Νοέμβριος 2022
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930  

«Ἡ Φιλοκαλικὴ Ἀναγέννησι τοῦ XVIII καὶ XIX αἰ.

Μητρ. Μαυροβουνίου κ. Ἀμφιλοχίου (Ράντοβιτς)

 img050=Τὸ κέρδος τοῦ χρόνου καὶ ἡ ἀπώλεια τοῦ νοήματος

Τὸ φιλοκαλικὸ κίνημα, γνωστὸ ὡς «τὸ κίνημα τῶν Κολλυβάδων», εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ ἀξιόλογα πνευματικὰ φαινόμενα καὶ ἀπὸ τὶς πιὸ γόνιμες πνευματικὲς κινήσεις μέσα στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθοδοξίας τὴν ἐποχὴ τῆς Τουρκοκρατίας.

Σὲ ὅλους εἶναι γνωστὸ τὸ ρῆγμα ποὺ ἄνοιξε στὴν ἱστορία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ τῶν ὀρθόδοξων λαῶν ἡ κατάκτησι τῶν χωρῶν τους ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς κατὰ τὸν ΙΔ΄ καὶ IE΄ αἰ. Ἐκεῖνο ποὺ διέσωσε τὴν αὐτοσυνειδησία τους καὶ τὴν ἱερὴ ἀνάμνησι ὅτι ἀποτελοῦν ἕνα περιούσιο Λαὸ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ Ἐκκλησία ποὺ ἀνανεώθηκε ἀπὸ τὸν ἡσυχασμὸ στὴν ἀρχὴ ἀκριβῶς αὐτῆς τῆς κρίσιμης ἐποχῆς γιὰ τὴν ὀρθόδοξη Ἀνατολή.

Ἡ ἐξασθένησι τῆς ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ἡ ἀνάπτυξι τῶν ἄλλων βαλκανικῶν ὀρθόδοξων κρατῶν καὶ τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, οἱ συγκρούσεις μεταξὺ τῶν χωρῶν αὐτῶν καὶ οἱ ἐσωτερικές τους ἀκαταστασίες κ.λπ. εἶχαν κατὰ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἤδη προκαλέσει ὄχι μόνο μιὰ κρίσι κοινωνικῶν δομῶν ἀλλὰ καὶ μιὰ βαθύτερη πνευματικὴ κρίσι, ἡ ὁποία κατὰ κανόνα προηγεῖται ὅλων τῶν ἄλλων. Ἡ κρίσι αὐτὴ ἦταν μιὰ σοβαρὴ πρόκλησι, ποὺ βρῆκε ἀπάντησι καὶ λύσι στὸν ἡσυχασμό.

Ὁ ἡσυχασμός, μὲ τὴ βαθιὰ πνευματικὴ ἐμπειρία του καὶ μὲ τὴ στηριγμένη σ’ αὐτὴ ἐξ ἴσου βαθιὰ πίστι στὴν πραγματικὴ παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν ἱστορία καὶ σ’ ὅλα τὰ ἱστορικὰ γεγονότα, στερέωσε τὴν κλονιζόμενη ἑνότητα τῶν ὀρθοδόξων καὶ ἀνανέωσε τὴ μοναδικὴ καὶ ἀσάλευτη ἐλπίδα καὶ ἐμπιστοσύνη τους στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἡσυχασμός, λοιπόν, δὲν ἦταν μόνο ὀρθόδοξη θεωρητικὴ ἀπάντησι στὸ σύγχρονό του φιλοσοφικὸ καὶ θεολογικὸ προβληματισμὸ τῆς Δύσεως ἢ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς σκέψεως. Ταυτόχρονα εἶχε καὶ συγκεκριμένη ἱστορικὴ ἀποτελεσματικότητα, πολύτιμη γιὰ τὴν ἐπιβίωση τῶν ὀρθοδόξων λαῶν καὶ τὴ διατήρησι τῆς καθολικῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς Ἐκκλησίας στοὺς καιροὺς τῶν δεινῶν τῆς τουρκοκρατίας.

