Μάρτιος 2013
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Μηνιαία Αρχεία: Μάρτιος 2013

Σημεῖα καί πτυχές τῆς πασχάλιας γιορτῆς.

Κάλλιστος Γουέαρ (Ἐπίσκοπος Διοκλείας)

Ἡ πασχάλια χαρά

imagesCA3PNG8GΤό Πάσχα, ἡ γιορτή τῆς Ἀνάστασης τοῦ Σωτῆρος, εἶναι, πάνω ἀπ’ ὅλα μιὰ γιορτή μεγάλης χαρᾶς. Ὅταν ὁ ἀναστημένος Χριστός συναντᾶ τίς μυροφόρες καθώς φεύγουν ἀπό τό μνῆμα, τό πρῶτο πράγμα πού τούς λέει εἶναι ἡ λέξη «Χαίρετε». Ὅσον ἀφορᾶ σ’ αὐτή τήν πασχάλια χαρά, τρία σημεῖα ἔχουν ἰδιαίτερη ἀξία: εἶναι χαρά προσωπική, εἶναι χαρά συμπαντική καί εἶναι χαρά εὐχαριστιακή.

Τό Πάσχα εἶναι μιὰ χαρά προσωπική. Ἔτσι κατά πῶς τό βεβαιώνουμε στόν πασχάλιο κανόνα τῆς ἀναστάσιμης ἀκολουθίας: «Χθές συνεθαπτόμην σοι, Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον ἀναστάντι σοι». Ὁ θάνατος τοῦ Σωτῆρος, ἡ Ταφή καί ἡ Τριήμερος Ἀνάστασή Του, δέν ὑπάρχουν γιά νά τά ἀτενίζουμε ἁπλά ὡς συμβάντα τοῦ ἀπώτερου παρελθόντος, ἀλλά γιά νά τά βιώνει ὁ καθένας μας ὡς τεκταινόμενα μέσα στήν ἴδια του τή ζωή. Ὑπάρχουν γιά νά εἶναι ἄμεσα καί προσωπικά. Ἐγώ σταυρώνομαι μέ τό Χριστό, ἐγώ θάβομαι μαζί Του καί εἶμαι ἐγώ πού ἀνασταίνομαι ἐκ νεκρῶν μαζί μέ Ἐκεῖνον. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ταυτόχρονα καί ἡ ἀνακαίνιση ἡ δική μου, ἡ ἐπαναδημιουργία μου. Εἶναι εὐλογημένοι ὅσοι τό αἰσθάνονται αὐτό στήν καρδιά τους τή νύχτα τῆς Ἀναστάσεως!

Τό Πάσχα εἶναι μιὰ χαρά συμπαντική. Οἱ ἀκτίνες τοῦ ἀναστάσιμου φωτός διεισδύουν σ’ ὁλόκληρη τήν κτίση. Μέσα ἀπό ἐμᾶς, τούς ἀνθρώπους, ἡ πασχάλια χαρά κοινωνεῖται στό κόσμο τῆς φύσης – στά ζῶα, στόν ἀέρα, στό νερό, σέ καθετί πού ἔρχεται στή ζωή τήν ἄνοιξη. Καί πάλι, ὁ ἀναστάσιμος κανόνας τονίζει ἐμφατικά αὐτό τό στοιχεῖο· «Οὐρανοί μέν ἐπαξίως εὐφραινέσθωσαν, γῆ δέ ἀγαλλιάσθω, ἑορταζέτω δέ κόσμος, ὁρατός τε ἅπας καί ἀόρατος· Χριστός γάρ ἐγήγερται». Στήν Ὀρθόδοξη Ρωσία, ὑπῆρχε κάποτε τό ἔθιμο -μπορεῖ καί νά ἐπιβιώνει μέχρι σήμερα σέ κάποιες περιοχές- νά σταματᾶνε οἱ ἀγρότες, γυρίζοντας ἀπό τήν ἀναστάσιμη ἀκολουθία καί κρατώντας τό ἅγιο φῶς, στούς στάβλους τῶν ζώων, καί νά ψέλνουν τόν ἀναστάσιμο ὕμνο στά ἄλογα καί τά κοπάδια – «Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν…». Δέν ὑπῆρχε τίποτα τό γλυκερό σ’ αὐτό· ἦταν μία ἀναγνώριση τῆς ζωντανῆς ἀλήθειας. Οἱ ἄνθρωποι δέν σώζονται ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά μαζί μέ τόν κόσμο. Εὐλογημένοι εἶναι αὐτοί πού κατά τή διάρκεια τῆς ἀναστάσιμης νύχτας εἰσέρχονται σέ ἕνα μεταμορφωμένο κόσμο! Συνέχεια

Γιά τή Θεομήτορα

Ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου

Ὅταν ἡ ψυχή κατέχεται ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τότε, ὤ, πῶς εἶναι ὅλα εὐχάριστα, ἀγαπημένα καί χαρούμενα. Αὐτή ἡ ἀγάπη ὅμως συνεπάγεται θλίψη· κι ὅσο βαθύτερη εἶναι ἡ ἀγάπη, τόσο μεγαλύτερη εἶναι κι ἡ θλίψη.

Ἡ Θεοτόκος δέν ἁμάρτησε ποτέ, οὔτε κἄν μέ τό λογισμό, καί δέν ἔχασε ποτέ τή Χάρη, ἀλλά κι Αὐτή εἶχε μεγάλες θλίψεις. Ὅταν στεκόταν δίπλα στό Σταυρό, τότε ἦταν ἡ θλίψη Της ἀπέραντη σάν τόν ὠκεανό κι οἱ πόνοι τῆς ψυχῆς Της ἦταν ἀσύγκριτα μεγαλύτεροι ἀπό τόν πόνο τοῦ Ἀδάμ μετά τήν ἔξωση ἀπό τόν Παράδεισο, γιατί κι ἡ ἀγάπη Της ἦταν ἀσύγκριτα μεγαλύτερη ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Ἀδάμ στόν Παράδεισο. Κι ἄν ἐπέζησε, ἐπέζησε μόνο μέ τή Θεία δύναμη, μέ τήν ἐνίσχυση τοῦ Κυρίου, γιατί ἦταν θέλημά Του νά δῆ τήν Ἀνάσταση κι ὕστερα, μετά τήν Ἀνάληψή Του, νά παραμείνη παρηγοριά καί χαρά τῶν Ἀποστόλων καί τοῦ νέου χριστιανικοῦ λαοῦ.

Ἐμεῖς δέν φτάνουμε στήν πληρότητα τῆς ἀγάπης τῆς Θεοτόκου, καί γι᾽ αὐτό δέν μποροῦμε νά ἐννοήσωμε πλήρως τό βάθος τῆς θλίψεώς Της. Ἡ ἀγάπη Της ἦταν τέλεια. Ἀγαποῦσε ἄπειρα τό Θεό καί Υἱό Της, ἀλλ᾽ ἀγαποῦσε καί τό λαό μέ μεγάλη ἀγάπη. Καί τί αἰσθανόταν τάχα, ὅταν ἐκεῖνοι, πού τόσο πολύ ἀγαποῦσε ἡ Ἴδια καί πού τόσο πολύ ποθοῦσε τή σωτηρία τους, σταύρωναν τόν ἀγαπημένο Υἱό Της; Συνέχεια

Περί τῆς ἀειπαρθενίας τῆς Θεοτόκου

 Ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως 

Ἡ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὁμολογεῖ ὅτι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἦν πρό τόκου παρθένος, καί ἐν τόκῳ παρθένος, καί μετά τόκον πάλιν παρθένος διέμεινε, φυλάξασα ἀλώβητον τήν ἑαυτῆς παρθενίαν. (Ὁμολογία Ὀρθοδόξου πίστεως ἐν ἐρωταποκρίσει λθ´).

Ὁ προφήτης Ἡσαΐας, ὁ προφητεύσας τήν ἐκ παρθένου γέννησιν τοῦ Σωτῆρος, παρθένον τήν μητέρα τοῦ Ἐμμανουήλ ὠνόμασεν· «Ἰδού ἡ Παρθένος ἐν γαστρί ἕξει καί τέξεται υἱόν, καί καλέσει τό ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ». (Ἡσ. ζ´. 14). Τοῦτο δέ δηλοῖ οὐ μόνον τήν πρό τόκου παρθένον, ἀλλά καί τήν ἐν τόκῳ καί τήν μετά τόκον παρθένον, διότι ἡ παρθένος ἔμελλε νά ἀναδειχθῇ μήτηρ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ὅν θά ἐκυοφόρει, θά ἐγαλακτοτρόφει καί θά ἀνέτρεφε κατά τήν βρεφικήν καί παιδικήν αὐτοῦ ἡλικίαν.

Ἡ παρθένος ἀνεδείχθη μήτηρ τοῦ Ἐμμανουήλ οὐχί μόνον διά τόν χρόνον τῆς κυήσεως, ἀλλά διά τό διηνεκές. Κατά τόν προφήτην ὁ Θεός παρθένον, ἤτοι ἐλευθέραν παντός συζυγικοῦ δεσμοῦ ἐξελέξατο, καί πρός οὐδένα ὑποχρεωμένην. Τοῦτο δηλοῖ καί ἡ λέξις ἁελμάχ, ὡς μαρτυρεῖται καί ἐκ τοῦ βιβλίου τῆς Γενέσ. κεφ. κδ´, 43, ἔνθα ἡ παρθένος Ρεβέκκα καλεῖται ἁελμάχ, καί ἐκ τοῦ βιβλίου τῶν ψαλμῶν (ἐν ψαλμῷ ξζ´. ἑβδμ. ἤ ξη´. Ἑβραϊκ.), ἔνθ᾿ αἱ τυμπανίστριαι νεάνιδες καλοῦνται ἁελμόθ, ἤτοι αἱ παρθένοι. Ἐπίσης καί εἰς τό Ἆσμα τῶν Ἀσμάτων κεφ. Α´. στίχ. 3 φέρεται κατά τούς ἑβδομήκοντα «διά τοῦτο νεάνιδες ἠγάπησάν σε»· τό δέ ἑβραϊκόν ἔχει ἁελμόθ, ἤτοι παρθένοι ἠγάπησάν σε. Βεβαίως ἐνταῦθα οὐ περί ἐγγάμων ἤ μεμνηστευμένων πρόκειται· ὅτι δέ περί παρθένων πρόκειται, τοῦτο εἶναι εὔδηλον καί οὐδείς δύναται νά τό ἀρνηθῇ. Συνέχεια

Πρὸς Ἐμμαούς

Fr. Lev Gillet

Προς Εμμαους1«…Καὶ ἰδοὺ δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ εἰς κώμην ἀπέχουσαν σταδίους ἑξήκοντα ἀπὸ ῾Ιερουσαλήμ, ᾗ ὄνομα ᾿Εμμαούς … Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὁμιλεῖν αὐτοὺς καὶ συζητεῖν καὶ αὐτὸς ὁ ᾿Ιησοῦς ἐγγίσας συνεπορεύετο αὐτοῖς…» (Λουκ. κδ΄, 13-15)

Ἀξίζει πράγματι νὰ μελετήσουμε, νὰ ἐξετάσουμε καλύτερα τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς πλησίασε τὸν Κλεόπα καὶ τὸν ἄλλο μαθητὴ καθ’ ὁδὸν πρὸς Ἐμμαούς.

Τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια περιγράφουν πολλοὺς τρόπους, μὲ τοὺς ὁποίους πλησίαζε ὁ Χριστὸς τοὺς ἀνθρώπους, ἢ οἱ ἄνθρωποι ἔσπευδαν νὰ πλησιάσουν τὸν Χριστό. Κάποιες φορές, οἱ ἄνθρωποι πηγαίνουν πρὸς τὸν Χριστό. Κάποιες ἄλλες, ὁ Χριστὸς πηγαίνει πρὸς τοὺς ἀνθρώπους· τοὺς πλησιάζει κατὰ πρόσωπο, ἄμεσα. Ἄλλοτε, ὁ Χριστὸς προχωρεῖ μὲ δική του πρωτοβουλία, εἰσέρχεται, παρεμβάλλεται στὸ δρόμο τους, στὴν πορεία τῆς ζωῆς τους, καὶ τοὺς περιμένει. Ἔτσι ὁ Ἰησοῦς, καθήμενος «ἐπὶ τοῦ φρέατος τοῦ Ἰακὼβ» προσκαρτεροῦσε, ἀνέμενε τὴν Σαμαρείτιδα νὰ ἔλθει.

Στὴ περίπτωση τῶν μαθητῶν, ποὺ «ἐπορεύοντο εἰς Ἐμμαούς», ἡ προσέγγιση εἶναι διαφορετική. Ἡ περικοπὴ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου δίνει τὴν ἐντύπωση ὅτι ὁ Κύριος δὲν ἦλθε νὰ τοὺς πλησιάση κατὰ πρόσωπο, ἐμπρός τους· ὅτι δὲν βάδιζε πρός ἀντίθετη κατεύθυνση, ὥστε νὰ ἔλθη πρὸς συνάντησή τους. Ἔτσι, οἱ μαθητές δὲν τὸν εἶδαν νὰ ἔρχεται πρὸς αὐτοὺς ἀπὸ κάποια ἀπόσταση. Φαίνεται σαφῶς ὅτι ὁ Χριστός, βαδίζοντας πίσω τους σέ κάποια ἀπόσταση, τελικά ἐπετάχυνε τὸ βῆμα του καὶ τοὺς πλησίασε. Ἀρχικά, βάδιζε δίχως νὰ ἀντιληφθοῦν οἱ μαθητές ὅτι τοὺς συνώδευε, ἕως ὅτου τοὺς πλησίασε τόσο, ὅσο νὰ ἀκούει τὸν ἦχο τῆς συνομιλίας τους. Τέλος, τοὺς πρόφθασε καί, φθάνοντας στό πλευρό τους, ἔλαβε εὐθὺς μέρος στὸ διάλογο, στὴ συζήτηση ποὺ εἶχαν.

Ἡ προσέγγισή Του δὲν ἦταν μόνο τοπική, ἀλλὰ καὶ πνευματική. Ὅπως τοὺς πλησίαζε, ὁ Ἰησοῦς ἀντελήφθη ὅτι ἦσαν «σκυθρωποί», θλιμμένοι δηλαδὴ καὶ στενοχωρημένοι. Νομίζω ὅτι, τὶς περισσότερες φορές, ὁ Χριστὸς πλησιάζει ὄχι τόσο τὰ σώματα ἀλλὰ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων· καὶ τὶς πλησιάζει μὲ ἕνα τρόπο ἀνάλογο ἐκείνου, ποὺ πλησίασε τοὺς μαθητές κατὰ τὴν πορεία τους πρὸς Ἐμμαούς. Συνέχεια

Κατήχησις ΙΒ΄

Ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων

Γιά τούς Φωτιζόμενους, πού ἔγινε στά ῾Ιεροσόλυμα, καί ἀναφέρεται στό ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως· «Σαρκωθέντα καί ἐνανθρωπήσαντα». ῾Η ἀνάγνωση εἶναι ἀπό τό βιβλίο τοῦ προφήτη ῾Ησαΐα· «Μίλησε ὁ Κύριος πρός τόν ῎Αχαζ καί εἶπε· Ζήτησε γιά τόν ἑαυτό σου θαυμαστό γεγονός». Καί στή συνέχεια· «᾿Ιδού ἡ Παρθένος θά συλλάβει καί θά γεννήσει υἱό καί θά τόν ὀνομάσουν ᾿Εμμανουήλ» (πρβλ. ῾Ησ. 7, 14) καί ὅσα σχετικά ἀκολουθοῦν.

Α´ . ῎Ω! ἐσεῖς πού ἔχετε μόνιμο σύντροφο τήν παρθενική ἁγνότητα καί σεῖς πού μαθητεύετε στή ζωή τῆς σωφροσύνης, ἐλᾶτε νά λατρεύσουμε μέ ὕμνους, πού βγαίνουν ἀπό τά ἁγνισμένα χείλη μας, τόν Θεό πού γεννήθηκε ἀπό τήν Πάναγνη Παρθένο. ᾿Ελᾶτε ὅλοι ἐμεῖς πού ἀξιωνόμαστε νά μεταλάβουμε σάν μυστική τροφή τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο συμβολίζεται ὡς ᾿Αμνός, ἐλᾶτε νά φᾶμε τό κεφάλι μαζί μέ τά πόδια (πρβλ. ῎Εξ. 12, 9), ἐννοώντας μέ τό «κεφάλι» τή θεότητα καί μέ τά «πόδια» τήν ἀνθρώπινη φύση Του, τήν ἀνθρωπότητα. Οἱ ἀκροατές τῶν ἁγίων Εὐαγγελίων, ἄς πιστεύουμε στόν ἅγιο ᾿Ιωάννη τό Θεολόγο πού εἶπε· «Στήν ἀρχή ὑπῆρχε ὁ Λόγος καί ὁ Λόγος ἦταν ἑνωμένος μέ τόν Θεό καί Θεός ἦταν ὁ Λόγος» (᾿Ιωάν. 1, 1). Καί πρόσθεσε· «Καί ὁ Λόγος προσέλαβε σάρκα καί ἔγινε ἄνθρωπος» (᾿Ιωάν. 1, 14). Διότι δέν εἶναι εὐσεβές νά Τόν προσκυνοῦμε ὡς ἁπλό ἄνθρωπο, οὔτε νά Τόν ὁμολογοῦμε μόνο Θεό, χωρίς τήν ἀνθρώπινη φύση Του. Γιατί πραγματικά, ἄν, ὅπως φυσικά καί συμβαίνει, ὁ Χριστός εἶναι ἀληθινά Θεός, δέν ἔχει προσλάβει ὅμως ἀνθρώπινη φύση, ἐμεῖς δέν εἶναι δυνατόν νά σωθοῦμε. Συνέχεια

ΣΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΥΠΕΡΕΝΔΟΞΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΜΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΜΑΡΙΑΣ.

Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

εω-11. Πάλι σήμερα ἔχουμε χαρμόσυνες εἰδήσεις, πάλι ἔχουμε μηνύματα ἐλευθερίας, πάλι ἔχουμε μία ἀνάκληση ἀπὸ τὴν πτώση καὶ μία ἐπάνοδο στὴ ζωή, μία ὑπόσχεση εὐφροσύνης καὶ μία ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὴ δουλεία. Ἕνας ἄγγελος συνομιλεῖ μὲ τὴν Παρθένο, γιὰ νὰ μὴν ξαναμιλήσει ὁ διάβολος μὲ γυναίκα. Λέει ἡ Γραφή· «Τὸν ἕκτο μήνα τῆς ἐγκυμοσύνης τῆς Ἐλισάβετ στάλθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ σὲ μία παρθένο, ποὺ ἦταν μνηστευμένη μὲ ἕναν ἄνδρα». Στάλθηκε ὁ Γαβριήλ, γιὰ νὰ ἀποκαλύψει τὴν παγκόσμια σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Στάλθηκε ὁ Γαβριήλ, νὰ φέρει στὸν Ἀδὰμ τὴ βέβαιη ἀποκατάστασή του. Στάλθηκε ὁ Γαβριήλ, στὴν παρθένο, γιὰ νὰ μεταβάλει τὴν ἀτιμία τοῦ γυναικείου φίλου σὲ τιμή. Στάλθηκε ὁ Γαβριήλ, γιὰ νὰ προετοιμάσει τὸν νυμφικὸ θάλαμο, ὥστε νὰ εἶναι ἀντάξιος γιὰ τὸν ἀμόλυντο Νυμφίο. Στάλθηκε ὁ Γαβριήλ, γιὰ νὰ συντελέσει νὰ νυμφευθεῖ τὸ πλάσμα μὲ τὸν πλάστη.

Στάλθηκε ὁ Γαβριήλ, στὸ ἔμψυχο παλάτι τοῦ βασιλιᾶ τῶν ἀγγέλων. Στάλθηκε ὁ Γαβριὴλ στὴν παρθένο ποὺ ἦταν ἀρραβωνιασμένη μὲ τὸν Ἰωσήφ, ἀλλὰ ποὺ προοριζόταν γιὰ τὸν Ἰησοῦ, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Στάλθηκε ὁ ἀσώματος δοῦλος σὲ ἀμόλυντη παρθένο. Στάλθηκε ὁ χωρὶς ἁμαρτίες σ’ αὐτὴν ποὺ δὲν θὰ γνώριζε τὴ φθορά. Στάλθηκε ὁ λύχνος, γιὰ νὰ ἀναγγείλει τὸν ἥλιο τῆς δικαιοσύνης. Στάλθηκε ὁ ὄρθρος, ποὺ ἔρχεται πρὶν ἀπὸ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας. Στάλθηκε ὁ Γαβριήλ, γιὰ νὰ διαλαλήσει αὐτὸν ποὺ βρίσκεται στοὺς κόλπους τοῦ Πατέρα καὶ στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μητέρας. Στάλθηκε ὁ Γαβριήλ, γιὰ νὰ δείξει αὐτὸν ποὺ κάθεται σὲ θρόνο ἀλλὰ καὶ σὲ σπηλιά. Στάλθηκε ἕνας στρατιώτης, γιὰ νὰ διατυμπανίσει τὸ μυστήριο τοῦ μεγάλου βασιλιᾶ. Χαρακτηρίζω μυστήριο αὐτὸ ποὺ γίνεται κατανοητὸ μὲ τὴν πίστη καὶ δὲν ἐξερευνᾶται μὲ τὴ φιλομάθεια, πρόκειται γιὰ μυστήριο ποὺ εἶναι ἄξιο προσκυνήσεως καὶ ὄχι σχολαστικῆς ἐξετάσεως, δηλαδὴ γιὰ μυστήριο ποὺ εἶναι ἀντικείμενο θεολογικῆς ἔρευνας καὶ ὄχι γιὰ κάτι ποὺ ὑπόκειται σὲ ἀκριβῆ μέτρηση. Συνέχεια

Ἡ Ἑορτὴ τοῦ Πάσχα-Ἱστορικές, θεολογικὲς καὶ λειτιουργικὲς ἐπισημάνσεις

Παναγιώτη Ι. Σκαλτσή

KONICA MINOLTA DIGITAL CAMERAΟἱ ρίζες τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα βρίσκονται στὴν Ἰουδαϊκὴ παράδοση καὶ τὸ Μυστικὸ Δεῖπνο. Ὁ ἐνιαύσιος ἀμνὸς τῆς Ἐξόδου προτυπώνει τὸν ἀμνὸ τοῦ Θεοῦ πού θυσιάζεται γιὰ τὴ σωτηρία μας καὶ στὸ μυστικὸ Δεῖπνο γίνεται πασχάλιος βρώση καὶ πόση τῶν πιστών. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ ἀληθινὸ Πάσχα καὶ ἡ σχετικὴ βιβλικὴ ἑορτή συνδυάζει πλέον «καινὸν καί παλαιόν… φθαρτὸν καὶ ἄφθαρτον… παλαιὸν μὲν κατὰ τὸν νόμον, καινὸν δὲ κατὰ τὸν λόγον… φθαρτὸν διὰ τὴν τοῦ προβάτου σφαγήν, ἄφθαρτον διὰ τὴν τοῦ Κυρίου ζωὴν».

