Ἁγ.ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ
ΑΓ.ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ
Αὐτοί πού καλά γνωρίζουν νά ἀγωνίζονται γιά ἕνα βραβεῖο κατά τούς ἀθλητικούς ἀγῶνες, εὐχαριστιοῦνται ἀπό τά χειροκροτήματα τῶν θεατῶν καί μέ τῶν ἐπάθλων τήν ἐλπίδα ἔντονα παρακινοῦνται πρός τήν νίκη, πού ἁρμόζει σ᾽ αὐτά. Ἀσφαλῶς ὅμως καί ὅσοι ἔχουν σφοδρή ἐπιθυμία νά ἐπιτύχουν τά θεῖα χαρίσματα καί διψοῦν νά γίνουν μέτοχοι τῆς ἐλπίδας πού ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιά τούς ἁγίους, ἀφενός ἀναλαμβάνουν μετά χαρᾶς τούς ἀγῶνες χάριν τῆς εὐσέβειας πρός τόν Χριστό.
Ἀφετέρου τήν τιμημένη καί ἔνδοξη ζωή κατορθώνουν ὄχι μέ τό νά προτιμοῦν τήν τεμπελιά, πού εἶναι στερημένη ἀπό μισθό, οὔτε βέβαια ἀγαπώντας τήν ἄνανδρη δειλία, ἀλλά πιό πολύ κινούμενοι μέ ἀνδρεία ἐναντίον κάθε πειρασμοῦ καί συνεπῶς μέ τό νά κρίνουν σχεδόν ὡς ἀνάξεις λόγου τίς ἐπιθέσεις πού προέρχονται ἀπό τούς διωγμούς. Ἔτσι θεωροῦν πλοῦτο τό νά ὑποστοῦν παθήματα γιά χάρη Του. Διότι ἀνακαλοῦν στήν μνήμη τους τόν μακάριο Παῦλο, πού ἔγραφε ὅτι δέν ἔχουν ἀξία τά παθήματα τῆς ἐδῶ ζωῆς ἐμπρός στήν δόξα πού πρόκειται νά φανερωθεῖ σ᾽ ἐμᾶς.
Πρόσεχε, λοιπόν, οἰκονομία ἐξαίρετη πού χρησιμοποιεῖ καί τώρα ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, πρός ὠφέλειαν καί οἰκοδομή τῶν ἁγίων ἀποστόλων. Εἶπε σ᾽ αὐτούς: «Ἄν κανείς θέλει νά μέ ἀκολουθήσει, ἄς ἀπαρνηθεῖ τόν ἑαυτό του καί ἄς σηκώσει τόν δικό του σταυρό καί ἄς μέ ἀκολουθεῖ. Διότι αὐτός πού θέλει νά σώσει τήν ζωή του θά τήν χάσει· αὐτός ὅμως πού θά χάσει τήν ζωή του γιά χάρη μου, θά τήν βρεῖ» (Ματθ. 16, 24-25). Συνέχεια
Ἑρμηνεία εἰς τόν πρῶτον κανόνα τῆς Μεταμορφώσεως
Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
Ὠδή α´
Σήμερον Χριστός ἐν Ὄρει Θαβώρ, λάμψας ἀμυδρῶς, θεϊκῆς αὐγῆς ὡς ὑπέσχετο, Μαθηταῖς παρεγύμνου χαρακτῆρας· σελασφόρου δέ πλησθέντες, θείας αἴγλης, ἐν ἀγαλλιάσει ἔμελπον· Ἄσωμεν τῷ Θεῷ ἡμῶν ὅτι δεδόξασται.
