Ιούνιος 2012
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930

Αρχεία ανά ημέρα: 27 Ιουνίου 2012

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ

 

 Χρήστου Γκότση

img492Ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου, πού δείχνει τὴν θεότητά Του, τὴν μεγαλειότητα καὶ τὴν δύναμίν Του, εἶναι ἡ Μεταμόρφωσίς Του. Δι’ αὐτὴν ὁμιλοῦν οἱ τρεῖς πρῶτοι Εὐαγγελισταί, ὁ Ματθαῖος, ὁ Μάρκος καὶ ὁ Λουκᾶς, καθὼς καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς αὐτόπτες Μαθητές τοῦ  Κυρίου, ὁ Πέτρος.

Τὰ ὅσα λέγουν, ἀκούονται κατὰ τὴν Θείαν Λειτουργίαν τῆς ἑορτῆς (6 Αὐγούστου) καὶ μᾶς μεταφέρουν εἰς τὸ ὅρος Θαβώρ, ἐπί τοῦ ὁποίου κατὰ τὴν παράδοσιν ἔλαβε χώραν τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως. «Καί μεθ᾿ ἡμέρας ἓξ παραλαμβάνει ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν Πέτρον καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ ᾿Ιωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὄρος ὑψηλὸν κατ᾿ ἰδίαν· καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς. καὶ ἰδοὺ ὤφθησαν αὐτοῖς Μωσῆς καὶ ᾿Ηλίας μετ᾿ αὐτοῦ συλλαλοῦντες. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπε τῷ ᾿Ιησοῦ· Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· εἰ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ Μωσεῖ μίαν καὶ μίαν ᾿Ηλίᾳ. ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτούς, καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε»· (Μάτθ. 17,1-6).

Μὲ τρόπον ἁπλοῦν καὶ ἀνεπιτήδευτον, χωρὶς περιττές φράσεις, ὁ ἱερός Εὐαγγελιστὴς ἀναφέρεται εἰς ἕνα περιστατικὸν τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου, τὸ Ὁποῖον εἶδαν μὲ τὰ μάτια τους τρεῖς Ἀπόστολοι, ὁ Πέτρος, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, πού ὑπερεῖχαν τῶν ἄλλων εἰς τὴν πίστιν, τὴν ἀφοσίωσιν καὶ τὴν ἀγάπην πρὸς τὸν Κύριον. Ὅπως λέγει ἕνα τροπὰριο τῆς ἑορτῆς, «ὃ πρὸ αἰώνων ὑπάρχων Θεὸς Λόγος, ὁ φῶς ὡς ἱμάτιον περιβαλλόμενος, μεταμορφούμενος ἔμπροσθεν τῶν μαθητῶν Του, ὑπὲρ τὸν ἥλιον ἔλαμψε» (Στιχηρὸν Αἴνων).

Ἔλαμψε τὸ πρόσωπον τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν λαμπρότητα τῆς ἀπροσίτου θεϊκῆς Του δόξης, τὰ δὲ ἐνδύματά Του ἔγιναν λευκὰ ὡς τὸ φῶς. Δύο ἐξέχοντα πρόσωπα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, ἐνεφανίσθησαν κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνη τῆς θεϊκῆς λαμπρότητος. Συνομιλοῦσαν μὲ τὸν Κύριον διὰ τὰ μέλλοντα νὰ συμβοῦν εἰς Αὐτόν, δηλαδὴ διὰ τὸν λυτρωτικόν Του θάνατον, ὁ ὁποῖος ἔμελλε νὰ πραγματοποιηθῆ στὴν Ἱερουσαλήμ.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐξηγεῖ διατὶ ἐπελέγησαν αἱ δύο αὐτές προσωπικότητες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης νὰ πλαισιώσουν τὸν Κύριον κατὰ τὴν ὥραν τῆς Μεταμορφώσεως. Πρῶτον, ἀντιπροσώπευαν τὸ Νόμο καὶ τοὺς προφήτες. Δεύτερον, ἀμφότεροι εἶχαν ἀπολαύσει μίας μυστικῆς θέας τοῦ Θεοῦ, ὁ ἕνας εἰς τὸ ὅρος Σινᾶ καὶ ὁ ἄλλος εἰς τὸ ὅρος Καρμήλιον. Τρίτον, ὁ Μωϋσῆς ἀντιπροσώπευε τοὺς νεκρούς, ἐνῶ ὁ Ἠλίας, πού ἀνελήφθη εἰς τὸν οὐρανό ἐποχούμενος ἐπὶ πυρίνου ἅρματος, ἀντιπροσώπευε τοὺς ζῶντες. «Ἵνα μάθωσιν, ὅτι καὶ θανάτου καὶ ζωῆς ἐξουσίαν ἔχει, καὶ τῶν ἄνω καὶ τῶν κάτω κρατεῖ». (Βλέπε π.χ. τὸ Στιχηρὸν τοῦ Ἑσπερινοῦ  τῆς ἑορτῆς: «Συλλαλοῦντες δὲ τῷ Χριστῷ, Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας ἐδείκνυον, ὅτι ζώντων καὶ νεκρῶν κυριεύει…»).

