἀνθρώπου» (7.13). Τόν ἔβαλαν νεκρό στόν Τάφο σάν σέ λάκκο, γιά νά μή βγεῖ ποτέ ἀπό κεῖ παρά μόνο σάν λείψανα τῆς φθορᾶς, ἀποφάγια τοῦ ἀρχαίου δράκοντα καί θηρίου, τοῦ θανάτου. Ὡστόσο γελάσθηκαν ἐπειδή δέν ἔβαλαν «υἱόν ἀνθρώπου» ἀλλά ἔβαλαν «ὡς υἱόν ἀνθρώπου». δηλ. κάποιον σάν γιό ἀνθρώπου, Θεό πού ἐνανθρώπησε, πλήν δέν ἄφησε τή θεότητα! Γι᾽ αὐτό καί βγῆκε θριαμβευτής, ζωντανός καθώς πρίν ὁ Δανιήλ.

Ὦ λίθε τοῦ Τάφου τοῦ Ἰησοῦ, μοιάζεις καί δέν μοιάζεις μέ τόν λίθο τοῦ τάφου τοῦ φίλου Του τετραήμερου. Μοιάζεις: Σκέπασες ἐπίσης νεκρό, ἀποκυλίσθηκες ἐπίσης. Δέν μοιάζεις: Σύ σκέπασες «νεκρό» Θεό, καί ἀκόμη ἀποκυλίσθηκες παράδοξα. Στήν ἀποκύληση τοῦ τετραήμερου λίθου ὑπούργησαν ἄνθρωποι, τοῦ τριήμερου ἄγγελοι. «Χωρίς δέ πάσης ἀντιλογίας» φυσικά εἶναι καί τά δύο, μιά πού ἐκ φύσεως «τό μεῖζον ὑπό τοῦ ἐλάττονος» ὑπουργεῖται (πρβλ. Ἑβρ. 7.7). Ὑπηρετεῖται δηλ. κανείς ἀπό ἴσους ἤ κατώτερούς του, ἐκτός ἀπό τήν ἐξαίρεση τοῦ θείου ἐλέους καί τῶν ὀργάνων του, τοῦ Κυρίου καί τῶν ἀγγέλων πού φροντίζουν γιά τή σωτηρία μας. Λοιπόν στόν πρῶτον λίθο, τόν βηθανικό, ὑπούργησαν ἄνθρωποι, στόν δεύτερο, τόν σιωνικό, ἄγγελος καί ἀρχάγγελος, ὥστε νά ἐμφανισθεῖ ὁ «παῖς Κυρίου», ὁ Μεσσίας, ὡς «μεγάλης βουλῆς ἄγγελος» (Ἡσ. 9.6), τῆς βουλήσεως τῆς Ἁγ. Τρίαδος περί οἰκουμενικῆς σωτηρίας ἐκ Πατρός δι᾽ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Συνέχεια

ΜΕΓΑ ΣΑΒΒΑΤΟΝ-Ὑμνολογικά

῾Η εἰς Ἅδου Κάθοδος

«ὅτι καὶ Χριστός ἅπαξ περὶ ἁμαρτιῶν ἔπαθε, δίκαιος ὑπὲρ ἀδίκων, ἵνα ἡμᾶς προσαγάγῃ τῷ Θεῷ, θανατωθεὶς μὲν σαρκί, ζωοποιηθείς δὲ πνεύματι· ἐν ᾧ καὶ τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι πορευθεὶς ἐκήρυξεν» (Α´ Πέτρ. γ´ 18-19).

Κατά τό ῞Αγιο καί Μέγα Σάββατο, ἡ ᾿Εκκλησία μνημονεύει τήν εἰς ῞ᾼδου κάθοδον τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. ῞Οτι δηλαδή, κατά τίς τρεῖς ἡμέρες μετά τόν θάνατό Του καί μέχρι τῆς ἀναστάσεώς Του, ὁ Κύριος κατῆλθε στόν ῞ᾼδη, στόν τόπο, ὅπου εὑρίσκονταν φυλακισμένες οἱ ψυχές τῶν ἀνθρώπων, κήρυξε καί, στή συνέχεια, μέ θεϊκή ἐξουσία ἀνέστησε καί ἐλευθέρωσε τίς ψυχές καί κυριολεκτικά «ἐκένωσε» τά ταμεῖα τοῦ ζοφεροῦ αὐτοῦ τόπου.

