ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΣΩΖΕΤΑΙ ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ
Πρωτ. Βασίλειος Ἰ. Καλλιακμάνης
1. Τό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα (Μάρκ. 2, 1-12)
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς Καπερναούμ· καὶ ἠκούσθη ὅτι εἰς οἶκόν ἐστι. Καὶ εὐθέως συνήχθησαν πολλοί, ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδὲ τὰ πρὸς τὴν θύραν· καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον. Καὶ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν παραλυτικὸν φέροντες, αἰρόμενον ὑπὸ τεσσάρων· καὶ μὴ δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον, ἀπεστέγασαν τὴν στέγην ὅπου ἦν, καὶ ἐξορύξαντες χαλῶσι τὸν κράβαττον ἐφ’ ᾧ ὁ παραλυτικὸς κατέκειτο. Ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν λέγει τῷ παραλυτικῷ· Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. Ἦσαν δέ τινες τῶν γραμματέων ἐκεῖ καθήμενοι καὶ διαλογιζόμενοι ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν· Τί οὗτος οὕτω λαλεῖ βλασφημίας; Τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός; Kαὶ εὐθέως ἐπιγνοὺς ὁ Ἰησοῦς τῷ πνεύματι αὐτοῦ ὅτι οὕτως αὐτοὶ διαλογίζονται ἐν ἑαυτοῖς, εἶπεν αὐτοῖς· Τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; Τί ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν τῷ παραλυτικῷ, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; Ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ Yἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἐπὶ τῆς γῆς ἁμαρτίας, λέγει τῷ παραλυτικῷ· Σοὶ λέγω, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. Καὶ ἠγέρθη εὐθέως, καὶ ἄρας τὸν κράβαττον ἐξῆλθεν ἐναντίον πάντων, ὥστε ἐξίστασθαι πάντας καὶ δοξάζειν τὸν Θεὸν λέγοντας ὅτι οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν. Συνέχεια
ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ
Ἁγίου ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ τοῦ Παλαμᾶ
1. Πιστεύομε στό Θεό, καί πιστεύομε τόν Θεό· ἄλλο τό ἕνα καί ἄλλο τό ἄλλο. Πραγματικά πιστεύω τόν Θεό σημαίνει ὅτι θεωρῶ βέβαιες κι᾽ ἀληθινές τίς ἐπαγγελίες πού μᾶς ἔδωσε: Πιστεύω στόν Θεό σημαίνει ὅτι ἔχω ὀρθόδοξο φρόνημα. Πρέπει δέ νά τά ἔχωμε καί τά δύο, νά εἴμαστε ἀληθινοί καί στά δύο καί νά συμπεριφερώμαστε ἔτσι, ὥστε καί νά γινόμαστε πιστευτοί ἀπό ἐκείνους πού βλέπουν σωστά καί νά εἴμαστε πιστοί ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πρός τόν Ὁποῖο ἀπευθύνεται ἡ πίστις. Ἔτσι ὡς πιστοί νά δικαιωνώμαστε ἀπό Αὐτόν «διότι», λέγει «ἐπίστευσε ὁ Ἀβραάμ καί τοῦτο τοῦ λογαριάστηκε γιά τήν δικαίωσή του» (Ρωμ. 4, 3). Πῶς λοιπόν ἐδικαιώθηκε ὁ Ἀβραάμ ἀπό τήν πίστη του; Ἔλαβε ἀπό τόν Θεό ὑπόσχεση γιά τό σπέρμά του, πού ἦταν ὁ Ἰσαάκ, ὅτι θά εὐλογηθοῦν ὅλες οἱ φυλές τοῦ Ἰσραήλ. Ἔπειτα διατάσσεται ἀπό τόν Θεό νά θυσιάσει, παιδί ἀκόμη, τόν Ἰσαάκ πού ἦταν ὁ μόνος ἀπόγονος διά τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νά ἐκπληρωθεῖ ἡ ὑπόσχεση. Καί χωρίς ν᾽ ἀντείπη τίποτε ὁ πατέρας, ἔσπευσε νά γίνη αὐτόχειρας τοῦ παιδιοῦ του, ἐνῶ ἐθεωροῦσε τήν ὑπόσχεση πού τοῦ εἶχε δοθῆ γι᾽ αὐτόν βέβαιη καί ἔγκυρη.
2. Βλέπετε ποιά εἶναι ἡ πίστις πού δικαιώνει; Ἀλλά ἐπαγγέλθηκε καί σέ μᾶς ὁ Χριστός κληρονομία ζωῆς ἀΐδιας καί τρυφῆς καί δόξης καί βασιλείας. Ἔπειτα μᾶς παρήγγειλε νά πτωχεύωμε, νά νηστεύωμε, νά ζοῦμε μέ εὐτέλεια καί θλίψι, νά εἴμαστε ἕτοιμοι γιά θάνατο, νά σταυρώνωμε τούς ἑαυτούς μας μαζί μέ τά πάθη καί τίς ἐπιθυμίες. Ἐάν λοιπόν σπεύδωμε πρός αὐτά καί πιστεύωμε ἐκείνη τήν ἐπαγγελία τοῦ Χριστοῦ, πραγματικά ἐπιστεύσαμε τόν Θεό κατά τό παράδειγμα τοῦ Ἀβραάμ, καί τοῦτο θά ὑπολογισθῆ γιά τήν δικαίωσί μας.
3. Καί παρατηρήσατε τήν ἀκολουθία τῶν προτάσεων. Τό ὅτι δηλαδή ἐδέχθηκε νά προσφέρη γιά σφαγή τόν Ἰσαάκ δέν ἔγινε μόνο ἰσχυρή μαρτυρία καί ἀπόδειξις τῆς πίστεως τοῦ Ἀβραάμ, ἀλλά ὑπῆρξε καί αἴτιο τοῦ ὅτι ὁ Χριστός ἐγεννήθηκε ἀπό τό σπέρμα του, διά τοῦ ὁποίου εὐλογήθηκαν ὅλες οἱ φυλές τῆς γῆς καί ἐκπληρώθηκε ἡ ἐπαγγελία. Διότι κατά κάποιον τρόπο ὁ Θεός ἔγινε ὀφειλέτης στόν Ἀβραάμ πού ἔδωσε γιά τόν Θεό τόν μονογενῆ καί γνήσιο υἱό του. Ἔγινε ὀφειλέτης νά τοῦ ἀντιδώση αὐτό πού τοῦ εἶχε ὑποσχεθῆ, δηλαδή τόν δικό Του Μονογενῆ καί γνήσιο Υἱό. Ἔτσι συμβαίνει καί μέ μᾶς. Ἡ σωφροσύνη, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ταπείνωσις, ἡ ὑπομονή τῶν κάθε εἴδους κακώσεων καί ἡ ἐλεημοσύνη, καθώς καί ἡ κακοπάθεια τοῦ σώματος μέ νηστεῖες καί ἀγρυπνίες καί ὅλα ὅσα κάνουμε γιά νά τηροῦμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, καί γενικῶς τό νά σταυρώνωμε τούς ἑαυτούς μας μαζί μέ τά παθήματα καί τίς ἐπιθυμίες, ὄχι μόνο εἶναι ἀπόδειξις ὅτι πιστεύομε ἀληθινά στίς ἐπαγγελίες τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί καθιστᾶ κατά κάποιον τρόπο τόν Θεόν ὀφειλέτη νά ἀντιπροσφέρη σέ μᾶς τήν ἀΐδια καί ἄφθαρτη ζωή καί τρυφή, τήν δόξα καί Βασιλεία. Συνέχεια
ΚΑΤΗΧΗΣΗ Ε´
Ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων
Γιά τούς Φωτιζόμενους, πού ἔγινε στά Ἱεροσόλυμα καί ἀναφέρεται στό θέμα τῆς Πίστεως. Γίνεται καί ἀνάγνωση ἀπό τήν πρός ῾Εβραίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου, στό χωρίο· «῾Η πίστη εἶναι ἡ ὕπαρξη αὐτῶν πού ἐλπίζουμε, χωρίς τώρα νά τά βλέπουμε, ἀλλά ἡ πίστη τά κάνει στήν ψυχή μας φανερά, σάν νά τά βλέπουμε. Μ᾿ αὐτήν οἱ προπάτορές μας ἀπέκτησαν τήν καλή μαρτυρία» (῾Εβρ. 11, 1-2) καί ὅσα σχετικά ἀκολουθοῦν.
Α´ . Πόσο μεγάλο ἀξίωμα σᾶς χαρίζει ὁ Κύριος, μεταθέτοντάς σας ἀπό τήν τάξη τῶν Κατηχουμένων στήν τάξη τῶν Πιστῶν! Ὁ ἀπόστολος Παῦλος βρίσκεται ἀνάμεσά μας καί λέει· «Ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος σᾶς κάλεσε γιά νά γίνετε συμμέτοχοι τῆς ἔνδοξης ζωῆς τοῦ Υἱοῦ Του Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Κυρίου μας, εἶναι ἀξιόπιστος καί τηρεῖ ὅλες τίς ὑποσχέσεις Του» (Α´ Κορ. 1, 9). Γιατί, ἀφοῦ ὁ Θεός ἀποκαλεῖται Πιστός καί Δίκαιος, παίρνεις καί ἐσύ πλέον τήν ἴδια ὀνομασία, ἀποκτώντας ἔτσι μεγάλο ἀξίωμα. Δηλαδή, ὅπως ἀκριβῶς ὁ Θεός ἀποκαλεῖται Ἀγαθός, Δίκαιος, Παντοκράτορας, Δημιουργός ὅλων τῶν κτιστῶν, ἔτσι ὀνομάζεται καί Πιστός. Ἀναλογίσου λοιπόν, σέ ποιό ἀξίωμα ἀνεβαίνεις τώρα πού μέλλεις νά ἀποκτήσεις τό ἴδιο ὄνομα μέ τόν Θεό.
