Ιούνιος 2012
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930

Μηνιαία Αρχεία: Ιούνιος 2012

Γιὰ τὸν θάνατο

 Metropolitan Anthony Bloom

 Νὰ ζοῦμε τὴν κάθε στιγμὴ

Ὁ θάνατος εἶναι τὸ κριτήριο ποὺ δοκιμάζει τὴ στάση μας γιὰ τὴ ζωή. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ φοβοῦνται τὸν θάνατο, φοβοῦνται τὴ ζωή. Εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴν αἰσθάνεται κανεὶς φόβο γιὰ τὴ ζωὴ μὲ ὅλη τὴν πολυπλοκότητα καὶ τοὺς κινδύνους της, ἀλλὰ νὰ φοβᾶται τὸν θάνατο. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο δὲν εἶναι πολυτέλεια ν’ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὸ ζήτημα τοῦ θανάτου. Ἐὰν μᾶς τρομάζει ὁ θάνατος δὲν θὰ βροῦμε ποτὲ τὴν ἑτοιμότητα νὰ ἀναλάβουμε μία διακινδύνευση, ἀλλὰ θὰ σπαταλήσουμε τὴ ζωή μας μὲ δειλό, περιδεῆ καὶ φοβισμένο τρόπο. Μόνο ἐὰν μάθουμε ν’ ἀντιμετωπίζουμε τὸν θάνατο, ἐὰν βροῦμε τὸ νόημά του καὶ καθορίσουμε τὴ θέση του στὴ ζωή μας, θὰ μπορέσουμε νὰ ζήσουμε ἄφοβα καὶ μὲ πληρότητα. Συχνὰ περιμένουμε νὰ φθάσουμε στὸ τέλος τῆς ζωῆς μας γιὰ νὰ σκεφθοῦμε τὸν θάνατο, ἐνῶ θὰ εἴχαμε ἴσως διαγράψει μία ἐντελῶς διαφορετικὴ ζωὴ ἐὰν τὸν ἀντιμετωπίζαμε νωρίτερα.

Μία πατερικὴ νουθεσία, ποὺ ἐπαναλαμβάνεται μέσα στοὺς αἰῶνες, λέει ὅτι θὰ πρέπει νὰ νήφουμε ἔχοντας καθημερινὰ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου. Μόνο ποὺ ἡ ἁπλὴ ἀναφορὰ αὐτῆς τῆς ἀλήθειας στὸν σύγχρονο ἄνθρωπο ποὺ ὑποφέρει ἀπὸ ἀνασφάλειες καὶ ἔλλειψη πίστης καὶ βιώματος, θὰ τὸν κάνει νὰ σκεφτεῖ ὅτι καλεῖται νὰ ζήσει στὴ σκιὰ τοῦ θανάτου, σὲ μιὰ κατάσταση μελαγχολίας. Θὰ νομίσει ὅτι ὁ θάνατος τὸν περιμένει σὲ κάθε του βῆμα καὶ ὅτι ἡ ζωὴ δὲν ἔχει πιὰ κανένα νόημα. Ἡ σταθερὴ καὶ βαθειὰ μνήμη τοῦ θανάτου θὰ λειτουργήσει γι’ αὐτὸν σὰν Δαμόκλειος σπάθη ποὺ ἐπικρέμαται πάνω του, στερώντας του κάθε ἀπόλαυση καὶ χαρὰ τῆς ζωῆς. Μιὰ τέτοια κατανόηση βέβαια δὲν ἔχει νόημα. Χρειάζεται νὰ καταλάβουμε τὴν ἔννοια ποὺ ἔχει ἡ μνήμη τοῦ θανάτου σὲ ὅλη της τὴ σημασία: ὡς τὴν καταξίωση τῆς ζωῆς, ὄχι τὴν ἀπαξία της.

Τὸν περισσότερο χρόνο τῆς ζωῆς μας τὸν περνοῦμε καταστρώνοντας σχέδια σὰν νὰ πρόκειται νὰ ζήσουμε μιὰ ἄλλη ζωὴ σὲ ἕναν μεταγενέστερο χρόνο. Δὲν ζοῦμε μὲ τρόπο ἀποφασιστικό, ἀλλὰ φευγαλέο. σὰν νὰ προετοιμαζόμαστε γιὰ τὴ μέρα ποὺ πραγματικὰ θ’ ἀρχίσουμε νὰ ζοῦμε. Μοιάζουμε μὲ ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ φτιάχνουν ἕνα πρόχειρο περίγραμμα μὲ τὴν πρόθεση νὰ τὸ ὁλοκληρώσουν ἀργότερα. Τὸ πρόβλημα, ὡστόσο, εἶναι πὼς αὐτὴ ἡ τελικὴ ἐκδοχὴ δὲν ἔρχεται ποτέ. Ὁ θάνατος μᾶς προλαβαίνει πρὶν βροῦμε τὸν χρόνο, ἢ ἀκόμα καὶ πρὶν νὰ ὁριστικοποιήσουμε τὴν ἐπιθυμία μας μὲ μιὰ πιὸ συγκεκριμένη μορφή. Μεταθέτουμε συνεχῶς τὴν ἀπόφασή μας γιὰ τὴν ἐπαύριο. Κι ἂς γνωρίζουμε καλὰ ὅτι αὐτὸ τὸ αὔριο δὲν ἔρχεται ποτέ. Συνέχεια

Τό ἅγιο Βάπτισμα

Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως

 «Ὅσοι βαπτιστήκατε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ντυθήκατε τὸ Χριστό» (Γαλ. 3:27).

Πόσο μεγάλη ἀλήθεια μᾶς ἐπισημαίνει μ’ αὐτὰ τὰ λόγια ὁ ἀπόστολος Παῦλος!

 Οἱ βαπτισμένοι χριστιανοὶ δὲν φοροῦν τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες του, ἀλλὰ εἶναι ντυμένοι τὸν καινούριο ἄνθρωπο. Ντύθηκαν τὸν ἴδιο τὸ Χριστό, ποὺ ζεῖ τώρα μέσα στὶς καρδιές τους. Καὶ ἡ λέξη “ντύθηκαν” δὲν ἀναφέρεται σὲ κάποια ἁπλὴ καὶ ἐξωτερικὴ στολή, ἀλλὰ σὲ κάτι βαθύτερο, σὲ κάτι οὐσιαστικὸ καὶ ἀναφαίρετο.

Μὲ τὴν πίστη μας στὸν Χριστὸ καὶ μὲ τὴ βάπτισή μας ντυνόμαστε τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ καὶ γινόμαστε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, οἰκητήρια τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ναοὶ τοῦ Θεοῦ, ἅγιοι καὶ τέλειοι, Θεοὶ κατὰ χάριν. Ὥστε λοιπὸν ρίξαμε ἀπὸ πάνω μας τὴ φθορὰ καὶ ντυθήκαμε τὴν ἀφθαρσία. Ξεντυθήκαμε τὸν ἄνθρωπο τῆς ἁμαρτίας καὶ ντυθήκαμε τὸν ἄνθρωπο τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς χάριτος. Διώξαμε τὸ θάνατο καὶ ντυθήκαμε τὴν ἀθανασία…

Συλλογιστήκαμε ὅμως καὶ τὶς μεγάλες ὑποχρεώσεις, πού, μὲ τὸ βάπτισμά μας, ἀναλάβαμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Συνειδητοποιήσαμε ὅτι ὀφείλουμε νὰ συμπεριφερόμαστε σὰν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ σὰν ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου μας;

Ὅτι ἔχουμε χρέος νὰ συνταυτίσουμε τὸ δικό μας θέλημα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ;

Ὅτι πρέπει, σὰν παιδιὰ δικά Του, νὰ μένουμε ἐλεύθεροι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία;

Ὅτι ὀφείλουμε νὰ Τὸν ἀγαπᾶμε μ’ ὅλη μας τὴ δύναμη, ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς καὶ τῆς καρδιᾶς μας;

Ὅτι ὀφείλουμε νὰ Τὸν λατρεύουμε καὶ νὰ λαχταροῦμε τὴν ἕνωση μαζί Του γιὰ πάντα;

Σκεφτήκαμε, ἄραγε, ὅτι ἡ καρδιά μας πρέπει νά ‘ναι πλημμυρισμένη ἀπὸ τὴν ἀγάπη, ὥστε αὐτὴ νὰ ξεχύνεται καὶ στὸν πλησίον μας;

Ἔχουμε τὴ συναίσθηση ὅτι ὀφείλουμε νὰ γίνουμε ἅγιοι καὶ τέλειοι καὶ εἰκόνες τοῦ Θεοῦ καὶ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ κληρονόμοι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν;

Γιὰ ὁλ’ αὐτὰ ἔχουμε χρέος ν’ ἀγωνιστοῦμε, ὥστε νὰ μὴ φανοῦμε ἀνάξιοι στὸ κάλεσμα ποὺ μᾶς ἔκανε ὁ Θεὸς καὶ ἀποδοκιμαστοῦμε…

Ναί, ἀδελφοί μου, ἂς παλέψουμε μὲ ζῆλο καὶ αὐταπάρνηση γιὰ νὰ νικήσουμε. Συνέχεια

Γιά τό ἅγιο Βάπτισμα

Ὁσ. Μάρκου τοῦ Ἐρημίτη

«Ἀπάντηση σ᾿ ἐκείνους πού ρωτοῦν γιά τό Ἅγιο Βάπτισμα»

led-1Πολλοί λένε ὅτι τό Βάπτισμα ἐξαλείφει τελείως τήν ἁμαρτία. Καί αὐτό τό ἰσχυρίζονται γιατί βασίζονται στήν Ἁγία Γραφή πού λέει: «Λουσθεῖτε καί καθαρισθεῖτε (Ἠσ. ι, 16) καί «λουσθήκατε, ἁγιασθήκατε» (Α´ Κορ. 6, 11). Ἀναφέρουν ἐπίσης καί πολλά παρόμοια χωρία γιά νά ἐπιβεβαιώσουν αὐτή τή θέση τους.

Ἄλλοι πάλι λένε ὅτι ἡ προπατορική ἁμαρτία καθαρίζεται μέ πολλούς ἀγῶνες. Καί αὐτοί ἐπίσης προσκομίζουν μαρτυρίες τῆς Ἁγίας Γραφῆς πού λέει: «Ἄς καθαρίσουμε τούς ἑαυτούς μας ἀπό κάθε ἁμαρτία τῆς σαρκός καί τοῦ πνεύματος» (Β´ Κορ. 7, 1). Ἰσχυρίζονται μάλιστα ὅτι καί αὐτή τήν ἴδια τήν ἐνέργεια τῆς ἁμαρτίας τήν ἐντοπίζουν μέσα τους.