Ἡ παρουσία τοῦ Μωϋσέως και τοῦ Ἠλία κατὰ τὴν Μεταμόρφωσιν ὑπεγράμμισεν ἐπί πλέον τὴν ἑνότητα Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης. Τὸν Χριστόν, πού μὲ τύπους, σύμβολα καὶ προφητεῖες προανήγγειλεν ἡ πρώτη, Τὸν παρουσίασε κηρύττοντα καὶ θαυματουργοῦντα ἡ δευτέρα.

Κατὰ τὴν Μεταμόρφωσιν ἔχουμε καὶ τὴν ἐμφάνισιν τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ Πατήρ, πού ὀνομάζει τὸν Κύριον υἱόν Του ἀγαπητόν, ὁ Θεάνθρωπος Κύριος, πού μεταμορφώνεται καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, πού λάμπει μαζὶ μὲ τὸν Κύριο διὰ τῆς φωτεινῆς νεφέλης.

Ἐρωτᾶται τώρα πῶς εἶδαν τὸ θαυμαστὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως οἱ συνοδεύσαντες τὸν Σωτήρα Μαθηταί. Περὶ αὐτοῦ μᾶς πληροφορεῖ τὸ Κοντάκιον τῆς ἑορτῆς: «Ἐπὶ τοῦ ὅρους μετεμορφώθης, καὶ ὡς ἐχώρουν οἱ Μαθηταί σου τὴν δόξαν σου, Χριστὲ ὁ Θεός, ἔθεασαντο· ἵνα ὅταν σὲ ἴδωσι σταυρούμενον, τὸ μὲν πάθος νοήσωσιν ἑκούσιον, τῷ δὲ κόσμω κηρύξωσιν, ὅτι σὺ ὑπάρχεις ἀληθῶς τοῦ Πατρὸς τὸ ἀπαύγασμα».

Ὁ ὕμνος αὐτὸς τῆς Ἐκκλησίας μας συμπληρώνει μὲ σύντομο καὶ ἐπιγραμματικὸ τρόπο ὅσα οἱ ἱεροὶ Εὐαγγελισταὶ ἐξιστοροῦν διὰ τὴν Μεταμόρφωσιν τοῦ Σωτῆρος. Μᾶς λέγει πρῶτον, ὅτι οἱ Μαθηταὶ εἶδαν τὴν θεϊκὴν δόξαν τοῦ Κυρίου «ὡς ἐχώρουν», δηλαδὴ «καθὼς ἠδύναντο», διὰ νὰ μεταχειρισθοῦμε τὴν φράσιν τοῦ Ἀπολυτίκιου τῆς ἑορτῆς. Δὲν ἦτο δυνατὸν οἱ Ἀπόστολοι, ἐφ’ ὅσον ἤσαν ἄνθρωποι, νὰ δοῦν ὁλόκληρη τὴν θεϊκὴν λαμπρότητα τοῦ Κυρίου.