1. ῾Η προσδοκία τοῦ διαβόλου ἦταν, ὅτι τελικά θά μποροῦσε νά κρατήσει ἕνα μέρος τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ ὑπό τήν ἐξουσία του. Αὐτός ἦταν ὁ ῞ᾼδης. ῾Ο ῞ᾼδης δέν εἶναι τόπος, ἀλλά τρόπος ζωῆς τῶν πνευμάτων. Εἶναι δέ ὡς τρόπος καί κατάστασις ζωῆς ἀντίθετος τοῦ Παραδείσου. ᾿Εάν στόν Παράδεισο ὁ ἄνθρωπος εἶναι εὐτυχισμένος ἐπειδή ζεῖ μέ τόν Θεό, στόν ῞ᾼδη ζεῖ δυστυχισμένος ἐπειδή ζεῖ μέ τούς διαβόλους. Στόν ῞ᾼδη κατέρχονταν ὅλοι οἱ ζῶντες. ᾿Εκεῖ δέν μποροῦσαν νά αἰνοῦν πιά τόν Θεό, νά ἐλπίζουν στήν δικαιοσύνη Του, στήν πιστότητά Του. Πρόκειται γιά μία ὁλοκληρωτική ἐγκατάλειψι.

 Σ᾿ αὐτόν τόν τραγικό χῶρο τῆς δυστυχίας καὶ ἀπελπισίας, κατέβηκε ὁ Χριστός γιά νά ἐλευθερώσει τούς αἰωνίους αἰχμαλώτους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονταν ἐκεῖ παρά τήν θέλησί τους. Αὐτό δέ ἀποτελοῦσε τήν δύναμι καί τήν χαρά τοῦ διαβόλου, ὅτι εἶχε τήν δύναμι, μποροῦσε, νά ἐμποδίσει τούς δικαίους νά ζήσουν μέ τόν Θεό. Αὐτή τήν ἀδικία ἐπισημαίνει ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος ὅταν γράφει· «᾿Αλλ᾿ ἐβασίλευσεν ὁ θάνατος ἀπὸ ᾿Αδὰμ μέχρι Μωσέως καὶ ἐπὶ τοὺς μὴ ἁμαρτήσαντας» (Ρωμ. ε´ 14).

῾Ο ῞ᾼδης δέν ταυτίζεται μέ τήν κόλασι. ῾Ο ᾿Ιησοῦς Χριστός κατέβηκε στόν ῞ᾼδη, ὁ καταδικασμένος πηγαίνει στήν κόλασι. Οἱ θύρες τοῦ ῞ᾼδη, ὅπου κατέβηκε ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός, ἄνοιξαν, γιά νά μπορέσουν νά διαφύγουν οἱ αἰχμάλωτοί του, ἐνῶ, ὅταν ὁ κολασμένος κατεβαίνει στήν κόλασι, ἡ πόρτα της κλείνει πίσω του αἰωνίως καί δέν θά ἀνοίξει ποτέ. Συνέχεια

Ὁ Ὕμνος τῶν Ἁγίων Τριῶν Παίδων

 

00)-Oi-Treis-Paides-sto-kamini-tis-fotias-«῎Ας εἶσαι δοξασμένος, ἀξιοΰμνητε, Κύριε καί Θεέ μας.

Θεέ τοῦ κόσμου καί τῶν προγόνων μας. ῎Ας εἶναι γιά πάντα δοξασμένο τό ὄνομά Σου.

᾿Εσύ, εἶσαι δίκαιος σέ ὅλα. ῞Ολες οἱ ἐνέργειες κι οἱ ἀποφάσεις Σου εἶναι βασισμένες ἄσειστα στήν ἀλήθεια.

῾Ο τρόπος πού ἐπεμβαίνεις στή ζωή μας, εἶναι γεμᾶτος καθαρότητα, εὐθύτητα κι ἀγάπη.