Ὁ IE΄ αἰ. διατηρεῖ ἀκόμα ζωντανὴ ἀνάμνησι αὐτῆς τῆς ἡσυχαστικῆς ἀναγεννήσεως, ἐνῷ ἀποτελεῖ συχνὰ καὶ τὴ γνήσια συνέχειά της, παρὰ τὰ τραγικὰ γεγονότα καὶ τὶς δύσκολες συνθῆκες κάτω ἀπὸ τὶς ὁποῖες ζοῦν οἱ ὀρθόδοξοι λαοὶ αὐτὴ τὴν ἱστορικὴ περίοδο. Τὸν IΣT΄ καὶ τὸ πρῶτο μισὸ τοῦ IZ΄ αἰ. συντηρεῖται ἁπλῶς ἡ παράδοσι, ἀλλὰ δὲν εἶναι πλέον σὲ θέσι, λόγῳ τῶν περιστάσεων καὶ τῆς ἐλλείψεως παιδείας, νὰ δώση νέους καρπούς.

Τὸ IZ΄ αἰ. ἡ ὀρθόδοξη ἀνατολὴ ἀνοίγεται ὁλοένα καὶ περισσότερο πρὸς τὴ Χριστιανικὴ Δύσι, ἔτσι ὥστε νὰ ἀναβιώσουν παλαιὲς διαμάχες ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποστῆ ἡ Ἀνατολὴ νέες ἐπιδράσεις ἀπὸ τὴ σύγχρονη δυτικὴ σκέψη καὶ στάσι ζωῆς. Εἶναι γνωστὸ ὅτι τότε πολλοὶ Ἕλληνες ἐκπαιδεύονται στὰ πανεπιστήμια τῆς Δύσεως καὶ μεταφέρουν τὶς ἰδέες τῆς Ἀναγεννήσεως στὴν ὀρθόδοξη Ἀνατολή. Μερικοὶ ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς λογίους ἱδρύουν καὶ σχολεῖα, στὰ ὁποῖα διδάσκουν νέες ἐπιστῆμες καθὼς καὶ θεολογία καὶ φιλοσοφία κατὰ τὰ δυτικὰ πρότυπα.

Στὸ ἅγιο Ὄρος, ποὺ θὰ γίνει τὸ κέντρο τοῦ φιλοκαλικοῦ κινήματος τὸν IH΄ αἰ., ἱδρύεται αὐτὴ τὴν ἐποχὴ ἡ Ἀθωνιάδα σχολή, ἡ ὁποία θὰ παίξη σπουδαῖο ρόλο στὶς πνευματικὲς ζυμώσεις ἰδιαίτερα μὲ τὴν ἐκεῖ παρουσία τοῦ Εὐγένιου Βούλγαρη.

Εἶναι μιὰ περίοδος κατὰ τὴν ὁποία ὅλοι ἀναζητοῦν τὴν ἀναγέννησι τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ὀρθοδόξων λαῶν⋅ μόνο ποὺ οἱ μὲν στηρίζονται στὴν πολιτιστικὰ πιὸ ἀναπτυγμένη Δύσι, στὴ δυτικὴ ἐπιστήμη, φιλοσοφία καὶ παιδεία, οἱ δὲ στὴν παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν πατροπαράδοτη πνευματικὴ κληρονομιά. Ἡ σύγκρουσι μεταξὺ τῶν λεγόμενων «νέων φιλοσόφων» ἢ φιλελευθέρων (δυτικῶν) καὶ τῶν παλαιῶν φιλοσόφων ἢ παραδοσιακῶν διευρύνεται ὁλοένα καὶ περισσότερο ὄχι μόνο στὸν ἑλληνικὸ χῶρο ἀλλὰ σ’ ὅλες τὶς ὀρθόδοξες χῶρες, χωρὶς νὰ ἐξαιρεῖται οὔτε ἡ ὀρθόδοξη Ρωσσία.

