ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΤΗ ΦΙΛΙΑ
ΑΒΒΑΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ·
Κεφάλαιο 1· Πρώτη συνάντηση μέ τόν ἀββά ᾿Ιωσήφ.
AΒΒΑΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ· ῾Ο πολυσέβαστος ἀββάς ᾿Ιωσήφ, τοῦ ὁποίου τίς διδαχές καί τίς ὑποθῆκες θά ἀναπτύξω εὐθύς ἀμέσως, ἦταν ἕνας ἀπό τούς τρεῖς Γέροντες πού ἀνέφερα σέ κάποια ἄλλη «Συνομιλία».
῾Ο ἀββάς ᾿Ιωσήφ ἦταν ἀπόγονος ἐπιφανοῦς οἰκογένειας καί διακεκριμένος πολίτης τῆς πόλεως Θμούεως, τῆς γενέτειράς του, στήν Αἴγυπτο. ῏Ηταν ἄριστα ἐκπαιδευμένος καί κατεῖχε ἐκτός ἀπό τήν μητρική του γλώσσα καί τήν ἑλληνική. Τή γνώριζε μάλιστα τόσο καλά, ὥστε ὅταν συνομιλοῦσε μαζί μας, ἀλλά καί μέ κάθε ἄλλο ξένο πού ἀγνοοῦσε τήν κοπτική γλώσσα, μποροῦσε νά τή χειρισθεῖ ἄνετα καί νά ἐκφρασθεῖ σ᾿ αὐτή μέ πολλή ἀκρίβεια. Γι᾿ αὐτό δέν ἦταν ἀναγκασμένος νά ζητάει, ὅπως οἱ ἄλλοι μοναχοί, τή βοήθεια κάποιου μεταφραστῆ.
῾Ο Γέροντας ἀντιλήφθηκε ἀμέσως τόν πόθο πού εἴχαμε γιά νά ἀκούσουμε τίς διδαχές του καί ἀνταποκρίθηκε πρόθυμα στήν ἐπιθυμία μας. Τό πρῶτο πού ζήτησε νά μάθει ἦταν ἄν εἴμασταν ἀδέλφια. Τοῦ ἀπαντήσαμε πώς, ναί, πράγματι ἤμασταν ἀδέλφια, ἀλλά ὄχι «κατά σάρκα», ἀλλά «κατά πνεῦμα» καί ὅτι ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἀποταγῆς μας ἤμασταν ἀχώριστοι φίλοι καί εἴχαμε μαζί ἐπιχειρήσει αὐτό τό μακρύ ταξίδι. Σκοπός μας, τοῦ εἴπαμε, εἶναι νά προοδεύσουμε πνευματικά καί νά ἐνταχθοῦμε στό στρατό τοῦ ἐπουράνιου Βασιλιᾶ, στή μοναχική δηλαδή τάξη πού ἀσκεῖται στήν ἔρημο παρά σ᾿ ἐκείνη τῶν κοινοβίων. Τότε ὁ Γέροντας μᾶς εἶπε·
Κεφάλαιο 2· Λόγος τοῦ Γέροντα γιά τίς παροδικές φιλικές σχέσεις.
ΑΒΒΑΣ ΙΩΣΗΦ· ῾Υπάρχουν μεταξύ τῶν ἀνθρώπων πολλά εἴδη φιλίας καί δεσμῶν.
Πολλούς τούς ἔκανε ἀρχικά γνώριμους μιά ἁπλή συνάντηση καί ἀπό τότε ἀνέπτυξαν στενές φιλικές σχέσεις. Κάποιοι ἄλλοι συνδέθηκαν ἀνταλλάσσοντας ἀγαθά ἤ κάνοντας κάποια ἀγοραπωλησία. ῎Αλλοι δέθηκαν μέ στενή φιλία, ἐξαιτίας τῆς ὁμοιότητας καί τῶν κοινῶν χαρακτηρολογικῶν στοιχείων πού ὑπῆρχαν μεταξύ τους. Μερικοί, γιά παράδειγμα, δημιούργησαν ἐμπορικές σχέσεις ἤ γνωρίσθηκαν σέ κάποια συντεχνία ἤ ἀκόμα καί στίς σπουδές τους. Αὐτή ἡ συνύρπαξη ἤ ἡ συνεργασία μπορεῖ νά φέρει καί στίς δύο πλευρές τόση ψυχική ἐγγύτητα καί ζεστασιά, ὥστε νά κάνει νά μαλακώσουν ἀκόμη καί οἱ πιό σκληρές καρδιές. Πολλές φορές ἀκόμα καί οἱ ληστές, πού ζοῦν σάν τ᾿ ἀγρίμια μέσα στά βουνά καί στά δάση καί βρίσκουν εὐχαρίστηση ὅταν χύνεται ἀνθρώπινο αἷμα, ἀφοσιώνονται καί ἀγαποῦν τούς συνεργούς τους στά ἐγκλήματα. Συνέχεια
Η ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ
Ἁγίου Ἱερωνύμου
– Γιατί εἶσαι χριστιανός;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ Βου
– Γιατί πιστεύω στόν Χριστό, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ.
ΑΝΤΑΠΑΝΤΗΣΗ Αου
– Ἀπάντησες σάν ἀγράμματος καί λιγόμυαλος. Ἐγώ δέν σέ ρωτῶ γιατί ὀνομάζεσαι χριστιανός, ἀλλά γιατί ἔγινες χριστιανός. Ἄν σέ εἶχα ρωτήσει γιατί ὀνομάζεσαι χριστιανός, τότε θά ἦταν σωστή ἡ ἀπάντηση πού μοῦ ἔδωσες «γιατί πιστεύω στόν Χριστό». Ἐγώ ὅμως σέ ρωτάω, ποιός εἶναι ὁ λόγος πού σέ ἔκανε νά γίνεις χριστιανός.
Ἡ ἐρώτησή μου βέβαια, μοιάζει νά εἶναι ἁπλή καί χωρίς ἰδιαίτερη σημασία, ἀλλ’ ὅμως λίγοι εἶναι αὐτοί πού, ὅταν τούς ρωτήσουν πάνω σ’ αὐτό τό θέμα, δίνουν καί τή σωστή ἀπάντηση.
Ἄν πάλι ἀπαντήσει κανείς, ἄν τοῦ γίνει αὐτή ἡ ἐρώτηση, ὅτι ὁ Θεός θέλησε νά γίνω χριστιανός, οὔτε κι αὐτός θά ἔχει ἀπαντήσει σωστά.
