Κείμενα ἀπό τά βιβλία μας

Περί μετανοίας

Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

Ἀπόσπασμα ἀπό τήν Α’ Ὁμιλία

Ἦταν δυό ἀδέλφια·τά ὁποῖα, ἀφοῦ μοιράστηκαν ἀναμεταξύ τους τήν πατρική περιουσία, ὁ ἕνας ἔμεινε στό σπίτι, ἐνῶ ὁ ἄλλος ἔφυγε σέ μακρινή χώρα. ‘Εκεῖ, ἀφοῦ κατέφαγε ὅλα ὅσα τοῦ δόθηκαν, δυστύχησε καί ὑπέφερε μή ὑπομένοντας τή ντροπή ἀπό τή φτώχεια. (Λουκᾶ 15: 11 κ.ἑ.) Αὐτή τήν παραβολή θέλησα νά σᾶς τήν πῶ, γιά νά μάθετε, ὅτι ὑπάρχει ἄφεση ἁμαρτημάτων καί μετά τό Βάπτισμα, ἐάν εἴμαστε προσεκτικοί. Καί τό λέγω αὐτό ὄχι γιά νά σᾶς κάνω ἀδιάφορους, ἀλλά γιά νά σᾶς ἀπομακρύνω ἀπό τήν ἀπόγνωση. Γιατί ἡ ἀπόγνωση μᾶς προξενεῖ χειρότερα κακά καί ἀπό τή ραθυμία.
Αὐτός λοιπόν ὁ υἱός ἀποτελεῖ τήν εἰκόνα ἐκείνων πού ἁμάρτησαν μετά τό Βάπτισμα. Καί ὅτι φανερώνει ἐκείνους πού ἁμάρτησαν μετά τό Βάπτισμα, ἀποδεικνύεται ἀπό τό ὅτι ὀνομάζεται υἱός. Γιατί κανένας δέν μπορεῖ νά ὀνομασθεῖ υἱός χωρίς τό Βάπτισμα. Ἐπίσης διέμενε στήν πατρική οἰκία καί μοιράστηκε ὅλα τά πατρικά ἀγαθά, ἐνῶ πρίν ἀπό τό Βάπτισμα δέν μπορεῖ κανείς νά λάβει τήν πατρική περιουσία, οὔτε νά δεχθεῖ κληρονομία. Ὥστε μ᾽ ὅλα αὐτά μᾶς ὑπαινίσσεται τό σύνολο τῶν πιστῶν. Ἐπίσης ἦταν ἀδελφός ἐκείνου πού εἶχε προκόψει. Ἀδελφός ὅμως δέν θά μποροῦσε νά γίνει χωρίς τήν πνευματική ἀναγέννηση. Αὐτός λοιπόν, ἀφοῦ ἔπεσε στή χειρότερη μορφή κακίας, τί λέγει: «Θά ἐπιστρέψω στόν πατέρα μου» (Λουκᾶ 15:18). Συνέχεια

Γιά τό πνεῦμα τῆς Ὑπερηφάνειας

Κεφάλαιο 1· ῾Η ὄγδοη μάχη μας δίνεται ἐναντίον τοῦ πνεύματος τῆς ὑπερηφάνειας· ποιά εἶναι τά γνωρίσματά του.

῾Ο ὄγδοος καί τελευταῖος ἀγώνας μας εἶναι ἐναντίον τοῦ πνεύματος τῆς ὑπερηφάνειας. Τό πάθος αὐτό, ἄν καί εἶναι τό τελευταῖο ἀπό τά ὀκτώ βασικότερα πάθη, ἐντούτοις κατά τήν προέλευση καί ἀρχαιότητά του καταλαμβάνει τήν πρώτη θέση. ῾Η ὑπερηφάνεια εἶναι ἀνήμερο θηρίο καί τό φοβερότερο ἀπό ὅλα τά ἄλλα, γιά τά ὁποῖα ἔχουμε ἤδη μιλήσει. Αὐτό ἐπιτίθεται κυρίως στούς προχωρημένους στήν ἀρετή καί γίνεται διπλάσια βίαιο πρός ἐκείνους πού ἔχουν σχεδόν ἐγγίσει τήν τελειότητα.

Κεφάλαιο 2· ῾Υπάρχουν δύο εἴδη ὑπερηφάνειας.

῾Υπάρχουν δύο εἴδη ὑπερηφάνειας. Τό ἕνα εἶδος χτυπᾶ, ὅπως ἔχουμε ἤδη πεῖ, τούς προχωρημένους πνευματικά μοναχούς, καί τό ἄλλο ἐπιτίθεται ἐναντίον τῶν ἀρχαρίων καί τῶν φιλόυλων μοναχῶν. ῎Αν καί στίς δύο περιπτώσεις ἡ ψυχή ἐπαναστατεῖ, μέ ἐπικίνδυνη ἔξαρση καί παραφορά, ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καί ταυτόχρονα ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων, ἐντούτοις τό πρῶτο εἶδος ὑπερηφάνειας στρέφεται περισσότερο ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ τό δεύτερο περισσότερο ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων. Μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, στό τέλος αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου, θά πραγματευθοῦμε, ὅσο μᾶς εἶναι δυνατόν, τήν προέλευση καί τή θεραπεία αὐτοῦ τοῦ δεύτερου εἴδους ὑπερηφάνειας. Πρῶτα ὅμως θά πρέπει νά μιλήσουμε μέ συντομία γιά τό πρῶτο εἶδος, τό ὁποῖο, ὅπως ἔχουμε ἤδη πεῖ, πλήττει κυρίως τούς τέλειους μοναχούς. Συνέχεια