Β´ . Στήν παρούσα λοιπόν περίσταση, ἐκεῖνο πού σᾶς ζητεῖται εἶναι νά βρεθεῖ καθένας σας συνειδητά πιστός (πρβλ. Α´ Κορ. 4, 2). Τό νά βρεῖς ὅμως ἕναν ἄνθρωπο πιστό στά λόγια καί στά ἔργα, εἶναι πολύ δύσκολο (πρβλ. Παρμ. 20, 6). Δέν τό λέω αὐτό βέβαια γιά νά ἐπιδείξεις σέ μένα τή συνείδησή σου —γιατί δέν πρόκειται νά λογοδοτήσετε σέ κάποιον ἄνθρωπο (πρβλ. Α´ Κορ. 4, 3)— ἀλλά γιά νά φανερώσεις τήν ἄδολη πίστη σου στόν Θεό, «ὁ Ὁποῖος γνωρίζει τόν ἔσω ἄνθρωπο μέ τά συναισθήματα καί τίς ἐπιθυμίες του» (πρβλ. Ψαλμ. 7, 10) καί «ὁ Ὁποῖος γνωρίζει τούς διαλογισμούς τῶν ἀνθρώπων» (πρβλ. Ψαλμ. 93, 11). Εἶναι πολύ μεγάλο πράγμα ὁ πιστός ἄνθρωπος. Αὐτός εἶναι πλουσιότερος καί ἀπό τόν πιό βαθύπλουτο ἄνθρωπο. Στόν πιστό μπορεῖ κανείς νά ἐμπιστευθεῖ ὅλου τοῦ κόσμου τά πλούτη (πρβλ. Παρμ. 17, 6α), γιατί τά ἔχει ξεπεράσει καί τά ἔχει καταπατήσει. Γιατί, ὅσοι φαινομενικά εἶναι πλούσιοι καί πολυκτήμονες, εἶναι φτωχοί στήν ψυχή. Καί ὅσο πιό πολλά μαζεύουν, τόσο κατακαίγονται ἀπό τήν ἐπιθυμία αὐτῶν πού τούς λείπουν. Μέ τόν πιστό ὅμως ἄνθρωπο συμβαίνει αὐτό τό παράδοξο. Εἶναι πλούσιος μέσα στή φτώχεια του1. Διότι, γνωρίζοντας ὅτι αὐτό πού τοῦ χρειάζεται εἶναι νά ἔχει τροφή καί σκεπάσματα καί μέ τό νά εἶναι αὐτάρκης σέ αὐτά (πρβλ. Α´ Τιμ. 6, 8), ἔχει καταπατήσει τήν ἀνάγκη καί τήν ἐπιθυμία τοῦ πλούτου. Συνέχεια
Ἡ Ἁγία Πεντοκοστή
Τὸ Πνεῦμα τό Ἅγιον ὑπῆρχε, ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχει. Παρακάλεσέ Το νὰ ἐπιφοιτήοει πάνω σου, γιὰ νὰ βρίσκεσαι πάντοτε ἐντός τῆς Χάριτός Του.
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι ζωὴ ὅλων τῶν ὄντων, Πνεῦμα ζωοποιόν. Παρακάλεσέ Το νὰ ζωοποιήσει τὴν ψυχή σου γιὰ τὴν αἰώνια ζωή.
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι πῦρ. Παρακάλεσέ Το νὰ ἀποτεφρώσει ὅλο τὸ κακὸ ἐντός σου καὶ νὰ ἀνάψει μέσα σου τὸν λύχνο τῆς καρδιᾶς σου γιὰ πάντα, ὥστε νὰ μὴ τὴν καταλάβει κανένα σκότος.
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι φῶς. Παρακάλεσέ Το νὰ σὲ φωτίσει, γιὰ νὰ λάμψεις ὡς ἀστὴρ στὸ πνευματικὸ στερέωμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι Θεός. Παρακάλεσέ Το νὰ σὲ ἁγιάσει καὶ νὰ σὲ καταστήσει μέτοχον Αὐτοῦ εἰς τοὺς αἰώνας.
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ν εἶναι τὸ πᾶν. Παρακάλεσέ Το ὡς «θησαυρὸ τῶν ἀγαθῶν» νὰ ἐκχυθεῖ στὴν καρδιά σου καὶ νὰ τὴν πληρώσει μὲ τὴν ἀτελεύτητη χαρά, γιὰ νὰ εἶσαι πλούσιος εἰς τοὺς αἰώνας.
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι Πνεῦμα ἀθάνατον. Παρακάλεσέ Το νὰ γίνεις καὶ σὺ πνεῦμα, διότι εἶναι ἀδύνατον στὴν σάρκα καὶ τὸ αἷμα νὰ κληρονομήσουν τὴν αἰώνιο ζωή. Πρέπει καὶ αὐτὰ μὲ θαυμαστὸ τρόπο ἀπὸ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ζωὴ νὰ γίνουν πνευματικά. Λέγε στὴν καρδιά σου: «Καρδιά μου, τί κάνεις ἐδῶ στὴν γῆ; Γιατί βασανίζεσαι καὶ δὲν θέλεις νὰ ὑψωθεῖς πάνω ἀπὸ τὴν σκόνη; Γιατί λυπᾶσαι γιὰ τὶς γήινες δυσκολίες καὶ ἀτυχίες; Διότι ἐδῶ στὴν γῆ τίποτε δὲν ὁμοιάζει μὲ τὸν οὐρανὸ καὶ τὴν δικαιοσύνη Του, ἐνῶ ἐσύ πρέπει νὰ ἀνήκεις στὸν οὐρανό».
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον σὲ καλεῖ στὸν οὐρανό. Ὤ, γρηγόρησον, γρηγόρησον, γιὰ νὰ ἀνταποκριθεῖς στὴν κλήση Του!
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι Παράκλητος. Πρόσελθε νοερῶς καὶ ἐπίπεσε ἐπὶ τοῦ στήθους καὶ κλάψε ἔμπροσθέν Του. Ἀνάγγειλέ Του τὶς θλίψεις σου καὶ τὶς λῦπες σου. Παρακάλεσέ Τον καὶ μὴ ντραπεῖς γιὰ τὶς ἀδυναμίες σου, διότι Αὐτὸς εἶναι Πατέρας σου καὶ δὲν θὰ σὲ αἰσχυνθεῖ οὔτε θὰ σὲ ἀποστραφεῖ. Ἀντιθέτως, Αὐτὸς εἶναι ἀγαθὸς (Ματθ. ιθ’, 17). Αὐτὸς ὅλα θὰ τὰ κατανοήσει, θὰ σὲ παρηγορήσει μὲ θεϊκὴ παρηγοριὰ ἀπεριόριστη καὶ ἀνεξάντλητη καὶ θὰ ἐξαλείψει κάθε δάκρυ ἀπὸ τὰ μάτια σου (Ἀποκ. ζ΄, 17).
Βλέπε τὸν ἐπίγειο Ναὸ πῶς εἶναι διακοσμημένος μὲ πολλὰ ἄνθη καὶ ἐνθυμοῦ ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔχει τὴν δύναμι νὰ σὲ πλημμυρίσει μὲ εὐωδία ζωῆς, ἡ ὁποία δὲν θὰ μαραθεῖ εἰς τοὺς αἰώνας.
Ὢ Πνεῦμα Ἅγιον, δῶσε νὰ σὲ διακονοῦμε ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ, καὶ «ἐλθέ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν». Δὲν νοσταλγεῖ τόσο ἡ ἔρημος γιὰ τὶς σταγόνες τῆς βροχῆς, ὅσο νοσταλγεῖ ἡ καρδιὰ μας περιμένοντας τὸν ἐρχομό Σου. Ἐλθέ πρὸς ἡμᾶς, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἡ χαρὰ ἡμῶν, τὸ πᾶν ἡμῶν.
Σὺ εἶσαι ὁ Αἰώνιος Θεὸς καὶ ἐν τῇ ἀγάπῃ Σου θὰ παραμείνουμε εἰς τοὺς αἰώνας, καὶ ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ἕνα ὄνειρο καὶ ἕνα ποτάμι ποὺ ρέει δίπλα μας.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ
Τὸ Πνεῦμα τό Ἅγιον ὑπῆρχε, ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχει. Παρακάλεσέ Το νὰ ἐπιφοιτήοει πάνω σου, γιὰ νὰ βρίσκεσαι πάντοτε ἐντός τῆς Χάριτός Του.
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι ζωὴ ὅλων τῶν ὄντων, Πνεῦμα ζωοποιόν. Παρακάλεσέ Το νὰ ζωοποιήσει τὴν ψυχή σου γιὰ τὴν αἰώνια ζωή.
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι πῦρ. Παρακάλεσέ Το νὰ ἀποτεφρώσει ὅλο τὸ κακὸ ἐντός σου καὶ νὰ ἀνάψει μέσα σου τὸν λύχνο τῆς καρδιᾶς σου γιὰ πάντα, ὥστε νὰ μὴ τὴν καταλάβει κανένα σκότος.
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι φῶς. Παρακάλεσέ Το νὰ σὲ φωτίσει, γιὰ νὰ λάμψεις ὡς ἀστὴρ στὸ πνευματικὸ στερέωμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι Θεός. Παρακάλεσέ Το νὰ σὲ ἁγιάσει καὶ νὰ σὲ καταστήσει μέτοχον Αὐτοῦ εἰς τοὺς αἰώνας.
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ν εἶναι τὸ πᾶν. Παρακάλεσέ Το ὡς «θησαυρὸ τῶν ἀγαθῶν» νὰ ἐκχυθεῖ στὴν καρδιά σου καὶ νὰ τὴν πληρώσει μὲ τὴν ἀτελεύτητη χαρά, γιὰ νὰ εἶσαι πλούσιος εἰς τοὺς αἰώνας.
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι Πνεῦμα ἀθάνατον. Παρακάλεσέ Το νὰ γίνεις καὶ σὺ πνεῦμα, διότι εἶναι ἀδύνατον στὴν σάρκα καὶ τὸ αἷμα νὰ κληρονομήσουν τὴν αἰώνιο ζωή. Πρέπει καὶ αὐτὰ μὲ θαυμαστὸ τρόπο ἀπὸ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ζωὴ νὰ γίνουν πνευματικά. Λέγε στὴν καρδιά σου: «Καρδιά μου, τί κάνεις ἐδῶ στὴν γῆ; Γιατί βασανίζεσαι καὶ δὲν θέλεις νὰ ὑψωθεῖς πάνω ἀπὸ τὴν σκόνη; Γιατί λυπᾶσαι γιὰ τὶς γήινες δυσκολίες καὶ ἀτυχίες; Διότι ἐδῶ στὴν γῆ τίποτε δὲν ὁμοιάζει μὲ τὸν οὐρανὸ καὶ τὴν δικαιοσύνη Του, ἐνῶ ἐσύ πρέπει νὰ ἀνήκεις στὸν οὐρανό».
