«Ἀναστάσεως ἡμέρα καὶ λαμπρυνθῶμεν τῇ πανηγύρει»
Ἁγίου Ἀμφιλοχίου, Ἐπισκόπου Ἰκονίου
Ἡμέρα χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης σήμερα, ἀγαπητοί. Ἡμέρα ἀγαλλιάσεως καὶ σωτηρίας, ἡμέρα φωτισμοῦ καὶ ἁγιασμοῦ, ἡμέρα εἰρήνης καὶ καταλλαγῆς· ἡμέρα ἀναπλάσεως καὶ ἀνακαινισμοῦ τῶν ψυχῶν μας, ἡμέρα πραγματικὰ μεγάλη καὶ θαυμαστή, ἡμέρα ἐπιφανής. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα μᾶς συνανέστησε ὁ Χριστός μας, ἐμᾶς ποὺ εἴχαμε πέσει στὴν ἁμαρτία. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα μᾶς συνεζωοποίησε ὁ Χριστός, ἐμᾶς ποὺ εἴχαμε νεκρωθεῖ ἀπὸ τὰ παραπτώματά μας. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα μᾶς ἄνοιξε τὸν Παράδεισο, γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε τὸ ξύλο τῆς Ζωῆς. Δηλαδή, τὸ Τίμιο καὶ ζωοποιὸ σῶμα του καὶ αἷμα του, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξαγνιζόμεθα καὶ ἁγιαζόμεθα καὶ φωτιζόμεθα καὶ ἀνακαινιζόμεθα…
Διότι ὁ Χριστὸς ἔδωσε τὸν ἑαυτὸ του λύτρο γιὰ ὅλους μας καὶ μᾶς ὁδήγησε ἀπὸ τὸ θάνατο στὴ ζωή, ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ φῶς, ἀπὸ τὴν δουλεία στὴν ἐλευθερία, ἀπὸ τὴν ἔχθρα στὴ γνήσια φιλία. Μᾶς ἐξαγόρασε ὁ Χριστός μας ἀπὸ τὴν κατάρα καὶ τὴν ἁμαρτία, ἀφοῦ ἔγινε γιὰ μᾶς κατάρα, κι ἔτσι μποροῦμε νὰ ἀπολαύσουμε τὴν υἱοθεσία, γιὰ νὰ μὴν εἴμεθα πλέον δοῦλοι, ἀλλὰ ἐλεύθεροι, νὰ μὴν εἴμεθα ἐμπαθεῖς, ἀλλὰ ἀπαθεῖς, νὰ μὴν εἴμεθα φιλοκόσμοι, ἀλλὰ φιλόθεοι. Νὰ μὴν πορευόμεθα σαρκικὰ ἀλλὰ πνευματικά.
Ὁ Χριστός μας, ἀγαπητοί, μᾶς ἐδόξασε «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ». Ἐμεῖς τί θὰ ἀνταποδώσουμε στὸν Κύριό μας γιὰ ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα μᾶς χάρισε; Τί θὰ τοῦ προσφέρουμε ἴσο πρὸς τὴν ὑπερβάλλουσα δωρεά του καὶ τὴ χάρη του;…
Ἂς τὸν εὐχαριστήσουμε, ἀγαπητοί, καὶ ἂς προσπέσουμε στὸν Κύριό μας. Ἂς τὸν προσκυνήσουμε καὶ ἂς τοῦ προσφέρουμε μὲ σεβασμὸ καὶ εὐλάβεια τὰ μύρα (τῆς ἀγάπης μας) καὶ τοὺς ὕμνους μας ὡς δῶρα. Διότι εἶναι φιλάνθρωπος καὶ φιλάγαθος ὁ Δεσπότης μας καὶ δέχεται τὰ πάντα, ἔστω κι ἂν εἶναι μικρὰ καὶ εὐτελῆ, αὐτὰ ποὺ τοῦ προσφέρουμε.
Ἂς ἀγαπήσουμε κι ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, Αὐτὸν ποὺ μᾶς ἀγάπησε κατὰ χάρη, …ἂς πορευθοῦμε συμφώνως μὲ τὶς ἅγιες ἐντολές του.