Τὸ γεγονὸς αὐτό, ὅτι δηλαδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ Πάσχα, οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ τὸ ἑόρταζαν κάθε φορά πού τελοῦσαν τὴ θεία Εὐχαριστία, τὴ μία τῶν σαββὰτων, τὴν Κυριακὴ δηλαδή, ὡς ἡμέρα τῆς Ἀνάστασης τοῦ Κυρίου. Γιὰ τὴν ἐτήσια ἀνάμνηση τοῦ Πάσχα ἀρχικὰ ὑπῆρχε ἕνας προβληματισμὸς ἂν θὰ πρέπει νὰ ἑορτάζεται. Σύμφωνα μὲ ἕνα ἀπόκρυφο κείμενο τοῦ δεύτερου αἰώνα, τὴν «Ἐπιστολὴ τῶν ‘Ἀποστόλων», ἔργο Μικρασιατικῆς προέλευσης, τὸ Πάσχα αὐτήν τὴν ἐποχή προσέλαβε τὸ χαρακτήρα τῆς ἐτήσιας ἑορτῆς ταυτιζόμενο ὅμως μὲ τὸ πάθος καὶ τὸ θάνατο τοῦ Κυρίου.

Κατὰ τὰ Ἰουδαϊκὰ πρότυπα οἱ πιστοί τῆς Μικρᾶς Ἀσίας τὸ ἑόρταζαν τὴν 14η τοῦ μηνὸς Νισσάν, γι’ αὐτό καὶ ἔλαβαν τὴν προσωνυμία τεσσαρεσκαιδεκατίτες. Ἀντιθέτως οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες, Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν Παύλου, πού πρῶτος διέκρινε τὸ Χριστιανικὸ Πάσχα ἀπὸ τὸ Νομικό, συνέδεσαν τὸ Πάσχα ὄχι μόνο μὲ τὸ πάθος ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Προτίμησαν δὲ τὸν ἐτήσιο ἑορτασμὸ του μετὰ τὴν 14η τοῦ μηνὸς Νισσάν, γιὰ νὰ μὴν θυμίζει τὰ ἰουδαϊκὰ ἔθιμα.

Ἡ πρώτη Κυριακὴ «μετὰ τὴν πανσὲληνον τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας» ἐπελέγη ὡς ἡ πλέον πρόσφορος γιὰ τὴν ἐν λόγω ἑορτή. Στὴν ὡς πρὸς τὸ θέμα αὐτό εἰρήνευση τῶν Ἐκκλησιῶν συνέβαλαν ἀρχικὰ οἱ Πολύκαρπος Σμύρνης καὶ Εἰρηναῖος Λυώνος. Τὴν τελικὴ λύση τὴν ἔδωσε ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (325), ἡ ὁποία μὲ βάση τὸ Ἀλεξανδρινὸ ἡμερολόγιο, καθόρισε νὰ ἑορτάζεται τὸ Πάσχα «τὴν Κυριακὴν ἥτις ἕπεται τῆς πρώτης πανσελήνου τοῦ ἔαρος». Κριτήριο γιὰ τὴν ἐπιλογὴ αὐτή ἦταν ἡ ἀποσύνδεση τοῦ χριστιανικοῦ Πάσχα ἀπὸ τὸ Ἰουδαϊκό. Συνέχεια

Ἀδαμιαῖος θρῆνος

π. Βασίλειος Καλλιακμάνης

1[1]α) Στὴν ὑμνολογία τῆς Κυριακῆς τῆς Τυροφάγου κυριαρχεῖ ὁ «ἀδαμιαῖος θρῆνος», ἀφοῦ «τῇ αὐτῇ ἡμέρα ἀνάμνησιν ποιούμεθα τῆς ἀπὸ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τοῦ Πρωτοπλάστου Ἀδάμ».

Ὁ Ἀδάμ, ὁ πατέρας τῆς οἰκουμένης, γνώριζε στὸν Παράδεισο τὴ γλυκύτητα τῆς θείας ἀγάπης. Ἔτσι μετὰ τὴν ἔξωσή του ἀπὸ αὐτὸν γιὰ τὸ ἁμάρτημά του, ἐγκαταλελειμμένος ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, θλιβόταν πικρὰ καὶ ὀδυρόταν μὲ βαθεῖς στεναγμούς, ἀναφέρει ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης.

β) Σύμφωνα μὲ τὴ βιβλικοπατερικὴ παράδοση ὁ Ἀδὰμ πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση μετεῖχε στὴ θεία δόξα. Ἦταν προικισμένος μὲ τὸ διορατικὸ καὶ προφητικὸ χάρισμα. Θεωροῦσε ὁλόκληρη τὴ δημιουργία προφητικά. Ὀνομάτιζε τὰ ὄντα σύμφωνα μὲ τὶς ἰδιότητές τους. Μετεῖχε τῶν πνευματικῶν χαρισμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπώλεσε μὲ τὴν παρακοή. Ἔτσι βρέθηκε γυμνὸς καὶ γνώρισε τὴν ἀσχημοσύνη του. Κυριεύτηκε ἀπὸ τὸν κολαστικὸ φόβο καὶ τὸ φρόνημά του ἔγινε γεῶδες καὶ πονηρό.

γ) Ὁ Θεὸς πρὶν ἀπὸ τὴν παρακοὴ εἶχε προειδοποιήσει γιὰ τὰ ἐπερχόμενα δεινά. Ἡ προειδοποίηση μοιάζει μὲ εἶδος ἀπειλῆς, διδάσκει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς καὶ συνεχίζει λέγοντας ὅτι οἱ προπάτορες εἶχαν τὴ δυνατότητα νὰ ἀποφύγουν τὴν πτώση μὲ τρεῖς τρόπους. Ἢ ἀγαπώντας τὸν Θεὸ ἢ γνωρίζοντάς Τον ἢ φοβούμενοι τὴν παντοδυναμία του. Ἡ ἀποδοχὴ τῆς νεκροποιοῦ συμβολῆς τοῦ διαβόλου, ἡ ἄγνοια καὶ ἡ λήθη τοῦ Δημιουργοῦ καὶ τέλος ἡ ἀπώλεια τοῦ θείου φόβου ὁδήγησαν στὴν παρακοή. Συνέχεια

Γιά τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ

Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

imagesCA8NRMZ4«Ἀλλοίμονο στόν καιρὸν ἐκεῖνο πού δέν σὲ ἀγαποῦσα», λέγει κάπου πρὸς τὸν Θεό, φλεγόμενος ἀπὸ ἔρωτα, ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος. Ἐγὼ δὲ μεταβάλλοντας ἐλαφρῶς τὸν λόγο, θὰ ἔλεγα ἀναλόγως: ἀλλοίμονο στόν καιρὸν ἐκεῖνο πού δέν εἶχαν ἐκδοθῇ διὰ τοῦ τύπου τὰ πάνσοφα καὶ θαυμαστὰ καὶ θεόβροντα συγγράμματα τοῦ μεγάλου φωστῆρος τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγορίου. Ἂς χαθῆ ὁ φθόνος! Μᾶλλον δὲ ὁ πατὴρ τοῦ φθόνου, ὁ ὁποῖος ἄφησε τὰ συγγράμματα αὐτὰ κάπου τέσσερις αἰῶνες καὶ πλέον μέσα στό σκότος, παραπεταμένα σὲ μίαν ἄκρη, καὶ μόλις νά σωθοῦν ἀπὸ τὴν φθορά, αὐτά πού ἦσαν ὄχι μόνον ἄξια ἀλλὰ καὶ ὑπεράξια νά ἰδοῦν τὸ φῶς τῆς οἰκουμένης ὁλοκλήρου, γιά νά μὴν εἴπω ἄξια καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ οὐρανοῦ.

Μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα δεινά πού περιβάλλουν τὸ δυστυχὲς γένος μας, ἦταν καὶ αὐτὸ τὸ καλό, νά στερηθοῦν τόσοι ἀδελφοὶ ἀπὸ τὸν φθόνο πού παρακολουθεῖ κάθε καλό. Καὶ γιά τὴν στέρησι αὐτὴ θρηνεῖ ἡ ἠθική, ἡ ὁποία καθαίρει ἀπὸ τὰ πάθη, διότι ἐζημειώθη τὴν ἀκριβεστάτη διάκριση καὶ στάθμη τῶν ἀρετῶν καὶ τῶν παθῶν. Θρηνεῖ ἡ φυσικὴ θεολογία, ἡ ὁποία φωτίζει τὴν ψυχή, καθὼς καὶ ἡ Θεόπνευστος Γραφή, ποὺ ἀναζητοῦν τοὺς τρανοὺς καὶ ἀληθεῖς λόγους τους. Πρὸ παντὸς θρηνεῖ ἡ θεολογικὴ ἐπιστήμη, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στήν τελειότητα, ἐπειδὴ μένει ἀκόμη κάπως ἀτελής, καὶ γι’ αὐτὸ ἀναζητεῖ γοερῶς τὴν τελειότητά της.

Καὶ γιά νά εἴπω μὲ ἕνα λόγο, ὅλη ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅλο τὸ ὀρθόδοξον πλήρωμα, ὅλος ὁ ἱερὸς κλῆρος πού εἰσέρχεται στό ἱερό Βῆμα καὶ προσεγγίζει τὸν Θεόν, καὶ ὅλος ὁ λαός, ποὺ παραμένει ἔξω ἀπὸ τὸ Βῆμα, ὦ, ποίαν δόξα ἔχουν στερηθῆ, ποίαν δύναμη, ποῖον πλοῦτον ἀπὸ τὴν ἔλλειψη τοιούτων πνευματικῶν θησαυρῶν! Καὶ γιά νά μιλήσω κάπως πιὸ τολμηρά, ποίαν ἀδοξίαν ἡ ἔνδοξος, ποίαν ἀδυναμίαν ἡ δυνατή, ποίαν πτωχείαν εἶχε περιβληθῆ μέχρι σήμερα ἡ πλουτοδότις Ἐκκλησία, ἐπειδὴ δέν εἶχε τὰ συγγράμματα τοῦ θείου Παλαμᾶ! Συνέχεια

«Ἀναστάσεως ἡμέρα καὶ λαμπρυνθῶμεν τῇ πανηγύρει»

Ἁγίου Ἀμφιλοχίου, Ἐπισκόπου Ἰκονίου

KONICA MINOLTA DIGITAL CAMERAἩμέρα χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης σήμερα, ἀγαπητοί. Ἡμέρα ἀγαλλιάσεως καὶ σωτηρίας, ἡμέρα φωτισμοῦ καὶ ἁγιασμοῦ, ἡμέρα εἰρήνης καὶ καταλλαγῆς· ἡμέρα ἀναπλάσεως καὶ ἀνακαινισμοῦ τῶν ψυχῶν μας, ἡμέρα πραγματικὰ μεγάλη καὶ θαυμαστή, ἡμέρα ἐπιφανής. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα μᾶς συνανέστησε ὁ Χριστός μας, ἐμᾶς ποὺ εἴχαμε πέσει στὴν ἁμαρτία. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα μᾶς συνεζωοποίησε ὁ Χριστός, ἐμᾶς ποὺ εἴχαμε νεκρωθεῖ ἀπὸ τὰ παραπτώματά μας. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα μᾶς ἄνοιξε τὸν Παράδεισο, γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε τὸ ξύλο τῆς Ζωῆς. Δηλαδή, τὸ Τίμιο καὶ ζωοποιὸ σῶμα του καὶ αἷμα του, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξαγνιζόμεθα καὶ ἁγιαζόμεθα καὶ φωτιζόμεθα καὶ ἀνακαινιζόμεθα…

Διότι ὁ Χριστὸς ἔδωσε τὸν ἑαυτὸ του λύτρο γιὰ ὅλους μας καὶ μᾶς ὁδήγησε ἀπὸ τὸ θάνατο στὴ ζωή, ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ φῶς, ἀπὸ τὴν δουλεία στὴν ἐλευθερία, ἀπὸ τὴν ἔχθρα στὴ γνήσια φιλία. Μᾶς ἐξαγόρασε ὁ Χριστός μας ἀπὸ τὴν κατάρα καὶ τὴν ἁμαρτία, ἀφοῦ ἔγινε γιὰ μᾶς κατάρα, κι ἔτσι μποροῦμε νὰ ἀπολαύσουμε τὴν υἱοθεσία, γιὰ νὰ μὴν εἴμεθα πλέον δοῦλοι, ἀλλὰ ἐλεύθεροι, νὰ μὴν εἴμεθα ἐμπαθεῖς, ἀλλὰ ἀπαθεῖς, νὰ μὴν εἴμεθα φιλοκόσμοι, ἀλλὰ φιλόθεοι. Νὰ μὴν πορευόμεθα σαρκικὰ ἀλλὰ πνευματικά.

