Α’ Νηστειῶν

Στὴν Κυριακή της Ὀρθοδοξίας

pantocrator[1] Ἁγίου Νικολάου Ἀχρίδος

«Αὔτη ἐστὶν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὸν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν»(Α΄ Ἰω. 5, 5)

…Ἡ κύρια νίκη τῆς Ἐκκλησίας ἡ ὁποία σήμερα προβάλλει μπροστὰ μας εἶναι ἡ νίκη κατὰ τῆς εἰκονομαχίας. Οἱ ἀγῶνες καὶ οἱ διαμάχες γιὰ τὶς εἰκόνες κράτησαν πάνω ἀπὸ διακόσια χρόνια.

Οἱ εἰκονομάχοι ἦταν οἱ ἐσωτερικοὶ ἐχθροί της Ἐκκλησίας οἱ ὁποῖοι ἦταν πάντοτε καὶ οἱ πιὸ ἐπικίνδυνοι ἐπειδὴ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς εἶχαν στὰ χέρια τοὺς δύναμη κοσμικὴ ἢ ἐξουσία ἐκκλησιαστική.

Πολλοὶ ἦταν βασιλεῖς ἢ πρίγκιπες, πολλοὶ αὐλικοὶ εὐνοῦχοι, δεινοὶ δολοπλόκοι καὶ σύμβουλοι αὐτοκρατορικοί. Οἱ τάξεις τους ἐνισχύθηκαν ἰδιαίτερα ἀπὸ πολλοὺς ἱερεῖς καὶ μοναχούς, ἀκόμα καὶ αἱμοβόρους ἐπισκόπους καὶ ἐπιβαλλόμενους πατριάρχες.

Ἂς εἶναι εὐλογημένη τούτη ἡ μέρα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, γιατί μᾶς ὑπενθυμίζει τὶς πολυάριθμες νίκες τῆς ὀρθόδοξης πίστης. Εὐλογημένοι ἂς εἶναι ἐκεῖνες οἱ ἅγιες ψυχὲς ποὺ ἐθέσπισαν τούτη τὴ μέρα γιὰ νὰ μᾶς θυμίζει τὶς πολυάριθμες νίκες τῆς πίστης μας. Ἔτσι ἔγινε γιὰ τὸ δικό μας καλό. Ἐπειδή, ἐνθυμούμενοι τὶς νίκες, παίρνουμε θάρρος στοὺς ἀγῶνες ποὺ διεξάγουμε καὶ σὲ ͗κείνους ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν.

Ἀποτελεῖ ἀρχαία συνήθεια τῶν στρατηγῶν, πρὶν ἀπὸ τὴ μάχη νὰ ἀπευθύνουν λόγο στοὺς μαχητὲς γιὰ τὶς πρότερες νίκες καὶ ἔτσι νὰ τοὺς ἐνθαρρύνουν καὶ ἐνθουσιάζουν γιὰ τὴ νέα μάχη. Οἱ Ἅγιοι εἶναι οἱ πνευματικοί μας στρατηγοί.

Οἱ Ἅγιοι ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ καθόρισαν τὴ σημερινὴ ἑορτὴ γιὰ νὰ μᾶς θυμίζει καὶ νὰ μὴν ξεχνοῦμε, γιὰ νὰ μᾶς ἐνθαρρύνει καὶ νὰ μὴν λυγίζουμε, γιὰ νὰ μᾶς θερμαίνει καὶ νὰ μὴν γινόμαστε ψυχροί, γιὰ νὰ ἀνοίξει τὴν πνευματική μας ὅραση καὶ νὰ μὴν τυφλωθοῦμε καὶ μέσα στὴ τύφλωση ἐκείνη παραδοθοῦμε στὸν ἐχθρό.

Πραγματικά, ἡ ἐπίδραση τούτης τῆς ἁγίας ἡμέρας σὲ ὅλες τὶς λογικὲς χριστιανικὲς ψυχὲς εἶναι τεράστια. Τούτη ἡ μέρα μᾶς φανερώνεται σὰν τὸν ἀγγελιοφόρο ἀπὸ τὸ πεδίο τῆς μάχης, ἀπὸ πολλὰ πεδία μαχῶν, κομίζοντάς μας τὴ χαρούμενη εἴδηση τῆς νίκης.

Στὸ ἄκουσμα τῆς εἴδησης αὐτῆς, σηκώνουμε τὴν καρδιά μας στὰ ὕψη μονολογώντας στὸν ἑαυτό μας: ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας! Καὶ μὲ μία νέα δύναμη ξεσηκωνόμαστε ἐνάντια σὲ κάθε κακό, ἐσωτερικὸ καὶ ἐξωτερικό, τὸ ὁποῖο περισφίγγει τὴ ψυχή μας καὶ ἀπειλεῖ νὰ τὴ πνίξει.

Ἀκούγοντας γιὰ τοὺς φοβεροὺς ἀγῶνες καὶ τὶς νίκες τῶν ὁμωνύμων μας χριστιανῶν, ὅσων δηλαδὴ πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς ὀνομαζόταν Ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ περιζωνόμαστε μὲ νέα δύναμη καὶ νέα ἐλπίδα.

Ἔτσι, ἡ ὀμιχλώδης πνευματική μας ὅραση γίνεται καθαρότερη καὶ εὐκρινέστερη καὶ βλέπουμε καλύτερα τὴ θέση καὶ τὴ κατάστασή μας. Ὅλα τὰ ἐμπόδια, οἱ δυσκολίες καὶ οἱ στενοχώριες ποὺ στὴν ὀμιχλώδη καὶ κοντόφθαλμη ὅρασή μας ἔμοιαζαν μὲ ἀτσάλινο δίχτυ, μπροστὰ στὸ καθαρό μας βλέμμα καὶ τὴ θαρραλέα καρδιὰ μοιάζουν μὲ ἱστὸ ἀράχνης.

Ἔτσι, ἔχοντας νέους καὶ πολλοὺς συμμάχους ἀνάμεσα στοὺς νικητὲς τοῦ παλαιοῦ καιροῦ καὶ θεωρώντας τὸ παράδειγμά τους στὴ μάχη καὶ τὴ λαμπρή τους νίκη, προχωροῦμε ἐμπρὸς στὸ καθῆκον καὶ τὴ θυσία μας μὲ μεγαλύτερη ἐμπιστοσύνη καὶ φωτεινότερη ἐλπίδα.

Μὰ καὶ οἱ ὑπόλοιπες μέρες στὸ ἡμερολόγιό μας δὲν μᾶς ὑπενθυμίζουν νίκες καὶ νικητές; θὰ μὲ ρωτήσετε. Εὔλογη ἡ ἀπορία σας ἀγαπητοὶ ἀδελφοί. Πραγματικά, ὅλες οἱ μέρες τοῦ χρόνου μᾶς ὑπενθυμίζουν νίκες καὶ νικητὲς χριστιανούς. Στὸ ἡμερολόγιο ἔχουν καταχωρηθεῖ μονάχα τὰ ὀνόματα τῶν νικητῶν. Συνέχεια

«Ἐκ πίστεως εἰς πίστιν»

Ἀρχιμ. Ζαχαρία Ζάχαρου

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1-31457[1]Ὡς χριστιανοί πιστεύουμε σέ ἕναν προσωπικό καί ζῶντα Θεό καί ὄχι σέ κάποιου εἴδους μακρινό καί ἐγωκεντρικό Θεό, βυθισμένο στή φίλαυτη ἐνατένιση τοῦ ἑαυτοῦ του καί ἀνίκανο νά εἰσέλθει σέ κοινωνία μέ τά κτιστά ὄντα. Γιά μᾶς ἡ ἀπόδειξη τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἐνέργειά Του, ἡ χάρη Του, μέ τήν ὁποία μετέχουμε στή ζωή Του. Ἀκόμη καί ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι γεμάτος ἀμφιβολίες, τό ἄγγιγμα τῆς θείας χάριτος στήν καρδιά τοῦ διασκορπίζει ὅλα τά νέφη καί ἐνεργοποιεῖ μέσα του τή θεία ζωή. Ἡ ζωή αὐτή δέν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, καί κανένας ἀνθρώπινος συλλογισμός δέν μπορεῖ νά τῆς ἀντιταχθεῖ. Ἡ πρώτη πίστη τοῦ ἀνθρώπου στρέφει τήν ὕπαρξή του πρός τόν Θεό, ἐνσταλάζει μέσα του τόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί αἰχμαλωτίζει τήν καρδιά.

Πράγματι, αὐτός ἀκριβῶς ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ βοηθεῖ τήν καρδιά μας νά ἀναδυθεῖ. Ἡ Γραφή ἀναφέρεται στή «βαθεία καρδία» (Ψαλμ. 62, 7) τοῦ ἀνθρώπου, στήν ὁποία ἀπευθύνεται ἡ ἐπισκοπή τοῦ Θεοῦ ἀπό τό πρωί ὡς τό βράδυ καί ἀπό τό βράδυ ὡς τό πρωί (Ἰώβ 7, 18). Ὅταν ὁ Ἰώβ ρωτᾶ: «τί ἐστιν ἄνθρωπος, ὅτι ἐμεγάλυνας αὐτόν;» (Ἰώβ 7, 17), ἡ Ἁγία Γραφή δίνει τήν ἀκόλουθη χαρακτηριστική ἀπάντηση: ὁ ἄνθρωπος εἶναι «κατεντευκτής Θεοῦ» (Ἰώβ 7, 20). Δηλαδή ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου ἡ καρδιά ἔχει γίνει στόχος τοῦ Θεοῦ, παρίσταται ἐνώπιόν Του καί συνομιλεῖ μαζί Του ἐπί ἴσοις ὄροις, μεσιτεύοντας γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου, γιατί ὁ Θεός τοῦ ἀπένειμε τήν τιμή αὐτή. Ὁ Θεός ποθεῖ αὐτή τήν ἰσότητα ἐπικοινωνίας μέ τόν ἄνθρωπο· δέν τόν θεωρεῖ ὡς ἕνα κτίσμα πού ἁπλῶς τό ἔφερε στό εἶναι, ἀλλά ὡς «εἰκόνα» Του, ὡς κάποιον ἴσο μέ Αὐτόν μέ τόν ὁποῖο μπορεῖ νά συνδιαλέγεται.