Ἡ Δύσι ἀσκεῖ παντοῦ μὲ τὴν ἐπιστήμη, τὸ διαφωτισμὸ καὶ τὴν πολιτιστικὴ πρόοδο τεράστια γοητεία. Τὸ πρακτικὸ πνεῦμα της, ἡ πειστικότητα τῆς λογικῆς της καὶ τὰ ἱστορικὰ ἀποτελέσματα τῶν ἰδεῶν της παρουσιάζονται σὲ πολλοὺς ὡς ἰσχυρότατο μέσο γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσι τῶν ὀρθοδόξων λαῶν ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ ὀπισθοδρόμησι καὶ καθυστέρησι τῆς πολιτιστικῆς ἀναπτύξεως.

Ἐκεῖνο ποὺ ὑποβοηθεῖ τοὺς λεγόμενους «φιλελεύθερους» στὶς πεποιθήσεις τους εἶναι πολλὲς φορὲς ἡ ἀδυναμία τῶν παραδοσιακῶν νὰ δικαιολογήσουν θεωρητικὰ καὶ λογικὰ τὴ στάσι τους καὶ νὰ ὑπερασπίσουν τὴν παράδοσι καὶ τὸν παραδεδομένο τρόπο ζωῆς. Τὸ φιλοκαλικὸ κίνημα τοῦ 18ου αἰ. παρουσιάζεται ὡς ἰσχυρὸ ἀντίβαρο στὸν ὀρθολογισμὸ τῶν «νέων φιλοσόφων», ἐπειδὴ δὲν σέβεται μόνο τοὺς «τύπους», ἀλλὰ καὶ ἀποσαφηνίζει θεωρητικὰ καὶ ἑρμηνεύει τὰ Λειτουργικὰ καὶ ἄλλα σύμβολα. Γίνεται ἔτσι φανερὸ ὅτι πίσω ἀπὸ τὴ σύγκρουσι τῶν δύο ρευμάτων κρύβεται ὄχι μόνο λογομαχία, ἀλλὰ δυὸ διαφορετικὲς στὴ βάσι ἑρμηνεῖες ὁλόκληρης τῆς ἱστορικῆς καὶ κοσμολογικῆς πραγματικότητας.

Ἡ Φιλοκαλικὴ κίνηση τοῦ 18ου καὶ 19ου αἰ. εἶχε ὡς πρόδρομό της τὸν ὁσιομάρτυρα Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό, τὸν ἰσαπόστολο καὶ διδάσκαλο. Ἀλλὰ οἱ κύριοι φορεῖς της ἦταν οἱ ἑξῆς νεώτεροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας: ὁ ἅγιος Μακάριος Νοταρᾶς (1731-1805), πρώην ἐπίσκοπος Κορινθίας, ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (1749-1809) καὶ ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος. Σπουδαῖο ρόλο ἔπαιξε καὶ ὁ Νεόφυτος ὁ Καυσοκαλυβίτης. Ἀπὸ τοὺς Ἁγιορεῖτες πρέπει νὰ μνημονευθοῦν σὰν πρωτεργάτες καὶ οἱ Ἰάκωβος ὁ Πελοποννήσιος, ὁ Ἀγάπιος ὁ Κύπριος, ὁ Χριστόφορος ὁ Προδρομίτης.

Τὸ κίνημα αὐτὸ ἔδωσε ἀκόμα ἕναν ἅγιο στὴν Ἐκκλησία, τὸν ὅσιο Ἀρσένιο τῆς Πάρου, ἀλλὰ καὶ πολλοὺς ἄλλους ἐνάρετους ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὸ διωγμό τους ἀπὸ τὸ ἅγιο Ὄρος ἢ πάντως μετὰ ἀπὸ μαθητεία ἄμεση ἢ ἔμμεση στοὺς φιλοκαλικοὺς πατέρες τῆς ἐποχῆς, ἀνανέωσαν καὶ δημιούργησαν πολλὰ μοναστήρια καὶ πολλὲς ἑστίες πνευματικῆς ἀναγεννήσεως ὄχι μόνο στὸ ἅγιο Ὄρος, στὰ ἑλληνικὰ νησιά, τὴ Στερεὰ Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλο τὸν ὀρθόδοξο χῶρο.