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον σὲ καλεῖ στὸν οὐρανό. Ὤ, γρηγόρησον, γρηγόρησον, γιὰ νὰ ἀνταποκριθεῖς στὴν κλήση Του!
Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι Παράκλητος. Πρόσελθε νοερῶς καὶ ἐπίπεσε ἐπὶ τοῦ στήθους καὶ κλάψε ἔμπροσθέν Του. Ἀνάγγειλέ Του τὶς θλίψεις σου καὶ τὶς λῦπες σου. Παρακάλεσέ Τον καὶ μὴ ντραπεῖς γιὰ τὶς ἀδυναμίες σου, διότι Αὐτὸς εἶναι Πατέρας σου καὶ δὲν θὰ σὲ αἰσχυνθεῖ οὔτε θὰ σὲ ἀποστραφεῖ. Ἀντιθέτως, Αὐτὸς εἶναι ἀγαθὸς (Ματθ. ιθ’, 17). Αὐτὸς ὅλα θὰ τὰ κατανοήσει, θὰ σὲ παρηγορήσει μὲ θεϊκὴ παρηγοριὰ ἀπεριόριστη καὶ ἀνεξάντλητη καὶ θὰ ἐξαλείψει κάθε δάκρυ ἀπὸ τὰ μάτια σου (Ἀποκ. ζ΄, 17).
Βλέπε τὸν ἐπίγειο Ναὸ πῶς εἶναι διακοσμημένος μὲ πολλὰ ἄνθη καὶ ἐνθυμοῦ ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔχει τὴν δύναμι νὰ σὲ πλημμυρίσει μὲ εὐωδία ζωῆς, ἡ ὁποία δὲν θὰ μαραθεῖ εἰς τοὺς αἰώνας.
Ὢ Πνεῦμα Ἅγιον, δῶσε νὰ σὲ διακονοῦμε ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ, καὶ «ἐλθέ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν». Δὲν νοσταλγεῖ τόσο ἡ ἔρημος γιὰ τὶς σταγόνες τῆς βροχῆς, ὅσο νοσταλγεῖ ἡ καρδιὰ μας περιμένοντας τὸν ἐρχομό Σου. Ἐλθέ πρὸς ἡμᾶς, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἡ χαρὰ ἡμῶν, τὸ πᾶν ἡμῶν.
Σὺ εἶσαι ὁ Αἰώνιος Θεὸς καὶ ἐν τῇ ἀγάπῃ Σου θὰ παραμείνουμε εἰς τοὺς αἰώνας, καὶ ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ἕνα ὄνειρο καὶ ἕνα ποτάμι ποὺ ρέει δίπλα μας.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ
Λόγος περὶ μετανοίας
Ἄγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ
Μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίω. Αὐτὰ ἦσαν τὰ πρῶτα λόγια τοῦ κηρύγματος τοῦ θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὰ τὰ ἴδια λόγια λέγει καὶ σ’ ἐμᾶς μέχρι σήμερα, μέσω τοῦ Εὐαγγελίου. Ὅταν ἐπληθύνθη περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐποχὴ ἡ ἁμαρτία στὸν κόσμο, κατῆλθε ἐδῶ στὴν γῆ μας ὁ Παντοδύναμος Ἰατρός. Κατῆλθε στὸν τόπον αὐτὸ τῆς ἐξορίας, στὸν τόπο τῶν βασάνων καὶ τῶν παθῶν μας, ποὺ εἶναι μία πρόγευσις τῶν αἰωνίων βασάνων τῆς κολάσεως, καὶ εὐαγγελίζεται τὴν λύτρωση, τὴν χαρὰ καὶ τὴν ἴαση σὲ ὅλους τούς ἀνθρώπους, χωρὶς ἐξαίρεση, λέγοντας «μετανοεῖτε».
Ἡ δύναμις τῆς μετανοίας εἶναι θεμελιωμένη στὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἰατρὸς εἶναι πανίσχυρος, καὶ ἡ ἴασις ποὺ Ἐκεῖνος χαρίζει εἶναι παντοδύναμος.
Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ὅταν ἐκήρυσσε ἐδῶ στὴν γῆ ὁ Κύριος, καλοῦσε σὲ θεραπεία ὅλους ὅσοι ἦσαν ἄρρωστοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, καὶ δὲν θεωροῦσε καμμία ἁμαρτία ὡς ἀθεράπευτη. Καὶ τώρα, ἐπίσης, συνεχίζει νὰ καλὴ ὅλους, καὶ ὑπόσχεται, καὶ χαρίζει πράγματι τὴν ἄφεση γιὰ κάθε ἁμαρτία καὶ τὴν ἴαση γιὰ κάθε ἁμαρτωλὴ ἀσθένεια. Συνέχεια
Λόγος περὶ πίστεως
Λόγος περὶ πίστεως. Καὶ διδασκαλία γιὰ ἐκείνους πού λένε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκεῖνοι πού βρίσκονται μέσα στὶς φροντίδες τοῦ κόσμου νὰ φτάσουν στὴν τελειότητα τῶν ἀρετῶν. Καὶ διήγηση ἐπωφελὴς στὴν ἀρχή.
Ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος θεολόγος,
Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες· εἶναι καλὸ νὰ διακηρύττουμε σὲ ὅλους τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ φανερώνουμε στοὺς πλησίον μας τὴν εὐσπλαχνία καὶ τὴν ἀνείπωτη ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ πρὸς ἐμᾶς. « Ἐγὼ λοιπόν, καθὼς τὸ βλέπετε, μήτε νηστεῖες ἔκανα, μήτε ἀγρυπνίες, μήτε χαμαικοιτίες, ἀλλὰ μόνο ταπεινώθηκα καὶ ὁ Κύριος σύντομα μὲ ἔσωσε», λέει ὁ θεῖος Δαβίδ. Καὶ μπορεῖ κανεὶς νὰ πεῖ πολὺ πιὸ σύντομα: «Μόνο πίστεψα, καὶ μὲ δέχτηκε ὁ Κύριος».
Ἐπειδὴ εἶναι πολλὰ αὐτὰ πού μᾶς ἐμποδίζουν ν΄ ἀποκτήσουμε τὴν ταπείνωση, νὰ βροῦμε ὅμως τὴν πίστη δὲν μᾶς ἐμποδίζει τίποτε. Γιατί ἂν τὸ θελήσουμε ὁλόψυχα, εὐθὺς ἐνεργεῖ μέσα μας ἡ πίστη, ἀφοῦ εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ καὶ φυσικὸ προσόν, ἂν καὶ ὑπόκειται στὴν αὐτεξουσιότητα τῆς προαιρέσεώς μας. Γι΄ αὐτὸ ἀκόμη καὶ οἱ Σκύθες καὶ οἱ βάρβαροι πιστεύουν ὁ ἕνας τὰ λόγια τοῦ ἄλλου. Καὶ γιὰ νὰ σᾶς δείξω στὴν πράξη τὴν ἐνέργεια τῆς ἐνδιάθετης πίστεως καὶ νὰ βεβαιώσω ὅσα εἶπα, ἀκοῦστε νὰ σᾶς διηγηθῶ κάτι πού ἄκουσα ἀπὸ κάποιον πού δὲν ψεύδεται.
Κάποιος, Γεώργιος ὀνομαζόμενος, νέος στὴν ἡλικία, ἕως εἴκοσι χρόνων, κατοικοῦσε στὴν Κωνσταντινούπολη τώρα στοὺς καιρούς μας· ὁ ὁποῖος ἦταν ὄμορφος καὶ φανταχτερὸς στὴν ἐμφάνιση, τοὺς τρόπους καὶ τὸ βάδισμα, ἔτσι πού μερικοὶ ἀπὸ τοῦτα σχημάτισαν κακὴ γνώμη γι΄ αὐτόν, ὅσοι δηλαδὴ βλέπουν μόνο τὰ ἐξωτερικὰ καὶ κρίνουν κακῶς τὰ τῶν ἄλλων. Αὐτὸς γνωρίστηκε μὲ κάποιον ἅγιο μοναχὸ πού ζοῦσε σ΄ ἕνα μοναστήρι τῆς πόλεως, καὶ ἀναθέτοντάς του ὅλα τὰ τῆς ψυχῆς του, ἔλαβε ἀπὸ αὐτὸν γιὰ ὑπενθύμιση μία μικρὴ ἐντολὴ (ἕνα σύντομο κανόνα). Ὁ νέος ζήτησε ἀκόμη ἀπὸ τὸν γέροντα νὰ τοῦ δώσει κανένα βιβλίο πού νὰ περιέχει διηγήσεις γιὰ τὴ ζωὴ τῶν μοναχῶν καὶ τὴν πρακτική τους ἄσκηση. Ἐκεῖνος τοῦ ἔδωσε νὰ διαβάσει τὸ σύγγραμμα τοῦ μοναχοῦ Μάρκου πού διδάσκει περὶ τοῦ πνευματικοῦ νόμου· τὸ ὁποῖο ὁ νέος τὸ πῆρε σὰν νὰ ἦταν σταλμένο ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Θεό. Καὶ ἐλπίζοντας πώς θὰ λάβει πολὺ μεγάλη ὠφέλεια ἀπὸ αὐτό, τὸ διάβασε ὅλο μὲ πόθο καὶ προσοχή. Καὶ ὠφελήθηκε βέβαια ἂπ΄ ὅλα ὅσα διάβασε, ὅμως τρία κεφάλαια μόνο ἐνσφήνωσε, νὰ πῶ ἔτσι, στὴν καρδιά του.
ΣυνέχειαΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑ
Ἡ ψυχή μου Σ’ ἐγνώρισε, Κύριε, καί γράφω στό λαό Σου γιά τά ἐλέη Σου.