Σέ ὅλη τή Γραφή βρίσκουμε ἀναρίθμητα περιστατικά, ὅπου ὁ Θεός ἀπευθύνεται στόν ἄνθρωπο ὡς πρός ἴσο Του: «Πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω καγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθέν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. 10, 32-33). Ἄν μέ τή χάρη τοῦ Πνεύματός Του εἰσέλθουμε σέ προσωπική σχέση μαζί Του, τότε Τόν ὁμολογοῦμε, ὄχι τόσο μέ λόγια, ὅσο μέ τήν αἴσθηση τῆς παρουσίας Του μέσα μας. Γιατί τότε Ἐκεῖνος εἰσδύει στήν καρδιά μας καί ἐκεῖ μαρτυρεῖ τή σωτηρία μας μέ τή χάρη Του. Ὁ ἅγιος Σιλουανός ἐπιβεβαιώνει τήν παράδοξη αὐτή ἀλήθεια, ὅταν λέει ὅτι τό Πνεῦμα μαρτυρεῖ στήν καρδιά μας γιά τή σωτηρία μας .

Ἕνας ἄλλος τρόπος, ὅπου γίνεται φανερό ὅτι ὁ Θεός μᾶς ὁμιλεῖ ἐπί ἴσοις ὄροις, εἶναι ὁ λόγος Του: «Ἐάν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καί ὑμῖν ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος» (Ματθ. 6, 14). Ἡ ἰσότητα αὐτή ἐπιβεβαιώνεται περαιτέρω στήν Κυριακή Προσευχή: «Ἅφες ἠμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν» (Ματθ. 6, 12). Ἐκ πρώτης ὄψεως ἡ ἄρνηση τῆς συγχωρήσεως φαίνεται ἴσως αὐστηρή. Ἄν ὅμως λάβουμε ὑπ’ ὄψιν ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ Δημιουργός καί ἐμεῖς ἁπλῶς τά πλάσματά Του, τότε διαπιστώνουμε ὅτι οἱ ὅροι τῶν λόγων Του εἶναι οἱ πλέον ἄνισοι: ὁ Θεός εἶναι ἀπίστευτα οἰκτίρμων στήν κρίση Του! Συνέχεια

Πίστη εἶναι…

Ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος:

imagesCAEYTFPH1. Πίστη εἶναι νὰ πεθάνει κανεὶς γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ γιὰ χάρη τῆς ἐντολῆς Του, πιστεύοντας ὅτι ὁ θάνατος αὐτὸς θὰ τοῦ γίνει πρόξενος ζωῆς· νὰ θεωρεῖ τὴ φτώχεια σὰν πλοῦτο, τὴν εὐτέλεια καὶ τὴν ἀσημότητα σὰν ἀληθινὴ δόξα καὶ κοινωνικὴ λάμψη· καὶ νὰ πιστεύει ὅτι μὲ τὸ νὰ μὴν ἔχει τίποτε, κατέχει τὰ πάντα ἢ μᾶλλον ἀπέκτησε τὸν ἀνεξερεύνητο πλοῦτο τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὅλα τὰ ὁρατὰ νὰ τὰ βλέπει σὰν λάσπη ἢ καπνό.

2. Πίστη στὸ Χριστὸ εἶναι ὄχι μόνο νὰ καταφρονήσουμε ὅλα τὰ εὐχάριστα τοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχουμε ἐγκαρτέρηση καὶ ὑπομονὴ σὲ κάθε πειρασμὸ ποὺ μᾶς ἔρχεται καὶ μᾶς προκαλεῖ λύπες, θλίψεις καὶ συμφορές, ὥσπου νὰ εὐδοκήσει νὰ μᾶς ἐπισκεφθεῖ ὁ Θεός, ὅπως λέει ὁ ψαλμωδός: «μὲ κάθε ὑπομονὴ περίμενα τὸν Κύριο, καὶ Αὐτὸς μὲ ἐπισκέφθηκε».

3. Ἐκεῖνοι ποὺ προτιμοῦν σὲ κάτι τοὺς γονεῖς τους ἀπὸ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, δὲν ἔχουν πίστη στὸ Χριστό, καὶ ὁπωσδήποτε καταδικάζονται ἀπὸ τὴ συνείδησή τους, ἂν βέβαια ἔχουν ζωντανὴ συνείδηση τῆς ἀπιστίας τους. Γνώρισμα τῶν πιστῶν εἶναι νὰ μὴν παραβαίνουν σὲ τίποτε ἀπολύτως τὴν ἐντολὴ τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

4. Ἡ πίστη στὸ Χριστό, τὸν ἀληθινὸ Θεό, γεννᾶ τὴν ἐπιθυμία τῶν καλῶν καὶ τὸ φόβο τῆς κολάσεως. Ἡ ἐπιθυμία τῶν πράγματι καλῶν καὶ ὁ φόβος τῆς κολάσεως, προξενοῦν τὴν ἀκριβῆ τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ἡ ἀκριβὴς τήρηση τῶν ἐντολῶν διδάσκει στοὺς ἀνθρώπους πόσο ἀδύνατοι εἶναι. Ἡ κατανόηση τῆς πραγματικῆς ἀδυναμίας μᾶς γεννᾶ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου. Ὅποιος ἀπέκτησε σύνοικό του τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, θὰ ζητήσει μὲ πόνο νὰ μάθει, τί τὸν περιμένει μετὰ τὴν ἔξοδο καὶ τὴν ἀναχώρησή του ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή. Καὶ ὅποιος φροντίζει νὰ μάθει γιὰ τὰ μετὰ θάνατον, ὀφείλει πρῶτα ἀπ’ ὅλα νὰ στερήσει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὰ παρόντα· γιατί ὅποιος εἶναι δεμένος μὲ ἐμπάθεια σ’ αὐτά, ἔστω καὶ στὸ παραμικρό, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει τὴν τέλεια γνώση τῶν μελλόντων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη, κατὰ θεία οἰκονομία, γευθεῖ κάπως τὴ γνώση αὐτή, δὲν ἀφήσει ὅμως τὸ ταχύτερο αὐτὰ μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι δεμένος μὲ ἐμπάθεια, γιὰ νὰ παραμείνει ὁλοκληρωτικὰ στὴ γνώση αὐτή, χωρὶς νὰ ἐπιτρέπει στὸν ἑαυτό του νὰ σκέφτεται τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ αὐτή, τότε καὶ ἡ γνώση ποὺ νομίζει ὅτι ἔχει, θὰ τοῦ ἀφαιρεθεῖ.

Συνέχεια

741-1847~White-Tern-Bird-Island-Tikehau-Tuamotu-Archipelago-French-Polynesia-Pacific-Islands-Pacific-Posters

Τό στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται,

οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε,

ἀναζωσάμενοι τόν καλόν τῆς νηστείας ἀγῶνα.

Οἱ γάρ νομίμως ἀθλοῦντες, δικαίως στεφανοῦνται.

Καί ἀναλαβόντες τήν πανοπλίαν τοῦ Σταυροῦ,

τῶν ἐχθρῶν ἀντιμαχησόμεθα,

ὡς τεῖχος ἄρρηκτον κατέχοντες τήν Πίστιν,

καί ὡς θώρακα τήν προσευχήν,

καί περικεφαλαίαν τήν ἐλεημοσύνην.

Ἀντί μαχαίρας τήν νηστείαν,

ἥτις ἐκτέμνει ἀπό καρδίας πᾶσαν κακίαν.

Ὁ ποιῶν ταῦτα, τόν ἀληθινόν κομίζεται στέφανον,

παρά τοῦ Παμβασιλέως Χριστοῦ,

ἐν τῆ ἡμέρα τῆς Κρίσεως.

Συνοδικό τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου

Untitled-1f

Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφώνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλαμψεν, ἡ ἀλήθεια ὡς ἀποδέδεικται, τὸ ψεῦδος ὡς ἀπελήλαται, ἡ σοφία ὡς ἐπαρρησιάσατο, ὁ Χριστὸς ὡς ἑβράβευσεν,

Οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν Χριστόν τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἡμῶν, καὶ τοὺς Αὐτοῦ Ἁγίους ἐν λόγοις τιμῶντες, ἐν συγγραφαῖς, ἐν νοήμασιν, ἐν θυσίαις, ἐν Ναοῖς, ἐν Εἰκονίσμασι, τὸν μὲν ὡς Θεὸν καὶ Δεσπότην προσκυνοῦντες καὶ σέβοντες, τοὺς δὲ διὸ τὸν κοινὸν Δεσπότην ὡς Αὐτοῦ γνησίους θεράποντας τιμῶντες καὶ τὴν κατὰ σχέσιν προσκύνησιν ἀπονέμονες.

Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τὴν Οἰκουμένην ἐστήριξεν.

