Μάρτιος 2013
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Αρχεία ανά ημέρα: 9 Μαρτίου 2013

Ὁ Νικητής τοῦ θανάτου

Ἁγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου

25(1)[1]Σήμερα λοιπὸν ὁ Κύριός μας περιοδεύει στὸν Ἅδη. Σήμερα συνέτριψε τὶς χάλκινες πύλες καὶ τοὺς σιδερένιους μοχλούς του. Πρόσεξε τὴν ἀκριβολογία. Δὲν εἶπε, ἄνοιξε τὶς πύλες, ἀλλὰ «συνέτριψε τὶς χάλκινες πύλες», γιὰ νὰ ἀχρηστεύσει τὸ δεσμωτήριο. Δὲν ἀφαίρεσε τοὺς μοχλούς, ἀλλὰ τοὺς συνέτριψε, γιὰ νὰ ἀχρηστεύσει τὴ φυλακή. Ὅπου βέβαια δὲν ὑπάρχει οὔτε μοχλὸς οὔτε θύρα, καὶ ἂν κάποιος εἰσέλθει, δὲν ἐμποδίζεται νὰ ἐξέλθει. Ὅταν λοιπὸν συντρίψει ὁ Χριστός, ποιὸς θὰ μπορέσει νὰ διορθώσει; Οἱ βασιλεῖς ὅταν πρόκειται νὰ ἀφήσουν ἐλεύθερους τούς φυλακισμένους, δὲν κάνουν αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Χριστός, ἀλλὰ δίνουν διαταγὲς καὶ ἀφήνουν στὴ θέση τους καὶ τὶς πόρτες καὶ τοὺς φύλακες, δείχνοντας μ’ αὐτὸ πῶς θὰ χρειαστεῖ νὰ μποῦν πάλι ἐκεῖ μέσα ἢ ἐκεῖνοι ποὺ ἀποφυλακίστηκαν ἢ κάποιοι ἄλλοι στὴ θέση τους.

Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς δὲν ἐνεργεῖ μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο. Θέλοντας νὰ δείξει ὅτι καταργήθηκε ὁ θάνατος, συνέτριψε τὶς χάλκινες πύλες του. Καὶ τὶς ὀνόμασε χάλκινες ὄχι ἐπειδὴ ἦταν ἀπὸ χαλκό, ἀλλὰ γιὰ νὰ δηλώσει τὴ σκληρότητα καὶ τὴν ἀδιαλλαξία τοῦ θανάτου. Καὶ γιὰ νὰ μάθεις ὅτι ὁ χαλκὸς καὶ ὁ σίδηρος ἐκφράζουν τὴν ἀκαμψία καὶ τὴ σκληρότητα, ἄκουσε τί λέει σὲ κάποιον ἀδιάντροπο: «Τὰ νεῦρα σου εἶναι ἀπὸ σίδηρο καὶ ὁ τράχηλος καὶ τὸ μέτωπό σου ἀπὸ χαλκό». Καὶ ἐκφράστηκε ἔτσι ὄχι διότι εἶχε σιδερένια νεῦρα ἢ χάλκινο μέτωπο, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔδειχνε πὼς εἶναι αὐστηρός, ἀδιάντροπος καὶ σκληρός.

