Ἐμεῖς καὶ ἡ Ἀγάπη μας
π. Εὐσέβιος Βίττης
Ἀγάπη γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ διὰ τοῦ Ἰησοῦ
Ἀγάπη καθαρὴ γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἐγγυᾶται τὴν ἀπαλλαγή της ἀπὸ κάθε ἐγωιστικὸ στοιχεῖο, χωρὶς τὴν προσδοκία ὁποιασδήποτε ὠφέλειας, ὑλικῆς ἢ πνευματικῆς ἐκ μέρους τῶν ἄλλων, ἔστω καὶ ἑνὸς «εὐχαριστῶ», ἔστω καὶ μὲ εἴσπραξη πικρίας ἀντὶ εὐγνωμοσύνης ἢ ἀκόμη καὶ προδοτικῆς συκοφαντίας γιατί αὐτὸ σημαίνει μίμηση τῆς ἀγάπης τοῦ Ἰησοῦ, ποὺ ἀγάπησε πρῶτος Αὐτὸς τὴν Ἐκκλησία χωρὶς νὰ ὑπολογίση καθόλου τὸν ἑαυτὸ Του θυσιαζόμενος πρὸς χάριν της.
Μόνον ἡ ἀγάπη κατὰ μίμησιν καὶ χάριν τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπὸ κάθε στοιχεῖο ὠφελιμισμοῦ ἐγωιστικοῦ. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἀγάπησε καὶ ὡς ἄνθρωπος πλήρως καὶ τελείως τὸν οὐράνιο Πατέρα Του καὶ δέχθηκε τὴν πλήρη ὑποταγὴ στὸ θέλημά Του «γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ». Καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ἀποτελεῖ τὸ αἰώνιο καὶ ἀνυπέρβλητο παράδειγμα τῆς τέλειας ἀγάπης, ὄχι μόνον ὡς Θεὸς Λόγος τοῦ Πατρός, αὐτὸ εἶναι αὐτονόητο, ἀλλὰ καὶ ὡς ἄνθρωπος, ἔχοντας τὴν τέλεια ἀνθρώπινη φύση. Ἑπομένως, ἂν θέλουμε νὰ εἴμαστε πραγματικοὶ ἀκόλουθοι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, πρέπει νὰ μαθητεύουμε πάντα παρὰ τοὺς πόδας Του γιὰ νὰ μαθαίνουμε ὅλο καὶ περισσότερο καὶ συνεπέστερα νὰ ἀγαποῦμε πάντοτε, ὅπως Αὐτός, ὅ,τι κι ἂν μᾶς κοστίση, ἀφοῦ τὸ ἔργο αὐτὸ θέλησε νὰ ἀσκῆται ἀδιάλειπτα καὶ πάντοτε καὶ στὴ γῆ καὶ στὸν οὐρανό. Γιατί ἡ «ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α’ Κορ. ιγ’ 8), ἀφοῦ εἶναι αἰώνια καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη (Α’ Ἰω. δ’ 8).
Ἀγάπη καὶ αὐτογνωσία
Ἀσφαλῶς, ὡς ἀγωνιζόμενοι χριστιανοί, νιώθουμε μέσα μας τὴ λαχτάρα γιὰ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἄλλους. Ἀσφαλῶς μᾶς συγκινεῖ ἡ σκέψη νὰ ἀγαποῦμε τὸν ἕνα ὅπως ὅλους μαζὶ καὶ ὅλους ὅπως τὸν ἕνα. Μεγάλος αὐτὸς ὁ πόθος, ἂν ὑπάρχη μέσα μας καὶ ἴσως εἶναι τὸ πιὸ μεγάλο ἐπιδιωκτέο τέλος. Ὅμως δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε τὴν πραγματικότητά μας, ποιοὶ ἀκριβῶς εἴμαστε, ποιὰ εἶναι ἡ φυσική μας κατάσταση, προτοῦ ἐπιχειρηθῆ ἡ ἐν Χριστῷ μεταμόρφωσή μας στὸ καμίνι τῆς ἀγάπης γιὰ τὸν ἴδιο καὶ διὰ μέσου Του γιὰ τοὺς ἀδελφούς μας συνανθρώπους.