Ἐμεῖς λοιπόν τώρα τί θά ποῦμε πάνω σ᾿ ὅλα αὐτά καί σέ ποιούς ἀπό τούς δύο πρέπει νά πιστέψουμε;

 Ἀπάντηση (1η)

 Ἀρχικά πρέπει νά παραμένουμε πιστοί στό Ἀποστολικό κήρυγμα καί νά εἴμαστε σταθεροί στήν ὁμολογία τῆς πίστεως πού ἔχουμε κάνει (κατά τό Βάπτισμα). Νά μήν θέλουμε νά ἐκπειράσουμε τόν Θεό, μέ διάφορες ὑποθέσεις καί ἑρμηνεῖες δικές μας, δοκιμάζοντας ἔτσι τή δύναμή Του. Οὔτε πάλι νά σκύβουμε ἑκούσια τόν αὐχένα στό ζυγό τῆς δουλείας, ἀλλά νά κρατᾶμε τήν ἐλευθερία μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες, ἀνάλογα μέ τό μέτρο πού τίς τηροῦμε, μᾶς ὁδηγοῦν ἀντίστοιχα σέ ὅλη τήν ἀλήθεια. Πρέπει νά γνωρίζουμε ξεκάθαρα ὅτι κατά τό μέτρο πού παραβαίνουμε τίς ἐντολές κατά τό ἴδιο μέτρο καί κυριαρχούμαστε ἀπό τήν ἁμαρτία.

Ἐπειδή μειώσαμε τή σημασία τοῦ κηρύγματος καί ἀσχολούμαστε μέ ἀναλύσεις καί ἔρευνες περισσότερο, παρά μέ τήν ὑποχρέωσή μας νά ὑπακούουμε στό λόγο τοῦ Θεοῦ, γι᾿ αὐτό καί ἀποβαίνει εἰς μάτην ἡ πίστη μας καί γι᾿ αὐτό εἴμαστε βουτηγμένοι στίς ἁμαρτίες μας.

Ἐρώτηση (2η)

 Ἐμεῖς δέν θεωροῦμε ὅτι τό κήρυγμα εἶναι χωρίς σημασία, ἀλλά ἀναζητᾶμε τήν ἀλήθεια.

 Ἀπάντηση (2η)

 Ἐφόσον λοιπόν τό κήρυγμα εἶναι γνήσιο, ἄς τηρήσουμε ὅλες τίς ἐντολές καί τότε θά δοῦμε, θά μᾶς κυβερνάει ἀκόμα ἡ ἁμαρτία;

Τό Ἅγιο Βάπτισμα εἶναι τέλειο, ἀλλά δέν ἁγιάζει ὅποιον δέν τηρεῖ τίς ἐντολές. Ἄς μήν δίνουμε πίστη λοιπόν σέ ἀνθρώπινους συλλογισμούς, ἀλλά καλύτερα νά ἐμπιστευόμαστε τήν Ἁγία Γραφή, γιατί: «Σύμφωνα μέ τίς Γραφές, ὁ Χριστός πέθανε γιά τίς ἁμαρτίες μας» (Α´ κορ. 15, 3) καί ὅτι «μέ τό Βάπτισμα μπήκαμε στόν τάφο μαζί μέ τόν Χριστό» (Ρωμ. 6, 4). Ἐπίσης λέει: «Ἐκεῖνος πού πέθανε ἔχει ἀπαλλαγεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία» (Ρωμ. 6, 7), καί ἀκόμα ὅτι «ἡ ἁμαρτία μας δέν θά μᾶς ἐξουσιάσει» (Ρωμ. 6, 14). Δέν θά μᾶς ἐξουσιάσει βέβαια, ἄν ἐφαρμόσουμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Ἄν ὅμως δέν τηροῦμε τίς ἐντολές, εἴμαστε ἄπιστοι καί ὑποτελεῖς στήν ἁμαρτία.

Πίστη δέν εἶναι μονάχα τό νά βαπτιστοῦμε στό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τό νά τηροῦμε τίς ἐντολές Του. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία, καθώς λέει ἡ Ἁγία Γραφή (Ἐφ. 2, 6) ὅτι, μέ τό Βάπτισμα ἔχουμε ταφεῖ μέ τρόπο μυστικό μαζί Του, ὅτι ἐπίσης μᾶς ἔχει ἀναστήσει μέ τήν δική Του Ἀνάσταση καί ὅτι μᾶς ἔχει καθίσει στόν ἐπουράνιο θρόνο μαζί Του. Μᾶς ἔχει ὅμως δώσει καί ἐντολές ὥστε, ἄν τίς ἐφαρμόσουμε νά φτάσουμε στήν τελειότητα, ἡ ὁποία μᾶς ἔχει ἤδη δοθεῖ ὡς δυνατότητα. Ἄν ὅμως δέν τίς ἐφαρμόσουμε θά δείξουμε ὁλοφάνερα ὅτι, μέ τή θέλησή μας ἁμαρτάνουμε. Ἄν ὑποστηρίζουμε ὅτι μέ τά καλά ἔργα μποροῦμε νά ἐξαλείψουμε τήν ἁμαρτία, τότε ὁ Κύριος «πέθανε χωρίς λόγο» καί ὅλα ὅσα μέχρι τώρα ἔχουμε πεῖ εἶναι ἀνυπόστατα (Γαλ. 2, 21). Καί πάλι, ἄν δέν μᾶς ἀπαλλάσσει τελείως ἀπό τήν προπατορική ἁμαρτία τό Βάπτισμα, ἀλλά ἡ τελειότητα εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ ἀγώνα, τότε καί ὁ νόμος τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας εἶναι γιά ἐκείνους πού ἰσχυρίζονται αὐτά, μάταιος. Καί ὅλος ὁ νόμος τῆς Καινῆς Διαθήκης ἔχει πλέον καταπατηθεῖ. Συνέχεια

ΤΟ ΑΓΙΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ

 Ἁγίου Τύχωνος τοῦ Ζάντονσκ

«Ὁ πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται» (Μάρκ. 16, 16).

 Αὐτόν τό λόγο τόν εἶπε ὁ Σωτήρας μας, γιά νά μᾶς ἐνισχύσει καί νά μᾶς παρηγορήσει. Τί πιό παρήγορο γιά τήν πιστή καί βαπτισμένη ψυχή ἀπ’ αὐτά τά λόγια, πού ὑπόσχονται αἰώνια σωτηρία;

 Δόξα τῷ Θεῷ ἀγαπητοί χριστιανοί, πού κι ἐμεῖς πιστεύουμε στό Εὐαγγέλιο καί φωτιστήκαμε μέ τό ἅγιο Βάπτισμα. Ἀξίζει γι’ αὐτό νά δοῦμε τή δύναμή Του, νά ἐξετάσουμε τί ἤμασταν πρίν βαπτιστοῦμε καί τί γίναμε μετά τό Βάπτισμα, κι ἔτσι νά λάβουμε μεγάλη παρηγοριά.

 Μέ τό ἅγιο Βάπτισμα λυτρωθήκαμε ἀπ’ ὅλα τά δεινά καί λάβαμε μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ τήν πραγματική μακαριότητα.

 Πρίν βαπτιστοῦμε ἤμασταν πολύ μακριά ἀπό τόν Θεό· μέ τό Βάπτισμα Τόν πλησιάσαμε.

 Πρίν βαπτιστοῦμε ἤμασταν ἐχθροί του Θεοῦ· μέ τό Βάπτισμα συμφιλιωθήκαμε μαζί Του κι Ἐκεῖνος μ’ ἐμᾶς.

 Πρίν ἀπό τό Βάπτισμα ἤμασταν «τέκνα ὀργῆς»· ἀλλά μέ τό Βάπτισμα γίναμε σκεύη Θείου ἐλέους.

 Πρίν ἀπό τό Βάπτισμα ἤμασταν τά σκοτεινά παιδιά τοῦ διαβόλου· μετά γίναμε φωτεινά παιδιά τοῦ Θεοῦ.

 Πρίν βαπτιστοῦμε ἤμασταν ἀχρεῖοι ἀπό τίς ἁμαρτίες· μέ τό Βάπτισμα πλυθήκαμε, φωτιστήκαμε καί δικαιωθήκαμε.

 Πρίν ἀπό τό Βάπτισμα ἤμασταν «ἀπολωλότες»· μετά γίναμε «σεσωσμένοι».

 Πρίν τό Βάπτισμα ἦταν κλειστές γιά μᾶς οἱ πόρτες πρός τήν αἰώνια ζωή καί τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν· μετά ἄνοιξαν καί εἰσέρχονται ἐλεύθερα ὅσοι φύλαξαν τή χάρη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος.

 Αὐτές καί πολλές ἄλλες Θεῖες εὐλογίες παίρνουμε μέ τό Βάπτισμα. Καί τίς παίρνουμε χωρίς νά τό ἀξίζουμε, ἀπό μόνη τή φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ –γιατί τί μπορεῖ ν’ ἀξίζει ὁ «ἀπολωλώς»; Δόξα στήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, δόξα στή φιλανθρωπία Του, δόξα στήν εὐσπλαχνία Του, δόξα στίς χάριτές Του! «Εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον ἀπό τοῦ νῦν καί ἕως τοῦ αἰῶνος» (ψαλμ. 112, 2).

 Ὅλο αὐτό τό πλούσιο ἔλεος τοῦ Θεοῦ τό ἔχει πληρώσει γιά μᾶς ὁ μονογενής Του Υἱός, ὁ Σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός· τό πλήρωσε μέ τό πολύτιμο αἷμα Του καί τό θάνατό Του. Συνέχεια

Γιατί βαπτιζόμαστε στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος;

 Ἀνδρέα Θεοδώρου

 Γιὰ ν’ ἀποβάλουμε τὸ χιτώνα τῆς φθορᾶς καὶ νὰ ντυθοῦμε τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ. Μὲ τὸ χιτώνα τῆς φθορᾶς μᾶς ἔντυσε μὲ τὴν παράβασή του ὁ Προπάτορας, ποὺ μᾶς κληροδότησε μία φύση χαλασμένη, στὴν ὁποία μπαίνουμε ὅλοι ἀνεξαίρετα οἱ ἄνθρωποι μὲ τὴ φυσική μας γέννηση. Ἡ φύση αὐτὴ τῆς φθορᾶς ἐμποδίζει τὴν εἴσοδο στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πρέπει ὁπωσδήποτε ν’ ἀφανισθεῖ καὶ αὐτὸ πετυχαίνεται στὸ ἱερὸ Βάπτισμα (Ἰωάν. 3,3). Παράλληλα πρέπει νὰ ντυθοῦμε τὸν Χριστὸ («Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε Χριστὸν ἐνεδύσασθε» ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας), νὰ ἀναγεννηθοῦμε, νὰ γίνουμε μία νέα πνευματικὴ ὕπαρξη καὶ ζωή.

