Γιά τήν Ὑπομονή
Ἁγίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου
Ἐκεῖνος πού θέλει νά ευαρεστήσει στόν Θεό καί, μέ τήν πίστη νά γίνει κληρονόμος Του, γιά νά ὀνομασθεῖ κι αὐτός παιδί τοῦ Θεοῦ, γεννημένο ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, πρέπει ν’ ἀποκτήσει πρίν ἀπ’ ὅλα, μακροθυμία καί ὑπομονή.
Πρέπει ἐπίσης, νά ὑπομένει μέ γενναιότητα τίς θλίψεις, τίς ταλαιπωρίες κι ὅλες τίς ἀνάγκες πού τόν βρίσκουν. Πρέπει δηλαδή νά ὑπομείνει τίς σωματικές ἀρρώστιες, τά διάφορα παθήματα, τούς ἐξευτε-λισμούς καί τίς προσβολές πού τοῦ γίνονται.
Ἐννοῶ ἐπίσης, ὅτι πρέπει νά εἶναι καρτερικός στίς διάφορες ἀφανεῖς θλίψεις, οἱ ὁποῖες προξενοῦνται στήν ψυχή του ἀπό τά πονηρά πνεύματα, τά ὁποῖα σκοπεύουν νά τήν ἐμποδίσουν νά ζήσει τή ζωή τοῦ Θεοῦ καί ἀκόμα, νά τήν ὁδηγήσουν σέ χαύνωση, σέ ἀμέλεια καί σέ ἀνυπομονησία.
Αὐτό βέβαια, γίνεται μέ τήν παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἐπιτρέπει νά δοκιμασθεῖ κάθε ψυχή, μέ διάφορες θλίψεις, ὥστε νά ξεχωρίσουν ἔτσι καί νά φανερωθοῦν, ἐκεῖνοι πού ἀγαποῦν τόν Θεό ὁλόψυχα, ἐφόσον βέβαια, αὐτοί θά ὑπομείνουν μέ γενναιότητα, ὅλα ὅσα τούς προξενεῖ ὁ Πονηρός, ἔχοντας πάντα τήν ἐλπίδα τους στόν Θεό· καί ἐφόσον θά περιμένουν πάντοτε, μέ πίστη καί πολλή ὑπομονή, τή Θεία Χάρη, γιά νά τούς βοηθήσει καί νά τούς λυτρώσει ἀπό τά δεινά.
Αὐτές οἱ ψυχές θά μπορέσουν νά γλυτώσουν ἀπό κάθε εἴδους πειρασμό καί νά κερδίσουν ὅσα μᾶς ἔχει ὑποσχεθεῖ ὁ Θεός. Θά φθάσουν δηλαδή νά γίνουν ἄξιες τῆς Βασιλείας Του.
Ὀφείλει λοιπόν ἡ ψυχή, ἀκολουθώντας τό λόγο τοῦ Κυρίου, νά σηκώνει κάθε μέρα τό σταυρό της. Αὐτό σημαίνει νά εἶναι πρόθυμη νά ὑπομένει, γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, κάθε θλίψη καί πειρασμό, φανερό ἤ κρυφό καί νά στηρίζει πάντοτε τήν ἐλπίδα της στόν Κύριο, διότι ἀπ’ Αὐτόν ἐξαρτᾶται καί τό νά θλιβεῖ –ὅταν Αὐτός τό ἐπιτρέπει– καί τό νά λυτρωθεῖ, μέ τή βοήθειά Του, ἀπό κάθε πειρασμό καί θλίψη.
Ἡ ψυχή ὅμως πού δέν δείχνει ἀνδρεία καί δέν ἀντιστέκεται μέ γενναιότητα, ἀλλά ἀντίθετα λυπᾶται, παραλύει, ἀγανακτεῖ, στενοχωριέται κι ἐγκαταλείπει τόν ἀγώνα ἤ ἀπελπίζεται, σάν νά ’χει χαθεῖ πιά κάθε ἐλπίδα λύτρωσης –πού κι αὐτό εἶναι τέχνασμα τῆς ἴδιας κακίας, γιά νά σπρώξει τήν ψυχή στήν ἀκηδία καί στήν ἀδιαφορία– δέν ἀξιώνεται νά δεχθεῖ τήν Θεία ζωή. Ἐπειδή, δηλαδή, αὐτή δέν κράτησε σταθερή τήν ἐλπίδα. Δέν περίμενε μέ ἀδίστακτη πίστη τό ἔλεος τοῦ Κυρίου. Δέν μιμήθηκε τούς Ἁγίους, καί, τελικά, δέν βάδισε στά ἴχνη τοῦ Κυρίου. Συνέχεια
Ἡ φυσιολογία τῆς ἠθικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου
Γεωργίου Μαντζαρίδη
Ὁ ἄνθρωπος, ὅπως τονίζει ἐξαρχῆς στὸ «Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιoν» του ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, δὲν περιορίζεται μέσα στὸν ὁρατὸ κόσμο οὔτε ἀποτελεῖ μικρόκοσμο -ὅπως ἔλεγαν ὁ φυσικὸς Δημόκριτος καὶ ἄλλοι φιλόσοφοι. Ἀντίθετα εἶναι ἕνας μέγας κόσμος ἢ μεγάκοσμος, γιατί διαθέτει δυνάμεις καὶ ἰδιότητες ποὺ δὲν ὑπάρχουν στὸν αἰσθητὸ κόσμο. Ὡς δημιούργημα «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ ἦταν ἐξαρχῆς προικισμένος μὲ ὅλα τὰ θεία χαρίσματα καὶ κλήθηκε νὰ λάβει τὴν ἐνυπόστατη χάρη τῆς θεώσεως καὶ νὰ καταστεῖ κατὰ χάρη θεός…
Ἡ προπατορικὴ ἁμαρτία ἐμπόδισε, ἀλλὰ δὲν ματαίωσε τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Καὶ ἡ πραγματοποίηση τοῦ θείου σχεδίου ἔγινε τελικὰ δυνατὴ μὲ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο. Ὁ Χριστός, ποὺ προσέλαβε καὶ θέωσε τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο τὴν ἐξουσία νὰ γίνει παιδὶ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ πραγματοποιεῖται μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ παρέχει τὸ Βάπτισμα, μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν τελείωση κατὰ τὸ πρότυπο τοῦ Χριστοῦ.
