Ιούνιος 2012
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930

Αρχεία ανά ημέρα: 18 Ιουνίου 2012

Ἡ ὑπερηφάνεια αἰτία τῆς ἀπουσίας χαρᾶς

Schmemann Alexander

58514_132928030088725_100001145865926_214176_2249813_n[2]Σὲ σχέση μὲ τὴν κρίση ποὺ ὑπάρχει στὴν προσέλευση φοιτητῶν, σκεφτόμουν: γιατί οἱ ἄνθρωποι τόσο συχνὰ ἁπλῶς καταστρέφουν τὴ ζωή τους, βλάπτουν τὸν ἑαυτό τους, σὰν νὰ διακατέχονται ἀπὸ κάποια amor fati.

Θὰ ὑπέθετε κανεὶς πὼς ἕνας ἁπλὸς ἐγωισμὸς καὶ τὸ ἔνστικτό τῆς αὐτοσυντήρησης θὰ τοὺς προφύλασσαν , ἀλλὰ ὄχι, οὔτε αὐτὸ τὸ ἔνστικτο δὲν τοὺς σταματᾶ. Μπορεῖς νὰ διακρίνεις καθαρὰ ἕνα εἶδος τρέλας, ἕνα πραγματικὸ πάθος γιὰ καταστροφή. Αὐτὸ τὸ πάθος εἶναι τὸ «Ἐγώ», δηλ. ἡ ὑπερηφάνεια.

Ἡ ὑπερηφάνεια μεταμόρφωσε τὸν «ἄγγελο φωτός» σὲ Διάβολο, καὶ τώρα μόνον ἡ ὑπερηφάνεια ἔχει τὴ δύναμη νὰ καταστρέφει τοὺς ἀνθρώπους. Συνεπῶς, τὸ καθετὶ ποὺ συνδέεται, κατὰ τὸν ἕνα ἤ τὸν ἄλλο τρόπο, μὲ τὴν ὑπερηφάνεια, ἀκόμη καὶ σὲ μικροσκοπικὲς δόσεις, συνδέεται μὲ τὸν Διάβολο καὶ μὲ τὸ διαβολικό.

Ἡ θρησκεία ἐπίσης ἀποτελεῖ ἕνα ἕτοιμο πεδίο δράσης γιὰ τὶς δυνάμεις τοῦ διαβόλου. Τὰ πάντα, ἀπολύτως τὰ πάντα στὴ θρησκεία, εἶναι ἀμφιλεγόμενα, κι αὐτὴ ἡ ἀσάφεια μπορεῖ ν’ ἀρθεῖ μόνο μὲ τὴν ταπείνωση, ἔτσι ὥστε ὁλόκληρη ἡ πνευματικὴ ζωὴ νὰ εἶναι, ἤ νὰ πρέπει νὰ κατευθύνεται, στὴν ἀναζήτηση τῆς ταπείνωσης.

Τὸ σημάδι τῆς ταπείνωσης: χαρά! Ἡ ὑπερηφάνεια ἀποκλείει τὴ χαρά. Ἔπειτα: ἁπλότητα, δηλαδὴ ἀπουσία κάθε στροφῆς πρὸς τὸν ἑαυτό μας. Τελικά, ἐμπιστοσύνη, ὡς ἡ κύρια κατευθυντήρια γραμμὴ τῆς ζωῆς, ποὺ ἐφαρμόζεται στὸ καθετὶ (καθαρότητα καρδιᾶς, ὅταν ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ δεῖ τὸν Θεό). Σημάδια τῆς ὑπερηφάνειας εἶναι: ἡ ἀπουσία χαρᾶς, περιπλοκότητα καὶ φόβος. Ὅλα αὐτὰ μποροῦν νὰ ἐπαληθευθοῦν κάθε μέρα, κάθε ὥρα, παρατηρώντας τὸν ἑαυτό μας καὶ μελετώντας τὴ ζωὴ γύρω μας.

Εἶναι τρομερὸ νὰ σκέφτεσαι πώς, κατὰ μία ἔννοια, καὶ ἡ Ἐκκλησία ζεῖ μὲ ὑπερηφάνεια – «τὰ δίκαια τῶν ἐκκλησιῶν», «τὰ δίκαια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου», «ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας», κ.λπ. καὶ μὲ μιά πλημμύρα ἄχαρης, περίπλοκης καὶ ἐπίφοβης «πνευματικότητας». Εἶναι μιά συνεχὴς αὐτοκαταστροφή. Συνέχεια

Περὶ φιλαυτίας καὶ ἐλευθερίας,

Ἀρχιμ. Γεωργίου Καψάνη

Ἡ φιλαυτία μητέρα τῶν παθῶν

Ὅλη τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς λέγεται ἡ πολὺ γνωστὴ εὐχὴ τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ: «Κύριε καὶ Δεσπότα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καὶ ἀργολογίας μή μοι δός. Πνεῦμα δὲ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης χάρισέ μοι τῷ σῷ δούλῳ. Ναὶ Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμά πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου». Κατὰ βάθος ὅλα αὐτὰ τὰ αἰτήματα ἀποβλέπουν στό νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ τὴ φιλαυτία, ἡ ὁποία κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας εἶναι ἡ ῥίζα ὅλων τῶν κακῶν.

Πρὶν προχωρήσω ὅμως στό θέμα, θὰ ἤθελα νά διαβάσουμε γιά λίγο τὴν πολὺ χαριτωμένη ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Νικόδημου τοῦ Ἁγιορείτου στούς λόγους τοῦ ἀποστόλου Παύλου, στήν Β΄ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολή, κεφ. Γ΄: «ἔσονται γὰρ οἱ ἄνθρωποι φίλαυτοι, φιλάργυροι, ἀλαζόνες, ὑπερήφανοι, βλάσφημοι, γονεῦσιν ἀπειθεῖς, ἀχάριστοι, ἀνόσιοι, ἄστοργοι, ἄσπονδοι, διάβολοι, ἀκρατεῖς, ἀνήμεροι, ἀφιλάγαθοι, προδόται, προπετεῖς, τετυφωμένοι, φιλήδονοι μᾶλλον ἢ φιλόθεοι».