Σήμερον, λέγει, ὁ Δεσπότης Χριστός, ἐπειδή ἔλαμψεν εἰς τό Ὄρος Θαβώρ, παρεγύμνωσεν: ἤτοι ἔδειξεν εἰς τούς Μαθητάς του κάποιους ἀμυδρούς καί ὀλίγους τινάς χαρακτῆρας τῆς Θεϊκῆς του αὐγῆς, ἡ ὁποία ἦτον κεκρυμμένη μέσα εἰς τό πρόσλημμα τῆς ἀνθρωπότητος, καί ἕως τότε δέν ἐβλέπετο ἀπό τούς Μαθητάς του· τοῦτο γάρ δηλοῖ τό Παρεγύμνου, κατά τόν θεῖον Χρυσόστομον λέγοντα «Ἐν τῷ Θαβώρ μεταμορφωθείς ὁ Δεσπότης Χριστός, ἔδειξε τῆς ἀθεάτου Βασιλείας τήν δόξαν καί οὐκ ἐπέδειξε, τουτέστι μικρόν παρήνοιξε τήν Θεότητα καί οὐχί τελείως». Ἀκολούθως δέ λέγει ὁ Χρυσορρήμων καί τήν αἰτίαν διά τήν ὁποίαν παρήνοιξε τήν Θεότητα, καί οὐχί τελείως τήν ἔδειξε· «Τό μέν, πληροφορῶν, τό δέ, φειδόμενος· πληροφορῶν μέν γάρ, ἔδειξεν αὐτοῖς τῆς ἀθεάτου Βασιλείας τήν Θεϊκήν δόξαν, οὐχ ὅση τις ἦν, ἀλλ᾿ ὅσον ἠδύναντο φέρειν οἱ σωματικούς ὀφθαλμούς περιφέροντες· φειδόμενος δέ, καί οὐχί φθονῶν, οὐκ ἔδειξεν αὐτοῖς τήν πᾶσαν δόξαν, ἵνα μή σύν τῇ ὁράσει καί τήν ζωήν ἀπολέσωσιν».
Φέρει δέ καί ὁμοίωμα ὁ τῶν Κανόνων ἑρμηνεύς Θεόδωρος, ὅτι ὡς διά μέσου ὑαλίνων τινῶν λύχνων τάς ἀκτῖνας τοῦ θείου φωτός ἔδειξεν εἰς τούς Μαθητάς του ὁ Κύριος, καθώς ὑπεσχέθη. Ποῦ δέ ὑπεσχέθη νά δείξῃ ὁ Κύριος τό θεῖον του φῶς; Ἀποκρινόμεθα ὅτι ὑπεσχέθη τοῦτο ὀλίγον πρό τῆς Μεταμορφώσεώς του, ὅταν ἔλεγε εἰς τούς Ἀποστόλους «Εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μή γεύσονται θανάτου, ἕως ἄν ἴδωσι τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθεῖαν ἐν δυνάμει» (Ματθ. ιστ´ 28).
Μέ τήν λέξιν δέ «Τινάς» ἐννοεῖ ἐδῶ τόν Πέτρον καί Ἰάκωβον καί Ἰωάννην, καί μέ τήν «Βασιλείαν», τήν ἐν τῇ Μεταμορφώσει δόξαν· ὅθεν αὐτό τό ρητόν ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύων λέγει· «Ἐνταῦθα οὐ περί τῆς δευτέρας αὐτοῦ παρουσίας τῆς ἐνδόξου λέγει, ἀλλά περί τῆς ἐν τῷ ὄρει Μεταμορφώσεως». Καί ὁ Θεσσαλονίκης θεῖος Γρηγόριος· «Πaνταχοῦ ἐστιν ὁ τοῦ Παντός Βασιλεύς, καί πανταχοῦ ἐστιν ἡ Βασιλεία αὐτοῦ· ὥστε τό ἔρχεσθαι τήν αὐτοῦ Βασιλείαν οὐ τό ἄλλοθεν ἀλλαχόσε παραγίνεσθαι δηλοῖ, ἀλλά τό φανεροῦσθαι ταύτην τῇ δυνάμει τοῦ θείου Πνεύματος· διά τοῦτο ἔλεγεν ἐληλυθεῖαν ἐν δυνάμει· ἥτις δύναμις οὐχ ἁπλῶς τοῖς τυχοῦσιν ἐγγίνεται, ἀλλά τοῖς ἑστηκόσι μετά τοῦ Κυρίου, τουτέστι τοῖς ἐστηριγμένοις ἐν τῇ πίστει αὐτοῦ, καί τοῖς κατά Πέτρον καί Ἰάκωβον καί Ἰωάννην, καί τούτοις ἀναφερομένοις ὑπό τοῦ λόγου πρότερον εἰς ὄρος ὑψηλόν, δηλονότι τῆς φυσικῆς ἡμῶν ταπεινότητος ὑπεραναβιβαζομένοις» (Λόγος οὗ ἡ ἀρχή «Ἐπαινοῦμεν καί ἡμεῖς»). Ὁ μέν οὖν Σωτήρ οὕτω κατά τήν ὑπόσχεσίν του ἔδειξεν εἰς τούς Μαθητάς του ὀλίγον τι τό φῶς τῆς ἰδίας Θεότητος· οἱ δέ Μαθηταί, γεμώσαντες ἀπό τήν ὀλίγην λαμπρότητα ἐκείνου τοῦ φωτός καί τῆς θείας αἴγλης, ἔμελπον ἐν ἀγαλλιάσει ψυχῆς καί καρδίας· «Ἄσωμεν τῷ Θεῷ ἡμῶν, ὅτι δεδόξασται» Συνέχεια
