Πῶς πρέπει νά συμπεριφερόμαστε κατά τήν ἐνασχόληση μέ τά καθημερινά μας ἔργα
Στάρετς Σάββας, ὁ Παρηγορητής,
Ἀποσπάσματα ἀπό τό ἡμερολόγιο
Τά καθημερινά ἔργα εἶναι πάρα πολλά καί διακρίνονται ἀνάλογα μέ τίς συνθῆκες μέσα στίς ὁποῖες ζοῦμε καί τίς θέσεις πού κατέχουμε.
Ὅλα τά καθημερινά μας ἔργα πού δέν ἐναντιώνονται στόν ἠθικό νόμο τά ὁποῖα ὀφείλουμε νά κάνουμε πρέπει νά τά θεωροῦμε ὡς ἔργα τοῦ Θεοῦ, ὡς ἔργα πού μᾶς τά ἔχει ἐμπιστευθεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, διότι ὁ Θεός, ὡς Βασιλεύς πάσης τῆς γῆς (Ψαλμ.46,8) ἐγκαθίδρυσε διάφορες νόμιμες θέσεις καί καταστάσεις καί Αὐτός, καί ὄχι ἐμεῖς, ἐπέτρεψε καί ἐπιτρέπει σέ μᾶς νά στεκόμαστε σ’ αὐτές τίς θέσεις καί τίς συνθῆκες στίς ὁποῖες βρισκόμαστε.
Χωρίς τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἤ χωρίς τήν ἀνοχή τοῦ Θεοῦ, ἀπολύτως τίποτα δέν γίνεται. Ἔτσι, ὁποιαδήποτε ἔργα κάνεις, ὅλα κάνε τα σάν νά τά κάνεις γιά τόν ἴδιο τό Θεό καί θά λάβεις τό βραβεῖο σου ἀπό τόν Θεό.
Ὅποιος ἐργάζεται ὄχι γιά τόν Θεό, τό ἔργο του εἶναι πολύ ἀξιολύπητο, γιατί τό βραβεῖο του θά τό λάβει ὄχι ἀπό τόν Θεό, ἀλλά εἴτε ἀπό τόν ἑαυτό του εἴτε ἀπό τούς ἀνθρώπους. Ἀλλά ἀπό τόν ἑαυτό σου τί εἴδους βραβεῖο θά λάβεις; Γήινο, προσωρινό, τιποτένιο.
Κάνοντας ὅλα τά ἔργα σου γιά τόν ἴδιο τόν Κύριο καί Θεό, κάνε τά ὁπωσδήποτε ἔτσι, ὅπως πρέπει νά κάνεις τά ἔργα τοῦ Θεοῦ, δηλαδή μέσα ἀπό τήν ψυχή σου, μέ πλήρη προθυμία καί εὐχαρίστηση, προσεκτικά, χωρίς καθυστέρηση καί ἀμέλεια, μέ καθαρή συνείδηση γιατί εἶναι γραμμένο: «Ἐπικατάρατος πᾶς ὁ ποιῶν τό ἔργον τοῦ Κυρίου ἀμελῶς» (Ἱερεμ. 48, 10 ).
Ἐάν τά ἔργα σου προχωροῦν μέ ἐπιτυχία, μήν ὑπερηφανεύεσαι γι’ αὐτά καί πρό πάντων μήν ἐπιγράφεις τήν ἐπιτυχία σου στίς ἰδιαίτερες δυνατότητές σου καί τήν πεῖρα σου, διότι ὁ Κύριος εἶπε στούς μαθητές του: «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰω.15, 5).
Ἄν τό ἔργο μέ τό ὁποῖο πρέπει νά ἀσχολεῖσαι εἶναι δύσκολο, δυσάρεστο, ταπεινό, ἀσήμαντο, δέν στρώνει, καθυστερεῖ, ἀπαιτεῖ ἰδιαίτερη ὑπομονή, ἤ σέ ὁδηγεῖ στή μελαγχολία, τότε μή μικροψυχεῖς, μήν τεμπελιάζεις, μήν ἀγανακτεῖς, μήν καταλαμβάνεσαι ἀπό θυμό, ἀνυπομονησία, γογγυσμό κ.λπ., ἀλλά ζωντάνεψε καί πάρε δύναμη μέ τή σκέψη ὅτι αὐτές οἱ ἐργασίες οἱ ὁποῖες σέ στενοχωροῦν τόσο, πού εἶναι τόσο δυσάρεστες καί σέ πικραίνουν, δέν διαρκοῦν αἰώνια. Ὅλα αὐτά τελειώνουν μέ τήν ἐπίγεια ζωή μας καί τότε ὁ Κύριος «ἀποδώσει ἑκάστῳ κατά τά ἔργα αὐτοῦ» (Ρωμ. 2, 6) . Συνέχεια
Προσευχὴ καὶ λατρεία
Φώτιος ὁ Μέγας
Ἐπιστολὴ πρὸς Βούλγαρον Ἡγεμόνα
Ἐσὺ πάντως πρόσεξε ἐπιμελῶς, γιὰ νὰ μὴ εἶσαι μόνο ἀκροατής, ἀλλὰ καὶ ἐκτελεστὴς τῶν καλῶν καὶ ἀξιέπαινων πράξεων. Καὶ σ’ αὐτὸ τὸ μέρος θὰ ἀρχίσουμε ἀπὸ τὰ θεῖα.