Δάσκαλος, ὁ μπαλωματής καί ὁ οὐρανός

Χρόνια κράτησε ὁ διωγμός τῶν χριστιανῶν. Ποτάμια χύθηκε τό τίμιο αἷμα τῶν Μαρτύρων. Κι ἦρθε κάποια στιγμή πού ἡ εἰδωλολατρική μανία τοῦ αὐτοκράτορα κορέστηκε, ἀφοῦ εἶχε πιά τελειωθεῖ μαρτυρικά καί ὁ ἅγιος Ἐπίσκοπός της Ἀλεξάνδρειας, ὁ Πέτρος.
— Δέν μέ ἔκρινε ἄξιο ὁ Κύριος νά μαρτυρήσω γιά τήν πίστη, δίπλα στούς ἀδελφούς μου, σκεπτόταν ὁ Ἀντώνιος. Θά πορευτῶ λοιπόν στή βαθιά ἔρημο γιά νά δώσω τήν τελική μάχη μέ τόν πονηρό μονολόγησε ἀποφασιστικά καί κάτι σάν κρυμμένη ὑπερηφάνεια πῆγε νά σκιάσει τῆς ἀπόφασης τοῦ τούτης τή χάρη. Σάν νά ’νιωσε κείνη τήν ὥρα ὁ ἀσκητής πώς ξεχωρίζει ὁ ἐρημίτης ἀπό τούς πολλούς σάν νά ἦταν ἡ παλαίστρα τῆς ἐρήμου ἀνώτερη μορφή χριστιανικῆς ζωῆς.
Τόν πείραξε τοῦτος ὁ λογισμός, σάν ἀγκαθιῶν κάρφωμα βαθύ κι ὅρμησε τούτη ἡ σκέψη νά τοῦ πνίξει ὅλα τά λουλούδια πού ἡ μαρτυρική του προαίρεση εἶχε συλλέξει ὅλα τά χρόνια τοῦ διωγμοῦ. Ἔμπειρος ὅμως πιά ἀγωνιστής γρήγορα κατανόησε πώς εἶχε πάλι νά κάνει μέ παγίδα τοῦ ἀντίδικου. Γι’ αὐτό ἔπεσε σέ βαθιά προσευχή.
— Κύριε, φανέρωσέ μου, ἄν μέσα στήν πόλη μέ τούς θορύβους της μπορεῖ νά φτάσει ὁ πιστός τά μέτρα τά πνευματικά πού κατακτάει στή βαθιά ἔρημο ὁ ἀσκητής… Συνέχεια

᾿Απόκριση πρός τόν ἀδελφό πού ἔπεσε σέ πολλή λύπη καί ἀθυμία

᾿Απόκριση τοῦ ἴδιου, τοῦ μεγάλου Γέροντα, πρός τόν ἴδιο (ἀδελφό), τότε πού ἐκεῖνος (ὁ ἀδελφός) ἔπεσε σέ πολλή λύπη καί ἀθυμία.

᾿Aδελφέ ᾿Ανδρέα, εἴθε νά μήν ἐπιτρέψει ὁ φιλάνθρωπος Θεός μας στό μισόκαλο ἐχθρό νά σπείρει μέσα σου τή λύπη καί τήν ἀθυμία, τήν ὁποία ἐκεῖνος φέρνει στίς ψυχές, γιά νά μή σέ ὁδηγήσει σέ ἀπόγνωση, σχετικά μέ ὅσα ὑποσχέθηκε ὁ Θεός, ὁ εὐλογητός, διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σέ σένα τόν ἀγαπητό, ἀλλά νά ἀνοίξει τήν καρδιά σου νά κατανοήσεις τίς Γραφές, ὅπως ἄνοιξε τήν καρδιά τῶν μαθητῶν, πού ἦταν μαζί μέ τόν Κλεόπα (Λουκ. 24, 32).

Νά κατανοήσεις δηλαδή, γιατί ὁ Θεός, μετά τίς ὑποσχέσεις πού ἔδωσε στόν ἅγιο Πατριάρχη ᾿Αβραάμ, πάλι ἐπέτρεπε ὥστε αὐτός νά δοκιμάζεται (Γεν. 22, 1). Διότι λέει: Καί μετά ἀπ᾿ αὐτά τά λόγια, δηλαδή τίς ὑποσχέσεις πού ἔδωσε σ᾿ αὐτόν, τό φίλο Του – πού Τοῦ πρόσφερε μιά τόση μεγάλη θυσία, ὁ ὁποῖος δέν ἦταν πρέπον νά πάθει κανένα κακό καί πού γιά τήν πίστη του τή μεγάλη τόν θεώρησε δίκαιο (Γεν. 15, 6), (Ρωμ. 4, 3) – αὐτόν τόν τόσο σπουδαῖο καί μεγάλο, τόν ἄφησε νά πέσει σέ πειρασμό. Καί τόν ἄφησε γιά νά δοκιμαστεῖ, ἀκριβῶς γιά νά κατασταθοῦν ἀναπολόγητες οἱ δυνάμεις τοῦ σκότους καί νά εἶναι παράδειγμα καί πρότυπο στούς πιστούς, ὅτι “μέ πολλές θλίψεις πρόκειται νά μποῦν στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ” (Πράξ. 14, 22) καί “μέ τήν ὑπομονή τους θά σώσουν τίς ψυχές τους” (Λουκ. 21, 19), “εὐχαριστώντας γιά τό καθετί τό Θεό” (Α’ Θεσ. 5, 18). Συνέχεια

Ἡ Δημιουργία

Ὁ κόσμος τοῦτος πού κινούμαστε καί ζοῦμε, ἡ γῆ κι οἱ χίλιες μύριες ὀμορφιές της, δέν ὑπῆρχε ἀπό πάντα.

Κι οὔτε ἀπό πάντα, ὁ γαλάζιος οὐρανός, μέ τό λαμπρό ἥλιο καί τ’ ἀμέτρητα ἄλλα ἀστέρια του, γυρόφερναν σάν σπάνιο, μαργαριταρένιο στέμμα τήν πανέμορφη πλάση.
Ἦταν καιρός πού τίποτα ἀπ’ ὅλα αὐτά δέν ἦταν στή ζωή. Μονάχα ὁ Θεός, Ἐκεῖνος πού εἶναι ἡ Ἴδια ἡ Ζωή ὑπῆρχε καί γιά πάντα θά ὑπάρχει.
Ὁ προαιώνιος Θεός δέν εἶναι ὅμως μονάχα ἡ Ἴδια ἡ Ζωή, ἀλλά εἶναι καί ἡ αἰώνια Ἀγάπη. Κι αὐτή ἡ ἄπειρη Ἀγάπη θέλησε κάποτε νά ξεχυθεῖ, νά χαρίσει τό πολυτιμότερο δῶρο, τή ζωή καί νά γίνει ἀστείρευτη πηγή ζωῆς καί σ᾿ ἄλλα δημιουργήματα.

Ἔτσι ἔγινε κι ὁ Θεός δημιούργησε τόν κόσμο.
Τόν δημιούργησε τέλειο καί πανέμορφο.
Τόν ἔφερε στήν ὕπαρξη καί τόν ἐστόλισε μέ κάθε εἴδους ὀμορφιά, μέ κάθε ἁρμονία καί μέ κάθε χάρη.
Ὅλος ὁ κόσμος τότε ἦταν ἕνας μεγάλος Παράδεισος. Συνέχεια

Ὁ Σοφός Κριτής

Ὁ καιρός περνοῦσε καί οἱ καρδιές τῶν ὑπόδουλων Ἰουδαίων ἦταν βυθισμένες στόν πόνο καί στή νοσταλγία. Στή νέα τους πατρίδα ζοῦσαν κρατώντας τήν πίστη καί τή λατρεία τους στόν Ἕνα, τόν Μόνο, Ἀληθινό Θεό. Ἀνάμεσά τους διακρινόταν ἰδιαίτερα ὁ ἄρχοντας Ἰωακείμ καί ἡ σύζυγός του, ἡ Σωσσάνα. 