Ἐνῶ ὅμως ὁ βαπτιζόμενος παίρνει αὐτὴν τὴ χάρη, δὲν τὴν ἀξιοποιεῖ, ἀλλὰ τὴν καλύπτει μὲ τὰ πάθη του, τὴν ἀγνοεῖ, ἢ καὶ τὴν ἀρνεῖται τελείως, ἀκόμα καὶ ὅταν βλέπει νὰ ἐνεργεῖ αὐτὴ σὲ ἄλλους. Ἐξετάζοντας τὰ αἴτια τοῦ φαινομένου αὐτοῦ ὁ ὅσιος Νικόδημος προχωρεῖ σὲ ἐνδιαφέρουσες καὶ διεισδυτικὲς ἀναλύσεις. Οἱ ἀναλύσεις αὐτὲς φανερώνουν τὶς πατερικὲς ἡσυχαστικὲς βάσεις, ἐπάνω στὶς ὁποῖες στηρίζει ὁ ἅγιος Νικόδημος τὴν ἠθική του διδασκαλία.
Τὸ μέσο, μὲ τὸ ὁποῖο ἀνυψώνεται ὁ ἄνθρωπος πρὸς τὸν Θεό, εἶναι ἡ ψυχὴ ἢ ἀκριβέστερα ὁ νοῦς του· «ψυχὴ γὰρ καθαρθεῖσα νοῦς ὅλη ἐστι», σημειώνει ὁ ἅγιος Νικόδημος παραπέμποντας στὸν ὅσιο Κάλλιστο τὸν Καταφυγιώτη. Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, χρησιμοποιώντας τὰ αἰσθητήρια, ἀνέρχεται ἀπὸ τὰ αἰσθητὰ πράγματα καὶ ἀπὸ τὰ λόγια της Ἁγίας Γραφῆς στὰ νοητά. Οἱ λόγοι τῶν ὄντων καὶ τῶν Γραφῶν προσφέρονται ὡς μέσα γιὰ τὴν ἀνύψωση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν ἐνυπόστατο Λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὅσοι δὲν τὸ κάνουν αὐτό, ἀλλὰ περιορίζονται καὶ προσηλώνονται στὰ αἰσθητά, δὲν ἐνεργοῦν κατὰ φύση, γιατί μεταχειρίζονται τὰ μέσα ὡς σκοποὺς καὶ τοποθετοῦν τὰ δημιουργήματα στὴ θέση τοῦ Δημιουργοῦ. Συνέχεια
Ὁ κόσμος τῆς φθορᾶς καὶ ὁ κόσμος τῆς ἀφθαρσίας
Φώτης Κόντογλου
Βαθειὰ μελαγχολία αἰσθάνεται κανένας, βλέποντας μὲ πόση ἀγάπη καὶ μὲ τί ζῆλο καταγίνονται οἱ ἄνθρωποι νὰ χτίσουνε τὰ σπίτια τους καὶ τὰ ἐξοχικά τους, νὰ τὰ στολίσουνε ἀπ’ ἔξω κι ἀπὸ μέσα, νὰ βάλουνε ἔμορφα ἔπιπλα, ἀκριβὰ χαλιά, βιβλιοθῆκες, ἔργα τῆς τέχνης, πολυέλαια καὶ πολύφωτα, νὰ φυλάξουνε στὰ ντουλάπια τὰ καλὰ τὰ ροῦχα τους, τὰ δικά τους καὶ τῶν παιδιῶν τους, νὰ στολίσουνε τὶς κάμαρες μ’ ἕνα σωρὸ ἀγαπημένα πράγματα, ποὺ τὰ ξεσκονίζουνε μὲ προσοχὴ μὴν τύχει καὶ πάθουνε τίποτα, νὰ περιποιηθοῦνε τοὺς κήπους τους, μ’ ἕναν λόγο νὰ εἶναι ἀφοσιωμένοι, οἱ καημένοι, μ’ ὅλη τὴν ψυχή τους στὸ νὰ κάνουνε τὴν κατοικία τοὺς εὐχάριστη, γιὰ νὰ περάσουνε καλὴ ζωὴ μὲ τὴν οἰκογένειά τους καὶ μὲ τοὺς φίλους τους.