῞Ο,τι κι ἄν ἔχεις ἐπιτρέψει νά μᾶς συμβεῖ, ὅλα εἶναι ἀπόλυτα ἄδολα κι ἀληθινά.

᾿Ακόμα κι ὅσα ἐπέτρεψες νά ἐπιβληθοῦν σέ μᾶς ὡς τιμωρίες καί τήν ἅγια πόλη τῶν προγόνων μας, στήν ῾Ιερουσαλήμ, ἀκόμα κι αὐτά ὅλα, ἔγιναν ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας μας.

῾Αμαρτήσαμε Κύριε, ἀνομήσαμε, φύγαμε μακριά Σου. ῞Ολη ἡ ζωή μας εἶναι βουτηγμένη στήν ἁμαρτία. Παραβήκαμε τίς ἐντολές Σου, τίς βγάλαμε ἀπό τό νοῦ καί τήν καρδιά μας.

Δέν ἐφαρμόσαμε τίποτα ἀπό ὅσα μᾶς ἔχεις ὑποδείξει, ὥστε, ἀκολουθώντας τα, νά μπορέσουμε, νά ζήσουμε εἰρηνικά κι εὐτυχισμένα. Δίκαια λοιπόν εἶναι, ὅσα ἐπέτρεψες νά μᾶς συμβοῦν στό παρελθόν κι ὅσα μᾶς βρίσκουν τώρα.

Πολύ σωστή ἡ ἀπόφασή Σου, νά ἐπιτρέψεις νά πέσουμε σέ χέρια ἄνομων, ἐχθρῶν τῆς πίστης μας, στήν ἐξουσία τόσο ἄδικου καί αἱμοβόρου βασιλιά. Σέ αὐτόν πού ἀποδείχθηκε σκληρότερος ἀπό ὅλους, ὅσους μέχρι σήμερα ἔχουν βασιλέψει πάνω στή γῆ μας.

Πῶς νά τολμήσουμε νά ἀνοίξουμε τό στόμα μας ἐνώπιόν Σου; Ντροπιασθήκαμε καί καταεξευτελισθήκαμε οἱ ταπεινοί δοῦλοι Σου, ἐμεῖς πού, παρόλα ὅσα μᾶς ἔχουν βρεῖ, δέν παύουμε νά Σέ εὐλαβούμαστε καί νά Σέ ἀγαποῦμε.

Μήν μᾶς ἐγκαταλείψεις ὁλοκληρωτικά καί ἀτιμασθεῖ ἔτσι τό ἅγιο ῎Ονομά Σου. Μήν ἀκυρώσεις τώρα τήν παλιά Σου ὑπόσχεση, γιά πατρική μέριμνα καί ἀδιάκοπη προστασία τῶν παιδιῶν Σου. Τό ἔλεός Σου μήν πάρεις ἄσπλαχνα, μακριά ἀπό μᾶς τούς τόσο βασανισμένους καί φτωχούς. Ναί Κύριε! Εἰσάκουσέ μας, γιά χάρη τοῦ ᾿Αβραάμ, τοῦ ἀγαπημένου Σου, τοῦ ᾿Ισαάκ τοῦ δούλου Σου καί τοῦ ᾿Ισραήλ (᾿Ιακώβ) τοῦ ἐκλεκτοῦ παιδιοῦ Σου. Συνέχεια

Ἑσπερινός Ἀναστάσεως

 «Σήμερον ὁ ᾅδης στένων βοᾷ· Συνέφερέ μοι, εἰ τόν ἐκ Μαρίας γεννηθέντα μή ὑπεδεξάμην· ἐλθών γάρ ἐπ᾽ ἐμέ τό κράτος μου ἔλυσε· πύλας χαλκᾶς συνέτριψε· ψυχάς, ἅς κατεῖχον τό πρίν, Θεός ὤν ἀνέστησε. Δόξα, Κύριε, τῷ σταυρῷ σου καί τῇ ἀναστάσει σου».