Δεύτερον, μανθάνομεν ἀπὸ τὸ Κοντάκιον, καθὼς καὶ ἀπὸ ἄλλους ὕμνους τῆς ἑορτῆς, τὸν σκοπὸ τῆς Μεταμορφώσεως. Ὁ Κύριος δηλαδὴ μετεμορφώθη, διὰ νὰ ἀντιληφθοῦν οἱ Μαθηταί Του, ὅταν θὰ Τὸν δοῦν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, ὅτι τὸ Πάθος Του ἦτο ἑκούσιον, μὲ τὴν θέλησίν Του. Ἔτσι γεμάτοι ἀπὸ πίστιν καὶ βεβαιότητα θὰ διεσάλπιζον στὸν κόσμο τὴ θεότητά Του. Ἔπρεπε, ὅπως λέγει ἕνας ὕμνος τοῦ Ἐσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς, «νὰ δοῦν τὰ θαυμάσια τοῦ Κυρίου, διὰ νὰ μὴ δειλιάσουν ἐμπρὸς στὰ παθήματά Του», («…ἵνα θεωρήσαντες τὰ θαυμάσια σου, μὴ δειλιάσωσι τὰ παθήματά σου», α’ Στιχηρὸν Ἐσπερινοῦ).

Δὲν εἶναι ἄσκοπο νὰ ἐπαναλάβουμεν ἐδῶ, ὅτι οἱ ὕμνοι τῆς Ἐκκλησίας μας συνοψίζουν τίς ἀλήθειες τῆς πίστεως, ὅπως τίς ἀνέπτυξαν καὶ τίς διετύπωσαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι συμπληρώνουν τὴν Ἁγία Γραφή, διότι διαφυλάσσουν μὲ τίς φράσεις τῶν, τίς ποιητικές βεβαίως, τὴν Ἱεράν μας Παράδοσιν.

Τὰ ὅσα ἀνωτέρω ἐλέχθησαν, ἤσαν ἀπαραίτητα διὰ νὰ ἐννοήσωμεν τὴν βυζαντινὴ εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως, ἡ ὁποία εἶναι πιστὴ ἀπεικόνισις τῶν ὅσων οἱ ἱεροὶ Εὐαγγελισταὶ ἀναφέρουν.

 

Περιγραφὴ τῆς εἰκόνος

«Τὸ ὅρος Θαβὼρ τρικόρυφον. Ἐπάνω στὴν ψηλότερη κορυφή του, εἰς τὸ μέσον τῆς εἰκόνος ἵσταται ὁ Κύριος ὄρθιος καὶ κατενώπιον, ἐντὸς φωτεινῆς δόξης ὅπου παριστάνεται μὲ φωτοειδὴ κύκλον, μέσο στὸ ὁποῖο εἶναι γραμμένο ροδόχρουν τετράγωνον. Τὰ ἱμάτια αὐτοῦ εἶναι λευκὰ μὲ ἐλαφρές ραβδώσεις. Διὰ τῆς δεξιᾶς εὐλογεῖ, καὶ στὴν ἀριστερὰν κρατεῖ εἰλητάριον…

Μὲ ὅλον ὅπου στὴ Μεταμόρφωσιν ἐφανερώθη ἡ Θεϊκὴ ἐξουσία Του, ἐν τούτοις καὶ στὴν εἰκόνα ταύτην παρίσταται, ὡς πάντοτε, μὲ ταπεινὸν σχῆμα.

Ἐκ δεξιῶν εἰκονίζεται ὁ προφήτης Ἠλίας καὶ ἐξ ἀριστερῶν ὁ προφήτης Μωϋσῆς ἡ καὶ τανάπαλιν, ἱστάμενοι ἐπάνω στὰς δύο χαμηλότερες κορυφές, καὶ προσκλίνοντες μὲ σεβασμόν, ὁ μὲν Ἠλίας συνομιλῶν μετὰ τοῦ Χρίστου, ὁ δὲ Μωϋσῆς κρατῶν τὰς πλάκας τοῦ Νόμου.

