Αυγ 2022
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Λόγος Πανηγυρικὸς στὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου Μαρίας

 Ἠλία Μηνιάτη

 «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου».

cd_evagelismos2]Ὤ, βάθος ταπεινώσεως, ποὺ μᾶς ἀνεβάζει στοὺς οὐρανούς! Ὤ, θαυμαστὴ δύναμη μίας παρθένου Κόρης, ποὺ μὲ ἕνα: «γένοιτο» κάνει τὸν Θεὸ καὶ ἀλλάζει μὲ τὴ γῆ τὰ ἀστέρια! Μά, γιὰ ποιὸ λόγο πανακήρατη Κόρη, θεόσοφη Μαριάμ, τώρα, ποὺ ὑψώθηκες σὲ τόση μεγαλειότητα καὶ τιμή, πέφτεις σὲ τόση ταπείνωση; Τάχα δὲν ἔπρεπε νὰ δοξαστεῖς, τώρα ποὺ ἔγινες δοχεῖο χωρητικὸ τῆς Θεότητας καὶ θρόνος ἡλιοστάλακτος τοῦ Βασιλέως τῆς δόξας; Ἐσὺ τώρα εἶσαι Μητέρα Θεοῦ, καὶ πῶς ὀνομάζεσαι δούλη Κυρίου; «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου». Ἀλλά μοῦ φαίνεται εὔλογο νὰ μοῦ ἀπαντᾶ ἡ Παρθένος. Ἐπειδὴ σὲ αὐτὴν κατοικοῦσε ὁ Κύριος, ποὺ «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν», σωστὰ ταπεινώθηκε καὶ ξέροντας πὼς «ἐγγὺς Κύριος τοῖς συντετριμμένοις τῇ καρδίᾳ», ἔπρεπε νὰ ἑτοιμασθεῖ μὲ κάθε ταπείνωση, γιὰ νὰ δεχθεῖ τὸν θεῖο Λόγο.

Ὁ Ἀπελλῆς, ἐκεῖνος ὁ περίφημος ζωγράφος, πού, ὅσες ἔκανε εἰκόνες ἦταν θαυμαστές, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα, μὲ ὀμορφιὰ καὶ ἐπιμέλεια ζωγράφισε ἕνα στάχυ καὶ ἐπάνω σ’ αὐτὸ μία περιστερά, ποὺ ἡ ἴδια φύση κοκκίνισε νικημένη ἀπὸ τὴν τέχνη. Ὅμως περισσότερη κατηγορία, παρὰ τιμὴ προξένησε τοῦ Ἀπελλῆ αὐτὴ ἡ θαυμαστὴ ζωγραφιὰ ἐπειδή, ὅσοι τὴν ἔβλεπαν, ἀντὶ νὰ θαυμάζουν τὴν ὀμορφιὰ τῶν χρωμάτων, τὴ συμμετρία τῶν γραμμῶν, τὸν κατηγοροῦσαν λέγοντας: δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνα μικρὸ στάχυ, ὀρθό, νὰ βαστάζει μία περιστερά, δίχως νὰ γέρνει ἀπὸ τὸ βάρος· «οὐχ οἶόν τε ἄσταχυν ἀκλινῆ βαστάζειν περιστεράν». Στάχυ φθαρτό, χορτάρι τῆς γῆς εἶναι ὁ ἄνθρωπος «ἄνθρωπος ὡσεὶ χόρτος», περιστερὰ εἶναι τὸ πανάγιο Πνεῦμα· «καὶ εἶδε τὸ Πνεῦμα ὡσεὶ περιστερὰν καταβαῖνον ἐπ’ αὐτόν».

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος στέκει ὀρθὸς καὶ σοβαρὸς μὲ τὴν ὑπερηφάνεια, δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ στέκει σ’ αὐτὸν ἡ χάρις τοῦ παναγίου Πνεύματος, ἐπειδὴ «ἀκάθαρτος παρὰ Κυρίῳ πᾶς ὑψηλοκάρδιος». Γι’ αὐτὸ λοιπὸν ἡ πανάμωμη Κόρη, ὅταν ἄκουσε ἀπὸ τὸν ἄγγελο ὅτι: «Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ», σωστὰ ἀπάντησε μὲ πολλὴ ταπείνωση· «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» καὶ μὲ αὐτὰ τὰ γλυκὰ λόγια, σὰν μὲ χρυσὴ ἁλυσίδα, τράβηξε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει κανένας, τὸν μετέφερε ἀπὸ τὸν κόλπο τοῦ Πατρὸς στὰ παρθενικὰ καὶ ἀμόλυντα σπλάγχνα της.