Ἡ προσευχὴ λοιπὸν συνάπτει καὶ ἐξοικειώνει μὲ τὸν Θεό, διότι εἶναι ἔνθεος συνομιλία καὶ συνάφεια νοερὰ μὲ τὸ κάλλιστο καὶ πολυτιμότατο ὅλων τῶν ἀγαθῶν, ἀπὸ τὸ ὁποῖο προέρχεται κάθε οὐσίωσις καὶ συντήρησις, κάθε πρόνοια καὶ χορηγία ἀγαθῶν, κάθε τελειότης καὶ κάθαρσις παθῶν. Ὥστε καὶ κανένα ἄλλο κέρδος νὰ μὴ ἀπέρρεε ἀπὸ τὴν προσευχή, θὰ ἀρκοῦσε καὶ αὐτὸ μόνο του γιὰ τοὺς φιλόθεους καὶ τοὺς φιλοθεάμονες τοῦ ἀγαθοῦ ἀντὶ κάθε ἄλλης εὐφροσύνης, καὶ κάθε μακαριότητας καὶ εὐτυχίας στὸν βίο.
Ὅταν πάλι λαμβάνουμε δι’ αὐτῆς καὶ ἄφεσι ἁμαρτιῶν καὶ ἐξασφαλίζουμε τὶς ἀγαθοειδεῖς καὶ τελειοποιοὺς δωρεὲς μὲ τὰ ἄλλα αἰτήματα, ὅσα συμφέρουν, καὶ γινώμαστε ἄξιοι ν’ ἀνταμείβουμε τὸν εὐεργέτη μὲ τὴν εὐχαριστία μας γιὰ τὶς ἀνέκφραστες πράξεις καὶ δωρεές του πρὸς ἐμᾶς, καὶ μάλιστα νὰ τοῦ προσφέρουμε σὰν ἀπαρχὲς τῆς νοερᾶς μας δοξολογίας καὶ λογικῆς οὐσιώσεως τὶς κινήσεις τοῦ νοῦ καὶ τὶς δοξολογίες κατ’ αὐτὴν τὴν προσευχή· ὅταν λοιπὸν στὴν προσευχὴ συμπεριλαμβάνωνται τόσο πολλὰ καὶ μεγάλα, πῶς δὲν χρειάζεται νὰ ἐπιδιδώμαστε σ’ αὐτὴν πρόθυμα, νὰ τὴν ἀγαποῦμε καὶ ν’ ἀσχολούμαστε μὲ αὐτήν;
Ἐσὺ λοιπὸν νὰ προσεύχεσαι διαπαντὸς μὲ εὐχὲς κατ’ ἰδὶαν καὶ μόνος σου πρὸς τὸν Θεό, ἀλλὰ νὰ προσεύχεσαι καὶ μαζὶ μὲ τὸ πλῆθος καὶ φανερά. Καὶ μὲ τὰ δύο εἴδη, ὅταν τελοῦνται θεοφιλῶς εἶναι δυνατὸ ν’ ἀποδίδεται ἡ εὐσέβεια· ὅσο δὲ τὸ πρῶτο ὑπερτερεῖ σὲ καθαρότητα διανοίας, τόσο τὸ δεύτερο προσκαλεῖ σὲ μίμησι ὅσους βλέπουν. Τὸ ἕνα συντελεῖ σὲ προσωπικὸ κέρδος, τὸ ἄλλο ὠφελεῖ καὶ τοὺς ἄλλους, τῶν ὁποίων ἡ σωτηρία καὶ προκοπὴ εἶναι πάλι μεγάλη μαρτυρία τῆς ἀρετῆς τοῦ ἄρχοντος.
Νὰ οἰκοδομῆς ναοὺς στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἁγίων του σύμφωνα μὲ τὰ ἐκκλησιαστικὰ θέσμια, καὶ συνήθιζε τὸν λαὸ νὰ ἐκκλησιάζεται σ’ αὐτούς, ὥστε ἀπευθύνοντας τις προσευχές ἀπὸ κοινοῦ τὸν Θέον καὶ προσφέροντας κοινὴ δοξολογία, νὰ ὁδηγοῦνται σὲ κοινὴ ὁμόνοια καὶ νὰ κερδίζουν κοινὴ σωτηρία καὶ ὠφέλεια.
Οἱ θυσίες τῆς ἱερᾶς λατρείας μας εἶναι ἀνατεθειμένες στοὺς ἱερεῖς· ἂν ὑπηρετῆς αὐτοὺς καὶ προσφέρης προθύμως, διὰ μέσου αὐτῶν θ’ ἀπολαύσης πολλὴν εὐεργεσία καὶ χάρι. Θὰ μποροῦσες μάλιστα νὰ παρουσίασης καὶ σύ ὁ ἴδιος, ἂν θέλης, ἕνα κάλλιστο καὶ ἀγαπητότατο θῦμα στὸν Θεό, ἄν Τοῦ προσφέρεις καθαρὸν βίον καὶ ὀρθότητα διανοίας.
Αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν.
Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου
«Δεῦτε πρὸς μὲ πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς ». Μ’ αὐτὰ τὰ λόγια καλεῖ ὁ Χριστὸς ὅλους, ὅσοι λυγίζουν κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας. Καὶ προσθέτει στὴν Ἀποκάλυψη: «Ὁ διψῶν ἐρχέσθω… ἐγὼ τῷ διψώντι δώσω ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς δωρεάν». Τρέξτε ὅλοι οἱ διψασμένοι, φωνάζει ὁ Κύριος, στὴν αἰώνια καὶ ζωοπάροχη βρύση.
Ὅσο ἁμαρτωλὸς κι’ ἂν εἶσαι, φονιᾶς, μοιχὸς ἢ κάτι ἄλλο, σὲ δέχεται ὁ Δεσπότης. Σηκώνει ἀμέσως τὸ φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν σου καὶ σ’ ἐλευθερώνει. Καὶ πῶς τὸ κάνει αὐτό; Ὅπως ἀκριβῶς συγχώρεσε τὶς ἁμαρτίες τοῦ παραλυτικοῦ, λέγοντάς του: «Τέκνον, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι». Κι ἀμέσως τὸν λύτρωσε ἀπὸ τὸ βάρος του καὶ τὸν θεράπευσε.
Πρόστρεχε λοιπὸν στὸν Χριστό, παρακαλώντας Τον δυνατά, ἐπίμονα καὶ ἀκατάπαυστα, ὅπως ὁ τυφλὸς τότε, στὴν Ἱεριχώ : «Ἰησοῦ, υἱὲ Δαβίδ, ἐλέησόν με!». Κι’ Ἐκεῖνος, ὅπως τότε, θὰ σὲ ρωτήσει μυστικά: « Τί σοὶ θέλεις ποιήσω;». Ἐσύ, ὁ τυφλὸς στὴν ψυχή, θὰ πεῖς: «Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω ». Ὁ Χριστός, βλέποντας τὴν πίστη σου, τὴ μετάνοιά σου, τὴ ζέση τῆς ἱκεσίας σου, θὰ σὲ σπλαχνιστεῖ καὶ θὰ σὲ θεραπεύσει, χαρίζοντας στὴν ψυχή σου τὸ φῶς.
Ὅταν ὅμως δὲν προσευχόμαστε μὲ πόνο, μ’ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς μας καὶ μ’ ἀληθινὴ μετάνοια, δὲν θὰ μᾶς ἀκούσει ὁ Χριστός, δὲν θὰ μᾶς συγχωρέσει, δὲν θὰ μᾶς φωτίσει.
Ἂν πάλι εἴμαστε ἀμελεῖς, ἂν δὲν τρέξουμε στὸν Κύριο καὶ δὲν Τὸν ἀκολουθήσουμε μὲ συνέπεια, ἀφήνοντας τὶς ἁμαρτίες μας, ὅπως ὁ τελώνης καὶ κατοπινὸς εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ἄφησε τὸ τελώνιο καὶ τὴν πλεονεξία, τότε δὲν θὰ πάρουμε ἐκεῖνο ποῦ ζητᾶμε.
Πρέπει πρωταρχικὰ νὰ φλογιστοῦμε ἀπὸ τὴ φωτιὰ τῆς μετανοίας, τῆς ἐπιστροφῆς καὶ τῆς ἱκεσίας.
Ὁ Κύριος ὄχι μόνο γι’ αὐτοὺς «ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη εἰς γῆν», ἀλλὰ γιὰ ὅλους μας. Καὶ δὲν θέλει νὰ κολαζόμαστε αἰώνια, σὰν δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε στὸν οὐρανό, ἀφοῦ πρῶτα, μὲ ἀγώνα πνευματικό, τηρήσουμε τὶς ἐντολές Του καὶ καθαριστοῦμε ἀπὸ τὰ πάθη, «ἕκαστος κατὰ τὸν ἴδιον κόπον».
Πρέπει νὰ ξέρουμε, πώς ὁ ἱδρώτας πού χύνουμε γιὰ τὴν κάθαρσή μας καὶ τὴν ἀρετὴ δὲν πάει χαμένος. Ὁ Χριστὸς βλέπει τὸν κόπο μας καὶ τὸν ἀγώνα μας καὶ θὰ μᾶς στεφανώσει. Στὸν ἀγώνα αὐτόν, ἐξάλλου, δὲν μᾶς ἀφήνει μόνους. Μᾶς χαρίζει τὴ μυστικὴ δύναμή Του, γιὰ νὰ νικήσουμε τοὺς νοητοὺς ἐχθρούς. Συνέχεια