Ὁ ἄνθρωπος κατὰ Παπαδιαμάντη καὶ Ντοστογιέφσκυ
π.Ἀθανάσιος Γιέφτιτς
Μόλις εἶχε τελειώσει ὁ Α´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ εἶχε καταρρεύσει ἡ Γερμανία, ἐνῷ οἱ Μπολσεβίκοι στὴν Ρωσσία εἶχαν νικήσει, ὁ γερμανὸς (λογοτέχνης) Χέρμαν Ἔσσε ἔγραφε, σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα κείμενά του (1919), γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκυ περίπου τὰ ἑξῆς: «Αὐτὸς εἶναι ἐπικίνδυνος γιὰ τὴν Δύσι. Οἱ ἥρωές του, οἱ Καραμαζώφ, εἶναι ἀνατολικοὶ τύποι, πολὺ ἐπικίνδυνοι, σκοτεινοί, μὲ ἀσιατικὸ βάθος καὶ ἀποτελοῦν ἄμεσο κίνδυνο γιὰ τὸν δυτικὸ ἄνθρωπο». Αὐτὴ ἡ πόλωση, «Ἀνατολικοὶ – Δυτικοί», ποὺ ἔβλεπε τότε ὁ Ἔσσε, τὴν ἔχουν λίγο-πολὺ καὶ σήμερα οἱ περισσότεροι, ποὺ γράφουν γιὰ μᾶς τοὺς ὀρθοδόξους λαούς…
Εἶναι, ὅμως, τραγικὴ εἰρωνεία τῆς ἱστορίας ὅτι ὁ Χ. Ἔσσε, ἀφοῦ πέρασε καὶ ὁ Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ πάλι οἱ Γερμανοὶ ἠττήθησαν στὰ Βαλκάνια, ἔγινε βουδδιστής, δηλαδὴ ἄκρως Ἀνατολικός. Καὶ διερωτᾶται κανείς, μήπως οἱ λεγόμενοι Δυτικοὶ εἶναι πιὸ κοντὰ στοὺς ἄπω Ἀνατολίτες, παρὰ σὲ μᾶς ἐδῶ τοὺς κοντινοὺς Βαλκάνιους. Ὅμως, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ὄχι μόνο ποὺ δὲν εἴμαστε Δυτικοί, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ Ἀνατολικοί του Ἔσσε· δὲν εἴμαστε Εὐρωπαῖοι τοῦ Ἔσσε, ἀλλ᾿ ἀκόμη λιγότερο Ἀσιάτες του.
Οἱ ἥρωες τοῦ Ντοστογιέφσκυ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη δὲν κατατάσσονται στὰ σχήματα αὐτά, οὔτε ἐξηγοῦνται ἀπὸ αὐτά: «Ἀνατολὴ-Δύσι, Εὐρώπη-Ἀσία, Ἀνατολικοί-Δυτικοί». Ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ πατρίδα τους, ἀλλὰ καὶ ἡ δική μας, εἶναι ἡ Ἀνατολικὴ Μεσογειακὴ λεκάνη μὲ τὰ περίχωρά της, ὅπου περιλαμβάνονται ἡ χερσόνησος τοῦ Αἴμου, τὰ Βαλκάνια (ἀλλὰ καὶ ἡ Ρωσσία), ἡ Μ. Ἀσία, ἡ Παλαιστίνη, ἡ Μεσοποταμία, ἡ Αἴγυπτος, ἡ Β. Ἀφρικὴ καὶ ἡ Ν. Ἰταλία, δηλαδὴ ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ περιοχὴ τοῦ Βυζαντίου, ὅπου γεννήθηκε ὁ Χριστιανισμός, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικὸς πολιτισμός, καὶ ὅπου γεννήθηκε καὶ ἀναπτύχθηκε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μὲ τὴν παράδοσή της τὴν ζωντανή.