Ὑποκάτωθεν αὐτῶν, ἐν τῷ μέσω βράχων, κατάκεινται χαμαὶ οἱ τρεῖς μαθηταί, Πέτρος, Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης, εἰς βιαίας στάσεις, ὁ μὲν Πέτρος καλύπτων τὸ πρόσωπον ἐκ τοῦ θάμβους καὶ κράζων πρὸς τὸν Χριστόν, ὁ δὲ Ἰωάννης πρηνής, ὁ δὲ Ἰάκωβος ἀνεστραμμένος καὶ οἰονεί ἐκσφενδονισθείς ὑπὸ ὑπερφυοῦς δυνάμεως. Ἐπὶ τῶν προσώπων αὐτῶν εἶναι ἀποτυπωμένος ὁ τρόμος καὶ ἡ ἔκστασις. Ταῦτα δέ, κατὰ τὰ ἐν τῷ ἱερῷ Εὐαγγελίῳ ἱστορούμενα·«Καὶ ἀκούσαντες οἱ μαθηταὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα» (Ματθ. ιζ’, 6), ὡς ἐπίσης καὶ κατὰ τὰ ψαλλόμενα κατὰ τὴν ἑορτήν τῆς Μεταμορφώσεως τροπάρια

ὅπου λέγουν «οἵτινες τὴν ἀκτίνα τοῦ προσώπου σου μὴ φέροντες καί τὴν λαμπρότητα τῶν χιτώνων σου ἐπὶ πρόσωπον εἰς γῆν κατεβαρύνοντο», καθὼς καὶ τὰ ἀκόλουθα· «οἱ μαθηταί σου, Λόγε, ἔρριψαν ἑαυτοὺς ἐν τῷ ἐδάφει τῆς γῆς, μὴ φέροντες ὁρᾶν τὴν ἀθέατον μορφήν».

«Σέ πολλές εἰκόνες τῆςΜεταμορφώσεως, ὅταν ὑπάρχη πολὺς τοῖχος διὰ νὰ σκεπασθῆ ἀπὸ τὴν τοιχογραφίαν, ζωγραφίζονται ὄπισθεν τοῦ βουνοῦ, ἀπὸ τὸ ἓν μὲν μέρος ὁ Χριστὸς ὅπου ἀναβαίνει εἷς τὸ ὄρος μαζὶ μὲ τοὺς τρεῖς μαθητές Του, καὶ πάλιν ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τοῦ βουνοῦ παριστάνονται οἱ ἴδιοι ὅπου κατεβαίνουν, καὶ ὁ Χριστὸς τοὺς εὐλογεῖ, λέγοντας τους νὰ μὴ εἰποῦν σέ κανένα αὐτὰ ὅπου εἶδαν, ὅπως ἱστοροῦνται στὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον…» (Φ. Κόντογλου).

Ἡ σημασία τῆς εἰκόνας διὰ τὸν πιστόν.

Ὅπως κάθε βυζαντινὴ εἰκόνα, ἔτσι καὶ ἡ εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως γίνεται ἀφορμὴ ἱερῶν στοχασμῶν διὰ τὸν πιστόν, πού τὴν βλέπει καὶ τὴν ἀσπάζεται. Σ’ αὐτὸ βοηθοῦν τὰ τροπάρια τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως, διότι τονίζεται σ’ αὐτά, ἐκτὸς τοῦ κυρίου σκοποῦ τοῦ γεγονότος, πού εἶναι τὸ προάγγελμα τῆς ἐνδόξου καὶ σωτηρίου διὰ τοῦ Σταυροῦ ἀναστάσεως καὶ ὁ δευτερεύων σκοπός: ἡ δόξα τῶν πιστῶν στὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Ἔτσι σ’ ἕνα τροπάριο ἀναφέρεται, ὅτι ὁ Κύριος μετεμορφώθη, «διὰ νὰ δηλώση ὅτι ὅσοι θὰ διαπρέψουν εἰς τὰς ἀρετάς, θὰ ἀξιωθοῦν τῆς ἐνθέου δόξης» (γ’ Στιχηρὸν Ἑσπερινοῦ). Σ’ ἄλλα δὲ τροπάρια παρακαλεῖται ὁ μεταμορφωθείς Κύριος νὰ φωτίση τίς ψυχές μας μὲ τὸ Θαβώριον φῶς, τοῦ ὁποίου οἱ ἀκτίνες κατηύγασαν τοὺς Ἀποστόλους. («Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς τὸ φῶς σου τὸ ἀϊδιον»).