Στή Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ
Θεολήπτου Φιλαδελφείας
1. – Ἡ σημερινή λαμπρή ἡμέρα τῆς Μεταμόρφωσης, ἀπαιτεῖ νά ἐξηγήσω στήν ἀγάπη σας -ἀνάλογα μέ τή Χάρη πού μοῦ δόθηκε ἀπό τόν Χριστό πού μεταμορφώθηκε- τό μυστήριο τῆς ἑορτῆς. Καί ἔτσι, ἀφοῦ μάθουμε τή δύναμη τοῦ μυστηρίου πού κρύβεται μέσα της, νά ἑορτάζουμε ἀπό δῶ καί πέρα ὄχι μόνο ψάλλοντας ἱερούς ὕμνους, ἀλλά καί μέ σωστή ζωή. Ἐπειδή αὐτό ἀκριβῶς, δηλαδή ἡ προκοπή μας στά καλά ἔργα, ἀποδεικνύει καί ὅτι ἔχουμε ἐπίγνωση τῆς δωρεᾶς πού ἀξιωθήκαμε καί ὅτι ἔχουμε ἀνακαλύψει τό θησαυρό της, τιμώντας ἔτσι σεβαστικά τήν ἑορτή καί μέ τά λόγια καί μέ τά ἔργα μας.
2. – Ἐκεῖνος πού βαδίζει σέ πεδιάδα περπατάει εὔκολα, ἐπειδή ὁ τόπος εἶναι ὁμαλός καί διευκολύνει τήν ὁδοιπορία. Ὅποιος ὅμως ἀνεβαίνει σέ βουνό κοπιάζει καί λούζεται στόν ἱδρώτα, ἐξαιτίας τῆς ἀνηφοριᾶς, τῆς σωματικῆς πίεσης καί τῆς κόπωσης πού ἐκείνη προκαλεῖ.
Μέ ἴσια, ὁμαλή καί εὐκολοπερπάτητη γῆ, παρομοίασε τό βίο μέσα στίς ἡδονές, τήν ἄνεση καί τήν τρυφή τῆς “κατά σάρκαν” ζωῆς. ᾿Eπειδή ἡ ζωή αὐτή περνάει μέσα στήν ἄνεση καί τήν εὐκολία τῶν μάταιων ἡδονῶν.
Μέ βουνό πάλι, παρομοίασε τήν ἐνάρετη ζωή, ἐξαιτίας τῆς ἐγκράτειας σέ ὅλα, τῆς ἀγριάδας τῆς ἄσκησης καί τοῦ πόνου πού ὑποφέρουμε ἀπ’ ὅσα θλιβερά μᾶς ἀπαντοῦν στή ζωή.
3. – Ὅποιος συζεῖ μέ τήν ἐγκράτεια καί πορεύεται σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί ὅποιος καταμαραίνει τίς σωματικές ἡδονές, ἐκεῖνος ἀποδεικνύεται, σάν τόν ἀπόστολο Πέτρο, πιστός καί θερμός μαθητής τοῦ Κυρίου. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, θανατώνει τό κοσμικό φρόνημα, καταργεῖ τούς σαρκικούς λογισμούς, ἑτοιμάζεται γιά τήν κακοπάθεια πού συνεπάγεται τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, ἐλέγχει ἐκείνους πού ζοῦν ἄσχημη καί ἁμαρτωλή ζωή καί ὑπομένει γιά χάρη τῆς ἀλήθειας τίς κακώσεις πού αὐτοί τοῦ προκαλοῦν, ἐπιδεικνύοντας ἔτσι τό ζῆλο τοῦ ἀποστόλου Ἰακώβου. Συνέχεια
Λόγος στὴν Θεία Μεταμόρφωση
ΑΓ.ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ
Ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς τέρψεις συγκομιδῆς καὶ ἀπὸ τὰ ἀμπέλια τρύγος ἐδεσμάτων. Καὶ ἀπὸ τὶς Γραφὲς διδαχὴ ζωοποιός.Ὁ ἀγρὸς μία φορὰ ἔχει τὴν συγκομιδὴ καὶ τὸ ἀμπέλι μιὰ φορὰ ἔχει τὸν τρύγο. Ἡ Γραφή, ὅμως, πάντοτε ἀναβλύζει διδαχὴ ζωοποιό.Ὁ ἀγρός, ὅταν θεριστεῖ, μένει ἔρημος. Καὶ τὸ ἀμπέλι, ὅταν τρυγηθεῖ, ταπεινώνεται. Ἡ Γραφή, ὅμως, ἂν καὶ θερίζεται καθημερινά, τὰ στάχυα τῶν ἑρμηνειῶν τῶν λόγων της δὲν ἐκλείπουν. Καθημερινὰ τρυγᾶται καὶ τὰ σταφύλια τῆς ἐλπίδας πού κρύβει δὲν δαπανῶνται.