Τὰ πρόσωπα, ποὺ βρίσκουμε στὰ ἔργα τοῦ Ντοστογιέφσκυ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη, δὲν μπαίνουν καὶ δὲν ἐξηγοῦνται στὰ πλαίσια αὐτά: «Ἀνατολή-Δύσι», οὔτε στὴν πόλωσι αὐτήν: «Εὐρώπη-Βαλκάνια». Ὄχι πώς δὲν εἶναι καὶ Ἀνατολικοὶ καὶ Δυτικοί, ἀλλὰ δὲν ἐξαντλοῦνται σ᾿ αὐτὸ τὸ σχῆμα, ὅπως δὲν ἐξαντλούμεθα ἐμεῖς σήμερα μὲ τὸ νὰ χωριζώμαστε σὲ Εὐρωπαίους καὶ Βαλκάνιους… Συνέχεια
Ζωή στήν Εκκλησία
Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης
Ζωὴ σὲ ἀδιάλειπτη ἕνωση μὲ τὴν Ἐκκλησία. Πόσο ἀπαραίτητο εἶναι ν’ ἀνήκει ὁ ἄνθρωπος στὴ Μία, Ἁγία, Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Πρέπει ὁπωσδήποτε ν’ ἀνήκουμε στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία, Κεφαλὴ τῆς ὁποίας εἶναι ὁ παντοδύναμος Κύριος, ὁ ἄρχοντας τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ βασιλεία Του, πού μάχεται μὲ τὶς ἀρχές, μὲ τὶς ἐξουσίες καὶ τοὺς κοσμοκράτορες τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, μὲ τὰ πνεύματα τῆς πονηρίας «ἐν τοῖς ἐπουρανίοις». Συνθέτουν κι αὐτὰ ἕνα ὀργανωμένο βασίλειο καὶ πολεμοῦν τὸν ἄνθρωπο μ’ ἕναν ἰδιαίτερα ἒμπειρο, πανοῦργο, καλογυμνασμένο καὶ πανίσχυρο στρατό, ἀφοῦ πρῶτα μελετήσουν ὅλα τὰ πάθη καὶ τὶς ροπές του.
Στὸν πόλεμο αὐτὸν κανένας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ ν’ ἀγωνιστεῖ ἀπὸ μόνος του. Οἱ μεγάλες, μὴ ὀρθόδοξες κοινότητες, δὲν μποροῦν νὰ κάνουν τίποτα χωρὶς τὴν Κεφαλὴ -τὸν Χριστό. Δὲν μποροῦν νὰ νικήσουν αὐτοὺς τοὺς παμπόνηρους καὶ ἄγρυπνους ἐχθροὺς πού εἶναι πανεπιστήμονες στὸν πόλεμο αὐτόν.
ΟἹ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ διαθέτουν τὴν ἀπαραίτητη καὶ πανίσχυρη βοήθεια ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἀπὸ τὸν Θεό. Ἔχουν ὡς συμμάχους τοὺς ἁγίους στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ πού κατατρόπωσαν τοὺς ἐχθρούς τῆς σωτηρίας μὲ τὴ δύναμη τῆς χάρης Του, ἔχουν τοὺς ποιμένες καὶ διδασκάλους, ἀλλά καὶ τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς καὶ τῆς Θείας Κοινωνίας.
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀκριβῶς ἕνας ἄριστος βοηθὸς στὸν ἀγώνα ἐναντίον τῶν ὁρατῶν καὶ ἀόρατων ἐχθρῶν. Εἶναι ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία, στὴν ὁποία ἀνήκουμε μὲ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ. Οἱ καθολικοὶ ἐπινόησαν καινούργια κεφαλὴ καὶ ὑποβίβασαν τὴν ἀληθινὴ Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, τὸν Χριστό. Οἱ λουθηρανοὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἀπομακρύνθηκαν κι ἒμειναν ἀκέφαλοι. Τὸ ἴδιο κι Οἱ ἀγγλικανοί. Δὲν ὑπάρχει Ἐκκλησία σ’ αὐτούς. Ὁ δεσμὸς μὲ τὴν Κεφαλὴ ἒσπασε. Δὲν ἒχουν βοήθεια ἄνωθεν. Ἔτσι ὁ Βελίαρ τοὺς πολεμᾶ μ’ ὅλες του τὶς δυνάμεις καὶ τὴν πανουργία του καὶ τοὺς κρατάει σφιχτὰ στὴν πλάνη καὶ τὴν ἀπώλεια. Πλήθη μεγάλα ὁδηγοῦνται στὴ διαφθορὰ καὶ τὸν ὄλεθρο. Συνέχεια