Ἂς δοῦμε μερικὰ ἀπὸ αὐτά, πῶς τὰ ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ ὁποῖος εἶναι πατερικὸς ἑρμηνευτὴς τῆς Καινῆς Διαθήκης: «Εὐθύς», λέει, «βάλλει ὁ Ἀπόστολος τὸ πρῶτο πάθος ἀπὸ ὅλα τὰ πάθη καὶ τὴν πρώτη ῥίζα πού γεννᾷ ὅλα τὰ κακά, δηλαδή τὴ φιλαυτία, γιατί φυσικῷ τῷ τρόπῳ, πρῶτο κανείς ἀγαπᾷ τὸν ἑαυτὸν του καὶ ἔπειτα διὰ τὸν ἑαυτὸ του ἀγαπᾷ καὶ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ τὰ ἄλλα τοῦ κόσμου πράγματα. Εἶναι λοιπὸν ἡ φιλαυτία μία ἄτακτη φιλία τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἀπὸ τὴν ὁποία νικώμενοι κάμνομε ὅλα τὰ κακὰ καὶ τὰ πάθη γιὰ νά θεραπεύσουμε τὸν ἑαυτὸ μας καὶ ἡ ὁποία μᾶς κάμνει νά μὴ στοχαζώμαστε καὶ νά θέλουμε τὸ καλὸ τοῦ πλησίον μας, ἀλλὰ μόνο τὸ δικὸ μας, διότι φίλαυτος λέγεται ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος, ὅπου φιλεῖ μόνον τὸν ἑαυτὸν του, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀκολουθεῖ τὸ νά μὴ φιλῇ οὔτε τὸν ἑαυτὸν του. Διότι καθὼς ἀκολουθεῖ καὶ εἰς τὰ μέλη τοῦ σώματος καὶ ἡ βλάβη τοῦ ἑνὸς μέλους, τοῦ ὀφθαλμοῦ θετέον ἢ τῆς χειρὸς ἢ τοῦ ποδὸς διαβαίνει καὶ στὰ ἄλλα μέλη, ἢ καθὼς ἀκολουθεῖ στὴν οἰκία, στὴν οἰκοδομὴ τοῦ οἴκου καὶ ὅταν βγάνη κάποιος μία πέτρα ἀπὸ τὸν τοῖχο σείει καὶ ταράττει καὶ τίς ἄλλες πέτρας, ἔτσι ἀκολουθεῖ καὶ στὴν Ἐκκλησία τῶν Χριστιανῶν καὶ ὁποῖος ἐπιμελεῖται μόνον τὸν ἑαυτὸν του ἀμελεῖ δὲ τὸν ἀδελφὸ του, αὐτὸς βλάπτει καὶ τὸν ἴδιον ἑαυτὸν του». Συνέχεια

Ἡ φιλία

Φώτιος ὁ Μέγας

Νὰ μὴν εἶσαι γρήγορος στὴ σύναψη φιλίας· ὅταν ὅμως συνάψης δεσμό, νὰ τὸν διατηρῆς ἄλυτο μὲ κάθε τρόπο, σηκώνοντας ὅλο τὸ βάρος τοῦ συνανθρώπου, μὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι δὲν ἐπιφέρει κίνδυνο στὴν ψυχή. Διότι οἱ διαστάσεις πρὸς τοὺς φίλους ἐκφαυλίζουν ὅλη τὴν προαίρεσι τῶν ἀνθρώπων καὶ ὑποβάλλουν ὄχι μόνο τὸν ὑπαίτιο ἀλλὰ καὶ τὸν ἀναίτιο στὴν ἴδια ὑπόνοια.

Φίλους νὰ κάμης ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διατηροῦν παντοτινὰ ἄδολη τὴν φιλία πρὸς τοὺς ἄλλους καὶ μήτε ὅταν εὐημεροῦσαν τοὺς ἐφθόνησαν μήτε ὅταν δυστυχοῦσαν τοὺς παραμέλησαν.

Πράγματι πολλοὶ ἐβοήθησαν κι ἐπόνεσαν τοὺς φίλους ὅταν βρίσκονταν σὲ δυστυχία, ἀλλὰ ὅταν ἦσαν εὐτυχεῖς δὲν βάσταξαν τὴν εὐημερία τους· ἔτσι αὐτοὺς ποὺ δὲν τοὺς ἤλεγξε ὁ καιρὸς τῆς συμπαθείας, τοὺς ἐξεσκέπασε τὸ πάθος τοῦ φθόνου. Ν’ ἀποκτᾶς λοιπὸν φίλους ὄχι τοὺς φαύλους ἀλλὰ τοὺς ἀρίστους· διότι τὰ ἤθη τῶν φίλων κρίνονται συνήθως ἀπὸ τὴν ποιότητα τῶν φιλουμένων διὰ τῶν ἐντίμων φίλων εὔκολα ἐπαναφέρεται κανεὶς καὶ ὅταν παραπέση, οἱ φαῦλοι ὅμως φθείρουν καὶ τὴν ὑπάρχουσα καλοκαγαθία· οἱ πρῶτοι καλύπτοντας οἱ ἴδιοι τὴν ἔλλειψι τῶν φίλων στὴν ἀρετὴ τὴν κάμουν νὰ φαίνεται ἀνελλιπής, ἐνῶ ἡ συναναστροφὴ μὲ τοὺς φαύλους καθιστὰ νόθο καὶ ὅ,τι ὑπόλοιπο ἀρετῆς ὑπάρχει.

Νὰ μὴ ζητᾶς ν’ ἀκούης τὰ εὐχάριστα ἀπὸ τοὺς φίλους, ἀλλὰ μᾶλλον τὰ ἀληθινά. Διότι, ἂν δὲν πρέπει νὰ πιστεύσουμε στοὺς ἐχθροὺς ἀκόμη καὶ ὅταν λέγουν τὴν ἀλήθεια, ἀπὸ τοὺς φίλους δὲν ἔχει φθαρεῖ ἡ ἀλήθεια καὶ ζητοῦν κι ἐκεῖνοι νὰ λέγωνται τὰ εὐχάριστα, ἀπὸ ποῦ ἀλλοῦ θὰ προέλθη γιὰ μᾶς ἡ γνῶση τῆς ἀληθείας καὶ ἡ διόρθωση τῶν τυχὸν ἀνοσίων λόγων καὶ πράξεών μας; Γι’ αὐτὸ νὰ θεωρῆς σπουδαῖο πράγμα τὸ νὰ διαφέρουν οἱ φίλοι τῶν κολάκων.