Σήμερα ὁ ἅδης, στενάζοντας βοᾶ: Θά ἦταν συμφερότερο γιά μένα, ἄν δέν ὑποδεχόμουνα τήν ψυχή ἐκείνου, πού γεννήθηκε ἀπό τή Μαρία· διότι, ἐλθών σέ μένα, κατέλυσε τό κράτος μου· συνέτριψε τίς χάλκινες πύλες τοῦ βασιλείου μου· τίς ψυχές, τίς ὁποῖες προηγουμένως κατεῖχα, σάν Θεός κραταιός ἀνέστησε. Δόξα, Κύριε, στό σταυρό καί τήν Ἀνάστασή σου.

Τό θρηνολόγημα τοῦ ἅδη εἶναι ἀπελπιστικό. Μιά μέρα ἀναπάντεχα δέχτηκε στό σκοτεινό ἄντρο του μιά περίεργη ψυχή. Φαινομενικά ἔμοιαζε σάν ὅλες τίς ἄλλες ἀνθρώπινες ψυχές. Ὅμως δέν ζήτησε νά καταγραφεῖ στά κατάστιχά του, πληρώνοντας τό φόρο τῆς ἀδαμικῆς παραβάσεως. Ὅταν τήν καλοεῖδε, ἔφριξε! Εἶδε μέσα της ν᾽ ἀστράφτει ἡ φωτιά τοῦ Θεοῦ. Μαζί της ἑνωμένος ἦταν ὁ Θεός! Ἄρχισε νά κλαίει γοερά ὁ ἄλλοτε ἀδυσώπητος δυνάστης καί νά φωνάζει δυνατά: Καλύτερα ἦταν γιά μένα νά μή δεχόμουνα τόν Υἱό τῆς Μαρίας, πού ἦταν συνάμα καί Υἱός τοῦ Θεοῦ. Γιατί, ὅταν τόν δέχτηκα, ἡ δύναμή του κατέλυσε τό κράτος μου, ἀφάνισε τή δύναμή μου, σώριασε σ᾽ ἐρείπια τό βασίλειό μου, συντρίβοντας τίς χάλκινες ἀμπάρες του. Τίς ψυχές, πού τόσο ἐπιμελῶς φύλαγα στά σπλάχνα μου κι ἡδονιζόμουν νά τίς κρατῶ φυλακισμένες, τίς ἀνέστησε. Τί μοῦ ἀπομένει, πλέον;

Οἱ πιστοί, μπροστά στό θρηνολόγημα τοῦ ἅδη, μέ γλυκιά χαρά ἀναφωνοῦν. Δόξα, Κύριε, στό πάθος καί στήν Ἀνάστασή σου, πού ἔγιναν αἰτία συντριβῆς τοῦ βασιλείου τοῦ θανάτου!

Στίχ. «Αἰνεῖτε τόν Κύριον, πάντα τά ἔθνη, ἐπαινέσατε αὐτόν, πάντες οἱ λαοί».

Αἰνεῖτε τόν Κύριο ὅλα τά ἔθνη, ὑμνήσατε αὐτόν ὅλοι οἱ λαοί.

«Σήμερον ὁ ᾅδης στένων βοᾷ· Κατελύθη μου ἡ ἐξουσία· ἐδεξάμην θνητόν ὥσπερ ἕνα τῶν θανόντων· τοῦτον δέ κατέχειν ὅλως οὐκ ἰσχύω, ἀλλ᾽ ἀπολῶ μετά τούτου ὧν ἐβασίλευον· ἐγώ εἶχον τούς νεκρούς ἀπ᾽ αἰῶνος, ἀλλά οὗτος ἰδού πάντας ἐγείρει. Δόξα, Κύριε, τῷ σταυρῷ σου καί τῇ ἀναστάσει σου».