Ὁ Ἰωακείμ ἦταν πλούσιος, ἀλλά καί πολύ πιστός στόν Θεό. Ἡ σύζυγός του πάλι, ἡ Σωσσάνα ἦταν πολύ ὄμορφη, συνετή καί καλόγνωμη γυναίκα. Ἔτσι στό σπιτικό τους ἐπικρατοῦσε ἡ χαρά, ἡ εὐπρέπεια καί ἡ εἰρήνη. Καί ὁ Θεός εὐλογοῦσε ἁπλόχερα τή ζωή καί τά ἔργα τους. Ὁ Ἰωακείμ ἐργαζόταν ὡς γεωργός καί ἀμπελουργός καί κυβερνοῦσε τά κτήματά τους μέ σύνεση καί ἐπιμέλεια. Καί ἡ Σωσσάνα, σάν καλή καί φρόνημη οἰκοδέσποινα φρόντιζε μέ τίς βοηθούς της τό εὐλογημένο σπιτικό τους. Ζοῦσε πολύ ταπεινά ἡ Σωσσάνα καί συνεργαζόταν ἀδελφικά μέ τίς γυναῖκες πού εἶχε γιά βοηθούς στό ἔργο της. Κάθε μέρα μάλιστα, ὅταν αὐτές τελείωναν τίς ἐργασίες τους, τίς ἔπαιρνε ὡς συνοδούς της στόν περίπατο πού ἡ ἴδια συνήθιζε νά κάνει στό μεγάλο περιβόλι τους, πού ἦταν γεμᾶτο μέ λαχανικά καί καρποφόρα δέντρα. Ἔτσι τίς ξεκούραζε καί παράλληλα τούς μάθαινε τήν ἄσκηση τῆς ἀρετῆς Τίς νουθετοῦσε συνεχῶς, σάν πραγματική μητέρα καί ἀδελφή, βοηθώντας τες νά προαχθοῦν σέ ὅλες τίς ἀρετές καί νά διορθωθοῦν σέ ὅ,τι ἐκεῖνες ὑστεροῦσαν. Συνέχεια

Ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ

Σ᾿ ἐκείνους πού ἔχουν διαβάσει τό βιβλίο “Οἱ περιπέτειες ἑνός προσκυνητοῦ”, εἶναι πολύ γνώριμη ἡ ἔκφραση· “Προσευχή τοῦ ᾿Ιησοῦ”. Τό βιβλίο αὐτό ἀναφέρεται σέ μιά σύντομη προσευχή, πού ἀποτελεῖται ἀπό αὐτές τίς λέξεις· “Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησέ μέ τόν ἁμαρτωλό”. Αὐτές οἱ λέξεις ἐπαναλαμβάνονται συνεχῶς.

Οἱ “περιπέτειες ἑνός προσκυνητοῦ”, εἶναι ἡ ἱστορία ἑνός ἀνθρώπου, πού ἤθελε νά μάθει νά προσεύχεται ἀδιάλειπτα (Α’ Θεσ. 5, 17). ῾Ο ἄνθρωπος, τού ὁποίου ἡ ἐμπειρία ἐξιστορεῖται, ἦταν προσκυνητής. Γι᾿ αὐτό πάρα πολλά ἀπό τά ψυχολογικά χαρακτηριστικά του καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἔμαθε καί ἐφάρμοσε τήν προσευχή, ἐξαρτήθηκαν ἀπό τό γεγονός ὅτι αὐτός ἔζησε “κατά ἰδιάζοντα” τρόπο. Αὐτό κάνει τό βιβλίο νά μήν εἶναι τόσο ἐφαρμόσιμο ἀπ᾿ τόν καθένα, ὅσο θά μποροῦσε νά ἦταν ἐξαιτίας τοῦ περιεχομένου του. Παρόλα αὐτά εἶναι ἡ καλύτερη εἰσαγωγή, πού θά μποροῦσε νά γραφτεῖ γι᾿ αὐτή τήν προσευχή, ἡ ὁποία εἶναι ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους θησαυρούς τῆς ᾿Ορθόδοξης ᾿Εκκλησίας.
῾Η προσευχή εἶναι βαθιά ριζωμένη στό πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου καί δέν εἶναι χωρίς νόημα τό ὅτι οἱ μεγάλοι δάσκαλοι τῆς ᾿Ορθοδοξίας πάντοτε ἐπέμειναν στό γεγονός ὅτι ἡ “Προσευχή τοῦ ᾿Ιησοῦ” συνοψίζει ὁλόκληρο τό Εὐαγγέλιο. Νά γιατί μόνο ἕνας πού ἡ ζωή του ἔχει καλά ριζώσει πάνω στήν Καινή Διαθήκη, πού εἶναι δηλαδή ζωντανό μέλος τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, μπορεῖ νά χρησιμοποιεῖ μέ ὅλο της τό νόημα τήν προσευχή τοῦ ᾿Ιησοῦ. Συνέχεια

Κατήχηση ιη’

Ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων

Γιά τούς Φωτιζόμενους, πού ἔγινε στά ῾Ιεροσόλυμα καί ἀναφέρεται στό ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως· «Σέ Μία, ῾Αγία, Καθολική ᾿Εκκλησία καί στήν ἀνάσταση τοῦ σώματος καί στήν αἰώνια ζωή».῾Η ἀνάγνωση εἶναι ἀπό τόν προφήτη ᾿Ιεζεκιήλ, στό χωρίο πού λέει· «Καί φανερώθηκε σέ μένα τό χέρι τοῦ Κυρίου καί μέ πῆρε μέ τό Πνεῦμα τοῦ Κυρίου καί μέ ἔβαλε στή μέση τῆς πεδιάδας καί αὐτή ἦταν γεμάτη μέ ἀνθρώπινα ὀστᾶ» ( ᾿Ιεζ. 37,1) καί ὅσα σχετικά ἀκολουθοῦν.

Α´ . Ρίζα κάθε καλοῦ ἔργου εἶναι ἡ ἐλπίδα τῆς ἀνάστασης, γιατί ἡ προσδοκία τῆς ἀπολαβῆς δυναμώνει τήν ψυχή1, γιά νά ἐργάζεται τό ἀγαθό. ῾Ο κάθε ἐργάτης εἶναι ἕτοιμος νά ὑπομείνει κόπους καί μόχθους, ἄν προβλέπει ὅτι θά πάρει μισθό γιά τούς κόπους του. Οἱ ἐργάτες ὅμως πού κοπιάζουν χωρίς ἀμοιβή, πρίν ἀκόμα ἀποκάμουν σωματικά, λυγίζουν ψυχικά. ῾Ο στρατιώτης πού ἐλπίζει ὅτι θά ἀπολαύσει τιμές καί ἐπαίνους, εἶναι ἕτοιμος νά ριχτεῖ στίς μάχες. Κανένας ὅμως στρατευμένος κάτω ἀπό ἕνα βασιλιά —ὁ ὁποῖος δέν εἶναι σίγουρος γιά τή νίκη καί δέν μπορεῖ νά προβλέψει τό τέλος τοῦ πολέμου— δέν εἶναι ἕτοιμος νά θυσιάσει τή ζωή του, ἄν αὐτός ὁ βασιλιάς δέν ἐπιβραβεύει μέ πλούσιες ἀμοιβές τούς ἀγῶνες του. Συνέχεια

Γιά τό μαρτύριο τῶν Ἁγίων

Συνομιλία μέ τόν Ἀββᾶ Θεόδωρο

Κεφάλαιο 1· Περιγραφή τῆς ἐρήμου καί ἐρώτηση σχετική μέ τό μαρτύριο τῶν ῾Αγίων.

ΑΒΒΑΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ· Στήν χώρα τῆς Παλαιστίνης, κοντά στήν κωμόπολη Θεκουέ, πού ἔχει τήν τιμή νά εἶναι ἡ γενέτειρα τοῦ Προφήτη ᾿Αμώς, ἁπλώνεται μιά τεράστια ἔρημος. ᾿Από τή μιά πλευρά μέχρι τήν ᾿Αραβία ὑπάρχουν ἀχανεῖς ἄγονες ἐκτάσεις, κι ἀπό τήν ἄλλη ἡ ἔρημος ἐκτείνεται μέχρι τήν Νεκρή Θάλασσα, ὅπου χύνονται τά νερά τοῦ ᾿Ιορδάνη, στήν ὁποία βυθίστηκαν οἱ στάχτες ἀπό τήν πόλη τῶν Σοδόμων.
᾿Από πολύ παλιά ζοῦσαν ἐκεῖ ἅγιοι μοναχοί, ἀφιερωμένοι ὁλοκληρωτικά στόν Θεό. Κάποτε ὅμως, ἐντελῶς ἀπροσδόκητα, μιά συμμορία νομάδων ληστῶν Σαρακηνῶν τούς ἐπετέθη καί τούς κατέσφαξε.
Δημιουργήθηκε τότε μιά διαμάχη ἀνάμεσα στίς ἀρχές καί σέ ὅλο τόν πληθυσμό τῆς περιοχῆς τοῦ ᾿Αραβικοῦ λαοῦ, γιά τό ποιός θά ἔπαιρνε τά σώματα τῶν μοναχῶν πού σφαγιάσθηκαν καί θά τά τοποθετοῦσε μαζί μέ τά λείψανα τῶν Μαρτύρων. ῏Ηταν μάλιστα τόσο μεγάλη ἡ εὐλάβεια ὅλων πρός τούς κεκοιμημένους πατέρες, ὥστε τά ἀντιμαχόμενα πλήθη πού συγκεντρώθηκαν ἀπό τίς δύο διαφορετικές πόλεις ἦρθαν σέ βίαιη συμπλοκή μεταξύ τους, μέχρι τοῦ σημείου νά πάρουν τά ὅπλα, προκειμένου νά ἀποκτήσουν τόν ἱερό θησαυρό. Μέσα στό θρησκευτικό ζῆλο τους, κάθε μιά ἀπό τίς δύο πλευρές, ἤθελε νά ἔχει τά περισσότερα δικαιώματα πάνω στόν τάφο καί στά λείψανα τῶν μοναχῶν. Οἱ μέν καυχιόνταν καί ἔλεγαν ὅτι οἱ μοναχοί ἔζησαν καί μαρτύρησαν ἐκεῖ, στό δικό τους τόπο· ἐνῶ οἱ ἄλλοι ἰσχυρίζονταν ὅτι δικαιοῦνταν τά λείψανα γιατί οἱ μάρτυρες μοναχοί κατάγονταν ἀπό τήν χώρα τους. Συνέχεια

Για τη συνείδηση

40.—. Ὅταν ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο, ἔβαλε μέσα του ἕνα θεῖο σπέρμα, σάν ἕνα εἶδος λογισμοῦ πιό θερμοῦ καί φωτεινοῦ, νά ἔχει τή θέση τῆς σπίθας, γιά νά φωτίζει τό νοῦ καί νά τοῦ δείχνει νά ξεχωρίζει τό καλό ἀπό τό κακό1. Αὐτό ὀνομάζεται συνείδηση, καί εἶναι ὁ φυσικός νόμος (Ἰωαν. Χρυσ. P. G.49, 131-133). Αὐτός εἶναι τά πηγάδια πού ἄνοιγε ὁ Ἰακώβ, ὅπως ἀκριβῶς εἶπαν οἱ Πατέρες, καί τά παράχωναν οἱ Φιλισταῖοι (Γεν. 26, 15). Μ’ αὐτό τό νόμο, δηλαδή μέ τή συνείδηση, συμμορφώθηκαν οἱ Πατέρες καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι πού ἔζησαν πρίν ἀπό τό γραπτό νόμο καί εὐαρέστησαν στόν Θεό. Ἐπειδή ὅμως αὐτή παραχώθηκε καί καταπατήθηκε ἀπό τούς ἀνθρώπους μέ τήν προοδευτική ἐξάπλωση τῆς ἁμαρτίας, χρειαστήκαμε τό γραπτό νόμο, χρειαστήκαμε τούς ἁγίους Προφῆτες, χρειαστήκαμε τήν ἐνανθρώπιση τοῦ Ἴδιου τοῦ Δεσπότη μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιά νά τήν ξαναφέρει στό φῶς καί νά τήν ἀναστήσει, γιά νά ξαναδώσει ζωή, μέ τήν τήρηση τῶν ἁγίων ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, σ’ ἐκείνη τήν σπίθα πού ἦταν παραχωμένη.