Ἂς καθαρίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ κάθε σαρκικὸ καὶ πνευματικὸ μολυσμό. Ἂς προσφέρουμε στὸ Θεὸ πράξεις ἀγαθές, ὅπως τὴν πίστη, τὴν ἐλπίδα, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ὑπομονή. Ἂς τοῦ προσφέρουμε τὸ συντριμμὸ τῆς καρδίας μας, τὴ δωρεὰ τῆς κατανύξεως, τὴν καθαρότητα τῆς συνειδήσεως, τὴν νέκρωση τῶν παθῶν, τῆς ἀκαθαρσίας, τῆς κακῆς ἐπιθυμίας καὶ τῆς πλεονεξίας.
Ἂς δουλεύσουμε στὸν Κύριο μὲ σύνεση καὶ εὐστάθεια, μὲ καρτερία καὶ ὑπομονή. Ἂς ἐνστερνιστοῦμε τὸ φίλτρο τῆς ἀγάπης τοῦ Ἀναστάντος Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας. Ἂς ψάλλουμε στὸ Θεὸ μᾶς ἄσμα καινό.
Ἂς κροτήσουμε δυνατὰ τὰ χέρια μας κι ἂς φωνάξουμε στὸ Θεὸ μὲ φωνὴ ἀγαλλιάσεως. Διότι ὁ Κύριός μας εἶναι μέγας καὶ τῆς μεγαλοσύνης του δὲν ὑπάρχει τέλος. Μέγας εἶναι ὁ Κύριος καὶ μεγάλη ἡ δύναμή του. Κατάργησε καὶ καταπάτησε τὸν ἀλαζόνα καὶ ὑπερήφανο ἐχθρό μας, τὸν διάβολο, καὶ μὲ τὴν Ἀνάστασή του πάτησε τὸ θάνατο καὶ μᾶς ἀνέστησε ὅλους καὶ μᾶς δώρισε τὴν αἰώνια ζωή. Γι’ αὐτὸ ἂς ἀπολαύσουμε ὅλοι, ἀγαπητοί, τῶν ἀγαθῶν χαρισμάτων αὐτῆς τῆς καλῆς πανηγύρεως. Ἂς εἰσέλθουμε χαίροντες στὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου μας…
Ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι, πρεσβύτεροι καὶ νεώτεροι, πλούσιοι καὶ φτωχοί, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, δοῦλοι καὶ ἐλεύθεροι, δοξάσατε καὶ μεγαλύνατε τὸν Κύριο καὶ Θεό μας σήμερα, κατὰ τὴν λαμπρὴ αὐτὴ ἡμέρα καὶ ἑορτὴ τῆς Ἀναστάσεώς του…
Διότι, ἀνέστη Χριστὸς καὶ ἀπὸ τὴ φθορὰ λυτρωθήκαμε.
Ἀνέστη Χριστὸς καὶ ἀπὸ τὴν κατάρα σωθήκαμε.
Ἀνέστη Χριστὸς καὶ ἐμεῖς συναναστηθήκαμε.
Ἀνέστη Χριστὸς καὶ ἐμεῖς ζωοποιηθήκαμε.
Ἀνέστη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν καὶ ἀπαρχὴ τῆς ἀναστάσεως τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο.
Σ’ Αὐτὸν τὸν Ἀναστημένο Χριστὸ ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη, καὶ ἡ προσκύνηση καὶ ἡ μεγαλοσύνη τώρα καὶ πάντοτε καὶ εἰς τοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
ΤΟ ΣΤΑΥΡΟΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ ΠΑΣΧΑ
π. Βασιλείου Ἰ. Καλλιακμάνη
Τό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα (Ἰωάν. 1, 1-17)
Θεολογική καί κοινωνική προσέγγιση
α) Ὁ Σταυρός ὁδηγεῖ στήν Ἀνάσταση, ἡ Μεγάλη Παρασκευή κυοφορεῖ τή λαμπροφόρο Κυριακή τοῦ Πάσχα. Τή λύπη, τήν ἀθυμία καί τήν ἀπόγνωση διαδέχεται ἡ χαρά καί ἡ εἰρήνη τῆς Ἀναστάσεως. Χωρίς τό Σταυρό δέ νοεῖται Ἀνάσταση καί χωρίς Ἀνάσταση δέν ἔχει νόημα ὁ Σταυρός. Γι’ αὐτό καί τό ὀρθόδοξο Πάσχα εἶναι σταυροαναστάσιμο. Καί κάθε ἄνθρωπος μετέχει ὁλόσωμα καί ὁλόψυχα στή μεγάλη ἑορτή τῆς πίστης καί τῆς συνάντησης μέ τόν Ἀναστημένο Κύριο. Ἡ συμπόρευση καί ἡ συσταύρωση μέ Αὐτόν τόν καθιστᾶ μέτοχο τοῦ θείου φωτός καί τόν φέρνει σέ πραγματική κοινωνία μέ τούς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς.
β) Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης, στή σημερινή περικοπή (Ἰωάν. 1, 1-17), ἀναφέρει ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος. Προσέλαβε ἀνθρώπινη σάρκα καί σκήνωσε ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους, φανερώνοντας ἔτσι τή θεϊκή Του δόξα. Εἶναι τό φῶς τό ἀληθινό, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο πού ἔρχεται στόν κόσμο. Γιά νά ἀναγνωρίσει ὅμως ὁ ἄνθρωπος τή θεϊκή παρουσία, χρειάζεται καταρχήν νά ἔχει οἰκειωθεῖ τό θεῖο φῶς διά τοῦ βαπτίσματος στό ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ὁπότε ἡ ἔνταξη στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία, καί ἡ μέθεξη τῶν ἱερῶν μυστηρίων τόν καθιστοῦν δεκτικό τοῦ θείου φωτισμοῦ.
γ) Παράλληλα, ἀπαιτεῖται καί ἡ διαρκής ἀνθρώπινη συναίνεση καί προσπάθεια μέσω τῆς ἄσκησης. «Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις καὶ ὀψόμεθα τῷ ἀπροσίτῳ φωτὶ τῆς ἀναστάσεως», ψάλλει ὁ ἱερός Ὑμνωδός. Σέ αὐτό συμβάλλει καί ἡ νηστεία, ἡ μετάνοια, ἡ ἐγκράτεια, ἡ ἐσωτερική συντριβή ἀλλά καί ἡ ἔμπρακτη ἄσκηση τῆς ἀγάπης. Ὁρισμένοι βλέπουν τόν Χριστό μόνο ὡς Θεό, ἐνῶ ἄλλοι τόν βλέπουν μόνο ὡς ἄνθρωπο. Οἱ πρῶτοι τόν τοποθετοῦν τόσο ψηλά πού δέν τόν φτάνουν. Οἱ δεύτεροι τόν ἀπογυμνώνουν ἀπό τή θεότητα, στερώντας οὐσιαστικά ἀπό τόν ἄνθρωπο τή δυνατότητα νά γίνει θεός κατά χάριν καί νά ὑπερβεῖ τή φθορά καί τό θάνατο.
δ) Ὁ Χριστός ὅμως ὡς Θεάνθρωπος ἀνοίγει τήν ὁδό τῆς νίκης ἐναντίον τοῦ θανάτου καί γίνεται «πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν». Τήν πορεία αὐτή μπορεῖ νά ἀκολουθήσει καί ὁ χριστιανός. Σταυρώνει τά πάθη του γιά νά συναναστηθεῖ μέ τόν Χριστό. Πεθαίνει διά τῆς μετανοίας καί τῶν δακρύων γιά τή ζωή τῆς ἁμαρτίας καί γεύεται ἀπό τήν παρούσα ζωή τά ἀγαθά τῆς Ἀνάστασης. Τηρεῖ φιλότιμα τίς θεῖες ἐντολές καί οἰκειώνεται τίς ἀρετές, πού τόν ἐλευθερώνουν ἀπό τή φθορά καί τό θάνατο: «Θάνατος αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει» (Ρωμ. 6, 9). 