Μή θλίβεστε, λαοί, πού εἶναι δύσκολη ἡ ζωή. Ἀγωνίζεστε μόνον ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας καί ζητᾶτε βοήθεια ἀπό τόν Κύριο κι Αὐτός θά σᾶς χαρίσει ὅ,τι εἶναι ὠφέλιμο, γιατί εἶναι σπλαχνικός καί μᾶς ἀγαπᾶ.
Ὤ λαοί, ἡ ψυχή μου ἐπιθυμεῖ νά γνωρίσετε τόν Κύριο καί νά δῆτε τό ἔλεος καί τή δόξα Του. Εἶμαι ἑβδομήντα δύο ἐτῶν καί ἐπλησίασα τόν θάνατο καί γράφω γιά τό ἔλεος τοῦ Κυρίου, πού μοῦ ἔδωσε ὁ Κύριος νά τό γνωρίσω μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ὤ καί νά μποροῦσα νά σᾶς ἀνέβαζα σ’ ἕνα ψηλό βουνό, γιά νά μπορέσετε νά δῆτε ἀπό τό ὕψος τῆς κορυφῆς τό πράο καί σπλαχνικό πρόσωπο τοῦ Κυρίου καί νά γεμίσουν ἀγαλλίαση οἱ καρδιές σας.
‘Αλήθεια σᾶς λέω: Δέν ξέρω νά χω κανένα καλό κι ἔχω πολλές ἁμαρτίες. Ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὅμως ἐξάλειψε τίς ἁμαρτίες μου καί ξέρω πώς σ’ ὅσους παλαίβουν ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας ὁ Κύριος τούς χαρίζει ὄχι μόνον τήν ἄφεση, ἀλλά καί τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία δίνει χαρά στήν ψυχή καί τήν γεμίζει μέ βαθειά καί γλυκειά εἰρήνη.
Ὤ Κύριε, Ἐσύ ἀγαπᾶς τά πλάσματά Σου. Καί ποιός θά μποροῦσε νά κατανοήσει τήν ἀγάπη Σου ἤ νά γευθεῖ τή γλυκύτητά της, ἄν δέν τόν διδάξεις Σύ ὁ Ἴδιος μέ τό Ἅγιόν Σου Πνεῦμα;
Σέ παρακαλῶ λοιπόν, Κύριε, ν’ ἀποστείλεις στόν κόσμο Σου τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιά νά γνωρίσουν ὅλοι τήν ἀγάπη Σου. Ζέστανε τίς θλιμμένες καρδιές τῶν ἀνθρώπων, γιά νά δοξάζουν μέ χαρά τό ἔλεός Σου. Συνέχεια
Γιά τήν Ἐξομολόγηση
Ἁγίου ΚΟΣΜΑ τοῦ Αἰτωλοῦ
Ἐδῶ ὁποῦ ἦλθα, χριστιανοί μου, ἔλαβα μίαν χαράν μεγάλην, μά ἔλαβα καί μίαν λύπην μεγάλην.
Χαράν μεγάλην ἔλαβα βλέποντας τήν καλήν σας γνώμην, τήν καλήν σας μετάνοιαν, λύπην ἔλαβα στοχαζόμενος τήν ἀναξιότητά μου, πώς δέν ἔχω καιρόν νά σᾶς ἐξομολογήσω ὅλους ἕνα πρός ἕνα, νά μοῦ εἰπῆ τό παράπονό του ὁ καθένας, νά τοῦ εἰπῶ καί ἐγώ ἐκεῖνο ὁποῦ μέ φωτίση ὁ Θεός.
Θέλω καί ἀγαπῶ, ἀμά δέν ἠμπορῶ, παιδιά μου. Καθώς ἕνας πατέρας εἶναι ἄρρωστος, πηγαίνει τό παιδί του νά τό παρηγορήση, ἐκεῖνος μήν μπορώντας τό διώχνει, μά πῶς τό διώχνει; Μέ τήν καρδίαν καμμένην. Θέλει νά τό παρηγορήση, μά δέν ἠμπορεῖ. Πατέρας ἀνάξιος εἶμαι ἐγώ. Πνευματικά παιδιά μου εἴσαστε ἡ εὐγενεία σας.
Τώρα ἔρχεται ἕνας νά ἐξομολογηθῆ εἰς τοῦ λόγου μου νά μοῦ εἰπῆ τό παράπονόν του, νά τοῦ εἰπῶ καί ἐγώ ἐκεῖνο ὁποῦ μέ φωτίση ὁ Θεός. Ἐγώ μήν ἠμπορώντας τόν διώχνω, μά πῶς τόν διώχνω; Τόν διώχνω καί καίεται ἡ καρδία μου καθώς ὁ πατέρας μέ τό παιδί του. Τί νά σᾶς κάμω; Μά πάλιν, νά μήν ὑστερηθῆτε παντελῶς, σᾶς λέγω ἐγώ παραμικρόν.
Ὅταν θέλετε νά ἰατρεύσετε τήν ψυχή σας, τέσσαρα πράγματα σᾶς χρειάζονται. Κάνομέ τε ἕνα παζάρι; Ἀπό τόν καιρόν ὁποῦ ἐγεννηθήκετε ἕως τώρα ὅσα ἁμαρτήματα ἐκάμετε νά τά πάρω ὅλα εἰς τόν λαιμόν μου καί ἡ εὐγενεία σας νά μοῦ πάρετε τέσσαρες τρίχες. Βαρύ νά ἀσηκώσετε τέσσαρες τρίχες ἀπό αὐτά τά γένεια καί νά σᾶς πάρω ἐγώ ὅλα σας τά ἁμαρτήματα; Καί τί νά τά κάμω;
Ὡστόσον ἔχω μίαν καταβόθρα καί τά ρίχνω ὅλα μέσα ὡσάν χωνευτήρι. Ποία εἶναι ἡ καταβόθρα; Εἶναι ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Χριστοῦ μας. Πρώτη τρίχα εἶναι ὅταν θέλετε νά ἐξομολογᾶσθε τό πρῶτον θεμέλιον εἶναι αὐτό ὁποῦ εἴπαμε, νά συγχωρᾶτε τόν ἐχθρόν σας. Τό κάμνετε;
‒ Τό κάμνομεν, ἅγιε τοῦ Θεοῦ. Ἐπήρετε τήν πρώτην τρίχα. Δευτέρα τρίχα εἶναι νά εὑρίσκετε πνευματικόν καλόν, γραμματισμένον, σοφόν, ἐνάρετον, εὐλαβῆ νά ἐξομολογᾶσθε. Καί νά ἐξομολογᾶσαι καί νά εἰπῆς ὅλα σου τά ἁμαρτήματα. Συνέχεια
Λόγος γιά τή ΜΕΤΑΝΟΙΑ
Τοῦ Ὁσίου πατέρα μας ΕΦΡΑΙΜ τοῦ Σύρου
Ἄς μήν κυριευόμαστε λοιπόν ἀπό ἐκεῖνο τό φόβο πού ἔχει σχέση μέ τά πράγματα καί τίς καταστάσεις τοῦ μάταιου αὐτοῦ κόσμου. Νά μήν φοβόμαστε δηλαδή ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει φόβος (Α’Ιωάν. 4, 18). Γιατί ποιός ἀνθρώπινος φόβος μπορεῖ νά συγκριθεῖ μέ τό θεῖο φόβο; Καί ποιά φθαρτή ἀνθρώπινη δόξα μπορεῖ νά συγκριθεῖ μέ τήν μεγαλωσύνη, τήν ἀνέκφραστη δύναμη καί τήν ἄφθαρτη δόξα τοῦ Θεοῦ;
Ἐπειδή ὅμως μᾶς παρασύρουν τά γήινα πράγματα, δέν μποροῦμε, μέ τή δύναμη τῆς πίστης καί τό φωτισμό τῆς γνώσης, νά προσηλώσουμε τό νοῦ μας στά ἀόρατα.
Ἄν λοιπόν, ἔστω καί μόνο ἀπό τή θέα τῶν ὁρατῶν πραγμάτων ὁδηγούμαστε στήν κατανόηση τῆς ἀνέκφραστης δύναμης τοῦ ἄφθαρτου Θεοῦ, ἄς σταθοῦμε ἐνώπιόν Του μέ δέος καί ἄπειρο σεβασμό.
Ἄν κάποιος θελήσει νά μετακινήσει ἕνα βράχο, ἔστω κι ἄν ὁ ἴδιος εἶναι βασιλιάς, δέν θά μπορέσει νά τό κάνει μέ ἄλλον τρόπο, παρά μονάχα ἄν χρησιμοποιήσει διάφορους μοχλούς καί σχοινιά. Ὁ Θεός ὅμως μπορεῖ νά κάνει τή γῆ νά τρέμει καί μόνο μέ τό βλέμμα Του (πρβλ.Ψαλμ. 103, 32). Δέν ἀπορεῖ ὁ νοῦς σου;
Τό βλέμμα τοῦ Θεοῦ καί μόνο νά κάνει τά βουνά νά τρέμουν κι ἄλλα βαριά πράγματα νά σαλεύουν! ‘Εκεῖνος θέλει καί εὐδοκεῖ καί στηρίζει τά σύμπαντα μέ τό λόγο Του! Δέν σέ ἐντυπωσιάζει πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ λάμψη τῆς ἀστραπῆς καί ὁ ἦχος τῆς βροντῆς;
Αὐτά εἶναι τόσο ἐκπληκτικά ὥστε ὄχι μόνον οἱ ἄνθρωποι ζαρώνουν ἀπό τό φόβο τους, ἀλλά καί τά θηρία καί τά κτήνη καί τά ὄρνεα καί τά ὑδρόβια πουλιά.