Ἄν πεῖ ἐπίσης ὅτι ἐγώ θέλησα νά εἶμαι χριστιανός, πάλι δέν θά ἔχει δώσει τή σωστή ἀπάντηση.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ Βου
– Ὁ Θεός θέλησε νά γίνω χριστιανός καί ἐγώ εἶχα τήν προαίρεση νά θέλω τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
ΕΡΩΤΗΣΗ Αου
– Μέ τή θέλησή σου ἔχεις γίνει χριστιανός ἤ χωρίς νά τό θέλεις;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ Βου
– Ἄν πῶ μέ τή θέλησή μου, ψέματα λέω. Κι ἄν πάλι πῶ χωρίς τή θέλησή μου καί πάλι δέν λέω τήν ἀλήθεια. Γιατί τότε πού ἔγινα χριστιανός εἴμουνα νήπιο κι ἔτσι οὔτε τή συγκατάθεσή μου ἔδωσα, ἀλλ’ οὔτε καί ἀρνήθηκα. Συνέχεια
Τὸ χριστιανικὸ ἦθος
Ἅγ. Φώτιος ὁ Μέγας
Ὅτι βέβαια πρέπει νὰ ἀγαποῦμε καὶ νὰ λατρεύoyμε εἰλικρινῶς τὸν Θεό καὶ νὰ τρέφουμε στοργὴ καὶ φιλία πρὸς τοὺς ὁμοφύλους μας,(30) αὐτὸ ἀποτελεῖ ἔμφυτη στοὺς ἀνθρώπους γνῶσι· ἡ δὲ βούλησις, ἐπειδὴ δὲν συμβαδίζει μὲ τὴν γνῶσι ἐπέβαλε ν’ ἀναγραφῆ ἡ κοινὴ γνώμη σὲ θεσπίσματα καὶ νόμους. Ὅτι δὲ ὁ εἰλικρινὴς ἔρως τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ στοργὴ καὶ τελεία ἀγάπη τοῦ συνανθρώπου ἔχουν μέσα τους τὶς ἐνέργειες τῶν ἄλλων ἐντολῶν, αὐτὸ δὲν εἶναι δύσκολο νὰ κατανοηθῆ καὶ ἀπὸ μόνο του, τὸ παριστάνει ὅμως καὶ ὁ δεσποτικὸς λόγος μὲ ταῦτα τὰ λόγια· «σ’ αὐτὲς τὶς δυὸ ἐντολὲς κρέμονται ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆτες».(31)
Πράγματι δέ, ἐκεῖνος ποὺ ἔχει στὴν καρδιά του τὸν θεῖο ἔρωτα κι’ ἀγαπᾶ καὶ φιλεῖ τὸν συνάνθρωπο σὰν τὸν ἑαυτό του, θ’ ἀγαπήση κατ’ ἐξοχὴν τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα καὶ θὰ τοὺς ἀξιώση τῆς πρώτης μετὰ τὸν Θεὸ τιμῆς· ὄχι μόνο τὰ χέρια θὰ φύλαξη ἀπὸ αἵματα καὶ φόνους ἐμφυλίους καθαρά, ἀλλὰ καὶ τὴ γλώσσα καὶ τοὺς λογισμοὺς θὰ συγκράτηση ἀπὸ τέτοια σκὲψι· αὐτὸς ἐπίσης δὲν θὰ κλέψη, διότι δὲν ἐφάνηκε κανένας νὰ κλέβη αὐτὸν ποὺ ἀγαπᾶ σὰν τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν διαφυλάττει· ἀλλὰ οὔτε ξένους γάμους θὰ διασπάση· οὔτε θὰ δώση ὅρκο ἐπίορκο· οὔτε θὰ φέρη ψευδομαρτυρία κατὰ τοῦ συνανθρώπου του· καὶ γενικὰ δὲν θὰ ἀρχίση πρῶτος ἀδικοπραγίες ἐπιχειρώντας νὰ κτυπήση ἢ νὰ προπηλακίση ἢ καθιστάμενος τυραννικὸς ἐραστὴς τῶν ὑπαρχόντων τοῦ συνανθρώπου.(32)
Ὅποιος διαπράττει κάτι ἀπὸ αὐτὰ αὐτομάτως καταστρέφει καὶ τὰ δύο, καὶ τὸν θεῖο ἔρωτα καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ συνανθρώπου, τὸν δεύτερο ἐπιβουλευόμενος καὶ περιβάλλοντάς τον μὲ κακά, τὸν πρῶτο καθιστώντας τὸν εὐτελῆ καὶ περιφρονώντας τον. Σὲ ποιὲς πικρὲς τιμωρίες φέρει τὸν ἑαυτὸ του ἀπαραιτήτως, αὐτὸ εἶναι φανερὸ σὲ ὅλους. Διότι, ἂν ὁ περιφρονητὴς τῶν ἀνθρωπίνων προσταγμάτων καὶ τῆς κυβερνητικῆς ἐξουσίας δὲν διαφεύγει τὴν καταδίκη, ἀλλὰ κινδυνεύει καὶ στὴν ἴδια τὴ ζωὴ του πολλὲς φορές, ποιὰ καταδίκη δὲν πρόκειται νὰ ὑποστῆ ἐκεῖνος ποὺ ἀτιμάζει καὶ ἐξουθενώνει τὸν δεσπότη τοῦ σύμπαντος καὶ βασιλέα καὶ δημιουργὸ διὰ τῆς ὕβρεως καὶ ἐπιβουλῆς πρὸς τὸν συνάνθρωπο, ἐκεῖνος ποὺ ἐμπαίζει καὶ χλευάζει τοὺς νόμους του;
Γι’ αὐτὸ πρέπει μὲ κάθε τρόπο καὶ κάθε προσοχή, μαζὶ μὲ τὴν καθαρὴ καὶ ἀμώμητη θρησκεία μας, νὰ διαφυλάττουμε καὶ τοῦτες τὶς ἐντολές· διότι χωρὶς αὐτὲς δὲν εἶναι καθόλου δυνατὸ κανεὶς οὔτε τῆς μερίδος τῶν πιστῶν καὶ φιλόθεων νὰ γίνη μέλος οὔτε τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ν’ ἀξιωθῆ. Συνέχεια
Ἡ ὑπομονή καί ἡ ἀνυπομονησία
Ἀρχιμ. Ἀντώνιος Ρωμαῖος
Ἡ ὑπομονή εἶναι ἡ γῆ πού γονιμοποιεῖται ἀπό τή βροχή τῆς Θείας Χάριτος.
Ἡ ὑπομονή εἶναι συμπυκνωμένη Θεία Ἐνέργεια στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ ὑπομονή εἶναι ἡ στέγη τῶν κοινοβιατῶν πού θέλουν νά εἶναι «μωροί διά Χριστόν».
Ἡ ὑπομονή δέν εἶναι ἀποτυχία, ἀλλά πηγάζει ἀπό τό βίωμα τῆς ἐν Χριστῷ εὐστοχίας καί ἐπιτυχίας.
Ἡ ὑπομονή δέν εἶναι καρπός δειλίας· εἶναι ἀνάπτυξις καί καλλιέργεια γενναιοφροσύνης.
Ἡ ὑπομονή μαρτυρεῖ τήν ἀδιάκοπη παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν ζωή ἐκείνου πού τήν ἔχει.
Ἡ ὑπομονή φανερώνει τήν ἐρωτική προσκόλλησι στή «ζωή τοῦ Σταυροῦ».
Ἡ ὑπομονή κυοφορεῖ οὐράνια χαρίσματα, εἶναι ἡ γλῶσσα τῶν Ἁγίων καί ἡ ἀσφάλεια τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ καλοῦ.