Οἱ μὲν κόλακες, ἐπαινώντας σε κατὰ πρόσωπο, καὶ σένα τὸν ἴδιο δὲν ἀφήνουν νὰ ἔρθεις σέ συναίσθηση τῶν σφαλμάτων ποὺ φυσικὰ διαπράττεις, ἀλλά καὶ μεγαλύτερα τὰ καθιστοῦν μὲ τὶς διαβολὲς πρὸς τοὺς ἄλλους· οἱ φίλοι ὅμως μὲ τὸν φιλικὸ ἔλεγχο καὶ σένα τὸν ἴδιο ἐνισχύουν περισσότερο, ὥστε ν’ ἀντιληφθῆς τὴν παρανομία, καί, ἂν χρειασθῆ νὰ λεχθῆ κάτι καὶ πρὸς τοὺς ἔξω, τότε ἀντὶ κατηγορίας βρίσκουν ἀπολογία γιὰ τὴν πράξη.

Ὅσο λοιπὸν διαφέρει ἡ ἄσκηση τῆς ἀρετῆς ἀπὸ τὴν προκοπὴ στὴν κακία καὶ τὸ νὰ διαλύη κανεὶς τὶς διαβολὲς ἀπὸ τὸ νὰ διαβάλλη στοὺς ὑπηκόους, τόσο πρέπει καὶ σὺ νὰ προτιμᾶς τοὺς φίλους ἀπὸ τοὺς κόλακες. Συνέχεια

Ἀληθινὴ ἐλεημοσύνη.

Ἰσαάκ Σύρου

Σπεῖρε τὴν ἐλεημοσύνη μὲ ταπείνωση καὶ θὰ θερίσεις τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ τὴν ἡμέρα πού θὰ σὲ κρίνει. Ποιὰ ἁμαρτήματα σὲ ἔκαναν νὰ χάσεις τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ; Ἀπ’ αὐτὰ νὰ θεραπευθεῖς γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσεις. Ἔχασες τὴ σωφροσύνη; Δὲν δέχεται ἀπὸ σένα ὁ Θεὸς τὴν ἐλεημοσύνη ἐνόσω ἐπιμένεις στὴν πορνεία. Διότι ὁ Θεὸς ἀπὸ σένα θέλει τὸν ἁγιασμὸ τοῦ σώματος.

Ὁ πραγματικὸς ἐλεήμων.

Ὁ ἐλεήμων νὰ δίνει ἐλεημοσύνη ἀπ’ αὐτὰ πού ὁ ἴδιος ἀπέκτησε, μὲ τὸ δικό του μόχθο καὶ πόνο, καὶ ὄχι ἀπ’ αὐτὰ πού κέρδισε μὲ τὸ ψέμα καὶ τὴν ἀδικία καὶ μὲ πονηριές. Ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος εἶπε: Ἂν θέλεις νὰ σπείρεις τὴν ἀγάπη σου στοὺς φτωχούς, νὰ σπείρεις ἀπὸ τὰ δικά σου. Ἂν πάλι θέλεις νὰ σπείρεις ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ τῶν ξένων, πού ἀπέκτησες ἄδικα, νὰ γνωρίζεις ὅτι θὰ γίνουν γιὰ σένα πιὸ πικρὰ ἀπὸ τὰ ἀγριόχορτα. Σᾶς λέω λοιπὸν ἐγώ, ὅτι ἂν ὁ ἐλεήμων δὲν ξεπεράσει τὰ ὅρια τῆς δικαιοσύνης, δὲν εἶναι ἐλεήμων˙ γιατί πρέπει ὄχι μόνο ἀπὸ τὰ δικά του νὰ δίνει ἐλεημοσύνη, ἀλλὰ καὶ μὲ χαρὰ νὰ ὑπομένει τὶς ἀδικίες πού τοῦ γίνονται ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ νὰ ἐλεεῖ αὐτοὺς πού τὸν ἀδικοῦν.

Ὅταν νικήσει τὴ δικαιοσύνη μὲ τὴν ἐλεημοσύνη, τότε στεφανώνεται, ὄχι μὲ τὰ στεφάνια τῶν δικαίων τοῦ ἰουδαϊκοῦ νόμου, ἀλλὰ μὲ τὰ στεφάνια τῶν τελείων, πού ἀναφέρει τὸ εὐαγγέλιο. Γιατί τὸ νὰ δίνει κανεὶς στοὺς φτωχοὺς ἀπὸ τὰ δικά του καὶ νὰ ντύνει τὸ γυμνὸ καὶ νὰ ἀγαπάει τὸν πλησίον του σὰν τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ μὴν ἀδικεῖ, οὔτε νὰ λέει ψέματα, αὐτὰ καὶ ὁ παλιὸς νόμος τὰ ἀπαιτοῦσε. Ὅμως ἡ τελειότητα τῆς οἰκονομίας τοῦ Εὐαγγελίου ἔτσι προστάζει: «ἀπ’ αὐτὸν πού ἁρπάζει τὰ πράγματά σου μὴν τὰ ζητᾶς πίσω καὶ νὰ δίνεις σ’ ὁποῖον ζητάει ἀπὸ σένα, χωρὶς διάκριση», ἂν εἶναι συγγενής σου ἡ ξένος κ.λπ. (Λουκ. 6, 30).

Καὶ ὄχι μόνο ὅταν ἁρπάζουν τὰ πράγματά σου, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα δυσάρεστα πού σοῦ ἔρχονται, πρέπει νὰ τὰ ὑπομένεις μὲ χαρὰ καὶ νὰ θυσιάζεις ἀκόμη καὶ τὴ ζωή σου γιὰ τὸν ἀδελφό σου. Αὐτὸς εἶναι ὁ πραγματικὸς ἐλεήμων καὶ ὄχι αὐτὸς πού δίνει ἁπλῶς μὲ τὸ χέρι του ἐλεημοσύνη στὸν ἀδελφό του. Ὅποιος λοιπὸν ἀκούσει ἤ δεῖ μὲ τὰ μάτια του ὅτι κάτι στενοχωρεῖ τὸν ἀδελφό του καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὸν ἀναπαύσει μὲ ὑλικὰ ἀγαθά, ἀλλὰ τὸν συμπονάει καὶ καίεται ἡ καρδιὰ του γι’ αὐτὸν καὶ αὐτὸς εἶναι ἀληθινὰ ἐλεήμων.