Σὰν καθήσουνε στὸ τραπέζι μὲ τὰ καλὰ τὰ φαγητὰ καὶ μὲ τὰ πιοτά, λάμπουνε τὰ πρόσωπά τους, τὰ στόματά τους δὲν σωπαίνουνε ἀπὸ τὴ χαρὰ ποὺ νοιώθουνε, καὶ σὰν ἀποφᾶνε, πιάνουνε τὰ τραγούδια καὶ τὰ ἀστεῖα. Πολλοὶ παίζουνε χαρτιὰ ὅλη τὴ νύχτα, καὶ τὸ πρωὶ εἶναι σὰν ἄρρωστοι. Ἄλλοι ἔχουνε μανία μὲ τὶς πίπες, ἄλλοι μὲ τ’ αὐτοκίνητα, ἄλλοι μὲ τὸ ψάρεμα, ἄλλοι μὲ τὸ κυνήγι, ἄλλοι μὲ τὰ θέατρα, ἄλλοι μὲ τὰ ἀθλητικὰ κι ἄλλοι μὲ ἄλλα.
Στὴ συνοικία ποὺ κάθουμαι, τὸ κάθε σπίτι ἔχει κι ἕναν κῆπο, μικρὸν ἢ μεγαλύτερον. Καμμιὰ φορὰ κάνω ἕναν μικρὸν περίπατο κι ἐκεῖ ποὺ σιγοπερπατῶ, κυττάζω τὰ διάφορα σπίτια. Τὸ καθένα ἔχει τὴ φυσιογνωμία του. Τὰ περισσότερα εἶναι περιποιημένα, βαμμένα μὲ ἔμορφα χρώματα, μὲ καλοκαμωμένες πόρτες καὶ παράθυρα, μὲ ἀερικὲς βεράντες, κι ἂν εἶναι κανένα παράθυρο ἀνοιχτό, βλέπεις ἀπὸ μέσα, σὲ κάποια ἀπ’ αὐτά, κανένα συμπαθητικὸ ἔπιπλο, καμμιὰ παλιὰ βιβλιοθήκη, δύο τρία κάντρα καλά, ποὺ ἀνάμεσά τους βρίσκεται καὶ καμμιὰ προσωπογραφία. Κι ἀπ’ ὅλα τοῦτα νοιώθεις πὼς ἐκεῖ μέσα ὑπάρχει οἰκογενειακὴ ἱστορία, πὼς περάσανε κάποιοι ἄνθρωποι ποὺ δὲν ζοῦνε, αὐτοὶ ποὺ φτιάξανε ἐκείνη τὴ ζεστὴ φωλιὰ μὲ τὰ καθέκαστά της, ποὺ τ’ ἀγαπήσανε πολύ, μὰ ποὺ μ’ ὅλη τὴν ἀγάπη τους καὶ τὴν εὐτυχία ποὺ τοὺς δίνανε, ἦρθε μία μέρα ποὺ τ’ ἀφήσανε καὶ φύγανε βιαστικά, δίχως νὰ κυττάξουνε πίσω τους. Συνέχεια
Ἡ Ἐκκλησία
Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων
ΚΓ´ . ῾Η ᾿Εκκλησία λοιπόν, ὀνομάζεται «Καθολική», ἐπειδή προορίζεται νά περιλάβει στούς κόλπους της κάθε ἄνθρωπο ἀπό ὅλη τήν οἰκουμένη, πού ἁπλώνεται ἀπό τή μιά ὡς τήν ἄλλη ἄκρη τῆς γῆς. Καί ἀκόμα ἐπειδή διδάσκει τήν ὅλη χριστιανική ἀλήθεια, χωρίς νά παραλείπει τό παραμικρό ἀπό τίς δογματικές ἀλήθειες πού πρέπει νά γνωρίζει ὁ κάθε χριστιανός, σχετικά μέ ὅσα εἶναι ὁρατά καί ἀόρατα, ἐπουράνια καί ἐπίγεια. ᾿Ακόμα τήν ὀνομάζουμε «Καθολική»14, γιατί φέρνει στήν εὐσεβή ζωή ὅλο τό γένος τῶν ἀνθρώπων, ἄρχοντες καί ὑπήκοους, γραμματισμένους καί ἀγράμματους. Καί ἐπιπλέον γιατί γιατρεύει καί θεραπεύει κάθε εἶδος ἁμαρτίας πού ἔχει διαπραχθεῖ μέ τήν ψυχή ἤ μέ τό σῶμα. Τέλος, τήν ὀνομάζουμε «Καθολική», γιατί περικλείει μέσα της ὅλες τίς ἀρετές πού ἐκφράζονται μέ τά ἔργα, μέ τά λόγια καί γενικά μέ κάθε εἴδους χαρίσματα πνευματικά.