Ἰδιάζουσα θέσι στὴ Φιλοκαλικὴ αὐτὴ κίνησι κατέχει ὁ ὅσιος Παΐσιος Βελτσκόφσκι, ὁ μεταφραστὴς τῆς Φιλοκαλίας στὴ σλαβονικὴ γλώσσα καὶ κύριος φορέας τῆς πατερικῆς καὶ πνευματικῆς ἀναγεννήσεως στὴ Ρουμανία καὶ στὴ Ρωσσία τοῦ 19ου αἰ. Ἔτσι στὴν ἴδια κίνησι ὀφείλεται καὶ ἡ ἄνθησι καὶ καρποφορία τῆς ἐρήμου τῆς Ὄπτινα στὴ Ρωσσία μὲ ἐπικεφαλῆς τοὺς μεγάλους στάρτσοι: τὸν Ἀβράμιο, τοὺς Μωϋσῆ καὶ Ἀντώνιο, Λεωνίδα καὶ Μακάριο. Στὴν ἴδια κίνησι ἀνήκει καὶ τὸ μεγαλύτερο πνευματικὸ ἀνάστημα τῆς ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τοῦ πε-ρασμένου αἰώνα, ὁ ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σαρώφ.

Ἡ Φιλοκαλικὴ ἀναγέννησι ἦταν μία γνήσια συνέχεια καὶ ἀνανέωσι τῆς ζωντανῆς πατερικῆς παραδόσεως καὶ ταυτόχρονα ἡ ἀπάντησι τῆς Ἐκκλησίας στὰ αἰτήματα τῶν καιρῶν.

Πρῶτα ἀπ’ ὅλα σ’ αὐτὴν ὀφείλεται ἡ ἔκδοσι πολλῶν πατερικῶν κειμένων, ἰδιαίτερα τῶν νηπτικῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἔμπειροι διδάσκαλοι τῆς πνευματικῆς ζώης καὶ προσευχῆς. Λόγῳ τῆς Τουρκοκρατίας, ὅπως εἶναι γνωστό, τὰ πατερικὰ κείμενα εἶχαν γίνει δυσεύρετα.

Ὁ πρῶτος ὁ ὁποῖος ἐπιδόθηκε μὲ μεγάλο ζῆλο στὴν ἀναζήτηση καὶ ἔκδοσι πατερικῶν καὶ ἀσκητικῶν ἔργων ἦταν ὁ Μακάριος Νοταρᾶς. Σ’ αὐτὸν ὀφείλεται ἡ ἔκδοσι (1783) τοῦ περίφημου Εὐεργετινοῦ, ὅπως καὶ τῆς Φιλοκαλίας τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν (1782), ἡ ὁποία ἔγινε ὁρόσημο γιὰ τὴν ἀναγεννητικὴ αὐτὴ κίνησι. Εἰδικὰ γι’ αὐτὴν ὁ Μακάριος Νοταρᾶς συγκέντρωσε κείμενα τριανταέξι Πατέρων καὶ ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων καὶ τὰ παρέδωσε στὸν Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη (1777). Ὁ ὅσιος Νικόδημος ἔκανε κριτικὴ ἐπεξεργασία τῶν κειμένων καὶ ἔγραψε τὸν πρόλογο τῆς συλλογῆς καθὼς καὶ τὶς βιογραφίες τῶν Πατέρων.

Ἡ συνεργασία τῶν δύο ἀνδρῶν πρόσφερε καὶ ἄλλους πνευματικοὺς καρπούς. Στοὺς ἴδιους ὀφείλεται καὶ ἡ ἔκδοσι στὴν κοινὴ διάλεκτο τῶν ἔργων τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου. Ὅτι ἡ κίνησι αὐτὴ ἦταν μία συνέχεια τοῦ ἡσυχασμοῦ τοῦ XIV ἢ XV αἰ. φαίνεται σαφῶς ὄχι μόνο ἀπὸ τὸν τρόπο ζωῆς καὶ σκέψεως τῶν φορέων της ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ φιλοκαλικὸ κίνημα τοῦ 18ου αἰ., τό ὁποῖο παρουσιάζεται ὡς ἰσχυρὸ ἀντίβαρο στὸν ὀρθολογισμὸ τῶν «νέων φιλοσόφων», ἐπειδὴ δὲν σέβεται μόνο τοὺς «τύπους», ἀλλὰ καὶ ἀποσαφηνίζει θεωρητικὰ καὶ ἑρμηνεύει τὰ Λειτουργικὰ καὶ ἄλλα σύμβολα. μεγάλο ἐνδιαφέρον τους γιὰ τὸ βίο καὶ τὰ ἔργα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ.

Εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ Ἀθανάσιος ὁ Πάριος ἔχει ἐκδώσει στὴν κοινὴ διάλεκτο τὸ βίο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, οἱ δὲ ἅγιοι Μακάριος καὶ Νικόδημος συμπεριέλαβαν στὴ Φιλοκαλία τὰ Φυσικά, Θεολογικὰ καὶ Πρακτικὰ κεφάλαιά του, ὅπως καὶ τὴν ἀσκητικὴ πραγματεία του «πρὸς Ξένη μοναχήν». Ὁ ἅγιος Νικόδημος εἶχε ἑτοιμάσει καὶ τὴν ἔκδοσι τῶν Ἁπάντων τοῦ Ἁγίου ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ χειρόγραφα χάθηκαν στὴ Βιέννη. Ὁρόσημο γιὰ τὴ Φιλοκαλικὴ ἀναγέννησι εἶναι ἐπίσης καὶ ἡ ἔκδοσι τοῦ Πηδαλίου. Σ’ αὐτὸ ὁ ὅσιος Νικόδημος συγκέντρωσε τοὺς κανόνες τῶν Ἀποστόλων, τῶν οἰκουμενικῶν καὶ τοπικῶν συνόδων καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων, καθὼς ἐπίσης καὶ τὶς ἐγκεκριμένες ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἑρμηνεῖες τους, στὶς ὁποῖες πρόσθεσε καὶ τὶς δικές του ἑρμηνεῖες. Τὸ Πηδάλιον εἶναι πολύτιμος ὁδηγὸς ὅλων τῶν ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μέχρι σήμερα.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ πολλὰ ἄλλα πνευματικὰ καὶ ἑρμηνευτικὰ ἔργα τοῦ ἁγίου Νικοδήμου ἐξαιρετικῆς σημασίας εἶναι καὶ τὸ Νέον Μαρτυρολόγιον καὶ ὁ Συναξαριστής, ποὺ περιέχει τοὺς βίους τῶν ἁγίων τοῦ ὅλου ἐνιαυτοῦ.

Ἐπίσης καὶ ὁ Ἀθανάσιος ὁ Πάριος ἔγραψε βίους ἁγίων καὶ νεομαρτύρων καὶ μετάφρασε στὴν ἁπλὴ γλώσσα Συναξάρια ὅλων τῶν Κυριακῶν καὶ τῶν μεγάλων ἑορτῶν «ἀξιώσει καὶ προτροπῇ» τοῦ Μακαρίου Νοταρᾶ.

Ἡ στροφὴ στοὺς ἁγίους καὶ μάρτυρας ὡς μοναδικοὺς παιδαγωγοὺς καὶ φωτιστὲς εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ χαρακτηριστικά τῆς Φιλοκαλικῆς ἀναγεννήσεως. Ἀλλὰ ἡ ἐνασχόλησι μὲ τοὺς βίους τους καὶ οἱ ἐκδόσεις τους δὲν εἶναι κάτι τὸ τυχαῖο. Στοὺς διαφωτιστὲς τῆς Εὐρώπης οἱ φιλοκαλικοὶ Πατέρες ἀντιπαράθεσαν τοὺς ἁγίους καὶ στὴν κατὰ κόσμον σοφία τὴν ἔνθεη γνῶσι καὶ ἐμπειρία τους.