Ὅσα ὅμως κι ἄν ποῦμε, δέν θά καταφέρουμε νά παρουσιάσουμε τό μέγεθος αὐτοῦ τοῦ θέματος. Συνέχεια
Ἡ πορεία τῆς τελειώσεως τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ
Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης
Ἡ ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν νόμο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου προϋποθέτει τὴν ἀνακαίνισή του. Ἡ Ἐκκλησία πρεσβεύει τὴν καθολικὴ ἀλήθεια ὄχι μόνο στὸν χῶρο τῆς δογματικῆς ἀλλὰ καὶ στὸν χῶρο τῆς ἡθικῆς, διασφαλίζοντας ἔτσι καὶ τὴν καθολικὴ καταξίωση καὶ τελείωση τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου. Ὁ Χριστιανισμὸς καλεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἡ συνάντηση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ ἔχει ὑπαρξιακὸ χαρακτήρα. Ὁλόκληρος ὁ πολιτισμὸς καὶ ἡ νοοτροπία μας, ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ τεχνολογία μας, κατευθύνουν τὸν ἄνθρωπο πρὸς τὰ ἔξω. Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ. Κάθε δώρημα τοῦ Θεοῦ ἔχει δυναμικὸ χαρακτήρα. Τὸ σῶμα εἶναι καλὸ καὶ δεκτικό τῆς ἀνακαινιστικῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὁ Χριστός, ἡ τελείωσις, ἡ θέωσις, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος, ἡ ψυχή, τὸ σῶμα, ἡ ἄσκησις.
Ἡ προσέγγισή της ὀρθόδοξης χριστιανικῆς ἀληθείας γιὰ τὸν ἄνθρωπο προϋποθέτει μεγάλο σεβασμὸ ἀπέναντί του. Ἀντιθέτως οἱ θεωρίες πού προβλήθηκαν κατὰ τοὺς νεώτερους χρόνους γιὰ τὴν προέλευση καὶ τὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου,ὅπως καὶ οἱ πρακτικὲς πού ἐφαρμόσθηκαν καὶ ἐφαρμόζονται ἀπέναντί του ὄχι μόνο κατὰ τὴν περίοδο τῶν δύο παγκοσμίων πολέμων ἀλλὰ καὶ ἐφεξῆς μέχρι σήμερα,φανερώνουν φοβερὴ ὑποτίμηση καὶ περιφρόνηση τοῦ προσώπου του. Παράλληλα οἱ μεγαλόστομες διακηρύξεις γιὰ τὴν ἀξία καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου,ὅπως καὶ οἱ γιγάντιες προσπάθειες πού καταβάλλονται γιὰ τὴν αὐτοθέωσή του, ὄχι μόνο δὲν δικαιώνουν τὴν ὕπαρξή του, ἀλλὰ τὸν ὁδηγοῦν σὲ ἀδιέξοδο καὶ αὐτοκαταστροφή. Γι’ αὐτὸ ἡ ἀνθρωπολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας εἶναι ἰδιαίτερα ἐπίκαιρη καὶ ἀφυπνιστικὴ στὴν ἐποχή μας.
Ὁ ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης, σύγχρονος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ εἰσηγητὴς τοῦ ἡσυχαστικοῦ κινήματος στὴν Βουλγαρία, γράφει: « Ἐὰν μὴ γνῶμεν οἵους ἡμᾶς ἐποίησεν ὁ Θεός, οὐκ ἐπιγνωσόμεθα οἵους ἐποίησεν ἡ ἁμαρτία». Ἂν δηλαδὴ δὲν μάθουμε, πόσο σπουδαίους μᾶς ἔπλασε ὁ Θεός, δὲν θά καταλάβουμε σὲ ποιὸ κατάντημα μᾶς ὁδήγησε ἡ ἁμαρτία. Καὶ γιὰ νὰ μάθουμε πόσο σπουδαίους μᾶς ἔπλασε ὁ Θεός, πρέπει νὰ γνωρίσουμε αὐτὰ πού ἐκεῖνος ἀποκάλυψε γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Προπαντὸς ὅμως πρέπει νὰ γνωρίσουμε τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, πού ἀποκαλύπτει τὸν τέλειο ἄνθρωπο. Συνέχεια
Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΙΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
Κωσταντίνου Καλοκύρη
Εἰς τάς ἀπεικονίσεις τῆς Γεννήσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ βλέπομεν τήν Θεοτόκον ἄλλοτε καθημένην πρό τῆς φάτνης, ἄλλοτε ἀνακεκλιμένην ἐπί κλίνης, ἄλλοτε γονυπετῆ, σπανιώτερον δέ θηλάζουσαν. Τόν πρῶτον τύπον ἔχομεν π. χ. εἰς τό ψηφιδωτόν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ παρά τήν Λεβάδειαν (11ος αἰών) καί εἰς τάς τοιχογραφίας, ὡς τῆς ἁγίας Τριάδος Κρανιδίου (1245), εἰς τόν ναόν τοῦ Μουτουλλᾶ Κύπρου κ.ἀ. Ἡ Μήτηρ καθημένη ἥσυχος μέ ἤρεμον καί γαληνιαῖον πρόσωπον προσβλέπει τρυφερῶς τόν Υἱόν της. Διά τοῦ τύπου τούτου ἐκφράζεται ἐντονώτερον ἡ θεολογική ἰδέα τῆς ἀνωδύνου γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ὑπό τῆς Θεοτόκου. Χαρακτηριστικώτατα ἐπ᾿ αὐτοῦ γράφει ὁ Χορίκιος Γαζαῖος (6ος αἰών): «τήν γάρ φύσεως κρεῖττον ἀξιωθεῖσαν τεκεῖν ἔδει καί τῶν κατά φύσιν ὠδίνων ἀπηλλάχθαι». Ὁμοίως καί ὁ Ἰωάννης Δαμασκηνός (8ος αἰών) σημειώνει: «ὅτι ἀνωδύνως (τίκτεται ὁ Χριστός) ὑπέρ θεσμόν γεννήσεως· ἧς γάρ ἡδονή οὐ προηγήσατο, οὐδέ ὠδίν ἐπηκολούθησε, κατά τόν προφήτην τόν λέγοντα: πρίν ὠδίνησεν, ἔτεκεν…». Κατά τόν ἴδιον τρόπον ἐκφράζεται ὁ Φώτιος Κωνσταντινουπόλεως καί ἡ ὑμνογραφία (ὡς π.χ «Ἐπί τῷ ξένῳ σου τόκῳ τάς ὠδίνας φυγοῦσα ὑπερφυῶς…».
Ὁ δεύτερος τύπος, μέ τήν ἀνακεκλιμένην ἤ ἡμιανακεκλιμένην ἐπί διαγωνίως τεθειμένης στρωμνῆς Θεομήτορα (τήν «πρός εὐνήν ἀναπίπτουσαν κόρην» κατά τόν ὡς ἄνω Χορίκιον), εἶναι ὁ πλέον διαδεδομένος εἰς τήν ὀρθόδοξον τέχνην. Ὡραίαν ἀπεικόνισιν εὑρίσκομεν π.χ. εἰς τόν κατά τόν 8ον-9ον αἰῶνα χρονολογούμενον ἐσμαλτωμένον σταυρόν τοῦ παρεκκλησίου Sancta Sanctorum τοῦ Λατερανοῦ, ἔπειτα εἰς τά γλυπτά, τά ψηφιδωτά, ὡς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ καί Δαφνίου (11ος αἰών) εἰς τάς τοιχογραφίας, ὡς τῶν ἁγίων Ἀναργύρων καί τοῦ ἁγίου Στεφάνου Καστορίας (12ος αἰών), τῆς Περιβλέπτου τοῦ Μυστρᾶ (14ος αἰών) εἰς τό ψηφιδωτόν τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει μονῆς τῆς Χώρας καί εἰς τό μέγα πλῆθος τῶν φορητῶν εἰκόνων. Συνέχεια
Ὁ Πύρινος Ἅγιος. Ἠλίας ὁ Θεσβίτης
Φώτη Κόντογλου
Αὐτὸς ὁ ἅγιος ξεχωρίζει ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους, καὶ μὲ ὅλο ποὺ ἤτανε ἄνθρωπος, φαίνεται σὰν κάποιο ὑπερφυσικὸ καὶ μυστηριῶδες πλάσμα, ποὺ ἔρχεται καὶ ξανάρχεται στὸν κόσμο. Οἱ Ἰουδαῖοι περιμένανε νὰ ξανάρθει στὸν κόσμο, γιὰ τοῦτο θαρρούσανε πὼς ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ἤτανε ὁ Ἠλίας. Καὶ τότε ποὺ ρώτησε ὁ Χριστὸς τοὺς μαθητὲς του «Ποιός, λένε, πὼς εἶμαι, οἱ ἄνθρωποι;», τοῦ ἀπαντήσανε πὼς λέγανε πὼς ἤτανε ὁ Ἠλίας ἢ κάποιος ἄλλος ἀπὸ τοὺς προφῆτες. Ὁ προφήτης Μαλαχίας, ποὺ ἔζησε πολὺ ὑστερώτερα ἀπὸ τὸν Ἠλία, λέγει: «Τάδε λέγει Κύριος Παντοκράτωρ. Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστελῶ ὑμῖν Ἠλίαν τὸν Θεσβίτην, πρὶν ἢ ἐλθεῖν τὴν ἡμέραν Κυρίου τὴν μεγάλην καὶ ἐπιφανῆ», καὶ πολλοὶ τὸ ἐξηγήσανε πὼς ὁ Ἠλίας θἄρθη πάλι στὸν κόσμο πρὶν ἀπὸ τὴ Δευτέρα Παρουσία καὶ θὰ μαρτυρήσει.