Συχνὰ μιλώντας γιὰ ἀγάπη λησμονοῦμε τὸ ἔδαφος, στὸ ὁποῖο αὐτὴ φυτρώνει. Γι’ αὐτὸ συμβαίνει ἐτοῦτο τὸ παράδοξο, ἐνῶ ὁ πόθος μας γιὰ ἀγάπη μπορεῖ νὰ εἶναι πολὺ μεγάλος, ὅμως ὁ τόπος, ὅπου πρέπει νὰ ἀναπτυχθῆ, ἡ καρδιά μας δηλαδή, ποὺ τὴν πλημμυρίζει αὐτὸς ὁ πόθος, συμβαίνει νὰ εἶναι ἐντελῶς ἀκατάλληλος γιὰ ἕνα τέτοιο οὐράνιο φυτό. Μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, μπορεῖ νὰ «ὠδίνη ὅρος καὶ νὰ τίκτη μῦν», νὰ παρουσιάζεται δηλαδὴ μία πολὺ μεγάλη δυσαναλογία ἀνάμεσα σὲ αὐτό, ποὺ ποθοῦμε καὶ σὲ αὐτό, ποὺ θέλουμε νὰ πραγματοποιήσουμε. Πρώτιστο ἔργο μας μὲ ἄλλα λόγια εἶναι, προκειμένου νὰ ἐξασκήσουμε ἔργο ἀληθινὸ ἀγάπης, νὰ ἀναγνωρίσουμε καὶ νὰ συνειδητοποιήσουμε τὴν πνευματική μας ποιότητα, ποιοὶ δηλαδὴ εἴμαστε στὴν πραγματικότητα.
Ἡ ἀληθινὴ γνώση τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ ἡ εἰλικρίνεια ἔναντί του θὰ μᾶς πείση, ὅτι βασικὰ ἔχουμε μία σχεδὸν ἀκατανίκητη τάση νὰ ἀναζητοῦμε φανερὰ ἢ ὄχι, συνειδητὰ ἢ ὄχι, θεληματικὰ ἢ ὄχι, τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας διὰ μέσου τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ἄλλους. Μπορεῖ νὰ ἀναζητοῦμε τὴ δική μας συναισθηματικὴ εὐφορία καὶ μία συγκινησιακὴ ἔκσταση, μία εὐχαρίστηση προσωπικὴ μόνο μέσω τῆς ἀγάπης, πράγμα, ποὺ ἄλλοι θὰ ἐπεδίωκαν μὲ ἄλλα μέσα. Καὶ τὸ ἐρώτημα εἶναι: κάνουμε τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης καὶ γενικὰ ἀγαποῦμε, γιὰ νὰ ἱκανοποιοῦμε τὸν ἑαυτό μας μὲ τὸ εὐάρεστο συναίσθημα, ποὺ αὐτὴ δημιουργεῖ, καὶ αὐτὸ θέλουμε μόνο καὶ ὄχι τὴ χαρὰ καὶ τὴν εὐτυχία τοῦ ἄλλου; Καὶ μπορεῖ ἔτσι νὰ κάνουμε τὸ ἔργο τῆς ἀγάπης π.χ. μόνο γιὰ νὰ ἀκοῦμε εὐχαριστίες, γιὰ νὰ μᾶς ἀναγνωρίζουν ὡς εὐεργέτες, γιὰ νὰ κάνουν λόγο γιά μᾶς, καὶ νὰ ἀποφεύγουμε δύσκολες περιπτώσεις ἀγάπης καὶ κόπους καὶ θυσίες, ποὺ δὲν πρόκειται νὰ ἀναγνωρισθοῦν. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ μάθουμε καὶ νὰ κάνουμε φρόνημά μας, πὼς τὸ κύριο χαρακτηριστικό τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ αὐτολησμοσύνη καὶ τὸ «μὴ ζητεῖν τὰ ἑαυτῆς». Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε συνιστᾶ ὁ Κύριος τὸ «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά (μας) τί ποιεῖ ἡ δεξιά» μας καὶ τὴν ὅσο γίνεται μὲ περισσότερη ἐπιμέλεια «ἐν τῷ κρυπτῷ» διενέργειά της. Συνέχεια
Περὶ τοῦ ὁσίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου
Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Ὅταν κάποιος ἐπισκεφθῆ τὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ δεῖ τοὺς ταπεινοὺς καλογήρους, μπορεῖ νὰ συλλογισθῆ καὶ νὰ σκεφθῆ ὅτι αὐτοὶ ζοῦν τεμπέλικη ζωὴ καὶ χωρὶς σκοπό. Αὐτὸ φαίνεται ἔτσι, ὅταν κάποιος βλέπει τὰ πράγματα ἐξωτερικά. Γιατί λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ καταλάβουν τὸ φοβερὸ καὶ χωρὶς διακοπή πόλεμο ποὺ γίνεται μέσα στὶς ψυχὲς τῶν μοναχῶν.
Αὐτὸς ὁ πόλεμος εἶναι σχεδὸν ὑπερφυσικός, ἀόρατος καὶ (διεξάγεται) ὄχι μόνο ἐναντίον τῶν δαιμονικῶν δυνάμεων τῶν ἀρχόντων τοῦ σκότους, ἀλλὰ γιὰ τοὺς ἀρχάριους καὶ ἐναντίον τῆς σαρκός, δηλαδὴ κατὰ τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας καὶ τῶν παθῶν.