Ἐπὶ τούτοις τοὺς τῆς εὐσεβείας Κήρυκας ἀδελφικῶς τε καὶ πατροποθήτως εἰς δόξαν καὶ τιμὴν τῆς εὐσεβείας, ὑπὲρ ἧς ἀγωνίσαντο, ἀνευφημοῦμεν καὶ λέγομεν: Τῶν τῆς Ὀρθοδοξίας προμάχων εὐσεβῶν Βασιλέων, ἁγιωτάτων Πατριαρχῶν, Ἀρχιερέων, Διδασκάλων, Μαρτύρων, Ὁμολογητῶν, Αἰωνία ἡ μνήμη.

Τούτων τοῖς ὑπὲρ εὐσεβείας μέχρι θανάτου ἄθλοις τε καὶ ἀγωνίσμασι καί διδασκαλίαις παιδαγωγεῖσθαί τε καὶ κρατύνεσθαι Θεὸν ἐκλιπαροῦντες, καὶ μιμητός τῆς ἐνθέου αὐτῶν πολιτείας μέχρι τέλους ἀναδεικνύσθαι ἐκδυσωποῦντες, ἀξιωθείημεν τῶν ἐξαιτουμένων, οἰκτιρμοῖς καὶ χάριτι τοῦ Μεγάλου καὶ Πρώτου Ἀρχιερέως Χριστοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἡμῶν, πρεσβείαις τῆς ὑπερενδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, τῶν θεοειδῶν Ἀγγέλων καὶ πάντων τῶν Ἁγίων.

 images[α]

ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ ΠΕΡΙ EΓΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤHΣ OΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΩΝ AΓΙΩΝ ΕIΚΟΝΩΝ

 

Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου

Ἀδελφοί καί Πατέρες, τίς ἡμέρες αὐτές πού διερχόμαστε οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀνθρώπους τίς ὀνομάζουν ἑορτές ἐπειδή τρώγουν καί πίνουν κατ᾽ αὐτές ἀπρεπῶς καί μέ ἀκράτεια, μή γνωρίζοντας ὅτι ἀκριβῶς αὐτές τίς ἡμέρες μᾶς παραγγέλεται ἀποχή κρεάτων κι ὄχι νά καταγινώμαστε μέ μέθες κι ἀσωτεῖες πού εἶναι γνώρισμα εἰδωλολατρικῶν ἑορτῶν. Συνήθεια δέ καί γνώρισμα τῶν Χριστιανῶν εἶναι τό νά εἶναι ὀλιγαρκεῖς καί λιτοδίαιτοι, καί τῆς σαρκός πρόνοιαν μή ποιεῖσθαι εἰς ἐπιθυμίας (Ρωμ. ιγ′ 14), ὅπως διδάσκει ὁ Ἀπόστολος. Ἀλλ᾽ ὅμως τό κακό ἐπεκράτησε σάν νόμος, γι᾽ αὐτό ἄγει καί φέρει τόν κόσμο ὅπως θέλει.

Ἐμεῖς ὅμως ἀδελφοί ἄς ἀποφύγουμε τήν ἀκράτεια καί σ᾽ αὐτά ἀκόμη πού μᾶς ἐπιτρέπεται νά καταλύουμε, ἔχοντας ὑπ᾽ ὄψιν ὅτι ἡ ἀκράτεια εἶναι μητέρα τῆς ἁμαρτίας. Ἐπειδή βέβαια καί ὁ προπάτωρ μας Ἀδάμ, ὅσο ἐγκρατευόταν ἀπό τήν ἀπηγορευμένη βρῶσι στόν Παράδεισο, χαιρόταν καί εὐφραινόταν τρεφόμενος ἀπό τήν παρουσία καί τήν κοινωνία τοῦ Θεοῦ καί τήν μύησι στά μυστήριά Του. Ὅταν ὅμως νικήθηκε ἀπό τήν ἀκράτεια καί γεύθηκε τοῦ ξύλου τῆς παρακοῆς, ἀμέσως ἐξορίσθηκε ἀπό τήν τρυφή τοῦ Παραδείσου κι ἔγινε σ᾽ αὐτόν ἡ ἀκράτεια γεννήτρια τοῦ θανάτου.

Ἔτσι καί οἱ Σοδομίτες, πού ἀπό τήν πολυφαγία ζοῦσαν μέ ἀσέλγεια, ἐπέσυραν τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ πάνω τους, γι᾽ αὐτό καί τούς κατέκαυσε μέ φωτιά καί θειάφι. Μέ τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ Ἠσαῦ, πού δελεάσθηκε ἀπό τά λαίμαργα μάτια του, ἀντί ἑνός γεύματος παρέδωσε τά πρωτοτόκιά του καί μισήθηκε καί ἀποδιώχθηκε. Ἀλλά καί ὁ λαός τοῦ Θεοῦ ἐκάθισε φαγεῖν καί πιεῖν καί ἀνέστησαν παίζειν (Ἔξ. λβ’ 6).

Τέτοια εἶναι κι αὐτά πού γίνονται αὐτές τίς ἡμέρες· διασκεδάσεις δηλαδή καί μέθες, κραυγές καί πηδήματα δαιμονικά, πού διαρκοῦν ὄχι μόνο κατά τήν ἡμέρα ἀλλά καί κατά τό μεγαλύτερο μέρος τῆς νύκτας. Τόσο μεγάλο κακό εἶναι λοιπόν ἡ ἀκράτεια καί ἀπό αὐτήν εἰσῆλθε στόν κόσμο ὁ θάνατος.

Ἐμεῖς ὅμως, ἀδελφοί ἀγαπημένοι ἀπό τόν Κύριο, ὀφείλουμε νά εὐχαριστοῦμε τόν Θεό πού μᾶς λύτρωσε ἀπό τέτοια μάταια πολιτεία καί διαγωγή καί μᾶς ἔφερε σ᾽ αὐτήν τήν μακαρία ζωή, ὅπου δέν ὑπάρχει ἀκράτεια ἀλλά συμμετρία· οὔτε μέθη ἀλλά νῆψις· οὔτε ταραχή ἀλλά εἰρήνη· οὔτε θόρυβος ἀλλά ἡσυχία· οὔτε αἰσχρολογία ἀλλά εὐχαριστία· οὔτε ἀσέλγεια ἀλλά ἁγνότητα καί ἁγιασμός καί σωφροσύνη.

Ἀπό αὐτήν τήν ζωή λοιπόν ἀνέτειλαν οἱ θεοφόροι Πατέρες μας, οἱ ὁποῖοι μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ κατεπάτησαν τά πάθη, ἔδιωξαν δαίμονες, συναγωνίσθηκαν μέ τούς ἀγγέλους, ἔκαναν θαύματα, ἐπέτυχαν οὐράνιο δόξα, ἔγιναν θαυμαστοί στόν κόσμο· ἕνας ἀπ᾽ αὐτούς εἶναι καί ὁ μακάριος Ἀντώνιος, τοῦ ὁποίου τόν βίο ἀναγνώσαμε καί μάθαμε πόσο ὁ Θεός τόν δόξασε σ᾽ αὐτόν τόν κόσμο, ὥστε καί οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς νά θεωροῦν μεγάλο πρᾶγμα τό νά γράφουν σ᾽ αὐτόν καί νά λαμβάνουν ἀπ᾽ αὐτόν πάλι ἐπιστολές του. Συνέχεια

Ἡ καθαρότης τῆς Ὀρθοδοξίας

Ἅγ. Φώτιος ὁ Μέγας

 

Ἡ καθαρότης τῆς Ὀρθοδοξίας

 29. Αὐτὴ εἶναι ἡ καθαρὴ καὶ γνήσια ὁμολογία τῆς πίστεως ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν· αὐτὴ εἶναι ἡ θεόσοφη μυσταγωγία τῆς ἄχραντης καὶ ἀληθινῆς θρησκείας μας καὶ τῶν σεπτῶν μυστηρίων της· ἔχοντας φρόνημα, πίστι καὶ διαγωγὴ σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴν ὁμολογία ἕως τὴν δύσι τοῦ βίου, βαδίζομε γρήγορα πρὸς τὴν ἀνατολὴ τοῦ νοητοῦ ἡλίου, γιὰ ν’ ἀπολαύσωμε δυνατώτερα καὶ τελειότερα τὴν ἀπὸ ἐκεῖ ἐρχόμενη ἀνέσπερη αὐγὴ καὶ λαμπρότητα. Αὐτὴν ταιριάζει ν’ ἀποδέχεται καὶ νὰ τιμᾶ καὶ ἡ θεοφρούρητη σύνεσίς σας, ποὺ ἤδη ἀτενίζει πρὸς τὴν ἰδική μας θρησκευτικὴ κληρονομιά, μὲ εἰλικρινῆ διάθεσι, εὐθύτητα γνώσεως καὶ ἀδίστακτη πίστι, καὶ νὰ μὴ ἀποκλίνη ἀπ’ αὐτὴν οὔτε στὸ ἐλάχιστο οὔτε πρὸς τὰ δεξιὰ οὔτε πρὸς τ’ ἀριστερά· διότι τοῦτο εἶναι τῶν ἀποστόλων τὸ κήρυγμα, τοῦτο εἶναι τὸ δίδαγμα τῶν πατέρων, τοῦτο εἶναι τὸ φρόνημα, τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων.

Γι’ αὐτὸ ὄχι μόνο ἐσὺ ὁ ἴδιος πρέπει νὰ φρονῆς καὶ νὰ πιστεύης κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀλλὰ νὰ καθοδηγῆς στὸ ἲδιο φρόνημα τῆς ἀληθείας καὶ τοὺς ὑπηκόους σου καὶ νὰ τοὺς καταρτίζης στὴν ἴδια πίστι, καὶ τίποτε ἄλλο νὰ μὴ θεωρῆς πολυτιμότερο ἀπὸ τέτοια σπουδὴ καὶ ἐπιμέλεια. Διότι τοῦ ἀληθινοῦ ἄρχοντος καθῆκον εἶναι νὰ μὴ φροντίζη μόνο γιὰ τὴ δική του σωτηρία, ἀλλὰ ν’ ἀξιώνη παρόμοιας προνοίας καὶ τὸν λαὸ ποὺ τοῦ ἔχει ἀνατεθῆ, νὰ τὸν χειραγωγῆ καὶ νὰ τὸν προσκαλῆ στὴν ἴδια τελειότητα τῆς θεογνωσίας.