Πρός Κορινθίους β’ Ἐπιστολή
Ἁγίου Κλήμεντος Ρώμης
Πρός Κορινθίους β’ Ἐπιστολή
Ἀδελφοί, ἔτσι πρέπει νὰ πιστεύουμε γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ, ὅτι εἶναι Θεός, ὅτι εἶναι κριτὴς ζωντανῶν καὶ νεκρῶν, καὶ δὲν πρέπει νὰ εἶναι μικρὴ ἡ πίστη μας γιὰ τὴ σωτηρία μας. Διότι, ἐὰν εἶναι μικρὴ ἡ πίστη μας γι’ αὐτό, θὰ ἐλπίζουμε μικρὰ καὶ νὰ λάβουμε. Καὶ ὅσοι ἀκοῦνε ὅτι ἁμαρτάνουμε γιὰ μικροπράγματα, δὲν γνωρίζουν ἀπὸ πού ἔχουμε κληθεῖ καὶ ἀπὸ Ποιὸν καὶ στὴ θέση τίνων, καὶ πόσα πάθη ὑπέφερε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς γιά μᾶς. Ποιὰ λοιπὸν ἀνταμοιβὴ θὰ Τοῦ δώσουμε ἐμεῖς; ἤ ποιὸ καρπὸ ἀντάξιο μ’ αὐτὸ πού ἔδωσε Ἐκεῖνος σέ μᾶς; καὶ πόσα ἀγαθὰ τοῦ ὀφείλουμε ἐμεῖς; Μᾶς χάρισε τὸ φῶς, μᾶς ὀνόμασε υἱοὺς ὡς Πατέρας, μᾶς ἔσωσε ἐνῶ χανόμασταν. Ποιὸν λοιπὸν ἔπαινο θὰ τοῦ δώσουμε ἤ μισθὸ ὡς ἀνταμοιβὴ γι’ αὐτὰ πού λάβαμε; Ἐνῶ ἤμασταν τυφλοὶ στὴ διάνοια, προσκυνώντας πέτρες καὶ ξύλα καὶ χρυσὸ καὶ ἄργυρο καὶ χαλκό, ἔργα ἀνθρώπων, ἐνῶ ἡ ζωὴ μας ὅλη δὲν ἦταν τίποτε ἄλλο, παρὰ θάνατος, καὶ ἐνῶ ἤμασταν περιτριγυρισμένοι ἀπὸ σκοτάδι καὶ τὰ μάτια μας ἦταν γεμάτα ἀπὸ τόσο μεγάλη συσκότιση, ξαναβρήκαμε τὸ φῶς μας, ἀποβάλλοντας τὸ σύννεφο ἐκεῖνο πού μᾶς περιτριγύριζε, μὲ τὴ δική Του θέληση. Διότι μᾶς ἐλέησε καὶ ἐπειδὴ μᾶς λυπήθηκε, μᾶς ἔσωσε, βλέποντας σὲ μᾶς μεγάλη πλάνη καὶ ἀφανισμό, χωρὶς νὰ ἔχουμε καμμιὰ ἐλπίδα σωτηρίας, παρὰ μόνο τὴ δική του. Μᾶς κάλεσε χωρὶς νὰ ὑπάρχουμε καὶ θέλησε νὰ ἔρθουμε στὴν ὕπαρξη ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία. «Δοκίμασε λοιπὸν εὐφροσύνη, γυναίκα στείρα πού δὲν γεννᾶς, ξέσπασε καὶ φώναξε δυνατά, σὺ πού δὲν ἔχεις πόνους τοκετοῦ διότι τὰ παιδιὰ τῆς ἔρημης εἶναι περισσότερα ἀπὸ ἐκείνης πού ἔχει τὸν ἄνδρα». Μὲ αὐτὸ πού εἶπε, «δοκίμασε εὐφροσύνη, στείρα πού δὲν γεννᾶς», ἐμᾶς ἐννοοῦσε˙ διότι ἡ Ἐκκλησία μας ἦταν στείρα προτοῦ τῆς δοθοῦν παιδιά. Καὶ αὐτὸ πού εἶπε, «φώναξε δυνατά, σὺ πού δὲν ἔχεις πόνους τοκετοῦ», σημαίνει τὸ ἑξῆς· νὰ ἀπευθύνουμε δηλαδὴ τὶς προσευχὲς μας ἁπλά στὸν Θεό, καὶ νὰ μὴ τὶς παραλείπουμε, ὅπως ἐκεῖνες πού κοιλοπονοῦν, ἀπὸ κακία. Καὶ αὐτὸ πού εἶπε, «διότι εἶναι περισσότερα τὰ παιδιὰ τῆς ἔρημης, ἀπὸ ἐκείνης πού ἔχει τὸν ἄνδρα», τὸ εἶπε ἐπειδὴ ἔδινε τὴν ἐντύπωση ὁ λαός μας ὅτι ἔχει ἐγκαταλειφθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, ἐνῶ τώρα πού πιστέψαμε γίναμε περισσότεροι ἀπὸ ἐκείνους πού νόμιζαν ὅτι ἔχουν τὸν Θεό.