Θέλεις νὰ μάθεις πόσο αὐστηρὸς καὶ ἄκαμπτος καὶ ἀσυγκίνητος εἶναι ὁ θάνατος; Κανένας δὲν τὸν κατάφερε ποτὲ ν’ ἀφήσει ἐλεύθερο κάποιον ἀπὸ τοὺς αἰχμαλώτους του, ἕως ὅτου ἦρθε καὶ τὸν ἀνάγκασε ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων. Πρῶτα λοιπὸν συνέλαβε καὶ φυλάκισε ἐκεῖνον (τὸ θάνατο) καὶ ὕστερα τοῦ πῆρε ὅ,τι τοῦ ἀνῆκε. Γι’ αὐτὸ προσθέτει: «Θησαυροὶ ποὺ βρίσκονται στὸ σκοτάδι καὶ εἶναι κρυμμένοι καὶ δὲν φαίνονται». Ἂν καὶ ἀναφέρεται σὲ ἕνα πράγμα, ἡ σημασία του εἶναι διπλή. Ὑπάρχουν, δηλαδή, τόποι σκοτεινοί, οἱ ὁποῖοι μπορεῖ πολλὲς φορὲς νὰ φωτιστοῦν, ἂν τοποθετήσουμε μέσα τοὺς λυχνία καὶ φῶς. Οἱ χῶροι ὅμως τοῦ Ἅδη ἦταν πολὺ σκοτεινοὶ καὶ θλιβεροὶ καὶ ποτὲ δὲν μπῆκαν μέσα τοῦ ἀκτίνες φωτός, γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς χαρακτήρισε σκοτεινοὺς καὶ ἀόρατους. Ἐπειδὴ ἦταν στὴν πραγματικότητα σκοτεινοὶ μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ κατέβηκε σ’ αὐτοὺς ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καὶ τοὺς κατελάμπρυνε μὲ τὸ φῶς του καὶ ἔκανε τὸν Ἅδη οὐρανό. Γιατί ὅπου βρίσκεται ὁ Χριστός, ὁ τόπος μεταβάλλεται σὲ οὐρανό. Συνέχεια

Ἡ εἴσοδος τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

imagesCANV1ID0«Τὴν ἄλλη μέρα, τὸ μεγάλο πλῆθος ποὺ εἶχε ἔρθει γιὰ τὴ γιορτὴ τοῦ Πάσχα, ὅταν ἄκουσαν ὅτι ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς στὰ Ἱεροσόλυμα, πῆραν κλαδιὰ φοινικιᾶς, καὶ βγῆκαν ἀπὸ τὴν πόλη νὰ τὸν προϋπαντήσουν, καὶ κραύγαζαν: «Δόξα στὸν Θεό! Εὐλογημένος αὐτὸς ποὺ ἔρχεται σταλμένος ἀπὸ τὸν Κύριο! Εὐλογημένος ὁ βασιλιὰς τοῦ Ἰσραὴλ» (Ἰωάν. ιβ, 12-13). Τὴν ἑπόμενη μέρα τοῦ δείπνου τῆς Βηθανίας, ὁ Κύριος ξεκίνησε γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα, τὴν πόλη ποὺ θανάτωσε τοὺς προφῆτες.

Ἡ Ἱερουσαλὴμ δὲν ἦταν τόπος ὅπου κατοικοῦσαν μόνο οἱ στενόμυαλοι φαρισαῖοι, οἱ ἀλαζόνες γραμματεῖς καὶ οἱ θεομίσητοι ἀρχιερεῖς. Ἦταν καὶ μία μυρμηγκοφωλιὰ τῆς ἀνθρωπότητας. Ἦταν ἕνας τεράστιος τόπος ὅπου μαζεύονταν ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη προσκυνητές, καθὼς καὶ ἀφοσιωμένοι ἄνθρωποι, ἄνδρες καὶ γυναῖκες. Τὴν ἐποχὴ τοῦ Πάσχα ἡ Ἱερουσαλὴμ εἶχε τόσους κατοίκους ὅσους περίπου καὶ ἡ Ρώμη, ποὺ τότε ἦταν πρωτεύουσα τοῦ κόσμου. Αὐτὸ τὸ τεράστιο πλῆθος ἀνθρώπων συγκεντρωνόταν στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ νὰ πλησιάσει περισσότερο τὸν Θεό. Τὴν ἡμέρα αὐτὴ εἶχαν τὴν ἀντίληψη κάποιας μυστηριώδους προσέγγισης τοῦ Θεοῦ καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ εἶδαν τὸν ἀπὸ πολλοῦ ἀναμενόμενο Βασιλιὰ τοῦ Οἴκου Δαβίδ. Ἔτσι, σὰν εἶδαν τὸν Κύριο νὰ κατεβαίνει ἀπὸ τὸ Ὅρος τῶν Ἐλαιῶν, oι ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔτρεξαν νὰ τὸν προϋπαντήσουν. Μερικοὶ ἔστρωσαν τὰ ροῦχα τους στὸ δρόμο μπροστά Του, ἄλλοι ἔκοβαν κλαδιὰ ἀπὸ τὶς φοινικιὲς καὶ μ’ αὐτὰ στόλιζαν τὸ δρόμο. Ὅλοι τους ἔκραζαν μὲ χαρά: «Δόξα στὸν Υἱὸ τοῦ Δαβίδ· εὐλογημένος καὶ δοξασμένος νὰ εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ ἔρχεται στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, ὁ Βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ».