 Τώρα λοιπόν, εἶναι στό χέρι μας ἤ νά τήν παραχώσουμε πάλι ἤ νά τήν ἀφήσουμε νά λάμπει καί νά μᾶς φωτίζει, ἄν συμμορφωνόμαστε μέ τίς ὑποδείξεις της. Γιατί ὅταν ἡ συνείδησή μας μᾶς ὑπαγορεύει νά κάνουμε αὐτό καί ἀδιαφοροῦμε, καί πάλι μᾶς λέει νά κάνουμε ἐκεῖνο καί δέν τό κάνουμε, ἀλλά σταθερά καί ἀδιάκοπα τήν καταπατοῦμε, ἔτσι τή θάβουμε καί δέν μπορεῖ πιά νά φωνάξει δυνατά μέσα μας, ἀπό τό βάρος πού τή σκεπάζει. Ὅπως ἀκριβῶς τό λυχνάρι πού δίνει θαμπό φῶς, ἔτσι καί αὐτή ἀρχίζει νά μᾶς δείχνει ὅλο πιό θολά, ὅλο πιό σκοτεινά τά πράγματα, ὅπως συμβαίνει καί μέ τό θολωμένο ἀπό τά πολλά χώματα νερό, πού δέν μπορεῖ νά δεῖ κανείς μέσα τό πρόσωπό του. Ἔτσι σιγά – σιγά καταντᾶμε νά μήν αἰσθανόμαστε ἐκεῖνα πού μᾶς ὑπαγορεύει ἡ συνείδησή μας καί νά φτάνουμε στό σημεῖο νά νομίζουμε ὅτι δέν τήν ἔχουμε καθόλου. Ὅμως δέν ὑπάρχει κανένας πού νά μήν τήν ἔχει. Γιατί αὐτό εἶναι κάτι θεϊκό, ὅπως ἤδη εἴπαμε, καί δέν χάνεται ποτέ, ἀλλά πάντα μᾶς θυμίζει ἐκεῖνο πού ὀφείλουμε νά κάνουμε. Ἐμεῖς ὅμως δέν τήν αἰσθανόμαστε γιατί, ὅπως εἶπα, τήν καταφρονοῦμε καί τήν καταπατοῦμε. Συνέχεια

῾Η Κυριακή προσευχή

Κεφάλαιο 18· Τά τέσσερα εἴδη τῆς προσευχῆς μᾶς ἔχουν ὑποδειχθεῖ  ἀπό τόν Κύριο.

῾Ο ῎Ιδιος ὁ Κύριος καταδέχθηκε νά λειτουργήσει αὐτούς τούς τέσσερις τρόπους προσευχῆς καί νά μᾶς δώσει τό παράδειγμα. Καί ἐνεργώντας ὁ Κύριος ἔτσι, ἐκπλήρωσε αὐτό πού ἔχει εἰπωθεῖ γι᾿ Αὐτόν· «῎Επραξε καί δίδαξε» (Πράξ. 1, 1). Αὐτό πού εἶπε, «Πατέρα μου, ἄν εἶναι δυνατόν, ἄς μήν πιῶ αὐτό τό ποτήρι» (Ματθ. 26, 39,) εἶναι μιά δέηση. Δέηση  ἐπίσης  εἶναι καί αὐτό πού λέει μέ τό στόμα τοῦ προφήτη Δαυίδ· «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μέ ἐγκατέλειψες; Γιατί δέν ἀκοῦς τά λόγια τῆς προσευχῆς μου;» (Ψαλμ. 21, 1).
Αὐτά ἐδῶ τά λόγια Του εἶναι ἐπίσης μιά προσευχή· «᾿Εγώ φανέρωσα τή δόξα σου πάνω στή γῆ, ἀφοῦ ὁλοκλήρωσα τό ἔργο πού μοῦ ἀνέθεσες νά κάνω. Γιά χάρη τους ἀφιερώνω καί προσφέρω τόν ἑαυτό μου σ᾿ ἐσένα, ὥστε κι αὐτοί, μέ τή βοήθεια τῆς ἀλήθειας, νά εἶναι ἀφιερωμένοι σέ σένα» (᾿Ιωάν. 17, 4-19).
῾Ο Κύριος κάνει μιά ἱκεσία, ὅταν λέει· «Πατέρα, αὐτοί πού μοῦ ἔδωσες θέλω ὅπου εἶμαι ἐγώ νά εἶναι κι ἐκεῖνοι μαζί μου, γιά νά μποροῦν νά βλέπουν τή δόξα τή δική μου πού ᾿Εσύ μοῦ χάρισες» (᾿Ιωάν. 17, 24). Καί πάλι· «Πατέρα, συγχώρεσέ τους, δέν ξέρουν τί κάνουν» (Λουκ. 23, 34).
Τέλος, ὁ Κύριος μᾶς δίδαξε τήν εὐχαριστία ὅταν ἔλεγε· «Σ᾿ εὐχαριστῶ, Πατέρα, Κύριε τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, γιατί αὐτά τά ἀπέκρυψες ἀπό τούς σοφούς καί τούς συνετούς καί τά φανέρωσες στούς ταπεινούς. Ναί, Πατέρα μου, αὐτό ἦταν τό θέλημά σου» (Ματθ. 11, 25-26). Καί ἀλλοῦ πάλι λέει· «Πατέρα, σ᾿ εὐχαριστῶ πού μέ ἄκουσες. ᾿Εγώ τό ἤξερα πώς πάντα μέ ἀκοῦς» (᾿Ιωάν. 11, 41-42). Συνέχεια

Προκατήχηση

              Δηλαδή πρόλογος στίς Κατηχήσεις τοῦ Ἁγίου Πατέρα μας, ΚΥΡΙΛΛΟΥ, Ἀρχιεπισκόπου Ἱεροσολύμων.

Α´ Τώρα πιά σᾶς ἄγγιξε ἡ ὀσμή τῆς μακαριότητας, ὅλους ἐσᾶς πού ἤρθατε στίς τάξεις τῶν Φωτιζομένων1. Τώρα πιά μαζεύετε τά νοητά ἄνθη, γιά νά πλέξετε οὐράνια στεφάνια. Τώρα πιά ἔπνευσε ἡ εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τώρα πιά βρισκόσαστε στό προαύλιο τῶν βασιλικῶν ἀνακτόρων. Ἄς δώσει ὁ Θεός νά μπῆτε καί μέσα σ᾿ αὐτά, ὁδηγημένοι ἀπό τόν ἴδιο τό Βασιλιά. Τώρα ἄνθισαν τά δέντρα, ἄς δώσει ὁ Θεός νά δέσουν καί νά ὡριμάσουν παράλληλα καί οἱ καρποί.
Τά ὀνόματά σας ἔχουν ἤδη καταγραφεῖ2, ἐπιστρατευτήκατε. Οἱ λαμπάδες πού θά σᾶς συνοδεύσουν στή νυφική τελετή ἔχουν ἑτοιμαστεῖ. Μέσα σας ὑπάρχει ἔντονη ἡ ἐπιθυμία τῆς οὐράνιας πολιτείας. Ἔχετε πρόθεση ἀγαθή καί αὐτή εἶναι πού σᾶς χαρίζει τήν ἐλπίδα. Εἶναι ἀδιάψευστος ἐκεῖνος πού εἶπε ὅτι «σ᾿ ἐκείνους πού ἀγαποῦν τόν Θεό, τά πάντα συνεργοῦν στό ἀγαθό» (Ρωμ. 8, 28). Καί ὁ μέν Θεός χορηγεῖ πλουσιοπάροχα τήν εὐεργεσία, περιμένει ὅμως καί τή γνήσια προαίρεση τοῦ καθενός μας. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος συμπλήρωσε λέγοντας· «ἐννοῶ βέβαια ἐκείνους τούς ὁποίους ἡ ἴδια ἡ προαίρεσή τους τούς ἔχει κάνει δεκτικούς τῆς θείας κλήσεως». Ἡ ἴδια λοιπόν ἡ πρόθεσή σου, ὅταν εἶναι γνήσια, σέ κάνει διαλεχτό καί καλεσμένο3. Τό νά βρίσκεσαι βέβαια στίς τάξεις τῶν Φωτιζομένων, χωρίς νά καλλιεργεῖς καί τήν ἀνάλογη προδιάθεση, δέν ἔχει νά σέ ὠφελήσει σέ τίποτα. Συνέχεια