Τὸ Βάπτισμα, λοιπόν, εἶναι ἡ τελετὴ ἐκείνη ποὺ ἵδρυσε ὁ Χριστός, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος, βαπτιζόμενος σὲ ἁγιασμένο νερὸ μὲ τριττὴ κατάδυση καὶ ἀνάδυση στὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ζωοποιοῦ Τριάδος, ἀφ ‘ ἑνὸς μὲν ἀποβάλλει τὴν παλαιὰ φύση τῆς ἁμαρτίας (τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα), ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀναγεννᾶται σὲ μία καινούργια ἔνθεη ὕπαρξη, φυτεμένη στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.

Τὸ Βάπτισμα εἶναι κορυφαῖο Μυστήριο. Ὀνομάζεται «κυριακό», γιατί στὴ Γραφὴ ὑπάρχει ρητὴ πληροφόρηση γιὰ τὴν ἄμεση σύστασή του ἀπὸ τὸν Κύριο (Ματθ. 28,19). Διά τοῦ βαπτίσματος ὁ ἄνθρωπος φυτεύεται μυστικὰ στὸ ἄχραντο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, γίνεται ἐπίσημα μέλος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα συμμετοχῆς του καὶ στὰ ὑπόλοιπα ἐκκλησιαστικὰ μυστήρια.

Ἀφοῦ διὰ τοῦ Βαπτίσματος καταργεῖται τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας, γιατί ἐξακολουθεῖ νὰ ἁμαρτάνει μετὰ ταῦτα ὁ ἄνθρωπος;

Δύσκολο τὸ ἐρώτημα. Φυσικὰ καὶ μετὰ τὴν ἐκρίζωση τῆς ἁμαρτίας διὰ τοῦ Βαπτίσματος ὁ ἄνθρωπος δὲν παύει νὰ εἶναι λογικὸς καὶ ἐλεύθερος. Ὅπως δὲ ὁ πρωτόπλαστος, ἂν καὶ πλασθεῖς καθαρὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὅμως ἔπεσε σ’ αὐτὴ κάνοντας κατάχρηση τῆς λογικῆς του ἐλευθερίας, ἔτσι κι ὁ βαπτισθείς, καίτοι ὁλοκάθαρος μετὰ τὸ λουτρὸ τῆς παλιγγενεσίας, μπορεῖ νὰ ἁμαρτήσει ὡς προσωπικότητα λογικὴ καὶ ἐλεύθερη. Βέβαια ἐδῶ δὲν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ τὴ δυνατότητα τῆς ἁμαρτίας, ποὺ ἔγκειται σὲ κάθε λογικὴ φύση, ἀλλὰ περὶ ροπῆς πρὸς τὴν ἁμαρτία, περὶ φρονήματος σαρκικοῦ ( concupiscentia = ἐπιθυμητικό), ποὺ εἶναι ἀπορίας ἄξιο τό πῶς παραμένει, μία καὶ ἡ ρίζα του (ἡ φθαρμένη φύση) ἔχει καταργηθεῖ ἀπὸ τὸ βαπτισθέντα. Πραγματικὰ ἔχουμε δογματικὸ πρόβλημα. Συνέχεια

Τό ἅγιο Χρῖσμα

 Ἀνδρέα Θεοδώρου

Σὲ τί ἀποσκοπεῖ τὸ ἱερὸ μυστήριο τοῦ χρίσματος;

Σφραγίζει μὲ τὰ χαρίσματα καὶ τὶς δωρεὲς τοῦ Παναγίου Πνεύματος τὴ νέα πνευματικὴ ζωὴ ποὺ γεννήθηκε διὰ τοῦ Βαπτίσματος, βοηθώντας τὸ βαπτισθέντα ν’ ἀναχθεῖ σὲ βίο θεοφιλῆ καὶ ἐνάρετο.

Τὸ Μυστήριο, ποὺ μαρτυρεῖται ἐπαρκῶς στὴν ἁγία Γραφή, γινόταν στὴν ἀρχὴ διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τῶν Ἀποστόλων στὶς κεφαλὲς τῶν βαπτισθέντων γιὰ τὴ χορήγηση τῶν χαρισμάτων τοῦ ἁγίου Πνεύματος (Πράξ. 8, 17). Μὲ τὸ πέρασμα ὅμως τοῦ χρόνου καὶ καθόσον αὔξανε σημαντικὰ ὁ ἀριθμὸς τῶν πιστευόντων, δημιουργήθηκε κάποιο πρακτικὸ πρόβλημα· τὰ χέρια τῶν Ἀποστόλων δὲν ἐπαρκοῦσαν πλέον γιὰ τὴν τέλεση τοῦ ἱεροῦ Μυστηρίου. Ἦταν λίγοι. Ἔτσι πολὺ νωρὶς ἀντικαταστάθηκε ἡ ἐπίθεση τῶν χειρῶν μὲ τὴν τέλεση τοῦ Χρίσματος, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἐπίσκοπος ἢ ὁ πρεσβύτερος χρίει σταυροειδῶς τὸ μέτωπο καὶ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ σώματος τοῦ βαπτισθέντος μὲ ἅγιο Μύρο (μίγμα ἐλαίου μὲ ἄλλες σαράντα ἀρωματώδεις οὐσίες, οἱ ὁποῖες συμβολίζουν τὰ χαρίσματα τοῦ ἁγίου Πνεύματος), ἐκφωνουμένης σὲ κάθε χρίση τῆς εὐχῆς «σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύματος ἁγίου. Ἀμήν».

Τὸ χρίσμα δὲν εἶναι συμπλήρωμα τοῦ ἱεροῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος. Εἶναι ἰδιαίτερο αὐτοτελὲς Μυστήριο, τὸ ὁποῖο γίνεται ἐν συνέχεια πρὸς τὸ Βάπτισμα. Ἐκεῖ εἶναι ἡ φυσιολογική του τοποθέτηση.

Εἶναι σωστὴ ἡ μετάθεση τελέσεως τὸν χρίσματος ἀρκετὸ χρόνο μετὰ τὸ βάπτισμα;

Τὴ μετάθεση αὐτὴ κάνουν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί. Τὸ σκεπτικό τους εἶναι: ἀφοῦ τὸ ἱερὸ Μυστήριο ἔχει σκοπὸ νὰ βοηθήσει τὸ βαπτισθέντα στὸν προσωπικό του ἀγώνα καὶ τὴν προσπάθειά του νὰ ζήσει βίο ἐνάρετο ἀνάλογο μὲ τὴν ὑψηλὴ κλήση τοῦ Βαπτίσματος, τὸ νήπιο, ποὺ ἔχει ἄωρη ἀκόμη προσωπικότητα καὶ δὲν ἔχει ἀναπτυγμένες τὶς πνευματικὲς καὶ διανοητικές του δυνάμεις, πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ ἀναλάβει ἕνα τέτοιο μεγάλο καὶ δύσκολο ἀγώνα; Γι’ αὐτὸ καὶ μεταθέτουν τὴν τέλεση τοῦ χρίσματος στὸ δωδέκατο ἔτος τῆς ἡλικίας τοῦ παιδιοῦ καὶ ἐν ἀνάγκη στὸ ἕβδομο.

Τὸ σκεπτικὸ αὐτὸ ἔχει φυσικὰ κάποια λογικὴ βάση. Ἀλίμονο ὅμως ἂν τὰ δόγματα τῆς πίστεως τὰ ἐξετάζουμε στὴ βάση μόνο τῆς λογικῆς. Ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία, ὅταν τελοῦσε τὸ Χρίσμα συνειμμένως μὲ τὸ Βάπτισμα, ἀσφαλῶς γνώριζε τί ἔκανε. Ἡ πρακτική της Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, εἶναι μεταγενέστερος νεωτερισμὸς (ΙΓ’ αἰώνας).

Κατὰ τὴ λογικὴ ὅμως αὐτὴ ἔπρεπε νὰ μετατίθεται καὶ ὁ νηπιοβαπτισμός, πράγμα ὅμως ποὺ δὲν κάνει ἡ Παπικὴ Ἐκκλησία. Ἄλλωστε εἶναι γνωστό, ὅτι ἡ μόρφωση τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῆς προσωπικότητος τοῦ ἀνθρώπου ἀρχίζει ἤδη ἀπὸ τοῦ λίκνου, ἂν μὴ καὶ νωρίτερα. Γιατί, λοιπόν, νὰ στερήσουμε τὰ νήπια ἀπὸ τὴν εὐεργετικὴ ἐπίδραση τῆς χρισματικῆς χάριτος; Συνέχεια

Τὸ ἅγιο Εὐχέλαιο

 Ἀνδρέα Θεοδώρου

Ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ ἱεροῦ μυστηρίου τοῦ Εὐχελαίου;

Τὸν καθορίζει ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος: «Κακοπαθεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσευχέσθω· εὐθυμεῖ τις; ψαλλέτω. ἀσθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας, καὶ προσευξάσθωσαν ἐπ’ αὐτὸν ἀλείψαντες αὐτὸν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου·  καὶ ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα, καὶ ἐγερεῖ αὐτὸν ὁ Κύριος· κἂν ἁμαρτίας ᾖ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ» (5,14-15).

Σύμφωνα μὲ τὸ ἁγιογραφικὸ χωρίο σκοπὸς τοῦ ἱεροῦ Μυστηρίου εἶναι πρωταρχικὰ καὶ κύρια ἡ ἴαση τῆς σωματικῆς νόσου ποὺ κατατρύχει τὸν πιστό. Εἶναι κανεὶς ἄρρωστος ἀπό σᾶς; ἐρωτᾶ. Ἂν εἶναι, ἂς προσκαλέσει τοὺς πρεσβυτέρους (περισσότεροι τοῦ ἑνὸς) στὸ σπίτι του, καὶ ἂς προσευχηθοῦν στὸν Θεὸ γι’ αὐτόν, ἀφοῦ τὸν ἀλείψουν μὲ ἁγιασμένο ἔλαιο. Ἡ ἐπάλειψη συνοδεύεται ἀπὸ τὴν εὐχή: «Πάτερ Ἅγιε, ἰατρὲ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, ὁ πέμψας τὸν μονογενῆ σου Υἱόν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, πᾶσαν νόσον ἰώμενον καὶ ἐκ θανάτου λυτρούμενον, ἴασαι καὶ τὸν δοῦλον σου (τόνδε), ἐκ τῆς περιεχούσης αὐτὸν σωματικῆς καὶ ψυχικῆς ἀσθενείας, καὶ ζωοποίησον αὐτὸν διὰ τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ σου…» (Μικρὸν Εὐχολόγιον, ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, 1992, σελ. 194)

Ἀφοῦ γίνει αὐτό, ἡ προσευχὴ τῆς πίστεως θὰ κάνει καλὰ τὸν ἄρρωστο, κι ἂν ἔχει κάνει ἁμαρτίες θὰ τοῦ τὶς συγχωρήσει ὁ Θεός.