ΚΔ´ . «᾿Εκκλησία» ὀνομάζεται γιατί, ὅπως δηλώνει καί ἡ λέξη, συγκαλεῖ σέ μία σύναξη ὅλους τούς ἀνθρώπους, καθώς ὁ Κύριος λέει στό βιβλίο τοῦ Λευιτικοῦ: ῞Ολους τούς ᾿Ισραηλίτες πού ἔχουν ὑποχρέωση καί δικαίωμα γιά τά κοινά «ἐκκλησίασον», δηλαδή συγκέντρωσέ τους μπροστά στίς θύρες τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου (Λευιτ. 8, 3). Πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι τό «ἐκκλησίασον» ἀναφέρεται πρώτη φορά σ᾿ αὐτό τό σημεῖο τῆς ἁγίας Γραφῆς, ὅταν ὁ Κύριος καθιστοῦσε τόν ᾿Ααρών ἀρχιερέα. Στό βιβλίο ἐπίσης τοῦ Δευτερονομίου λέει ὁ Θεός στό Μωυσῆ: «᾿Εκκλησίασον», δηλαδή συγκέντρωσε «ἐνώπιόν μου τό λαό καί ἄς ἀκούσουν τούς λόγους μου, γιά νά μάθουν νά μέ σέβονται καί νά μέ φοβοῦνται» (Δευτ. 4, 10). ῾Η λέξη «᾿Εκκλησία» ἀναφέρεται πάλι, ὅταν γίνεται λόγος γιά τίς πλάκες τοῦ Νόμου: «Πάνω σ᾿ αὐτές ἦταν γραμμένο καθετί πού εἶπε σ᾿ ἐσᾶς ὁ Κύριος, πάνω στό ὄρος Σινᾶ, μέσα ἀπό τό θεϊκό πῦρ, κατά τήν ἡμέρα τῆς ἐκκλησίας» (Δευτ. 9, 10). Σάν νά ἤθελε μέ αὐτό τό «κατά τήν ἡμέρα τῆς ἐκκλησίας» νά πεῖ πιό καθαρά «κατά τήν ἡμέρα πού ὁ Θεός σᾶς κάλεσε καί σᾶς σύναξε». ῾Ο Ψαλμωδός ἐπίσης λέει· «Θά προσευχηθῶ ἀπό τό βάθος τῆς καρδιᾶς μου, Κύριε, μέσα σέ μεγάλη ἐκκλησία, ἀνάμεσα σέ πολύ πυκνό πλῆθος λαοῦ, θά Σέ ὑμνήσω» (Ψαλμ. 34, 18).
ΚΕ´ . Πρωτύτερα λοιπόν ἔψαλε ὁ Ψαλμωδός: «Μέσα στήν ἐκκλησία νά δοξολογεῖτε τόν Θεό, τόν Κύριο, ὅλοι σεῖς οἱ ἀπόγονοι τοῦ ᾿Ισραήλ» (Ψαλμ. 67, 27). ᾿Αφοῦ ὅμως οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἔχασαν τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐξαιτίας τῆς κακόβουλης στάσης τους ἐνάντια στόν Σωτήρα Χριστό, ὁ Σωτήρας ἵδρυσε δεύτερη ᾿Εκκλησία, τή χριστιανική, ἡ ὁποία συγκροτεῖται ἀπό ἀνθρώπους πού ἀνήκουν σέ διάφορα ἄλλα ἔθνη, ἐκτός τοῦ ᾿Ισραήλ15. Γι᾿ αὐτήν τήν ᾿Εκκλησία εἶπε ὁ Κύριος στόν ἀπόστολο Πέτρο· «Πάνω σ᾿ αὐτήν τήν Πέτρα θά οἰκοδομήσω τήν ᾿Εκκλησία μου καί δέν θά τήν κατανικήσουν οἱ δυνάμεις τοῦ ῞Αδη» (Ματθ. 16, 18). Συνέχεια
«Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεανθρώπου καὶ ὁ μηδενισμὸς τοῦ ἀνθρώπου»
π.Ἀθανάσιος Γιέφτιτς
Τὸ ὅλο πρόβλημα γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἀκριβῶς αὐτό: νὰ εὑρεθεῖ ἐν τῷ Χριστῷ καὶ νὰ μὴ ἐκπέσει Αὐτοῦ, ἢ ἀφοῦ ἐξέπεσε (ὁ Ἀδὰμ καὶ ἐμεῖς) νὰ εὑρεθεῖ καὶ πάλι ἐν Αὐτῷ ὡς Θεῷ του καὶ ἀνθρώπῳ του, διότι ὁ Λόγος Χριστὸς διὰ τοῦτο ἀκριβῶς καὶ ἐδημιούργησε τὸν ἄνθρωπο, διὰ νὰ τὸν ἐνώσει μεθ’ Ἑαυτοῦ, νὰ τὸν «ἐνυποστήσει» ἐν Ἐαυτῷ, ὅπως λένε οἱ Πατέρες, καὶ ἔτσι νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν πληρότητά του ὡς ἀνθρώπου καὶ νὰ τὸν θεώσει, δηλαδὴ μὲ μία λέξη νὰ τὸν θε-ανθρωποποιήσει.
Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ Ἀδάμ, δημιουργηθεὶς ἔβλεπε τὸν Θεὸ καὶ εἶχε κοινωνία μαζί Του, καὶ ἔπρεπε ἐν συνεχείᾳ ἐλευθέρως καὶ ἀγαπητικῶς νὰ φθάσει ἐν τῷ Θεῷ Λόγω στὴν πλήρη ἕνωση μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὴ θέωσή του. Διότι ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ὁ σκοπὸς ὁλόκληρης τῆς θείας δημιουργίας, καὶ ἡ θέωση εἶναι ἡ τελικὴ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ θέωση δὲ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι δυνατὴ καὶ κατορθωτὴ μόνον ἐν τῷ Θεῷ Λόγῳ, ἐν τῷ Θεανθρώπῳ Χριστῷ, δυναμικὴ εἰκὼν τοῦ Ὁποίου εἶναι δημιουργικῶς ἐναποτεθειμένη στὸν ἄνθρωπο καὶ βάσει αὐτῆς καὶ μόνο πραγματοποιεῖται ἡ αὐθεντικὴ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ κατὰ χάριν θέωσή του.
Ἡ πρὸς θέωσιν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ δεδομένη δυνατότης καὶ δυναμικότης τῆς θεώσεως δὲν εἶναι ἕνας «εὐσεβὴς πόθος» τοῦ «θρησκευτικοῦ» ἀνθρώπου, ἀλλὰ μία ἀνθρωπολογικὴ (=χριστολογική, θεανθρώπινη) ἀλήθεια, ἡ ὁποία μαρτυρεῖται ἀκόμη καὶ σὲ αὐτὴν ταύτη τὴν τραγωδία τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν ὁ πατὴρ τοῦ ψεύδους, ὁ διάβολος, ἦλθε καὶ εἶπε στοὺς πρώτους ἀνθρώπους νὰ τὸν ἀκούσουν καὶ θὰ γίνουν καὶ χωρὶς τὸν Θεὸ «θεοί», αὐτὸ ἦταν ἕνα μεγάλο ψεῦδος. Ἕνα ψεῦδος ὅμως προϋποθέτει πάντοτε μία ἀλήθεια, τῆς ὁποίας τὸ ψεῦδος αὐτὸ τυγχάνει ἡ κατάχρηση, ἢ διαστρέβλωση, ἢ «λήθη», ἢ ἀναίρεση, ἢ στέρηση. Συνέχεια
Ἡ καθαρότης τῆς Ὀρθοδοξίας
Φώτιος ὁ Μέγας
Ἐπιστολὴ πρὸς Βούλγαρον Ἡγεμόνα
Αὐτὴ εἶναι ἡ καθαρὴ καὶ γνήσια ὁμολογία τῆς πίστεως ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν· αὐτὴ εἶναι ἡ θεόσοφη μυσταγωγία τῆς ἄχραντης καὶ ἀληθινῆς θρησκείας μας καὶ τῶν σεπτῶν μυστηρίων της· ἔχοντας φρόνημα, πίστι καὶ διαγωγὴ σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴν ὁμολογία ἕως τὴν δύσι τοῦ βίου, βαδίζομε γρήγορα πρὸς τὴν ἀνατολὴ τοῦ νοητοῦ ἡλίου, γιὰ ν’ ἀπολαύσωμε δυνατώτερα καὶ τελειότερα τὴν ἀπὸ ἐκεῖ ἐρχόμενη ἀνέσπερη αὐγὴ καὶ λαμπρότητα.
Αὐτὴν ταιριάζει ν’ ἀποδέχεται καὶ νὰ τιμᾶ καὶ ἡ θεοφρούρητη σύνεσίς σας, ποὺ ἤδη ἀτενίζει πρὸς τὴν ἰδική μας θρησκευτικὴ κληρονομιά, μὲ εἰλικρινῆ διάθεσι, εὐθύτητα γνώσεως καὶ ἀδίστακτη πίστι, καὶ νὰ μὴ ἀποκλίνη ἀπ’ αὐτὴν οὔτε στὸ ἐλάχιστο οὔτε πρὸς τὰ δεξιὰ οὔτε πρὸς τ’ ἀριστερά· διότι τοῦτο εἶναι τῶν ἀποστόλων τὸ κήρυγμα, τοῦτο εἶναι τὸ δίδαγμα τῶν πατέρων, τοῦτο εἶναι τὸ φρόνημα, τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων.