Ὁ ἴδιος Θεός, μὲ τὸ στόμα τοῦ Προφητάνακτος Δαυίδ, λέει: «τὰ λόγια σου ὑπὲρ μέλι τῷ στόματί μου, αὐτὰ μὲ ὁδήγησαν καὶ εἵλκυσαν εἰς ὅρος ἅγιόν σου». Ὅρος δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ ἡ ἁγιασμένη κοιλία τῆς Θεομήτορος. Τὸ ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος Δαυίδ: «τὸ ὅρος, ὁ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς κατοικεῖν ἐν αὐτῷ». Καὶ ὁ Ἀββακοὺμ λέει· «ὁ Θεὸς ἀπὸ Θαιμᾶν ἤξει καὶ ὁ ἅγιος ἐξ ὅρους κατασκίου δασέος».

Αὐτὸ τὸ ἀπόκρυφο μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας, προεικόνιζαν «οἱ τύποι καὶ τὰ αἰνίγματα καὶ αἱ ρήσεις» τῶν πνευματοφόρων πατέρων καὶ Προφητῶν. Αὐτὸ προμήνυε ἡ βάτος, ποὺ εἶδε ὁ Μωυσῆς: «διαβάς ὅψομαι τὸ ὅραμα τοῦτο, τί, ὅτι ἡ βάτος καίεται καὶ οὐ κατακαίεται;». Ἐπειδὴ ἡ Παρθένος δέχτηκε μέσα της τὸ πῦρ τῆς θεότητας, δίχως νὰ βλαφτεῖ ἡ καθαρή της παρθενία. Αὐτὸ προμήνυε ἡ κλίμαξ τοῦ Ἰακὼβ «ἧς ἡ κεφαλὴ ἀφικνεῖτο εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ἀνέβαινον καὶ κατέβαινον ἐπ’ αὐτήν». Διὰ μέσου τῆς Μαρίας ὁ Θεὸς κατέβηκε στὴ γῆ καὶ ἔγινε θνητὸς ἄνθρωπος, καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀνέβηκε στοὺς οὐρανοὺς καὶ ἀπέκτησε τὴν προηγούμενη ἀθανασία.

Αὐτὸ προμήνυε, ὁ ἀχειρότμητος λίθος τοῦ Δανιήλ· «ἐθεώρεις, Βασιλεῦ, ὅτι ἐτμήθη λίθος ἄνευ χειρός». Ἐπειδὴ ἀπὸ τὴν καθαρὴ σάρκα τῆς Παρθένου γεννήθηκε ἡ μυστικὴ πέτρα, «ἡ δὲ πέτρα ἥν ὁ Χριστός», δίχως συνουσία ἀνθρώπου. Αὐτὸ τὸ ἀπόκρυφο μυστήριο εἶπε καθαρὰ ὁ προφήτης Ἱερεμίας  στὸ σπίτι ἐκείνου τοῦ τεχνίτη, ποὺ πάνω σὲ ἕνα τροχὸ ἔκανε διάφορα ἀγγεῖα καὶ ἐπειδὴ ἔσπασε ἕνα ἀπ’ αὐτὰ τὸ ξανάπλασε ὀμορφότερο· «καὶ ἐκατέβην εἰς τὸν οἶκον κεραμέως, καὶ ἰδοὺ αὐτὸς ἐποίει ἔργον ἐπὶ τὸν λίθον, καὶ ἔπεσε τὸ ἀγγεῖον, ὁ αὐτὸς ἐποίει, ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ· καὶ πάλιν αὐτὸς ἐποίησεν ἀγγεῖον δεύτερον, καθὼς ἤρεσεν ἐνώπιον αὐτοῦ ποιῆσαι». Ποιὸς εἶναι ὁ τεχνίτης, παρὰ ὁ παντοκράτωρ Θεὸς καὶ Πατέρας; «εἷς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός». Ποιὸς εἶναι τροχός, παρὰ ὁ αἰώνιος Λόγος, ἐπάνω στὸν ὁποῖο δημιούργησε ὅλα τὰ σκεύη, ὅλα τὰ κτίσματα; «Πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἕν, ὅ γέγονε». Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἀγγεῖα εἶναι ὁ προπάτορας Ἀδάμ, ποὺ μὲ τὴν παρακοὴ τσακίσθηκε καὶ ἀμαύρωσε τὴ θεία εἰκόνα», γιὰ τοῦτο σήμερα πάλι τὸν ξαναφτιάχνει ὀμορφότερο, μὲ τὴν ἀνάπλαση τοῦ νέου Ἀδάμ. «Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἐκ τῆς γῆς χοϊκός, ὁ δεύτερος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβὰς» κηρύττει ἡ θεόπνευστη σάλπιγμα τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ τὸ ἴδιο μυστήριο φανέρωνε τὸ οὐράνιο τόξο ἐκεῖνο, ποὺ εἶπε ὁ Θεὸς στὸν Νῶε πώς, ὅταν φανεῖ στὰ σύννεφα, τότε ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, θὰ ὑπάρχει συμφωνία καὶ ἀγάπη· «τὸ τόξον μου τίθημι ἐν τῇ νεφέλη, καὶ ἔσται εἰς σημεῖον διαθήκης ἀναμέσον ἐμοῦ καὶ τῆς γῆς». Σήμερα λοιπόν, ποὺ φάνηκε τὸ μυστικὸ τόξο, δηλ. ἡ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, βεβαιώθηκε ἡ ἀγάπη ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ στὸν ἄνθρωπο· «αὐτὸς ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τὰ ἀμφότερα ἕν καὶ τὸ μεσότειχον τοῦ φραγμοῦ λύσας». Αὐτὸ τὸ μυστήριο καὶ ὁ Γαβριὴλ στὴν Παρθένο εὐαγγελίζεται λέγοντας: «ἰδοὺ συλλήψη ἐν γαστρί, καὶ τέξη υἱόν».