Στὸ ἱερὸ αὐτὸ Μυστήριο ἔχουμε ἀρκετὲς δογματικὲς δυσκολίες. Ἂν καὶ εἶναι Μυστήριο πού, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα, δρᾶ ἐξ ἀνάγκης, ἐν τούτοις δὲν διαπιστώνουμε πάντοτε αὐτὸ στὴν πράξη. Ἐνῶ δηλαδὴ στὰ ἄλλα μυστήρια ἡ ἐνέργεια τῆς Χάριτος εἶναι μυστικὴ καὶ ἀθέατη (στὸ Βάπτισμα δὲν βλέπουμε πὼς ἡ Χάρη καθαρίζει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, στὴ μετάνοια πὼς ἀποκαθίσταται ἡ δικαίωση τοῦ ἁμαρτωλοῦ κ.λπ.), στὸ Μυστήριο τοῦ Εὐχελαίου τὸ ἀποτέλεσμα καθορίζεται ὡς ἐξωτερικὸ καὶ ὁρατό: θὰ γίνει καλὰ ὁ ἄνθρωπος, θὰ σηκωθεῖ ἀπὸ τὴν κλίνη τῆς ἀρρώστιας του, θὰ περπατήσει (ἴσως ὄχι ἀμέσως) κ.λπ. Αὐτὸ ὅμως συνήθως δὲν διαπιστώνεται. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ περισσότεροι πιστοί, ὅταν ἀρρωστήσουν, ἐπισκέπτονται τοὺς γιατροὺς καὶ τὶς κλινικὲς καὶ ὄχι τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς ναούς. Ὀλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ προσφεύγουν στὴ βοήθεια τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Γιατί νὰ μὴν παρέχεται πάντοτε ἡ σωματικὴ ἴαση τῶν ἀσθενούντων; Μήπως φταίει ἡ ἔλλειψη πίστεως τοῦ ἀσθενοῦντος ἢ τῶν οἰκείων του; Πολὺ πιθανό. Ἄλλωστε, συστήνοντας ὁ Κύριος τὸ Εὐχέλαιο δὲν ἀποσκοποῦσε στὴ διαρκῆ ἀποτροπὴ τοῦ θανάτου ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας Του. ‘

Ἴσως νὰ μὴ χορηγεῖ τὴν ἴαση, γιατί ἡ παράταση τῆς ἀσθένειας στὸ συγκεκριμένο ἀσθενῆ ἔχει σωτήρια γι’ αὐτὸν ἀποτελέσματα, ὅπως μπορεῖ νὰ ἔχει καὶ ὁ θάνατος. Τὰ πράγματα ὅμως αὐτὰ γνωρίζει μονάχα ὁ Θεός. Εἶναι, λοιπόν, ἀνενεργὲς τὸ ἱερὸ Μυστήριο; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἐνεργεῖ ἐκεῖ ποὺ θέλει ὁ ἅγιος Θεὸς καὶ ὅταν φυσικὰ συντρέχουν οἱ κατάλληλες ὑποκειμενικὲς συνθῆκες (κυρίως ἡ πίστη: «ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώζει τὸν κάμνοντα»). Συνέχεια

Τὸ Βάπτισμα ὡς ἀπαρχὴ μίας νέας ἐν ἀληθεία,

π. Ἀθανασίου Γιέφτιτς

…Τὸ ἱερὸ μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος δὲν ἐπιφέρει αὐτομάτως μία ἀλλαγή. Χωρὶς τὴν ζῶσα πίστη τοῦ χριστιανοῦ καὶ τὴν ἐνεργὸ συμμετοχή του στὴν νέα χριστιανικὴ ὕπαρξη καὶ ζωή, γίνεται ἀνενεργό. Τὸ Βάπτισμα τοποθετεῖται σὲ ἕνα γενικό, εὐρύτερο πλαίσιο σχέσης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, ἐλευθερίας τοῦ Θεοῦ καὶ ἐλεύθερης βούλησης τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ σχέση τούτη βασίζεται σὲ μία ἐλεύθερη συνεργία, σὲ μία σύμπραξη καὶ συμβίωση, ὅπου ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καλεῖ τὸν ἄνθρωπο καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀποδέχεται τὸ κάλεσμα «ἐν ἐλευθερίᾳ, ἐν ἀγάπῃ καὶ συνεργίᾳ καὶ συμβιώσει».

Μὲ τὸ Βάπτισμα, εἰσέρχεται κανεὶς στὸν στρατὸ τοῦ Χριστοῦ (ἁγ. Γρηγόριος Νύσσης). Ἕνας στρατιώτης, ὡστόσο, χρειάζεται νὰ ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι πραγματικὰ ἀγωνιστής, παίχτης, ἐργάτης μὲ ζῆλο, ἐνεργὸς συμμέτοχος στὴν νέα πραγματικότητα. Ἂς φανταστοῦμε, ἕνα παίχτη ποὺ ἔρχεται νὰ παίξει σὲ μία μεγάλη ὁμάδα. Ἂν δὲν προπονεῖται, ἂν δὲν εἶναι δραστήριος, παραμένει στὴν ὁμάδα ἁπλῶς ὡς μέλος της. Γιὰ νὰ παραμείνει σὲ καλὴ φυσικὴ κατάσταση καὶ γιὰ νὰ εἶναι ἀποτελεσματικός, χρειάζεται συνεχῆ προπόνηση, χρειάζεται ἄσκηση.

Στὸ Βάπτισμα, διαβάζεται περικοπῆ ἀπὸ τὴν Ἐπιστολὴ πρὸς Ρωμαίους. Ἐκεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει ὅτι ἐγειρόμενοι μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ πρέπει νὰ θεωροῦμε τοὺς ἑαυτοὺς μας «νεκροὺς μὲν τῇ ἁμαρτία, ζώντας δὲ τῷ Θεῷ, περιπατοῦντες ἐv καινότητι ζωῆς». Αὐτὸ εἶναι τὸ δυναμικὸ καθῆκον τῆς κατὰ Χριστὸν ὑπάρξεως καὶ ζωῆς μας. Τούτη εἶναι ἡ περιοχὴ τῆς ὀρθοδόξου ἀσκήσεώς μας, δηλαδὴ ἡ ἐνεργοποίηση, ἐξάσκηση, λειτουργία τῶν ἀνακαινισμένων δυνάμεων καὶ ἐνεργειῶν τῆς ἐν Χριστῷ ὑπάρξεώς μας, ποὺ ἐνδυναμώνονται ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Κάνοντας πράξη τὴν πιστότητα στὸν «Ἀμνὸ» τοῦ Θεοῦ, ζοῦμε μὲ ἕνα νέο τρόπο, «αἵροντας τὸν σταυρὸ» καὶ ἀκολουθώντας τὸν Χριστό. Ζοῦμε μία ζωὴ ποὺ προσφέρεται στὸν κόπο τῆς ἀγάπης καὶ δίνει καθημερινὰ μαρτυρία περὶ τῆς καινότητας τῆς αἰώνιας ζωῆς ποὺ μᾶς χάρισε ὁ Χριστός. Εἶναι προσκύνηση τοῦ Θεοῦ «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ»  ὅταν «περιπατοῦμε ἐν ἀληθείᾳ», καὶ ἐφαρμόζουμε τὴν ἀλήθεια.  Ἡ ζωὴ τοῦ βαπτισμένου εἶναι λειτουργία ὅλης της ζωῆς –ἡ ἀρχικὴ μάλιστα, σημασία τῆς λέξης λειτουργία, ἦταν τούτη: κάνω ἔργο τὶς δυνάμεις καὶ τὶς ἱκανότητες ποὺ χαρίζει ὁ Θεὸς πρὸς ὄφελος ὅλων, δηλαδὴ τῆς Ἐκκλησίας. Συνέχεια

Ἡ Θεία Εὐχαριστία

Metropolitan Anthony Bloom

 Ὅταν ὁ Κύριος συνέστησε τόν Μυστικό Δεῖπνο, αὐτό τό μυστήριο τῆς πίστης μας πού ἀποκαλοῦμε Θεία Λειτουργία, ἤ Θε Εὐχαριστία, συγκέντρωσε γύρω Του τούς Μαθητές Του, καί αὐτούς πού ἀργότερα θά πίστευαν μέχρι θανάτου, καί ἐκεῖνον πού ἦταν ἤδη ἕτοιμος νά προδώσει τόν διδάσκαλο. Καί τόν ἀντιμετώπισε μαζί μέ τούς ἄλλους, μέ τήν ὑπέροχη θεϊκή ἀγάπη, γιατί τό νὰ εἶσαι ἀποδεκτός στό τραπέζι ἑνός ἀνθρώπου, σημαίνει ὅτι αὐτός, ὁ οἰκοδεσπότης, θεωρεῖ ἴσους του, συντρόφους μέ τήν παλιά ἔννοια τῆς λέξης, αὐτούς πού ἰσότιμα θά κόψουν τόν ἄρτο μαζί του, θα μοιραστοῦν τήν οὐσία τῆς ζωῆς. Ἴσοι στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἴσοι μέ τόν Θεό, μέσα ἀπ’ τήν ἀγάπη Του γιά μᾶς- αὐτή εἶναι μιά ὄψη τοῦ ἐκπληκτικοῦ γεγονότος πού λέγεται Μυστικός Δεῖπνος.

Ἀλλά ἔχουμε δώσει ἐπίσης κι ἕνα ἄλλο ὄνομα, τήν ὀνομάζουμε Θεία Εὐχαριστία, ἀπό τή λέξη πού σημαίνει ταὐτόχρονα καί “δῶρο” καὶ “εὐχαριστία” . Πράγματι, μποροῦμε νά δοῦμε τήν κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ σάν τό μεγαλύτερο δῶρο πού ὁ Κύριος μᾶς δωρίζει· συντροφιά καί ἰσοτιμία, νὰ γίνουμε συνεργάτες τοῦ Θεοῦ. Καί μὲ τήν ἀπίστευτη κι ἀνεξιχνίαστη ἐνέργεια καί δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διότι αὐτό τό ψωμί (ἄρτος), δέν εἶναι πλέον μόνο ψωμί κι αὐτό τό κρασί, δεν εἶναι μόνο κρασί, ἀλλά ἔχουν πράγματι μεταβληθεῖ σέ Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Δωρεοδότη, γινόμαστε ἀρχικά καί ὅλο καί περισσότερο μέτοχοι τῆς Θείας φύσεως, Υἱοί μὲ υἱοθεσία, θεοί μέ μετοχή, ἔτσι ὥστε μαζί με τόν Ἕναν πού εἶναι ὁ Σαρκωμένος Υἱός τοῦ Θεοῦ, γινόμαστε ἡ ἀπόλυτη ἀποκάλυψη τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως καί ἡ πλήρης ἀποκάλυψη τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ὁ πλήρης Χριστός γιά τόν ὁποῖο ὁμιλεῖ ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Ἀντιοχείας. Καί πέρα ἀπ’ αὐτό, ψηλότερα, βαθύτερα κι ἀπ’ αὐτό, σ’ αὐτή τήν κοινωνία τῆς φύσης καί τῆς ζωῆς μὲ τόν μόνο γεννηθέντα Υἱό τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Εἰρηναῖο τῆς Λυών, γινόμαστε πράγματι σέ σχέση μέ τόν Θεό, τά μόνα γεννημένα παιδιά του.