Κατήχηση ιβ

Ἁγίου Κυρίλου Ἱεροσολύμων

Γιά τούς Φωτιζόμενους, πού ἔγινε στά ῾Ιεροσόλυμα, καί ἀναφέρεται στό ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως· «Σαρκωθέντα καί ἐνανθρωπήσαντα». ῾Η ἀνάγνωση εἶναι ἀπό τό βιβλίο τοῦ προφήτη ῾Ησαΐα· «Μίλησε ὁ Κύριος πρός τόν ῎Αχαζ καί εἶπε· Ζήτησε γιά τόν ἑαυτό σου θαυμαστό γεγονός». Καί στή συνέχεια· «᾿Ιδού ἡ Παρθένος θά συλλάβει καί θά γεννήσει υἱό καί θά τόν ὀνομάσουν ᾿Εμμανουήλ» (πρβλ. ῾Ησ. 7, 14) καί ὅσα σχετικά ἀκολουθοῦν.

Α´ . ῎Ω! ἐσεῖς πού ἔχετε μόνιμο σύντροφο τήν παρθενική ἁγνότητα καί σεῖς πού μαθητεύετε στή ζωή τῆς σωφροσύνης, ἐλᾶτε νά λατρεύσουμε μέ ὕμνους, πού βγαίνουν ἀπό τά ἁγνισμένα χείλη μας, τόν Θεό πού γεννήθηκε ἀπό τήν Πάναγνη Παρθένο. ᾿Ελᾶτε ὅλοι ἐμεῖς πού ἀξιωνόμαστε νά μεταλάβουμε σάν μυστική τροφή τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο συμβολίζεται ὡς ᾿Αμνός, ἐλᾶτε νά φᾶμε τό κεφάλι μαζί μέ τά πόδια (πρβλ. ῎Εξ. 12, 9), ἐννοώντας μέ τό «κεφάλι» τή θεότητα καί μέ τά «πόδια» τήν ἀνθρώπινη φύση Του, τήν ἀνθρωπότητα. Οἱ ἀκροατές τῶν ἁγίων Εὐαγγελίων, ἄς πιστεύουμε στόν ἅγιο ᾿Ιωάννη τό Θεολόγο πού εἶπε· «Στήν ἀρχή ὑπῆρχε ὁ Λόγος καί ὁ Λόγος ἦταν ἑνωμένος μέ τόν Θεό καί Θεός ἦταν ὁ Λόγος» (᾿Ιωάν. 1, 1). Καί πρόσθεσε· «Καί ὁ Λόγος προσέλαβε σάρκα καί ἔγινε ἄνθρωπος» (᾿Ιωάν. 1, 14). Διότι δέν εἶναι εὐσεβές νά Τόν προσκυνοῦμε ὡς ἁπλό ἄνθρωπο, οὔτε νά Τόν ὁμολογοῦμε μόνο Θεό, χωρίς τήν ἀνθρώπινη φύση Του. Γιατί πραγματικά, ἄν, ὅπως φυσικά καί συμβαίνει, ὁ Χριστός εἶναι ἀληθινά Θεός, δέν ἔχει προσλάβει ὅμως ἀνθρώπινη φύση, ἐμεῖς δέν εἶναι δυνατόν νά σωθοῦμε. ῎Ας Τόν προσκυνοῦμε λοιπόν ὡς Θεό κι ἄς πιστεύουμε συνάμα ὅτι ἔγινε καί ἄνθρωπος. Διότι οὔτε νά Τόν ὁμολογοῦμε ἁπλό ἄνθρωπο, χωρίς τή θεότητά Του, μᾶς ὠφελεῖ, οὔτε τό νά δεχόμαστε μόνο τή θεότητά Του μᾶς ὁδηγεῖ πρός τή σωτηρία. ῎Ας ὁμολογήσουμε τήν παρουσία τοῦ βασιλιᾶ καί ἰατροῦ. Διότι ὁ Βασιλιάς ᾿Ιησοῦς, πού ἐπρόκειτο νά μᾶς γιατρέψει, ζώστηκε τή δουλική ποδιά τῆς ἀνθρώπινης φύσης καί θεράπευσε τήν ἀρρώστια της1. ῾Ο τέλειος Διδάσκαλος τῶν νηπίων ἔγινε μαζί τους νήπιο, γιά νά κάνει σοφούς τούς ἀνόητους. ῾Ο ἐπουράνιος ῎Αρτος κατέβηκε στή γῆ (πρβλ. ᾿Ιωάν. 6, 41), γιά νά θρέψει τούς πεινασμένους. Συνέχεια

Ἡ ψυχή μετά τό σωματικό θάνατο

Θέλουμε νά ξεχωρίσουμε τά πράγματα· Τί ἐννοοῦμε ὅταν λέμε «ζωή τῆς ψυχῆς μετά τό σωματικό θάνατο, μέση κατάσταση, Παράδεισο, ῞Αδη, Κόλαση, Βασιλεία, Αἰώνια ζωή»;

Ζωή τῆς ψυχῆς μετά τό σωματικό θάνατο, ἤ ὅπως τήν ὀμομάζουν ἄλλοι «μέση κατάσταση τῶν ψυχῶν» γιά τούς ὀρθόδοξους εἶναι ἡ ζωἠ πού ζεῖ ἡ ψυχή μετά τήν ἔξοδό της ἀπό τό σῶμα μέχρι τή Δευτέρα Παρουσία, ὁπότε, μετά τήν κοινή ᾿Ανάσταση, θά λάβη τό «οἰκεῖον» σῶμα μεταμορφωμένο καί ἄφθαρτο. Τήν ὀνόμασαν αὐτή τήν κατάσταση οἱ Πατέρες «μέση κατάσταση», διότι ἡ ψυχή βρίσκεται σέ κατάσταση ἀναμονῆς καί προσμονῆς τῆς ἀναστάσεως καί τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου. Παραμένοντας στήν κατάσταση αὐτή ἡ ψυχή, προγεύεται τήν παραδείσια μακαριότητα ἤ τίς τιμωρίες τῆς Κολάσεως. Στή μέση κατάσταση δηλαδή οὔτε οἱ δίκαιοι ἀπολαμβάνουν ὅσα θά ζήσουν καί θά ἀπολαύσουν στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, οὔτε οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί ὑφίστανται τήν τέλεια κόλαση. Συνέχεια