Ὁ πιστός, καθὼς ἐνατενίζει τὴν ἅγια εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως, φέρει εἰς τὸν νοῦν του τὴν γνωστὴν εὐχὴ τῆς Ἐκκλησίας μας:

«Χριστέ, τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, τὸ φωτίζον καὶ ἁγιάζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον, σημειωθήτω ἐφ’ ἡμᾶς τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου, ἵνα ἐν αὐτῷ ὀψόμεθα φῶς τὸ ἀπρόσιτον καὶ κατεύθυνον τὰ διαβήματα ἡμῶν πρὸς ἐργασίαν τῶν ἐντολῶν σου· πρεσβείαις τῆς παναχράντου σου μητρὸς καὶ πάντων σου τῶν ἁγίων. Ἀμήν».

 

ΚΑΝΟΝΑΣ ΣΤΗΝ ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

AΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ

                            Ὠδή α΄

                          Ἦχος πλ. Δ΄.

Ὁ Μωϋσῆς, σάν εἶδε σέ χρόνους παλαιούς,

στήν θάλασσα, σέ στύλο πύρινο καί σέ νεφέλη

τήν δόξα τοῦ Κυρίου, προφητικῶς ἀναφώνησε·

«Ἄς τραγουδήσουμε στόν λυτρωτή καί Θεό μας!».

                                 ***

Κρύβοντας τό θεωμένο σῶμα του

μέσα σέ βράχο ὁ θεόπτης Μωϋσῆς

ἔβλεπε τόν ἀόρατο κι ἀναφωνοῦσε·

«Ἄς τραγουδήσουμε στόν λυτρωτή καί Θεό μας!».

                                 ***

Σύ πάνω στό ὄρος τό νομικό

καί στό Θαβώριο φάνηκες στόν Μωϋσῆ,

τότε μέσα σέ γνόφο,

τώρα στό ἀπρόσιτο φῶς τῆς θεότητας.

                      Ὠδή γ΄

Ἡ δόξα πού σκίαζε τήν σκηνή πρωτύτερα

καί στόν Μωϋσῆ μιλοῦσε, τόν δοῦλο Σου,

τύπος ἔγινε τῆς μεταμόρφωσής Σου,

πού ἄστραψε, Δέσποτα, στό Θαβώρ ἄρρητα.

                                ***

Ἀνέβηκαν μαζί Σου, Λόγε Μονογενές, ὕψιστε,

τῶν ἀποστόλων οἱ ἔγκριτοι στό ὄρος Θαβώρ.

Καί κοντά στάθηκαν ὁ Μωϋσῆς καί ὁ Ἠλίας

ὡς Θεοῦ ὑπηρέτες μόνε φιλάνθρωπε.