Ἂς πλησιάσουμε λοιπὸν τὸν ἀγρό τοῦτο κι ἂς ἀπολαύσουμε τὰ ζωοποιό του ρεῖθρα καὶ ἂς θερίσουμε ἀπ’ αὐτὸν στάχυα ζωῆς, τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶπε: «βρίσκονται ἐδῶ κάποιοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ γευθοῦν θάνατο, ἕως νὰ δοῦν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ ἐρχόμενο στὴν δόξα Του».
Καὶ μετὰ ἀπὸ ἔξι ἡμέρες παρέλαβε τὸν Σίμωνα Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν ἀδελφό του Ἰωάννη καὶ τοὺς ἀνέβασε σὲ πολὺ ψηλὸ βουνὸ καὶ μεταμορφώθηκε ἐνώπιόν τους. Καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπό του ὅπως ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ροῦχα του ἔγιναν λευκὰ σὰν τὸ φῶς.
Πράγματι, οἱ ἄνδρες γιὰ τοὺς ὁποίους εἶπε ὅτι δὲν θὰ γευθοῦν θάνατο, ἕως νὰ δοῦν τὸν τύπο τῆς ἐλεύσεώς Του, αὐτοὶ οἱ τρεῖς ἀπόστολοι εἶναι, τοὺς ὁποίους πῆρε κοντά Του καὶ ἀνέβηκαν στὸ βουνό, ὅπου τούς ἔδειξε πῶς πρόκειται νὰ ἔλθει κατὰ τὴν ἐσχάτη ἡμέρα στὴν δόξα τῆς θεότητάς Του καὶ μὲ τὸ σῶμα τῆς ἀνθρωπότητάς Του. Τοὺς ἀνέβασε στὸ βουνό, γιὰ νὰ τοὺς δείξει Ποιὸς εἶναι καὶ Ποίου Υἱός. Διότι, ὅταν τοὺς ρωτοῦσε «ποιὸς λένε οἱ ἄνθρωποι ὅτι εἶμαι ἐγώ, ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου;» ἐκεῖνοι ἀποκρίθηκαν: «ἄλλοι, πώς εἶσαι ὁ Ἠλίας ἄλλοι, ὁ Ἱερεμίας ἡ ἕνας ἀπό τούς προφῆτες». Γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς ἀνεβάζει στὸ βουνὸ καὶ τοὺς ἀποκαλύπτει, ὅτι δὲν εἶναι ὁ Ἠλίας, ἀλλά ὁ Θεὸς καὶ Πλάστης τοῦ Ἠλία.
Οὔτε πάλι ὁ Ἱερεμίας, ἀλλ’ αὐτὸς πού ἁγίασε τὸν Ἱερεμία ἐκ κοιλίας. Οὔτε ἕνας ἀπό τούς προφῆτες, ἀλλ’ ὁ Κύριος τῶν προφητῶν, ὁ Ὁποῖος καὶ τοὺς ἔστειλε. Ἀλλά καὶ τοῦτο ὑποδηλώνει σ’ αὐτούς, ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ ποιητὴς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, καὶ ὁ κύριος ζωντανῶν καὶ νεκρῶν. Διότι διέταξε τὸν οὐρανό, καὶ εὐθὺς ἀμέσως κατέβασε τὸν Ἠλία. Ἔκαμε νεῦμα στὴν γῆ καὶ τὸν Μωϋσῆ παρέστησε. Καὶ σ’ αὐτοὺς πάλι τοὺς κορυφαίους τῶν προφητῶν ἀπέδειξε ὅτι Κύριος εἶναι τῶν ζώντων, ἐφόσον τὸν Ἠλία ἀπό τούς ζωντανοὺς κατέβασε. Καὶ ὅτι εἶναι Αὐτὸς πού ἐγείρει τοὺς νεκρούς, ἐφόσον ἤγειρε τὸν Μωϋσῆ ἐκ τῶν νεκρῶν. Ἡ δὲ ἀνάβαση στὸ βουνὸ τοὺς βεβαίωσε ὅτι εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. Τί κι ἂν ἔλεγε σ’ αὐτοὺς ὅτι «ἐγὼ εἶμαι Θεὸς ἐκ Θεοῦ»; Δὲν θὰ πείθονταν εὔκολα, ἐξ αἰτίας τοῦ σώματος, πού εἶχε περιβληθεῖ, καὶ διότι συναναστρεφόταν μαζί τους σὰν ὅμοιός τους. Ἔβλεπαν τὴν Μαριάμ, πού Τὸν γέννησε, καὶ τὸν Ἰωσήφ, πού Τὸν ἀνέθρεψε, καὶ πώς ὁ πατέρας Του εἶχε ἕνα κοινὸ ὄνομα. Παιδιὰ τοῦ Ἰωσὴφ ἤσαν οἱ ἀδελφοί Του. Καὶ ὅπως αὐτοὶ πείνασε καὶ ἔλαβε τροφή, καὶ δίψασε καὶ τὴν δίψα ἔσβησε μὲ νερό, καὶ στὸν κόπο βρῆκε παρηγοριὰ τὴν ἀνάπαυση, καὶ στὴν νύστα ἔδωσε ὕπνο.