Ἡ ὑπομονή δίνει τό χρῖσμα τοῦ «ἀπείρου» στίς μικρές ἀρετές τῆς καθημερινῆς ζωῆς.
Ἡ ὑπομονή κάμνει ἔγκυρη τήν ἐπαγγελία τῶν μεγάλων καί «θεολογικῶν» ἀρετῶν τῆς Πίστεως, τῆς Ἐλπίδος καί τῆς Ἀγάπης·
Ὑπομονή χωρίς πίστι εἶναι πλοῖο ἔξω ἀπό τή θάλασσα
Ὑπομονή χωρίς ἐλπίδα εἶναι πλοῖο χωρίς προορισμό ταξιδίου
Ὑπομονή χωρίς ἀγάπη εἶναι πλοῖο χωρίς πλήρωμα καί καπετάνιο
Ἡ ὑπομονή ἔχει γλῶσσα τή σιωπή καί χρησιμεύει γιά τροφή της.
Ἡ ὑπομονή εἶναι ἐχθρός τῆς προσωποληψίας καί τῆς ἐκλεκτικότητος.
Ἡ ὑπομονή εἶναι προϋπόθεσις τῆς ὀρθῆς διακρίσεως προσώπων καί πραγμάτων.
Ἡ ὑπομονή εἶναι ὑπαρξιακή ἄρνησις τοῦ ἐγωϊσμοῦ.
Ἡ ὑπομονή εἶναι ὁ θρόνος τῆς ταπεινώσεως καί τό ἅρμα τῆς εἰρήνης.
Ἡ ὑπομονή εἶναι ὁ σπόγγος πού ἐσπόγγισε τούς θρόμβους τοῦ Ἰησοῦ στόν Κῆπο τῆς Γεσθημανῆ.
Ἡ ὑπομονή εἶναι ὁ ταξιθέτης μας στή χώρα τῆς αἰωνίου μακαριότητος.
Ἡ ὑπομονή εἶναι τό χαλί-διάδρομος πάνω στό ὁποῖο βηματίζει ἡ Ἁγία Τριάδα γιά νά εἰσέλθει στήν ψυχή μας.
Διδάσκαλος τῆς ὑπομονῆς εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἐνῶ τῆς ἀνυπομονησίας ὁ σατανᾶς. Συνέχεια
Ὁ Χρόνος τῆς ζωῆς μας
Ἁγ.Ἰγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ
Ὁ Χριστιανὸς θὰ πρέπει νὰ θυμᾶται κάθε μέρα καὶ πολλὲς φορὲς τὴν ἡμέρα ὅτι θὰ ἀντιμετωπίσει ἀργὰ ἢ γρήγορα τὸ θάνατο. Ἀκόμη σὲ κάποιο στάδιο τῆς πνευματικῆς ἀνόδου του θὰ πρέπει νὰ ἀποκτήσει ἀδιάλειπτη μνήμη θανάτου.
Ὁ νοῦς μας ἔχει τόσο πολὺ ἀμαυρωθεῖ ἀπὸ τὴν πτώση, ὥστε ἂν δὲν βιάσουμε τὸν ἑαυτό μας νὰ θυμᾶται τὸ θάνατο, μπορεῖ ἐντελῶς νὰ τὸν ξεχάσει. Ὅταν ξεχάσουμε τὸ θάνατο, τότε ἀρχίζουμε νὰ ζοῦμε στὴ γῆ σὰν νὰ εἴμαστε ἀθάνατοι καὶ ξοδεύουμε ὅλη μας τὴν ἐνεργητικότητα στὸν κόσμο χωρὶς καθόλου νὰ ἀπασχολεῖ τὸν ἑαυτό μας οὔτε ἡ φοβερὴ μετάβαση στὴν αἰωνιότητα ἀλλὰ οὔτε καὶ ἡ τύχη μας στὴν αἰωνιότητα. Τότε χωρὶς ντροπὴ πεισματικὰ καταπατοῦμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ. Τότε διαπράττουμε τὶς χειρότερες ἁμαρτίες καὶ ἐγκαταλείπουμε ὄχι μόνο τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ ἀλλὰ καὶ τὶς τακτὲς προσευχές. Ἀρχίζουμε μάλιστα νὰ περιφρονοῦμε αὐτὴ τὴν ἀναγκαία καὶ ἀπαραίτητη ἐργασία σὰν νὰ ἦταν μία δραστηριότητα μικρῆς σημασίας ποὺ δὲν πολυχρειάζεται. Ξεχνώντας τὸ φυσικὸ θάνατο, πεθαίνουμε ἕνα πνευματικὸ θάνατο.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη αὐτὸς ποὺ θυμᾶται συχνὰ τὸ σωματικὸ θάνατο, ἀνασταίνεται ἐκ νεκρῶν ψυχικά. Ζεῖ στὴ γῆ σὰν ἕνας ξένος σ’ ἕνα πανδοχεῖο ἢ σὰν φυλακισμένος στὸ κελλί του ποὺ συνεχῶς περιμένει τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ τὸν φωνάξουν γιὰ δίκη ἢ ἐκτέλεση. Μπροστὰ στὰ μάτια του οἱ πόρτες τῆς αἰωνιότητας εἶναι πάντα ἀνοικτές. Συνεχῶς κοιτάζει σ’ ἐκείνη τὴν κατεύθυνση μὲ πνευματικὴ ἀνησυχία καὶ σκέψη. Εἶναι ἀδιάκοπα ἀπασχολημένος μὲ τὸ νὰ σκέφτεται τί θὰ τὸν δικαιώσει μπροστὰ στὴ φοβερὴ κρίση τοῦ Χριστοῦ καὶ ποιὰ θὰ εἶναι τότε ἡ καταδικαστικὴ γι’ αὐτὸν ἀπόφαση. Αὐτὴ ἡ καταδίκη θὰ ἀποφασίσει τὴν τύχη ἑνὸς προσώπου γιὰ ὁλόκληρη τὴν αἰωνιότητα. Καμιὰ γήινη ὀμορφιὰ καμιὰ γήινη ἀπόλαυση δὲν ἀποσπᾶ τὴν προσοχὴ ἢ τὴν ἀγάπη του. Δὲν κατακρίνει κανένα διότι θυμᾶται πὼς στὴν τελικὴ Κρίση τοῦ Θεοῦ μία τέτοια κρίση θὰ μεταβιβαστεῖ πάνω του. Συγχωρεῖ τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα οὕτως ὥστε καὶ ὁ ἴδιος νὰ πάρει συγχώρεση καὶ νὰ κληρονομήσει σωτηρία.