Γι’ αὐτὸ ὄχι μόνο ἐσὺ ὁ ἴδιος πρέπει νὰ φρονῆς καὶ νὰ πιστεύης κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀλλὰ νὰ καθοδηγῆς στὸ ἲδιο φρόνημα τῆς ἀληθείας καὶ τοὺς ὑπηκόους σου καὶ νὰ τοὺς καταρτίζης στὴν ἴδια πίστι, καὶ τίποτε ἄλλο νὰ μὴ θεωρῆς πολυτιμότερο ἀπὸ τέτοια σπουδὴ καὶ ἐπιμέλεια. Διότι τοῦ ἀληθινοῦ ἄρχοντος καθῆκον εἶναι νὰ μὴ φροντίζη μόνο γιὰ τὴ δική του σωτηρία, ἀλλὰ ν’ ἀξιώνη παρόμοιας προνοίας καὶ τὸν λαὸ ποὺ τοῦ ἔχει ἀνατεθῆ, νὰ τὸν χειραγωγῆ καὶ νὰ τὸν προσκαλῆ στὴν ἴδια τελειότητα τῆς θεογνωσίας. Μὴ λοιπὸν κάμης νὰ διαψευσθοῦν οἱ ἐλπίδες μας, τὶς ὁποῖες ἐπέτρεψε νὰ σχηματίσωμε ἡ πρὸς τὰ καλὰ ροπὴ καὶ προσοχή σου, μήτε νὰ καταστήσης ματαίους τοὺς κόπους καὶ ἀγῶνες, ποὺ μὲ χαρὰ ἀναλάβαμε χάριν τῆς σωτηρίας σας, μήτε νὰ δεχθῆς ὅτι ἄρχισες μὲν μὲ προθυμία νὰ δέχεσαι τοῦ θείου κηρύγματος τοὺς λόγους, μετέβαλες δὲ τὴν προθυμία σὲ ραθυμία· ἀλλὰ διατήρει ἀνεξάλειπτη τὴν χαρὰ κι εὐφροσύνη μου γιὰ σένα, παρέχοντας ὅμοιο μὲ τὴν ἀρχὴ τὸ τέλος, σύμφωνο τὸν βίο μὲ τὴν πίστι, καὶ τὴν ἐξουσία σου νὰ φαίνεται καὶ νὰ ὀνομάζεται κοινὸ ἀγαθό τοῦ γένους καὶ τῆς πατρίδος. Συνέχεια
Θεμελίωση καὶ προοπτική τῆς χριστιανικῆς ζωῆς
Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης
Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ θεμελιώνεται στὰ μυστήρια. Αὐτὰ δὲν ἀποτελοῦν μαγικὲς τελετὲς ποὺ ἀλλάζουν μηχανικὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ζωή του, ἀλλὰ δωρεὲς τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀνακαινίζουν τὴν ὕπαρξή του μὲ τὴν συγκατάθεση καὶ συνεργασία του. Τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι κτιστὰ μέσα, μὲ τὰ ὁποία μεταδίδεται ἡ ἄκτιστη χάρη τοῦ Θεοῦ. Τὸ Βάπτισμα, τὸ Χρίσμα καὶ ἡ θεία Εὐχαριστία, τὰ βασικὰ αὐτὰ μυστήρια μὲ τὰ ὁποῖα εἰσάγεται καὶ διατηρεῖται ὁ ἄνθρωπος στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία, θεμελιώνουν ἕνα νέο τρόπο ζωῆς γιὰ τὸν ἄνθρωπο.
Ἡ συμμετοχὴ στὰ μυστήρια δηλώνει τὴν ἑκούσια αὐτοδέσμευση τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀκολουθήσει τὸν Χριστὸ καὶ νὰ συμμορφώσει τὴν ζωὴ του κατὰ τὸ πρότυπο καὶ τὸ θέλημά του. Ἡ αὐτοδέσμευση αὐτή, ποὺ ἐκδηλώνεται σὲ ἡθικὸ ἐπίπεδο, προσλαμβάνει ὀντολογικὸ περιεχόμενο καὶ ἐσχατολογικὴ προοπτική. Ὁ ἄνθρωπος ἀνακαινίζεται καὶ εἰσάγεται σὲ μία καινούργια προοπτικὴ ζωῆς. Καλεῖται νὰ περιπατήσει «ἐν καινότητι ζωῆς», γιὰ νὰ ἀφομοιώσει ὡς πρόσωπο τὴν νέα ὀντολογία, στὴν ὁποία τὸν μυσταγωγοῦν τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας· νὰ μείνει ἑνωμένος μὲ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ καταστεῖ κοινωνὸς τῆς ζωῆς του μετέχοντας στὴν ταπείνωσή του καὶ προσβλέποντας στὴν ἔνδοξη φανέρωσή του.
Ἡ παραμονὴ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ δὲν ἀποτελεῖ παθητικὴ κατάσταση ἀλλὰ δυναμικὴ διαδικασία. Δὲν πραγματοποιεῖται μόνο μὲ τὴν συμμετοχὴ στὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ ἐκδηλώνεται μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν του· καὶ ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ διατηρεῖ τὸν πιστὸ στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Μόνο ὅποιος τηρεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ μένει «ἐν τῷ Χριστῷ καὶ ὁ Χριστὸς ἐν αὐτῷ».