Τὸ ἴδιο εἶναι ἐλεήμων καὶ ὅποιος δεχθεῖ ράπισμα ἀπὸ τὸν ἀδελφό του καὶ δὲν τοῦ ἀντιμιλήσει μὲ τὴν κοσμικὴ ἀδιαντροπιὰ καὶ δὲν προκαλέσει λύπη στὴν καρδιά του. Συνέχεια

Ἡ ἀγάπη «οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς»

Ἰσαάκ τοῦ Σύρου

Λένε γιὰ τὸν μακάριο Ἀντώνιο ὅτι ποτὲ δὲν σκέφθηκε νὰ κάνει κάτι ποὺ νὰ ὠφελεῖ τὸν ἑαυτὸ του πιότερο ἀπὸ τὸν πλησίον του. Κι αὐτό, γιατί πίστευε πὼς τὸ κέρδος τοῦ πλησίον του εἶναι γι’ αὐτὸν ἄριστη ἐργασία.

Καὶ πάλι εἶπαν γιὰ τὸν ἀββᾶ Ἀγάθωνα, ὅτι ἔλεγε πὼς «ἤθελα νὰ βρῶ ἕνα λεπρὸ καὶ νὰ λάβω τὸ σῶμα του καὶ νὰ τοῦ δώσω τὸ δικό μου».

Εἶδες τέλεια ἀγάπη; Καὶ πάλι, ἂν εἶχε κάποιο πράγμα χρήσιμο, δὲν ἄντεχε νὰ μὴν ἀναπαύσει μ’ αὐτὸ τὸν πλησίον του. Εἶχε κάποτε μιά σμίλη γιὰ νὰ κόβει τὶς πέτρες. Ἦρθε λοιπὸν ἕνας ἀδελφὸς κοντά του καί, ἐπειδὴ τὴν εἶδε καὶ τὴ θέλησε, δὲν τὸν ἄφησε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ κελὶ του χωρὶς αὐτή.

Πολλοὶ ἐρημίτες παρέδωσαν τὰ σώματά τους στὰ θηρία καὶ στὸ ξίφος καὶ στὴ φωτιά, γιὰ νὰ ὠφελήσουν τὸν πλησίον.

Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ φτάσει σ’ αὐτὰ τὰ μέτρα τῆς ἀγάπης, ἂν δέν ζήσει κρυφά, μέσα του, τὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ. Καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἀγαπήσουν ἀληθινά τούς ἀνθρώπους ὅσοι δίνουν τὴν καρδιὰ τους σ’ αὐτὸ τὸν ἐφήμερο κόσμο.

Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἀποκτήσει τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη, τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ ντύνεται, μαζὶ μὲ αὐτήν. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν αὐτὸς ποὺ ἀπέκτησε τὸν Θεὸ νὰ πεισθεῖ ὅτι δὲν μπορεῖ ν’ἀποκτήσει μαζὶ μὲ τὸν Θεό, τίποτε ποὺ νὰ μὴν εἶναι ἀναγκαῖο, ἀλλὰ νὰ ἀποδυθεῖ καὶ τὸ ἴδιο τὸ σῶμα του, δηλ. καὶ αὐτὲς τὶς μὴ ἀναγκαῖες σωματικὲς ἀναπαύσεις.

Ἕνας ἄνθρωπος, ποὺ εἶναι ντυμένος, στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή, μὲ τὴν κοσμικὴ ματαιοδοξία καὶ ποὺ ποθεῖ νὰ ἀπολαύσει τὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου, δὲν μπορεῖ νὰ ἐνδυθεῖ τὸν Θεὸ –νὰ γίνει θεοφόρος– μέχρι νὰ τὰ ἀφήσει. Γιατί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε ὅτι «ὅποιος δὲν ἐγκαταλείψει ὅλα τὰ κοσμικὰ καὶ δὲν μισήσει τὴν κοσμικὴ ζωή του, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει μαθητής μου» (Λουκ. 14, 26). Ὄχι μόνο νὰ τὰ ἀφήσει, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ μισήσει. Ἂν λοιπὸν δὲν μπορεῖ νὰ γίνει μαθητής του, πώς ὁ Κύριος θὰ κατοικήσει μέσα του;

Δὲν θὰ ἀμελήσω νὰ ἀναφέρω τί ἔκαμε ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Μεγάλος, γιὰ νὰ ἐλέγξει ἐκείνους πού καταφρονοῦν τοὺς ἀδελφούς τους. Βγῆκε λοιπὸν κάποτε νὰ ἐπισκεφθεῖ ἕναν ἄρρωστο ἀδελφὸ καὶ ρώτησε τὸν ἄρρωστο ἂν ἤθελε τίποτε. Ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε πώς θὰ ‘θελε λίγο φρέσκο ψωμί. Καὶ ἐπειδὴ ὅλοι οἱ μοναχοὶ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὅλη τὴ χρονιὰ συνήθιζαν καὶ ἔφτιαχναν τὸ ψωμὶ παξιμάδια, σηκώθηκε ἀμέσως ἐκεῖνος ὁ ἀξιομακάριστος ἄνθρωπος καί, μ’ ὅλα τὰ ἐνενήντα του χρόνια, βάδισε ἀπὸ τὴ σκήτη του στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ἀντάλλαξε τὰ ξερὰ ψωμιά, πού πῆρε ἀπὸ τὸ κελί του μὲ φρέσκα καὶ τὰ πῆγε στὸν ἀδελφό. Συνέχεια

Ἡ ἀγάπη ὡς θεμέλιο τῆς γνώσης

 π.Ἀθανάσιος Γιέφτιτς

Φθάνουμε, λοιπόν, στὴν ἀγάπη ὡς θεμελιώδη γνωσιολογικὴ κατηγορία τοῦ ἀνατολικοῦ Χριστιανισμοῦ, φυσικὸ τέκνο τοῦ ὁποίου εἶναι τὸ ἡσυχαστικὸ κίνημα κατὰ τὸν Μεσαίωνα. Ἐδῶ πρέπει νὰ τονίσουμε ὅτι οἱ δύο καινοδιαθηκικὲς «ἐντολὲς τῆς ἀγάπης» δὲν βιώνονται στὸν ἡσυχασμὸ ὡς ἠθικὲς κατηγορίες, ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν ἀφοροῦν ἁπλῶς κάποιο «ἠθικὸ τμῆμα» τοῦ εἶναι καὶ τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ἀλλὰ καλύπτουν πλήρως τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, τόσο στὴν προσωπικὴ ὅσο καὶ στὴν ἀτομική της πραγματικότητα. Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἡσυχαστικὴ ἐμπειρία, ἂς ὑπογραμμίσουμε ὅτι «ἡ πρώτη ἐντολὴ» τῆς πρὸς τὸν Θεὸν ἀγάπης ἀναδεικνύει μὲ ἔμφαση ὅλα τὰ κύρια σημεῖα καὶ ὅλες τὶς πνευματικὲς δυνατότητες τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης: «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου».