Σήμερα ὁ ἅδης στενάζοντας βοᾶ: Ἡ ἐξουσία μου καταλύθηκε· δέχτηκα μέσα μου θνητόν σάν ἕναν ἀπ᾽ αὐτούς πού πεθαίνουν· αὐτόν ὅμως δέν ἔχω διόλου τή δύναμη νά κρατήσω, ἀλλά μαζί του θά χάσω κι αὐτούς πάνω στούς ὁποίους βασίλευα· ἐγώ εἶχα στήν ἐξουσία μου τούς νεκρούς, πού πέθαιναν ἀπό τήν ἀρχή, ἀλλά νά, αὐτός ἀνασταίνει τούς πάντες. Δόξα, Κύριε, στό σταυρό καί τήν Ἀνάστασή σου. Συνέχεια

Ἡ σχισμένη καὶ μαυρισμένη Κολόνα

Ἐμίρης Τοῦνομ

Τὸ Πάσχα τοῦ 1549 μ.Χ. οἱ Ἀρμένιοι κατώρθωσαν νὰ δωροδοκήσουν τὸν Τοῦρκο Διοικητή, καὶ νὰ ἐκδώση ἀπαγορευτικὴ διαταγὴ πρὸς τὸν Ἕλληνα-Ὀρθόδοξο Πατριάρχη Σωφρόνιο Δ΄, ὥστε νὰ μὴν ἔχει πρόσβαση ἐντός τοῦ Ναοῦ διὰ τὴν τελετὴν τοῦ Ἁγίου Φωτός.

Οἱ φρουροὶ ἔκλεισαν τὴν Ἁγίαν Πόρτα καὶ ὁ Πατριάρχης Σωφρόνιος Δ΄ μὲ τὸ ἱερατεῖον καὶ τοὺς πιστούς του παρέμειναν ἔξω προσευχόμενοι, ἀναμένοντες τὴν ἔκβασιν τῶν γεγονότων.

Πράγματι, ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου μας ἦταν ἄμεσος. Παρὰ τίς ἀπεγνωσμένες προσπάθειες τοῦ Ἀρμένιου Πατριάρχη, τὸ Ἅγιον Φῶς δὲν ἔλαμψε στὸ ἱερὸ Κουβούκλιο ἢ σέ ἄλλο σημεῖο μέσα στό Ναό.

Τὸ Ἅγιο Φῶς ἐξῆλθε διαπερνώντας τὴν Κολόνα, ἡ ὁποία μέχρι σήμερα φαίνεται σχισμένη καὶ μαυρισμένη, καὶ πρὸς μεγάλην κατάπληξη ἄναψαν τὰ κεριά, τὰ ὁποῖα κρατοῦσε στὰ χέρια του ὁ Ὀρθόδοξος Πατριάρχης.

Στὴν συνέχεια ὁ Πατριάρχης ἔδωσε τὸ Ἅγιον Φῶς στοὺς Ὀρθοδόξους, οἱ ὁποῖοι βρίσκονταν στὴν αὐλή, ἐνῶ ὁ Ἀρμένιος ἔφυγε ντροπιασμένος.

 Τὸ ἀξιοθαύμαστο αὐτό γεγονὸς μαρτύρησε ὁ Ἐμίρης Τοῦνομ, ὁ ὁποῖος ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἦταν φρουρὸς στὴν Ἁγία Πόρτα. Αὐτὸ ἔγινε αἰτία νὰ πιστέψη καὶ νὰ γίνη Χριστιανός. Ἀλλά οἱ Τοῦρκοι μετά ἀπό λίγο τὸν σκότωσαν διὰ νὰ μὴ μαθευθεῖ τὸ γεγονός.

 

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΦΩΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΥ

α) Περὶ τοῦ Ἁγίου Φωτὸς

 Τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ τὸ βράδυ, ἀφοῦ τελειώσει ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου, τὸ ἱερατεῖο φέρει τὸν Ἐπιτάφιο μέσα στὸ Ἱερὸ Βῆμα καὶ περιφέρεται γύρω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα τρεῖς φορὲς ψάλλοντας τό: «Ὁ Εὐσχήμων Ἰωσήφ…». Στὴν πομπὴ εἶναι παρατεταγμένοι ἕξι ἀρχιερεῖς ἀριστερά, ἕξι δεξιὰ καὶ στὸ μέσον ὁ Πατριάρχης, ἐνῶ τέσσαρες ἀρχιερεῖς κρατοῦν στὶς πλάτες των τὸ Ἀντιμήνσιο, τὸ ὁποῖον εἶναι γεωργιανὸ καὶ πολὺ ὡραῖο.