Ἀλλά καὶ ἄλλος λόγος λέει˙ «δὲν ἦρθα νὰ καλέσω δίκαιους, ἀλλά ἁμαρτωλούς». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ σώζουμε αὐτοὺς πού χάνονται. Διότι αὐτὸ εἶναι μεγάλο καὶ ἄξιο θαυμασμοῦ, ὄχι δηλαδή, νὰ στηρίζεις αὐτούς πού στέκονται, ἀλλά αὐτούς πού πέφτουν. Ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς θέλησε νὰ σώσει αὐτούς πού χάνονται, καὶ ἔσωσε πολλοὺς μὲ τὸ νὰ ἔρθει καὶ νὰ καλέσει ἐμᾶς πού ἤμασταν ἤδη χαμένοι. Εἶναι λοιπὸν πολὺ μεγάλη ἡ ἐλεημοσύνη πού ἔκανε σὲ μᾶς˙ πρῶτα-πρῶτα ὅτι ἐμεῖς πού εἴμαστε ζωντανοὶ δὲν θυσιὰζουμε πλέον σὲ νεκροὺς θεοὺς καὶ οὔτε τοὺς προσκυνοῦμε, ἀλλά γνωρίσαμε μέσω αὐτοῦ τὸν Πατέρα τῆς ἀλήθειας· καὶ ποιὰ εἶναι ἡ γνώση πού ἔχουμε γι’ Αὐτόν, παρὰ τὸ ὅτι δὲν ἀρνιόμαστε Αὐτὸν μέσω τοῦ ὁποίου γνωρίσαμε Ἐκεῖνον; Ἐπίσης καὶ αὐτὸς λέει· «αὐτὸς πού θὰ μὲ ὁμολογήσει μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ὁμολογήσω κι ἐγώ μπροστὰ στὸν Πατέρα μου». Αὐτὸς λοιπὸν θα εἶναι ὁ μισθός μας, ἄν ὁμολογήσουμε Ἐκεῖνον διὰ τοῦ Ὁποίου σωθήκαμε. Καὶ μὲ τί τὸν ὁμολογοῦμε; Μὲ τὸ νὰ κάνουμε αὐτὰ πού λέει, μὲ τὸ νὰ μὴ παραβαίνουμε τὶς ἐντολὲς του καὶ νὰ μὴ τὸν τιμᾶμε μόνο μὲ τὰ χείλη, ἀλλά μὲ ὅλη τὴν καρδιὰ καὶ ὅλη τὴ διάνοιά μας. Γιατί λέει στὸν Ἠσαΐα˙ «Αὐτὸς ὁ λαὸς μὲ τιμᾶ μὲ τὰ χείλη του, ἐνῶ ἡ καρδιὰ τους βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ μένα». Συνέχεια
Ἡ σχέση μέ τόν Θεό
Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς,
Εἶναι δύσκολο νὰ διδάξεις ἕναν ἀμαθῆ ποὺ ἤδη ἔγινε δάσκαλος στοὺς ἄλλους!»
Ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν μπορεῖς νὰ ξεφύγεις
Ἐὰν ξεφεύγεις ἀπὸ τὸν Θεό, δὲν θὰ σὲ κυνηγήσει, ἀλλὰ θὰ σὲ περιμένει.
Σὲ ὅποιο δρόμο βαδίζεις, θὰ συναντήσεις τὸν Θεό. Ὅμως, ἐὰν δὲν ἀναγνωρίσεις τὸν Θεὸ κατὰ τὴ συνάντηση, τὸ ταξίδι σου θ’ ἀκολουθεῖ ἡ ἀπελπισία, σὰν τὸ ταξίδι πρὸς τὸ νεκροταφεῖο.
Σὲ ὅποια πόρτα νὰ χτυπήσεις, ὁ Θεὸς θὰ σοῦ ἀνοίξει. Ἐὰν ὁ Θεὸς δὲν σοῦ ἀνοίξει, καμία πόρτα δὲν θὰ ἀνοίξει.