Τί ξέρεις ἐσύ γιά τίς εἰκόνες;

Ποιά διαφορά ἔχει τό εἴδωλο ἀπό τήν εἰκόνα;

Ἡ βασική διαφορά τοῦ εἰδώλου ἀπό τήν εἰκόνα ἔγκειται σ᾿ αὐτό πού ὑπογραμμίζει ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὅτι ἡ εἰκόνα εἶναι «ὁμοίωση» μέ τό ὑπαρκτό, ἐνῶ τό εἴδωλο εἶναι «ὁμοίωση» μέ τό ἀνύπαρκτο. Ἑπομένως εἶναι πλάσμα, φαντασία, ἀπάτης ὁμοίωμα. «…ψεύδους καί ἀπάτης ὁμοίωμα…, ψευδές τό εἴδωλον ἀνειποῦσιν μίμημα· τήν δ᾿ αὖ εἰκόνα, τοῦ ἀληθοῦς ἀφομοίωμα». Δηλαδή, μέ ἄλλα λόγια, τό ἀρχέτυπο τοῦ εἰδώλου εἶναι ἀνύπαρκτο, εἶναι φανταστικό εἴδωλο, δέν εἶναι πραγματικό πρόσωπο, ἐνῶ ἡ εἰκόνα ἔχει συγκεκριμένο ὑπαρκτό ἀρχέτυπο, εἶναι ὁμοίωμα τοῦ ἀληθινοῦ καί ὑπάρχοντας Θεοῦ. Ἡ εἰκόνα ἀπεικονίζει αὐτό πού ὑπάρχει πραγματικά, ἐνῶ τό εἴδωλο δέν ἔχει μιά τέτοια δυνατότητα, δηλαδή δέν ἀπεικονίζει μιά πραγματική Θεότητα. Ἐνῶ π.χ. ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἀπεικονίζει τό πρωτότυπο, τόν Σαρκωμένο Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, τό ἄγαλμα τοῦ Δία τί ἀπεικονίζει; Ἕνα ξόανο πού λατρεύεται καθεαυτό. Γι᾿ αὐτό τό λόγο τά εἴδωλα ἀπαγορεύονται ἀπό τό Νόμο τοῦ Μωυσῆ στήν Παλαιά Διαθήκη. Συνέχεια

Γιά τίς Ἅγιες Νηστεῖες

ΑΒΒΑ ΔΩΡΟΘΕΟΥ
ΙΕ’ διδασκαλία

Μέ τό Μωσαϊκό Νόμο πρόσταξε ὁ Θεός τούς Ἰσραηλίτες, νά ξεχωρίζουν κάθε χρόνο τό ἕνα δέκατο ἀπό ὅσα θ᾽ ἀποκτοῦν (Ἀριθμ. 18) καί νά τ᾽ ἀφιερώνουν στό Θεό καί κάνοντας αὐτό νά παίρνουν εὐλογία γιά ὅλα τους τά ἔργα. Ἔχοντας ὑπόψη τους αὐτό, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι σκέφτηκαν καί ἀποφάσισαν, γιά νά βοηθήσουν καί νά εὐεργετήσουν τίς ψυχές μας, νά μᾶς παραδώσουν κάτι ἀκόμα ὑψηλότερο καί τελειότερο, δηλαδή ν᾽ ἀφιερώνουμε στό Θεό τό ἕνα δέκατο τῶν ἡμερῶν τῆς ζωῆς μας, γιά νά εὐλογοῦνται ἔτσι τά ἔργα μας καί νά παίρνουμε συγχώρεση κάθε χρόνο γιά τίς ἁμαρτίες ὁλόκληρου τοῦ χρόνου. Λογάριασαν λοιπόν καί χαρακτήρισαν σάν ἅγιες ἀπό τίς τριακόσιες ἑξήντα πέντε ἡμέρες τοῦ χρόνου, αὐτές τίς ἑπτά ἑβδομάδες τῶν νηστειῶν. Καί ἔτσι ξεχώρισαν ἑπτά ἑβδομάδες. Ἀλλά μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, συμφώνησαν νά προστεθεῖ σ᾽ αὐτές καί ἄλλη μιά ἑβδομάδα. Αὐτό ἔγινε καί γιά νά προγυμνάζονται καί νά προετοιμάζονται ὅσοι πρόκειται νά μποῦν στό κοπιαστικό στάδιο τῶν νηστειῶν, καί γιά νά τιμήσουν τόν ἀριθμό τῶν ἡμερῶν τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς πού νήστεψε ὁ Κύριός μας. Συνέχεια

“Για νὰ μὴν λυπᾶσθε….”

Ἰωάννου Χρυσοστόμου

“Δέν θέλω, ἀδελφοί μου, νὰ ἀγνοεῖτε τά σχετικὰ μὲ ἐκείνους ποὺ ἔχουν κοιμηθεῖ, γά νά μὴν λυπᾶσθε, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα. “Γιατί ἂν πιστεύουμε ὅτι ὁ Ἰησοῦς πέθανε καί ἀναστήθηκε, ἔτσι καί ὁ Θεός, ἐκείνους ποὺ ἔχουν κοιμηθεῖ, ὄντας ἑνωμένοι μαζί του μὲ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ, θά τοὺς πάρει κοντά του”2.
1.- Ἂς δοῦμε λοιπόν, πρῶτα ἀπ’ ὅλα αὐτό: Γιατί ὁ Ἀπόστολος, ὅταν μιλάει γιὰ τὸν Χριστὸ λέει τό θὰνατό Του, “θάνατο”, ἐνῶ ὅταν μιλάει γιὰ τὸ τέλος τοῦ ἀνθρώπου, ὀνομάζει τό θὰνατο “κοίμηση”, καὶ ὂχι “θάνατο”. Μιλάει γιὰ ὅσους ἔχουν “κοιμηθεῖ” καὶ ὄχι γιά ὅσους “πέθαναν”. Αὐτοὺς ποὺ ἔχουν κοιμηθεῖ μὲ πίστη στὸν Ἰησοῦ νά φέρει μαζί Του. Καὶ στὴ συνέχεια λέει: “ἐμεῖς οἱ ζωντανοὶ ποὺ θὰ μείνουμε πὶσω καὶ θὰ εἲμαστε στὴ ζωὴ ὅταν ἔρθει ὁ Κύριος, δὲν θὰ προφθάσουμε ὅσους θά ἔχουν κοιμηθεῖ”3. Οὔτε ἐδῶ βέβαια, εἶπε “αὐτοὺς ποὺ ἔχουν πεθάνει”, ἀλλὰ μολονότι μιλάει τρίτη φορὰ γι’ αὐτό, πάλι τὸ ὀνόμασε “κοίμηση”. Ὅταν ὅμως μιλάει γιὰ τὸ Χριστὸ λέει: “Ἂν πιστεύουμε ὅτι ὁ Χριστὸς πέθανε”. Δὲν λέει “κοιμήθηκε, ἀλλὰ “πέθανε”. Συνέχεια