                                  ***

Ὄντας Θεός τέλειος, ἔγινες τέλειος ἄνθρωπος,

μέ τήν Θεότητα ὅλη ἕνωσες τήν ἀνθρωπότητα

στήν ὑπόστασή Σου, αὐτήν πού εἶδαν

στίς δύο της φύσεις ὁ Μωϋσῆς καί ὁ Ἠλίας

πάνω στό ὄρος Θαβώρ. Συνέχεια

Στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος

 ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Ἐμπρός, φίλοι μου, ἂς ἁπλώσουμε σήμερα χωρὶς δισταγμὸ τὸ χέρι στοὺς θησαυροὺς τοῦ Εὐαγγελίου, γιὰ νὰ ἀντλήσουμε ἀπὸ ἐκεῖ κατὰ τὴν συνήθειά μας πλοῦτο, πού ἄφθονα σὲ ὅλους διαμοιράζεται καὶ οὔτε στὸ ἐλάχιστο ποτὲ δὲν ξοδεύεται. Ἐλᾶτε, τὸν πάνσοφο καὶ πάλι ἂς ἀκολουθήσουμε, τὸν ὡραῖο ὁδηγό μας, τὸν Λουκᾶ, νὰ δοῦμε τὸν Χριστὸ νὰ ἀνεβαίνει σὲ ὄρος ὑψηλὸ καὶ τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη νὰ παίρνει μάρτυρες τῆς θεϊκῆς Μεταμορφώσεως. Διότι «πῆρε μαζί Του», λέει, «αὐτοὺς πού ἀποτελοῦσαν τὴν συντροφιὰ τοῦ Πέτρου καὶ σὲ ὄρος ὑψηλὸ ἀνέβηκε» ὁ Δεσπότης. Ὄρος ὑψηλό, στὸ ὁποῖο ἡ δυάδα Μωυσῆς καὶ Ἠλίας συζητοῦσε μὲ τὸν Χριστό.

Ὄρος ὑψηλό, ἐπάνω στὸ ὁποῖο ὁ Νόμος καὶ οἱ Προφῆτες συνομιλοῦσαν μὲ τὴν Χάρη. Ὄρος ὑψηλό: σ’ αὐτὸ ὁ Μωυσῆς, πού ἔγινε σφαγέας τοῦ ἀμνοῦ γιὰ τὸ πάσχα τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ ἔτσι μὲ τὸ αἷμα τὰ ἀνώφλια τῶν Ἑβραίων ράντισε.

Ὄρος ὑψηλό, σ’ αὐτὸ ὁ Ἠλίας, πού κοντὰ σ’ ἐκείνους τὸ βόδι εἶχε τεμαχίσει, τὴν θυσία τὴν περιχυμένη μὲ νερὸ εἶχε ἀφανίσει μὲ φωτιά. Ὄρος ὑψηλό, ὅπου ὁ Μωυσῆς, ὁ ἄνθρωπος πού ἄνοιξε καὶ ἔκλεισε τῆς Ἐρυθρᾶς Θάλασσας τὰ πολλὰ καὶ πάντοτε ἀξεχώριστα νερά. Ὄρος ὑψηλό, γιὰ νὰ μάθουν ὅσοι ἀνῆκαν στὸν κύκλο τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Ἰακώβου ὅτι Αὐτὸς εἶναι τὸ πρόσωπο, ἐμπρὸς στὸ ὁποῖο κάθε γόνατο θὰ λυγίσει τῶν ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων. Συνέχεια

ΣΤΗΝ ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

Ὅπου καί ἀπόδειξη ὅτι, ἄν καί εἶναι ἄκτιστο τό κατ᾽ αὐτήν θειότατο φῶς, ὅμως δέν εἶναι οὐσία τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Προφήτης Ἠσαΐας προεῖπε γιά τό εὐαγγέλιο ὅτι «λόγο συντετμημένο θά δώσει ὁ Κύριος ἐπί τῆς γῆς» (Ἠσ. 10, 25). Συντετμημένος λόγος εἶναι ἐκεῖνος, πού μέσα σέ λίγες λέξεις περικλείει πλούσιο νόημα. Ἄς ἐπανεξετάσουμε λοιπόν σήμερα ὅσα ἔχουμε ἐκθέσει κι ἄς προσθέσουμε ὅσα ὑπολείπονται, γιά νά ἐμφορηθοῦμε ἀκόμη περισσότερο ἀπό τά ἐναποκείμενα ἄφθαρτα νοήματα καί ὁλόκληροι νά καταληφθοῦμε ἀπό τά θεῖα.