Καὶ τὸν φόβο ἀκολούθησαν σταλαγμοὶ ἱδρῶτα. Ἔχοντας, λοιπόν, ὅλα τὰ δικά μας παρεκτὸς τὴν ἁμαρτία, πῶς θὰ γινόταν πιστευτός, ἐὰν ἔλεγε ὅτι «ἐγώ εἶμαι Θεὸς ἐκ Θεοῦ;» Διότι αὐτὰ δὲν ἤσαν ἁρμόδια στὴν θεϊκὴ φύση. Συνέχεια
Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ
π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν
Τὸ αἰώνιο φῶς
Μεταμόρφωση! Τί ὄμορφη, τί ὡραία, τί χαρούμενη λέξη! Ἀντηχεῖ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ νοῦ μὲ τέτοια λαμπρότητα καὶ πανηγυρικότατα! Γιὰ αἰῶνες οἱ Ρῶσοι ἀγάπησαν αὐτὸ τὸ καλοκαίρι, τὴν αὐγουστιάτικη γιορτὴ τῆς Μεταμόρφωσης τοῦ Κυρίου, τότε πού, κατὰ τὰ λόγια τοῦ Θεόδωρου Τιοῦτσεφ, “εἶναι σὰν ὁλόκληρη ἡ μέρα νὰ γίνεται κρυστάλλινη καὶ φεγγοβόλα”.
Σὲ ποιὸ πράγμα ἀναφέρεται αὐτὴ ἡ γιορτή, ποιὰ εἶναι ἡ οὐσία καὶ ἡ πηγὴ τῆς χαρᾶς καὶ τοῦ φωτός της; Κατ’ ἀρχὰς ἂς ἀκούσουμε τί λέει τὸ Εὐαγγέλιο γι’ αὐτὸ τὸ γεγονός.
Ὁ Ἰησοῦς, σύμφωνα μὲ τὴν ἀφήγηση τοῦ κατὰ Ματθαῖον εὐαγγελίου, «μεθ᾿ ἡμέρας ἓξ παραλαμβάνει ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν Πέτρον καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ ᾿Ιωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὄρος ὑψηλὸν κατ᾿ ἰδίαν· 2 καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς. 3 καὶ ἰδοὺ ὤφθησαν αὐτοῖς Μωσῆς καὶ ᾿Ηλίας μετ᾿ αὐτοῦ συλλαλοῦντες. 4 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπε τῷ ᾿Ιησοῦ· Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· εἰ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ Μωσεῖ μίαν καὶ μίαν ᾿Ηλίᾳ. 5 ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτούς, καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε· 6 καὶ ἀκούσαντες οἱ μαθηταὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα. 7 καὶ προσελθὼν ὁ ᾿Ιησοῦς ἥψατο αὐτῶν καὶ εἶπεν· ἐγέρθητε καὶ μὴ φοβεῖσθε. 8 ἐπάραντες δὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν οὐδένα εἶδον εἰ μὴ τὸν ᾿Ιησοῦν μόνον. 9 καὶ καταβαινόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους ἐνετείλατο αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς λέγων· μηδενὶ εἴπητε τὸ ὅραμα ἕως οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ» (Ματθ. 17, 1-9).