Προβάλλοντας τοὺς ἁγίους ὡς μοναδικὰ πρότυπα γιὰ τὴν ἀληθινὴ ἀναγέννησι τοῦ ἀνθρώπου, οἱ φωτισμένοι αὐτοὶ ἄνδρες ἀνανέωσαν στὴ συνείδησι τοῦ λαοῦ καὶ τῶν μοναχῶν τὸ θεσμὸ τῆς πνευματικῆς πατρότητας ὡς εὐαγγελικὸ μέσο ἀγωγῆς καὶ πνευματικῆς προόδου μέσα στὴν Ἐκκλησία. Μόνο οἱ ἅγιοι «ἀναλαβόντες τὴν Χριστοήθειαν» μποροῦν νὰ εἶναι πραγματικοὶ πατέρες καὶ διδάσκαλοι καὶ ὁδηγοὶ πρὸς τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν αἰώνια ζωή.

Μὲ τὸ πνευματικὸ καὶ ἀναμορφωτικὸ ἔργο τῶν διασκορπισμένων σὲ διάφορα μέρη ἔμπειρων Γερόντων τοῦ ἁγίου Ὄρους, ὅπως καὶ τῶν «στάρτσοι» στὶς σλαβικὲς ὀρθόδοξες χῶρες (ἰδιαίτερα στὴ Ρωσσία), ἀνανεώθηκε αὐτὴ τὴν ἐποχὴ ὁ θεσμὸς τοῦ χαρισματούχου πνευματικοῦ πατέρα καὶ καθοδηγοῦ, ποὺ πρόσφερε πλούσιους πνευματικοὺς καρποὺς καὶ προσφέρει ἀκόμα καὶσήμερα.

Τὸ δεύτερο βασικὸ χαρακτηριστικό του Φιλοκαλικοῦ κινήματος εἶναι ἡ ἀναγέννησι τῆς Λειτουργικῆς ζωῆς καὶ ἡ ἀνάπτυξι τῆς θεολογίας τῆς Ὀρθόδοξης Λατρείας. Ἡ λατρευτικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶχε τὴν ἐποχὴ αὐτὴ δύο ἐξ ἴσου σοβαροὺς κινδύνους. Ἀφ’ ἑνὸς νὰ μετατραπῆ ἡ Λογικὴ

Λατρεία ἀπὸ ζῶσα θυσία σὲ τυπολατρία ἤ, ὅπως τὴν ὀνόμασε ὁ Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, σὲ «νεκρολογίαν», ἀφ’ ἑτέρου νὰ χωρισθῆ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ὀνομάζουμε «κανόνα πίστεως», δηλαδὴ τὸ δόγμα, ἀπὸ τὸν «κανόνα προσευχῆς».

Στὴν πρώτη περίπτωσι ἔχουμε τυπικὴ ἐπανάληψι τῶν ἀκολουθιῶν καὶ ἐκτέλεσι τῶν ἱερῶν Μυστηρίων καὶ ἱεροπραξιῶν χωρὶς ἐμβάθυνσι στὸ ἐσωτερικὸ νόημά τους.

Ἔτσι τὰ δόγματα καὶ ἡ ἀλήθεια τῆς Ἀποκαλύψεως μετατρέπονται σὲ ἀφηρημένες ἔννοιες καὶ ἡ Λατρεία ἀποκτᾶ μαγικὸ καὶ νεκροποιὸ χαρακτήρα. Μία τέτοια στάσι ἔναντι τῆς Λατρείας γίνεται ἀναπόφευκτα αἰτία τῆς ἄλλης ἐκτροπῆς ποὺ ἀναφέραμε, τῆς πιὸ ἐπικίνδυνης. Δηλαδὴ τοῦ χωρισμοῦ τοῦ δόγματος ἀπὸ τὴ Λατρεία, τοῦ δόγματος ἀπὸ τὸ Λειτουργικὸ ἦθος. Αὐτὴ ἡ στάσι δὲν ὁδηγεῖ στὴν ἀναζήτησι τοῦ πραγματικοῦ νοήματος τῆς Λατρείας ἀλλὰ στὴν ἄρνησι τῆς ἀξίας της καὶ στὴ θεώρησι ὅτι ἡ Λατρεία εἶναι «φλοιός» (ἡ ἔκφρασι εἶναι τοῦ Ἀ. Κοραῆ) καὶ δὲν παίζει κανένα οὐσιαστικὸ ρόλο.