Τώρα καταλαβαίνω ἐκεῖνο τὸ μεγάλο θαῦμα, ποὺ γιὰ νὰ γιατρευτεῖ ὁ ἄρρωστος βασιλιάς, ἔριξε ὁ Θεὸς τὸν προφήτη Ἠσαΐα στὸ ἡλιακὸ ὡρολόγιο. Βρισκόταν ξαπλωμένος σὲ βασιλικὸ κρεβάτι χτυπημένος ἀπὸ θανατηφόρο ἀσθένεια ὁ βασιλιὰς Ἐζεκίας, καὶ ἀκούγοντας ἀπὸ τὸν προφήτη τὴ φοβερὴ ἀπόφαση τοῦ θανάτου του, «ἔκλαυσε κλαθμῷ μεγάλῳ», λέει ἡ ἁγία Γραφή. Καὶ σὰν νὰ μὴ γνώριζε ἄλλη θεραπεία ἀπὸ τὰ δάκρυά του, ἤλπιζε μὲ ἐκεῖνα τὰ πικρὰ νερὰ τῶν ματιῶν του νὰ σβήσει τὴ φλόγα τοῦ πυρετοῦ, ποὺ τοῦ ἔκαιγε τὴν καρδιά. Ἀλλὰ μέσα στὰ σκοτεινότατα σύννεφα τῆς λύπης, ἔλαμψε τὸ χαρούμενο σημάδι τῆς θεραπείας του. Αὐτὸ ἦταν ὁ ἥλιος, πού, γυρίζοντας πίσω ἐννέα γραμμὲς σὲ μία πολὺ μεγάλη σκιά, ἀπὸ αὐτὴ πάλι ἀνέτειλε καὶ μὲ τὴν νέα ἀνατολὴ χάρισε τὴ ὑγεία τοῦ Ἐζεκία· «ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ ἐνεπόδισεν ὁ ἥλιος καὶ ἐχαρίσατο τὴν ζωὴν τῷ βασιλεῖ».

Ὁ ἄρρωστος Ἐζεκίας εἶναι τὸ ἀνθρώπινο γένος, τὸ ὁποῖον ἐξασθενημένο ἀπὸ τὴν ἀπιστία πρὸς τὸν Θεό, βρισκόταν σὲ βαθύτατο λήθαργο μίας πεισματικῆς ἁμαρτίας. Βλέποντας τὴν ἐλεεινὴ κατάσταση, στὴν ὁποία κατάντησε, σήκωσε ἐπὶ τέλους τὰ μάτια πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ ὁλόψυχα ἔκραξε, «ἕως πότε, Κύριε, ἐπιλήση μου εἰς τέλος; ἕως πότε ἀποστρέψης τὸ πρόσωπόν σου ἀπ’ ἐμοῦ;»· καὶ πάλιν «ἴασαί με, Κύριε, καὶ ἰαθήσομαι» καὶ «ἐλθὲ εἰς τὸ σῶσαι ἡμᾶς».