Τὸ γνώρισμα τοῦ ζῶντος Θεοῦ ἔχει ὡς πρώτη μεγαλειώδη ἐπίπτωση, τὴν ὑπερδύναμη τῆς ζωῆς ἐπάνω στὸ θάνατο. Μὴ ἀναγνώριση τοῦ Θεοῦ ἔχει ὡς πρώτη φοβερὴ ἐπίπτωση,τὴν ὑπερδύναμη τοῦ θανάτου ἐπάνω στὴ ζωή. Στὴ πρώτη περίπτωση μποροῦμε νὰ ποῦμε: ὅλη αὐτὴ ἡ λάμψη τῆς ζωῆς διὰ τοῦ σκότους τοῦ θανάτου θὰ τελειώσει μ’ ἕνα μεγαλειῶδες πῦρ τῆς ζωῆς, στὸ ὁποῖο ὁ θάνατος θὰ καεῖ. Στὴ δεύτερη περίπτωση μποροῦμε νὰ ποῦμε: ὅλη αὐτὴ ἡ βία τοῦ θανάτου ἐπάνω ἀπὸ τὶς ἀδύναμες σπίθες τῆς ζωῆς θὰ τελειώσουν μ’ ἕνα ἀκίνητο σκοτάδι καὶ σιωπή, στὰ ὁποῖα ὁ θάνατος αἰώνια θὰ ξεκουράζεται.
Ἐὰν σβήσεις τὸν Θεὸ ἀπὸ τὸ σύμπαν, θὰ ἔχεις σβήσει τὴ διαφορὰ μεταξὺ ζωῆς καὶ θανάτου, καὶ θὰ ἔχεις παραδοθεῖ στὸ θάνατο· αὐτὴ εἶναι τελικὴ καταστροφὴ τοῦ «ὅλου» καὶ τῶν «ὅλων» ἀπὸ τὴν μία ἀκτὴ ἕως τὴν ἄλλη ἀκτὴ τοῦ χρόνου καὶ τοῦ χώρου.
Μάταια φεύγεις ἀπὸ τὸν Θεό, δὲν μπορεῖς νὰ κρυφτεῖς. Αὐτός, ὄντως, δὲν θὰ σὲ κυνηγᾶ, ἀλλὰ θὰ σὲ περιμένει. Ὅμως, δὲν θὰ σὲ περιμένει μόνο στὴ θέση ὅπου ἐσὺ τὸν ἄφησες, θὰ σὲ περιμένει σ’ ὅλες τὶς γραμμὲς καὶ τὶς γωνιὲς τοῦ κόσμου.
Εὐκολότερα θὰ προτρέξεις κάτω ἀπ’ τὸ φεγγάρι παρὰ ἀπ’ τὸν Θεό. Ὄντως, εὐκολότερα θὰ ξεφύγεις ἀπὸ τὸν ἀέρα, παρὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Συνέχεια
Πνευματική πατρότητα καὶ ποιμαντικές ἀρχές
π. Βασίλειος Καλλιακμάνης
Στὶς μέρες μας, ὅταν γίνεται λόγος γιὰ πνευματικὸ πατέρα ἐννοεῖται ὁ ἐξομολόγος κληρικός. Ὅμως, στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ἡ ἔννοια τῆς πνευματικῆς πατρότητας εἶναι πολὺ εὐρύτερη. Πατέρας εἶναι μόνο ὁ Θεὸς1. Ὁ Χριστὸς ἐπίσης, ποὺ εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἀποκαλύπτεται καὶ ὡς πατέρας τῶν ἀνθρώπων φανερώνοντας στὸ κόσμο τὴν ἀγάπη τοῦ Πατρός. Ἡ πατρικὴ ἰδιότητα τοῦ Χριστοῦ γίνεται ἐντονότερα αἰσθητὴ κατὰ τὴν Ἀνάληψή του. Οἱ μαθητὲς προαισθάνονται τὴν πνευματικὴ ὀρφάνια καὶ διακατέχονται ἀπὸ ἀπερίγραπτη ὀδύνη. Ὁ Κύριος δὲν τοὺς ἀφήνει ὀρφανούς. Ἀποστέλλει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ τοὺς ὁδηγεῖ εἰς «πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν»2
Οἱ ἀπόστολοι διὰ τοὺ Ἁγίου Πνεύματος γεννοῦν πνευματικὰ τέκνα καὶ μεταδίδουν τὸ χάρισμα στοὺς ἐπισκόπους, κι αὐτοὶ στοὺς διαδόχους τους. Πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἀναγνωρίσθηκαν ὡς Πατέρες.