ε) Τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως ἐκχέεται πλουσιοπάροχα στόν κόσμο. Ἀπαιτοῦνται ὅμως καθαρά αἰσθητήρια καί καθαροί ὀφθαλμοί, γιά νά ἀναγνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τήν ἐνέργεια τοῦ ἀναστάσιμου φωτός. Συχνά ἡ πνευματική τύφλωση ἐμποδίζει αὐτή τήν κοινωνία. Ἀλλά αὐτές τίς ἅγιες ἡμέρες ὅλοι αἰσθάνονται, ἔστω ἀμυδρά, μιά ἀχτίδα τοῦ θείου φωτός νά φωτίζει τό νοῦ καί τήν καρδιά τους. Στήν ὀρθόδοξη ἀνατολική παράδοση, παρά τήν ἀλλοτρίωση, διασώζονται ἀκόμη καί λαϊκά ἔθιμα πού δηλώνουν ὅτι οἱ ἄνθρωποι δέν ἔχουν λησμονήσει παντελῶς τό φῶς τῆς βαπτίσεώς τους. Ἡ λαμπάδα, ὁ ἀναστάσιμος χαιρετισμός, τό κοινό τραπέζι, τό κόκκινο μαντήλι τῆς Μ. Πέμπτης, ὁ ἐν Χριστῷ ἀσπασμός τῆς ἀγάπης, ἡ ἐπίσκεψη στά μνήματα κ.ἄ., εἶναι ὁρισμένα ἀπό αὐτά. Συνέχεια
Ἡ Κυριακή του Πάσχα
Fr.Lev Gillet
«Αὔτη ἡ κλητὴ καὶ ἁγία ἡμέρα, ἡ μία τῶν Σαββάτων, ἡ βασιλὶς καὶ κυρία, ἑορτὴ ἑορτῶν καὶ πανήγυρις ἐστὶ πανηγύρεων!…» ψάλλουμε στὴν ὀγδόη ὠδὴ τοῦ πασχαλιάτικου Ὄρθρου.
Ἡ Κυριακή του Πάσχα ὀνομάζεται «πανήγυρις πανηγύρεων». Θὰ ἦταν θεολογικὰ ἀνακριβὲς νὰ ποῦμε ὅτι τὸ Πάσχα εἶναι, κατὰ τρόπο ἀπόλυτο, ἡ μεγαλύτερη ἀπὸ τὶς γιορτὲς τῆς Χριστιανοσύνης. Εἶναι βέβαια σπουδαιότερη ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα ἢ τὰ Θεοφάνεια, δὲν μποροῦμε ὅμως νὰ ποῦμε ὅτι ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι λιγότερο σημαντικὴ ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση. Ὡστόσο οἱ Πασχάλιες πανηγύρεις -καὶ ἐδῶ πρέπει στὴν Κυριακή τοῦ Πάσχα νὰ συνδέσουμε καὶ τὴ Μεγάλη Πέμπτη καὶ τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ- δίνουν στὸ Μυστήριο τῶν Χριστουγέννων τὸ πλήρωμα τοῦ περιεχομένου τους καὶ ἀποτελοῦν τὸ ἀναγκαῖο προοίμιο τῆς Πεντηκοστῆς.
Τὸ Πάσχα εἶναι λοιπὸν τὸ κέντρο, ἡ καρδιὰ καὶ ὁ πυρήνας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ἀπὸ τὴν ἡμερομηνία αὐτὴ ἐξαρτᾶται ὅλος ὁ λειτουργικὸς κύκλος, ἐπειδὴ ἀπὸ αὐτὴ καθορίζονται ὅλες οἱ κινητὲς γιορτὲς τοῦ ἡμερολογίου.
Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ διακηρύσσεται μὲ κάθε ἐπισημότητα κατὰ τὸν Ὄρθρο τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα, μία ἀκολουθία ποὺ τελεῖται εἴτε τὴν Κυριακὴ τὸ πρωὶ πολὺ νωρίς, εἴτε κατὰ τὰ μεσάνυχτα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου. Πρὶν ἀρχίσει ἡ ἀκολουθία ὁ κεντημένος «Ἐπιτάφιος», ποὺ εἶχε τοποθετηθεῖ πάνω στὸ ἀνθοστόλιστο κουβούκλιο τοῦ Ἐπιταφίου στὸ μέσον τοῦ ναοῦ, μεταφέρεται στὸ ἱερὸ καὶ τοποθετεῖται στὴν Ἁγία Τράπεζα. Μετὰ ἀπὸ τὸν κανόνα μὲ τὶς ἐννέα Ὠδὲς ποὺ ψάλλονται καὶ ἀπόψε, ὁ προεξάρχων ἐπίσκοπος ἢ ἱερέας ἐμφανίζεται στὴν Ὡραία Πύλη. Κρατᾶ ἕνα ἀναμμένο κερί, ἐνῶ ὁ χορὸς ψάλλει τό, «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτὸς καὶ δοξάσατε Χριστὸν τὸν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν» .