Καὶ τότε ὁ προαιώνιος πατέρας, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ βλέπει τὴ δική του εἰκόνα καὶ ὁμοίωση στὰ χέρια τοῦ διαβόλου, ἔδειξε τὸ χαρούμενο σημάδι τῆς ἀνθρώπινης σωτηρίας. Αὐτὸ εἶναι ὁ μυστικὸς Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ὁ μονογενής του υἱός, ὁ ὁποῖος, γυρίζοντας πίσω ἐννέα γραμμές, δήλ. κατεβαίνοντας ἀπὸ τὰ ἐννέα τάγματα τῶν μακαρίων ἀγγέλων, ἦλθε στὴ μεγάλη σκιά, στὴν κοιλιὰ τῆς ἀειπαρθένου Μαρίας, ὅπως τὸ φανερώνουν τὰ ἀγγελικὰ ἐκεῖνα λόγια· «καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι». Ἀπὸ αὐτὴν σὲ λίγο θὰ ἀνατείλει ὡς ἥλιος καὶ μὲ τὴ νέα του ἀνατολὴ θὰ μᾶς θεραπεύσει ἀπὸ κάθε εἴδους ἀσθένεια, καὶ θὰ μᾶς ζωοποιήσει· «νεκροὺς ἡμᾶς ὄντας τῇ ἁμαρτίᾳ», σύμφωνα μὲ τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς· «ἐν τούτῳ ἐφανερώθη ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐν ἡμῖν, ὅτι τὸν μονογενῆ ἀπέσταλκεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν κόσμον, ἵνα ζήσωμεν δι’ αὐτοῦ». Καὶ ὁ ἀρχάγγελος· «ἰδοὺ συλλήψη ἐν γαστρί, καὶ τέξη υἱόν».

Χαῖρε, λοιπὸν ἡ φύση ἡ ἀνθρώπινη, ἐπειδὴ σήμερα ξεκινάει ἡ ἀρχὴ τῆς σωτηρίας σου, σήμερα τελειώνουν τὰ πάθη σου, σήμερα σοῦ ἀνοίγεται ἐκείνη ἡ φωτεινὴ πύλη τοῦ Παραδείσου, τὴν ὁποία σοῦ ἔκλεισε ἡ παρακοή. Σήμερα ἀπολαμβάνεις τὴν ἀτελείωτη ἐκείνη μακαριότητα, πού σοῦ στέρησε ἡ ἀπάτη τοῦ διαβόλου. Πάλι τὸ σκότος διαλύεται· πάλι τὸ φῶς φανερώνεται· πάλιν ἡ Αἴγυπτος μὲ τὰ νέφη σκοτίζεται· πάλιν ὁ Ἰσραὴλ μὲ τὸν στύλο φωτίζεται. Ποῦ εἶναι τώρα ἡ ἀντίθεη τῶν εἰδώλων πολυθεΐα; Ποῦ τῶν εἰδωλολατρῶν οἱ βρωμερὲς θυσίες; Ποῦ τοῦ διαβόλου ἡ παγκόσμια καταδυναστεία; «Τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν ἰδοὺ γέγονε τὰ πάντα καινά». Τὸ γράμμα ὑποχωρεῖ, τὸ πνεῦμα πλεονάζει, ἡ σκιὰ παρέρχεται, ἡ ἀλήθεια ἔρχεται.

Χαῖρε, ἐπειδὴ τώρα τοῦ πρωτοπλάστου Ἀδὰμ λύεται τὸ ἁμάρτημα, «τῶν ἁμαρτημάτων τὸ σκότος διώκεται», ὁ διωγμὸς τῶν μακαρίων ψυχῶν ἀπὸ τὸν ἐπίγειο Παράδεισο τελειώνει, τὸ τέλος τῶν παθῶν μας χαρίζεται, καὶ ἡ χάρις γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς αἰώνιας μακαριότητάς μας ἀποδίδεται. Τώρα ἡ θεότητα ἑνώνεται μὲ τὴν ἀνθρωπότητα, ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν Θεό, ἡ πίστη μὲ τὴν καρδιά.