Ἡ «δεύτερη ἐντολή» τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον, ἡ ὁποία εἶναι ἀπολύτως ἰσάξια μὲ τὴν πρώτη, ἐκφράζει τὸ ἴδιο περιεχόμενο μὲ ἄλλα λόγια: «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν»(1). Ἐν ὀλίγοις, ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος μετέχει στὴν πράξη καὶ στὸ γεγονὸς τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης, ποὺ εἶναι στὴν πραγματικότητα μοναδικὴ καὶ ἀδιαίρετη. Γι’ αὐτόν, ἀκριβῶς, τὸ λόγο ἡ πρώτη ἐντολὴ δὲν ὑφίσταται χωρὶς τὴν ἑπόμενη, οὔτε ἡ δεύτερη χωρὶς τὴν πρώτη(2). Ὁ ἄνθρωπος μετέχει στὴν ἀγάπη μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις καὶ τὶς δυνατότητες, μὲ τὴν καρδιά, τὴν ψυχὴ καὶ μὲ τὸ νοῦ, δηλαδὴ μὲ ὁλόκληρη τὴν ψυχο-φυσική του προσωπικότητα ὅπως καὶ μὲ τὶς ἔλλογες δυνατότητες του.

Ἐνδεχομένως, μπορεῖ νὰ φαίνεται παράδοξο ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα πρόκειται γιὰ ἕνα δεδομένο τῆς χριστιανικῆς ἐμπειρίας καὶ συγκεκριμένα τῆς ἡσυχαστικῆς ἐμπειρίας. Τὸ γεγονός, δηλαδή, ὅτι οἱ δύο «ἐντολὲς τῆς ἀγάπης» τοῦ Χριστιανισμοῦ, ποὺ εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, συνοψίζονται τελικὰ σὲ μία καὶ μοναδικὴ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεάνθρωπο Χριστό, ὅπως ἤδη ἔλεγε ὁ Ἀπόστολος Παύλος(3) καὶ στὴ συνέχεια ὁλόκληρη ἡ χριστιανικὴ πατερικὴ παράδοση τῆς Ἀνατολῆς ἕως τὶς μέρες μας(4).

Ἂς ἐπιστρέψουμε ξανὰ πρὸς αὐτὴν ἐπιμένοντας γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ στὴ χριστοκεντρικὴ ἡσυχαστικὴ γνωσιολογία, ἡ ὁποία εἶναι —τώρα λοιπὸν μποροῦμε ξεκάθαρα νὰ τὸ δηλώσουμε— μιὰ «ἀγαπητικὴ γνωσιολογία», δηλαδὴ μία γνωσιολογία τῆς ἀγάπης μεταξὺ ἐκείνου ποὺ γνωρίζει καὶ ἐκείνου ποὺ γνωρίζεται. Συνέχεια

Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας

Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας

ΠΡΟΟΙΜΙΟ

eeed-1ΕΡΓΟ τῆς Θείας Λειτουργίας εἶναι ἡ μεταβολὴ τῶν δώρων ποὺ προσφέρουν οἱ πιστοί – τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου – σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ. Καὶ σκοπὸς τῆς εἶναι ὁ ἁγιασμὸς τῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴ Θεία Μετάληψη ἀποκομίζουν τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τους, τὴν κληρονομία τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν καὶ κάθε πνευματικὸ ἀγαθό.

Σ᾿ αὐτὸ τὸ ἔργο καὶ τὸ σκοπὸ συμβάλλουν οἱ προσευχές, οἱ ψαλμῳδίες, τὰ ἁγιογραφικὰ ἀναγνώσματα καὶ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ τελοῦνται καὶ λέγονται στὴ διάρκεια τῆς Λειτουργίας. Μέσα σε αὐτὰ εἶναι σὰν νὰ βλέπουμε σὲ ἕνα πίνακα ζωγραφισμένη ὁλόκληρή τή ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τὸ τέλος της. Γιατὶ ὁ καθαγιασμὸς τῶν Δώρων, ἡ ἴδια δηλαδὴ ἡ θυσία, διακηρύσσει τὸν θάνατο, τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν ἀνάληψή Του, καθὼς τὰ δῶρα αὐτὰ μεταβάλλονται στὸ ἴδιο τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, δηλαδὴ τὴν ἔλευσή Του στὸν κόσμο, τὴ δημόσια ἐμφάνισή Του, τὰ θαύματα καὶ τὴ διδασκαλία Του. Κι ἐκεῖνα ποὺ ἕπονται τῆς θυσίας, συμβολίζουν τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς Ἀποστόλους, τὴν ἐπιστροφὴ τῶν ἀνθρώπων στὸν Θεὸ καὶ τὴν κοινωνία τους μαζί Του.

Οἱ πιστοὶ ποὺ ἐκκλησιάζονται καὶ συμμετέχουν σὲ ὅλα αὐτὰ μὲ προσηλωμένο τὸ νοῦ, γίνονται πιὸ σταθεροὶ στὴν πίστη, πιὸ θερμοὶ στὴν εὐλάβεια καὶ τὴν ἀγάπη τους πρὸς τὸν Θεό. Μὲ τέτοιες λοιπὸν διαθέσεις ἀξιώνονται νὰ πλησιάσουν καὶ τὴ φωτιὰ τῶν μυστηρίων καὶ νὰ μεταλάβουν μὲ κάθε ἀσφάλεια καὶ οἰκειότητα.

Αὐτὸ εἶναι συνοπτικὰ τὸ νόημα τῆς Θείας Λειτουργίας.