Ἡ ἕνωση ὅμως μὲ τὸν Χριστὸ ὁδηγεῖ σὲ ρήξη μὲ τὸν κόσμο. Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν συνήθη ζωὴ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ φαίνεται παράδοξη καὶ εἶναι γενικὰ ἀντίθετη πρὸς αὐτήν. Ἡ προσχώρηση στὴν ζωὴ τοῦ κόσμου ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν Χριστό. Ὁ Χριστιανὸς ὀφείλει νὰ συντονίζει τὴν ζωή του μὲ τὴν ζωὴ καὶ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ, στὸ σῶμα τοῦ ὁποίου ἀνήκει. Χωρὶς τὸν συντονισμὸ αὐτὸν δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ διατήρηση τῆς ἑνότητας μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἡ παραμονὴ στὸ σῶμα του. Ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἔχουμε κοινὴ θέληση μὲ αὐτὸν ποὺ ἔχουμε κοινὸ αἷμα, γιὰ νὰ μὴ ἐμφανιζόμαστε σὲ ἄλλα ἑνωμένοι καὶ σὲ ἄλλα χωρισμένοι. Ὅσο ὁ Χριστιανὸς δὲν συντονίζεται μὲ τὴν ζωὴ καὶ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ, παραμένει φίλος του κόσμου. Συνέχεια
Γιὰ τὴν Κατήχηση
Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Ἐπιστολὴ σὲ ἕναν ἐκπαιδευτικὸ
Ἐξοργίζεσθε μὲ μερικοὺς συναδέλφους σας οἱ ὁποῖοι δὲν βλέπουν εὐμενῶς τὴν Κατήχηση στὰ σχολεῖα. Καὶ ἔχετε δίκιο. H ὀργὴ σας εἶναι ὀργὴ δικαίου καὶ τέτοια ὀργὴ ἔχει ἀξία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Δὲν ὠφελεῖ ὅμως μονάχα νὰ ὀργιζόμαστε, ἀλλὰ καὶ νὰ πείθουμε. Χρειάζεται ἀκόμη, νὰ προσευχόμαστε στὸν Θεὸ γιὰ ἐκείνους πού ἀπὸ ἀνοησία ἐξεγείρονται ἐνάντια στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ στὰ σχολεῖα. Νὰ τοὺς ἀνοίξει ὁ Θεὸς τὰ μάτια καὶ νὰ δοῦν ὅτι πριονίζουν τὸ κλαδὶ πάνω στὸ ὅποιο κάθονται. Γιατί πραγματικά, ὅλη ἡ διαπαιδαγώγηση τῆς χριστιανικῆς νεολαίας βασίζεται στὴν ἀσάλευτη πέτρα τῆς διδαχῆς τοῦ Χριστοῦ.
Σὲ μᾶς ἦταν ἔτσι γιὰ χίλια χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ βαπτιστήκαμε, ἔτσι πρέπει νὰ εἶναι καὶ σήμερα καὶ αὔριο καὶ στὸν αἰώνα τοῦ αἰῶνος. Τέτοια ἀγωγή, κατὰ τὸ παρελθόν, δὲν μᾶς ἔκανε νὰ ντρεπόμαστε καὶ οὔτε θὰ μᾶς κάνει καὶ στὸ μέλλον. Αὐτὸ μᾶς ἔδωσε πρωτοκλασάτους ἄνδρες, πού εἶναι στολίδια τῆς ἱστορίας μας, ὅπως τὰ ἄστρα εἶναι στολίδια στὸ οὐράνιο στερέωμα. Καὶ μάλιστα τεράστιο ἀριθμὸ τέτοιων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, ἀστέρων στὸ στερέωμα τῆς ἐθνικῆς μας ἱστορίας. Μὰ τί ἄλλο θὰ μποροῦσε ν’ ἀποτελεῖ τὸ σκοπὸ τῆς ἀγωγῆς ἀπὸ τὸ νὰ δώσει ἀνθρώπους, σωστοὺς ἀνθρώπους.
Ἡ ἐπιστήμη τῆς ἀγωγῆς, σὲ μᾶς ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλους τούς βαπτισμένους λαούς, πρέπει ἀπαραίτητα νὰ ἁρμόζει μὲ τὴ διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἂν ἡ ἀγωγή, ἀποχωριστεῖ ἀπὸ τὴ διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ, τότε δὲν χάνεται μὲν ἡ διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ ἀλλὰ χάνεται ἡ ἀγωγὴ καὶ οἱ σωστοὶ ἄνθρωποι. Ἂν πάλι ἡ ἀγωγὴ χαθεῖ στὸ σχολεῖο, τότε τὸ σχολεῖο γίνεται ἐπικίνδυνο γιὰ ἀνθρώπους καὶ λαούς. Γιατί, ἄνθρωπος μορφωμένος καὶ δίχως χαρακτήρα, εἶναι περισσότερο ἐπικίνδυνος γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς ἄλλους ἀπ’ ὅ,τι ὁ ἄνθρωπος πού εἶναι ἀγράμματος καὶ ἀνάγωγος. Αὐτὸς εἶναι ἀνάγωγος λόγω ἀδυναμίας, ἐνῶ ὁ πρῶτος κατὰ πεποίθηση.