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἀποστολική, ἀλλὰ καὶ Ἐκκλησία τῶν Πατέρων3. Στοὺς νεότερους χρόνους ἡ λέξη «πνευματικὸς» ἀποτελεῖ συντόμευση τῆς φράσης «πνευματικὸς πατέρας». Ὅμως, εἶναι ἀμφίβολο ἐὰν μὲ τὸν ὅρο «πνευματικὸς» νοεῖται ἐκεῖνος ποὺ φωτιζόμενος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα συμβάλλει στὴν καλλιέργεια τῆς χάριτος καὶ θεμελιώνει τὴν πνευματικὴ ζωὴ τῶν χριστιανῶν στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Συνήθως «πνευματικὸς» θεωρεῖται ὁ καθοδηγητὴς τῆς ἐξωτερικῆς συμπεριφορᾶς, ὁ σύμβουλος, ὁ «ψυχολόγος τῆς θρησκείας», ὁ φύλακας νόμων καὶ κανόνων ἤ ἁπλῶς ὁ ἐξομολόγος καὶ χορηγός της ἄφεσης τῶν ἁμαρτιῶν.
2. Πνευματικὴ πατρότητα
Ἂς ἀναζητήσουμε ὅμως τὸ βαθύτερο νόημα τῆς πνευματικῆς πατρότητας στὴν βιβλικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Γράφει ὁ ἀπ. Παῦλος: «Ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, «ἀλλ’ οὐ πολλοὺς πατέρας∙ ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγώ ὑμᾶς ἐγέννησα»4. Σὲ ἄλλο σημεῖο τονίζει: «Τεκνία μου…πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθεῖ Χριστὸς ἐν ὑμῖν»5. Ὁ Ἀπ. Παῦλος γεννᾶ διὰ τοῦ εὐαγγελίου τέκνα καὶ ὀδυνᾶται νὰ μορφωθεῖ ὁ Χριστὸς στὸ ἀνθρώπινο εἶναι.
Στὶς Διαταγὲς τῶν Ἀποστόλων (4ος αἰ.) ἀναφέρεται ὅτι ὁ Θεὸς διὰ τῶν ἐπισκόπων χαρίζει τὴ θεία υἱοθεσία. Γι’ αὐτὸ ὡς πνευματικοὺς γονεῖς «τιμᾶν αὐτοὺς καὶ στέργειν», «τοὺς δι’ ὕδατος ἀναγεννήσαντας (βάπτισμα), τοὺς τῷ ἁγίῳ πνεύματι πληρώσαντας (χρίσμα–ἐπίθεση χειρῶν), τοὺς τῷ λόγῳ γαλακτοτροφήσαντας, τοὺς ἐν τῇ διδασκαλίᾳ ἀναθρεψαμένους (κήρυγμα), τοὺς ἐν ταῖς νουθεσίαις στηρίξαντας (κατ‘ ἰδίαν διδαχή), τοὺς τοῦ σωτηρίου σώματος καὶ τοῦ τιμίου αἵματος ἀξιώσαντας, τοὺς τῶν ἁμαρτιῶν λύσαντας (μετάνοια–ἄφεση) καὶ τῆς ἁγίας καὶ ἱερᾶς εὐχαριστίας μετόχους ποιήσαντας (κοινωνία)»6. Συνέχεια
Ο ΘΕΟΣ ΩΣ ΤΡΙΑΣ
Κάλλιστος Γουέαρ, Ἐπίσκοπος Διοκλείας
Ἡ ἐλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, Τριὰς ἁγία, δόξα σοι. (Προσευχὴ τοῦ ἁγ. Ἰωαννικίου)
Ἄναρχε ἄκτιστε Τριάς, ἀμέριστε Μονάς, ἡ τρία οὖσα καὶ ἕν Πατήρ, Υἱὸς καὶ Πνεῦμα, εἷς ὁ Θεός, προσδέχου τὸν ὕμνον, ἐκ τῶν πηλίνων γλωσσῶν, ὡς ἐκ στομάτων φλογερῶν. (Ἀπὸ τὸ Τριώδιο)
Ο ΘΕΟΣ ΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΑΓΑΠΗ
«Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν»: ἔτσι βεβαιώνουμε στὴν ἀρχὴ τοῦ «Πιστεύω». Ἀλλ’ ἀμέσως μετὰ συνεχίζουμε γιὰ νὰ ποῦμε πολὺ περισσότερ’ ἀπ’ αὐτό. Πιστεύω, συνεχίζουμε, σ’ ἕνα Θεὸ ποὺ εἶναι ταυτόχρονα τρεῖς, Πατέρας, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὑπάρχει μέσα στὸν Θεὸ πραγματικὴ διαφοροποίηση ἀλλὰ καὶ ἀληθινὴ ἑνότητα. Ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν δὲν εἶναι μόνο μία μονάδα ἀλλὰ μία ἕνωση, ὄχι μόνο ἑνότητα ἀλλὰ καὶ κοινότητα.
