Μάρτιος 2013
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Αρχεία ανά ημέρα: 31 Μαρτίου 2013

ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΣΩΖΕΤΑΙ ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ

Πρωτ. Βασίλειος Ἰ. Καλλιακμάνης

1. Τό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα (Μάρκ. 2, 1-12)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς Καπερναούμ· καὶ ἠκούσθη ὅτι εἰς οἶκόν ἐστι. Καὶ εὐθέως συνήχθησαν πολλοί, ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδὲ τὰ πρὸς τὴν θύραν· καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον. Καὶ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν παραλυτικὸν φέροντες, αἰρόμενον ὑπὸ τεσσάρων· καὶ μὴ δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον, ἀπεστέγασαν τὴν στέγην ὅπου ἦν, καὶ ἐξορύξαντες χαλῶσι τὸν κράβαττον ἐφ’ ᾧ ὁ παραλυτικὸς κατέκειτο. Ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν λέγει τῷ παραλυτικῷ· Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. Ἦσαν δέ τινες τῶν γραμματέων ἐκεῖ καθήμενοι καὶ διαλογιζόμενοι ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν· Τί οὗτος οὕτω λαλεῖ βλασφημίας; Τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός; Kαὶ εὐθέως ἐπιγνοὺς ὁ Ἰησοῦς τῷ πνεύματι αὐτοῦ ὅτι οὕτως αὐτοὶ διαλογίζονται ἐν ἑαυτοῖς, εἶπεν αὐτοῖς· Τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; Τί ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν τῷ παραλυτικῷ, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; Ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ Yἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἐπὶ τῆς γῆς ἁμαρτίας, λέγει τῷ παραλυτικῷ· Σοὶ λέγω, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. Καὶ ἠγέρθη εὐθέως, καὶ ἄρας τὸν κράβαττον ἐξῆλθεν ἐναντίον πάντων, ὥστε ἐξίστασθαι πάντας καὶ δοξάζειν τὸν Θεὸν λέγοντας ὅτι οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν. Συνέχεια

ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ

  Ἁγίου ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ τοῦ Παλαμᾶ

1. Πιστεύομε στό Θεό, καί πιστεύομε τόν Θεό· ἄλλο τό ἕνα καί ἄλλο τό ἄλλο. Πραγματικά πιστεύω τόν Θεό σημαίνει ὅτι θεωρῶ βέβαιες κι᾽ ἀληθινές τίς ἐπαγγελίες πού μᾶς ἔδωσε: Πιστεύω στόν Θεό σημαίνει ὅτι ἔχω ὀρθόδοξο φρόνημα. Πρέπει δέ νά τά ἔχωμε καί τά δύο, νά εἴμαστε ἀληθινοί καί στά δύο καί νά συμπεριφερώμαστε ἔτσι, ὥστε καί νά γινόμαστε πιστευτοί ἀπό ἐκείνους πού βλέπουν σωστά καί νά εἴμαστε πιστοί ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πρός τόν Ὁποῖο ἀπευθύνεται ἡ πίστις. Ἔτσι ὡς πιστοί νά δικαιωνώμαστε ἀπό Αὐτόν «διότι», λέγει «ἐπίστευσε ὁ Ἀβραάμ καί τοῦτο τοῦ λογαριάστηκε γιά τήν δικαίωσή του» (Ρωμ. 4, 3). Πῶς λοιπόν ἐδικαιώθηκε ὁ Ἀβραάμ ἀπό τήν πίστη του; Ἔλαβε ἀπό τόν Θεό ὑπόσχεση γιά τό σπέρμά του, πού ἦταν ὁ Ἰσαάκ, ὅτι θά εὐλογηθοῦν ὅλες οἱ φυλές τοῦ Ἰσραήλ. Ἔπειτα διατάσσεται ἀπό τόν Θεό νά θυσιάσει, παιδί ἀκόμη, τόν Ἰσαάκ πού ἦταν ὁ μόνος ἀπόγονος διά τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νά ἐκπληρωθεῖ ἡ ὑπόσχεση. Καί χωρίς ν᾽ ἀντείπη τίποτε ὁ πατέρας, ἔσπευσε νά γίνη αὐτόχειρας τοῦ παιδιοῦ του, ἐνῶ ἐθεωροῦσε τήν ὑπόσχεση πού τοῦ εἶχε δοθῆ γι᾽ αὐτόν βέβαιη καί ἔγκυρη.