Τί σημαίνει αὔτη ἡ εὐαγγελικὴ ἱστορία; Τί θέση ἔχει αὐτὴ ἡ αἰνιγματικὴ ἀποκάλυψη τῆς δόξας στὴν ἐπίγεια ζωὴ καὶ στὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ;
Λίγοι θὰ διαφωνήσουν πώς ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ στὰ εὐαγγέλια εἶναι κατεξοχὴν μιὰ εἰκόνα ταπείνωσης. Ἤδη κατὰ τὴ γέννησή Του δὲν βρέθηκε χῶρος σὲ κανένα ἀπὸ τὰ σπίτια τῆς πόλης, κι ἔτσι γεννήθηκε ἔξω, σὲ μιὰ σπηλιά. Μέχρι τέλους δὲν εἶχε σπίτι, “οὐκ εἶχε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνη” (Ματθ. 820), σύμφωνα μὲ τὰ δικά Του λόγια. Παραγγέλλει σ’ αὐτοὺς πού θεραπεύει καὶ βοηθᾶ νὰ μὴ μιλήσουν σὲ κανένα γιὰ τὴ βοήθεια πού δέχθηκαν. Ἀποφεύγει κάθε τιμὴ καὶ κάθε εὐκαιρία πού τοῦ δίνεται γιὰ νὰ ἀποκτήσει φήμη. Ἑκουσίως μάλιστα ἄφησε τὴν ἀσφάλεια τῆς Γαλιλαίας, ὅπου δὲν ὑπῆρχε καμιὰ ἀπειλή, καὶ διάλεξε νὰ ἐπιστρέψει στὴν Ἱερουσαλήμ, ὅπου τὸν περίμενε ὁ πόνος, ἡ ταπείνωση τῆς δίκης καὶ τῆς καταδίκης, καὶ μιὰ ὀδυνηρὴ καὶ ἐπαίσχυντη ἐκτέλεση. “Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ”, εἶπε, ” ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ…” (Ματθ. 11,29). Συνέχεια
Μέσα στὸ φῶς τῆς Μεταμόρφωσης
Metropolitan Anthony Bloom
Ὑπάρχουν στιγμὲς τῆς πνευματικῆς, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τῆς πιὸ συνηθισμένης καθημερινῆς ζωῆς τόσο ὡραῖες, τόσο ὑπέροχες ποὺ νὰ μᾶς κάνουν νὰ θέλουμε τὸ χρόνο, τὴ ζωή, τὴν αἰωνιότητα νὰ σταματήσουν ἐκεῖ ὥστε τίποτα ἄλλο νὰ μὴν ξανασυμβεῖ ποτέ. Αὐτὸ εἶχαν νιώσει οἱ Ἀπόστολοι ποὺ ὁ Χριστὸς εἶχε πάρει μαζί Του πάνω στὸ ὄρος τῆς Μεταμόρφωσης, αὐτὸ ἤθελε νὰ ἐκφράσει ὁ Πέτρος ὅταν ἔλεγε: «Κύριε, εἶναι καλὸ νὰ εἴμαστε ἐδῶ, ἂς κτίσουμε τρεῖς σκηνές, μία γιὰ Σένα, μία γιὰ τὸ Μωυσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία κι ἂς μείνουμε ἐδῶ μέσα στὶς ἀκτίνες τοῦ ἄυλου αὐτοῦ, θεϊκοῦ φωτός, τυλιγμένοι μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ὑπέροχη εἰρήνη».
Οὔτε ὁ Πέτρος ἀλλὰ οὔτε καὶ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι δὲν πρόσεξαν τότε κάτι ποὺ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἀργότερα μετέδωσαν σὲ ἄλλους, τὸ ὅτι δηλαδὴ ὁ Χριστὸς μεταμορφώθηκε (φάνηκε μέσα στὴ λάμψη τῆς αἰώνιας δόξας) τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας Τοῦ μιλοῦσαν σχετικὰ μὲ τὸ ταξίδι Του στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴ Σταύρωσή Του.
Ἐδῶ, ὅπως καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα χωρία τῆς Καινῆς Διαθήκης βλέπουμε ὅτι οἱ ἀπόστολοι, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἐμεῖς ἦταν ἱκανοὶ νὰ ξεχωρίζουν τὰ λαμπρὰ καὶ θαυμάσια πράγματα παραβλέποντας πολὺ συχνὰ τί τίμημα εἶχαν αὐτὰ γιὰ τὸ Χριστό.