Αὐτό εἶναι τό δῶρο, ἀλλά ποιά εἶναι ἡ εὐχαριστία; Τί μποροῦμε νά προσφέρουμε στόν Κύριο; Τὸ ψωμί καί τὸ κρασί, ἀνήκουν σ’ Ἐκεῖνον· τίς ζωές μας; Δέν εἶναι δικές Του; Μᾶς κάλεσε νά βγοῦμε ἀπ’ τό μηδέν. Μᾶς ἔφερε στήν ὕπαρξη, μᾶς προίκισε μ’ ὅλα αὐτά πού ἔχουμε. Τί λοιπόν μποροῦμε νά δώσουμε, πού εἶναι πράγματι δικό μας; Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής λέει ὅτι ὁ Θεός ἔχει κάνει τά πάντα, ἄφησε μόνο ἕνα: Δέν ὑποχρεώνει οὔτε τό μικρότερο πλάσμα Του νά τόν ἀγαπᾶ, γιατί ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἐλευθερία. Αὐτό εἶναι τό μόνο δῶρο πού μποροῦμε να τοῦ προσφέρουμε: Τό δῶρο μιᾶς πιστῆς καρδιᾶς. Συνέχεια

Ὁ ἄνθρωπος κατὰ Παπαδιαμάντη καὶ Ντοστογιέφσκυ

π.Ἀθανάσιος Γιέφτιτς

Μόλις εἶχε τελειώσει ὁ Α´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ εἶχε καταρρεύσει ἡ Γερμανία, ἐνῷ οἱ Μπολσεβίκοι στὴν Ρωσσία εἶχαν νικήσει, ὁ γερμανὸς (λογοτέχνης) Χέρμαν Ἔσσε ἔγραφε, σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα κείμενά του (1919), γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκυ περίπου τὰ ἑξῆς: «Αὐτὸς εἶναι ἐπικίνδυνος γιὰ τὴν Δύσι. Οἱ ἥρωές του, οἱ Καραμαζώφ, εἶναι ἀνατολικοὶ τύποι, πολὺ ἐπικίνδυνοι, σκοτεινοί, μὲ ἀσιατικὸ βάθος καὶ ἀποτελοῦν ἄμεσο κίνδυνο γιὰ τὸν δυτικὸ ἄνθρωπο». Αὐτὴ ἡ πόλωση, «Ἀνατολικοὶ – Δυτικοί», ποὺ ἔβλεπε τότε ὁ Ἔσσε, τὴν ἔχουν λίγο-πολὺ καὶ σήμερα οἱ περισσότεροι, ποὺ γράφουν γιὰ μᾶς τοὺς ὀρθοδόξους λαούς…

Εἶναι, ὅμως, τραγικὴ εἰρωνεία τῆς ἱστορίας ὅτι ὁ Χ. Ἔσσε, ἀφοῦ πέρασε καὶ ὁ Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ πάλι οἱ Γερμανοὶ ἠττήθησαν στὰ Βαλκάνια, ἔγινε βουδδιστής, δηλαδὴ ἄκρως Ἀνατολικός. Καὶ διερωτᾶται κανείς, μήπως οἱ λεγόμενοι Δυτικοὶ εἶναι πιὸ κοντὰ στοὺς ἄπω Ἀνατολίτες, παρὰ σὲ μᾶς ἐδῶ τοὺς κοντινοὺς Βαλκάνιους. Ὅμως, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ὄχι μόνο ποὺ δὲν εἴμαστε Δυτικοί, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ Ἀνατολικοί του Ἔσσε· δὲν εἴμαστε Εὐρωπαῖοι τοῦ Ἔσσε, ἀλλ᾿ ἀκόμη λιγότερο Ἀσιάτες του.

Οἱ ἥρωες τοῦ Ντοστογιέφσκυ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη δὲν κατατάσσονται στὰ σχήματα αὐτά, οὔτε ἐξηγοῦνται ἀπὸ αὐτά: «Ἀνατολὴ-Δύσι, Εὐρώπη-Ἀσία, Ἀνατολικοί-Δυτικοί». Ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ πατρίδα τους, ἀλλὰ καὶ ἡ δική μας, εἶναι ἡ Ἀνατολικὴ Μεσογειακὴ λεκάνη μὲ τὰ περίχωρά της, ὅπου περιλαμβάνονται ἡ χερσόνησος τοῦ Αἴμου, τὰ Βαλκάνια (ἀλλὰ καὶ ἡ Ρωσσία), ἡ Μ. Ἀσία, ἡ Παλαιστίνη, ἡ Μεσοποταμία, ἡ Αἴγυπτος, ἡ Β. Ἀφρικὴ καὶ ἡ Ν. Ἰταλία, δηλαδὴ ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ περιοχὴ τοῦ Βυζαντίου, ὅπου γεννήθηκε ὁ Χριστιανισμός, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικὸς πολιτισμός, καὶ ὅπου γεννήθηκε καὶ ἀναπτύχθηκε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μὲ τὴν παράδοσή της τὴν ζωντανή.

Τὰ πρόσωπα, ποὺ βρίσκουμε στὰ ἔργα τοῦ Ντοστογιέφσκυ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη, δὲν μπαίνουν καὶ δὲν ἐξηγοῦνται στὰ πλαίσια αὐτά: «Ἀνατολή-Δύσι», οὔτε στὴν πόλωσι αὐτήν: «Εὐρώπη-Βαλκάνια». Ὄχι πώς δὲν εἶναι καὶ Ἀνατολικοὶ καὶ Δυτικοί, ἀλλὰ δὲν ἐξαντλοῦνται σ᾿ αὐτὸ τὸ σχῆμα, ὅπως δὲν ἐξαντλούμεθα ἐμεῖς σήμερα μὲ τὸ νὰ χωριζώμαστε σὲ Εὐρωπαίους καὶ Βαλκάνιους… Συνέχεια

Ζωή στήν Εκκλησία

Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης 

Ζωὴ σὲ ἀδιάλειπτη ἕνωση μὲ τὴν Ἐκκλησία. Πόσο ἀπαραίτητο εἶναι ν’ ἀνήκει ὁ ἄνθρωπος στὴ Μία, Ἁγία, Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Πρέπει ὁπωσδήποτε ν’ ἀνήκουμε στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία, Κεφαλὴ τῆς ὁποίας εἶναι ὁ παντοδύναμος Κύριος, ὁ ἄρχοντας τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, ὁ Ἰησοῦς Χριστός.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ βασιλεία Του, πού μάχεται μὲ τὶς ἀρχές, μὲ τὶς ἐξουσίες καὶ τοὺς κοσμοκράτορες τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, μὲ τὰ πνεύματα τῆς πονηρίας «ἐν τοῖς ἐπουρανίοις». Συνθέτουν κι αὐτὰ ἕνα ὀργανωμένο βασίλειο καὶ πολεμοῦν τὸν ἄνθρωπο μ’ ἕναν ἰδιαίτερα ἒμπειρο, πανοῦργο, καλογυμνασμένο καὶ πανίσχυρο στρατό, ἀφοῦ πρῶτα μελετήσουν ὅλα τὰ πάθη καὶ τὶς ροπές του.

Στὸν πόλεμο αὐτὸν κανένας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ ν’ ἀγωνιστεῖ ἀπὸ μόνος του. Οἱ μεγάλες, μὴ ὀρθόδοξες κοινότητες, δὲν μποροῦν νὰ κάνουν τίποτα χωρὶς τὴν Κεφαλὴ -τὸν Χριστό. Δὲν μποροῦν νὰ νικήσουν αὐτοὺς τοὺς παμπόνηρους καὶ ἄγρυπνους ἐχθροὺς πού εἶναι πανεπιστήμονες στὸν πόλεμο αὐτόν.

ΟἹ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ διαθέτουν τὴν ἀπαραίτητη καὶ πανίσχυρη βοήθεια ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἀπὸ τὸν Θεό. Ἔχουν ὡς συμμάχους τοὺς ἁγίους στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ πού κατατρόπωσαν τοὺς ἐχθρούς τῆς σωτηρίας μὲ τὴ δύναμη τῆς χάρης Του, ἔχουν τοὺς ποιμένες καὶ διδασκάλους, ἀλλά καὶ τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς καὶ τῆς Θείας Κοινωνίας.