Εἶναι μ’ ὅλους ταπεινὸς καὶ μ’ ὅλους εὐσπλαχνικὸς οὕτως ὥστε καὶ ὁ ἴδιος νὰ ἐλεηθεῖ καὶ νὰ γίνει ἀποδεκτός. Καλωσορίζει καὶ ἀγκαλιάζει μὲ χαρὰ κάθε ἀνησυχία σὰν ἐπίγειο ἀντίτιμο γιὰ τὶς ἁμαρτίες του ποὺ τὸν ἀπελευθερώνει ἀπὸ τοῦ νὰ τὸ πληρώσει στὴν αἰωνιότητα. Ἂν τοῦ ἔλθει ἡ σκέψη νὰ εἶναι περήφανος γιὰ τὴν ἀρετή του, ἡ μνήμη θανάτου ἔρχεται ἀμέσως ἐνάντια σ’ αὐτή τὴ σκέψη του, ντροπιάζει καὶ ξεσκεπάζει τὴν ἀνοησία καὶ διώχνει τὴ σκέψη αὐτὴ μακριά. Συνέχεια
Γιά τήν Ὑπομονή
Ἁγίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου
Ἐκεῖνος πού θέλει νά ευαρεστήσει στόν Θεό καί, μέ τήν πίστη νά γίνει κληρονόμος Του, γιά νά ὀνομασθεῖ κι αὐτός παιδί τοῦ Θεοῦ, γεννημένο ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, πρέπει ν’ ἀποκτήσει πρίν ἀπ’ ὅλα, μακροθυμία καί ὑπομονή.
Πρέπει ἐπίσης, νά ὑπομένει μέ γενναιότητα τίς θλίψεις, τίς ταλαιπωρίες κι ὅλες τίς ἀνάγκες πού τόν βρίσκουν. Πρέπει δηλαδή νά ὑπομείνει τίς σωματικές ἀρρώστιες, τά διάφορα παθήματα, τούς ἐξευτε-λισμούς καί τίς προσβολές πού τοῦ γίνονται.
Ἐννοῶ ἐπίσης, ὅτι πρέπει νά εἶναι καρτερικός στίς διάφορες ἀφανεῖς θλίψεις, οἱ ὁποῖες προξενοῦνται στήν ψυχή του ἀπό τά πονηρά πνεύματα, τά ὁποῖα σκοπεύουν νά τήν ἐμποδίσουν νά ζήσει τή ζωή τοῦ Θεοῦ καί ἀκόμα, νά τήν ὁδηγήσουν σέ χαύνωση, σέ ἀμέλεια καί σέ ἀνυπομονησία.
Αὐτό βέβαια, γίνεται μέ τήν παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἐπιτρέπει νά δοκιμασθεῖ κάθε ψυχή, μέ διάφορες θλίψεις, ὥστε νά ξεχωρίσουν ἔτσι καί νά φανερωθοῦν, ἐκεῖνοι πού ἀγαποῦν τόν Θεό ὁλόψυχα, ἐφόσον βέβαια, αὐτοί θά ὑπομείνουν μέ γενναιότητα, ὅλα ὅσα τούς προξενεῖ ὁ Πονηρός, ἔχοντας πάντα τήν ἐλπίδα τους στόν Θεό· καί ἐφόσον θά περιμένουν πάντοτε, μέ πίστη καί πολλή ὑπομονή, τή Θεία Χάρη, γιά νά τούς βοηθήσει καί νά τούς λυτρώσει ἀπό τά δεινά.
Αὐτές οἱ ψυχές θά μπορέσουν νά γλυτώσουν ἀπό κάθε εἴδους πειρασμό καί νά κερδίσουν ὅσα μᾶς ἔχει ὑποσχεθεῖ ὁ Θεός. Θά φθάσουν δηλαδή νά γίνουν ἄξιες τῆς Βασιλείας Του.
Ὀφείλει λοιπόν ἡ ψυχή, ἀκολουθώντας τό λόγο τοῦ Κυρίου, νά σηκώνει κάθε μέρα τό σταυρό της. Αὐτό σημαίνει νά εἶναι πρόθυμη νά ὑπομένει, γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, κάθε θλίψη καί πειρασμό, φανερό ἤ κρυφό καί νά στηρίζει πάντοτε τήν ἐλπίδα της στόν Κύριο, διότι ἀπ’ Αὐτόν ἐξαρτᾶται καί τό νά θλιβεῖ –ὅταν Αὐτός τό ἐπιτρέπει– καί τό νά λυτρωθεῖ, μέ τή βοήθειά Του, ἀπό κάθε πειρασμό καί θλίψη.
Ἡ ψυχή ὅμως πού δέν δείχνει ἀνδρεία καί δέν ἀντιστέκεται μέ γενναιότητα, ἀλλά ἀντίθετα λυπᾶται, παραλύει, ἀγανακτεῖ, στενοχωριέται κι ἐγκαταλείπει τόν ἀγώνα ἤ ἀπελπίζεται, σάν νά ’χει χαθεῖ πιά κάθε ἐλπίδα λύτρωσης –πού κι αὐτό εἶναι τέχνασμα τῆς ἴδιας κακίας, γιά νά σπρώξει τήν ψυχή στήν ἀκηδία καί στήν ἀδιαφορία– δέν ἀξιώνεται νά δεχθεῖ τήν Θεία ζωή. Ἐπειδή, δηλαδή, αὐτή δέν κράτησε σταθερή τήν ἐλπίδα. Δέν περίμενε μέ ἀδίστακτη πίστη τό ἔλεος τοῦ Κυρίου. Δέν μιμήθηκε τούς Ἁγίους, καί, τελικά, δέν βάδισε στά ἴχνη τοῦ Κυρίου. Συνέχεια
Ἡ φυσιολογία τῆς ἠθικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου
Γεωργίου Μαντζαρίδη
Ὁ ἄνθρωπος, ὅπως τονίζει ἐξαρχῆς στὸ «Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιoν» του ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, δὲν περιορίζεται μέσα στὸν ὁρατὸ κόσμο οὔτε ἀποτελεῖ μικρόκοσμο -ὅπως ἔλεγαν ὁ φυσικὸς Δημόκριτος καὶ ἄλλοι φιλόσοφοι. Ἀντίθετα εἶναι ἕνας μέγας κόσμος ἢ μεγάκοσμος, γιατί διαθέτει δυνάμεις καὶ ἰδιότητες ποὺ δὲν ὑπάρχουν στὸν αἰσθητὸ κόσμο. Ὡς δημιούργημα «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ ἦταν ἐξαρχῆς προικισμένος μὲ ὅλα τὰ θεία χαρίσματα καὶ κλήθηκε νὰ λάβει τὴν ἐνυπόστατη χάρη τῆς θεώσεως καὶ νὰ καταστεῖ κατὰ χάρη θεός…
Ἡ προπατορικὴ ἁμαρτία ἐμπόδισε, ἀλλὰ δὲν ματαίωσε τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Καὶ ἡ πραγματοποίηση τοῦ θείου σχεδίου ἔγινε τελικὰ δυνατὴ μὲ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο. Ὁ Χριστός, ποὺ προσέλαβε καὶ θέωσε τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο τὴν ἐξουσία νὰ γίνει παιδὶ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ πραγματοποιεῖται μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ παρέχει τὸ Βάπτισμα, μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν τελείωση κατὰ τὸ πρότυπο τοῦ Χριστοῦ.