Καὶ σύ, μυριοχαριτωμένη Κόρη, ποὺ μᾶς πλούτησες μὲ τόσες δόξες, ποὺ μᾶς δόξασες μὲ τόσες τιμές, ποὺ μᾶς τίμησες μὲ τόσες χάριτες, στρέψε σὲ παρακαλοῦμε τὰ σπλαγχνικά σου μάτια πρὸς ἐμᾶς τοὺς ταπεινοὺς καὶ ἀναξίους δούλους σου, ποὺ ὅπως κάποτε οἱ εἰδωλολάτρες τοῦ Ἀπόλλωνα, σοῦ προσφέρουμε ἀντὶ ἑκατόμβης τὸν ἑαυτόν μας. Ναί, ξέρουμε, πὼς κανένα πράγμα δὲν συγχύζει, τὴν παναγία ψυχή, παρὰ ἡ μελωδία τῶν δικῶν σου ἐπαίνων. Παρ’ ὅλα αὐτά, γιὰ νὰ μὴ φανοῦμε τελείως ἀχάριστοι, γιὰ τὶς ἄπειρες χάριτες μὲ τὶς ὁποῖες πλούτισες ὁλόκληρο τὸ γένος μας, τουλάχιστον εὐχαριστήσου νὰ σὲ χαιρετήσουμε καὶ μεῖς μὲ ἐκεῖνον τὸν ἀγγελικὸ χαιρετισμό, τό: «Χαῖρε», ποὺ στάθηκε κάθε πάσης χαρᾶς ἡ ἀρχή.

Χαῖρε λοιπὸν νεόνυμφε Μαριάμ, πορφυρογέννητη Βασίλισσα τῶν Ἀγγέλων. Χαῖρε, ἀργυροχρυσόχροε κρίνε τῆς καθαρότητας. Χαῖρε, εὐανθέστατε Παράδεισε μακαρίων ἡδονῶν. Χαῖρε, χρυσοπόρφυρο νυφικὸ δωμάτιο τοῦ οὐρανίου νυμφίου. Χαῖρε ἐσύ, ποὺ ὡς βασιλικὸς βλαστὸς ἀπὸ τὴ ρίζα τοῦ Ἰεσσαὶ γεννημένη ἀπὸ ἄκαρπη κοιλία, πρῶτα εἶδες τὸ φῶς τῆς μακαριότητας παρὰ ἐκεῖνο τοῦ ἥλιου. Πρῶτα στάθηκες πολίτισσα τοῦ οὐρανοῦ μὲ τὴ ψυχή, παρὰ τῆς γῆς μὲ τὸ σῶμα. Πρῶτα θυγατέρα τοῦ προαιώνιου Πατέρα, παρὰ τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννας. Πρὶν νὰ πατήσεις τὴ γῆ, καταπάτησες τὴν κεφαλὴ τοῦ φαρμακεροῦ δράκοντα. Χαῖρε ἐσύ, ποὺ μὲ θαυμάσιο τρόπο συλληφθεῖσα ἀπὸ ἄγονη μήτρα, ἔλαμψες στὴ κοιλία τῆς μητέρας, ὅπως τὸ μαργαριτάρι στὸ στρείδι του. Γεννήθηκες ὅπως ἡ αὐγή, στολισμένη μὲ ἄνθη οὐρανίων ἀρετῶν. Μεγάλωσες ὡς ἥλιος, στεφανωμένη μὲ τὶς ἀκτίνες τῆς θείας χάριτος καὶ ἔζησες ὡς φοίνικας, μοναδικὸ θαῦμα τῆς φύσεως ἀνάμεσα στὶς γυναῖκες. Χαῖρε ἐσύ, ποὺ μόνη ἀπὸ ὅλες τὶς γυναῖκες, καταξιώθηκες νὰ γίνεις Μητέρα ἑνὸς Θεοῦ, καὶ νὰ βαστάξεις μέσα στὴ καθαρή σου κοιλία ἐκεῖνον, ποὺ στὴ παντοδύναμη παλάμη του βαστάζει ὅλη τὴν οἰκούμενη.