Σὲ ὅλα μοιάζει μ᾿ αὐτὸν ὁ Πρόδρομος, γι᾿ αὐτὸ οἱ ἀπόστολοι κ᾿ οἱ ἄλλοι Ἑβραῖοι ὑποπτευόντανε μήπως ἤτανε ὁ Ἠλίας ξαναγεννημένος. Ὕστερα ἀπὸ τὴ Μεταμόρφωση, σὰν κατεβήκανε ἀπὸ τὸ βουνὸ οἱ τρεῖς μαθητάδες μὲ τὸν Χριστό, τὸν ρωτήσανε: «Οἱ γραμματεῖς λένε πὼς ὁ Ἠλίας πρέπει νἄρθει πρῶτα. Ἐσὺ τί λές;» Κι᾿ ὁ Χριστὸς τοὺς ἀποκρίθηκε: «Ὁ Ἠλίας ἔρχεται πρῶτα καὶ θὰ τ᾿ ἀποκαταστήσει ὅλα· ἀλλὰ σᾶς λέγω πὼς ὁ Ἠλίας ἦρθε κιόλας, καὶ δὲν τὸν γνωρίσανε, ἀλλὰ τοῦ κάνανε ὅσα θελήσανε· τὰ ἴδια μέλλεται νὰ πάθει καὶ ὁ γυιὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀπ᾿ αὐτούς». Τότε καταλάβανε οἱ μαθητὲς πὼς γιὰ τὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστὴ τοὺς εἶπε (Ματθ. ιστ´, 10). Ρωτήσανε οἱ μαθητὲς τὸν Χριστὸ γιὰ τὸν Ἠλία, ἐπειδὴ τὸν εἴχανε δεῖ πρὶν ἀπὸ λίγο, ἀπάνω στὸ Θαβώρ, νὰ φανερώνεται μαζὶ μὲ τὸν Μωυσῆ, τὴν ὥρα ποὺ μεταμορφώθηκε ὁ Χριστός, καὶ νὰ μιλᾶ μαζί του, μὲ ὅλο ποὺ εἶχε ζήσει σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο πρὶν ἀπὸ 800 χρόνια.
Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴ Σταύρωση, σὰν φώναξε ὁ Χριστὸς «Ἠλὶ ἠλί, λαμὰ σαβαχθανί», κάποιοι ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους ποὺ στεκόντανε κοντὰ στὸ σταυρὸ λέγανε πὼς θὰ φώναζε τὸν Ἠλία νὰ τὸν βοηθήσει: «Τινὲς δὲ τῶν ἐκεῖ ἑστώτων ἀκούσαντες ἔλεγον ὅτι Ἠλίαν φωνεῖ οὗτος» (Ματθ. κζ´, 46). Παντοῦ πλανιέται ὁ ἴσκιος του. Συνέχεια
Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Ἁγίου Λαζάρου,
π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν
Τὸ προοίμιο τοῦ Σταυροῦ.
«Τὴν ψυχωφελῆ, πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν, καὶ τὴν Ἁγίαν Ἑβδομάδα τὸ σόν πάθος, αἰτοῦμεν κατιδεῖν Φιλάνθρωπε …» Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ στιχηροῦ στὸν ἑσπερινό τῆς Παρασκευῆς, πρὶν τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, τελειώνει ἡ Μεγάλη Σαρακοστή. Μπαίνουμε πιὰ στὴν «Ἁγία Ἑβδομάδα», στὴν περίοδο τοῦ ἑορτασμοῦ τῶν παθῶν τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θανάτου καὶ τῆς Ἀναστάσεώς Του. Περίοδος ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου.
Τὰ γεγονότα τῆς διπλῆς γιορτῆς, ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου καὶ ἡ εἴσοδος τοῦ Κυρίου στὰ Ἱεροσόλυμα, ἀναφέρονται στὰ λειτουργικὰ κείμενα σὰν «προοίμιο τοῦ Σταυροῦ». Ἔτσι, γιὰ νὰ καταλάβουμε καλύτερα αὐτὰ τὰ γεγονότα, θὰ πρέπει νὰ τὰ δοῦμε μέσα στὰ πλαίσια τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας.
Τὸ κοινὸ ἀπολυτίκιο τῶν δύο αὐτῶν ἡμερῶν: «τὴν κοινὴν ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον, Χριστὲ ὁ Θεός…» μᾶς βεβαιώνει, μὲ κατηγορηματικὸ τρόπο, γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς κοινῆς ἀνάστασης. Εἶναι πολὺ σημαντικὸ ὅτι μία ἀπὸ τὶς μεγάλες γιορτὲς τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ θριαμβευτικὴ εἴσοδος τοῦ Κυρίου στὰ Ἱεροσόλυμα, γίνεται ὁ ὁδηγὸς στὴν πορεία μας μέσα στὸ σκοτάδι τοῦ Σταυροῦ. Ἔτσι τὸ φῶς καὶ ἡ χαρὰ λάμπουν ὄχι μόνο στὸ τέλος τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας ἀλλὰ καὶ στὴν ἀρχή της. Τὸ φῶς καὶ ἡ χαρὰ φωτίζουν αὐτὸ τὸ σκοτάδι καὶ ἀποκαλύπτουν τὸ βαθὺ καὶ τελικὸ νόημά του.
Ὅλοι ὅσοι εἶναι ἐξοικειωμένοι μὲ τὴν Ὀρθόδοξη λατρεία γνωρίζουν τὸν ἰδιότυπο, σχεδὸν παράδοξο, χαρακτήρα τῶν ἀκολουθιῶν τοῦ Σαββάτου τοῦ Λαζάρου. Εἶναι, θὰ λέγαμε, Κυριακὴ καὶ ὄχι Σάββατο, δηλαδὴ ἔχουμε μέσα στὸ Σάββατο ἀναστάσιμη ἀκολουθία. Ξέρουμε ὅτι τὸ Σάββατο εἶναι βασικὰ ἀφιερωμένο στοὺς τεθνεῶτες καὶ ἡ Θεία Λειτουργία γίνεται στὴ μνήμη τους. Ὅμως τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου εἶναι διαφορετικό. Ἡ χαρὰ ποὺ διαποτίζει τὶς ἀκολουθίες αὐτῆς τῆς ἡμέρας τονίζει ἕνα κεντρικὸ θέμα: τὴν ἐπερχόμενη νίκη τοῦ Χριστοῦ κατὰ τοῦ Ἅδη.
Ἅδης εἶναι ὁ βιβλικὸς ὅρος ποὺ χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ ὁρίσει τὸ θάνατο μὲ τὴν παγκόσμια δύναμή του, ποὺ μὲ τὰ ἀδιαπέραστα σκότη καὶ τὴ φθορὰ καταπίνει κάθε ζωὴ καὶ δηλητηριάζει ὁλόκληρο τὸ σύμπαν. Ἀλλὰ τώρα, μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, ὁ «θάνατος ἀρχίζει νὰ τρέμει». Ἀκριβῶς ἀπὸ δῶ ἀρχίζει ἡ ἀποφασιστικὴ μονομαχία ἀνάμεσα στὴ Ζωὴ καὶ τὸ Θάνατο καὶ μᾶς προσφέρει τὸ κλειδὶ γιὰ μία πλήρη κατανόηση τοῦ λειτουργικοῦ μυστηρίου τοῦ Πάσχα. Συνέχεια
Ἡ καινούργια κτίση
Metr.Anthony Bloom
Τιμοῦμε
τὴ μνήμη τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ. Ὅλοι τὸν θυμοῦνται σὰν τὸ πρόσωπο τὸ ὁποῖο ἀμφισβήτησε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ὅταν τοῦ μίλησαν γι’ αὐτὴν οἱ ἄλλοι μαθητὲς σπάνια ὅμως ρωτοῦμε τοὺς ἑαυτοὺς μας τί ἄνθρωπος ἦταν καὶ ποιοὶ λόγοι τὸν ἔκαναν νὰ ἀμφιβάλλει.
Ἂν ἐξαιρέσουμε τὴν ἐκλογή του σὲ ἀπόστολο ἀπὸ τὸν Χριστό, ὁ Ἅγιος Θωμᾶς ἀναφέρεται μόνο δύο φορὲς στὰ Εὐαγγέλια. Ἡ πρώτη ἀναφορὰ εἶναι πολὺ σημαντικὴ (Ἰω. 11. 7- 16): Ὅταν ὁ Χριστὸς λέει στοὺς μαθητές Του ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστρέψει στὴν Ἰουδαία γιὰ νὰ ἀναστήσει τὸ φίλο Του Λάζαρο ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ἐκεῖνοι προσπαθοῦν νὰ Τὸν πείσουν νὰ μείνει μακριὰ ἀπὸ τὴν ἐπικίνδυνη καὶ φονικὴ Ἱερουσαλὴμ καὶ μόνο ὁ Θωμᾶς λέει: «ἄγωμεν καὶ ἡμεῖς ἵνα ἀποθάνωμεν μετ’ αὐτοῦ». Ἦταν διατεθειμένος, πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὅταν οἱ μαθητὲς ἔβλεπαν στὸν Κύριο ἁπλῶς ἕνα δάσκαλο, νὰ πεθάνει μαζί Του ἀπὸ ἀγάπη καὶ ἀφοσίωση. Ἦταν ἕτοιμος ἁπλῶς νὰ πεθάνει, ὄχι νὰ ἐπιδιώξει ὁ,τιδήποτε, μόνο νὰ μοιραστεῖ τὸ ριζικό Του.
Αὐτὸς λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἦταν ἕτοιμος μὲ τόση ἀφοσίωση νὰ μοιραστεῖ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὸ θάνατο ρωτᾶ τοὺς ἄλλους μαθητὲς λέγοντας: «Εἶναι δυνατό;» Λένε στὸ Θωμᾶ πὼς ἔχουν δεῖ τὸν ἀναστημένο Χριστὸ κι ἐκεῖνος δὲν μπορεῖ νὰ τὸ πιστέψει. Γιὰ ποιὸ λόγο; Μήπως γιὰ τὸ λόγο ὅτι πρὶν ἀπὸ τὴν Πεντηκοστή, πρὶν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατέβει στοὺς Ἀποστόλους ἐκεῖνοι παρέμεναν οἱ ἴδιοι δειλοὶ ἄνθρωποι, συχνὰ ἀνίκανοι νὰ κατανοήσουν, συχνὰ ἀμφιρρεπεῖς, ὅπως ὑπῆρξαν καὶ στὸ παρελθόν; Πῶς μποροῦσε νὰ πιστέψει ὅταν ἡ μόνη ἔνδειξη γιὰ τὴν Ἀνάσταση ἦταν τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι χαιρόντουσαν χωρὶς νὰ ἔχουν γίνει καθόλου διαφορετικοὶ ἀπ’ αὐτὸ ποὺ πάντοτε ὑπῆρξαν; Γιὰ νὰ μπορέσει νὰ δεχτεῖ τὰ νέα τῆς Ἀνάστασης χρειαζόταν μία ἀπόδειξη πέρα ἀπὸ τὰ χαρούμενα λόγια τῶν ἀποστόλων διότι καταλάβαινε ὅτι ἂν ὁ Χριστὸς εἶχε ἀναστηθεῖ τότε τὸ κάθε τι στὸν κόσμο εἶχε ἀλλάξει, ὅτι δὲν ἦταν ὁ θάνατος ἀλλὰ ἡ ζωὴ ποὺ εἶχε τὸν τελευταῖο λόγο, ὅτι ἡ τελικὴ νίκη δὲν ἀνῆκε στὸν ἄνθρωπο ἀλλὰ στὸν Θεό, ὅτι εἶχε ὑπερισχύσει ἡ ἀγάπη, ὄχι τὸ μίσος. Καταλάβαινε ὅτι ὁ κόσμος θὰ ‘πρεπε νὰ εἶχε γίνει καινούριος ἐφ’ ὅσον ὁ Θεὸς τὸν εἶχε ἐπισκεφθεῖ καὶ μεταμορφώσει ἀπὸ κόσμο ἄσκοπης, κάποτε πολύχρονης μὰ παροδικῆς ζωῆς σὲ κόσμο αἰωνιότητας. Συνέχεια
«Ἡ Φιλοκαλικὴ Ἀναγέννησι τοῦ XVIII καὶ XIX αἰ.