Ἂς τὴν ἐξετάσουμε τώρα ὅσο μποροῦμε λεπτομερέστερα, ἀρχίζοντας μὲ ἐκεῖνα ποὺ τελοῦνται στὴν ἁγία Πρόθεση [Εἰδικὸς χῶρος ποὺ βρίσκεται ἀριστερὰ ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα, ὅπου τοποθετοῦνται (προτίθενται-πρόθεση) τὰ Δῶρα ποὺ προσφέρουν (προσκομίζουν-προσκομιδή) οἱ πιστοὶ γιὰ τὴ Θεία Εὐχαριστία. Ἐδῶ γίνεται ἡ ἀναγκαία προετοιμασία τους ἀπὸ τὸν λειτουργὸ ἱερέα]. Συνέχεια

Ἡ Ἐξομολόγηση εἶναι ἄκρως ἀπαραίτητη

 Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

«Μετὰ τὸν θάνατο δὲν ὑπάρχει πλέον καιρὸς μετανοίας, καὶ στὸν ἅδη ἡ ψυχὴ ἡ ὁποία νεκρώθηκε ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν, δὲν μπορεῖ πλέον νὰ ἐπανέλθει στὴν ζωὴν τὴν κατὰ Θεὸν»

Ὅταν λοιπὸν διαπράξεις ἁμαρτία, μὴν περιμένεις ἀπό κάποιον ἄλλο τὴν κατηγορία, ἀλλὰ πρὶν νὰ κατηγορηθεῖς κατηγόρησε ἐσὺ τὸν ἑαυτό σου γιὰ τὶς πράξεις σου. Διότι ἐὰν ἄλλος σὲ ἐλέγξει, τότε τὸ κατόρθωμα δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς δικῆς σου ἐξομολογήσεως, ἀλλὰ ἡ διόρθωση ἐπέρχεται ὡς ἀποτέλεσμα τῆς κατηγορίας ἐκείνου. Ἐξομολόγηση δηλαδὴ δὲν εἶναι τὸ νὰ κατηγοροῦμε τὸν ἑαυτὸ μας ὕστερα ἀπὸ τὸν ἔλεγχο τῶν ἄλλων, ἀλλὰ πρῶτοι ἐμεῖς νὰ κατηγορήσουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ μὴν περιμένουμε τὸν ἔλεγχο ἐκ μέρους ἄλλων. Διότι ὁ Πέτρος, ὕστερα ἀπὸ τὴ φοβερὴ ἐκείνη ἄρνηση (τότε πού ἀρνήθηκε πώς γνωρίζει τὸν Κύριο), ἐπειδὴ ἀμέσως ἀναγνώρισε τὴν ἁμαρτία του καὶ χωρὶς κανεὶς νὰ τὸν κατηγορήσει, καὶ τὸ ἔγκλημά του ὁμολόγησε καὶ πικρὰ ἔκλαψε, τόσο τέλεια καθαρίστηκε ἀπὸ τὴν ἄρνησή του, ὥστε ἔγινε πρῶτος ἀπὸ ὅλους τους ἁγίους Ἀποστόλους καὶ σὲ αὐτὸν ἐμπιστεύθηκε ὁ Κύριος ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη.

Ἐὰν δηλαδὴ ὁ Ἱερέας ἔλαβε ἐξουσία νὰ συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες, τὶς ὁποῖες διαπράττουμε πρὸς τὸν Θεό, πολὺ περισσότερο θὰ μπορέσει νὰ μᾶς ἀπαλλάξει καὶ νὰ ἐξαφανίσει τὶς ἁμαρτίες, τὶς ὁποῖες κάνουμε πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Ἄρχων εἶναι καὶ ὁ ἱερέας καὶ μάλιστα ἄρχων περισσότερο σεβαστὸς καὶ ἀπὸ τὸν βασιλιά. Διότι οἱ Ἱεροὶ Κανόνες καὶ αὐτὴν τὴν κεφαλὴ τοῦ βασιλιᾶ τὴν ὑπέταξαν στὰ χέρια τοῦ Ἱερέα. Καὶ ὅταν παραστεῖ ἀνάγκη γιὰ νὰ ζητηθεῖ ἡ Βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ὁ βασιλιὰς καταφεύγει πρὸς τὸν ἱερέα καὶ ὄχι ὁ ἱερέας πρὸς τὸν βασιλιά.

Ἐὰν ὁ Θεὸς δὲν κατέβασε Ἀγγέλους ἀπὸ τὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ τοὺς κάνει διδασκάλους τῶν ἀνθρώπων, τὸ ἔκανε γιὰ νὰ μὴ μᾶς ἐπιτιμοῦν (γιὰ νὰ μὴ μᾶς κάνουν παρατηρήσεις) συχνότερα καὶ αὐστηρότερα οἱ Ἄγγελοι, λόγῳ τῆς ὑπεροχῆς τῆς δικῆς τους φύσεως καὶ λόγῳ τῶν ἀδυναμιῶν τὶς ὁποῖες ἔχουμε ἐμεῖς ὡς ἄνθρωποι. Ἀντὶ τῶν Ἀγγέλων μᾶς ἔδωσε ὡς διδασκάλους καὶ ἱερεῖς ἀνθρώπους θνητούς, ἔχοντας τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες, ὥστε ὁ κίνδυνος νὰ ὑποπέσουν καὶ αὐτοὶ στὰ ἴδια σφάλματα νὰ συγκρατεῖ τὴ γλώσσα καὶ τὴ δικιά τους, ἀλλὰ καὶ ἐκείνων πού τοὺς ἀκοῦνε, καὶ νὰ μὴν ἐλέγχουν τοὺς ἄλλους αὐστηρότερα ἀπὸ ὅσο πρέπει.