«Τόν καιρό ἐκεῖνο παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς τόν Πέτρο, τόν Ἰάκωβο καί τόν Ἰωάννη καί τούς ἀνεβάζει σέ ὄρος ὑψηλό κατ᾽ ἰδίαν. Ἐκεῖ μεταμορφώθηκε ἐνώπιόν τους καί ἔλαμψε τό πρόσωπό Του ὅπως ὁ ἥλιος» (Ματθ. 17, 1). Ἰδού τώρα εἶναι καιρός εὐπρόσδεκτος, σήμερα ἡμέρα σωτηρίας, ἀδελφοί, ἡμέρα θεία, νέα καί ἀΐδιος, πού δέν μετρεῖται μέ διαστήματα, δέν αὐξομειώνεται, δέν διακόπτεται ἀπό νύκτα. Διότι εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ Ἥλιου τῆς δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος δέν ὑφίσταται ἀλλοίωση ἤ σκιά ἕνεκα μετατροπῆς» (Ἰακ. 1, 7). Αὐτός, ἀφ᾽ ὅτου φιλανθρώπως ἔλαμψε σέ μᾶς μέ εὐδοκία τοῦ Πατρός καί συνεργία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί μᾶς ἐξήγαγε ἀπό τό σκοτάδι στό θαυμαστό του φῶς, συνεχίζει γιά πάντα νά λάμπει πάνω ἀπό τά κεφάλια μας ὡς ἄδυτος ἥλιος. Συνέχεια

Λόγος στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ

 ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ

Ὁ φιλάνθρωπος Ἰησοῦς, ὅταν φανερώθηκε στὸν κόσμο ὡς διδάσκαλος ἀγαθός, ἐπειδὴ ἦταν καὶ Θεός, εἶπε στοὺς μαθητές του: «Ὅποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθήσει, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του, ἂς σηκώσει τὸν σταυρό του κι ἂς μὲ ἀκολουθεῖ. Διότι ὅποιος θέλει νὰ σώσει τὴν ζωή του θὰ τὴν χάσει· ὅποιος ὅμως ἐξαιτίας μου χάσει τὴν ζωή του θὰ τὴν εὕρει. Διότι τί ὠφελεῖται ὁ ἄνθρωπος, ἂν κερδίσει ὁλόκληρο τὸν κόσμο, χάσει ὅμως τὴν ζωή του; Ἡ τί μπορεῖ νὰ δώσει ὁ ἄνθρωπος ὡς ἀντάλλαγμα γιὰ τὴν ζωή του; Ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου θὰ ἔλθει μέσα στὴν δόξα τοῦ Πατέρα Του μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους Του, καὶ τότε θὰ ἀποδώσει στὸν καθένα κατὰ τὰ ἔργα του».

«Ὅποιος θέλει, λοιπόν, νὰ μὲ ἀκολουθήσει, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του», τουτέστι κάθε ἀνθρώπινο φρόνημα. Κι ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ καὶ «ὅμοια μ’ ἐμένα ἂς σηκώσει τὸν σταυρό του κι ἂς μὲ ἀκολουθεῖ».

Αὐτὸ λοιπὸν τὸ κατόρθωσε ὁ Παῦλος, ἂν κρίνουμε ἀπὸ τοὺς λόγους πού μᾶς παρέδωσε. Διότι ὄχι μόνο σταυρώθηκε γιὰ τὸν κόσμο, ἀλλά καὶ τὸν κόσμο σταύρωσε γιὰ τὸν ἑαυτὸ του. Ἀλλά καὶ αὐτὴν ἀκόμα τὴν ζωὴ του μετάλλαξε, ἀφοῦ δὲν ζοῦσε πλέον ὁ ἴδιος, κίνηση καὶ ἐνέργεια δὲν ἦταν δικά του. Ἀλλ’ ἡ ζωὴ του ἦταν ὁ Χριστός, πού ἐντός του ἐνεργοῦσε. Πράγματι, παρέδωσε ὁλοκληρωτικὰ τὸν ἑαυτό του κι ἀφοῦ νέκρωσε τὸ ἴδιον θέλημα, ταύτισε ὅλο του τὸ εἶναι μὲ τὸ θεῖο θέλημα. Ὥστε —τολμῶ νὰ ὀνοματοθετήσω— μᾶλλον Χριστὸς ἦταν τὸ ὄνομα πού ταιίριαζε στὸν Παῦλο παρὰ ζῶσα ὕπαρξη, ἀφοῦ ἡ ζωὴ του ἦταν ὁ Χριστός. Ἔτσι πρέπει νὰ πορεύονται πίσω ἀπὸ Αὐτὸν καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθοῦν ὅσοι θέλουν νὰ εἶναι δικοί Του. Συνέχεια