Μὴ λοιπὸν κάμης νὰ διαψευσθοῦν οἱ ἐλπίδες μας, τὶς ὁποῖες ἐπέτρεψε νὰ σχηματίσωμε ἡ πρὸς τὰ καλὰ ροπὴ καὶ προσοχή σου, μήτε νὰ καταστήσης ματαίους τοὺς κόπους καὶ ἀγῶνες, ποὺ μὲ χαρὰ ἀναλάβαμε χάριν τῆς σωτηρίας σας, μήτε νὰ δεχθῆς ὅτι ἄρχισες μὲν μὲ προθυμία νὰ δέχεσαι τοῦ θείου κηρύγματος τοὺς λόγους, μετέβαλες δὲ τὴν προθυμία σὲ ραθυμία· ἀλλὰ διατήρει ἀνεξάλειπτη τὴν χαρὰ κι εὐφροσύνη μου γιὰ σένα, παρέχοντας ὅμοιο μὲ τὴν ἀρχὴ τὸ τέλος, σύμφωνο τὸν βίο μὲ τὴν πίστι, καὶ τὴν ἐξουσία σου νὰ φαίνεται καὶ νὰ ὀνομάζεται κοινὸ ἀγαθό τοῦ γένους καὶ τῆς πατρίδος. Συνέχεια

Ὁριοθέτηση Ὀρθοδοξίας καὶ αἱρέσεως – Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς

Καθηγητὴς Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης

imagesCA9IXRQ1Τὴν πρώτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς γιορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας τὴν νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον τῶν αἱρέσων. Τὸ ἰδιαίτερο ἱστορικὸ γεγονός, ποὺ ἀποτέλεσε τὴν βάση καὶ τὴν ἀπαρχὴ τοῦ ἑορτασμοῦ αὐτοῦ, ἦταν ἡ νίκη τῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον τῆς εἰκονομαχίας. Οἱ εἰκονομάχοι πρέσβευαν ὅτι ἡ χρήση τῶν εἰκόνων εἶναι ἀντιχριστιανική. Δὲν δέχονταν τὴν προσκύνηση τῆς εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ, ὅπως καὶ τὴν τιμὴ τῶν εἰκόνων καὶ τῶν ἱερῶν λειψάνων τῶν ἁγίων. Ἡ τοποθέτησή τους αὐτὴ δὲν ἦταν ἐπιφανειακή, ἀλλὰ προχωροῦσε βαθύτερα ὡς τὴν ἄρνηση τῆς ἀπεικονίσεως τοῦ Χριστοῦ, πράγμα ποὺ ὁδηγεῖ τελικὰ στὴν ἄρνηση τῆς σαρκώσεώς του καὶ τῆς παρουσίας του ὡς ἀληθινοῦ ἀνθρώπου μέσα στὸν κόσμο. Ἡ ἀπόληξη αὐτὴ τῆς εἰκονομαχίας φανερώνει καὶ τὸν αἱρετικὸ χαρακτήρα της· μαρτυρεῖ ὅτι ἦταν πραγματικὴ αἵρεση.

Αἵρεση δὲν ἡ κάθε λανθασμένη θεολογικὴ ἀντιληψη· δὲν εἶναι ἀκόμα ἡ παρερμηνεία κάποιων σημείων τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἡ τῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας. Αἵρεση, ὅπως δηλώνει καὶ ἡ ἐτυμολογία τῆς λέξεως, εἶναι ἡ ἐπιλογὴ κάποιου μέρους τῆς θεολογικῆς ἀλήθειας καὶ ἡ ἀπολυτοποίησή του. Ἡ αἵρεση δηλαδὴ τεμαχίζει τὴν ἀλήθεια, ἐπιλέγει κάποιο μέρος της, τὸ ἀπολυτοποιεῖ, καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν παραποιεῖ καὶ προσβάλλει ὁλόκληρη τὴν ἀλήθεια. Ὅταν π.χ. ὁ Ἄρειος δίδασκε ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν ἕνας τέλειος ἄνθρωπος, δὲν ἔλεγε ψέματα· ἀλήθεια ἔλεγε. Δὲν ἔλεγε ὅμως ὅλη τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ μόνο ἕνα μέρος της· δὲν ἔλεγε ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν καὶ τέλειος Θεός. Ἔτσι παραποιοῦσε καὶ προσέβαλλε ὁλόκληρη τὴν χριστιανικὴ ἀλήθεια. Δὲν ἀναγνώριζε τὴν ἕνωση τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρώπινης φύσεως στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιό της ἑνώσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, δηλαδὴ τῆς σωτηρίας καὶ τῆς θεώσεώς του. Προσέβαλλε τὰ θεμέλια τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ δημιουργοῦσε αἵρεση.

Ἡ οὐσία λοιπὸν τῆς αἱρέσεως γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ ἔγκειται ἀκριβῶς στὴν προσβολὴ τῆς ἑνώσεως τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ θεμελιώνεται στὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Ἡ αἵρεση δηλαδὴ προσβάλλει τὴν δυνατότητα τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία ταυτίζεται μὲ τὴν θέωσή του. Συνέχεια

Ἐξηγήσῃ τῆς Α΄ Ὠδῆς τοῦ Κανόνος τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου.

 Ἀνδρέα Θεοδώρου

 Ἦχος δ΄

Ὁ Εἱρμός

«Ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ πληρωθήσεται πνεύματος καὶ λόγον ἐρεύξομαι, τῇ βασιλίδι Μητρί· καὶ ὀφθήσομαι, φαιδρῶς πανηγυρίζων καὶ ᾄσω γηθόμενος ταύτης τὰ θαύματα».

Θ’ ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ θὰ γεμίσει ἀπὸ Πνεῦμα ἅγιο καὶ θ’ ἀπευθύνω λόγο πρὸς τή βασίλισσα Μητέρα τοῦ Θεοῦ· καὶ θὰ μὲ δοῦν νά πανηγυρίζω μὲ φαιδρότητα, ψάλλοντας μὲ εὐφρόσυνη χαρὰ τὰ θαυμαστὰ μεγαλεῖα της.

                    *

Ὁ προφορικὸς λόγος εἶναι ἡ ἐξωτερίκευση τοῦ μυστικοῦ ἐνδιάθετου λόγου. Ἐκφράζεται μὲ τὰ ὄργανα ὁμιλίας· εἶναι λόγος στοματικός. Καὶ οἱ δύο λόγοι -ἐνδιάθετος καὶ προφορικὸς- εἶναι ἐκδηλώματα τῆς πνευματικῆς ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου, τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἱκανότητα νά διαλέγεται ἐσωτερικὰ μὲ τὸν ἑαυτὸ της καὶ τὸν Θεὸ καὶ νά ἐπικοινωνεῖ ἐξωτερικὰ μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Τὰ ὑπόλοιπα ζῶα δέν ἔχουν λόγους. Ἔχουν μοναχὰ ἔνστικτα, φυσικὲς κινήσεις καὶ ὁρμές.

Οἱ λόγοι πού βγαίνουν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ἀνθρώπου ἐξωτερικεύουν τὸ ἐσωτερικὸ περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς του. Ἡ ποιότητα τοὺς ἐκφράζει τὴν ποιότητα τοῦ ἐσωτερικοῦ ἤθους τῆς ψυχῆς. Ἔτσι ἀπὸ μία ἀγαθὴ καρδία θὰ προέλθουν λόγοι καλοί καὶ ἀγαθοί, λόγοι ἤπιοι καὶ εἰρηνικοί, καθαροὶ καὶ ἅγιοι· ἐνῶ ἀπὸ μία πονηρὴ καὶ σαλεμένη καρδία θὰ προέλθουν λόγοι ἀγριεμένοι καὶ σκληροί, βρωμεροὶ καὶ ἀναίσχυντοι. Ἀπὸ τὴν εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Θεὸ ψυχὴ θ’ ἀκουστοῦν λόγια οἰκοδομῆς, παρακλήσεως καὶ ἀγάπης, λόγια σεμνὰ καὶ εὔφημα. Ὅσα ἁγνὰ καὶ προσφιλῆ, «εἰ τὶς ἀρετὴ καὶ εἰ τὶς ἔπαινος»· ἐνῶ ἀπὸ μία ψυχὴ κυριαρχημένη ἀπὸ τὰ πνεύματα τῆς ἀκαθαρσίας, ποὺ ζεῖ μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, θ’ ἀκουστοῦν κατάρες καὶ βλαστήμιες, λόγια ὑβριστικὰ καὶ συκοφαντικά, λόγια δόλια, πικρὰ καὶ μοχθηρά, ποὺ τόσα κακὰ συσσωρεύουν στήν κοινωνικὴ συμβιώση τῶν ἀνθρώπων.