Οἱ ἄνθρωποι πίστευαν πὼς ὁ Θεὸς θὰ ἔκανε κάποιο θαῦμα ποὺ θ’ ἄλλαζε τὴν ἀφόρητη κατάστασή τους. Κι αὐτὸ παρὰ τὴ σιδερένια γροθιὰ τῆς Ρώμης ποὺ τοὺς δυνάστευε καὶ σὲ πεῖσμα τῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς μικροψυχίας τῶν πρεσβυτέρων. Ἔνιωθαν πὼς ἡ πηγὴ τοῦ θαύματος ἦταν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ γι’ αὐτὸ τοῦ ἐπιφύλαξαν τέτοια ὑποδοχή. Τὸ πῶς θ’ ἀντιδροῦσε ὁ ἴδιος στὴν θεμελιακὴ αὐτὴ μεταβολὴ τῆς ροῆς τῶν γεγονότων, ὁ κόσμος δὲν τὸ ἤξερε. Εἶχαν μάθει νὰ περιμένουν ἕναν μόνο ἀποτελεσματικὸ τρόπο. Κι αὐτὸς ἦταν ἡ βοήθεια κάποιου βασιλιᾶ ἀπὸ τὸν οἶκο Δαβίδ, ποὺ θὰ βασίλευε στὴν Ἱερουσαλήμ, στὸ θρόνο τοῦ Δαβίδ. Οἱ ἄνθρωποι εἶδαν ἔτσι τὸν Ἰησοῦ σὰν βασιλιὰ καὶ τὸν ὑποδέχτηκαν μὲ χαρὰ κι ἐλπίδα. Πίστεψαν πὼς τώρα θὰ βασιλέψει στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ θ’ ἀντισταθεῖ τόσο στὴ Ρώμη ὅσο καὶ στὴν ἐξουσία τῆς Ἱερουσαλὴμ τῶν ἡμερῶν ἐκείνων. Συνέχεια

Λόγος εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου

Ἅγιος Λουκᾶς Κριμαίας

Ευαγγελισμός Τεμπλου μικρήΤρία σημαντικότατα γεγονότα στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας.

To πρῶτο εἶναι ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου, τὸν ὁποῖο ἑορτάζουμε σήμερα μὲ χαρὰ καὶ ἀγάπη, ἀλλὰ καὶ μὲ δέος ἐνώπιόν του μεγαλείου του γεγονότος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖο ὀνομάζεται «κεφάλαιον» (δηλαδὴ ἀρχὴ) τῆς σωτηρίας μας.

Ἐννέα μῆνες μετὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ πραγματοποιήθηκε καὶ τὸ δεύτερο ἀπὸ τὰ σημαντικότερα γεγονότα, ἡ κατὰ σάρκα Γέννηση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κορυφὴ καὶ ὁλοκλήρωση τῆς σωτηρίας μας θὰ εἶναι ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ ἀπὸ ἕνα φρικτὸ θάνατο πάνω στὸ Σταυρό.