Ὅταν πρόκειται νὰ τὸ ἐναποθέσουν στὴν Ἁγία Τράπεζα, λέγουν τὸ Εὐαγγέλιο, στὸ ὁποῖο ἐρωτοῦν τί θὰ γίνει μὲ ἐκεῖνον τὸν πλάνο, ὁ ὁποῖος εἶπε ὅτι τὴν τρίτη ἡμέρα θὰ ἀναστηθεῖ, μήπως ἔλθουν οἱ μαθηταί Του καὶ τὸν κλέψουν καὶ γίνει ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ποὺ λέγει: «Ἔχετε κουστωδία ἀσφαλίσατε τὸν τάφο, ὡς οἴδατε», ἔχουν σβηστεῖ ὅλα τὰ καντήλια μέσα στὸν Πανάγιο Τάφο, ἐνῶ τρεῖς ἀστυνομικοὶ Ἑβραῖοι καὶ δύο κληρικοί, ἕνας ἀρμένιος καὶ ἕνας ἡμέτερος σφραγίζουν τὸν Τάφο μὲ βουλοκέρι.

Τὴν Παρασκευὴ τὸ πρωὶ ἀνοίγουμε ἐμεῖς τὴ θύρα τοῦ ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως καὶ τὸ Σάββατο τὴν ἀνοίγουν οἱ Ἀρμένιοι μὲ τὴν σειρά. Ὁ κόσμος ἔχει κατακλύσει τὸν Ναὸ ἀπὸ τὴν Παρασκευὴ τὸ βράδυ, ὅπου καὶ διανυκτερεύουν.

Τὸ πρωὶ ἄλλοι ἄνθρωποι ἀπὸ τὶς 3.30 περιμένουν ἔξω ἀπὸ τὴν θύρα τοῦ ναοῦ. Μόλις ἀνοίξει, μπαίνουν μέσα καὶ καταλαμβάνουν ὅλους τούς χώρους. Τὸ μεσημέρι στὶς 12 ἡ ὥρα ὁ Πατριάρχης ἀναμένει εἰς τὴν αἴθουσα τοῦ Πατριαρχείου μὲ ἄλλους ἐπισήμους, ἀρχιερεῖς ἀπὸ ἄλλες ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, προξένους διαφόρων κρατῶν καὶ ἄλλους ἐπισήμους. Στὶς 12 τὸ μεσημέρι κτυπᾶ ἡ μεγάλη καμπάνα, τῆς ὁποίας ὁ ἀπόηχος ἀκούγεται μέχρι τὴν Βηθανία. Τότε σηκώνεται ὁ Πατριάρχης μὲ ἐγκόλπιο καὶ ἐπανωκαλλύμμαυχο, μπαίνει στὸ Ἱερό τοῦ ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως, ὅπου ἀπὸ τὸ 1770, ἐπὶ πατριάρχου Πολυκάρπου, ἐδόθη εὐλογία νὰ μπαίνουν μέσα καὶ οἱ γυναῖκες, ἀλλὰ μόνο γιὰ ἐκείνη τὴν ἡμέρα. Τοῦτο γίνεται διότι τότε, ἀλλὰ καὶ τώρα, ἦταν δύσκολο νὰ ἔρχονται οἱ προσκυνηταὶ στοὺς Ἁγίους Τόπους πολλὲς φορές, ὁπότε, ὅταν ἤρχοντο μίαν φοράν, θὰ ἔπρεπε παντοιοτρόπως νὰ ἰδοῦν τὸ Ἅγιο Φῶς. Ἐπὶ πλέον ἡ Ἁγία Τράπεζα ἔχει ἀπογυμνωθεῖ ἀπ’ ὅλα τὰ ἱερὰ ἀντικείμενα, τὰ ὅποια ἀπαγορεύεται νὰ τὰ ἐγγίζουν οἱ λαϊκοί. Συνέχεια

Ιούλιος 2017
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
« Απρ    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031