Ὁ Χριστός μας, ἀγαπητοί, μᾶς ἐδόξασε «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ». Ἐμεῖς τί θὰ ἀνταποδώσουμε στὸν Κύριό μας γιὰ ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα μᾶς χάρισε; Τί θὰ τοῦ προσφέρουμε ἴσο πρὸς τὴν ὑπερβάλλουσα δωρεά του καὶ τὴ χάρη του;…

Ἂς τὸν εὐχαριστήσουμε, ἀγαπητοί, καὶ ἂς προσπέσουμε στὸν Κύριό μας. Ἂς τὸν προσκυνήσουμε καὶ ἂς τοῦ προσφέρουμε μὲ σεβασμὸ καὶ εὐλάβεια τὰ μύρα (τῆς ἀγάπης μας) καὶ τοὺς ὕμνους μας ὡς δῶρα. Διότι εἶναι φιλάνθρωπος καὶ φιλάγαθος ὁ Δεσπότης μας καὶ δέχεται τὰ πάντα, ἔστω κι ἂν εἶναι μικρὰ καὶ εὐτελῆ, αὐτὰ ποὺ τοῦ προσφέρουμε.

Ἂς ἀγαπήσουμε κι ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, Αὐτὸν ποὺ μᾶς ἀγάπησε κατὰ χάρη, …ἂς πορευθοῦμε συμφώνως μὲ τὶς ἅγιες ἐντολές του.

Ἂς καθαρίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ κάθε σαρκικὸ καὶ πνευματικὸ μολυσμό. Ἂς προσφέρουμε στὸ Θεὸ πράξεις ἀγαθές, ὅπως τὴν πίστη, τὴν ἐλπίδα, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ὑπομονή. Ἂς τοῦ προσφέρουμε τὸ συντριμμὸ τῆς καρδίας μας, τὴ δωρεὰ τῆς κατανύξεως, τὴν καθαρότητα τῆς συνειδήσεως, τὴν νέκρωση τῶν παθῶν, τῆς ἀκαθαρσίας, τῆς κακῆς ἐπιθυμίας καὶ τῆς πλεονεξίας.

Ἂς δουλεύσουμε στὸν Κύριο μὲ σύνεση καὶ εὐστάθεια, μὲ καρτερία καὶ ὑπομονή. Ἂς ἐνστερνιστοῦμε τὸ φίλτρο τῆς ἀγάπης τοῦ Ἀναστάντος Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας. Ἂς ψάλλουμε στὸ Θεὸ μᾶς ἄσμα καινό.

Ἂς κροτήσουμε δυνατὰ τὰ χέρια μας κι ἂς φωνάξουμε στὸ Θεὸ μὲ φωνὴ ἀγαλλιάσεως. Διότι ὁ Κύριός μας εἶναι μέγας καὶ τῆς μεγαλοσύνης του δὲν ὑπάρχει τέλος. Μέγας εἶναι ὁ Κύριος καὶ μεγάλη ἡ δύναμή του. Κατάργησε καὶ καταπάτησε τὸν ἀλαζόνα καὶ ὑπερήφανο ἐχθρό μας, τὸν διάβολο, καὶ μὲ τὴν Ἀνάστασή του πάτησε τὸ θάνατο καὶ μᾶς ἀνέστησε ὅλους καὶ μᾶς δώρισε τὴν αἰώνια ζωή. Γι’ αὐτὸ ἂς ἀπολαύσουμε ὅλοι, ἀγαπητοί, τῶν ἀγαθῶν χαρισμάτων αὐτῆς τῆς καλῆς πανηγύρεως. Ἂς εἰσέλθουμε χαίροντες στὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου μας…

Ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι, πρεσβύτεροι καὶ νεώτεροι, πλούσιοι καὶ φτωχοί, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, δοῦλοι καὶ ἐλεύθεροι, δοξάσατε καὶ μεγαλύνατε τὸν Κύριο καὶ Θεό μας σήμερα, κατὰ τὴν λαμπρὴ αὐτὴ ἡμέρα καὶ ἑορτὴ τῆς Ἀναστάσεώς του…

Διότι, ἀνέστη Χριστὸς καὶ ἀπὸ τὴ φθορὰ λυτρωθήκαμε.

Ἀνέστη Χριστὸς καὶ ἀπὸ τὴν κατάρα σωθήκαμε.

Ἀνέστη Χριστὸς καὶ ἐμεῖς συναναστηθήκαμε.

Ἀνέστη Χριστὸς καὶ ἐμεῖς ζωοποιηθήκαμε.

Ἀνέστη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν καὶ ἀπαρχὴ τῆς ἀναστάσεως τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο.

Σ’ Αὐτὸν τὸν Ἀναστημένο Χριστὸ ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη, καὶ ἡ προσκύνηση καὶ ἡ μεγαλοσύνη τώρα καὶ πάντοτε καὶ εἰς τοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΤΟ ΣΤΑΥΡΟΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ ΠΑΣΧΑ

 π. Βασιλείου Ἰ. Καλλιακμάνη

Τό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα (Ἰωάν. 1, 1-17)

Θεολογική καί κοινωνική προσέγγιση

christα) Ὁ Σταυρός ὁδηγεῖ στήν Ἀνάσταση, ἡ Μεγάλη Παρασκευή κυοφορεῖ τή λαμπροφόρο Κυριακή τοῦ Πάσχα. Τή λύπη, τήν ἀθυμία καί τήν ἀπόγνωση διαδέχεται ἡ χαρά καί ἡ εἰρήνη τῆς Ἀναστάσεως. Χωρίς τό Σταυρό δέ νοεῖται Ἀνάσταση καί χωρίς Ἀνάσταση δέν ἔχει νόημα ὁ Σταυρός. Γι’ αὐτό καί τό ὀρθόδοξο Πάσχα εἶναι σταυροαναστάσιμο. Καί κάθε ἄνθρωπος μετέχει ὁλόσωμα καί ὁλόψυχα στή μεγάλη ἑορτή τῆς πίστης καί τῆς συνάντησης μέ τόν Ἀναστημένο Κύριο. Ἡ συμπόρευση καί ἡ συσταύρωση μέ Αὐτόν τόν καθιστᾶ μέτοχο τοῦ θείου φωτός καί τόν φέρνει σέ πραγματική κοινωνία μέ τούς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς.

β) Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης, στή σημερινή περικοπή (Ἰωάν. 1, 1-17), ἀναφέρει ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος. Προσέλαβε ἀνθρώπινη σάρκα καί σκήνωσε ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους, φανερώνοντας ἔτσι τή θεϊκή Του δόξα. Εἶναι τό φῶς τό ἀληθινό, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο πού ἔρχεται στόν κόσμο. Γιά νά ἀναγνωρίσει ὅμως ὁ ἄνθρωπος τή θεϊκή παρουσία, χρειάζεται καταρχήν νά ἔχει οἰκειωθεῖ τό θεῖο φῶς διά τοῦ βαπτίσματος στό ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ὁπότε ἡ ἔνταξη στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία, καί ἡ μέθεξη τῶν ἱερῶν μυστηρίων τόν καθιστοῦν δεκτικό τοῦ θείου φωτισμοῦ.

γ) Παράλληλα, ἀπαιτεῖται καί ἡ διαρκής ἀνθρώπινη συναίνεση καί προσπάθεια μέσω τῆς ἄσκησης. «Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις καὶ ὀψόμεθα τῷ ἀπροσίτῳ φωτὶ τῆς ἀναστάσεως», ψάλλει ὁ ἱερός Ὑμνωδός. Σέ αὐτό συμβάλλει καί ἡ νηστεία, ἡ μετάνοια, ἡ ἐγκράτεια, ἡ ἐσωτερική συντριβή ἀλλά καί ἡ ἔμπρακτη ἄσκηση τῆς ἀγάπης. Ὁρισμένοι βλέπουν τόν Χριστό μόνο ὡς Θεό, ἐνῶ ἄλλοι τόν βλέπουν μόνο ὡς ἄνθρωπο. Οἱ πρῶτοι τόν τοποθετοῦν τόσο ψηλά πού δέν τόν φτάνουν. Οἱ δεύτεροι τόν ἀπογυμνώνουν ἀπό τή θεότητα, στερώντας οὐσιαστικά ἀπό τόν ἄνθρωπο τή δυνατότητα νά γίνει θεός κατά χάριν καί νά ὑπερβεῖ τή φθορά καί τό θάνατο.

δ) Ὁ Χριστός ὅμως ὡς Θεάνθρωπος ἀνοίγει τήν ὁδό τῆς νίκης ἐναντίον τοῦ θανάτου καί γίνεται «πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν». Τήν πορεία αὐτή μπορεῖ νά ἀκολουθήσει καί ὁ χριστιανός. Σταυρώνει τά πάθη του γιά νά συναναστηθεῖ μέ τόν Χριστό. Πεθαίνει διά τῆς μετανοίας καί τῶν δακρύων γιά τή ζωή τῆς ἁμαρτίας καί γεύεται ἀπό τήν παρούσα ζωή τά ἀγαθά τῆς Ἀνάστασης. Τηρεῖ φιλότιμα τίς θεῖες ἐντολές καί οἰκειώνεται τίς ἀρετές, πού τόν ἐλευθερώνουν ἀπό τή φθορά καί τό θάνατο: «Θάνατος αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει» (Ρωμ. 6, 9).

ε) Τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως ἐκχέεται πλουσιοπάροχα στόν κόσμο. Ἀπαιτοῦνται ὅμως καθαρά αἰσθητήρια καί καθαροί ὀφθαλμοί, γιά νά ἀναγνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τήν ἐνέργεια τοῦ ἀναστάσιμου φωτός. Συχνά ἡ πνευματική τύφλωση ἐμποδίζει αὐτή τήν κοινωνία. Ἀλλά αὐτές τίς ἅγιες ἡμέρες ὅλοι αἰσθάνονται, ἔστω ἀμυδρά, μιά ἀχτίδα τοῦ θείου φωτός νά φωτίζει τό νοῦ καί τήν καρδιά τους. Στήν ὀρθόδοξη ἀνατολική παράδοση, παρά τήν ἀλλοτρίωση, διασώζονται ἀκόμη καί λαϊκά ἔθιμα πού δηλώνουν ὅτι οἱ ἄνθρωποι δέν ἔχουν λησμονήσει παντελῶς τό φῶς τῆς βαπτίσεώς τους. Ἡ λαμπάδα, ὁ ἀναστάσιμος χαιρετισμός, τό κοινό τραπέζι, τό κόκκινο μαντήλι τῆς Μ. Πέμπτης, ὁ ἐν Χριστῷ ἀσπασμός τῆς ἀγάπης, ἡ ἐπίσκεψη στά μνήματα κ.ἄ., εἶναι ὁρισμένα ἀπό αὐτά. Συνέχεια

Ἡ Κυριακή του Πάσχα

Fr.Lev Gillet

imagesCAXPADS4«Αὔτη ἡ κλητὴ καὶ ἁγία ἡμέρα, ἡ μία τῶν Σαββάτων, ἡ βασιλὶς καὶ κυρία, ἑορτὴ ἑορτῶν καὶ πανήγυρις ἐστὶ πανηγύρεων!…» ψάλλουμε στὴν ὀγδόη ὠδὴ τοῦ πασχαλιάτικου Ὄρθρου.