Ὄχι μόνο μία φορὰ ἀλλὰ πολλὲς φορὲς φανερώθηκαν στοὺς ἁγίους ἄγγελοι. Ἔξι μῆνες πρὶν τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Παναγίας Παρθένου Μαρίας στάλθηκε ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ στὸν ἱερέα Ζαχαρία, ὁ ὁποῖος ὑπηρετοῦσε στὸ ναό, γιὰ νὰ τοῦ ἀναγγείλει, ὅτι ἀπ’ αὐτὸν θὰ γεννηθεῖ ὁ μεγαλύτερος μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ὁ Πρόδρομος τοῦ Κυρίου ὁ Ἰωάννης. Καὶ σήμερα ὁ ἴδιος φέρνει τὸ χαρμόσυνο ἄγγελμα στὴν Ὑπεραγία καὶ ἄχραντο Παρθένο Μαρία, ἡ ὁποία ζοῦσε στὸ ταπεινὸ φτωχόσπιτο τοῦ ξυλουργοῦ Ἰωσήφ.

Ὁ διάλογός του μὲ τὴν Παναγία εἶναι τόσο ἅγιος καὶ μεγαλειώδης ποὺ δὲν τολμῶ νὰ τὸν περιγράψω μὲ δικά μου λόγια ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸν ἐπαναλάβω μὲ Εὐαγγελικὰ λόγια.

Ὅταν μπῆκε ὁ ἀρχάγγελος στὸ ὑπερῶο, εἶπε:

«Χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν. ἡ δὲ ἰδοῦσα διεταράχθη ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτοῦ, καὶ διελογίζετο ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος. καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος αὐτῇ· μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ. καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν. οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαυῒδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον ᾿Ιακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος. εἶπε δὲ Μαριὰμ πρὸς τὸν ἄγγελον· πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· Πνεῦμα ῞Αγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ. καὶ ἰδοὺ ᾿Ελισάβετ ἡ συγγενής σου καὶ αὐτὴ συνειληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει αὐτῆς, καὶ οὗτος μὴν ἕκτος ἐστὶν αὐτῇ τῇ καλουμένῃ στείρᾳ·  ὅτι οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ρῆμα. εἶπε δὲ Μαριάμ· ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά σου. καὶ ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτῆς ὁ ἄγγελος.» (Λουκ. 1, 28-38).

Σᾶς ἔχω πεῖ πολλὰ τὰ προηγούμενα χρόνια γι’ αὐτὸν τὸ μοναδικὸ στὴν Ἱστορία τοῦ κόσμου διάλογο. Ἀλλὰ τώρα θὰ σταθῶ στὰ λόγια τοῦ Ἀρχαγγέλου:

«Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ». Συνέχεια

Ἀτενίζοντας τὸν Σωτῆρα στό Σταυρό

Tοῦ Ἀρχιμ. Lev Gillet

Untitled-1Κύριε, στέκομαι κάτω ἀπὸ τὸ σταυρὸ σου μαζὶ μὲ τὴ Μητέρα σου, μαζὶ μὲ τὸν ἀγαπημένο μαθητή, μαζὶ μὲ τὶς γυναῖκες ποὺ σοῦ ἔμειναν πιστές.

Τολμῶ νὰ ὑψώσω τὰ μάτια μου σὲ σένα καὶ ν᾽ ἀτενίσω τὴ θυσία σου. Σ᾽ αὐτὸ τὸ ἀντίκρισμα μαθαίνω ὅ,τι δὲν κατόρθωσα νὰ μάθω οὔτε καὶ μέσα στὰ κείμενα τοῦ Εὐαγγελίου.

Τὰ πόδια σου εἶναι καρφωμένα στὸ ξύλο. ῾Ο σταυρός σου εἶναι τὸ πατητήρι ὅπου πατήθηκε τὸ ἀληθινὸ σταφύλι.