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀκριβῶς ἕνας ἄριστος βοηθὸς στὸν ἀγώνα ἐναντίον τῶν ὁρατῶν καὶ ἀόρατων ἐχθρῶν. Εἶναι ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία, στὴν ὁποία ἀνήκουμε μὲ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ. Οἱ καθολικοὶ ἐπινόησαν καινούργια κεφαλὴ καὶ ὑποβίβασαν τὴν ἀληθινὴ Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, τὸν Χριστό. Οἱ λουθηρανοὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἀπομακρύνθηκαν κι ἒμειναν ἀκέφαλοι. Τὸ ἴδιο κι Οἱ ἀγγλικανοί. Δὲν ὑπάρχει Ἐκκλησία σ’ αὐτούς. Ὁ δεσμὸς μὲ τὴν Κεφαλὴ ἒσπασε. Δὲν ἒχουν βοήθεια ἄνωθεν. Ἔτσι ὁ Βελίαρ τοὺς πολεμᾶ μ’ ὅλες του τὶς δυνάμεις καὶ τὴν πανουργία του καὶ τοὺς κρατάει σφιχτὰ στὴν πλάνη καὶ τὴν ἀπώλεια. Πλήθη μεγάλα ὁδηγοῦνται στὴ διαφθορὰ καὶ τὸν ὄλεθρο. Συνέχεια

Πρός Κορινθίους β’ Ἐπιστολή

Ἁγίου Κλήμεντος Ρώμης

Πρός Κορινθίους β’ Ἐπιστολή

δελφοί, ἔτσι πρέπει νὰ πιστεύουμε γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ, ὅτι εἶναι Θεός, ὅτι εἶναι κριτὴς ζωντανῶν καὶ νεκρῶν, καὶ δὲν πρέπει νὰ εἶναι μικρὴ ἡ πίστη μας γιὰ τὴ σωτηρία μας. Διότι, ἐὰν εἶναι μικρὴ ἡ πίστη μας γι’ αὐτό, θὰ ἐλπίζουμε μικρὰ καὶ νὰ λάβουμε. Καὶ ὅσοι ἀκοῦνε ὅτι ἁμαρτάνουμε γιὰ μικροπράγματα, δὲν γνωρίζουν ἀπὸ πού ἔχουμε κληθεῖ καὶ ἀπὸ Ποιὸν καὶ στὴ θέση τίνων, καὶ πόσα πάθη ὑπέφερε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς γιά μᾶς. Ποιὰ λοιπὸν ἀνταμοιβὴ θὰ Τοῦ δώσουμε ἐμεῖς; ἤ ποιὸ καρπὸ ἀντάξιο μ’ αὐτὸ πού ἔδωσε Ἐκεῖνος σέ μᾶς; καὶ πόσα ἀγαθὰ τοῦ ὀφείλουμε ἐμεῖς; Μᾶς χάρισε τὸ φῶς, μᾶς ὀνόμασε υἱοὺς ὡς Πατέρας, μᾶς ἔσωσε ἐνῶ χανόμασταν. Ποιὸν λοιπὸν ἔπαινο θὰ τοῦ δώσουμε ἤ μισθὸ ὡς ἀνταμοιβὴ γι’ αὐτὰ πού λάβαμε; Ἐνῶ ἤμασταν τυφλοὶ στὴ διάνοια, προσκυνώντας πέτρες καὶ ξύλα καὶ χρυσὸ καὶ ἄργυρο καὶ χαλκό, ἔργα ἀνθρώπων, ἐνῶ ἡ ζωὴ μας ὅλη δὲν ἦταν τίποτε ἄλλο, παρὰ θάνατος, καὶ ἐνῶ ἤμασταν περιτριγυρισμένοι ἀπὸ σκοτάδι καὶ τὰ μάτια μας ἦταν γεμάτα ἀπὸ τόσο μεγάλη συσκότιση, ξαναβρήκαμε τὸ φῶς μας, ἀποβάλλοντας τὸ σύννεφο ἐκεῖνο πού μᾶς περιτριγύριζε, μὲ τὴ δική Του θέληση. Διότι μᾶς ἐλέησε καὶ ἐπειδὴ μᾶς λυπήθηκε, μᾶς ἔσωσε, βλέποντας σὲ μᾶς μεγάλη πλάνη καὶ ἀφανισμό, χωρὶς νὰ ἔχουμε καμμιὰ ἐλπίδα σωτηρίας, παρὰ μόνο τὴ δική του. Μᾶς κάλεσε χωρὶς νὰ ὑπάρχουμε καὶ θέλησε νὰ ἔρθουμε στὴν ὕπαρξη ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία. «Δοκίμασε λοιπὸν εὐφροσύνη, γυναίκα στείρα πού δὲν γεννᾶς, ξέσπασε καὶ φώναξε δυνατά, σὺ πού δὲν ἔχεις πόνους τοκετοῦ διότι τὰ παιδιὰ τῆς ἔρημης εἶναι περισσότερα ἀπὸ ἐκείνης πού ἔχει τὸν ἄνδρα». Μὲ αὐτὸ πού εἶπε, «δοκίμασε εὐφροσύνη, στείρα πού δὲν γεννᾶς», ἐμᾶς ἐννοοῦσε˙ διότι ἡ Ἐκκλησία μας ἦταν στείρα προτοῦ τῆς δοθοῦν παιδιά. Καὶ αὐτὸ πού εἶπε, «φώναξε δυνατά, σὺ πού δὲν ἔχεις πόνους τοκετοῦ», σημαίνει τὸ ἑξῆς· νὰ ἀπευθύνουμε δηλαδὴ τὶς προσευχὲς μας ἁπλά στὸν Θεό, καὶ νὰ μὴ τὶς παραλείπουμε, ὅπως ἐκεῖνες πού κοιλοπονοῦν, ἀπὸ κακία. Καὶ αὐτὸ πού εἶπε, «διότι εἶναι περισσότερα τὰ παιδιὰ τῆς ἔρημης, ἀπὸ ἐκείνης πού ἔχει τὸν ἄνδρα», τὸ εἶπε ἐπειδὴ ἔδινε τὴν ἐντύπωση ὁ λαός μας ὅτι ἔχει ἐγκαταλειφθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, ἐνῶ τώρα πού πιστέψαμε γίναμε περισσότεροι ἀπὸ ἐκείνους πού νόμιζαν ὅτι ἔχουν τὸν Θεό.

Ἀλλά καὶ ἄλλος λόγος λέει˙ «δὲν ἦρθα νὰ καλέσω δίκαιους, ἀλλά ἁμαρτωλούς». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ σώζουμε αὐτοὺς πού χάνονται. Διότι αὐτὸ εἶναι μεγάλο καὶ ἄξιο θαυμασμοῦ, ὄχι δηλαδή, νὰ στηρίζεις αὐτούς πού στέκονται, ἀλλά αὐτούς πού πέφτουν. Ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς θέλησε νὰ σώσει αὐτούς πού χάνονται, καὶ ἔσωσε πολλοὺς μὲ τὸ νὰ ἔρθει καὶ νὰ καλέσει ἐμᾶς πού ἤμασταν ἤδη χαμένοι. Εἶναι λοιπὸν πολὺ μεγάλη ἡ ἐλεημοσύνη πού ἔκανε σὲ μᾶς˙ πρῶτα-πρῶτα ὅτι ἐμεῖς πού εἴμαστε ζωντανοὶ δὲν θυσιὰζουμε πλέον σὲ νεκροὺς θεοὺς καὶ οὔτε τοὺς προσκυνοῦμε, ἀλλά γνωρίσαμε μέσω αὐτοῦ τὸν Πατέρα τῆς ἀλήθειας· καὶ ποιὰ εἶναι ἡ γνώση πού ἔχουμε γι’ Αὐτόν, παρὰ τὸ ὅτι δὲν ἀρνιόμαστε Αὐτὸν μέσω τοῦ ὁποίου γνωρίσαμε Ἐκεῖνον; Ἐπίσης καὶ αὐτὸς λέει· «αὐτὸς πού θὰ μὲ ὁμολογήσει μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ὁμολογήσω κι ἐγώ μπροστὰ στὸν Πατέρα μου». Αὐτὸς λοιπὸν  θα εἶναι ὁ μισθός μας, ἄν ὁμολογήσουμε Ἐκεῖνον διὰ τοῦ Ὁποίου σωθήκαμε. Καὶ μὲ τί τὸν ὁμολογοῦμε; Μὲ τὸ νὰ κάνουμε αὐτὰ πού λέει, μὲ τὸ νὰ μὴ παραβαίνουμε τὶς ἐντολὲς του καὶ νὰ μὴ τὸν τιμᾶμε μόνο μὲ τὰ χείλη, ἀλλά μὲ ὅλη τὴν καρδιὰ καὶ ὅλη τὴ διάνοιά μας. Γιατί λέει στὸν Ἠσαΐα˙ «Αὐτὸς ὁ λαὸς μὲ τιμᾶ μὲ τὰ χείλη του, ἐνῶ ἡ καρδιὰ τους βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ μένα». Συνέχεια

Ἡ σχέση μέ τόν Θεό

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς,

Εἶναι δύσκολο νὰ διδάξεις ἕναν ἀμαθῆ ποὺ ἤδη ἔγινε δάσκαλος στοὺς ἄλλους!»

Ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν μπορεῖς νὰ ξεφύγεις

Ἐὰν ξεφεύγεις ἀπὸ τὸν Θεό, δὲν θὰ σὲ κυνηγήσει, ἀλλὰ θὰ σὲ περιμένει.

Σὲ ὅποιο δρόμο βαδίζεις, θὰ συναντήσεις τὸν Θεό. Ὅμως, ἐὰν δὲν ἀναγνωρίσεις τὸν Θεὸ κατὰ τὴ συνάντηση, τὸ ταξίδι σου θ’ ἀκολουθεῖ ἡ ἀπελπισία, σὰν τὸ ταξίδι πρὸς τὸ νεκροταφεῖο.

Σὲ ὅποια πόρτα νὰ χτυπήσεις, ὁ Θεὸς θὰ σοῦ ἀνοίξει. Ἐὰν ὁ Θεὸς δὲν σοῦ ἀνοίξει, καμία πόρτα δὲν θὰ ἀνοίξει.

Τὸ γνώρισμα τοῦ ζῶντος Θεοῦ ἔχει ὡς πρώτη μεγαλειώδη ἐπίπτωση, τὴν ὑπερδύναμη τῆς ζωῆς ἐπάνω στὸ θάνατο. Μὴ ἀναγνώριση τοῦ Θεοῦ ἔχει ὡς πρώτη φοβερὴ ἐπίπτωση,τὴν ὑπερδύναμη τοῦ θανάτου ἐπάνω στὴ ζωή. Στὴ πρώτη περίπτωση μποροῦμε νὰ ποῦμε: ὅλη αὐτὴ ἡ λάμψη τῆς ζωῆς διὰ τοῦ σκότους τοῦ θανάτου θὰ τελειώσει μ’ ἕνα μεγαλειῶδες πῦρ τῆς ζωῆς, στὸ ὁποῖο ὁ θάνατος θὰ καεῖ. Στὴ δεύτερη περίπτωση μποροῦμε νὰ ποῦμε: ὅλη αὐτὴ ἡ βία τοῦ θανάτου ἐπάνω ἀπὸ τὶς ἀδύναμες σπίθες τῆς ζωῆς θὰ τελειώσουν μ’ ἕνα ἀκίνητο σκοτάδι καὶ σιωπή, στὰ ὁποῖα ὁ θάνατος αἰώνια θὰ ξεκουράζεται.

Ἐὰν σβήσεις τὸν Θεὸ ἀπὸ τὸ σύμπαν, θὰ ἔχεις σβήσει τὴ διαφορὰ μεταξὺ ζωῆς καὶ θανάτου, καὶ θὰ ἔχεις παραδοθεῖ στὸ θάνατο· αὐτὴ εἶναι τελικὴ καταστροφὴ τοῦ «ὅλου» καὶ τῶν «ὅλων» ἀπὸ τὴν μία ἀκτὴ ἕως τὴν ἄλλη ἀκτὴ τοῦ χρόνου καὶ τοῦ χώρου.