Ἐνῶ ὅμως ὁ βαπτιζόμενος παίρνει αὐτὴν τὴ χάρη, δὲν τὴν ἀξιοποιεῖ, ἀλλὰ τὴν καλύπτει μὲ τὰ πάθη του, τὴν ἀγνοεῖ, ἢ καὶ τὴν ἀρνεῖται τελείως, ἀκόμα καὶ ὅταν βλέπει νὰ ἐνεργεῖ αὐτὴ σὲ ἄλλους. Ἐξετάζοντας τὰ αἴτια τοῦ φαινομένου αὐτοῦ ὁ ὅσιος Νικόδημος προχωρεῖ σὲ ἐνδιαφέρουσες καὶ διεισδυτικὲς ἀναλύσεις. Οἱ ἀναλύσεις αὐτὲς φανερώνουν τὶς πατερικὲς ἡσυχαστικὲς βάσεις, ἐπάνω στὶς ὁποῖες στηρίζει ὁ ἅγιος Νικόδημος τὴν ἠθική του διδασκαλία.
Τὸ μέσο, μὲ τὸ ὁποῖο ἀνυψώνεται ὁ ἄνθρωπος πρὸς τὸν Θεό, εἶναι ἡ ψυχὴ ἢ ἀκριβέστερα ὁ νοῦς του· «ψυχὴ γὰρ καθαρθεῖσα νοῦς ὅλη ἐστι», σημειώνει ὁ ἅγιος Νικόδημος παραπέμποντας στὸν ὅσιο Κάλλιστο τὸν Καταφυγιώτη. Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, χρησιμοποιώντας τὰ αἰσθητήρια, ἀνέρχεται ἀπὸ τὰ αἰσθητὰ πράγματα καὶ ἀπὸ τὰ λόγια της Ἁγίας Γραφῆς στὰ νοητά. Οἱ λόγοι τῶν ὄντων καὶ τῶν Γραφῶν προσφέρονται ὡς μέσα γιὰ τὴν ἀνύψωση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν ἐνυπόστατο Λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὅσοι δὲν τὸ κάνουν αὐτό, ἀλλὰ περιορίζονται καὶ προσηλώνονται στὰ αἰσθητά, δὲν ἐνεργοῦν κατὰ φύση, γιατί μεταχειρίζονται τὰ μέσα ὡς σκοποὺς καὶ τοποθετοῦν τὰ δημιουργήματα στὴ θέση τοῦ Δημιουργοῦ. Συνέχεια
Ὁ κόσμος τῆς φθορᾶς καὶ ὁ κόσμος τῆς ἀφθαρσίας
Φώτης Κόντογλου
Βαθειὰ μελαγχολία αἰσθάνεται κανένας, βλέποντας μὲ πόση ἀγάπη καὶ μὲ τί ζῆλο καταγίνονται οἱ ἄνθρωποι νὰ χτίσουνε τὰ σπίτια τους καὶ τὰ ἐξοχικά τους, νὰ τὰ στολίσουνε ἀπ’ ἔξω κι ἀπὸ μέσα, νὰ βάλουνε ἔμορφα ἔπιπλα, ἀκριβὰ χαλιά, βιβλιοθῆκες, ἔργα τῆς τέχνης, πολυέλαια καὶ πολύφωτα, νὰ φυλάξουνε στὰ ντουλάπια τὰ καλὰ τὰ ροῦχα τους, τὰ δικά τους καὶ τῶν παιδιῶν τους, νὰ στολίσουνε τὶς κάμαρες μ’ ἕνα σωρὸ ἀγαπημένα πράγματα, ποὺ τὰ ξεσκονίζουνε μὲ προσοχὴ μὴν τύχει καὶ πάθουνε τίποτα, νὰ περιποιηθοῦνε τοὺς κήπους τους, μ’ ἕναν λόγο νὰ εἶναι ἀφοσιωμένοι, οἱ καημένοι, μ’ ὅλη τὴν ψυχή τους στὸ νὰ κάνουνε τὴν κατοικία τοὺς εὐχάριστη, γιὰ νὰ περάσουνε καλὴ ζωὴ μὲ τὴν οἰκογένειά τους καὶ μὲ τοὺς φίλους τους.
Σὰν καθήσουνε στὸ τραπέζι μὲ τὰ καλὰ τὰ φαγητὰ καὶ μὲ τὰ πιοτά, λάμπουνε τὰ πρόσωπά τους, τὰ στόματά τους δὲν σωπαίνουνε ἀπὸ τὴ χαρὰ ποὺ νοιώθουνε, καὶ σὰν ἀποφᾶνε, πιάνουνε τὰ τραγούδια καὶ τὰ ἀστεῖα. Πολλοὶ παίζουνε χαρτιὰ ὅλη τὴ νύχτα, καὶ τὸ πρωὶ εἶναι σὰν ἄρρωστοι. Ἄλλοι ἔχουνε μανία μὲ τὶς πίπες, ἄλλοι μὲ τ’ αὐτοκίνητα, ἄλλοι μὲ τὸ ψάρεμα, ἄλλοι μὲ τὸ κυνήγι, ἄλλοι μὲ τὰ θέατρα, ἄλλοι μὲ τὰ ἀθλητικὰ κι ἄλλοι μὲ ἄλλα.