Ἐνῷ μπορεῖς, δὲν θέλεις νὰ φύγεις. Σ᾽ αὐτὴ τὴ συνάντηση ποὺ μοῦ ὅρισες μὲ περιμένεις. Καρφωμένος στὸ σταυρὸ ὑποτάσσεις τὸν ἑαυτό σου σ’ αὐτὴ τὴν ἀναμονή μου.

Μπορεῖ νὰ μὴν ἔλθω. Μὰ σὺ εἶσαι ἐκεῖ καὶ μένεις ἐκεῖ ὅπου ἀφέθηκες νὰ σὲ καρφώσουν.

Τὰ χέρια σου εἶναι ἁπλωμένα. Ἀνοίγουν γιὰ νὰ καλέσουν ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Δὲν θέλουν νὰ κλείσουν. Τὰ καρφιὰ τὰ κρατοῦν σ᾽ αὐτὴ τὴ στάση ποὺ προκαλεῖ καὶ ἀγκαλιάζει. Μοῦ λένε σιωπηλά: «῎Ελα».

Τὸ κεφάλι εἶναι γειρμένο. Τὸ γέρνεις σὲ μιὰ κίνηση ποὺ προσκαλεῖ. Ἀποδέχθηκες καὶ συγκεφαλαίωσες τὴ θέληση τοῦ Θεοῦ, συνεπῶς τὴ δικὴ σου ὡς Υἱοῦ, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Κλίνεις τὸ κεφάλι σὰν δεῖγμα ὑποταγῆς σ᾽ αὐτὸ ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ ἀγάπη τῶν Τριῶν πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Ταυτόχρονα τὸ κεφάλι εἶναι γειρμένο πρὸς αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται ἐκεῖ μπροστά σου. Πρὸς αὐτοὺς ποὺ σὲ ἀγάπησαν καὶ πρὸς ἐκείνους ποὺ φώναξαν «σταύρωσον αὐτόν».

Εἶναι γυρμένο πρὸς αὐτοὺς ποὺ πονοῦν καὶ πορεύονται στενάζοντες, πρὸς ἐκείνους ποὺ ἀναζητοῦν χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουν.

Τὰ μάτια σου τώρα ἔχουν κλείσει. Μέσα στὸ ἴδιο ἐσωτερικὸ ὅραμα βλέπουν τὸν Πατέρα καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Πρὸς τὰ δὺο αὐτὰ ἀντικείμενα τῆς ἀγάπης σου κατευθύνεται τώρα ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξή σου.

Τὸ αἷμα κυλάει ἀπ᾽ τὸ μέτωπό σου, ἀπ᾽ τὰ χέρια σου, ἀπ᾽ τὸ μαστιγωμένο σῶμα σου. Κυλάει ἀργὰ σὲ κόκκινα ρυάκια. Θὰ τρέξει ἐπίσης κι ἀπ᾽ τὴν τρυπημένη πλευρά σου, σὰν νὰ εἶχε διαρραγεῖ ἡ καρδιά σου κάτω ἀπ᾽ τὴν πίεση τῆς ὀδυνωμένης ἀγάπης σου.

Τὸ ποτήρι χύνεται σὲ σπονδή.

Ὁ ἀκάνθινος στέφανος πληγώνει τὸ κεφάλι σου. Τοποθετημένα κυκλικὰ αὐτὰ τὰ ἀγκάθια μοιάζουν μὲ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων τὶς συγκεντρωμένες καὶ τοποθετημένες τὴ μιὰ δίπλα στὴν ἄλλη προκειμένου νὰ φορτωθοῦν ἐπάνω σου. ῞Ολες οἱ ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων δεμένες μαζί.