Ὁ ποιητὴς τοῦ Εἱρμοῦ νιώθει κι αὐτὸς βαθιὰ τὴν ἀνάγκη ν’ ἀνοίξει τὸ στόμα του καὶ νά μιλήσει. Ἡ καρδιά του κατακλύζεται ἀπὸ πλῆθος ἐνδιάθετα λόγια, ποὺ συνωθοῦνται, ζητώντας νά βροῦν διέξοδο ἀπὸ τὸ στόμα του. Ἐπιθυμεῖ νά ἐκφράσει τοὺς ἐσωτερικοὺς του διαλογισμούς. Οἱ διαλογισμοὶ του ὅμως δέν εἶναι τυχαῖοι καὶ κοινοί. Εἶναι διαλογισμοὶ καρδιᾶς στήν ὁποία κυριαρχεῖ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Προτίθεμαι -λέει- ν’ ἀνοίξω τὸ στόμα μου, τὸ ὁποῖο θὰ γεμίσει ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ (ὅπως γεμάτη ἀπὸ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα εἶναι ἐσωτερικὰ καὶ ἡ ψυχὴ του).

Προτίθεμαι δὲ νά πῶ λόγια ἀνυμνητικὰ πρὸς τή Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι βασίλισσα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ἀλλὰ καὶ μητέρα τῶν πιστῶν, τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁλόκληρης τῆς κτίσεως. Θά πῶ κι ἐγὼ λόγια ἀνυμνητικά, σὰν κι αὐτά πού λέγουν οἱ ἄγγελοι στήν ὁλόφωτη Κόρη τῆς Θείας Βασιλείας! Θὰ εἶναι δὲ τόση ἡ πνευματικὴ εὐφορία τῆς καρδιᾶς μου, τόσος ὁ συνεπαρμὸς τῆς ψυχῆς μου, ὥστε οἱ ἄνθρωποι θὰ διαπιστώσουν πάραυτα τὸ σκίρτημα τῆς χαρᾶς μου, βλέποντάς με νά πανηγυρίζω μὲ φαιδρότητα καὶ μὲ εὐχαρίστηση νά συνθέτω ὕμνους γιά νά τραγουδήσω τὰ πολλὰ θαύματα πού τὴν στεφανώνουν, νά μελωδήσω τίς χάρες της στό πεδίο τοῦ χριστολογικοῦ μυστηρίου, στό ὁποῖο ὁ Υἱὸς ἄξια τοποθέτησε τὴν περίσεμνη Μητέρα! Συνέχεια

Λόγος για τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξιας

                                                                                                 

Ἁγίου Λουκᾶ Ἀρχιεπισκόπου Κριμαίας

Τὴν πρώτη Κυριακὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία πανηγυρίζει τὸ θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς ὀρθῆς πίστεως, ἡ ὁποία καταπάτησε ὅλες τίς αἱρέσεις καὶ στερεώθηκε γιά πάντα. Γι’ αὐτὸ ἡ Κυριακὴ αὐτὴ καλεῖται Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας.

Οἱ αἱρέσεις φάνηκαν ἤδη ἀπαρχῆς τοῦ χριστιανισμοῦ. Οἱ ἴδιοι οἱ Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ προειδοποιοῦσαν τοὺς συγχρόνους τους, καὶ μαζὶ μ’αὐτοὺς καὶ ἐμᾶς, γιά τὸν κίνδυνο ἀπὸ τοὺς ψευδοδιδασκάλους.

Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Πέτρος στή Β’ Καθολικὴ ἐπιστολὴ γράφει τὸ ἑξῆς: «Ἐγένοντο δὲ καὶ ψευδοπροφῆται ἐν τῷ λαῷ, ὡς καὶ ἐν ὑμῖν ἔσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οἵτινες παρεισάξουσιν αἱρέσεις ἀπωλείας, καὶ τὸν ἀγοράσαντα αὐτοὺς δεσπότην ἀρνούμενοι ἐπάγοντες ἑαυτοῖς ταχινὴν ἀπώλειαν· καὶ πολλοὶ ἐξακολουθήσουσιν αὐτῶν ταῖς ἀσελγείαις, δι᾿ οὓς ἡ ὁδὸς τῆς ἀληθείας βλασφημηθήσεται» (Β’ Πετ. 2, 1-2).

Ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος, ἐπιστρέφοντας στήν Παλαιστίνη ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, σταμάτησε στήν Ἔφεσο. Ἐκεῖ στούς χριστιανοὺς κατοίκους τῆς πόλεως ἔλεγε: «Ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου· καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν.» (Πράξ. 20, 29-30).

Πολλοὶ τέτοιοι ψευδοδιδάσκαλοι καὶ σχισματικοὶ ὑπῆρχαν στούς πρώτους αἰῶνες τοῦ χριστιανισμοῦ. Μερικὲς αἱρέσεις τάραζαν τὴν Ἐκκλησία ὁλόκληρους αἰῶνες, ὅπως γιά παράδειγμα οἱ αἱρέσεις τοῦ Ἀρείου, τοῦ Μακεδονίου, τοῦ Εὐτυχοῦς, τοῦ Διοσκόρου, τοῦ Νεστορίου καὶ ἐπίσης ἡ αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας. Οἱ αἱρέσεις αὐτὲς προκάλεσαν πολλὲς διαταραχὲς στήν Ἐκκλησία καὶ τὴν βασάνισαν πολύ. Συνέχεια

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ

ΤΗΣ  ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

π. Ἰουστίνου Πόποβιτς   

Untitled-1aΕἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν.

 Σήμερα, ἀδελφοί καί ἀδελφές, εἶναι ἡ ἁγία Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, μία ἀπό τίς πενήντα δύο Κυριακές τοῦ ἔτους πού ὀνομάζεται Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Μεγάλη καί ἁγία Κυριακή. Κυριακή, κατά τήν ὁποία ἑορτάζεται ἡ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον κάθε ψεύδους, ἐναντίον κάθε ἀναλήθειας, ἐναντίον κάθε αἱρέσεως, ἐναντίον κάθε ψευδοθεοῦ· νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον κάθε ψευδοῦς διδασκαλίας, ἐναντίον κάθε ψευδοῦς φιλοσοφίας, ἐπιστήμης, πολιτισμοῦ, εἰκόνος. Ἁγία νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί αὐτό σημαίνει ἁγία νίκη τῆς Παναληθείας.

 Ποιός ὅμως εἶναι ἡ Παναλήθεια σέ αὐτόν τόν κόσμο; Ποιός εἶναι ἡ Ἀλήθεια σέ αὐτόν τόν κόσμο; Αὐτός πού εἶπε γιά τόν ἑαυτό Του: Ἐγώ εἰμί ἡ ἀλήθεια! Ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ Θεός ἐν σαρκί. Νά, αὐτή εἶναι ἡ Ἀλήθεια στόν γήινο κόσμο μας, αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια γιά τόν ἄνθρωπο. «Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί». Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ἔλαβε σῶμα, ὥστε μέ τό σῶμα μας νά εἰπῇ σέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους τί εἶναι ἀλήθεια, πῶς ζῆ κανείς ἐν ἀληθείᾳ, πῶς πεθαίνει γι’ αὐτήν, καί πῶς δι’ αὐτῆς ζῆ αἰωνίως.

Ὁ Χριστός συνεκέντρωσε ὅλες τίς ἀλήθειες καί μᾶς ἔδωσε τήν Παναλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας. [σελ. 81-82] Ὅταν ὁ Θεός κατέβηκε σέ αὐτόν τόν κόσμο, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, Αὐτός ἔγινε ὁρατός γιά μᾶς τούς ἀνθρώπους. Ὁ Θεός ἔγινε ὁρατός. Καί ἐμεῖς βλέποντάς Τον, στήν πραγματικότητα βλέπουμε τόν Ζῶντα Θεό. Αὐτός εἶναι ἡ ζῶσα Εἰκών τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο.

Διαφυλάσσοντας τήν ζῶσα Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ σέ αὐτόν τόν κόσμο, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διεφύλαξε τόν ἄνθρωπο, διεφύλαξε τόν Χριστό ὡς ἄνθρωπο. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά βρῆ σ’ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους τήν θεία Εἰκόνα, τήν ζῶσα θεία Εἰκόνα, τήν ὁποία ἐμεῖς ἀμαυρώσαμε μέ τίς ἁμαρτίες καί τά πάθη, τήν παραμορφώσαμε, τήν καταξέσαμε ὅλη μέ τήν ἁμαρτωλή ζωή μας. Ὅπως λέγεται στούς θαυμάσιους ἐκκλησιαστικούς ὕμνους, ὁ Κύριος κατέβηκε σέ αὐτόν τόν κόσμο, ἔγινε ἄνθρωπος, «ἵνα τήν ἑαυτοῦ ἀναπλάσῃ Εἰκόνα», νά ἀνακαινίσῃ τήν Ἰδική Του Εἰκόνα στόν ἄνθρωπο· «φθαρεῖσαν τοῖς πάθεσι», πού ἐφθάρη δηλαδή μέ τά ἐλαττώματά μας καί μέ τίς ἁμαρτίες μας, καί ὁ ἄνθρωπος ἔγινε μία παραμορφωμένη, μία δύσμορφη, εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Καί ὁ Θεός, κατεβαίνοντας σέ αὐτόν τόν κόσμο σάν καθαρή, ὁλοκάθαρη Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὡς Θεός, ἔδειξε τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τί εἶναι ὁ τέλειος ἄνθρωπος, πῶς πρέπει νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος σέ αὐτόν τόν κόσμο. [σελ. 83]

 Πῶς πρέπει νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος σέ αὐτόν τόν κόσμο; Ἐμεῖς σέ αὐτόν τόν κόσμο πραγματικά πολεμᾶμε, συνέχεια πολεμᾶμε γι’ αὐτήν τήν θεία Εἰκόνα πού εἶναι μέσα στήν ψυχή μας. Ποιός μᾶς τήν κλέβει; Ὅλοι οἱ εἰκονομάχοι. Πρῶτος εἰκονομάχος εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία δέν θέλει τόν Θεό. Δέν θέλει τόν Θεό οὔτε μέσα στόν ἄνθρωπο, οὔτε μέσα στόν κόσμο γύρω ἀπό τόν ἄνθρωπο. Καί διά τῆς ἁμαρτίας κατεξοχήν εἰκονομάχος εἶναι ὁ Σατανᾶς καί οἱ ἄγγελοί του, οἱ ἀπαίσιοι δαίμονες. Συνέχεια