Χαῖρε… μὰ τί νὰ πῶ περισσότερο; Ποιὸς ρήτορας, ἀκόμα καὶ ἂν ἀπὸ τὸ στόμα του κυλᾶ ὁλόχρυσος ποταμὸς εὐγλωττίας, μπορεῖ πότε νὰ διηγηθεῖ τὶς δόξες στὶς ὁποῖες σὲ ὕψωσε ὁ Θεός; Ἢ τὶς χάρες, μὲ τὶς ὁποῖες ὁ οὐρανὸς σὲ πλούτησε; Ποιὰ ἀνθρώπινη γλώσσα μπορεῖ νὰ ἐξηγήσει τὰ μεγαλεῖα, μὲ τὰ ὁποῖα στόλισε τὴν ἱερή σου ψυχὴ τὸ πανάγιο Πνεῦμα; Εἶναι τόσο βαθὺ καὶ ἄπλετο τῶν ἀπείρων σου ἐπαίνων τὸ πέλαγος, ποὺ σὲ αὐτὸ βυθίζεται καὶ ὁ νοῦς τῶν μακαρίων ἀγγέλων.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἐγώ, κεχαριτωμένη Παρθένε, ξεπερνῶ μὲ σιωπὴ τὶς θαυμαστές σου ἀρετές, θαυμάζοντας τὲς μόνο μὲ τὴ διάνοια. Καὶ ἐδῶ, προσπίπτοντας στὰ πανάχραντά σου πόδια, ἄλλο δὲν ἐπιθυμῶ ἀπὸ σένα παρὰ τὴν ἀκαταμάχητη προστασία σου, γιὰ βοήθεια καὶ συντήρηση τοῦ φιλοχριστοῦ στρατοῦ, γιὰ διωγμὸ καὶ ἐξολόθρευση τοῦ ἀντίθεου τυράννου…

Ἄχ! Παρθένε! θυμήσου πὼς στὴν Ἑλλάδα πρῶτα, παρὰ σὲ ἄλλο τόπο, ἔλαμψε τὸ ζωηφόρο φῶς τῆς ἀληθινῆς πίστεως· τὸ ἑλληνικὸ γένος ἦταν τὸ πρῶτο ποὺ ἄνοιξε τὶς ἀγκάλες καὶ δέχτηκε τὸ θεῖο Εὐαγγέλιο τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ. Τὸ πρῶτο, ποὺ σὲ γνώρισε γιὰ ἀληθινὴ Μητέρα τοῦ Θεανθρώπου Λόγου. Τὸ πρῶτο, ποὺ ἀντιστάθηκε στοὺς τυράννους ποὺ μὲ μύρια βάσανα προσπαθοῦσαν νὰ ξεριζώσουν ἀπὸ τὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν τὸ σεβάσμιό σου ὄνομα. Αὐτὸ ἔδωσε στὸν κόσμο τοὺς Διδασκάλους, οἱ ὁποῖοι, μὲ τὸ φῶς τῆς διδασκαλίας τους, φώτισαν τὶς σκοτισμένες διάνοιες τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὸ ἔδωσε τοὺς Ποιμένες, ποὺ μὲ τὴν ποιμαντικὴ ράβδο ἐξόρισαν τοὺς αἱμοβόρους λύκους ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ ποίμνιο. Αὐτὸ ἔδωσε τοὺς γεωργούς, ποὺ μὲ τὸ ἀλέτρι τοῦ Σταυροῦ καὶ μὲ τὸν ἱδρώτα τοῦ προσώπου, καλλιέργησαν τὶς καρδιὲς καὶ σπέρνοντας τὸν εὐαγγελικὸ σπόρο, θέρισαν τὶς ψυχὲς γιὰ τὴν οὐράνια ἀποθήκη. Αὐτὸ ἔδωσε  τοὺς μάρτυρες, ποὺ μὲ τὸ αἷμα τους ἔβαψαν τὴν πορφύρα τῆς Ἐκκλησίας…

Δέξου λοιπόν, Παναγία Παρθένε, τὰ δάκρυά μας, τὰ ὁποῖα φανερώνουν τὸ μυστήριο ποὺ σὲ σένα ὁλοκληρώθηκε. Γιατί ὅπως τὰ δάκρυα τρέχουν χωρὶς βλάψιμο τῶν ματιῶν ἔτσι καὶ ὁ θεῖος Λόγος ἔτρεξε ἀπὸ τὴν καθαρή σου μήτρα, δίχως φθορὰ τῆς παρθενίας σου. Δῶσε… νὰ λάμψει περισσότερο τοῦ μυστικοῦ Ἥλιου ἡ ζωοποιὸς ἀκτίνα· νὰ ἐξαπλωθεῖ στὸν κόσμο ὅλο ἡ δύναμη τοῦ Σταυροῦ καὶ νὰ δοξαστεῖ ἀπὸ ὅλους τὸ ἅγιό σου Ὄνομα, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ σὲ ὅλους τούς αἰῶνες. Ἀμήν.