Μάταια φεύγεις ἀπὸ τὸν Θεό, δὲν μπορεῖς νὰ κρυφτεῖς. Αὐτός, ὄντως, δὲν θὰ σὲ κυνηγᾶ, ἀλλὰ θὰ σὲ περιμένει. Ὅμως, δὲν θὰ σὲ περιμένει μόνο στὴ θέση ὅπου ἐσὺ τὸν ἄφησες, θὰ σὲ περιμένει σ’ ὅλες τὶς γραμμὲς καὶ τὶς γωνιὲς τοῦ κόσμου.

Εὐκολότερα θὰ προτρέξεις κάτω ἀπ’ τὸ φεγγάρι παρὰ ἀπ’ τὸν Θεό. Ὄντως, εὐκολότερα θὰ ξεφύγεις ἀπὸ τὸν ἀέρα, παρὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Συνέχεια

Πνευματική πατρότητα καὶ ποιμαντικές ἀρχές

                      π. Βασίλειος  Καλλιακμάνης

 Στὶς μέρες μας, ὅταν γίνεται λόγος γιὰ πνευματικὸ πατέρα ἐννοεῖται ὁ ἐξομολόγος κληρικός. Ὅμως, στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ἡ ἔννοια τῆς πνευματικῆς πατρότητας εἶναι πολὺ εὐρύτερη. Πατέρας εἶναι μόνο ὁ Θεὸς1. Ὁ Χριστὸς ἐπίσης, ποὺ εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἀποκαλύπτεται καὶ ὡς πατέρας τῶν ἀνθρώπων φανερώνοντας στὸ κόσμο τὴν ἀγάπη τοῦ Πατρός. Ἡ πατρικὴ ἰδιότητα τοῦ Χριστοῦ γίνεται ἐντονότερα αἰσθητὴ κατὰ τὴν Ἀνάληψή του. Οἱ μαθητὲς προαισθάνονται τὴν πνευματικὴ ὀρφάνια καὶ διακατέχονται ἀπὸ ἀπερίγραπτη ὀδύνη. Ὁ Κύριος δὲν τοὺς ἀφήνει ὀρφανούς. Ἀποστέλλει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ τοὺς ὁδηγεῖ εἰς «πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν»2

 Οἱ ἀπόστολοι διὰ τοὺ Ἁγίου Πνεύματος γεννοῦν πνευματικὰ τέκνα καὶ μεταδίδουν τὸ χάρισμα στοὺς ἐπισκόπους, κι αὐτοὶ στοὺς διαδόχους τους. Πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἀναγνωρίσθηκαν ὡς Πατέρες.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἀποστολική, ἀλλὰ καὶ Ἐκκλησία τῶν Πατέρων3. Στοὺς νεότερους χρόνους ἡ λέξη «πνευματικὸς» ἀποτελεῖ συντόμευση τῆς φράσης «πνευματικὸς πατέρας». Ὅμως, εἶναι ἀμφίβολο ἐὰν μὲ τὸν ὅρο «πνευματικὸς» νοεῖται ἐκεῖνος ποὺ φωτιζόμενος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα συμβάλλει στὴν καλλιέργεια τῆς χάριτος καὶ θεμελιώνει τὴν πνευματικὴ ζωὴ τῶν χριστιανῶν στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Συνήθως «πνευματικὸς» θεωρεῖται ὁ καθοδηγητὴς τῆς ἐξωτερικῆς συμπεριφορᾶς, ὁ σύμβουλος, ὁ «ψυχολόγος τῆς θρησκείας», ὁ φύλακας νόμων καὶ κανόνων ἤ ἁπλῶς ὁ ἐξομολόγος καὶ χορηγός της ἄφεσης τῶν ἁμαρτιῶν.

 2. Πνευματικὴ πατρότητα

 Ἂς ἀναζητήσουμε ὅμως τὸ βαθύτερο νόημα τῆς πνευματικῆς πατρότητας στὴν βιβλικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Γράφει ὁ ἀπ. Παῦλος: «Ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, «ἀλλ’ οὐ πολλοὺς πατέρας∙ ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγώ ὑμᾶς ἐγέννησα»4. Σὲ ἄλλο σημεῖο τονίζει: «Τεκνία μου…πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθεῖ Χριστὸς ἐν ὑμῖν»5. Ὁ Ἀπ. Παῦλος γεννᾶ διὰ τοῦ εὐαγγελίου τέκνα καὶ ὀδυνᾶται νὰ μορφωθεῖ ὁ Χριστὸς στὸ ἀνθρώπινο εἶναι.

 Στὶς Διαταγὲς τῶν Ἀποστόλων (4ος αἰ.) ἀναφέρεται ὅτι ὁ Θεὸς διὰ τῶν ἐπισκόπων χαρίζει τὴ θεία υἱοθεσία. Γι’ αὐτὸ ὡς πνευματικοὺς γονεῖς «τιμᾶν αὐτοὺς καὶ στέργειν», «τοὺς διὕδατος ἀναγεννήσαντας (βάπτισμα), τοὺς τῷ ἁγίῳ πνεύματι πληρώσαντας (χρίσμαἐπίθεση χειρῶν), τοὺς τῷ λόγῳ γαλακτοτροφήσαντας, τοὺς ἐν τῇ διδασκαλίᾳ ἀναθρεψαμένους (κήρυγμα), τοὺς ἐν ταῖς νουθεσίαις στηρίξαντας (κατἰδίαν διδαχή), τοὺς τοῦ σωτηρίου σώματος καὶ τοῦ τιμίου αἵματος ἀξιώσαντας, τοὺς τῶν ἁμαρτιῶν λύσαντας (μετάνοιαἄφεση) καὶ τῆς ἁγίας καὶ ἱερᾶς εὐχαριστίας μετόχους ποιήσαντας (κοινωνία6. Συνέχεια

Ο ΘΕΟΣ ΩΣ ΤΡΙΑΣ

Κάλλιστος Γουέαρ, Ἐπίσκοπος Διοκλείας

Ἡ ἐλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, Τριὰς ἁγία, δόξα σοι. (Προσευχὴ τοῦ ἁγ. Ἰωαννικίου)

Ἄναρχε ἄκτιστε Τριάς, ἀμέριστε Μονάς, ἡ τρία οὖσα καὶ ἕν Πατήρ, Υἱὸς καὶ Πνεῦμα, εἷς ὁ Θεός, προσδέχου τὸν ὕμνον, ἐκ τῶν πηλίνων γλωσσῶν, ὡς ἐκ στομάτων φλογερῶν. (Ἀπὸ τὸ Τριώδιο)

Ο ΘΕΟΣ ΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΑΓΑΠΗ

 «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν»: ἔτσι βεβαιώνουμε στὴν ἀρχὴ τοῦ «Πιστεύω». Ἀλλ’ ἀμέσως μετὰ συνεχίζουμε γιὰ νὰ ποῦμε πολὺ περισσότερ’ ἀπ’ αὐτό. Πιστεύω, συνεχίζουμε, σ’ ἕνα Θεὸ ποὺ εἶναι ταυτόχρονα τρεῖς, Πατέρας, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὑπάρχει μέσα στὸν Θεὸ πραγματικὴ διαφοροποίηση ἀλλὰ καὶ ἀληθινὴ ἑνότητα. Ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν δὲν εἶναι μόνο μία μονάδα ἀλλὰ μία ἕνωση, ὄχι μόνο ἑνότητα ἀλλὰ καὶ κοινότητα.

Ὑπάρχει μέσα στὸν Θεὸ κάτι ἀνάλογο πρὸς τὴν «κοινωνία». Δὲν εἶναι ἕνα πρόσωπο μόνο του, ποὺ ἀγαπάει μόνο τὸν ἑαυτό του, δὲν εἶναι μία μονάδα ποὺ αὐτοπεριέχεται ἢ «Ὁ Ἕνας». Εἶναι ἑνότητα τριῶν: τρία ἴσα πρόσωπα, ποὺ τὸ καθένα κατοικεῖ μέσα στ’ ἄλλα δύο μὲ τὴ δύναμη μίας ἀέναης κίνησης ἀμοιβαίας ἀγάπης. Amo ergo sum, «Ἀγαπῶ γι’ αὐτὸ ὑπάρχω»: ὁ τίτλος τοῦ ποιήματος τῆς Kathleen Raine μπορεῖ νὰ χρησιμέψει σὰν ἕνα ὑπόδειγμα γιὰ τὸν Θεὸ -τὴν Ἁγία Τριάδα. Κάτι ποὺ ὁ Shakespeare λέει σχετικὰ μὲ τὴν ἀγάπη δύο ἀνθρώπων θὰ μποροῦσε ν’ ἀποδοθεῖ ἐπίσης καὶ στὴ θεϊκὴ ἀγάπη τῶν αἰωνίων Τριῶν:

Ἔτσι ἀγαποῦσαν, σὰν ἡ ἀγάπη μέσα στὸ ζευγάρι νὰ μὴν εἶχε παρὰ στὸ ἕνα τὴν οὐσία˙ οἱ δυό τους διαφορετικοί, ἀδιαίρετοι ὡστόσο ὁ ἀριθμὸς ἦταν νεκρὸς ἐκεῖ, μέσ’ στὴν ἀγάπη!

Ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς πνευματικῆς Ὁδοῦ εἶναι: ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι νὰ γίνουμε μέρος αὐτῆς τῆς Τριαδικῆς περιχώρησης, συνεπαρμένοι τελείως μέσα στὸν κύκλο τῆς ἀγάπης ποὺ ὑπάρχει μέσα στὸν Θεό. Ἔτσι προσευχήθηκε ὁ Χριστὸς στὸν Πατέρα του, τὴ νύχτα πρὶν ἀπὸ τὴ Σταύρωσή του: «ἵνα πάντες ἓν ὦσι, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλα.» (Ἰωάν. 17,21).