Στὰ γραπτά του ὁ πατὴρ Σιλουανὸς περιγράφει πὼς αὐτὸς ὁ πόλεμος τὸν ἔφερε στὴν ἀπόγνωση καὶ σχεδὸν μέχρι τὴν αὐτοκτονία. Ἡ Παναγία Θεοτόκος φανερώθηκε σ’ αὐτὸν ὅταν περνοῦσε τὸ δυσκολότερο πόλεμο κατὰ τῶν παθῶν καὶ τὸν ἀπεκάθηρε ἀπὸ τὶς ἀκαθαρσίες, τὶς σαρκικὲς ἐπιθυμίες καὶ τοὺς λογισμούς. Ὁ Χριστὸς φανερώθηκε σ’ αὐτὸν καὶ τὸν ἐνδυνάμωσε, ὥστε νὰ νικήση καὶ νὰ βασιλεύση ἐπάνω στοὺς γήινους λογισμοὺς καὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα. Καὶ ἔτσι ἀφοῦ πέρασε ἕνα τέταρτο αἰῶνος μὲ δυνατὸ καὶ κοπιαστικὸ πόλεμο, ἔφθασε στὴ νίκη. Ἐνῶ μέχρι τότε ἀναζητοῦσε τὸν Θεό, ἔφθασε στὴν θεογνωσία, καὶ ἀπὸ μαθητής, ἔγινε δάσκαλος.
Ο Γέροντας Σιλουανὸς ἦταν καὶ δικός μου δάσκαλος. Μία φορὰ τὸν ρώτησα: «Πάτερ Σιλουανέ, μήπως αὐτὸς ὁ πολὺς κόσμος φέρνει ταραχὴ στὸν νοῦ σας καὶ στὴν προσευχή σας; Δὲν θὰ ἦταν καλύτερα γιὰ σᾶς νὰ πάτε σ’ ἕνα ἀσκητήριο στὰ Καρούλια καὶ ἐκεῖ νὰ ζῆτε μέσα στὴν εἰρήνη, ὅπως ὁ π. Ἀρτέμιος, ὁ π. Δωρόθεος καὶ ὁ π. Καλλίνικος; Εἴτε νὰ ζῆτε σ’ ἕνα ἀπομονωμένο σπήλαιο, ὅπως ὁ π. Γοργόνιος;». «Ἐγὼ ζῶ στὸ σπήλαιο», μοῦ ἀπάντησε ὁ π. Σιλουανός. «Τὸ σῶμα μου εἶναι τὸ σπήλαιο τῆς ψυχῆς μου. Καὶ ἡ ψυχή μου εἶναι σπήλαιο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ ἐγὼ ἀγαπῶ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν διακονῶ, χωρὶς νὰ βγαίνω ἀπὸ τὸ σπήλαιό μου».
Παρὰ τὴ προθυμία του νὰ διακονῆ τὸν καθένα καὶ τὴν θαυμαστὴ μετριοφροσύνη καὶ τὴν πρόθυμη φιλοστοργία του, μιλοῦσε γιὰ τὸν Θεὸ μὲ ἐξαίρετο ἐνθουσιασμὸ καὶ μὲ τὴν παρρησία ποὺ θὰ μιλοῦσε κάποιος γιὰ ἕνα φίλο του: «Ἐγὼ γνωρίζω τὸν Θεό. Αὐτὸς εἶναι φιλόστοργος, ἀγαθός, ταχὺς εἰς βοήθειαν». Ὅταν τὰ ἔλεγε αὐτὰ ὁ Γέροντας, κάποιος μοναχός, ὁ π. Θεοφάνης, τὰ ἄκουγε μὲ φόβο καὶ σκεπτόταν ὅτι ὁ Σιλουανὸς εἶχε χάσει τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ. Ἀργότερα ὅμως, ὅταν διάβασε τὰ συγγράμματα τοῦ π. Σιλουανοῦ, ὁ π. Θεοφάνης ἄλλαξε γνώμη καὶ εἶπε: «Ὁ π. Σιλουανὸς προχώρησε καὶ ἔφθασε στὰ μέτρα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας».
Ἐγὼ νομίζω ὅτι τὰ κείμενα τοῦ πατρὸς Σιλουανοῦ θὰ ἔπρεπε νὰ πάρουν θέση ἀνάμεσα στὰ βιβλία τῆς ψυχολογίας. Ἂν καὶ γιὰ κανένα ἄλλο λόγο, τουλάχιστον γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουν ὅτι (ὁ συγγραφέας τους) ἦταν ἕνας πνευματικὸς πολεμιστὴς τοῦ 20ου αἰῶνος καὶ γιὰ νὰ ἐπικυρώσουν ὅσα ἐδίδαξαν καὶ ἔγραψαν δοξασμένοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Συνέχεια
Παῦλος ὁ ἁπλοῦς
π. Βασίλειος Καλλιακμάνης
α) «Οὗτος ὁ ἐν ἁγίοις πατὴρ Παῦλος ὁ ὀνομασθείς ἁπλοῦς, ἦτο μὲν γεωργὸς καὶ ἀγροῖκος καθ’ ὑπερβολήν, ἄκακος δὲ καὶ ἄπλαστος κατὰ τὴν γνώμην, ὡς ἄλλος οὐδείς.