Στὴ συνοικία ποὺ κάθουμαι, τὸ κάθε σπίτι ἔχει κι ἕναν κῆπο, μικρὸν ἢ μεγαλύτερον. Καμμιὰ φορὰ κάνω ἕναν μικρὸν περίπατο κι ἐκεῖ ποὺ σιγοπερπατῶ, κυττάζω τὰ διάφορα σπίτια. Τὸ καθένα ἔχει τὴ φυσιογνωμία του. Τὰ περισσότερα εἶναι περιποιημένα, βαμμένα μὲ ἔμορφα χρώματα, μὲ καλοκαμωμένες πόρτες καὶ παράθυρα, μὲ ἀερικὲς βεράντες, κι ἂν εἶναι κανένα παράθυρο ἀνοιχτό, βλέπεις ἀπὸ μέσα, σὲ κάποια ἀπ’ αὐτά, κανένα συμπαθητικὸ ἔπιπλο, καμμιὰ παλιὰ βιβλιοθήκη, δύο τρία κάντρα καλά, ποὺ ἀνάμεσά τους βρίσκεται καὶ καμμιὰ προσωπογραφία. Κι ἀπ’ ὅλα τοῦτα νοιώθεις πὼς ἐκεῖ μέσα ὑπάρχει οἰκογενειακὴ ἱστορία, πὼς περάσανε κάποιοι ἄνθρωποι ποὺ δὲν ζοῦνε, αὐτοὶ ποὺ φτιάξανε ἐκείνη τὴ ζεστὴ φωλιὰ μὲ τὰ καθέκαστά της, ποὺ τ’ ἀγαπήσανε πολύ, μὰ ποὺ μ’ ὅλη τὴν ἀγάπη τους καὶ τὴν εὐτυχία ποὺ τοὺς δίνανε, ἦρθε μία μέρα ποὺ τ’ ἀφήσανε καὶ φύγανε βιαστικά, δίχως νὰ κυττάξουνε πίσω τους. Συνέχεια
Ἡ Ἐκκλησία
Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων
ΚΓ´ . ῾Η ᾿Εκκλησία λοιπόν, ὀνομάζεται «Καθολική», ἐπειδή προορίζεται νά περιλάβει στούς κόλπους της κάθε ἄνθρωπο ἀπό ὅλη τήν οἰκουμένη, πού ἁπλώνεται ἀπό τή μιά ὡς τήν ἄλλη ἄκρη τῆς γῆς. Καί ἀκόμα ἐπειδή διδάσκει τήν ὅλη χριστιανική ἀλήθεια, χωρίς νά παραλείπει τό παραμικρό ἀπό τίς δογματικές ἀλήθειες πού πρέπει νά γνωρίζει ὁ κάθε χριστιανός, σχετικά μέ ὅσα εἶναι ὁρατά καί ἀόρατα, ἐπουράνια καί ἐπίγεια. ᾿Ακόμα τήν ὀνομάζουμε «Καθολική»14, γιατί φέρνει στήν εὐσεβή ζωή ὅλο τό γένος τῶν ἀνθρώπων, ἄρχοντες καί ὑπήκοους, γραμματισμένους καί ἀγράμματους. Καί ἐπιπλέον γιατί γιατρεύει καί θεραπεύει κάθε εἶδος ἁμαρτίας πού ἔχει διαπραχθεῖ μέ τήν ψυχή ἤ μέ τό σῶμα. Τέλος, τήν ὀνομάζουμε «Καθολική», γιατί περικλείει μέσα της ὅλες τίς ἀρετές πού ἐκφράζονται μέ τά ἔργα, μέ τά λόγια καί γενικά μέ κάθε εἴδους χαρίσματα πνευματικά.
ΚΔ´ . «᾿Εκκλησία» ὀνομάζεται γιατί, ὅπως δηλώνει καί ἡ λέξη, συγκαλεῖ σέ μία σύναξη ὅλους τούς ἀνθρώπους, καθώς ὁ Κύριος λέει στό βιβλίο τοῦ Λευιτικοῦ: ῞Ολους τούς ᾿Ισραηλίτες πού ἔχουν ὑποχρέωση καί δικαίωμα γιά τά κοινά «ἐκκλησίασον», δηλαδή συγκέντρωσέ τους μπροστά στίς θύρες τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου (Λευιτ. 8, 3). Πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι τό «ἐκκλησίασον» ἀναφέρεται πρώτη φορά σ᾿ αὐτό τό σημεῖο τῆς ἁγίας Γραφῆς, ὅταν ὁ Κύριος καθιστοῦσε τόν ᾿Ααρών ἀρχιερέα. Στό βιβλίο ἐπίσης τοῦ Δευτερονομίου λέει ὁ Θεός στό Μωυσῆ: «᾿Εκκλησίασον», δηλαδή συγκέντρωσε «ἐνώπιόν μου τό λαό καί ἄς ἀκούσουν τούς λόγους μου, γιά νά μάθουν νά μέ σέβονται καί νά μέ φοβοῦνται» (Δευτ. 4, 10). ῾Η λέξη «᾿Εκκλησία» ἀναφέρεται πάλι, ὅταν γίνεται λόγος γιά τίς πλάκες τοῦ Νόμου: «Πάνω σ᾿ αὐτές ἦταν γραμμένο καθετί πού εἶπε σ᾿ ἐσᾶς ὁ Κύριος, πάνω στό ὄρος Σινᾶ, μέσα ἀπό τό θεϊκό πῦρ, κατά τήν ἡμέρα τῆς ἐκκλησίας» (Δευτ. 9, 10). Σάν νά ἤθελε μέ αὐτό τό «κατά τήν ἡμέρα τῆς ἐκκλησίας» νά πεῖ πιό καθαρά «κατά τήν ἡμέρα πού ὁ Θεός σᾶς κάλεσε καί σᾶς σύναξε». ῾Ο Ψαλμωδός ἐπίσης λέει· «Θά προσευχηθῶ ἀπό τό βάθος τῆς καρδιᾶς μου, Κύριε, μέσα σέ μεγάλη ἐκκλησία, ἀνάμεσα σέ πολύ πυκνό πλῆθος λαοῦ, θά Σέ ὑμνήσω» (Ψαλμ. 34, 18).
ΚΕ´ . Πρωτύτερα λοιπόν ἔψαλε ὁ Ψαλμωδός: «Μέσα στήν ἐκκλησία νά δοξολογεῖτε τόν Θεό, τόν Κύριο, ὅλοι σεῖς οἱ ἀπόγονοι τοῦ ᾿Ισραήλ» (Ψαλμ. 67, 27). ᾿Αφοῦ ὅμως οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἔχασαν τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐξαιτίας τῆς κακόβουλης στάσης τους ἐνάντια στόν Σωτήρα Χριστό, ὁ Σωτήρας ἵδρυσε δεύτερη ᾿Εκκλησία, τή χριστιανική, ἡ ὁποία συγκροτεῖται ἀπό ἀνθρώπους πού ἀνήκουν σέ διάφορα ἄλλα ἔθνη, ἐκτός τοῦ ᾿Ισραήλ15. Γι᾿ αὐτήν τήν ᾿Εκκλησία εἶπε ὁ Κύριος στόν ἀπόστολο Πέτρο· «Πάνω σ᾿ αὐτήν τήν Πέτρα θά οἰκοδομήσω τήν ᾿Εκκλησία μου καί δέν θά τήν κατανικήσουν οἱ δυνάμεις τοῦ ῞Αδη» (Ματθ. 16, 18). Συνέχεια
«Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεανθρώπου καὶ ὁ μηδενισμὸς τοῦ ἀνθρώπου»
π.Ἀθανάσιος Γιέφτιτς
Τὸ ὅλο πρόβλημα γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἀκριβῶς αὐτό: νὰ εὑρεθεῖ ἐν τῷ Χριστῷ καὶ νὰ μὴ ἐκπέσει Αὐτοῦ, ἢ ἀφοῦ ἐξέπεσε (ὁ Ἀδὰμ καὶ ἐμεῖς) νὰ εὑρεθεῖ καὶ πάλι ἐν Αὐτῷ ὡς Θεῷ του καὶ ἀνθρώπῳ του, διότι ὁ Λόγος Χριστὸς διὰ τοῦτο ἀκριβῶς καὶ ἐδημιούργησε τὸν ἄνθρωπο, διὰ νὰ τὸν ἐνώσει μεθ’ Ἑαυτοῦ, νὰ τὸν «ἐνυποστήσει» ἐν Ἐαυτῷ, ὅπως λένε οἱ Πατέρες, καὶ ἔτσι νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν πληρότητά του ὡς ἀνθρώπου καὶ νὰ τὸν θεώσει, δηλαδὴ μὲ μία λέξη νὰ τὸν θε-ανθρωποποιήσει.
Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ Ἀδάμ, δημιουργηθεὶς ἔβλεπε τὸν Θεὸ καὶ εἶχε κοινωνία μαζί Του, καὶ ἔπρεπε ἐν συνεχείᾳ ἐλευθέρως καὶ ἀγαπητικῶς νὰ φθάσει ἐν τῷ Θεῷ Λόγω στὴν πλήρη ἕνωση μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὴ θέωσή του. Διότι ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ὁ σκοπὸς ὁλόκληρης τῆς θείας δημιουργίας, καὶ ἡ θέωση εἶναι ἡ τελικὴ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ θέωση δὲ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι δυνατὴ καὶ κατορθωτὴ μόνον ἐν τῷ Θεῷ Λόγῳ, ἐν τῷ Θεανθρώπῳ Χριστῷ, δυναμικὴ εἰκὼν τοῦ Ὁποίου εἶναι δημιουργικῶς ἐναποτεθειμένη στὸν ἄνθρωπο καὶ βάσει αὐτῆς καὶ μόνο πραγματοποιεῖται ἡ αὐθεντικὴ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ κατὰ χάριν θέωσή του.
Ἡ πρὸς θέωσιν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ δεδομένη δυνατότης καὶ δυναμικότης τῆς θεώσεως δὲν εἶναι ἕνας «εὐσεβὴς πόθος» τοῦ «θρησκευτικοῦ» ἀνθρώπου, ἀλλὰ μία ἀνθρωπολογικὴ (=χριστολογική, θεανθρώπινη) ἀλήθεια, ἡ ὁποία μαρτυρεῖται ἀκόμη καὶ σὲ αὐτὴν ταύτη τὴν τραγωδία τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν ὁ πατὴρ τοῦ ψεύδους, ὁ διάβολος, ἦλθε καὶ εἶπε στοὺς πρώτους ἀνθρώπους νὰ τὸν ἀκούσουν καὶ θὰ γίνουν καὶ χωρὶς τὸν Θεὸ «θεοί», αὐτὸ ἦταν ἕνα μεγάλο ψεῦδος. Ἕνα ψεῦδος ὅμως προϋποθέτει πάντοτε μία ἀλήθεια, τῆς ὁποίας τὸ ψεῦδος αὐτὸ τυγχάνει ἡ κατάχρηση, ἢ διαστρέβλωση, ἢ «λήθη», ἢ ἀναίρεση, ἢ στέρηση. Συνέχεια
Ἡ καθαρότης τῆς Ὀρθοδοξίας
Φώτιος ὁ Μέγας
Ἐπιστολὴ πρὸς Βούλγαρον Ἡγεμόνα
Αὐτὴ εἶναι ἡ καθαρὴ καὶ γνήσια ὁμολογία τῆς πίστεως ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν· αὐτὴ εἶναι ἡ θεόσοφη μυσταγωγία τῆς ἄχραντης καὶ ἀληθινῆς θρησκείας μας καὶ τῶν σεπτῶν μυστηρίων της· ἔχοντας φρόνημα, πίστι καὶ διαγωγὴ σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴν ὁμολογία ἕως τὴν δύσι τοῦ βίου, βαδίζομε γρήγορα πρὸς τὴν ἀνατολὴ τοῦ νοητοῦ ἡλίου, γιὰ ν’ ἀπολαύσωμε δυνατώτερα καὶ τελειότερα τὴν ἀπὸ ἐκεῖ ἐρχόμενη ἀνέσπερη αὐγὴ καὶ λαμπρότητα.
Αὐτὴν ταιριάζει ν’ ἀποδέχεται καὶ νὰ τιμᾶ καὶ ἡ θεοφρούρητη σύνεσίς σας, ποὺ ἤδη ἀτενίζει πρὸς τὴν ἰδική μας θρησκευτικὴ κληρονομιά, μὲ εἰλικρινῆ διάθεσι, εὐθύτητα γνώσεως καὶ ἀδίστακτη πίστι, καὶ νὰ μὴ ἀποκλίνη ἀπ’ αὐτὴν οὔτε στὸ ἐλάχιστο οὔτε πρὸς τὰ δεξιὰ οὔτε πρὸς τ’ ἀριστερά· διότι τοῦτο εἶναι τῶν ἀποστόλων τὸ κήρυγμα, τοῦτο εἶναι τὸ δίδαγμα τῶν πατέρων, τοῦτο εἶναι τὸ φρόνημα, τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων.
Γι’ αὐτὸ ὄχι μόνο ἐσὺ ὁ ἴδιος πρέπει νὰ φρονῆς καὶ νὰ πιστεύης κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀλλὰ νὰ καθοδηγῆς στὸ ἲδιο φρόνημα τῆς ἀληθείας καὶ τοὺς ὑπηκόους σου καὶ νὰ τοὺς καταρτίζης στὴν ἴδια πίστι, καὶ τίποτε ἄλλο νὰ μὴ θεωρῆς πολυτιμότερο ἀπὸ τέτοια σπουδὴ καὶ ἐπιμέλεια. Διότι τοῦ ἀληθινοῦ ἄρχοντος καθῆκον εἶναι νὰ μὴ φροντίζη μόνο γιὰ τὴ δική του σωτηρία, ἀλλὰ ν’ ἀξιώνη παρόμοιας προνοίας καὶ τὸν λαὸ ποὺ τοῦ ἔχει ἀνατεθῆ, νὰ τὸν χειραγωγῆ καὶ νὰ τὸν προσκαλῆ στὴν ἴδια τελειότητα τῆς θεογνωσίας. Μὴ λοιπὸν κάμης νὰ διαψευσθοῦν οἱ ἐλπίδες μας, τὶς ὁποῖες ἐπέτρεψε νὰ σχηματίσωμε ἡ πρὸς τὰ καλὰ ροπὴ καὶ προσοχή σου, μήτε νὰ καταστήσης ματαίους τοὺς κόπους καὶ ἀγῶνες, ποὺ μὲ χαρὰ ἀναλάβαμε χάριν τῆς σωτηρίας σας, μήτε νὰ δεχθῆς ὅτι ἄρχισες μὲν μὲ προθυμία νὰ δέχεσαι τοῦ θείου κηρύγματος τοὺς λόγους, μετέβαλες δὲ τὴν προθυμία σὲ ραθυμία· ἀλλὰ διατήρει ἀνεξάλειπτη τὴν χαρὰ κι εὐφροσύνη μου γιὰ σένα, παρέχοντας ὅμοιο μὲ τὴν ἀρχὴ τὸ τέλος, σύμφωνο τὸν βίο μὲ τὴν πίστι, καὶ τὴν ἐξουσία σου νὰ φαίνεται καὶ νὰ ὀνομάζεται κοινὸ ἀγαθό τοῦ γένους καὶ τῆς πατρίδος. Συνέχεια
Θεμελίωση καὶ προοπτική τῆς χριστιανικῆς ζωῆς
Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης
Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ θεμελιώνεται στὰ μυστήρια. Αὐτὰ δὲν ἀποτελοῦν μαγικὲς τελετὲς ποὺ ἀλλάζουν μηχανικὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ζωή του, ἀλλὰ δωρεὲς τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀνακαινίζουν τὴν ὕπαρξή του μὲ τὴν συγκατάθεση καὶ συνεργασία του. Τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι κτιστὰ μέσα, μὲ τὰ ὁποία μεταδίδεται ἡ ἄκτιστη χάρη τοῦ Θεοῦ. Τὸ Βάπτισμα, τὸ Χρίσμα καὶ ἡ θεία Εὐχαριστία, τὰ βασικὰ αὐτὰ μυστήρια μὲ τὰ ὁποῖα εἰσάγεται καὶ διατηρεῖται ὁ ἄνθρωπος στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία, θεμελιώνουν ἕνα νέο τρόπο ζωῆς γιὰ τὸν ἄνθρωπο.