Διάσπαση στὴν πίστη ἑνὸς ἀνθρώπου, προκαλεῖ ἀναπόφευκτα καὶ διάσπαση στὸ χαρακτήρα. Αὐτὸ μαρτυρεῖ τόσο ἡ βιβλικὴ ἱστορία ὅσο καὶ γενικότερα ἡ ἱστορία τῶν βαπτισμένων λαῶν. Τοὺς βασιλεῖς τοῦ Ἰσραὴλ πού ἐξέπιπταν ἀπὸ τὸν Θεό, τοὺς ἀκολουθοῦσε καὶ ἡ ἠθικὴ πτώση. Γιατί καθὼς τὸ ποτάμι εἶναι ἑνωμένο μὲ τὴν πηγὴ καὶ τὸ φῶς μὲ τὸν ἥλιο, ἔτσι εἶναι καὶ ἡ ἠθικὴ ζωὴ μὲ τὴν πίστη. Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδὸς (Ἰω. 14, 6), εἶπε ὁ Χριστός, ἐγὼ εἰμὶ τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν (Ἰω. 4, 11), ἐγὼ εἰμὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου (Ἰω. 8, 12). Ποῦ θὰ ὁδηγήσουμε τὰ παιδιὰ μακριὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν Ὁδὸ παρὰ στὴν καταστροφή; Μὲ τί θὰ ποτίσουμε τὶς διψασμένες ψυχὲς τους ἔξω ἀπὸ τοῦτο τὸ Ζῶν Ὕδωρ; Μὲ τὰ θολωμένα λασπόνερα πού πίνουν καὶ τὰ ζωντανά; Μὲ τί θὰ τὰ φωτίσουμε πέρα ἀπὸ αὐτὸ τὸ Φῶς;…. Συνέχεια
Ἡ Σιωπή
Ἀρχιμ. π. Ἀντωνίου Ρωμαίου
Ἡ σιωπήεἶναι ἡ πιό γόνιμη μήτρα γιά τή ζωή τοῦ Πνεύματος.
Τό νά σιωπᾶς μέ γνώση σημαίνει ὅτι ἔχεις δουλέψει πολύ στόν ἑαυτό σου.
Τό νά σιωπᾶς ὅταν εἶσαι ἄδειος, εἶναι φρόνηση· τό νά σιωπᾶς ὅμως ὅταν εἶσαι γεμάτος, εἶναι ἁγιότης.
Ἕνα λεπτό σιγῆς τοῦ σοφοῦ ἀντιρροπεῖ πρός χιλιάδες ὧρες μωρολογίας δοκησισόφων.
Ἡ σιωπή πού γεμίζει μέ τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ γεννᾶ τούς πιό σωστούς διαλόγους.
Ἡ σιωπή πού εἶναι γεμάτη ἀπό ἐμπαθῆ ἀναβρασμό τῆς ψυχῆς, γίνεται πρόδρομος σατανικῆς κυριαρχίας.
Ἡ ἀσκητική σιωπή – προσπάθεια γεμάτη πόνο καί κόπο – μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου μετρατρέπεται ἀπό ἐπίπονα δεσμά σέ φτεροῦγες ἀνατάσεως καί σέ στρωμνή ἀναπαύσεως.
Ἡ σιωπή τοῦ μοχθηροῦ ἀρχίζει μέ εὐγένεια καί τελειώνει μέ δολοφονική ἐνέργεια.
Ἡ σιωπή πού ἐπικαλύπτει ἐμπάθεια ὁμοιάζει πρός ἁγιόμορφο πόρνη.
Τό νά σιωπᾶς ἀπό ἀμέλεια ἤ τεμπελιά δείχνει ὅτι ἔχεις συνθηκολογήσει μέ τόν διάβολο.
Τό νά σιωπᾶς ἀπό ἀπογοήτευση φανερώνει τήν αἰχμαλωσία σου σέ σατανοκίνητες σκέψεις.
Τό νά σιωπᾶς ὅταν μπορεῖς νά πεῖς πολλά δέν εἶναι δειλία ἀλλά γενναιότητα.
Τό νά σιωπᾶς «ὅταν δέν ἔχεις τί νά πεῖς» εἶναι ἀγαθόμορφη δειλία.
Τό νά σιωπᾶς μπροστά στούς «Πιλάτους» φανερώνει διάθεση Χριστομιμήτου ζωῆς.
Τό νά σιωπᾶς γιατί «εἶσαι νεκρός γιά τόν κόσμο» σημαίνει ὅτι προγεύθηκες τή δύναμη τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.
Τό νά σιωπᾶς, τέλος, ὅταν ὁ σταυρός εἶναι στούς ὤμους σου ἤ ὅταν σύ εἶσαι πάνω στό «σταυρό», αὐτό σημαίνει ὅτι ἔχεις ἤδη εἰσέλθει στή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.