Εἶχε δὲ καὶ γυναίκα κακότροπον καὶ μοιχαλίδα, ἡ ὁποία μοιχευομένη εἰς πολὺν καιρόν, ἐκρύπτετο ἀπὸ τὸν Ὅσιον». Ἔτσι ἀρχίζει ὁ Ὅσιος Νικόδημος Ἁγιορείτης τὸ Συναξάρι τοῦ Ὁσίου Παύλου τοῦ Ἁπλοῦ, ποὺ ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ στὶς 7 Μαρτίου.
β) Σὲ αὐτὸ ἀναφέρεται ὅτι ὁ Παῦλος μία μέρα, ἐπιστρέφοντας ὄχι τὴ συνηθισμένη ὥρα ἀπὸ τοὺς ἀγρούς, βρῆκε τὴ σύζυγό του νὰ μοιχεύει. Τότε γέλασε καὶ μὲ σεμνότητα εἶπε: Καλὰ καλὰ δὲν πειράζει, δὲν τὴ δέχομαι πιά. Καὶ ἀπευθυνόμενος στὸν μοιχό, τοῦ λέει: Κράτησέ την μαζὶ μὲ τὰ παιδιά μας, ἐγὼ θὰ ἀναχωρήσω στὴν ἔρημο καὶ θὰ γίνω καλόγηρος. Ἔτσι ἔφθασε στὸ κελὶ τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου καὶ ζήτησε νὰ μονάσει.
γ) Ὅμως, ὁ καθηγητὴς τῆς ἐρήμου τὸν ἀποθάρρυνε, λέγοντάς του ὅτι εἶναι γέρος καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀντέξει τὴν αὐστηρὴ μοναχικὴ ἄσκηση. Τοῦ σύστησε νὰ μεταβεῖ σὲ κάποιο κοινόβιο, ὅπου οἱ ἀδελφοὶ θὰ μποροῦσαν νὰ τὸν βοηθήσουν. Μετὰ ἀπὸ αὐτά, ὁ Μέγας Ἀντώνιος δὲν ἔδωσε σημεῖα ζωῆς γιὰ τρεῖς μέρες. Ὁ Παῦλος ὅμως δὲν ἔφυγε, ἀλλὰ περίμενε ἐκεῖ νηστικός. Βλέποντας ὁ Ἀντώνιος τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν ὑπομονή του, ἄρχισε νὰ τὸν δοκιμάζει.
δ) Στὴν ἀρχὴ τοῦ ἔδωσε βρεγμένα φύλλα φοινικιᾶς καὶ τοῦ ζήτησε νὰ πλέξει σχοινί. Κατὰ τὴν ἐνάτη ὥρα τῆς ἡμέρας, κι ἐνῶ ὁ Παῦλος εἶχε παιδευτεῖ πολύ, ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος προσποιήθηκε ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα δὲν ἦταν ἱκανοποιητικό. Γι’ αὐτὸ τὸν πρόσταξε νὰ ξεπλέξει τὸ ἐργόχειρο καὶ νὰ τὸ κάνει καλύτερο. Ἐκεῖνος χωρὶς τὴν παραμικρὴ ἐνόχληση ἄρχισε ξανὰ νὰ πλέκει.
ε) Ὅταν βράδιασε, ἔπειτα ἀπὸ ἀσιτία τεσσάρων ἡμερῶν, ὁ Παῦλος ἀκολούθησε αὐστηρὰ τὴν ἄσκηση τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, τρώγοντας λίγο ἄρτο καὶ συμμετέχοντας πρόθυμα στὸν κανόνα τῆς προσευχῆς. Μετὰ τὴν ἐπιτυχῆ δοκιμασία καὶ τὴν ἀπόλυτη ὑπακοὴ τοῦ Παύλου στοὺς κανόνες τοῦ μοναχικοῦ βίου, ὁ ἀββὰς Ἀντώνιος τὸν δέχθηκε ὡς συνασκητή του. Ζώντας μὲ ἡσυχία, ἄσκηση καὶ προσευχή, ὁ Παῦλος ἀξιώθηκε νὰ διώκει τοὺς δαίμονες. Χαρακτηρίσθηκε ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς Σκήτης ἁπλός, ἀλλὰ κοντὰ στὴν ἁπλότητα καλλιεργοῦσε κι ὅλες τὶς ἄλλες ἀρετές. Συνέχεια