Γιὰ ἄλλη μία φορὰ ἡ Ἐκκλησία μᾶς παρουσιάζει τὸ μυστήριο τῆς χριστιανικῆς μας πίστης ὡς μυστήριο τοῦ Φωτός. Ἐκεῖνο τὸ Φῶς, τοῦ ὁποίου τὴ γέννηση ὑπέδειξε τὸ ἄστρο τῆς Βηθλεέμ, ἔλαμψε ἀνάμεσά μας μὲ μία λάμψη διαρκῶς αὐξανόμενη· τὸ σκότος τοῦ Γολγοθᾶ δὲν μπόρεσε νὰ τὸ σβήσει. Ξαναφέγγει τώρα ἀνάμεσά μας καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ἀναμμένα κεριὰ ποὺ κρατοῦν στὰ χέρια τους οἱ πιστοὶ μαρτυροῦν τὸν θρίαμβό Του. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ δηλώνεται ἡ βαθιὰ πνευματικὴ σημασία τοῦ Πάσχα. Ἡ σωματικὴ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ θὰ ἦταν γιὰ μᾶς χωρὶς σημασία, ἂν τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ δὲν καταύγαζε ταυτοχρόνως καὶ τὸ ἐσωτερικό μας. Δὲν μποροῦμε νὰ γιορτάσουμε ἐπάξια τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἂν μέσα στὴν ψυχή μας τὸ φῶς ποὺ ἔφερε ὁ Σωτήρας μας δὲν νικήσει ἐντελῶς τὸ σκοτάδι τῶν ἁμαρτιῶν μας. Συνέχεια
ΑΛΓΕΙΝΗ ΙΚΕΣΙΑ ΠΟΙΜΕΝΟΣ ΨΥΧΩΝ
π. Εὐσέβιου Βίττη
ΚΥΡΙΕ, κάποτε ἡ ἅγια Σου καρδιὰ πόνεσε ἀπερίγραπτα βλέποντας τὸ λαό σου σὲ πλήρη ἐγκατάλειψη. «Ἰδὼν τοὺς ὄχλους ἐσπλαγχνίσθης περὶ αὐτῶν ὅτι ἦσαν ἐρριμμένοι ὡς πρόβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα».
Ράγιζε ἡ θεανθρώπινη καρδιά Σου ἀπὸ τὸ ἀποκαρδιωτικὸ αὐτὸ θέαμα. Σὲ ἄλλη περίπτωση ἔκλαψες γιὰ τὴν ἴδια αἰτία. Ἀγαποῦσες τόσο πολὺ τὸ λαό Σου! Τὸν ἀγαποῦσες ἀφάνταστα, γιατί ἤσουν -καὶ εἶσαι πάντοτε!- ὁ «Ποιμὴν ὁ Καλός».
Καὶ τὴν ἀπέραντη ἀγάπη Σου γιὰ τὴν Ποίμνη Σου, πού δὲν περιορίζεται σὲ μόνον τὸν «περιούσιο» λαό Σου, ἀλλὰ ἐκτείνεται σὲ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος τὴν ἔδειξες μὲ τὸν πιὸ ἀναμφισβήτητο, τρόπο. «Ἔθηκας τὴν ψυχὴν Σου ὑπὲρ τῶν προβάτων» πάνω στὸν φρικτὸ Γολγοθᾶ. Καὶ μᾶς ἄφησες ἔτσι αἰώνιο καὶ ἀνέφικτο παράδειγμα καλοῦ Ποιμένος. Μᾶς ἔδειξες ἔμπρακτα ποιοὶ πρέπει νὰ εἶναι, ὅσοι θὰ θελήσουν ὑπακούοντας στὴν κλήση Σου, νὰ γίνουν ποιμένες ψυχῶν. Ὀφείλουν γι` αὐτὸ νὰ «ἐπακολουθήσωσι τοῖς ἴχνεσί Σου», Ὤ, πόσο ἄξιο θαυμασμοῦ καὶ δοξολογίας εἶναι τὸ ὑπέροχο καὶ ἀνέφικτο παράδειγμά Σου!