Ὑπάρχει μέσα στὸν Θεὸ κάτι ἀνάλογο πρὸς τὴν «κοινωνία». Δὲν εἶναι ἕνα πρόσωπο μόνο του, ποὺ ἀγαπάει μόνο τὸν ἑαυτό του, δὲν εἶναι μία μονάδα ποὺ αὐτοπεριέχεται ἢ «Ὁ Ἕνας». Εἶναι ἑνότητα τριῶν: τρία ἴσα πρόσωπα, ποὺ τὸ καθένα κατοικεῖ μέσα στ’ ἄλλα δύο μὲ τὴ δύναμη μίας ἀέναης κίνησης ἀμοιβαίας ἀγάπης. Amo ergo sum, «Ἀγαπῶ γι’ αὐτὸ ὑπάρχω»: ὁ τίτλος τοῦ ποιήματος τῆς Kathleen Raine μπορεῖ νὰ χρησιμέψει σὰν ἕνα ὑπόδειγμα γιὰ τὸν Θεὸ -τὴν Ἁγία Τριάδα. Κάτι ποὺ ὁ Shakespeare λέει σχετικὰ μὲ τὴν ἀγάπη δύο ἀνθρώπων θὰ μποροῦσε ν’ ἀποδοθεῖ ἐπίσης καὶ στὴ θεϊκὴ ἀγάπη τῶν αἰωνίων Τριῶν:
Ἔτσι ἀγαποῦσαν, σὰν ἡ ἀγάπη μέσα στὸ ζευγάρι νὰ μὴν εἶχε παρὰ στὸ ἕνα τὴν οὐσία˙ οἱ δυό τους διαφορετικοί, ἀδιαίρετοι ὡστόσο ὁ ἀριθμὸς ἦταν νεκρὸς ἐκεῖ, μέσ’ στὴν ἀγάπη!
Ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς πνευματικῆς Ὁδοῦ εἶναι: ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι νὰ γίνουμε μέρος αὐτῆς τῆς Τριαδικῆς περιχώρησης, συνεπαρμένοι τελείως μέσα στὸν κύκλο τῆς ἀγάπης ποὺ ὑπάρχει μέσα στὸν Θεό. Ἔτσι προσευχήθηκε ὁ Χριστὸς στὸν Πατέρα του, τὴ νύχτα πρὶν ἀπὸ τὴ Σταύρωσή του: «ἵνα πάντες ἓν ὦσι, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλα.» (Ἰωάν. 17,21).
Γιατί νὰ πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι τρία; Δὲν εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ πιστεύουμε ἁπλὰ στὴ θεϊκὴ ἑνότητα, ὅπως οἱ Ἑβραῖοι καὶ οἱ Μωαμεθανοί; Φυσικὰ εἶναι εὐκολότερο. Τὸ τριαδικὸ δόγμα βρίσκεται μπροστὰ μας σὰν μία πρόκληση, σὰν ἕνα «πρόβλημα» στὴν κυριολεξία: εἶναι, μὲ τὰ λόγια του Vladimir Lossky, «ἕνας σταυρὸς γιὰ τοὺς τρόπους τῆς ἀνθρώπινης σκέψης», καὶ ἀπαιτεῖ ἀπὸ μᾶς μία ριζικὴ πράξη μετάνοιας -ὄχι μόνο μία χειρονομία τυπικῆς συγκατάθεσης, ἀλλὰ μία ἀληθινὴ ἀλλαγὴ νοῦ καὶ καρδιᾶς. Συνέχεια