Μητρ. Μαυροβουνίου κ. Ἀμφιλοχίου (Ράντοβιτς)
Τὸ κέρδος τοῦ χρόνου καὶ ἡ ἀπώλεια τοῦ νοήματος
Τὸ φιλοκαλικὸ κίνημα, γνωστὸ ὡς «τὸ κίνημα τῶν Κολλυβάδων», εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ ἀξιόλογα πνευματικὰ φαινόμενα καὶ ἀπὸ τὶς πιὸ γόνιμες πνευματικὲς κινήσεις μέσα στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθοδοξίας τὴν ἐποχὴ τῆς Τουρκοκρατίας.
Σὲ ὅλους εἶναι γνωστὸ τὸ ρῆγμα ποὺ ἄνοιξε στὴν ἱστορία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ τῶν ὀρθόδοξων λαῶν ἡ κατάκτησι τῶν χωρῶν τους ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς κατὰ τὸν ΙΔ΄ καὶ IE΄ αἰ. Ἐκεῖνο ποὺ διέσωσε τὴν αὐτοσυνειδησία τους καὶ τὴν ἱερὴ ἀνάμνησι ὅτι ἀποτελοῦν ἕνα περιούσιο Λαὸ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ Ἐκκλησία ποὺ ἀνανεώθηκε ἀπὸ τὸν ἡσυχασμὸ στὴν ἀρχὴ ἀκριβῶς αὐτῆς τῆς κρίσιμης ἐποχῆς γιὰ τὴν ὀρθόδοξη Ἀνατολή.
Ἡ ἐξασθένησι τῆς ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ἡ ἀνάπτυξι τῶν ἄλλων βαλκανικῶν ὀρθόδοξων κρατῶν καὶ τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, οἱ συγκρούσεις μεταξὺ τῶν χωρῶν αὐτῶν καὶ οἱ ἐσωτερικές τους ἀκαταστασίες κ.λπ. εἶχαν κατὰ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἤδη προκαλέσει ὄχι μόνο μιὰ κρίσι κοινωνικῶν δομῶν ἀλλὰ καὶ μιὰ βαθύτερη πνευματικὴ κρίσι, ἡ ὁποία κατὰ κανόνα προηγεῖται ὅλων τῶν ἄλλων. Ἡ κρίσι αὐτὴ ἦταν μιὰ σοβαρὴ πρόκλησι, ποὺ βρῆκε ἀπάντησι καὶ λύσι στὸν ἡσυχασμό.
Ὁ ἡσυχασμός, μὲ τὴ βαθιὰ πνευματικὴ ἐμπειρία του καὶ μὲ τὴ στηριγμένη σ’ αὐτὴ ἐξ ἴσου βαθιὰ πίστι στὴν πραγματικὴ παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν ἱστορία καὶ σ’ ὅλα τὰ ἱστορικὰ γεγονότα, στερέωσε τὴν κλονιζόμενη ἑνότητα τῶν ὀρθοδόξων καὶ ἀνανέωσε τὴ μοναδικὴ καὶ ἀσάλευτη ἐλπίδα καὶ ἐμπιστοσύνη τους στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἡσυχασμός, λοιπόν, δὲν ἦταν μόνο ὀρθόδοξη θεωρητικὴ ἀπάντησι στὸ σύγχρονό του φιλοσοφικὸ καὶ θεολογικὸ προβληματισμὸ τῆς Δύσεως ἢ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς σκέψεως. Ταυτόχρονα εἶχε καὶ συγκεκριμένη ἱστορικὴ ἀποτελεσματικότητα, πολύτιμη γιὰ τὴν ἐπιβίωση τῶν ὀρθοδόξων λαῶν καὶ τὴ διατήρησι τῆς καθολικῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς Ἐκκλησίας στοὺς καιροὺς τῶν δεινῶν τῆς τουρκοκρατίας. Συνέχεια
Στὸν Στὸν εὐαγγελισμὸ τῆς πανυπέραγνης Δέσποινάς μας Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας
Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς
1. O ψαλμωδὸς προφήτης, ἀπαριθμώντας τὰ εἴδη τῆς δημιουργίας καὶ καθορώντας τὴν ἀποτεθειμένη σʼ αὐτὰ σοφία τοῦ Θεοῦ, γεμάτος θαυμασμὸ ὁλόκληρος, ἐκεῖ ποὺ ἔγραφε ἀνεφώνησε· «πόσο μεγαλοπρεπῆ εἶναι τὰ ἔργα σου, Κύριε, ὅλα τὰ ἔπλασες μὲ σοφία!».
Σʼ ἐμένα τώρα, πού ἐπιχειρῶ νὰ ἐξαγγείλω κατὰ δύναμι τὴν σαρκικὴ ἐπιφάνεια τοῦ Λόγου πού ἔκτισε τὰ πάντα, ποιὸς λόγος θὰ μοῦ ἀρκέση γιὰ ἐξύμνησι; Ἐὰν πραγματικὰ τὰ ὄντα εἶναι γεμάτα θαῦμα καὶ τὸ ὅτι αὐτὰ προῆλθαν στὴν ὕπαρξι ἀπὸ μὴ ὄντα εἶναι θεῖο καὶ πολυύμνητο, πόσο θαυμασιώτερο καὶ θειότερο εἶναι καὶ πόσο ἀναγκαιότερο εἶναι νὰ ὑμνῆται ἀπὸ μᾶς τὸ νὰ γίνη κάποιο ἀπὸ τὰ ὄντα θεός, καὶ ὄχι ἁπλῶς θεός, ἀλλὰ ὁ ὄντως ὧν Θεός, καὶ μάλιστα ἡ φύσις μας ποὺ δὲν μπόρεσε ἢ δὲν θέλησε οὔτε τὸν χαρακτήρα κατὰ τὸν ὁποῖο ἔγινε νὰ φυλάξη καὶ γιʼ αὐτὸ δικαίως ἀπωθήθηκε στὰ κατώτατα μέρη τῆς γῆς; Διότι τόσο μεγάλο καὶ θεῖο, τόσο ἀπόρρητο καὶ ἀκατανόητο εἶναι τὸ ὅτι ἡ φύσις μας ἔγινε ὁμόθεος καὶ ὅτι δι’ αὐτῆς μᾶς χαρίσθηκε ἡ ἐπάνοδος στὸ καλύτερο ὥστε τοῦτο καὶ στοὺς ἁγίους ἀγγέλους καὶ στοὺς ἀνθρώπους, ἀκόμη καὶ στοὺς προφῆτες, ἂν καὶ αὐτοὶ βλέπουν διὰ Πνεύματος, νὰ μένη στὴν πραγματικότητα ἀνεπίγνωστο, μυστήριο ποὺ εἶναι κρυμμένο ἀπὸ τὸν αἰώνα. Καὶ γιατί ἀναφέρω μόνο πρὶν πραγματοποιηθῆ; Διότι καὶ ὅταν ἔγινε, πάλι μένει μυστήριο, ὄχι βέβαια ὅτι ἔγινε ἀλλὰ πῶς ἔγινε· μυστήριο πιστευόμενο ἀλλὰ μὴ γινωσκόμενο, προσκυνούμενο, ἀλλὰ μὴ πολυπραγμονούμενο, προσκυνούμενο δὲ καὶ πιστευόμενο διὰ μόνου τοῦ Πνεύματος· «διότι κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ εἰπῆ Κύριον Ἰησοῦ, παρὰ στὸ ἅγιο Πνεῦμα», καὶ τὸ Πνεῦμα εἶναι αὐτὸ διὰ τοῦ ὁποίου προσκυνοῦμε καὶ διὰ τοῦ ὁποίου προσευχόμαστε, λέγει ὁ ἀπόστολος. Συνέχεια
«Ἄνθρωπος γίνεται Θεός, ἵνα Θεὸν τὸν Ἀδὰμ ἀπεργάσηται»
π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης
α) Τὸν θρῆνο τοῦ παλαιοῦ Ἀδὰμ μετέτρεψε σὲ ἀνεκλάλητη χαρὰ ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος σήκωσε στοὺς ὤμους του τὸ βάρος τῆς ἀλλοτριωμένης ἀνθρωπότητας καὶ μὲ τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάσταση χάρισε σὲ αὐτὴ τὸν ἁγιασμὸ καὶ τὴ λύτρωση.
Στὸ μυστήριο ὅμως τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ καθοριστικὸ ρόλο ἔπαιξε ἡ πάναγνη Μαρία ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου ἀπευθυνόμενος πρὸς αὐτὴν γράφει: «Χαῖρε τοῦ πεσόντος Ἀδὰμ ἡ ἀνάκλησις».