Γιὰ ποιὸν λόγο τὰ εἶπα ὅλα αὐτά; Γιὰ νὰ μὴν λέτε ὅτι «ἐσὺ ἐπειδὴ δὲν ἔχεις ἁμαρτίες, ἐπειδὴ εἶσαι ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὸν ψυχικὸ πόνο πού αἰσθάνεται κανεὶς ἀπὸ τὴν ἐπιτίμηση τοῦ ἱερέα, μὲ μεγαλύτερη τόλμη προξενεῖς σὲ ἐμᾶς (στὴν ψυχὴ μας) πληγή». Πρῶτος ὅμως αἰσθάνομαι ἐγὼ τὸν πόνο, διότι καὶ ἐγὼ ὡς ἄνθρωπος ὑπόκειμαι στὰ ἴδια ἁμαρτήματα. «Ὅλοι εἴμαστε ἔνοχοι γιὰ τὶς πράξεις μας» (Σοφία Σειράχ, 8, 5) καὶ «ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος πού μπορεῖ νὰ καυχηθεῖ ὅτι ἔχει ἁγνὴ καρδιά;» (Παροιμίες Σολομῶντος, 20, 9). Συνέχεια

Προσευχή καί Κατάκριση

  Ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ

Ὅσοι ἀληθινὰ ἀπεφάσισαν νὰ ὑπηρετήσουν τὸν Κύριο, πρέπει νὰ καταγίνονται στὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν ἀδιάλειπτη καὶ νοερὰ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός Του: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό». Τὶς ὧρες ποὺ ἀκολουθοῦν μετὰ τὸ γεῦμα μπορεῖ κανεὶς νὰ προσεύχεται ὡς ἑξῆς: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό».

Μπορεῖ ἐπίσης νὰ καταφεύγει ἰδιαιτέρως στὴ Θεοτόκο: «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς» ἢ νὰ λέει τὸν ἀρχαγγελικὸ ἀσπασμό: «Θεοτόκε Παρθένε, χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία…» Μὲ αὐτή τὴν ἀπασχόληση ὄχι μόνο διατηροῦμε εἰρηνικὴ τὴ συνείδησή μας, ἀλλὰ μποροῦμε νὰ πλησιάσουμε τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του. Διότι, κατὰ τὸν ἅγιο Ἰσαὰκ τὸν Σύρο, δὲν μποροῦμε νὰ πλησιάσουμε μὲ ἄλλο τρόπο τὸν Θεό, ἐκτός ἀπὸ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή.

Τὰ εἴδη τῆς προσευχῆς περιγράφει πολὺ καλὰ ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος. Ὅσο γιὰ τὴν ἀξία της ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέει: «Μεγάλο τὸ ὅπλο τῆς προσευχῆς· εἶναι θησαυρὸς ἀτίμητος, πλοῦτος ἀδαπάνητος, λιμάνι ἀχείμαστο, πρόξενος τῆς ἡσυχίας , ρίζα, πηγὴ καὶ μητέρα πλήθους καλῶν ἔργων». Συνέχεια

Σκέψεις γιὰ τὸν θάνατο

 Ἅγιος Ἰγνάτιος  Μπριαντσανίνωφ

tt1Ὁ κλῆρος ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς, κλῆρος ἀναπόφευκτος, εἶναι ὁ θάνατος. Τὸν φοβόμαστε ὡς τὸν πιὸ ἄσπονδο ἐχθρό μας. Τὰ θύματά του τὰ κλαῖμε πικρά. Ὡστόσο ζοῦμε σὰν νὰ μὴν ὑπῆρχε θάνατος, ζοῦμε σὰν νὰ εἴμαστε αἰώνιοι πάνω στὴ γῆ. Τάφε μου! Γιατί σὲ ξεχνῶ; Ἐσὺ μὲ περιμένεις. Περιμένεις νὰ γίνω ὁ κάτοικός σου. Καὶ θὰ γίνω. Γιατί, λοιπόν, σὲ ξεχνῶ καὶ ζῶ σὰν νὰ περιμένεις κάθε ἄλλον ἄνθρωπο ἐκτὸς ἀπὸ μένα;

Ἡ ἁμαρτία μοῦ στέρησε καὶ μοῦ στερεῖ τὴ γνώση καὶ τὴν αἴσθηση κάθε ἀλήθειας. Μοῦ κλέβει, μοῦ ἁρπάζει ἀπὸ τὸν νοῦ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, τοῦ τελευταίου καὶ συνάμα τοῦ πιὸ σημαντικοῦ καὶ τοῦ πιὸ βέβαιου γεγονότος τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.

Γιὰ νὰ θυμόμαστε τὸν θάνατο, πρέπει νὰ ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ. Μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιὰ καθαρίζονται, νεκρώνονται γιὰ τὸν κόσμο καὶ ἀναζωογονοῦνται γιὰ τὸν Κύριο. Ὁ νοῦς, ὅσο ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τοὺς κακοὺς ἤ καὶ ἁπλῶς μάταιους λογισμούς, τόσο συλλογίζεται τὸν θάνατο. Ἡ καρδιά, ὅσο ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὰ πάθη, τόσο τὸν προαισθάνεται. Καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιά, ὅσο ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ κόσμο, τόσο στρέφονται πρὸς τὴν αἰωνιότητα· ὅσο ἀγαποῦν τὸν Χριστό, τόσο ποθοῦν νὰ βρεθοῦν κοντά Του, μολονότι, ἔχοντας συναίσθηση τοῦ μεγαλείου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς δικῆς τους ἁμαρτωλότητας, ἀναλογίζονται μὲ τρόμο τὴν ὥρα τοῦ θανάτου. Φοβερὸς παρουσιάζεται μπροστά τους ὁ θάνατος μαζὶ μὲ τὸν ἀγώνα του. Τὸν ποθοῦν, ὡστόσο, γιὰ νὰ λυτρωθοῦν ἀπὸ τὴν ἐπίγεια αἰχμαλωσία.

Ἂν ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ ποθοῦμε τὸν θάνατο λόγω τῆς ψυχρότητάς μας ἀπέναντι στὸν Χριστὸ καὶ τῆς ἀγάπης μας πρὸς τὰ φθαρτά, ἂς χρησιμοποιήσουμε τουλάχιστο τὴ μνήμη τοῦ θανάτου σὰν ἕνα πικρὸ φάρμακο ἐνάντια στὴν ἁμαρτωλότητά μας. Γιατί ἡ ψυχή, ὅταν οἰκειωθεῖ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, διαλύει τὴ φιλία της μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ ἀπομακρύνεται ἀπ’ ὅλες τὶς ἁμαρτωλὲς ἀπολαύσεις.

«Μόνο αὐτὸς ποὺ γνώρισε τί σημαίνει μνήμη θανάτου», εἶπε κάποιος ἀπὸ τοὺς ὁσίους πατέρες, «δὲν θὰ μπορέσει ποτὲ πιὰ ν’ ἁμαρτήσει»1. «Νὰ θυμᾶσαι πάντα τὰ τέλη τῆς ζωῆς σου», λέει καὶ ἡ Γραφή, «καὶ δὲν θὰ ἁμαρτήσεις ποτὲ».