 2. Βλέπετε ποιά εἶναι ἡ πίστις πού δικαιώνει; Ἀλλά ἐπαγγέλθηκε καί σέ μᾶς ὁ Χριστός κληρονομία ζωῆς ἀΐδιας καί τρυφῆς καί δόξης καί βασιλείας. Ἔπειτα μᾶς παρήγγειλε νά πτωχεύωμε, νά νηστεύωμε, νά ζοῦμε μέ εὐτέλεια καί θλίψι, νά εἴμαστε ἕτοιμοι γιά θάνατο, νά σταυρώνωμε τούς ἑαυτούς μας μαζί μέ τά πάθη καί τίς ἐπιθυμίες. Ἐάν λοιπόν σπεύδωμε πρός αὐτά καί πιστεύωμε ἐκείνη τήν ἐπαγγελία τοῦ Χριστοῦ, πραγματικά ἐπιστεύσαμε τόν Θεό κατά τό παράδειγμα τοῦ Ἀβραάμ, καί τοῦτο θά ὑπολογισθῆ γιά τήν δικαίωσί μας.

3. Καί παρατηρήσατε τήν ἀκολουθία τῶν προτάσεων. Τό ὅτι δηλαδή ἐδέχθηκε νά προσφέρη γιά σφαγή τόν Ἰσαάκ δέν ἔγινε μόνο ἰσχυρή μαρτυρία καί ἀπόδειξις τῆς πίστεως τοῦ Ἀβραάμ, ἀλλά ὑπῆρξε καί αἴτιο τοῦ ὅτι ὁ Χριστός ἐγεννήθηκε ἀπό τό σπέρμα του, διά τοῦ ὁποίου εὐλογήθηκαν ὅλες οἱ φυλές τῆς γῆς καί ἐκπληρώθηκε ἡ ἐπαγγελία. Διότι κατά κάποιον τρόπο ὁ Θεός ἔγινε ὀφειλέτης στόν Ἀβραάμ πού ἔδωσε γιά τόν Θεό τόν μονογενῆ καί γνήσιο υἱό του. Ἔγινε ὀφειλέτης νά τοῦ ἀντιδώση αὐτό πού τοῦ εἶχε ὑποσχεθῆ, δηλαδή τόν δικό Του Μονογενῆ καί γνήσιο Υἱό. Ἔτσι συμβαίνει καί μέ μᾶς. Ἡ σωφροσύνη, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ταπείνωσις, ἡ ὑπομονή τῶν κάθε εἴδους κακώσεων καί ἡ ἐλεημοσύνη, καθώς καί ἡ κακοπάθεια τοῦ σώματος μέ νηστεῖες καί ἀγρυπνίες καί ὅλα ὅσα κάνουμε γιά νά τηροῦμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, καί γενικῶς τό νά σταυρώνωμε τούς ἑαυτούς μας μαζί μέ τά παθήματα καί τίς ἐπιθυμίες, ὄχι μόνο εἶναι ἀπόδειξις ὅτι πιστεύομε ἀληθινά στίς ἐπαγγελίες τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί καθιστᾶ κατά κάποιον τρόπο τόν Θεόν ὀφειλέτη νά ἀντιπροσφέρη σέ μᾶς τήν ἀΐδια καί ἄφθαρτη ζωή καί τρυφή, τήν δόξα καί Βασιλεία. Συνέχεια

ΚΑΤΗΧΗΣΗ Ε´

Ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων

Γιά τούς Φωτιζόμενους, πού ἔγινε στά Ἱεροσόλυμα καί ἀναφέρεται στό θέμα τῆς Πίστεως. Γίνεται καί ἀνάγνωση ἀπό τήν πρός ῾Εβραίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου, στό χωρίο· «῾Η πίστη εἶναι ἡ ὕπαρξη αὐτῶν πού ἐλπίζουμε, χωρίς τώρα νά τά βλέπουμε, ἀλλά ἡ πίστη τά κάνει στήν ψυχή μας φανερά, σάν νά τά βλέπουμε. Μ᾿ αὐτήν οἱ προπάτορές μας ἀπέκτησαν τήν καλή μαρτυρία» (῾Εβρ. 11, 1-2) καί ὅσα σχετικά ἀκολουθοῦν.