Ἡ Κυριακή του Πάσχα ὀνομάζεται «πανήγυρις πανηγύρεων». Θὰ ἦταν θεολογικὰ ἀνακριβὲς νὰ ποῦμε ὅτι τὸ Πάσχα εἶναι, κατὰ τρόπο ἀπόλυτο, ἡ μεγαλύτερη ἀπὸ τὶς γιορτὲς τῆς Χριστιανοσύνης. Εἶναι βέβαια σπουδαιότερη ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα ἢ τὰ Θεοφάνεια, δὲν μποροῦμε ὅμως νὰ ποῦμε ὅτι ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι λιγότερο σημαντικὴ ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση. Ὡστόσο οἱ Πασχάλιες πανηγύρεις -καὶ ἐδῶ πρέπει στὴν Κυριακή τοῦ Πάσχα νὰ συνδέσουμε καὶ τὴ Μεγάλη Πέμπτη καὶ τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ- δίνουν στὸ Μυστήριο τῶν Χριστουγέννων τὸ πλήρωμα τοῦ περιεχομένου τους καὶ ἀποτελοῦν τὸ ἀναγκαῖο προοίμιο τῆς Πεντηκοστῆς.

Τὸ Πάσχα εἶναι λοιπὸν τὸ κέντρο, ἡ καρδιὰ καὶ ὁ πυρήνας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ἀπὸ τὴν ἡμερομηνία αὐτὴ ἐξαρτᾶται ὅλος ὁ λειτουργικὸς κύκλος, ἐπειδὴ ἀπὸ αὐτὴ καθορίζονται ὅλες οἱ κινητὲς γιορτὲς τοῦ ἡμερολογίου.

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ διακηρύσσεται μὲ κάθε ἐπισημότητα κατὰ τὸν Ὄρθρο τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα, μία ἀκολουθία ποὺ τελεῖται εἴτε τὴν Κυριακὴ τὸ πρωὶ πολὺ νωρίς, εἴτε κατὰ τὰ μεσάνυχτα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου. Πρὶν ἀρχίσει ἡ ἀκολουθία ὁ κεντημένος «Ἐπιτάφιος», ποὺ εἶχε τοποθετηθεῖ πάνω στὸ ἀνθοστόλιστο κουβούκλιο τοῦ Ἐπιταφίου στὸ μέσον τοῦ ναοῦ, μεταφέρεται στὸ ἱερὸ καὶ τοποθετεῖται στὴν Ἁγία Τράπεζα. Μετὰ ἀπὸ τὸν κανόνα μὲ τὶς ἐννέα Ὠδὲς ποὺ ψάλλονται καὶ ἀπόψε, ὁ προεξάρχων ἐπίσκοπος ἢ ἱερέας ἐμφανίζεται στὴν Ὡραία Πύλη. Κρατᾶ ἕνα ἀναμμένο κερί, ἐνῶ ὁ χορὸς ψάλλει τό, «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτὸς καὶ δοξάσατε Χριστὸν τὸν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν» .

Γιὰ ἄλλη μία φορὰ ἡ Ἐκκλησία μᾶς παρουσιάζει τὸ μυστήριο τῆς χριστιανικῆς μας πίστης ὡς μυστήριο τοῦ Φωτός. Ἐκεῖνο τὸ Φῶς, τοῦ ὁποίου τὴ γέννηση ὑπέδειξε τὸ ἄστρο τῆς Βηθλεέμ, ἔλαμψε ἀνάμεσά μας μὲ μία λάμψη διαρκῶς αὐξανόμενη· τὸ σκότος τοῦ Γολγοθᾶ δὲν μπόρεσε νὰ τὸ σβήσει. Ξαναφέγγει τώρα ἀνάμεσά μας καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ἀναμμένα κεριὰ ποὺ κρατοῦν στὰ χέρια τους οἱ πιστοὶ μαρτυροῦν τὸν θρίαμβό Του. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ δηλώνεται ἡ βαθιὰ πνευματικὴ σημασία τοῦ Πάσχα. Ἡ σωματικὴ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ θὰ ἦταν γιὰ μᾶς χωρὶς σημασία, ἂν τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ δὲν καταύγαζε ταυτοχρόνως καὶ τὸ ἐσωτερικό μας. Δὲν μποροῦμε νὰ γιορτάσουμε ἐπάξια τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἂν μέσα στὴν ψυχή μας τὸ φῶς ποὺ ἔφερε ὁ Σωτήρας μας δὲν νικήσει ἐντελῶς τὸ σκοτάδι τῶν ἁμαρτιῶν μας. Συνέχεια

ΑΛΓΕΙΝΗ ΙΚΕΣΙΑ ΠΟΙΜΕΝΟΣ ΨΥΧΩΝ

π. Εὐσέβιου Βίττη

k2ΚΥΡΙΕ, κάποτε ἡ ἅγια Σου καρδιὰ πόνεσε ἀπερίγραπτα βλέποντας τὸ λαό σου σὲ πλήρη ἐγκατάλειψη. «Ἰδὼν τοὺς ὄχλους ἐσπλαγχνίσθης περὶ αὐτῶν ὅτι ἦσαν ἐρριμμένοι ὡς πρόβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα».

Ράγιζε ἡ θεανθρώπινη καρδιά Σου ἀπὸ τὸ ἀποκαρδιωτικὸ αὐτὸ θέαμα. Σὲ ἄλλη περίπτωση ἔκλαψες γιὰ τὴν ἴδια αἰτία. Ἀγαποῦσες τόσο πολὺ τὸ λαό Σου! Τὸν ἀγαποῦσες ἀφάνταστα, γιατί ἤσουν -καὶ εἶσαι πάντοτε!- ὁ «Ποιμὴν ὁ Καλός».

Καὶ τὴν ἀπέραντη ἀγάπη Σου γιὰ τὴν Ποίμνη Σου, πού δὲν περιορίζεται σὲ μόνον τὸν «περιούσιο» λαό Σου, ἀλλὰ ἐκτείνεται σὲ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος τὴν ἔδειξες μὲ τὸν πιὸ ἀναμφισβήτητο, τρόπο. «Ἔθηκας τὴν ψυχὴν Σου ὑπὲρ τῶν προβάτων» πάνω στὸν φρικτὸ Γολγοθᾶ. Καὶ μᾶς ἄφησες ἔτσι αἰώνιο καὶ ἀνέφικτο παράδειγμα καλοῦ Ποιμένος. Μᾶς ἔδειξες ἔμπρακτα ποιοὶ πρέπει νὰ εἶναι, ὅσοι θὰ θελήσουν ὑπακούοντας στὴν κλήση Σου, νὰ γίνουν ποιμένες ψυχῶν. Ὀφείλουν γι` αὐτὸ νὰ «ἐπακολουθήσωσι τοῖς ἴχνεσί Σου», Ὤ, πόσο ἄξιο θαυμασμοῦ καὶ δοξολογίας εἶναι τὸ ὑπέροχο καὶ ἀνέφικτο παράδειγμά Σου!

Πόσο, ἀντίθετα, μηδαμινὸ καὶ ἀξιοδάκρυτο εἶναι τὸ δικό μου παράδειγμα, τὸ δικό μου ἄθλιο καὶ ἐλεεινὸ παράδειγμα!

Πῶς τολμῶ νὰ λέω πῶς εἶμαι ἤ, καλύτερα, πῶς ὑπῆρξα ποιμὴν ψυχῶν; Πόσο ἀπροσμὲτρητη εἶναι ἡ δική μου ἀναξιότητα καὶ ἁμαρτωλότητα!

ΚΥΡΙΕ, Ἐσὺ εἶσαι ὁ ἕνας καὶ μοναδικὸς Ποιμὴν ψυχῶν.

Ἀπὸ ἄπειρη συγκατάβαση ὅμως καὶ ἄμετρο ἔλεος θέλησες νὰ ἐμπιστευθεῖς τὸ μοναδικὸ αὐτὸ ἔργο σὲ ἀνθρώπινα χέρια. Γιὰ αὐτὸ εὐδόκησες ἀπὸ ἄπειρη συγκατάβαση καὶ ἔλεος νὰ καλέσεις ἀκόμη καὶ ἐμένα, τῶν ἀναξίων ἀναξιώτερον καὶ ἁμαρτωλῶν ἁμαρτωλότερο καὶ σιχαμερῶν σιχαμερώτερον, νὰ ἀκολουθήσω τὰ ἴχνη Σου στὸ ἔργο τῆς διαποιμάνσεως ψυχῶν.

Ἐσὺ ὁ ἴδιος ἐναποτέθηκες στὰ ἀκάθαρτα καὶ βέβηλά μου χέρια ὡς «παρακαταθήκη», γιὰ νὰ Σὲ διαφυλάξω ἀλώβητων ὡς τὴ φρικτὴ ἡμέρα τῆς Λογοδοσίας. Στὴν παρακαταθήκη αὐτὴ περιλαμβάνεται καὶ τὸ Σῶμα, τοῦ ὁποίου θεία Κεφαλὴ εἶσαι Ἐσύ, δηλαδὴ ἡ Ἐκκλησία Σου, στὸ πρόσωπο τῆς μικρῆς Ποίμνης, πού μοῦ ἐμπιστευόσουν.

Ἀλλοίμονό μου ὅμως, δὲν ἤμουν ἄξιος αὐτῆς τῆς τιμῆς οὔτε τότε, οὔτε, πολὺ περισσότερο, τώρα. Ὅμως παρόλα αὐτὰ ξέρεις πόσο βαθιὰ λαχτάρησα νὰ μποροῦσα νὰ ἀκολουθήσω μὲ πλήρη συνέπεια τὰ αἱματοβαμμένα ἴχνη Σου.

Ἐσὺ μόνο γνωρίζεις κάποια δάκρυα, κάποιους ἱδρῶτες, κάποιους μόχθους, κάποιες ἀγωνίες, κάποιες ἀγρυπνίες, κάποιες περιφρονήσεις, κάποιες εἰρωνεῖες ἢ καὶ ἀπειλές, πού μοῦ ἀπευθύνθηκαν, κάποιο αἷμα τῆς καρδίας, κάποιους ἀλάλητους στεναγμούς, πού προσφέρθηκαν ταπεινὰ μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἐξαγνισθεῖ ἡ ταπεινή μου προσφορά. Ἐσὺ ξέρεις πόσο μοῦ κόστισε ἡ ἀποδοχὴ τῆς κλήσεώς Σου.

Τὸ πῶς ὁδήγησες τὰ διστακτικὰ καὶ παραπαίοντα βήματά μου, τὸ πόσο μὲ ἀνέχθηκες στὶς πτώσεις μου καὶ στὶς ἀδεξιότητές μου, τὸ γνωρίζω πολὺ καλὰ γιὰ τὸν ἑαυτό μου. Σὲ εὐχαριστῶ, Κύριε, ταπεινὰ γιὰ ὅλα αὐτά. Συνέχεια

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

Metr. Anthony Bloom

imagesCA3YZDCEἊν ὑπάρχει ἕνα γεγονὸς τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ τὸ ὁποῖο νὰ χωρεῖ στὴν ἐμπειρία μας αὐτὸ εἶναι ἡ Ἀνάσταση. Ὁλόκληρη ἡ πίστη μας ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση διότι, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν», καὶ τότε «ἐλεεινότεροι πάντων ἀνθρώπων ἐσμὲν» (A΄ Κορ. 15. 14, 19). Ἂν ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει ἀναστηθεῖ τότε δὲν εἶναι ὁ Μεσσίας τοῦ κηρύγματός μας, οὔτε Αὐτὸς ποὺ ὁ ἴδιος διακήρυξε τὸν Ἑαυτό Του νὰ εἶναι· στὴν περίπτωση αὐτὴ πιστεύουμε σὲ ἕνα ψέμα καὶ ἡ ζωὴ στὴν ὁποία ἀποβλέπουμε, ἡ ζωὴ ἐκείνη τὴν ὁποία γνωρίζουμε ἐμπειρικὰ μέσα στὶς ψυχές, τὰ σώματα, τὴν ἐκκλησιαστική μας ζωή, δὲν εἶναι παρὰ μία ἀπάτη καὶ ἕνα ψέμα.