Πόσο, ἀντίθετα, μηδαμινὸ καὶ ἀξιοδάκρυτο εἶναι τὸ δικό μου παράδειγμα, τὸ δικό μου ἄθλιο καὶ ἐλεεινὸ παράδειγμα!
Πῶς τολμῶ νὰ λέω πῶς εἶμαι ἤ, καλύτερα, πῶς ὑπῆρξα ποιμὴν ψυχῶν; Πόσο ἀπροσμὲτρητη εἶναι ἡ δική μου ἀναξιότητα καὶ ἁμαρτωλότητα!
ΚΥΡΙΕ, Ἐσὺ εἶσαι ὁ ἕνας καὶ μοναδικὸς Ποιμὴν ψυχῶν.
Ἀπὸ ἄπειρη συγκατάβαση ὅμως καὶ ἄμετρο ἔλεος θέλησες νὰ ἐμπιστευθεῖς τὸ μοναδικὸ αὐτὸ ἔργο σὲ ἀνθρώπινα χέρια. Γιὰ αὐτὸ εὐδόκησες ἀπὸ ἄπειρη συγκατάβαση καὶ ἔλεος νὰ καλέσεις ἀκόμη καὶ ἐμένα, τῶν ἀναξίων ἀναξιώτερον καὶ ἁμαρτωλῶν ἁμαρτωλότερο καὶ σιχαμερῶν σιχαμερώτερον, νὰ ἀκολουθήσω τὰ ἴχνη Σου στὸ ἔργο τῆς διαποιμάνσεως ψυχῶν.
Ἐσὺ ὁ ἴδιος ἐναποτέθηκες στὰ ἀκάθαρτα καὶ βέβηλά μου χέρια ὡς «παρακαταθήκη», γιὰ νὰ Σὲ διαφυλάξω ἀλώβητων ὡς τὴ φρικτὴ ἡμέρα τῆς Λογοδοσίας. Στὴν παρακαταθήκη αὐτὴ περιλαμβάνεται καὶ τὸ Σῶμα, τοῦ ὁποίου θεία Κεφαλὴ εἶσαι Ἐσύ, δηλαδὴ ἡ Ἐκκλησία Σου, στὸ πρόσωπο τῆς μικρῆς Ποίμνης, πού μοῦ ἐμπιστευόσουν.
Ἀλλοίμονό μου ὅμως, δὲν ἤμουν ἄξιος αὐτῆς τῆς τιμῆς οὔτε τότε, οὔτε, πολὺ περισσότερο, τώρα. Ὅμως παρόλα αὐτὰ ξέρεις πόσο βαθιὰ λαχτάρησα νὰ μποροῦσα νὰ ἀκολουθήσω μὲ πλήρη συνέπεια τὰ αἱματοβαμμένα ἴχνη Σου.
Ἐσὺ μόνο γνωρίζεις κάποια δάκρυα, κάποιους ἱδρῶτες, κάποιους μόχθους, κάποιες ἀγωνίες, κάποιες ἀγρυπνίες, κάποιες περιφρονήσεις, κάποιες εἰρωνεῖες ἢ καὶ ἀπειλές, πού μοῦ ἀπευθύνθηκαν, κάποιο αἷμα τῆς καρδίας, κάποιους ἀλάλητους στεναγμούς, πού προσφέρθηκαν ταπεινὰ μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἐξαγνισθεῖ ἡ ταπεινή μου προσφορά. Ἐσὺ ξέρεις πόσο μοῦ κόστισε ἡ ἀποδοχὴ τῆς κλήσεώς Σου.