Α´ . Πόσο μεγάλο ἀξίωμα σᾶς χαρίζει ὁ Κύριος, μεταθέτοντάς σας ἀπό τήν τάξη τῶν Κατηχουμένων στήν τάξη τῶν Πιστῶν! Ὁ ἀπόστολος Παῦλος βρίσκεται ἀνάμεσά μας καί λέει· «Ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος σᾶς κάλεσε γιά νά γίνετε συμμέτοχοι τῆς ἔνδοξης ζωῆς τοῦ Υἱοῦ Του Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Κυρίου μας, εἶναι ἀξιόπιστος καί τηρεῖ ὅλες τίς ὑποσχέσεις Του» (Α´ Κορ. 1, 9). Γιατί, ἀφοῦ ὁ Θεός ἀποκαλεῖται Πιστός καί Δίκαιος, παίρνεις καί ἐσύ πλέον τήν ἴδια ὀνομασία, ἀποκτώντας ἔτσι μεγάλο ἀξίωμα. Δηλαδή, ὅπως ἀκριβῶς ὁ Θεός ἀποκαλεῖται Ἀγαθός, Δίκαιος, Παντοκράτορας, Δημιουργός ὅλων τῶν κτιστῶν, ἔτσι ὀνομάζεται καί Πιστός. Ἀναλογίσου λοιπόν, σέ ποιό ἀξίωμα ἀνεβαίνεις τώρα πού μέλλεις νά ἀποκτήσεις τό ἴδιο ὄνομα μέ τόν Θεό.

 Β´ . Στήν παρούσα λοιπόν περίσταση, ἐκεῖνο πού σᾶς ζητεῖται εἶναι νά βρεθεῖ καθένας σας συνειδητά πιστός (πρβλ. Α´ Κορ. 4, 2). Τό νά βρεῖς ὅμως ἕναν ἄνθρωπο πιστό στά λόγια καί στά ἔργα, εἶναι πολύ δύσκολο (πρβλ. Παρμ. 20, 6). Δέν τό λέω αὐτό βέβαια γιά νά ἐπιδείξεις σέ μένα τή συνείδησή σου —γιατί δέν πρόκειται νά λογοδοτήσετε σέ κάποιον ἄνθρωπο (πρβλ. Α´ Κορ. 4, 3)— ἀλλά γιά νά φανερώσεις τήν ἄδολη πίστη σου στόν Θεό, «ὁ Ὁποῖος γνωρίζει τόν ἔσω ἄνθρωπο μέ τά συναισθήματα καί τίς ἐπιθυμίες του» (πρβλ. Ψαλμ. 7, 10) καί «ὁ Ὁποῖος γνωρίζει τούς διαλογισμούς τῶν ἀνθρώπων» (πρβλ. Ψαλμ. 93, 11). Εἶναι πολύ μεγάλο πράγμα ὁ πιστός ἄνθρωπος. Αὐτός εἶναι πλουσιότερος καί ἀπό τόν πιό βαθύπλουτο ἄνθρωπο. Στόν πιστό μπορεῖ κανείς νά ἐμπιστευθεῖ ὅλου τοῦ κόσμου τά πλούτη (πρβλ. Παρμ. 17, 6α), γιατί τά ἔχει ξεπεράσει καί τά ἔχει καταπατήσει. Γιατί, ὅσοι φαινομενικά εἶναι πλούσιοι καί πολυκτήμονες, εἶναι φτωχοί στήν ψυχή. Καί ὅσο πιό πολλά μαζεύουν, τόσο κατακαίγονται ἀπό τήν ἐπιθυμία αὐτῶν πού τούς λείπουν. Μέ τόν πιστό ὅμως ἄνθρωπο συμβαίνει αὐτό τό παράδοξο. Εἶναι πλούσιος μέσα στή φτώχεια του1. Διότι, γνωρίζοντας ὅτι αὐτό πού τοῦ χρειάζεται εἶναι νά ἔχει τροφή καί σκεπάσματα καί μέ τό νά εἶναι αὐτάρκης σέ αὐτά (πρβλ. Α´ Τιμ. 6, 8), ἔχει καταπατήσει τήν ἀνάγκη καί τήν ἐπιθυμία τοῦ πλούτου. Συνέχεια