Γιατί νὰ πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι τρία; Δὲν εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ πιστεύουμε ἁπλὰ στὴ θεϊκὴ ἑνότητα, ὅπως οἱ Ἑβραῖοι καὶ οἱ Μωαμεθανοί; Φυσικὰ εἶναι εὐκολότερο. Τὸ τριαδικὸ δόγμα βρίσκεται μπροστὰ μας σὰν μία πρόκληση, σὰν ἕνα «πρόβλημα» στὴν κυριολεξία: εἶναι, μὲ τὰ λόγια του Vladimir Lossky, «ἕνας σταυρὸς γιὰ τοὺς τρόπους τῆς ἀνθρώπινης σκέψης», καὶ ἀπαιτεῖ ἀπὸ μᾶς μία ριζικὴ πράξη μετάνοιας -ὄχι μόνο μία χειρονομία τυπικῆς συγκατάθεσης, ἀλλὰ μία ἀληθινὴ ἀλλαγὴ νοῦ καὶ καρδιᾶς. Συνέχεια

Ἡ Ἀληθινὴ Θεολογία

Κόντογλου Φώτης

 Εἴπαμε πώς, ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα, ὄχι μοναχὰ δὲν διαβάζουμε, ἀλλὰ κἄν δὲν ξέρουμε ἂν ὑπάρχουνε οἱ μυστικοὶ Πατέρες ποὺ φωτίσανε τὴν Ὀρθοδοξία. Γιὰ τοὺς θεολόγους ἡ Ὀρθοδοξία κατάντησε μιὰ κούφια λέξη, ἀφοῦ ἡ μυστικὴ οὐσία της τοὺς εἶναι ἄγνωστη, ὅπως κι’ ἡ παράδοσή τους. Οἱ δικοί μας θεολόγοι παίρνουνε τὰ φῶτα ἀπὸ τὴ Δύση, γιατί ἐκεῖ ἡ θεολογία ἔχει γίνει ἐπιστήμη, κ’ ἡ ματαιοδοξία τους κολακεύεται ἀπ’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἡ πίστη, γι’ αὐτούς, δὲν ἔχει καμμιὰ σημασία. Θὰ μοῦ πῆτε, “θεολογία χωρὶς πίστη, γίνεται;” Μὰ κ’ ἐγὼ σᾶς ρωτῶ, μὲ τὴν ἴδια ἀπορία, “γίνεται θεολογία χωρὶς πίστη;”

Ὡστόσο, στὶς Δυτικὲς χῶρες καὶ στὴν Ἀμερική, πολὺς κόσμος ἔχει στραφεῖ πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία, ἀπὸ τὴ δίψα τῆς ἀληθείας. Στὴν Ἑλλάδα, μοναχὰ λιγοστοὶ ἄνθρωποι καὶ κάποιοι παλιοημερολογίτες διαβάζουνε τὰ βιβλία τῶν Πατέρων, ἐκτός τοῦ Βασιλείου καὶ τοῦ Χρυσοστόμου, ποὺ τοὺς παίρνουνε οἱ θεολόγοι γιὰ ρήτορας καὶ γιὰ φιλολόγους τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας. Τὰ βιβλία τῶν μυστικῶν Πατέρων δὲν ξανατυπώνουνται πιὰ καὶ καταντήσανε σπάνια. Ἡ ἐπίσημη Ἐκκλησία τυπώνει προχειρολογήματα διάφορων νεωτεριστῶν θεολόγων, χωρὶς καμμιὰ οὐσία, ποὺ φανερώνουνε μοναχὰ τὴν ἀπίστευτη γύμνια ἐκείνων ποὺ τὰ γράφουνε. Μοναχὰ τώρα τελευταῖα ἄρχισε νὰ τυπώνει ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία τὴν Πατρολογία τοῦ Migne. Μὰ κι’ αὐτὴ ἡ ἔκδοση εἶναι γιὰ τοὺς θεολόγους, κι’ ὄχι γιὰ τοὺς πιστούς, ἀφοῦ εἶναι τυπωμένη στὴν ἀρχαία γλῶσσα.

Ἐκτὸς ἀπ’ αὐτό, ἡ ἔκδοση τῆς Πατρολογίας δὲν ἔχει καμμιὰ βαθύτερη δικαίωση, μὲ τὸ δυτικὸ χαρακτῆρα ποὺ ἔχει ἡ γενικὴ μόρφωση τῶν θεολόγων μας, ποὺ δὲν ἔχουνε καμμιὰ βαθύτερη γνώση τῆς οὐσίας τῆς Ὀρθοδοξίας, οὔτε καὶ τῆς παράδοσής μας. Ἔτσι κι’ αὐτὴ ἡ ἔκδοση καταντᾶ ἕνα γεγονὸς χωρὶς βαθύτερη σημασία, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει τὸ κατάλληλο ὀρθόδοξο χῶμα γιὰ νὰ ριζοβολήσει. Συνέχεια

Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ

Anthony Bloom

Θὰ ἤθελα νὰ ἀρχίσω μ’ ἕνα μικρὸ ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς Ἀποκάλυψης, κεφάλαια 21 καὶ 22: «Καὶ ἤκουσα φωνῆς μεγάλης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, ἡτοιμασμένην ὡς νύμφην κεκοσμημένην τῶ ἀνδρὶ αὐτῆς. καὶ ἤκουσα φωνῆς μεγάλης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λεγούσης· Ἰδοὺ σκηνὴ τοῦ Θεοῦ μετὰ τῶν ἀνθρώπων, καὶ σκηνώσει μετ’ αὐτῶν καὶ αὐτοὶ λαὸς αὐτοῦ ἔσονται, καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς μετ΄ αὐτῶν ἔσται, καὶ ἐξαλείψει ἀπ’αὐτῶν, καὶ ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι, οὔτε πένθος, οὔτε κραυγὴ, οὔτε πόνος οὐκ ἔσται ἔτι· ὅτι τὰ πρῶτα ἀπῆλθον. Καὶ εἶπεν ὁ καθήμενος ἐπὶ τῷ θρόνῳ· ἰδοὺ καινὰ ποιῶ πάντα. Καὶ λέγει μοι· γράψον, ὅτι οὗτοι οἱ λόγοι πιστοὶ καὶ ἀληθινοὶ εἰσι. Καὶ εἶπέ μοι· γέγονεν. ἐγὼ τῷ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος. ἐγὼ τῷ διψῶντι δώσω ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς δωρεάν. Λέγει ὁ μαρτυρῶν ταῦτα· ναὶ ἔρχομαι ταχύ. ἀμήν, ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ. Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μετά πάντων τῶν ἁγίων· ἀμήν».

Αὐτὴ εἶναι σπουδαία προσδοκία, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνο προσδοκία. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ποὺ πρόκειται νὰ ἔλθει, ἦλθε μέ δύναμη. Ἦλθε σὲ μέρη πολλά, σὲ πολλές καρδιὲς, σὲ πολλές οἰκογένειες, μ’ ἔναν σχεδὸν ἀνεπαίσθητο τρόπο, μυστικὰ ὅπως ἔρχεται ὁ κλέφτης στὰ μέσα τῆς νύχτας. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔφτασε μὲ δύναμη, βρίσκεται στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις, ἀφοῦ ἀποκατέστησε ξανὰ τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο μέσα ἀπὸ μιὰ νέα διάσταση ἀγάπης, τὴν θυσιαστικὴ ἀγάπη τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρίσκεται ἐντὸς μας καὶ ἀνάμεσα μας. Τὰ πάντα βρίσκουν τὸ δρόμο τους στὶς καρδιὲς, στὸ νοῦ, στὴ ζωή, στὴ θέληση μας, κατακτώντας τὰ πάντα μέσα μας. Ἔτσι ὁ σαρκωμένος Θεὸς ἐργάζεται. Kατακτᾶ, καὶ θὰ κατακτᾶ.

Ἀλλὰ ἄν εἴμαστε λαός Του, ἄν εἴμαστε οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, καλούμαστε ὄχι μόνο δεκτικοὶ τῆς χάριτος, ὄχι μόνο νὰ μᾶς κατακτήσει, ἀλλὰ ἔχουμε τὸ προνόμιο νὰ εἴμαστε οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ Θεοῦ, αὐτοὶ ποὺ ὁ Θεὸς ἐπέλεξε, γιὰ νὰ ὑπηρετήσουμε τὸ σκοπό Του. Εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ μπορεῖ Ἐκεῖνος νὰ μᾶς ἐμπιστευτεῖ, ἐπειδὴ Τὸν γνωρίζουμε, ἐπειδὴ Τὸν λατρεύουμε μὲ εὐλάβεια καὶ πίστη, καὶ μπορεῖ νὰ μᾶς πεῖ «Πήγαινετε»· «θυσιαστεῖτε» καὶ νὰ πεθάνουμε· «Ζῆστε» καὶ νὰ ζήσουμε.

 Καὶ στὴν καρδιὰ αὐτῆς τῆς ἀποστολῆς μας, ὑπάρχουν λόγια ποὺ ἀκούσαμε δυό φορές στὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς ἑβδομάδας σὲ δύο ἀκολουθίες: «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν». Καὶ ὅταν αὐτὸ γίνεται στὸ πλαίσιο τῶν ἱερῶν μας Λειτουργιῶν, μέσα στὸ κομμάτιασμα τῆς ἱστορικῆς Χριστιανοσύνης, μὲ ὀδύνη συνειδητοποιοῦμε τὸν χωρισμὸ, ἐνῶ γνωρίζαμε τὴν συγγένεια μας. Ὑπάρχει ἕνα σημεῖο ὅπου μὲ αὐτοὺς τοὺς ἀληθινοὺς λόγους, «Ποιεῖτε τοῦτο εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν», μποροῦμε νὰ εἴμαστε ἀκόμα πιὸ κοντὰ ἀπ΄ ὅσο φανταζόμαστε, ἀκόμα κι ἄν δὲν μποροῦμε νὰ κόψουμε τὸν ἄρτο, οὔτε νὰ μοιραστοῦμε τὸ ἴδιο ποτήριο; Tολμῶ νὰ πῶ πὼς εἴμαστε πολὺ πιὸ κοντὰ.

Ὅταν λέμε αὐτὰ τὰ λόγια τὴν ὥρα τῆς κλάσης τοῦ ἄρτου, σκεφτόμαστε μὲ ὅρους λειτουργικοὺς· ξεχνᾶμε ὅτι στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο αὐτὰ τὰ λόγια καὶ αὐτὴ ἡ κίνηση ἀντιπροσώπευε κάτι περισσότερο ἀπὸ μιὰ πράξη ἀδελφοσύνης, κάτι περισσότερο ἀπὸ ἕναν τύπο. Ὁ τεμαχισμένος ἄρτος εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ ποὺ θυσιάστηκε γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου. Τὸ κοινὸ ποτήριο ἦταν εἰκόνα τοῦ αἵματός Του ποὺ χύθηκε γιὰ νὰ ἔχει ὁ κόσμος ζωή. Τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμαΤου, ἀντιπροσωπεύουν τὴ θεϊκὴ ἀγάπη ποὺ πῆρε σάρκα μὲ σκοπὸ νὰ μετέχει στὴν τραγωδία τῆς ἀνθρωπότητας μέσα ἀπὸ μιὰ πράξη τέλειας καὶ σταυρωμένης ἀδελφοσύνης γιὰ νὰ σωθεῖ ἴσως ἡ ἀνθρωπότητα. Κι αὐτὸ ἀφορᾶ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ξεκινώντας ἀπὸ τοὺς πιστοὺς, καθὼς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Συνέχεια