Ἰδιόμελον Ἀποστίχων
Ἑσπερινοῦ Δευτέρας Α’ Ἑβδομάδος Νηστειῶν
*
Νηστεύσωμεν νηστείαν δεκτήν εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ· ἀληθής νηστεία, ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσις, ἐγκράτεια γλώσσης, θυμοῦ ἀποχή, ἐπιθυμιῶν χωρισμός, καταλαλιᾶς, ψεύδους, καί ἐπιορκίας· ἡ τούτων ἔνδεια, νηστεία ἐστίν, ἀληθής καί εὐπρόσδεκτος.
Ἑρμηνευτική ἀπόδοσις
Ἄς νηστεύσουμε νηστεία δεκτή εὐάρεστη στόν Κύριο· ἀληθινή νηστεία εἶναι ἡ ἀποξένωση ἀπό τά κακά, ἡ ἐγκράτεια τῆς γλώσσας, ἡ ἀποχή ἀπό τό θυμό, ὁ χωρισμός ἀπό τίς ἀνάρμοστες ἐπιθυμίες, τήν καταλαλιά, τό ψέμα καί τήν ἐπιορκία· ἡ ἐγκράτεια ἀπ᾿ αὐτά εἶναι νηστεία ἀληθινή καί εὐσπρόσδεκτη.
Τὸ Μέγα Ἀπόδειπνο
Ἰωάννη Μ. Φουντούλη
Εἶναι μέσα στὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου ριζωμένο ἕνα ἀλλόκοτο πρωτόγονο συναίσθημα μπροστὰ στὸ φαινόμενο τοῦ ὕπνου. Ὁ ζωντανός, ὁ ἐργαζόμενος, ὁ σκεπτόμενος, ὁ γεμάτος δραστηριότητα ἄνθρωπος, καμπτόμενος ἀπὸ τὴν φυσιολογικὴ κόπωση, καταλαμβάνεται ἀπὸ μία ἀκατανίκητη ἀνάγκη νὰ παραδοθεῖ στὴν ἀγκάλη τοῦ ὕπνου. Οἱ αἰσθήσεις, οἱ διανοητικὲς λειτουργίες, οἱ δυνάμεις τοῦ σώματος ἀτονοῦν καὶ ὁ ζωντανὸς γίνεται σὰν νεκρός. Εἰκόνα τοῦ θανάτου ὁ ὕπνος.
Μυστήριο γιὰ τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους τῶν περασμένων ἐποχῶν. Ὥρα ποὺ ἐνεδρεύουν οἱ πονηρὲς δυνάμεις τοῦ κόσμου τούτου, ὁρατὲς καὶ ἀόρατες, γιὰ νὰ κακοποιήσουν ἢ καὶ ἁπλῶς νὰ πειράξουν τὸν ἀνυπεράσπιστο ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο δὲν θὰ ὑπάρχει ἀνθρώπινο ὂν ποὺ νὰ μὴν αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη, ἀφήνοντας προσωρινὰ τὸν κόσμο τῶν ζώντων γιὰ νὰ περάσει στὸ μυστήριο τῆς εἰκόνας τοῦ θανάτου, νὰ στρέψει τὸ νοῦ του στὸ Θεό του καὶ νὰ ζητήσει ἀπὸ αὐτὸν προστασία καὶ σκέπη.
Σ’ αὐτὸ τὸ ὑπόβαθρο τῆς ἰδιωτικῆς πρὸ τοῦ ὕπνου προσευχῆς στηρίχθηκε καὶ ἡ πράξη τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, ὅταν ἔδινε στὴν ἀτομικὴ αὐτὴ προσευχὴ τὴ μορφὴ ἐκκλησιαστικῆς ἀκολουθίας.
Ἡ μετατροπὴ ἔγινε κατ’ ἀρχὰς στὶς μοναχικὲς ἀδελφότητες, ποὺ τὰ πάντα, καὶ ἰδίως ἡ προσευχή, ἦσαν κοινά. Ἡ κοινὴ αὐτὴ προσευχὴ γινόταν στὴν ὥρα τῆς ἰδιωτικῆς, δηλαδὴ ἀμέσως μετὰ τὸ δεῖπνο καὶ πρὶν τὸν ὕπνο. Γι’ αὐτὸ καὶ τῆς δόθηκε τὸ ὄνομα «ἀπόδειπνο» ἢ «ἀπόδειπνα» καὶ «προθύπνια».
Εἶναι δὲ ἡ ἀκολουθία τοῦ ἀποδείπνου μία πολὺ μεγάλη ἀκολουθία. Τὸ μῆκος της δὲν πρέπει νὰ μᾶς παραξενεύει. Εἶναι καθαρὰ μοναστηριακὴ καὶ γνωρίζουμε πόσο οἱ μοναχοὶ ἤθελαν νὰ παρατείνουν τὴν προσευχή τους, τόσο πού, ἂν ἦταν φυσικῶς δυνατόν, δὲν θὰ διέκοπταν ποτὲ τὴν δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ἡ εἴσοδός της ὅμως στοὺς ἐνοριακοὺς ναοὺς καὶ ἡ χρήση της ἀπὸ τοὺς κοσμικοὺς ἱερεῖς καὶ τὸ λαὸ ὁδήγησε γρήγορα σὲ ἀδιέξοδο. Ἔτσι κατὰ τὸν ΙΔ΄ μὲ ΙΕ΄ αἰώνα ἀναγκάσθηκαν νὰ κάνουν καὶ μία ἐπιτομή της, ποὺ ὀνομάσθηκε, γιὰ νὰ διακρίνεται ἀπὸ τὴν ἀρχικὴ ἐκτενῆ μορφή, «μικρὸ ἀπόδειπνο». Τὸ ἄλλο, τὸ πλῆρες καὶ παλαιό, ὀνομάσθηκε τώρα «μέγα ἀπόδειπνο». Εἶναι κοινὸς νόμος, ὅτι τὰ νεώτερα πράγματα καὶ τὰ συντομότερα κερδίζουν γρήγορα ἔδαφος. Αὐτὸ συνέβη καὶ μὲ τὸ μικρὸ ἀπόδειπνο. Τὸ «μικρὸ» καὶ νεώτερο ἐπισκίασε τὸ παλαιὸ καὶ μεγάλο, καὶ περιόρισε τὴν τέλεσή του μόνο κατὰ τὶς νήστιμες ἡμέρες τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ποὺ λόγω τῆς ἱερότητας τῆς περιόδου αὐτῆς καὶ τῆς συντηρητικότητας τῶν ἀκολουθιῶν της, μποροῦσε νὰ βαστάσει τὸ βάρος τῆς ἐκτενοῦς ἀρχαϊκῆς ἀκολουθίας. Συνέχεια