Μὰ γύρω ἀπ᾽ τὸ κεφάλι αὐτὸ βλέπω ἀκτῖνες φωτός. ῞Ενας χρυσὸς φωτοστέφανος τυλίγει τὸ μέτωπό σου τὸ ματωμένο. Αὐτὴ ἡ λάμψη δίνει τὸ νόημά της στὴν ἀτελῆ εἰκόνα τοῦ Ἐσταυρωμένου. Διότι ὁ Ἐσταυρωμένος εἶναι Κύριος καὶ Λυτρωτής. Συνέχεια

Ἡ συκιὰ τοῦ Εὐαγγελίου

Ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής

ΕΡΩΤΗΣΗ

Ποιὰ εἶναι ἡ συκιὰ τοῦ Εὐαγγελίου πού, φαινομενικὰ, ξεράθηκε παράλογα; Καὶ ποιὰ εἶναι ἡ ἀκρότατη πείνα πού ζητοῦσε καρπὸ πρὶν ἀπὸ τὴν ὥρα; Καὶ τί σημαίνει, γιὰ ἕνα ἀναίσθητο πράγμα, ἡ κατάρα; (Μάρκ. 11, 12-14, Ματθ. 21, 18)

ΑΠΟΚΡΙΣΗ

Ὁ Θεὸς Λόγος ποὺ οἰκονομεῖ τὰ πάντα γιὰ χάρη τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, παιδαγώγησε πρῶτα τὴ φύση μας μὲ τὸ νόμο ποὺ περιέχει σωματικότερη λατρεία. Γιατί ἡ ἀνθρώπινη φύση δὲν μποροῦσε νὰ δεχτεῖ τὴν ἀλήθεια γυμνὴ ἀπὸ τυπικὰ προκαλύμματα, ἐξαιτίας τῆς ἄγνοιας καὶ τῆς ἀλλοτρίωσης ποὺ τῆς εἶχε προκληθεῖ σέ σχέση μέ τὰ ἀρχέτυπα Θεία πράγματα. Ὅταν λοιπόν, γεννήθηκε στόν κόσμο ὡς ἄνθρωπος καί προσέλαβε ἑκούσια σάρκα ‒ἡ ὁποία εἶχε νοερή καὶ λογικὴ ψυχή‒ καί ὡς Λόγος μετέφερε τὴ φύση μας στὴν ἄυλη, γνωστική, πνευματικὴ λατρεία, δὲν ἤθελε ‒ἐφόσον πλέον φάνηκε στὴ ζωὴ ἡ ἀλήθεια‒ νὰ ἐξουσιάζει τόν κόσμο τό σκοτάδι, ποὺ τύπος του ἦταν ἡ συκιά.

Γι’ αὐτὸ, λέει, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴ Βηθανία στὰ Ἱεροσόλυμα, (Ματθ. 21,18· Μάρκ. 11, 11ἑ.) δηλαδὴ, μετὰ τὴν τυπικὴ καὶ σκιώδη καὶ ποὺ ἦταν κρυμμένη μέσα στὸ νόμο παρουσία Του, ἐρχόμενος ξανὰ στοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴ σάρκα ‒γιατί ἔτσι πρέπει νὰ ἐκληφθεῖ τὸ ἐπιστρέφοντας‒ εἶδε στὸ δρόμο μία συκιὰ ποὺ εἶχε μόνο φύλλα, (Ματθ. 21,18· Μὰρκ 11,13) ποὺ ὑπῆρχε στὴ σκιὰ καὶ στοὺς τύπους, δηλαδὴ τὴ σωματικὴ λατρεία τοῦ νόμου κατὰ τὴν ἄστατη καὶ παροδικὴ παράδοση ‒ἐπειδὴ ἦταν δίπλα στὸ δρόμο‒ τὴ λατρεία τῶν τύπων μόνο καὶ τῶν θεσμῶν ποὺ περνοῦν. Συνέχεια