Ὁ Ἅγ. Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ μιλώντας σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἐπισκέπτες τοῦ εἶχε πεῖ: «Ζήτησε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ,τιδήποτε σοῦ χρειάζεται, νὰ θυμᾶσαι ὅμως τὴν τιμὴ ποὺ Ἐκεῖνος πλήρωσε γιὰ νὰ ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἱκανοποιεῖ τὰ αἰτήματά σου». Ἤθελε μὲ αὐτὸ νὰ πεῖ: «Μὴ ζητήσεις κάτι ἀνάξιο τῆς θυσιασμένης θεϊκῆς ἀγάπης, τοῦ θανάτου καὶ τῆς Σταύρωσης τοῦ Σωτήρα Χριστοῦ». Συνέχεια
Λόγος στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος
Ἡ μεγάλη γιορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου μᾶς δίνει τὴν ἀφορμὴ νὰ θυμηθοῦμε τὰ λόγια του Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ: «Οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι; Τὰ ρήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, ἀπ’ ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ, ὁ δὲ πατὴρ ὁ ἐν ἐμοὶ μένων αὐτὸς ποιεῖ τὰ ἔργα. Πιστεύετέ μοι ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί. εἰ δὲ μή, διὰ τὰ ἔργα αὐτὰ πιστεύετέ μοι» (Ἰωάν. 14, 10-11).
Μεγάλα καὶ ἀμέτρητα ἦταν τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ: μὲ ἕνα μόνο λόγο τοῦ ἀνέστησε τὴν κόρη τοῦ Ἰαείρου, τοῦ ἀρχισυναγώγου, τὸν γιὸ τῆς χήρας τῆς Ναΐν, ἀκόμα καὶ τὸν Λάζαρο, ὁ ὁποῖος ἦταν στὸν τάφο τέσσερεις ὁλόκληρες ἡμέρες. Μὲ ἕνα λόγο του μόνο ἐπιτίμησε τοὺς ἀνέμους καὶ τὰ κύματα τῆς λίμνης Γεννησαρὲτ καὶ ἔγινε ἀπόλυτη γαλήνη. Μὲ πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια χόρτασε πέντε χιλιάδες ἀνθρώπους, χωρὶς γυναῖκες καὶ παιδιά, καὶ μὲ τέσσερα ψωμιὰ τέσσερεις χιλιάδες.
Ἂς θυμηθοῦμε πὼς κάθε μέρα θεράπευε τοὺς ἀσθενεῖς, γιατρεύοντας κάθε εἴδους ἀσθένεια, ἔδιωχνε τὰ πονηρὰ πνεύματα ἀπὸ τοὺς δαιμονιζομένους. Πώς ξαναέδινε τὴν ὅραση στοὺς τυφλοὺς καὶ τὴν ἀκοὴ στοὺς κουφοὺς μὲ ἕνα μόνο ἄγγιγμά του. Δὲν φτάνουν αὐτά;
Ὅλα αὐτὰ ὅμως δὲν ἦταν ἀρκετὰ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι τὸν ζήλευαν, γιὰ τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ μέγας προφήτης Ἠσαΐας εἶπε: «Ἀκοὴ ἀκούσετε καὶ οὐ συνῆτε, καὶ βλέποντες βλέψετε καὶ οὐ μὴ ἴδητε. ἐπαχύνθη γὰρ ἡ καρδία τοῦ λαοῦ τούτου, καὶ τοῖς ὠσὶ βαρέως ἤκουσαν, καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἐκάμμυσαν, μήποτε ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ τοῖς ὠσὶν ἀκούσωσι καὶ τὴ καρδία συνῶσι καὶ ἐπιστρέψωσι, καὶ ἰάσομαι αὐτοὺς» (Ματθ. 13, 14-15).
Σὲ ὅλα αὐτά, τὰ ὁποία ὅμως δὲν ἦταν ἀρκετὰ γιὰ τοὺς βαρήκοους ἀνθρώπους καὶ μὲ τὰ συσκοτισμένα μάτια, πρόσθεσε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς τὸ μέγα θαῦμα τῆς Μεταμορφώσεώς Του στὸ ὅρος Θαβώρ. Σ’ αὐτόν, ποὺ ἔλαμψε μὲ ἕνα ἐκθαμβωτικὸ θεῖο φῶς, ἐμφανίστηκαν οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας καὶ προσκύνησαν τὸν δημιουργό τοῦ νόμου. Μὲ φόβο καὶ τρόμο ἔβλεπαν τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ θέαμα οἱ ἐκλεκτοὶ ἀπόστολοι Πέτρος, Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης. Καὶ μετὰ ἀπὸ τὴ νεφέλη, ποὺ τοὺς σκέπασε, ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ: «Οὗτος ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα. αὐτοῦ ἀκούετε» (Ματθ. 17, 5). Συνέχεια
ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Κωνσταντίνου Σοφ. Γρηγοριάδη
Ἡ ἀφορμή γιά τήν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου.
Ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος στό ιστ΄ κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου του καταγράφει τό ἐρώτημα τοῦ Κυρίου πρός τούς μαθητάς Του: «Ὑμεῖς τίνα με λέγετε εἶναι τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου;» Ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν μαθητῶν ἀπάντησε ὁ Πέτρος: «Σύ εἶ ὁ Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος». Ὁ Κύριος τόν διαβεβαίωσε ὅτι τήν ὁμολογία δέν τήν ἔκανε μέ τίς δικές του ἀνθρώπινες δυνάμεις («σάρξ καί αἷμα»), ἀλλά μέ τόν φωτισμό τοῦ οὐράνιου Πατέρα Του.
Σέ ὁλόκληρη τήν Ἱερά Ἱστορία ὁ Θεός ἑτοίμαζε τούς ἀνθρώπους νά μπορέσουν νά καταλάβουν καί ἑπομένως νά ἀποδεχθοῦν τόν Μεσσία, ὡς Λυτρωτή καί Σωτῆρα τους ἀπό τήν ψυχοκτόνο ἀσθένεια τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἀπελευθέρωση αὐτή τοῦ ἀνθρώπου ἔχει πνευματικό καί ὑπαρξιακό χαρακτῆρα καί μέ κανένα τρόπο δέν ταυτίζεται μέ τήν ἀποτίναξη οἱουδήποτε ἐνδοκοσμικοῦ ζυγοῦ (Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία).
Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἁμαρτία συνεπάγεται τήν ἀπελευθέρωσή του ἀπό τήν φθορά καί τόν θάνατο, πού εἰσήγαγε ἡ ἁμαρτία στόν κόσμο. Καί ὁ μόνος τρόπος γιά νά θανατωθεῖ ὁ θάνατος ἦταν ὁ ἑκούσιος θάνατος τοῦ Κυρίου. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Κύριος ὁμιλεῖ γιά τήν δόξα Του, πού εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἑκούσια Θυσία Του μέσα ἀπό τήν ὁποία καί ἐκφράζει καί προσφέρει τήν ἀγάπη Του στούς ἀνθρώπους.
Γιά νά ἀποδεχθεῖ ὅμως ὁ ἄνθρωπος αὐτές τίς σωστικές ἀλήθειες πρέπει νά ἐμπιστεύεται τόν ἑαυτό του στήν ἀγάπη καί τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος πού στηρίζεται ἀποκλειστικά στίς δικές του δυνάμεις, ὅταν μάλιστα τίς ἔχει ἀπαγκιστρώσει ἀπό τήν κοινωνία τοῦ Θεοῦ, τότε ἡ φιλαυτία καί ἡ αὐτάρκεια τῆς ἁμαρτίας δέν τόν ἀφήνουν νά ἀποδεχθεῖ τίς ἀνωτέρω σωτηριώδες ἀλήθειες. Ἀπό αὐτή τήν ὑπαρξιακή ἐμπλοκή δέν ἐξαιρέθηκαν οὔτε καί οἱ μαθηταί τοῦ Κυρίου.
Ὅταν ὁ Κύριος τούς ὑπενθύμισε ὅτι θά ἀναβοῦν στά Ἱεροσόλυμα καί ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου θά παραδοθεῖ στά χέρια τῶν Ἀρχιερέων καί Γραμματέων, πού θά τόν σκοτώσουν, ἀλλά τήν τρίτη ἡμέρα θά ἀναστηθεῖ ἀπό τούς νεκρούς, οἱ μαθηταί μέ τό στόμα τοῦ Πέτρου ἀπέρριψαν αὐτές τίς ἀλήθειες. Ὁ Πέτρος μάλιστα μέ τήν φράση του «Ἵλεώς σοι, Κύριε· οὐ μή ἔσται σοι τοῦτο» ἀνεκάλεσε τά λεγόμενα τοῦ Χριστοῦ. Τά ὅσα τούς εἶπε εἶναι ἀδύνατο νά γίνουν, ἔστω καί ἄν ὁ ἴδιος τό ἐπιζητήσει, γιατί οἱ μαθηταί μέ τήν παρουσία καί τίς δυνάμεις τους δέν θά ἐπέτρεπαν νά γίνει κάτι τέτοιο. Συνέχεια
![1[1]](http://www.imaik.gr/wp-content/uploads/111-300x199.jpg)