Ἐμεῖς ὅμως γνωρίζουμε ὅτι ἡ Ἀνάσταση εἶναι ἕνα ἀληθινὸ γεγονὸς διότι γνωρίζουμε τὸν ἀναστημένο Χριστό. Δὲν Τὸν γνωρίζουμε ὅπως Τὸν γνώρισαν οἱ ἀπόστολοι, μέσα στὴ σάρκα. Δὲν Τὸν εἴδαμε στὰ χωριὰ τῆς Γαλιλαίας οὔτε στοὺς δρόμους τῆς Ἁγίας Γῆς. Μὲ τὸ πνεῦμα μας ὅμως Τὸν γνωρίζουμε ἀναστημένο καὶ γνωρίζοντάς Τον μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο μποροῦμε νὰ ποῦμε μὲ βεβαιότητα ὅτι Αὐτὸς ὁ ὁποῖος σήμερα ζεῖ ἔχει πράγματι ἀναστηθεῖ ἀπὸ τοὺς νεκρούς.

Πρὸς τὸ παρὸν ἐξακολουθοῦμε νὰ φωτιζόμαστε ἀπὸ τὴ χαρὰ τοῦ Πάσχα, ὅμως οἱ μέρες περνοῦν: μὲ ποιὸ τρόπο νὰ διατηρήσουμε αὐτὸ τὸ φῶς; Μποροῦμε νὰ τὸ διατηρήσουμε μόνο ἂν δὲ στρεφόμαστε ὁλοένα πρὸς τὰ πίσω γιὰ νὰ ξαναζήσουμε μὲ τὴ σκέψη μας τὴ φωτεινὴ ἐκείνη βραδιὰ ἡ ὁποία ἀποκάλυψε τὴ δόξα τῆς Ἀνάστασης, μποροῦμε νὰ τὸ διατηρήσουμε μόνο ἂν πᾶμε μπροστά, ὄχι μόνοι τώρα ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὸν ἀναστημένο Κύριο. Ἔχετε ἀκούσει τὸ Χριστὸ νὰ καλεῖ τοὺς μαθητές Του νὰ ἐπιστρέψουν στὴ Γαλιλαία, ἐκεῖ ὅπου ἄρχισε ἡ Ἄνοιξη τῆς πνευματικῆς τους ζωῆς, ὅπου εἶχαν βρεῖ καὶ ἀναγνωρίσει τὸν Χριστό, ὅπου γιὰ ἐκείνους ἄρχισε ἡ Ζωή. Δὲν εἶναι ὅμως ἀποκλειστικὰ στὴ Γαλιλαία, στὰ βάθη ἐκεῖνα τῆς ψυχῆς τὰ ὁποῖα διατηροῦν τὴ δροσιὰ τῆς πρώτης γνωριμίας καὶ τὴν πρώτη μας ἀγάπη γιὰ τὸν Κύριο ποὺ θὰ Τὸν βροῦμε, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλα μονοπάτια. Συνέχεια

ΣΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

 Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

imagesCA21M8A31. – Πραγματικά δέν ἔχω τί νά πῶ γιά τή σημερινή πανήγυρη. Διότι ἡ μέν πανήγυρη παρακινεῖ τή γλώσσα μου στό νά κατηγορήσω τόν Ἰούδα, ἐνῶ ἡ φιλανθρωπία τοῦ Σωτήρα μου τήν γυρίζει πίσω. Καί εἶμαι κυριευμένος ἀπό αὐτά τά δύο, ἀπό μίσος ἐναντίον τοῦ προδότη, καί ἀγάπη γιά τόν Κύριο. Τό μίσος ὅμως τό νικάει ἡ ἀγάπη, διότι εἶναι μεγαλύτερη καί δυνατότερη. Γι᾽ αὐτό, ἀφήνοντας κατά μέρος τόν προδότη, ἐξυμνῶ τόν εὐεργέτη, ὄχι ὅσο εἶναι ἄξιος, ἀλλ᾽ ὅσον ἐπιτρέπουν οἱ δυνάμεις μου νά Τόν ἐξυμνήσω.

Πῶς ἄφησε τούς οὐρανούς καί κατέβηκε στή γῆ; Πῶς Ἐκεῖνος πού γεμίζει ὁλόκληρη τήν κτίση, ἦρθε πρός ἐμένα, καί ἔγινε γιά χάρη μου ἄνθρωπος σάν καί μένα; Πῶς πῆρε μαθητή Του ἐκεῖνον πού γνώριζε ὅτι θά γίνει προδότης καί ἔδωσε ἐντολή στόν ἐχθρό Του νά Τόν ἀκολουθεῖ σάν φίλος; Πῶς δέν Τόν ἐνδιέφερε ἡ προδοσία, ἀλλά φρόντιζε γιά τή σωτηρία ἐκείνου πού θά Τόν πρόδιδε; Διότι, λέγει, «Ὅταν βράδυασε καθόταν ὁ Ἰησοῦς μαζί μέ τούς δώδεκα μαθητές Του καί, ἐνῶ ἔτρωγαν αὐτοί, εἶπε· Ἀλήθεια σᾶς λέγω, ἕνας ἀπό σᾶς θά μέ παραδώσει» (Ματθ. 26, 20-21). Προεῖπε τήν προδοσία γιά νά ἐμποδίσει τό παρανόμημα.

Τήν προεῖπε χωρίς ν᾽ ἀναφέρει τό πρόσωπο τοῦ προδότη, ἀλλά δέν μπόρεσε αὐτό ν᾽ ἀποτρέψει τήν παρανομία τοῦ μαθητῆ, αὐτή πού ἀγνοοῦσαν ἐκεῖνοι πού κάθονταν στό ἴδιο τραπέζι. Ποιός εἶδε τέτοια φιλανθρωπία κυρίου; Καί προδίνεται καί ἀγαπᾶ τόν προδότη. Ποιός περιφρονεῖται καί δείχνει εὐσπλαχνία; Ποιός πουλιέται καί κάθεται στό ἴδιο τραπέζι μέ τόν κακό ἔμπορο, δείχνοντας ὅλη τή φροντίδα του πρός ἐκεῖνον πού τόν ἐπιβουλεύεται;

«Καί ἐνῶ ἔτρωγαν αὐτοί, εἶπε· Ἀλήθεια σᾶς λέγω, ὅτι ἕνας ἀπό σᾶς θά μέ παραδώσει». Σάν ἄνθρωπος ἔτρωγε καί σάν Θεός μιλοῦσε γιά τό μέλλον. Γιά χάρη μου κάμνει ἐκεῖνα πού ταιριάζουν στήν φύση μου. Ἐπειδή ὅλοι οἱ μαθητές ταράχθηκαν μέ τά λόγια αὐτά καί δέχονταν τούς φοβερούς ἐλέγχους τῆς συνειδήσεώς τους καί μετέτρεψαν τήν ὥρα τοῦ δείπνου σέ ὥρα λύπης, λέγοντας ὁ καθένας, «Μήπως εἶμαι ἐγώ, Κύριε;» (Ματθ. 26, 22), θέλοντας μέ τά λόγια τῆς ἐρωτήσεως, νά βροῦν τήν ἡσυχία ἀπό τήν κακή ὑπόνοια.

Καθησυχάζοντας ὁ Σωτήρ τίς ψυχές ἐκείνων πού ἦταν ἄδικα ταραγμένοι, φανερώνει μέ τήν ἀπάντηση τόν ἀγνοούμενο: «ἐκεῖνος πού βούτηξε», λέγει, «μαζί μου τό χέρι του στό πιάτο, αὐτός θά μέ παραδώσει. Καί ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου βέβαια πηγαίνει ὅπως εἶναι γραμμένο γι᾽ αὐτόν, ἀλλοίμονο ὅμως στόν ἄνθρωπο ἐκεῖνο ἀπό τόν ὁποῖο παραδίνεται ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου·θά ἦταν καλύτερα γι᾽ αὐτόν τόν ἄνθρωπο ἐάν δέν εἶχε γεννηθεῖ» (Ματθ. 26, 23-24).

Βοηθάει ἐκεῖνον πού δέν λυπήθηκε τήν ψυχή του. Ἐπέμενε νά δείχνει τό ἐνδιαφέρον γιά ἐκεῖνον πού ἀπό παλιά ἀδιαφόρησε γιά τόν ἑαυτό του, δίνοντας καί σ᾽ ἐκεῖνον τήν εὐκαιρία γιά μετάνοια, καί καθησυχάζοντας τήν ἀγωνία τῶν ὑπολοίπων μαθητῶν. Ὅμως καθόλου καλύτερος δέν ἔγινε μέ ὅλα αὐτά ὁ προδότης.

Ἔπρεπε δηλαδή αὐτός μετά ἀπό τά φοβερά ἐκεῖνα λόγια νά φύγει ἀμέσως ἀπό τό δεῖπνο. Ἔπρεπε νά ζητήσει τή μεσολάβηση τῶν Μαθητῶν. Ἔπρεπε νά γονατίσει καί ν᾽ ἀγκαλιάσει τά γόνατα τοῦ Σωτήρα καί νά Τόν παρακαλέσει μ᾽ αὐτά περίπου τά λόγια: «ἁμάρτησα, φιλάνθρωπε, ἁμάρτησα, παρανόμησα, πωλώντας γιά λίγο τίμημα τόν ἀτίμητο μαργαρίτη. Παρανόμησα παραδίνοντας γιά λίγα χρήματα τόν ἀδαπάνητο πλοῦτο. Συγχώρησε ἐμένα τόν ἔμπορο τῆς ζημίας καί τῆς ἀπώλειας. Συγχώρησέ με πού ὁ λογισμός μου κυριεύθηκε ἀπό τόν χρυσό. Συγχώρησέ με πού ἐξαπατήθηκα πολύ ἐλεεινά ἀπό τούς Φαρισαίους». Τίποτε ἀπό τά λόγια αὐτά δέν εἶπε οὔτε σκέφθηκε. Ἀντίθετα μέ σκληρή φωνή φανέρωνε τή θρασύτητα τῆς ψυχῆς του λέγοντας: «Μήπως εἶμαι ἐγώ, Κύριε;» (Ματθ. 26, 25). Συνέχεια

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΔΗΝ

 Ἁγίου Ἐπιφανίου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντίας Κύπρου

1.-. Ἐκεῖνος πού χθές, μέσα στήν ἄπειρη συγκατάβασί Του, δέν ἐκαλοῦσε νά τόν βοηθήσουν οἱ λεγεῶνες τῶν Ἀγγέλων, λέγοντας στόν Πέτρο, ὅτι εἶναι στό χέρι μου νά παρατάξω τώρα ἀμέσως, περισσότερες ἀπό δώδεκα λεγεῶνες Ἀγγέλων (Ματθ. κστ´ 53), σήμερα κατέρχεται μέ τόν θάνατό Του κατά τοῦ ἅδου καί τοῦ θανάτου, τοῦ τυράννου, ὅπως ταιριάζει σέ Θεό καί Κυρίαρχο, ἐπί κεφαλῆς τῶν ἀθανάτων καί ἀσωμάτων στρατευμάτων καί τῶν ἀοράτων ταγμάτων, ὄχι μέ δώδεκα μόνο λεγεῶνες, ἀλλά μέ μύριες μυριάδες καί χίλιες χιλιάδες Ἀγγέλων, Ἀρχαγγέλων, Ἐξουσιῶν, Θρόνων, Ἐξαπτερύγων, Πολυομμάτων, οὐρανίων ταγμάτων, τά ὁποῖα, ὡς Βασιλέα καί Κύριό τους, προπέμπουν, δορυφοροῦν καί τιμοῦν τόν Χριστό. Ὄχι, ὅτι συμμαχοῦν καί συμπολεμοῦν μαζί Του. Ὄχι, ποτέ! Γιατί ἀπό ποιά συμμαχία ἔχει ἀνάγκη ὁ παντοδύναμος Χριστός; Τόν συνοδεύουν γιατί χρωστοῦν πάντοτε καί ποθοῦν νά εἶναι κοντά στόν Θεό τους.