Τὸ πῶς ὁδήγησες τὰ διστακτικὰ καὶ παραπαίοντα βήματά μου, τὸ πόσο μὲ ἀνέχθηκες στὶς πτώσεις μου καὶ στὶς ἀδεξιότητές μου, τὸ γνωρίζω πολὺ καλὰ γιὰ τὸν ἑαυτό μου. Σὲ εὐχαριστῶ, Κύριε, ταπεινὰ γιὰ ὅλα αὐτά. Συνέχεια
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
Metr. Anthony Bloom
Ἂν ὑπάρχει ἕνα γεγονὸς τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ τὸ ὁποῖο νὰ χωρεῖ στὴν ἐμπειρία μας αὐτὸ εἶναι ἡ Ἀνάσταση. Ὁλόκληρη ἡ πίστη μας ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση διότι, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν», καὶ τότε «ἐλεεινότεροι πάντων ἀνθρώπων ἐσμὲν» (A΄ Κορ. 15. 14, 19). Ἂν ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει ἀναστηθεῖ τότε δὲν εἶναι ὁ Μεσσίας τοῦ κηρύγματός μας, οὔτε Αὐτὸς ποὺ ὁ ἴδιος διακήρυξε τὸν Ἑαυτό Του νὰ εἶναι· στὴν περίπτωση αὐτὴ πιστεύουμε σὲ ἕνα ψέμα καὶ ἡ ζωὴ στὴν ὁποία ἀποβλέπουμε, ἡ ζωὴ ἐκείνη τὴν ὁποία γνωρίζουμε ἐμπειρικὰ μέσα στὶς ψυχές, τὰ σώματα, τὴν ἐκκλησιαστική μας ζωή, δὲν εἶναι παρὰ μία ἀπάτη καὶ ἕνα ψέμα.
Ἐμεῖς ὅμως γνωρίζουμε ὅτι ἡ Ἀνάσταση εἶναι ἕνα ἀληθινὸ γεγονὸς διότι γνωρίζουμε τὸν ἀναστημένο Χριστό. Δὲν Τὸν γνωρίζουμε ὅπως Τὸν γνώρισαν οἱ ἀπόστολοι, μέσα στὴ σάρκα. Δὲν Τὸν εἴδαμε στὰ χωριὰ τῆς Γαλιλαίας οὔτε στοὺς δρόμους τῆς Ἁγίας Γῆς. Μὲ τὸ πνεῦμα μας ὅμως Τὸν γνωρίζουμε ἀναστημένο καὶ γνωρίζοντάς Τον μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο μποροῦμε νὰ ποῦμε μὲ βεβαιότητα ὅτι Αὐτὸς ὁ ὁποῖος σήμερα ζεῖ ἔχει πράγματι ἀναστηθεῖ ἀπὸ τοὺς νεκρούς.
Πρὸς τὸ παρὸν ἐξακολουθοῦμε νὰ φωτιζόμαστε ἀπὸ τὴ χαρὰ τοῦ Πάσχα, ὅμως οἱ μέρες περνοῦν: μὲ ποιὸ τρόπο νὰ διατηρήσουμε αὐτὸ τὸ φῶς; Μποροῦμε νὰ τὸ διατηρήσουμε μόνο ἂν δὲ στρεφόμαστε ὁλοένα πρὸς τὰ πίσω γιὰ νὰ ξαναζήσουμε μὲ τὴ σκέψη μας τὴ φωτεινὴ ἐκείνη βραδιὰ ἡ ὁποία ἀποκάλυψε τὴ δόξα τῆς Ἀνάστασης, μποροῦμε νὰ τὸ διατηρήσουμε μόνο ἂν πᾶμε μπροστά, ὄχι μόνοι τώρα ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὸν ἀναστημένο Κύριο. Ἔχετε ἀκούσει τὸ Χριστὸ νὰ καλεῖ τοὺς μαθητές Του νὰ ἐπιστρέψουν στὴ Γαλιλαία, ἐκεῖ ὅπου ἄρχισε ἡ Ἄνοιξη τῆς πνευματικῆς τους ζωῆς, ὅπου εἶχαν βρεῖ καὶ ἀναγνωρίσει τὸν Χριστό, ὅπου γιὰ ἐκείνους ἄρχισε ἡ Ζωή. Δὲν εἶναι ὅμως ἀποκλειστικὰ στὴ Γαλιλαία, στὰ βάθη ἐκεῖνα τῆς ψυχῆς τὰ ὁποῖα διατηροῦν τὴ δροσιὰ τῆς πρώτης γνωριμίας καὶ τὴν πρώτη μας ἀγάπη γιὰ τὸν Κύριο ποὺ θὰ Τὸν βροῦμε, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλα μονοπάτια. Συνέχεια