Νὰ σηκώνεσαι ἀπὸ τὸ κρεβάτι σου σὰν ἀναστημένος ἀπὸ τοὺς νεκρούς. Νὰ ξαπλώνεις στὸ κρεβάτι σου σὰν νεκρὸς ποὺ τοποθετεῖται στὸν τάφο. Ὁ ὕπνος εἶναι συμβολισμὸς τοῦ θανάτου. Καὶ τὸ σκοτάδι τῆς νύχτας εἶναι προάγγελος τοῦ σκοταδιοῦ τοῦ τάφου, ποὺ θὰ τὸ διαλύσει τὸ φῶς τῆς ἀναστάσεως, φῶς χαρμόσυνο γιὰ τοὺς φίλους τοῦ Χριστοῦ καὶ φοβερὸ γιὰ τοὺς ἐχθρούς Του. Συνέχεια

Γιὰ τὸν θάνατο

 Metropolitan Anthony Bloom

 Νὰ ζοῦμε τὴν κάθε στιγμὴ

Ὁ θάνατος εἶναι τὸ κριτήριο ποὺ δοκιμάζει τὴ στάση μας γιὰ τὴ ζωή. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ φοβοῦνται τὸν θάνατο, φοβοῦνται τὴ ζωή. Εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴν αἰσθάνεται κανεὶς φόβο γιὰ τὴ ζωὴ μὲ ὅλη τὴν πολυπλοκότητα καὶ τοὺς κινδύνους της, ἀλλὰ νὰ φοβᾶται τὸν θάνατο. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο δὲν εἶναι πολυτέλεια ν’ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὸ ζήτημα τοῦ θανάτου. Ἐὰν μᾶς τρομάζει ὁ θάνατος δὲν θὰ βροῦμε ποτὲ τὴν ἑτοιμότητα νὰ ἀναλάβουμε μία διακινδύνευση, ἀλλὰ θὰ σπαταλήσουμε τὴ ζωή μας μὲ δειλό, περιδεῆ καὶ φοβισμένο τρόπο. Μόνο ἐὰν μάθουμε ν’ ἀντιμετωπίζουμε τὸν θάνατο, ἐὰν βροῦμε τὸ νόημά του καὶ καθορίσουμε τὴ θέση του στὴ ζωή μας, θὰ μπορέσουμε νὰ ζήσουμε ἄφοβα καὶ μὲ πληρότητα. Συχνὰ περιμένουμε νὰ φθάσουμε στὸ τέλος τῆς ζωῆς μας γιὰ νὰ σκεφθοῦμε τὸν θάνατο, ἐνῶ θὰ εἴχαμε ἴσως διαγράψει μία ἐντελῶς διαφορετικὴ ζωὴ ἐὰν τὸν ἀντιμετωπίζαμε νωρίτερα.

Μία πατερικὴ νουθεσία, ποὺ ἐπαναλαμβάνεται μέσα στοὺς αἰῶνες, λέει ὅτι θὰ πρέπει νὰ νήφουμε ἔχοντας καθημερινὰ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου. Μόνο ποὺ ἡ ἁπλὴ ἀναφορὰ αὐτῆς τῆς ἀλήθειας στὸν σύγχρονο ἄνθρωπο ποὺ ὑποφέρει ἀπὸ ἀνασφάλειες καὶ ἔλλειψη πίστης καὶ βιώματος, θὰ τὸν κάνει νὰ σκεφτεῖ ὅτι καλεῖται νὰ ζήσει στὴ σκιὰ τοῦ θανάτου, σὲ μιὰ κατάσταση μελαγχολίας. Θὰ νομίσει ὅτι ὁ θάνατος τὸν περιμένει σὲ κάθε του βῆμα καὶ ὅτι ἡ ζωὴ δὲν ἔχει πιὰ κανένα νόημα. Ἡ σταθερὴ καὶ βαθειὰ μνήμη τοῦ θανάτου θὰ λειτουργήσει γι’ αὐτὸν σὰν Δαμόκλειος σπάθη ποὺ ἐπικρέμαται πάνω του, στερώντας του κάθε ἀπόλαυση καὶ χαρὰ τῆς ζωῆς. Μιὰ τέτοια κατανόηση βέβαια δὲν ἔχει νόημα. Χρειάζεται νὰ καταλάβουμε τὴν ἔννοια ποὺ ἔχει ἡ μνήμη τοῦ θανάτου σὲ ὅλη της τὴ σημασία: ὡς τὴν καταξίωση τῆς ζωῆς, ὄχι τὴν ἀπαξία της.

Τὸν περισσότερο χρόνο τῆς ζωῆς μας τὸν περνοῦμε καταστρώνοντας σχέδια σὰν νὰ πρόκειται νὰ ζήσουμε μιὰ ἄλλη ζωὴ σὲ ἕναν μεταγενέστερο χρόνο. Δὲν ζοῦμε μὲ τρόπο ἀποφασιστικό, ἀλλὰ φευγαλέο. σὰν νὰ προετοιμαζόμαστε γιὰ τὴ μέρα ποὺ πραγματικὰ θ’ ἀρχίσουμε νὰ ζοῦμε. Μοιάζουμε μὲ ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ φτιάχνουν ἕνα πρόχειρο περίγραμμα μὲ τὴν πρόθεση νὰ τὸ ὁλοκληρώσουν ἀργότερα. Τὸ πρόβλημα, ὡστόσο, εἶναι πὼς αὐτὴ ἡ τελικὴ ἐκδοχὴ δὲν ἔρχεται ποτέ. Ὁ θάνατος μᾶς προλαβαίνει πρὶν βροῦμε τὸν χρόνο, ἢ ἀκόμα καὶ πρὶν νὰ ὁριστικοποιήσουμε τὴν ἐπιθυμία μας μὲ μιὰ πιὸ συγκεκριμένη μορφή. Μεταθέτουμε συνεχῶς τὴν ἀπόφασή μας γιὰ τὴν ἐπαύριο. Κι ἂς γνωρίζουμε καλὰ ὅτι αὐτὸ τὸ αὔριο δὲν ἔρχεται ποτέ. Συνέχεια