Ἡ ἐργασία τῆς Νήψεως

Ἁγίου Ἠσαΐα τοῦ Ἀναχωρητοῦ

imagesCAA9LKBKἘὰν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀπομκαρυνθῆ ἀπὸ κάθε κοσμικὴ ὑπόθεσι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λατρεύσει τὸν Θεό. Διότι πραγματικὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ νὰ μὴν ἔχουμε, τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς, στὸν νοῦ μᾶς τίποτε ξένο πρὸς τὴν προσευχὴ καὶ νὰ ἀπασχολούμεθα μόνον μ’ Αὐτόν. Δηλαδὴ νὰ μὴν ἔχουμε στὸν νοῦ μας οὔτε ἡδονή, οὔτε κακία, οὔτε μίσος, οὔτε φθόνο, οὔτε φανταστικὴ εἰκόνα, οὔτε φροντίδα γιὰ πράγματα τοῦ αἰῶνος τούτου. Διότι αὐτὰ εἶναι σκοτεινὰ τείχη, πού φυλακίζουν τὴν ταλαίπωρη ψυχὴ καὶ τὴν ἐμποδίζουν στὸν ἀέρα καὶ δὲν τὴν ἀφήνουν νὰ συναντήση τὸν Θεό, ὥστε μυστικῶς καὶ «ἐν τῷ κρυπτῷ» νὰ Τὸν εὐλογήση καὶ νὰ προσευχηθῆ πρὸς Αὐτὸν μὲ ἁγνότητα, μὲ θεῖο φωτισμό, μὲ γλυκύτητα καρδίας καὶ νὰ δοκιμάση τὴν ἡδονή του Θείου ἔρωτος. Διότι ὅσο ἡ ψυχὴ μεριμνᾶ γιὰ τὰ ἐξωτερικά, νεκρώνεται ὁ νοῦς καὶ ἑπομένως τὰ ἐσωτερικὰ πάθη ἐνεργοῦν χωρὶς ἔλεγχο.

Ἂν ἐγκαταλείψη ἡ ψυχὴ τὴν μέριμνα τῶν ἐξωτερικῶν πραγμάτων, τότε χαίρεται ὁ νοῦς καὶ στέκει σταθερὸς (ἀνυψούμενος πρὸς τὸν Θεό)· καὶ ἡ ψυχὴ κατανόει τὰ ἐσωτερικά της πάθη μὲ τὸν νοῦ. Φροντίζει λοιπὸν ὁ νοῦς γιὰ τὴν ψυχή, μέχρις ὅτου τὰ ἀπόρριψη ἀπὸ μέσα της καὶ μὲ τὴν γονιμοποιό του δύναμι γεννήση καὶ ἐκθρέψη τὰ τέκνα της. Τότε γίνονται οἱ δύο μία καρδία καὶ ὑποτάσσεται ἡ ψυχὴ στὸν νοῦ, ὅπως ἡ γυναίκα στὸν ἄνδρα, καὶ γίνεται ὁ νοῦς κεφαλὴ τῆς ψυχῆς, ὅπως εἶπε ὁ Ἀπόστολος: «ὁ ἀνὴρ ἐστὶ κεφαλὴ τῆς γυναικὸς» (Ἐφεσ. ε’ 23), καὶ ἀφοῦ γίνουν ἕνα ἐν Κυρίῳ, δὲν ἔχουν πλέον διαίρεσι.

Ὅσοι λοιπὸν ἀξιώθηκαν νὰ φθάσουν σ’ αὐτὸ τὸ μέτρο, αὐτοὶ εἶναι πού προσεύχονται στὸν Θεὸ μὲ ἁγνότητα, αὐτοὶ εἶναι πού φωτίσθηκαν ἀπὸ τὸν Θεό, οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ πού ζητεῖ ὁ Θεός, καὶ τέλος ἐκεῖνοι στοὺς ὁποίους «ἐνοικεῖ καὶ ἐμπεριπατεῖ ὁ Ὕψιστος», ὅπως ἔχει γραφῆ: «Ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω» (Β’ Κορ. ς’ 16). Συνέχεια