Λόγος στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΣΕΛΕΥΚΕΙΑΣ

29284_1229169984036_1672702547_448926_4257847_n[2]Ὁ ἥλιος, σὰν ἁπλώνει στὴν γῆ τὶς ἀκτίνες του, καλύπτει τοὺς χοροὺς τῶν ἄστρων καὶ σκοτίζει τὸ φέγγος τῆς σελήνης, ἀφαιρώντας τὴν θέα τῶν φωτεινῶν σωμάτων μὲ τὴν ἀσύγκριτη λαμπρότητά του. Σταματᾶ τὴν νύχτα διαλύοντας μὲ τὸ φῶς τὸ σκοτάδι, ἐνδύει τὰ πάντα μὲ τὴν χάρη τοῦ φωτὸς ἀφαιρώντας τὸ μαῦρο τους ἔνδυμα καὶ δείχνει τὶς μεγάλες πεδιάδες στεφανωμένες μὲ ἄνθη, πορφυρὴ τὴν θάλασσα, καὶ αὐτὸς μόνος του καταυγάζει τὸ πρόσωπο τῆς ὁρατῆς κτίσεως.

Ὡστόσο, ἂν καὶ εἶναι τόσο μεγάλος, δὲν ἔφθασε ἀκόμη στὴν ἀκρότητα τοῦ φέγγους. Διότι ὀφθαλμοὶ θνητοὶ τολμοῦν καὶ τὸν βλέπουν, καὶ πολλὲς φορὲς ὁ δρόμος τοῦ σύννεφου ἀναχαίτισε τὶς μαρμαρυγές του, καὶ ὁ βαθὺς ἴσκιος τῶν δένδρων κάλυψε τὴν αὐγή, κι ἡ νύχτα, παίρνοντας θάρρος ἀπὸ τὸν νόμο τοῦ Δημιουργοῦ, μοιράζεται ἴσα τὸν χρόνο μαζί του. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ὁ ἀνθρώπινος βίος εἶναι πλήρης κόπων καὶ πόνων, γι’ αὐτὸ ὁ Κτίστης ἅπλωσε τὴν ἡμέρα πρὸς ἐργασίαν, ἡ δὲ νύχτα, ὅταν ἔλθει καὶ βρεῖ τὸν κουρασμένο, δίνει μὲ τὸ πλάγιασμα τὴν ξεκούραση, χαλαρώνει μὲ τὸν ὕπνο τὰ μέλη τοῦ σώματος, παρέχει χρόνο στὴν φύση νὰ συγκεντρώσει λίγο-λίγο τὴν δύναμή της.

Μέγα λοιπὸν καὶ λαμπρὸ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου καὶ σύμμετρο πρὸς τὶς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων. Ἄλλα δὲν εἶναι τέτοιας λογῆς τὸ φῶς τοῦ Δεσπότου —καὶ δὲν εἶναι βεβαίως σωστὸ νὰ παραβάλλεται τὸ κτίσμα πρὸς τὸν Κτίστη— οὔτε ἐκτιμᾶται μὲ σύγκριση πρὸς τὶς ἡλιακὲς ἀκτίνες τὸ φῶς πού δὲν καλύπτεται ἀπὸ τὶς διαδοχὲς τῆς νύχτας, ἀλλά εἶναι ἐκθαμβωτικὸ στοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀπρόσιτο στοὺς ἀγγέλους. Μὲ αὐτὸ τὸ φῶς περιβαλλόμενος ὁ Δεσπότης Χριστός, ὡς νικητὴς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ θὰ ἔλθει κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Συνέχεια