ΤΙ ΞΕΡΕΙΣ ΕΣΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ;

 Ποιά διαφορά ἔχει τό εἴδωλο ἀπό τήν εἰκόνα;

Ἡ βασική διαφορά τοῦ εἰδώλου ἀπό τήν εἰκόνα ἔγκειται σ᾿ αὐτό πού ὑπογραμμίζει ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὅτι ἡ εἰκόνα εἶναι «ὁμοίωση» μέ τό ὑπαρκτό, ἐνῶ τό εἴδωλο εἶναι «ὁμοίωση» μέ τό ἀνύπαρκτο. Ἑπομένως εἶναι πλάσμα, φαντασία, ἀπάτης ὁμοίωμα. «…ψεύδους καί ἀπάτης ὁμοίωμα…, ψευδές τό εἴδωλον ἀνειποῦσιν μίμημα· τήν δ᾿ αὖ εἰκόνα, τοῦ ἀληθοῦς ἀφομοίωμα». Δηλαδή, μέ ἄλλα λόγια, τό ἀρχέτυπο τοῦ εἰδώλου εἶναι ἀνύπαρκτο, εἶναι φανταστικό εἴδωλο, δέν εἶναι πραγματικό πρόσωπο, ἐνῶ ἡ εἰκόνα ἔχει συγκεκριμένο ὑπαρκτό ἀρχέτυπο, εἶναι ὁμοίωμα τοῦ ἀληθινοῦ καί ὑπάρχοντας Θεοῦ. Ἡ εἰκόνα ἀπεικονίζει αὐτό πού ὑπάρχει πραγματικά, ἐνῶ τό εἴδωλο δέν ἔχει μιά τέτοια δυνατότητα, δηλαδή δέν ἀπεικονίζει μιά πραγματική Θεότητα. Ἐνῶ π.χ. ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἀπεικονίζει τό πρωτότυπο, τόν Σαρκωμένο Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, τό ἄγαλμα τοῦ Δία τί ἀπεικονίζει; Ἕνα ξόανο πού λατρεύεται καθεαυτό.

Γι᾿ αὐτό τό λόγο τά εἴδωλα ἀπαγορεύονται ἀπό τό Νόμο τοῦ Μωυσῆ στήν Παλαιά Διαθήκη. Μετά τή Σάρκωση ὅμως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἔχουμε τή δυνατότητα τῆς περιγραφῆς Του. Ἡ εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ δέν ἀποτελεῖ εἰδωλική κατασκευή, ἀλλά ἀπόδειξη καί ὁμολογία τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του. Ἄν ἐπιχειροῦσε νά περιγράψει κανείς σέ εἰκόνα τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, πρίν ἀπό τή Σάρκωσή Του, κάτι τέτοιο θά ἀποδεικνυόταν, «ὄχι μόνον φαῦλον, ἀλλά καί ἔκτοπον, τόν μή Σαρκωθέντα Λόγον σάρκα τοπάζειν». Καί αὐτό διότι ἐφόσον δέν ὑπῆρχε πρωτότυπο, θά ἐλεγχόταν ἡ πράξη του αὐτή ἀπό τό Νόμο τοῦ Θεοῦ πού λέει: «Τίνι ὁμοιώματι, ὁμοιώσατέ με»; (Ἡσ. 40, 18). Ἀλλά οἱ εἰκόνες τῆς Ἐκκλησίας μας, τῆς Θεοτόκου καί τῶν Ἁγίων, ἀποτελοῦν ἀπεικονίσεις πραγματικῶν ἱστορικῶν προσώπων, τά ὁποῖα βρίσκονται σέ ἄμεση σχέση, προσωπική καί οὐσιαστική, σχέση κοινωνίας μέ τόν Ἕνα καί Μόνο ἀληθινό Θεό.

Εἴπατε ὅτι τά εἴδωλα ἀπαγορεύονται ἀπό τό Νόμο τοῦ Μωυσῆ στήν Παλαιά Διαθήκη.

 Πῶς ὅμως ὁ Θεός φαίνεται νά ἐπιτρέπει τήν κατασκευή δυό γλυπτῶν ἀνθρωπόμορφων Χερουβίμ καί τήν τοποθέτησή τους στή σκηνή τοῦ Μαρτυρίου; Δέν ἦταν αὐτά εἴδωλα;

Τά ἀνθρωπόμορφα Χερουβίμ πού κατασκευάστηκαν καί τοποθετήθηκαν ἐπάνω στή σκηνή τοῦ Μαρτυρίου δέν ἦταν εἴδωλα, δηλαδή ἀπεικονίσεις φανταστικῶν ὁμοιωμάτων μέ ἀνύπαρκτο ἀρχέτυπο, ἀλλά ἀπεικονίσεις ἀσωμάτων Ἀγγέλων, ἔτσι ὅπως εἶχαν ἐμφανιστεῖ στούς πατριάρχες τοῦ Ἰσραήλ (Γεν. 3, 24. 16, 11. 19, 1. Ἑβρ. 1, 14). Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης καί ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὀνομάζουν τά ὁμοιώματα αὐτά «ἐκτυπώματα» καί «μορφώματα» καί τονίζουν ὅτι ὁ Ἴδιος ὁ Θεός φαίνεται νά ἐπιτρέπει τήν κατασκευή τῶν ἱερῶν αὐτῶν συμβόλων, δηλαδή τά ὁμοιώματα τῶν Χερουβίμ ἤ τήν Κιβωτό ἤ τή σκηνή τοῦ Μαρτυρίου κ.λ.π. Διότι τά ἱερά αὐτά σύμβολα παιδαγωγοῦσαν τόν περιούσιο λαό τοῦ Ἰσραήλ ὥστε νά συνειδητοποιεῖ ἀφ᾿ ἑνός τή διαρκή παρουσία τοῦ Θεοῦ στή ζωή του καί ἀφ᾿ ἑτέρου τό χρέος του στό νά ἀποδίδει λατρεία πρός τόν Ἕνα καί Μόνο ἀληθινό Θεό. Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀναφέρεται στά «ἐκτυπώματα» αὐτά καί λέει ὅτι γιά τόν παιδαγωγούμενο ἄνθρωπο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν ἱερά σύμβολα, τά ὁποῖα «ἤ εἰς τύπον Χριστοῦ αἰνιγματωδῶς παραλαμβάνεται» (χάλκινος ὄφις) ἤ γενικῶς ἀποτελοῦν «προχάραγμα ἐναργές… τῆς ἐν πνεύματι λατρείας». Καί σέ ἄλλο σημεῖο: «Δι᾿ ἐκτυπωμάτων καί μορφωμάτων τινων συμβολικῶς ἀνάγεσθαι τόν Ἰσραήλ, ἐπί τήν τοῦ Ἑνός Θεοῦ, ὡς ἐφικτόν θεωρίαν καί λατρείαν». Συνέχεια

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΥΘΥΝΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΗ

Ἀναστασίου Γιαννουλάτου

Ἀρχιεπισκόπου Ἀλβανίας

Δυναμική τοῦ Θρησκευτικοῦ βιώματος.

1.-. Στίς διορθωτικές ἐπεμβάσεις, πού πρέπει νά γίνουν γιά τή θεραπεία πολλῶν ἀρνητικῶν συνεπειῶν τῆς παγκοσμιοποιήσεως, ἡ συμβολή τοῦ ὑγιοῦς θρησκευτικοῦ βιώματος εἶναι καθοριστική καί ἀναντικατάστατη. Διότι ἡ θρησκευτική πίστη ἐπηρεάζει τό βάθος τῆς ἀνθρώπινης συνειδήσεως καί βουλήσεως, διαμορφώνει τή σκέψη, τό ἦθος, τόν χαρακτήρα τῶν ἀνθρώπων. Τήν οἰκουμένη μποροῦν νά ὁδηγήσουν σέ τραγικές περιπέτειες τά ἐγωκεντρικά ἄτομα πού συνήθως συγκροτοῦν διάφορα ἀλαζονικά σύνολα. Αὐτό τόν θανατηφόρο ἰό τοῦ ἐγωισμοῦ, μόνο τό γνήσιο θρησκευτικό βίωμα εἶναι σέ θέση νά τόν ἐξουδετερώσει. Γιά νά ἀντιμετωπισθοῦν λοιπόν οἱ ἀρνητικές συνέπειες τῆς παγκοσμιοποιήσεως, χρειάζονται σέ ὅλα τά ἐπίπεδα λήψεως ἀποφάσεων προσωπικότητες πού θά ἐμπνέονται ἀπό ὀρθή καί δίκαιη κρίση, ἀγαθή συνείδηση, ἀπό τόν πόθο γιά μιά εἰρηνική οἰκουμένη μέ σεβασμό στήν ἐλευθερία καί στήν ἰδιαιτερότητα τοῦ κάθε ἀνθρώπινου προσώπου καί λαοῦ. Ὅσο πιό αὐθεντικό καί καθαρό εἶναι τό θρησκευτικό βίωμα, τόσο πιό ἀποφασιστικά συμβάλλει -μέ τήν ἀφύπνιση καί τό ἀγωνιστικό φρόνημα ὀργανωμένων ὁμάδων καί λαῶν- σέ μιά θετική προσφορά στό παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Οἰκουμενικότητα, ὁ πνευματικός χῶρος τῆς Ὀρθοδοξίας.