Ἐξετάζοντας λοιπὸν τὴν ἔριδα περὶ τῆς δυνατότητος τελέσεως τῶν μνημοσύνων τὴν Κυριακὴ, μέσα στὰ γενικὰ πλαίσια τῆς ἐποχῆς καὶ τῶν πνευματικῶν τάσεών της, ἀνακαλύπτουμε τὰ ἐσωτερικὰ αἴτια καὶ τὶς προϋποθέσεις ποὺ τὴ δημιούργησαν…

Οἱ ἀντικολλυβάδες δὲν εἶχαν συναίσθησι ὅτι οἱ ἀλλαγὲς πρέπει νὰ γίνονται πάντοτε ἀνάλογα μὲ τὸ περιεχόμενο τῆς πίστεως καὶ ὄχι ἀνάλογα μὲ τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ κόσμου. Αὐτὴ τὴν ἔριδα ἔχει τεθεῖ στὴν οὐσία τὸ πρόβλημα τοῦ θεολογικοῦ νοήματος τῆς Λειτουργικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἐδῶ πρόκειται γιὰ ἐρώτημα ποὺ τίθεται στὴ συνείδησι κάθε νέας γενιᾶς: Ποιά σχέση ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ παρόντος, δηλαδὴ μεταξὺ τῆς καθαυτὸ παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἱστορικῶν «ἐνσαρκώσεων» καὶ μορφῶν της; Ὑπάρχει διάστασι μεταξὺ τῆς καθαυτὸ πραγματικότητας καὶ τῶν συμβόλων της, ἢ ὑπάρχει κάποια μυστικὴ ἑνότητα μεταξύ τους καὶ συμμετοχὴ τοῦ συμβόλου στὴν πραγματικότητα ποὺ συμβολίζει;

Οἱ φιλοκαλικοὶ Πατέρες, οἱ λεγόμενοι «Κολλυβάδες» θεωροῦσαν ὅτι ὁ «κανόνας τῆς Λατρείας» καὶ προσευχῆς καὶ τὸ «τυπικόν» πρέπει ὀργανικὰ νὰ πηγάζουν ἀπὸ τὸν «κανόνα τῆς πίστεως». Πάνω σ’ αὐτὸ ἀκριβῶς οἱ ἀντίπαλοί τους δὲν ἔχουν καμιὰ αἴσθησι, εἴτε λόγῳ ἄγνοιας εἴτε πάλι λόγῳ φιλοσοφικῶν καὶ θρησκευτικῶν ἐπιδράσεων ξένων στὴ θεολογικὴ παράδοσι καὶ ἐμπειρία τῆς καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ θεώρησι τῆς Λατρείας ὡς ξεχωριστῆς καὶ ἀνεξάρτητης ἀπὸ τὸ δόγμα τῆς πίστεως εἶχε πλέον ἐπικρατήσει στὰ φιλοσοφικὰ καὶ θρησκευτικὰ ρεύματα τῆς Δύσεως. Τέτοιο εἶδος δυϊσμοῦ εἶχε κηρύξει ὁ προτεσταντισμὸς ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς ἐμφανίσεώς του ἀλλὰ ἀκόμα καὶ πρὶν ἀπ’ αὐτὸν ἡ σχολαστικὴ θεολογία.