Οἱ ἀγγελικές δυνάμεις ἔτρεχαν σάν δορυφόροι ὁπλῖτες, ὡπλισμένοι μέ ξίφη καί σάν ἀστραπόμορφοι κεραυνοβόλοι, ὡπλισμένοι μέ τούς θεϊκούς καί παντοδύναμους κεραυνούς τοῦ Βασιλέως των, οἱ ὁποῖοι πρόφθαιναν μέ πολύ ζῆλο καί ξεπερνοῦσαν ὁ ἕνας τόν ἄλλο στή γρηγοράδα, ὑπακούοντας στό θεϊκό μόνο νεῦμα καί κάνοντας ἔργο καί πρᾶξι τή διαταγή καί στεφανωμένοι μέ τό στέφανο τῆς νίκης κατά τῆς παρατάξεως τῶν ἐχθρῶν καί τυράννων. Γι᾿ αὐτό καί κατέρχονται στά ὑποχθόνια δεσμωτήρια τῶν πανάρχαιων νεκρῶν, πού ἦταν μέσα στήν καρδιά τοῦ Ἅδη καί βαθύτερα ἀπ᾿ ὅλη τή γῆ, γιά νά βγάλουν ἀπό ἐκεῖ μέσα τούς ἁλυσοδεμένους καί ἀπό αἰῶνες τώρα κεκοιμημένους.

2.-. Μόλις δέ φάνηκε στά κλεισμένα ἀπ᾿ ὅλες τίς πόρτες, τά ἀνήλια καί κατασκότεινα δεσμωτήρια, στά ὑπόγεια καί τά σπήλαια τοῦ Ἅδη ἡ θεϊκή καί λαμπρή παρουσία τοῦ Κυρίου, προβαίνει ἐμπρός ἀπ᾿ ὅλους ὁ ἀρχιστράτηγος Γαβριήλ, ἐπειδή εἶχε συνηθίσει νά φέρνη χαρᾶς εὐαγγέλια στούς ἀνθρώπους, καί μέ φωνή δυνατή, ἀρχαγγελικώτατη, ἔντονη καί λιονταρίσια φωνάζει πρός τίς ἀντίπαλες δυνάμεις: «ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ὑμῶν». Καί μαζί του φωνάζει ὁ Μιχαήλ: «γκρεμισθῆτε προαιώνιες πύλες». Ἔπειτα οἱ Δυνάμεις συμπληρώνουν: «κάνετε πέρα παράνομοι θυρωροί». Οἱ δέ Ἐξουσίες διατάζουν μέ ἐξουσία: «Σπᾶτε ἄλυτες ἁλυσίδες». Κι᾿ ἕνας ἄλλος Ἀρχάγγελος προσθέτει: «Αἶσχος σέ σᾶς, ἀνάλγητοι τύραννοι». Συνέχεια

Εἰσοδεύοντας στὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα

Ἰωάννης Φουντούλης

Tὴν Παρασκευὴ τῆς στ’ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν συμπληροῦται ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ἡ μακρὰ περίοδος τῆς νηστείας καὶ τῆς ἐντατικῆς προσευχῆς λαμβάνει τέλος. Μετὰ ἀπὸ τεσσαρακονθήμερο νηστεία ὁ Μωυσῆς ἀνεβαίνει στὴν κορυφὴ τοῦ Σινᾶ γιὰ νὰ συναντήση τὸν Θεό, ὁ Θεόπτης, καὶ νὰ πάρη τὶς πλάκες τοῦ Νόμου, τὸ σύμβολο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Ὁ νέος λαὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰσραὴλ τῆς χάριτος, ἁγνίσθηκε σαράντα ἡμέρες καὶ ἤδη ἀνεβαίνει στὴν Ἱερουσαλήμ, στὸ ὄρος τῆς χάριτος. Ὄχι σὲ ὄρος φοβερό, καιόμενο καὶ φλεγόμενο, μὲ ἀστραπὲς καὶ βροντές, ἀλλὰ στὴν ἁγία πόλι τῆς εἰρήνης, στὴν πόλι τοῦ ζῶντος Θεοῦ, ὅπου μαζί μας συναναβαίνει καὶ ὁ μεσίτης τῆς Νέας Διαθήκης.

Ἐκεῖ ὅπου τὸ αἷμα τοῦ ραντισμοῦ θὰ λαλήση «κρεῖττον» παρὰ τὸ αἷμα τοῦ δικαίου Ἄβελ, γιὰ νὰ ἐγκαινίση τὴν Διαθήκη καὶ νὰ καταρτίση λαὸ ἅγιο, λαὸ περιούσιο τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ θὰ στηθῆ τὸ σημεῖο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο, ὁ σταυρός, καὶ θὰ συντρίβουν κατὰ κράτος οἱ ἀρχὲς καὶ οἱ ἐξουσίες τοῦ σκότους. Ὁ Χριστὸς ἔρχεται καὶ πάλι νὰ πάθη καὶ νὰ νικήση. Τὰ χρονικὰ σχήματα τοῦ κόσμου τούτου πίπτουν. Αἰωνιότης καὶ χρόνος συγκιρνῶνται. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἐλθὼν καὶ θὰ εἶναι πάντα ὁ ἐρχόμενος. Ὁ παθὼν καὶ ὁ πάσχων.

Ὁ νικήσας καὶ ὁ νικῶν. Μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ συναναβαίνει στὰ νοητὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ πιστός. Θὰ δώση καὶ αὐτὸς τὴν νικηφόρο μάχη. Θὰ συσταυρωθῆ καὶ θὰ συναναστηθῆ γιὰ νὰ συζήση μαζί Του στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνας. Καὶ ἡ Μεγάλη Ἑβδομὰς ἀρχίζει. Σύνδεσμος μεταξὺ τῆς Τεσσαρακοστῆς καὶ τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος εἶναι οἱ δύο ἐνδιάμεσες ἑορτές: Ἡ ἀνάστασις τοῦ Λαζάρου καὶ ἡ Κυριακὴ τῶν Βαΐων. […] Τὰ θέματα εἶναι πυκνά, τὰ ἀναγνώσματα ἐκτενῆ, ἡ ὑμνογραφία συγκεντρώνει ὅ,τι ἐκλεκτὸ καὶ ἀνυπέρβλητο συνέθεσε ὁ θεοκίνητος νοῦς τῶν ἱερῶν ποιητῶν της Ἐκκλησίας. Συνέχεια

Ὁ Ἅγιος Λάζαρος στὴν Ὀρθόδοξη Εἰκονογραφία

π. Σταμάτης Σκλήρης

st.lazaros-larnaka-cyprus[1]Στὸ Ἀπολυτίκιο τοῦ Σαββάτου τοῦ Λαζάρου ψάλλουμε:

«Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν πρὸ τοῦ Σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον, Χριστὲ ὁ Θεός. Ὅθεν καὶ ἡμεῖς ὡς οἱ παῖδες, τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες, Σοὶ τῷ Νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ Ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου».

 Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ δοξολογεῖ ἡ Ἐκκλησία μας τὴν Ἀνάσταση τοῦ ἐδῶ τιμωμένου Ἁγίου Λαζάρου. Καὶ ταυτόχρονα φανερώνει μὲ αὐτὰ τὸ βαθύτερο νόημα καὶ τοῦ θαύματος τῆς Ἀναστάσεώς του καὶ τῆς ἑορτῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ποὺ σχετίζεται μὲ αὐτό. Ὅτι δηλαδὴ τὸ θαῦμα αὐτὸ τοῦ Κυρίου δὲν εἶναι μόνο ἕνα γεγονὸς τῆς ζωῆς τοῦ Λαζάρου, ἀλλὰ καὶ προτύπωση τῆς κοινῆς Ἀναστάσεως ὁλοκλήρου τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων. Τὴν ἴδια ὅμως ἀλήθεια ποὺ ἐκφράζει ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν θεολογικὴ ποίηση καὶ τὴν δοξολογικὴ μουσική της, τὴν ἴδια ἀκριβῶς ἐκφράζει καὶ μὲ μίαν ἄλλη γλώσσα, μὲ τὴν ζωγραφικὴ γλώσσα τῆς εἰκονογραφίας. Τὸ πώς, μὲ ποιοὺς τρόπους, ἡ ζωγραφικὴ ἐκκλησιαστικὴ γλώσσα τιμᾶ καὶ ὑμνεῖ τὸν τιμώμενο καὶ στὸ παρὸν συμπόσιο Ἅγιο Λάζαρο θὰ ἀποτελέσει τὸ θέμα τῆς εἰσηγήσεώς μας.

Ἡ ὀρθόδοξη εἰκονογραφία ἔχει ἀφιερώσει στὸν Ἅγιο Λάζαρο δύο εἰκονογραφικὰ θέματα. Τὸ ἕνα ἀναφέρεται στὴν ὑπὸ τοῦ Κυρίου Ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου. Τὸ ἄλλο εἶναι ἡ ἰδιαίτερη προσωπικὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Λαζάρου ὡς ἱεράρχου. Θὰ περιγράψουμε τὰ δύο αὐτὰ θέματα καὶ στὸ τέλος θὰ δοῦμε συνολικὰ τὴ θέση καὶ τὴ σημασία τοῦ Ἁγίου Λαζάρου στὴν ὀρθόδοξη εἰκονογραφία καὶ στὴ θεολογία τῆς Ἀναστάσεως.

Α΄ Τὸ Εἰκονογραφικὸ θέμα τῆς «Ἀναστάσεως τοῦ Λαζάρου»

Τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι εὐαγγελικὸ καὶ ἱστορικό. Βασίζεται σὲ διηγήσεις τῶν Εὐαγγελίων (Ἰω. 11, 1–44), καὶ δὲν εἶναι κατ’ ἀρχὴν συμβολικὴ παράσταση. Ἀποτελεῖ ἀπεικόνιση γεγονότος ἱστορικοῦ ποὺ ἔλαβε χώραν σὲ συγκεκριμένο τόπο καὶ χρόνο. Στὴ Βηθανία. στὸν τόπο ὅπου ἔμενε ὁ φίλος τοῦ Κυρίου μὲ τὶς ἀδελφές του λίγες ἡμέρες πρὸ τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου. Περιέχει, λοιπόν, ἡ εἰκόνα τῆς «Ἀναστάσεως τοῦ Λαζάρου» συγκεκριμένα ἱστορικὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ ἀκόλουθα:

1) Τὰ τελούμενα συμβαίνουν ἔξω τῆς Βηθανίας, ἡ ὁποία φαίνεται στὸ βάθος.

2) Φαίνεται ὁ τάφος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἄνθρωποι ἀφαιροῦν τὴν πλάκα.

3) Ὁ Λάζαρος φαίνεται μέσα στὸ μνημεῖο ὄρθιος ἢ νὰ ἀνακάθεται, τυλιγμένος μὲ τὰ σάβανα.

4) Ἕνας εἰκονιζόμενος φέρνει τὸ μανίκι του στὴ μύτη γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴν δυσοσμία ποὺ ὅλοι περιμένουν ἀπὸ ἕναν τετραήμερο νεκρό.

5) Αὐτὸς ποὺ φέρει τὴν πλάκα τοῦ τάφου φαίνεται νὰ καταβάλλει μεγάλη μυϊκὴ δύναμη γιὰ νὰ σηκώσει τὸ βάρος τῆς πέτρας.