2.-. Οἱ χριστιανοί, καί μάλιστα οἱ Ὀρθόδοξοι, δέν αἰσθανόμαστε ἀμηχανία οὔτε αἰφνιδιαζόμαστε ἀπό τή διαδικασία τῆς παγκοσμιοποιήσεως. Ἡ οἰκουμενικότητα ὑπῆρξε ὁ αὐτονόητος πνευματικός μας χῶρος. Ἡ διάσταση τῆς παγκοσμιότητος ἀποτελεῖ βασικό συστατικό τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀπό τό πρῶτο κεφάλαιο τῆς Ἁγίας Γραφῆς (Γεν. 1:1), τονίζεται ὅτι οὐρανός, γῆ, ἀνθρώπινο γένος, τά πάντα, δημιουργήθηκαν ἀπό τόν Θεό· ἐνῶ τά τελευταῖα κεφάλαιά της (Ἀποκ. Ἰω. 21-22) ἀφιερώνονται στό ὅραμα τοῦ καινοῦ οὐρανοῦ καί τῆς καινῆς γῆς (Ἀποκ. 21:1). Μέ τή Σάρκωσή Του ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε ὁλόκληρη τήν ἀνθρώπινη φύση καί καλεῖ στή Βασιλεία Του τούς πάντες, χωρίς ἐξαίρεση, χωρίς διάκριση φυλῆς, γλώσσας, καταγωγῆς. Τελικά, ἡ παγκοσμιότητα τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὑπερβαίνει ἀκόμα καί τή σφαίρα τοῦ πανανθρώπινου, ἐπεκτείνεται σέ ὅλη τήν κτίση, στήν ὁποία ὀργανικά ὁ ἄνθρωπος μετέχει. Ἡ χριστιανική διδασκαλία πρωτακούσθηκε σέ συγκεκριμένο τόπο καί χρόνο, ἀλλά εἶχε ἀπό τήν ἀρχή καί διατηρεῖ σταθερά τόν παγκόσμιο καί ἐσχατολογικό χαρακτήρα της. Στίς Ἐπιστολές τοῦ ἀποστόλου Παύλου τονίζεται ἰδιαιτέρως ἡ παγκοσμιότητα σέ συσχέτιση μέ τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Τό καθολικό αὐτό ὅραμα φθάνει στό κορύφωμά του ὅταν ὁ Παῦλος ἀναφέρεται στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, εἰς τό «μυστήριον τοῦ θελήματος αὐτοῦ», πού πρόκειται νά πραγματοποιηθεῖ «εἰς οἰκονομίαν τοῦ πληρώματος τῶν καιρῶν, ἀνακεφαλαιώσασθαι τά πάντα ἐν τῷ Χριστῷ, τά ἐπί τοῖς οὐρανοῖς καί τά ἐπί τῆς γῆς ἐν αὐτῷ» (Ἐφεσ. 1:9-10). Γιά τήν καταγραφή τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος, κατά τήν πρώτη φάση τῆς διαδόσεώς του στόν κόσμο, χρησιμοποιήθηκε ἡ ἑλληνική γλώσσα καί ὁ ἑλληνικός πολιτισμός, ἕνα ἀπό τά βασικά χαρακτηριστικά τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε ἡ οἰκουμενικότητα1. Κυρίως αὐτή διαπότισε τήν ἑλληνική φιλοσοφία, τήν ἐπιστήμη, τήν τέχνη καί τή γλώσσα πού διεκόλυνε τήν πολύμορφη ἐπικοινωνία ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους καί τούς λαούς. Ἡ οἰκουμενική συνείδηση καλλιεργήθηκε μέ νέα δύναμη ἀπό τούς μεγάλους Ἱεράρχες καί οἰκουμενικούς Διδασκάλους τοῦ τετάρτου αἰώνα, οἱ ὁποῖοι πραγματοποίησαν τή σύνθεση ἀρχαιοελληνικῆς οἰκουμενικῆς σκέψεως καί χριστιανικῆς πίστεως. Καί ἀργότερα, στή συνάντησή της μέ τούς λαούς τῆς Ν.Α. Εὐρώπης, «ἡ βυζαντινή αὐτοκρατορία θυσιάζει τόν οἰκουμενισμό τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας γιά νά διατηρήσει τήν παγκοσμιότητα τοῦ πολιτισμοῦ της»2. Συνέχεια

ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ

            Ἀρχιμ. Ἀντωνίου Ρωμαίου

Ἕνα μέρος ἀπό τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι, νομίζω, ὅτι ὁ Σταυρός δέν ἀποτελεῖ μόνο τό Ὄργανο τῆς Σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά συγχρόνως καί τήν μοναδική “ὁδόν ζωῆς” τοῦ πιστοῦ. Ἡ παραδοχή τῆς ἀνωτέρω ἀλήθειας ἔχει τρομακτικές καί συγκλονιστικές ἐπιπτώσεις στόν ἄνθρωπο. Ἔρχεται νά πραγματοποιήσῃ τήν πιό μυστική καί ἀπόκρυφη ὑπαρξιακή ἐπανάσταση μέσα του. Δημιουργεῖ τίς μοναδικές βιωματικές προϋποθέσεις γιά μιά “ἀναβίωσι” – ἀναγέννησι – καί ὁδηγεῖ σέ μιά διαρκῆ “μεταμόρφωσι”, ὅπως ὁ θεῖος Ἀπόστολος Παῦλος τήν κηρύττει καί τήν ἐπικυρώνει μέ τήν ὁλοκαυτωματική προσφορά του στό βωμό τῆς Ἀγάπης τοῦ “Ἐσφαγμένου Ἀρνίου”.

Ὅλοι γνωρίζουμε πώς ἡ ρίζα τοῦ κακοῦ, πού ξεκινάει μέ τήν “πτῶσι τῶν πρωτοπλάστων”, εἶναι ὁ ἐγωϊσμός, ἡ ἐγωκεντρική θεώρησις καί βίωσις τῶν ἀξιῶν τῆς ζωῆς. Τό κήρυγμα γιά τήν αὐταπάρνησι -πού εἶναι ἡ τελειοτέρα δυνατή στόν ἄνθρωπο ἐφαρμογή τοῦ “ἔκκλινον ἀπό κακοῦ” καί γιά τήν ἄρσι τοῦ σταυροῦ πού εἶναι ἡ ἀρίστη ἀπόδοσις τοῦ “ποίησον ἀγαθόν” ἔρχεται νά ζητήσῃ τήν ἄμεση ἀλλαγή στήν ὑπαρξιακή βάσι τοῦ ἀνθρώπου.

Ἀπό τίς πρῶτες ὧρες τῆς ζωῆς του, ὁ ἄνθρωπος ζητεῖ νά γίνῃ τό κέντρον τοῦ ἐνδιαφέροντος καί τῆς μητρικῆς στοργῆς, τῆς ὑπάρξεως πού τόν ἔφερε στόν κόσμο. Ἀργότερα, μέ τούς γνωστούς καί ἐν πολλοῖς ἐνστικτώδεις τρόπους μας, ἀγωνιζόμαστε νά κατακτήσουμε τίς καρδιές τοῦ στενοῦ οἰκογενειακοῦ περιβάλλοντος καί ἐν συνεχείᾳ τοῦ εὐρυτέρου κοινωνικοῦ.

Πάντοτε τό βίωμα τῆς εὐτυχίας μας ἔχει μιά ἐγωκεντρική ὑποδομή, πού εἶναι συνήθως ὑποσυνείδητη -πολλές φορές ὅμως καί συνειδητή. Ἀντιστρόφως καταθλιπτική ἐπεξεργασία χαρακτηρίζει τίς ἐμπειρίες μας κάθε φορά πού “ἡ ζωή” ἤ “οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς” δέν ἔχουν τήν δυνατότητα νά ἱκανοποιήσουν τίς ἐγωϊστικές ἀναζητήσεις μας. Ἔτσι μελαγχολοῦμε, χωρίς νά σκεπτώμαστε ὅτι τό θανατηφόρο δένδρο τῆς μελαγχολίας φυτρώνει μόνο στό ἔδαφος τῆς ἐγωλατρείας ἤ ἐγωπαθείας.

Τό παραπάνω φαινόμενο -αὐτό ἐπειδή μέ τό νηπιοβαπτισμό ἔχουμε ἀσυνείδητα, θεωρητικά καί προκαταβολικά δώσει τή βούλησί μας στό Χριστό- δέν λείπει δυστυχῶς καί ἀπό τήν Χριστιανική ζωή μας. Ἔτσι φθάνουμε στό ἀντιφατικό καί ὀξύμωρο σχῆμα τοῦ “ἐγωκεντρικοῦ Χριστιανοῦ”, πού εἶναι ἡ πιό δραματική contradictio in terminis, τήν ὁποία μπορεῖ νά ἀναζητήσῃ ὁ φιλόσοφος νοῦς τοῦ προσγειωμένου Χριστιανοῦ!