Γιά τή Μετάνοια

ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

Ὁ Κύριός μας ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, πού ἦρθε στή γῆ μας καί ἔγινε ἄνθρωπος (Ἰωαν. 1, 18), Ἐκεῖνος πού ἔγινε γιά μᾶς ὁδός σωτηρίας (Ἰωαν. 14, 6), μᾶς διδάσκει γιά τή μετάνοια μέ τήν μακάρια καί θεϊκή φωνή Του, λέγοντας: «Δέν ἦρθα νά καλέσω σέ μετάνοια τούς δικαίους, ἀλλά τούς ἁμαρτωλούς» (Ματθ. 9, 13). Καί οὔτε πάλι: «Δέν ἔχουν ἀνάγκη ἀπό γιατρό οἱ ὑγιεῖς, ἀλλά οἱ ἄρρωστοι» (Μάρκ. 2, 17. Λουκ. 5, 32). Ἄν ἐγώ ἤμουν πού τά ἔλεγα αὐτά, ποτέ νά μή μέ ἄκουγες. Ἄν ὅμως αὐτά τά λέει ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος, γιατί τά καταφρονεῖς καί δέν φροντίζεις τή ζωή σου; Ἄν βλέπεις ὅτι ἔχεις μέσα σου τραύματα ἀπό τούς λογισμούς καί τίς πράξεις σου, γιατί ἀδιαφορεῖς γιά τά κρυφά τραύματά σου; Γιατί φοβᾶσαι τόν Γιατρό; Δέν εἶναι ἄγριος, οὔτε σκληρός, οὔτε ἄσπλαχνος. Δέν κρατάει μαχαίρι καί οὔτε μεταχειρίζεται φάρμακο πικρό καί καυτερό. Γιατρεύει μόνο μέ τό λόγο. Ἄν θέλεις νά ἔρθεις κοντά Του, Ἐκεῖνος εἶναι γεμάτος ἀγαθά καί εὐσπλαχνία. Γιά σένα ἦρθε ἀπό τόν οὐρανό. Γιά σένα ἔγινε ἄνθρωπος. Γιά νά Τόν πλησιάσεις ἄφοβα. Γιά σένα ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά σέ γιατρέψει ἀπό τά φοβερά τραύματά σου. Μέ τήν πολλή ἀγάπη καί τή στοργή Του σέ καλεῖ κοντά Του.
– Ἔλα κοντά μου, λέει, ἁμαρτωλέ. Βρές εὔκολα τή γιατρειά σου. Συνέχεια

Ἐπιστολές στόν ἀδελφό πού δοκιμάζεται ἀπό πειρασμό

AΒΒA ΔΩΡΟΘEΟΥ

Ἐπιστολή Η´
— Πρῶτα-πρῶτα, παιδί μου, δέν γνωρίζουμε τόν τρόπο πού οἰκονομεῖ ὁ Θεός τή ζωή μας καί ὀφείλουμε νά Τοῦ παραδίνουμε τόν ἑαυτό μας νά τόν κυβερνήσει —πράγμα πού ὀφείλουμε ἀκριβῶς νά κάνουμε καί σ᾽ αὐτήν τήν περίσταση. Γιατί θά δυσκολευτεῖς, ἄν θελήσεις νά κρίνεις μέ ἀνθρώπινα κριτήρια ὅσα σοῦ συμβαίνουν ἀντί ν᾽ ἀφήσεις στό Θεό κάθε μέριμνά σου. Πρέπει λοιπόν, ὅταν σέ περικυκλώνουν θλιβεροί καί πιεστικοί λογισμοί, νά κραυγάζεις στό Θεό: «Κύριε, οἰκονόμησε αὐτήν τήν ὑπόθεση, ὅπως Σύ θέλεις καί ὅπως γνωρίζεις»1. Γιατί πολλά θέματα τά τακτοποιεῖ ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ διαφορετικά ἀπ᾽ ὅ,τι νομίζουμε ἤ ἐλπίζουμε. Καί οἱ ἐλπίδες πού τρέφαμε γιά μερικά πράγματα, ἀπό τήν πείρα ἀποδείχτηκαν λαθεμένες. Μέ λίγα λόγια, πρέπει νά δείχνεις μακροθυμία τήν ὥρα τοῦ πειρασμοῦ καί νά προσεύχεσαι καί νά μήν προσπαθεῖς ἤ νά νομίζεις ὅτι μέ ἀνθρὠπίνους λογισμούς, ὅπως εἶπα, θά ξεπεράσεις λογισμούς δαιμονικούς. Ὁ ἀββάς Ποιμένας ἐπειδή τά γνώριζε αὐτά, ἔλεγε ὅτι ἡ ἐντολή «νά μή μεριμνήσεις γιά τήν αὐριανή ἡμέρα»2 (Ματθ. 6, 34) ἀπευθυνόταν σ᾽ ὅσους βρίσκονται σέ πειρασμό. Συνέχεια

Ἐξήγηση μερικῶν ρητῶν τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ πού βρίσκονται μέσα σέ τροπάρια πού ψάλλονται τό Ἅγιο Πάσχα

ΙΣΤ΄ Διδασκαλία

166.—. Μέ πολλή εὐχαρίστηση θά σᾶς μιλοῦσα λίγο γιά τό νόημα τῶν ψαλμῶν πού ψάλλουμε στήν Ἐκκλησία, γιά νά μήν σᾶς ἀπορροφᾶ ἡ μελωδία, ἀλλά νά συμμετέχει ἀνάλογα καί ὁ νοῦς μας στή δύναμη καί τό βάθος τῶν λόγων. Τί λοιπόν ψάλαμε τώρα μόλις;

Εἶναι ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως˙
Ἄς προσφέρουμε σάν δῶρο τούς ἴδιους τούς ἑαυτούς μας.

Ἐπειδή στήν παλιά ἐποχή οἱ Ἰσραηλίτες στίς γιορτές, δηλαδή στά θρησκευτικά πανηγύρια, προσέφεραν, σύμφωνα μέ τό νόμο, διάφορα δῶρα στόν Κύριο, ὅπως «θυσίες», «ὁλοκαυτώματα», «ἀπαρχές» καί ἄλλα παρόμοια, συμβουλεύει καί ἐμᾶς ὁ ἅγιος Γρηγόριος νά γιορτάσουμε γιά τόν Κύριο ὅπως ἀκριβῶς ἐκεῖνοι καί μᾶς προτρέπει λέγοντας. Συνέχεια

Ιούλιος 2017
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
« Απρ    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031