6) Φίλοι, γείτονες καὶ μαθητὲς παρακολουθοῦν ἔκθαμβοι.

7) Ἡ Μάρθα καὶ ἡ Μαρία προσκυνοῦν τὸν Κύριο καὶ τοῦ φιλοῦν τὰ πόδια μὲ εὐγνωμοσύνη.

8) Ὁ Ἰησοῦς εἶναι παρὼν καὶ ἀπευθύνει τὸ κάλεσμα πρὸς τὸν Λάζαρο εὐλογώντας τον μὲ τὸ δεξί του χέρι. Εἶναι τὸ κυριαρχοῦν στὴ σύνθεση πρόσωπο, τὸ ὁποῖο προσδίδει στὴν ζωγραφικὴ καὶ κάποιους ἄλλους χαρακτῆρες ποὺ ξεπερνοῦν τὰ ἱστορικὰ δεδομένα καὶ ἀνάγουν τὴν εἰκόνα σὲ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο, στὸ ὁποῖο θὰ ἀναφερθοῦμε σὲ λίγο. Πάντως ἤδη σ’ αὐτὰ τὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα τῆς εἰκόνος καταβάλλεται προσπάθεια νὰ φανεῖ πὼς ὁ Ἰησοῦς εἶναι πηγὴ δυνάμεως καὶ ζωῆς. Συνέχεια

«Τά τάλαντα…»

Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

Πρόσεξε δέ ὅτι παντοῦ δέν ἀπαιτεῖ ἀμέσως αὐτά πού ἐνεπιστεύθη. Διότι εἰς τήν παραβολήν τοῦ ἀμπελῶνος (Ματθ. 21, 33), ἀφοῦ τόν παρέδωκεν εἰς τούς γεωργούς, ἀπεδήμησε. Καί ἐδῶ ἐνεπιστεύθη τά τάλαντα καί ἀπεδήμησε. Διά νά μάθῃς μ᾽ αὐτό τήν μακροθυμίαν Του. Ἐγώ δέ νομίζω ὅτι λέγοντας αὐτά ὑπαινίσσεται καί τήν Ἀνάστασιν. Μόνον πού ἐδῶ δέν ἀναφέρονται πλέον γεωργοί καί ἀμπελών, ἀλλά ὅλοι εἶναι ἐργάται. Διότι δέν ἀναφέρεται μόνον στούς ἄρχοντας, οὔτε στούς Ἰουδαίους, ἀλλά σέ ὅλους. Καί ἐκεῖνοι μέν πού προσφέρουν ὁμολογοῦν μέ εὐγνωμοσύνη καί τά ἰδικά τους, ἀλλά καί ὅσα τούς ἔδωκεν ὁ δεσπότης. Ἔτσι ὁ μέν ἕνας λέγει: «Κύριε, πέντε τάλαντα μοῦ ἔδωσες», ὁ δέ ἄλλος λέγει «δύο», δεικνύοντες ὅτι ἀπό Ἐκεῖνον ἔλαβαν τό κεφάλαιον τῆς ἐργασίας των, καί Τοῦ ἀναγνωρίζουν μεγάλην χάριν, καί ἀποδίδουν τό πᾶν εἰς Αὐτόν.

Τί λέγει λοιπόν ὁ δεσπότης; «Εὖγε, δοῦλε καλέ» (διότι αὐτό εἶναι ἴδιον τοῦ ἀγαθοῦ, τό νά βλέπῃ εἰς τόν πλησίον) «καί πιστέ· εἰς ὀλίγα ἐφάνηκες πιστός, εἰς πολλά θά σέ ἐγκαταστήσω. Εἴσελθε εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου σου», δηλώνων μέ τήν ἀπάντησιν αὐτήν ὅλην τήν μακαριότητα. Δέν μιλάει ὅμως καί ὁ ἄλλος ἔτσι, ἀλλά πῶς; «Ἐγνώριζα ὅτι εἶσαι σκληρός ἄνθρωπος καί ὅτι θερίζεις ἐκεῖ ὅπου δέν ἔσπειρες καί μαζεύεις ἐκεῖ ὅπου δέν ἐσκόρπισες. Καί ἐπειδή ἐφοβήθηκα, ἔκρυψα τό τάλάντόν σου. Ὁρίστε, πάρε πίσω αὐτό πού εἶναι ἰδικόν σου». Τί τοῦ ἀπαντᾶ λοιπόν ὁ Δεσπότης; «Ἔπρεπε νά βάλῃς τά χρήματά σου στούς τραπεζίτας», δηλαδή, ἔπρεπε νά ὁμιλήσῃ, νά παραινέσῃ, νά συμβουλεύσῃ. Ἀλλά δέν πείθονται; Αὐτό δέν ἀφορᾷ ἐσένα. Τί θά μποροῦσε νά γίνῃ περισσότερο λογικό ἀπό αὐτό;

 Οἱ ἄνθρωποι ὅμως δέν κάνουν ἔτσι, ἀλλά καθιστοῦν ὑπεύθυνον τοῦ ἀπαιτουμένου εἰσοδήματος τόν ἴδιον τόν δανειστήν των. Αὐτός ὅμως δέν ἐνεργεῖ ἔτσι, ἀλλά λέγει ὅτι σύ ἔπρεπε νά πληρώσῃς καί νά μοῦ ἐπιστρέψῃς τό ἀπαιτούμενον κέρδος. «Καί ἐγώ θά τά ἔπαιρνα πίσω μέ τόκον»· τόκον ἐννοώντας τήν ἐπίδειξιν τῶν ἔργων. Σύ ἔπρεπε νά κάμῃς τό εὐκολώτερον καί νά ἀφήσῃς τό δυσκολώτερον εἰς ἐμέ. Ἐπειδή λοιπόν δέν ἔκαμεν αὐτό, λέγει: «Πάρετε τό τάλαντον ἀπό αὐτόν καί δῶστέ το εἰς ἐκεῖνον πού ἔχει τά δέκα τάλαντα, διότι εἰς ἐκεῖνον πού ἔχει θά δοθοῦν καί ἄλλα καί θά περισσεύσουν. Ὅμως ἀπό ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δέν ἔχει, θά τοῦ ἀφαιρεθῇ καί αὐτό πού ἔχει».

Τί σημαίνει λοιπόν αὐτό; Ἐκεῖνος πού ἔχει τό χάρισμα τοῦ λόγου καί τῆς διδασκαλίας διά νά ὠφελῇ καί δέν χρησιμοποιεῖ τό χάρισμά του, θά χάσῃ καί τό χάρισμα. Ἐνῶ ἐκεῖνος πού καταβάλλει προσπάθειαν, θά δεχθῇ περισσοτέραν δωρεάν, ὅπως ἐκεῖνος χάνει καί αὐτό πού εἶχε λάβει. Δέν περιορίζεται ὅμως μόνο μέχρις ἐδῶ ἡ ζημιά γιά ὅποιον δέν ἐργάζεται, ἀλλά τόν ἀναμένει καί βαριά τιμωρία καί μαζί μέ τήν τιμωρία καί ἡ ἀπόφασις ἡ ὁποία εἶναι γεμάτη μέ βαριά κατηγορία. Διότι λέγει: «Τόν ἄχρηστον δοῦλον ρίξτε τον ἔξω στό σκοτάδι, ὅπου θά ὑπάρχῃ τό κλάμα καί τό τρίξιμο τῶν ὀδόντων».

Εἶδες ὅτι ὄχι μόνο ἐκεῖνος πού ἁρπάζει καί εἶναι πλεονέκτης, οὔτε ἐκεῖνος πού κάμνει κακά, ἀλλά τιμωρεῖται μέ τήν ἐσχάτη τιμωρίαν καί ἐκεῖνος πού δέν κάμνει ἀγαθές πράξεις. Ἄς ἀκούσωμεν λοιπόν τά λόγια αὐτά. Ὅσο εἶναι καιρός ἄς φροντίσουμε γιά τή σωτηρία μας. Ἄς πάρουμε λάδι στίς λαμπάδες. Συνέχεια

Κυριακή Ε΄ τῶν Νηστειῶν (Μάρκ. ι΄ 32-45)

Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου

Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἅγιον Εὐαγγελιστὴν Μάρκον, ὁμιλία ΞΕ΄ α΄.

imagesCA8N3Z1DὍταν ἦρθε ἀπὸ τὴ Γαλιλαία, δὲν ἀνεβαίνει ἀμέσως στὰ Ἱεροσόλυμα. Ἐθαυματούργησε πρῶτα, ἔκλεισε τὰ στόματα τῶν Ἰουδαίων, συνομίλησε μὲ τοὺς μαθητάς του· ἐπάνω στὸ θέμα τῆς ἀκτημοσύνης. «Ἄν θέλης νὰ εἶσαι τέλειος, λέει, πούλησε τὰ ὑπάρχοντά σου»· καὶ τῆς παρθενίας. «Ὅποιος μπορεῖ νὰ καταναοήση, ἄς κατανοήση»· καὶ τῆς ταπεινοφροσύνης· «Ἄν δὲν ἀναπλεύσετε τὴ ζωή σας καὶ δὲ γίνετε σὰν παιδιά, δὲ θὰ μπῆτε στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Συνωμίλησε ἀκόμα κι ἐπάνω στὸ θέμα τῆς ἐδῶ ἀνταμοιβῆς· «Ὅποιος ἄφησε σπίτια ἤ ἀδελφούς, ἤ ἀδελφές, θὰ λάβη τὰ ἑκατονταπλάσια στὴ ζωὴ αὐτή». Καὶ γιὰ τὶς ἀμοιβὲς ἐκεῖ, «Καὶ θὰ κληρονομήσετε ζωὴν αἰώνια».

Τότε φέρνει στὴ σκέψη του τέλος τὴν πόλη, καὶ σκοπεύοντας ν’ ἀνεβῆ, ἀναφέρεται πάλι στὸ πάθος του. Ἐπειδὴ δὲν ἤθελαν νὰ γίνη αὐτό, ἦταν  φυσικὸ νὰ τὸ ξεχνοῦν καὶ γι’ αὐτὸ τοὺς τὸ θυμίζει ἀδιάκοπα, θέλοντας νὰ συνηθίση τὴν ψυχή τους μὲ τὶς συχνὲς ὑπομνήσεις καὶ νὰ μετριάση τὴ λύπη τους. Μιλεῖ μαζί τους ἰδιαίτερα κατ’ ἀνάγκη· δὲν  ἔπρεπε ὁ λόγος αὐτὸς ν’ ἀνακοινωθῆ μὲ σαφήνεια· κανένα κέρδος δὲν προέκυπτε ἀπ’ αὐτό.  Γιατὶ ἄν αὐτὰ προκαλοῦσαν ταραχὴ στοὺς μαθητὰς ποὺ ἄκουαν, πολὺ περισσότερον θὰ ἐτάραζαν τὸ λαό.  Καλά, καὶ δὲν εἰπώθηκαν καὶ στοὺς πολλούς; θὰ ρωτοῦσε   κανείς. Εἰπώθηκαν ἀλλὰ ὄχι μὲ τὸση σαφήνεια.  Κατεδαφίσετε, εἶπε, αὐτὸν τὸ ναὸ καὶ σὲ τρεῖς ἡμέρες θὰ τὸν ὑψώσω πάλι. Κι ἀλλοῦ· Σημάδι ζητεῖ αὐτὴ ἡ γενιὰ καὶ σημάδι δὲ θὰ τῆς δοθῆ, παρὰ τὸ σημάδι τοῦ Ἰωνᾶ. Καὶ ἄλλη φορά· λίγο ἀκόμα διάστημα θὰ εἶμαι μαζί σας· ἔπειτα θὰ μὲ ζητήσετε καὶ δὲ θὰ μὲ βρῆτε. Συνέχεια