Κανείς μας -τοὐλάχιστον στά πρῶτα χρόνια τοῦ συνειδητοῦ χριστιανικοῦ ἀγῶνος γιά τήν κατανόησι τοῦ “ἐν Χριστῷ ζῆν” -δέν ξέφυγε μέχρι σήμερα ἀπό αὐτή τήν ἀδυναμία. Ἡ λυτρωτική χαρά, πού πηγάζει ἀπό τό βίωμα τῆς συγχωρήσεως τῆς ἐνοχῆς τῶν ἁμαρτιῶν μας, εἶναι πολλές φορές “ἐγωκεντρική”. Συνέχεια

Οἱ ἰδιότητες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας

 π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Στανιλοάε

 

Untitled-2aἘρώτηση:

Ποιές εἶναι οἱ βασικώτερες ἰδιότητες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας πού τήν ξεχωρίζουν ἀπό τίς ἄλλες ἐκκλησίες;

Ἀπάντηση τοῦ π. Δημητρίου Στανιλοάε:

Εἶναι ἐκεῖνες πού ἀναφέρονται στό Σύμβολο τῆς Πίστεως, ὅτι:

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΜΙΑ, διότι εἶναι Σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἤ τό σύνολο τῶν πιστῶν, βασιζόμενο στήν ἀληθινή πίστι καί ἰδιαίτερα στό ἱερό Μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Μονογενοῦς Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Εἶναι ΑΓΙΑ καί φορεύς τῆς ἁγιότητος, διότι ὁ Χριστός εἶναι Ἅγιος καί μᾶς ἁγιάζει διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Εἶναι ΚΑΘΟΛΙΚΗ, διότι τά μέλη της ἀγωνίζονται νά διατηροῦν ἄρρηκτο δεσμό ἑνότητος μεταξύ των ἐν Χριστῷ καί διότι συνεργάζονται μετά τῶν Ἱεραρχῶν γιά νά διαφυλάττουν, ἐπί τῇ βάσει τῶν Ἱ. Κανόνων, ἀπαράλλακτη τήν πίστι καί τήν παραδοσιακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας διά μέσου τῶν αἰώνων.

Εἶναι ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ διότι διατηρεῖ ἀναλλοίωτη τήν διδασκαλία καί παράδοσι, πού παρέλαβε ἀπό τούς Ἀποστόλους, οἱ ὁποῖοι τίς διδάχθηκαν κατευθεῖαν ἀπό τόν Κύριόν μας Ἰησοῦ Χριστό.

Ἀπό τό βιβλίο|

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΜΕ ΡΟΥΜΑΝΟΥΣ ΠΑΤΕΡΑΣ

 

Ἄνοιξα τὰ μάτια μπροστὰ σὲ μιὰ εἰκόνα

Georghiou Virgil

Τὸ πρῶτο πρόσωπο ποὺ ἀντίκρισαν τὰ μάτια μου, σὰν τὰ πρωτάνοιξα στὴ ζωή, ἦταν ὁ πατέρας μου. Πάντοτε φανταζόμουνα τὸ ἀνθρώπινο μνημονικὸ σὰν μία ταινία φωτογραφική, ποὺ ἀποτυπώνει ὅλες τὶς εἰκόνες τῆς ζωῆς, ἀπὸ τὴν κούνια ἴσαμε τὸν τάφο. Τὸ μάτι μοιάζει μὲ μιὰ φωτογραφικὴ μηχανή, ποὺ καταγράφει αὐτόματα ὅλα ὅσα ἀγκαλιάζει ὁ φακός της. Ἡ μνήμη δὲν κρατάει παρὰ τὶς εἰκόνες καὶ τὶς σκηνὲς ποὺ παρουσιάζουν ἐνδιαφέρον. Τὴν ὑπόλοιπη ταινία τὴν πετάει, σὰν ἄχρηστη, στῆς λησμονιᾶς τὸ ἀπόμερο. Ὅπως πετᾶμε τὰ σκουπίδια.

Στὴν ταινία λοιπὸν τῆς μνήμης μου, πρώτη τῆς ζωῆς μου εἰκόνα, σὰν μία μεγέθυνση ποὺ ἡ θύμησή μου εὐλαβικὰ διατήρησε, καὶ ποὺ ὁ χρόνος θαυμαστὰ ὀμόρφηνε, ἀντὶ νὰ τὴ σβήσει, ἡ εἰκόνα τοῦ πατέρα μου. Ἐγὼ θὰ βρισκόμουνα στὴν κούνια μου. Καὶ κεῖνος γερμένος ἀπὸ πάνω. Κοιταζόμασταν, ὁ πατέρας μου κι ἐγώ, γεμάτοι θαυμασμὸν ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο. Μόλις εἶχα βγεῖ ἀπὸ τὴ νύχτα τῆς ἀνυπαρξίας κ’ ἡ περιέργειά μου, μπρὸς στὴν πρώτην εἰκόνα τοῦ κόσμου, ἤτανε δικαιολογημένη. Πρὶν ἀντικρίσω τὸν πατέρα μου δὲν εἶχα δεῖ τίποτε ἄλλο. Ἡ κόρη τῶν ματιῶν μου ἤτανε παρθένα. Κι ὅλα γύρω μου στὸν κόσμο ἤτανε καινούρια. Ἡ ἔκπληξη τοῦ πατέρα μου, μπρὸς στὴ μικρὴ κι ὁλοκαίνουρια ὑπαρξή μου, ἤτανε κι αὐτὴ δικαιολογημένη. Δὲν εἶχε κλείσει τὰ εἴκοσί του χρόνια. Βρισκόταν ἀκόμα στὰ μαγιάπριλα τῆς ζωῆς του. Τὸ κορμὶ του μέστωνε, τὰ κόκκαλά του ἀκόμα πήζανε, καλὰ-καλὰ δὲν εἶχε γίνει ἄντρας. Τοῦ φαινότανε λοιπὸν ἀπίστευτο πὼς γίνηκε κιόλας πατέρας. Μ’ ἔβλεπε σὰν κάτι τὸ ἀναπάντεχο, καὶ σὰν πεσμένο ἀπὸ τὸν οὐρανό. Κ’ οἱ δυό μας εἴμασταν λοιπὸν γεμάτοι ἔκπληξη.

Πόσο περήφανος εἶμαι στὴ σκέψη πὼς ἡ πρώτη μου εἰκόνα τοῦ ἐπίγειου σύμπαντος ἦταν ἒν’ ἀνθρώπινο πρόσωπο. Βλέποντας τὸ πρόσωπο ἑνὸς ἀνθρώπου, εἶδα τὸ Θεό. Κι ὅποιος βλέπει τὸ Θεό, βλέπει ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ μᾶς δείξει τὴν ἀνθρώπινη ὄψη τοῦ Θεοῦ. Μᾶς τὸ λέει ὁλοκάθαρα: «Ὁ ἐωρακὼς ἐμὲ ἐώρακε τὸν Πατέρα» ( Ἰω. 14,9). Ἡ καλύτερη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ εἶναι πάντα ὁ ἄνθρωπος. Εἶναι κι ἕνας δεύτερος λόγος ποὺ μὲ κάνει περήφανο γιατί τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ εἶδα στὸν κόσμο ἤτανε ἡ ὄψη τοῦ πατέρα μου. Σὲ λίγο καιρὸ τὰ μάτια μου θὰ κλείσουν καὶ δὲν θὰ βλέπουν πιὰ τὶς εἰκόνες τῆς ζωῆς. Εἶναι τυφλοὶ στὰ ἐπίγεια οἱ νεκροί. Μ’ ἐπιμέλεια κάνω τὶς ἑτοιμασίες μου γιὰ τὸ μισεμό μου ἀπὸ τὴ γῆ. Τὰ περισσότερά μου χρόνια τὰ ἔζησα. Τἄχω ξοδέψει. Ὅπως ξοδεύεται ἕνα μάτσο χρήματα. Τὰ πολλὰ τἄχω σπαταλήσει, τἄχω ζήσει, κι ὅσα μοῦ μένουν εἶναι μετρημένα. Λοιπόν, σ’ ὅλη μου τὴ ζωή, δὲν εἶδα ποτέ, πουθενά, καὶ σὲ καμμιὰ εὐκαιρία, οὔτε κἄν στὰ ὄνειρά μου, μίαν εἰκόνα ὀμορφότερη ἀπὸ τὴν πρώτη ποὺ κατάγραψε ἡ μνήμη μου, τὴν εἰκόνα τοῦ πατέρα μου. Οὔτε τῶν ζωγράφων τὰ χρώματα, οὔτε τῆς φύσης τ’ ἀξιοθαύμαστα, οὔτε τῶν ὡραίων γυναικῶν ἡ ἀκτινοβολία, οὔτε τῶν παιδικῶν προσώπων ἡ ἀγγελικὴ ὀμορφιά, δὲν μπόρεσαν νὰ ξεπεράσουν στὰ μάτια μου τὴν ὀμορφιὰ τῆς πρώτης ἀνθρώπινης ὄψης ποὺ ἀντίκρισα στὴ γῆ: τὸ πρόσωπο τοῦ πατέρα μου. Συνέχεια

Ἰδιόμελον Ἀποστίχων Ἑσπερινοῦ Δευτέρας

  Α΄Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν

 

Νηστεύσωμεν νηστείαν δεκτήν εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ· ἀληθής νηστεία, ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσις, ἐγκράτεια γλώσσης, θυμοῦ ἀποχή, ἐπιθυμιῶν χωρισμός, καταλαλιᾶς, ψεύδους, καί ἐπιορκίας· ἡ τούτων ἔνδεια, νηστεία ἐστίν, ἀληθής καί εὐπρόσδεκτος.

                                                               Ἑρμηνευτική Ἀπόδοση

Ἄς νηστεύσουμε νηστεία δεκτή εὐάρεστη στόν Κύριο· ἀληθινή νηστεία εἶναι ἡ ἀποξένωση ἀπό τά κακά, ἡ ἐγκράτεια τῆς γλώσσας, ἡ ἀποχή ἀπό τό θυμό, ὁ χωρισμός ἀπό τίς ἀνάρμοστες ἐπιθυμίες, τήν καταλαλιά, τό ψέμα καί τήν ἐπιορκία· ἡ ἐγκράτεια ἀπ᾿ αὐτά εἶναι νηστεία ἀληθινή καί εὐσπρόσδεκτη.

Ιούλιος 2017
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
« Απρ    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031