β) Σύμφωνα μὲ τὸν Συναξαριστή, «ὁ φιλάνθρωπος καὶ ἐλεήμων Θεός, ὡς Πατὴρ φιλόστοργος, θεωρῶν τὸ πλάσμα τῶν χειρῶν αὐτοῦ κατατυραννούμενον ἀπὸ τὸν διάβολον, καὶ κατασυρόμενον εἰς τὰ πάθη τῆς ἀτιμίας, καὶ εἰς τὴν εἰδωλολατρείαν ὑποκείμενον, ἠθέλησε νὰ ἀποστείλη τὸν Υἱὸν του τὸν μονογενῆ, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, διὰ νὰ λυτρώση αὐτὸ ἀπὸ τὰς χείρας του. Ἐνεπιστεύθη τὸ μυστήριον αὐτὸ εἰς τὸν ἀρχάγγελον Γαβριήλ».
γ) «Ὅθεν ἐλθών ὁ Ἄγγελος εἰς πόλιν Ναζαρέτ, εἶπεν αὐτῇ· Χαῖρε κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ. H δὲ Παρθένος πρὸς τὸν Ἄγγελον· Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου».
Μὲ τοὺς λόγους αὐτοὺς ἡ ἁγνὴ Μαρία ἐξ ὀνόματος ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας συγκατένευσε στὴν προαιώνια Θεία βουλή. Κι ἐνῶ ἡ παρακοὴ τῆς προμήτορος Εὔας εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴ διακοπὴ τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Θεό, ἡ ὑπακοὴ τῆς ταπεινῆς κόρης στὸ μήνυμα τοῦ ἀγγέλου σήμανε τὴν ἔναρξη μίας νέας σχέσης μὲ Αὐτόν. Συνέχεια
Στήν Ἁγία Μαρία Θεοτόκο
Ἅγιος Ἡσύχιος Ἱεροσολύμων
Κάθε γλώσσα, εὐγνώμονου ἀνθρώπου, ὅπως εἶναι φυσικό, τιμᾶ τήν Παρθένο καί Θεοτόκο, καί μιμεῖται ὅσο τοῦ ἐπιτρέπουν οἱ δυνάμεις του τόν ἄρχοντα τῶν ἀγγέλων Γαβριήλ. Ἄλλος Τῆς ἀπευθύνει τό «χαῖρε», ἐξαιτίας τοῦ Κυρίου πού γεννήθηκε ἀπό Αὐτήν καί ἐμφανίσθηκε στό ἀνθρώπινο γένος ὡς ἄνθρωπος. Ἄλλος Τῆς ἀπευθύνει τό λόγο καί λέει: «ὁ Κύριος προέρχεται ἀπό Σένα» (Λουκ. 1, 28). Ὁ ἕνας Τήν ἐπονομάζει Μητέρα τοῦ φωτός, ὁ ἄλλος Ἀστέρι τῆς ζωῆς. Ἄλλος Τήν ἀποκαλεῖ Θρόνο τοῦ Θεοῦ, ἄλλος Ναό πλατύτερο ἀπό τόν οὐρανό καί ἄλλος Καθέδρα ὄχι κατώτερη ἀπό τήν καθέδρα ἐκείνη τῶν Χερουβείμ.
Ἄλλος πάλι Τήν ὀνομάζει Κῆπο ἄσπαρτο, εὔφορο, ἀκαλλιέργητο· ἀμπέλι μέ ἄφθονα σταφύλια, ἀκμαῖο, ἀνέγγιχτο· τρυγόνα καθαρή, περιστέρα ἁγνή· σύννεφο πού συλλαμβάνει τίς βροχές χωρίς φθορά· σάκκο πού κρύβει μαργαριτάρι λαμπρότερο ἀπό τόν ἥλιο· μεταλλεῖο ἀπό τό ὁποῖο προέρχεται ὁ λίθος πού καλύπτει ὅλη τή γῆ, χωρίς κανένας νά τόν λατομεῖ (Δαν. 2,45)· πλοῖο γεμάτο ἀπό φορτίο καί πού δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό κυβερνήτη· θησαυροφυλάκιο πού φέρνει πλοῦτο.
Ἄλλοι πάλι Τήν ὀνομάζουν λυχνάρι χωρίς φιτίλι, πού ἀνάβει ἀπό μόνο του· Κιβωτό πιό πλατειά, πιό ἐπιμήκη καί πιό ἔνδοξη ἀπό ἐκείνη τοῦ Νῶε. Ἐκείνη ἦταν κιβωτός ζώων, ἐνῶ Αὐτή εἶναι ἡ Κιβωτός ζωῆς. Ἐκείνη ἦταν κιβωτός φθαρτῶν ζώων, Αὐτή εἶναι ἡ Κιβωτός τῆς ἄφθαρτης ζωῆς. Ἐκείνη κράτησε τόν Νῶε, ἐνῶ Αὐτή τόν Δημιουργό τοῦ Νῶε. Ἐκείνη εἶχε δύο καί τρεῖς ὀρόφους, ἐνῶ Αὐτή ὅλο τό πλήρωμα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Γιατί καί τό Πνεῦμα ἦταν παρόν, καί ὁ Πατέρας Τήν ἐπισκίασε, καί ὁ Υἱός κατασκήνωσε μέσα Της, ὡς βρέφος κυοφορούμενος. Λέει ἡ Ἁγία Γραφή: «Πνεῦμα Ἅγιο θά ἔρθει ἐπάνω σου καί θά σέ ἐπισκιάσει ἡ δύναμη τοῦ Ὑψίστου. Γι᾽ αὐτό καί τό ἅγιο πού θά γεννηθεῖ, θά ὀνομασθεῖ Υἱός τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 1,35).
Βλέπεις πόσο μεγάλο εἶναι τό ἀξίωμα τῆς Θεοτόκου Παρθένου; Γιατί ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ Δημιουργός τοῦ κόσμου, κρατήθηκε ἀπό Αὐτήν ὡς βρέφος, καί ξαναέπλασε τόν Ἀδάμ, καί ἁγίασε τήν Εὔα, καί κατάργησε τό δράκοντα, καί ἄνοιξε τόν παράδεισο, καί ἄφησε ἄφθαρτη τή σφραγίδα τῆς παρθενικῆς μήτρας. Πολύ φυσικά καί σύμφωνα μέ τή λογική καί τά δύο. Ἄνοιξε τόν παράδεισο, ἐπειδή ἐπρόκειτο νά φέρει καί νά ὁδηγήσει ὁ Ἴδιος μέσα τό Ληστή καί ὅλους τούς κληρονόμους τῆς Συνέχεια
Ἀνέστη Χριστός, ἡ δοκιμασία τοῦ λογικοῦ
Φ. Κόντογλου
Ἡ πίστη τοῦ χριστιανοῦ δοκιμάζεται μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ σὰν τὸ χρυσάφι στὸ χωνευτήρι. Ἀπ᾿ ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ πλέον ἀπίστευτο πράγμα, ὁλότελα ἀπαράδεκτο ἀπὸ τὸ λογικό μας, ἀληθινὸ μαρτύριο γιὰ δαῦτο. Μὰ ἴσια-ἴσια, ἐπειδὴ εἶναι ἕνα πράγμα ὁλότελα ἀπίστευτο, γιὰ τοῦτο χρειάζεται ὁλόκληρη ἡ πίστη μας γιὰ νὰ τὸ πιστέψουμε. Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι λέμε συχνὰ πὼς ἔχουμε πίστη, ἀλλὰ τὴν ἔχουμε μονάχα γιὰ ὅσα εἶναι πιστευτὰ ἀπ᾿ τὸ μυαλό μας. Ἀλλὰ τότε, δὲν χρειάζεται ἡ πίστη, ἀφοῦ φτάνει ἡ λογική. Ἡ πίστη χρειάζεται γιὰ τὰ ἀπίστευτα.
Οἱ πολλοὶ ἄνθρωποι εἶναι ἄπιστοι. Οἱ ἴδιοι οἱ μαθητάδες τοῦ Χριστοῦ δὲν δίνανε πίστη στὰ λόγια τοῦ δασκάλου τους ὅποτε τοὺς ἔλεγε πὼς θ᾿ ἀναστηθῆ, μ᾿ ὅλο τὸ σεβασμὸ καὶ τὴν ἀφοσίωση ποὺ εἶχαν σ᾿ Αὐτὸν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη στὰ λόγια του. Καὶ σὰν πήγανε οἱ Μυροφόρες τὴν αὐγὴ στὸ μνῆμα τοῦ Χριστοῦ, κ᾿ εἴδανε τοὺς δυὸ ἀγγέλους ποὺ τὶς μιλήσανε, λέγοντας σ᾿ αὐτὲς πὼς ἀναστήθηκε, τρέξανε νὰ ποῦμε τὴ χαροποιὰ τὴν εἴδηση στοὺς μαθητές, ἐκεῖνοι δὲν πιστέψανε τὰ λόγια τους, ἔχοντας τὴν ἰδέα πὼς ἤτανε φαντασίες: «Καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος (τρέλα) τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς»…
Βλέπεις καταπάνω σὲ πόση ἀπιστία ἀγωνίσθηκε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός; Καὶ στοὺς ἴδιους τοὺς μαθητάδες του. Εἶδες μὲ πόση μακροθυμία τὰ ὑπόμεινε ὅλα; …Καὶ μ᾿ ὅλα αὐτὰ, ἴσαμε σήμερα οἱ περισσότεροι ἀπὸ μᾶς εἴμαστε χωρισμένοι ἀπὸ τὸν Χριστὸ μ᾿ ἕνα τοῖχο παγωμένον, τὸν τοῖχο τῆς ἀπιστίας. Ἐκεῖνος ἀνοίγει τὴν ἀγκάλη του καὶ μᾶς καλεῖ κ᾿ ἐμεῖς τὸν ἀρνιόμαστε. Μᾶς δείχνει τὰ τρυπημένα χέρια του καὶ τὰ πόδια του, κ᾿ ἐμεῖς λέμε πὼς δὲν τὰ βλέπουμε. Συνέχεια
![PENTHKOSTH..[1]](http://www.imaik.gr/wp-content/uploads/PENTHKOSTH..1-233x300.jpg)
![pentecostB[1]](http://www.imaik.gr/wp-content/uploads/pentecostB1-203x300.jpg)