Οἱ πρῶτοι ἁπλοϊκοὶ ἀντικολλυβάδες ἴσως δὲν ἔκαναν τὸ διαχωρισμὸ αὐτὸ συνειδητά, ἡ ἀντίληψί τους ὅμως συμφωνοῦσε μὲ τὴν ἐκκοσμικευτικὴ τάσι τῆς ἐποχῆς, ἡ ὁποία εἶχε τὶς ρίζες της στὸ δυτικὸ θρησκευτικό φιλοσοφικὸ δυϊσμό. Αὐτοί, χωρὶς καμιὰ ἐμβάθυνσι στὸ νόημα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τυπικοῦ καὶ τῆς Λατρείας ἐν γένει ἤθελαν νὰ τὰ προσαρμόσουν στὶς ἱστορικὲς συνθῆκες καὶ στὶς καθημερινὲς ἀνάγκες τους. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ὑπερασπίζονταν τὴν ἀραιὰ Θεία Κοινωνία, μολονότι αὐτὴ δὲν ἦταν ποτὲ νόμος γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἀλλὰ ἀντίθετα ἕνα παροδικὸ γέννημα τῶν ἱστορικῶν συνθηκῶν καὶ σὲ καμιὰ περίπτωσι δὲν ἀποτέλεσε καθολικὴ παράδοσι καὶ πράξι τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι, καὶ στὰ δυὸ σημεῖα διαφωνίας τους, τὸ βασικὸ κριτήριο γι’ αὐτοὺς δὲν ἦταν ἡ καθολικὴ καὶ ἀμετάβλητη παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας ἀλλὰ ἕνας ἐπιπόλαιος «συσχηματισμός» πρὸς τὸν κόσμο καὶ πρὸς τὶς ἀπαιτήσεις του. Ὁ φαινομενικὸς συντηρητισμὸς στὸ θέμα τῆς θείας Μεταλήψεως εἶχε στὴν πραγματικότητα τὴν ἴδια ρίζα μὲ τὴν ἀλλαγὴ τῆς τάξεως τῆς εὐλογίας τῶν κολλύβων καὶ τῆς τελέσεως τῶν μνημοσύνων. Καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις ὁ χρόνος καὶ οἱ ἀνάγκες τῆς ζωῆς γίνονται κριτήριο τῶν Λειτουργικῶν πράξεων καὶ συμβόλων. Δηλαδὴ μὲ ἕναν ἐξωτερικὸ τρόπο καὶ χωρὶς βάθος ἀντιμετωπίζεται ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ καθημερινὴ ζωὴ τοῦ πιστοῦ.

Οἱ ἀντικολλυβάδες δὲν εἶχαν συναίσθησι ὅτι οἱ ἀλλαγὲς πρέπει νὰ γίνονται πάντοτε ἀνάλογα μὲ τὸ περιεχόμενο τῆς πίστεως καὶ ὄχι ἀνάλογα μὲ τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ κόσμου. Γι’ αὐτὸ αὐτοὶ δὲν εἶναι σὲ θέσι νὰ δώσουν πραγματικὸ νόημα οὔτε στὸ παρελθὸν καὶ στὶς περιστατικὲς συνήθειές του οὔτε στὸ παρὸν καὶ στὶς προσαρμογές του. Οἱ φορεῖς αὐτῆς τῆς πνευματικῆς στάσεως νομίζουν ὅτι μὲ τὴν ἀνάμειξι τυπικοῦ συντηρητισμοῦ καὶ ἐπιπόλαιων προσαρμογῶν μποροῦν νὰ λύσουν περίπλοκα προβλήματα τῆς κάθε ἐποχῆς.

Στὴ στάσι αὐτὴ τῶν ἀντικολλυβάδων βρίσκεται ἐξάλλου ὁ παντοτινὸς πειραματισμὸς τῆς Ἐκκλησίας. Μὲ τὴν ἐπιθυμία νὰ κερδίζουν τὸ χρόνο χάνουν τὸ ἐσωτερικὸ νόημα καὶ τὸ περιεχόμενό του. Τοὺς χαρακτηρίζει στὴν οὐσία μία φυγὴ καὶ ἄρνησι τῆς πραγματικῆς εὐθύνης ἔναντι τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ παρόντος, ὅπως καὶ ἔναντι τοῦ μέλλοντος. Μετροῦν μὲ τὸ χρόνο τὴν αἰωνιότητα ἀντὶ νὰ μεταμορφώνουν τὸ χρόνο καὶ τὸ μεταβλητὸ μὲ τὸ αἰώνιο καὶ τὸ ἀμετάβλητο.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο

«Ἡ Φιλοκαλικὴ Ἀναγέννησι τοῦ XVIII καὶ XIX αἰ.

καὶ οἱ Πνευματικοὶ Καρποί της»,

ἐκδ. Ἱδρύματος Γουλανδρῆ – Χόρν.__