Ἡ συμμετοχὴ στὰ μυστήρια δηλώνει τὴν ἑκούσια αὐτοδέσμευση τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀκολουθήσει τὸν Χριστὸ καὶ νὰ συμμορφώσει τὴν ζωὴ του κατὰ τὸ πρότυπο καὶ τὸ θέλημά του. Ἡ αὐτοδέσμευση αὐτή, ποὺ ἐκδηλώνεται σὲ ἡθικὸ ἐπίπεδο, προσλαμβάνει ὀντολογικὸ περιεχόμενο καὶ ἐσχατολογικὴ προοπτική. Ὁ ἄνθρωπος ἀνακαινίζεται καὶ εἰσάγεται σὲ μία καινούργια προοπτικὴ ζωῆς. Καλεῖται νὰ περιπατήσει «ἐν καινότητι ζωῆς», γιὰ νὰ ἀφομοιώσει ὡς πρόσωπο τὴν νέα ὀντολογία, στὴν ὁποία τὸν μυσταγωγοῦν τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας· νὰ μείνει ἑνωμένος μὲ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ καταστεῖ κοινωνὸς τῆς ζωῆς του μετέχοντας στὴν ταπείνωσή του καὶ προσβλέποντας στὴν ἔνδοξη φανέρωσή του.
Ἡ παραμονὴ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ δὲν ἀποτελεῖ παθητικὴ κατάσταση ἀλλὰ δυναμικὴ διαδικασία. Δὲν πραγματοποιεῖται μόνο μὲ τὴν συμμετοχὴ στὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ ἐκδηλώνεται μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν του· καὶ ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ διατηρεῖ τὸν πιστὸ στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Μόνο ὅποιος τηρεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ μένει «ἐν τῷ Χριστῷ καὶ ὁ Χριστὸς ἐν αὐτῷ».
Ἡ ἕνωση ὅμως μὲ τὸν Χριστὸ ὁδηγεῖ σὲ ρήξη μὲ τὸν κόσμο. Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν συνήθη ζωὴ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ φαίνεται παράδοξη καὶ εἶναι γενικὰ ἀντίθετη πρὸς αὐτήν. Ἡ προσχώρηση στὴν ζωὴ τοῦ κόσμου ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν Χριστό. Ὁ Χριστιανὸς ὀφείλει νὰ συντονίζει τὴν ζωή του μὲ τὴν ζωὴ καὶ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ, στὸ σῶμα τοῦ ὁποίου ἀνήκει. Χωρὶς τὸν συντονισμὸ αὐτὸν δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ διατήρηση τῆς ἑνότητας μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἡ παραμονὴ στὸ σῶμα του. Ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἔχουμε κοινὴ θέληση μὲ αὐτὸν ποὺ ἔχουμε κοινὸ αἷμα, γιὰ νὰ μὴ ἐμφανιζόμαστε σὲ ἄλλα ἑνωμένοι καὶ σὲ ἄλλα χωρισμένοι. Ὅσο ὁ Χριστιανὸς δὲν συντονίζεται μὲ τὴν ζωὴ καὶ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ, παραμένει φίλος του κόσμου. Συνέχεια
Γιὰ τὴν Κατήχηση
Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Ἐπιστολὴ σὲ ἕναν ἐκπαιδευτικὸ
Ἐξοργίζεσθε μὲ μερικοὺς συναδέλφους σας οἱ ὁποῖοι δὲν βλέπουν εὐμενῶς τὴν Κατήχηση στὰ σχολεῖα. Καὶ ἔχετε δίκιο. H ὀργὴ σας εἶναι ὀργὴ δικαίου καὶ τέτοια ὀργὴ ἔχει ἀξία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Δὲν ὠφελεῖ ὅμως μονάχα νὰ ὀργιζόμαστε, ἀλλὰ καὶ νὰ πείθουμε. Χρειάζεται ἀκόμη, νὰ προσευχόμαστε στὸν Θεὸ γιὰ ἐκείνους πού ἀπὸ ἀνοησία ἐξεγείρονται ἐνάντια στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ στὰ σχολεῖα. Νὰ τοὺς ἀνοίξει ὁ Θεὸς τὰ μάτια καὶ νὰ δοῦν ὅτι πριονίζουν τὸ κλαδὶ πάνω στὸ ὅποιο κάθονται. Γιατί πραγματικά, ὅλη ἡ διαπαιδαγώγηση τῆς χριστιανικῆς νεολαίας βασίζεται στὴν ἀσάλευτη πέτρα τῆς διδαχῆς τοῦ Χριστοῦ.
Σὲ μᾶς ἦταν ἔτσι γιὰ χίλια χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ βαπτιστήκαμε, ἔτσι πρέπει νὰ εἶναι καὶ σήμερα καὶ αὔριο καὶ στὸν αἰώνα τοῦ αἰῶνος. Τέτοια ἀγωγή, κατὰ τὸ παρελθόν, δὲν μᾶς ἔκανε νὰ ντρεπόμαστε καὶ οὔτε θὰ μᾶς κάνει καὶ στὸ μέλλον. Αὐτὸ μᾶς ἔδωσε πρωτοκλασάτους ἄνδρες, πού εἶναι στολίδια τῆς ἱστορίας μας, ὅπως τὰ ἄστρα εἶναι στολίδια στὸ οὐράνιο στερέωμα. Καὶ μάλιστα τεράστιο ἀριθμὸ τέτοιων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, ἀστέρων στὸ στερέωμα τῆς ἐθνικῆς μας ἱστορίας. Μὰ τί ἄλλο θὰ μποροῦσε ν’ ἀποτελεῖ τὸ σκοπὸ τῆς ἀγωγῆς ἀπὸ τὸ νὰ δώσει ἀνθρώπους, σωστοὺς ἀνθρώπους.
Ἡ ἐπιστήμη τῆς ἀγωγῆς, σὲ μᾶς ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλους τούς βαπτισμένους λαούς, πρέπει ἀπαραίτητα νὰ ἁρμόζει μὲ τὴ διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἂν ἡ ἀγωγή, ἀποχωριστεῖ ἀπὸ τὴ διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ, τότε δὲν χάνεται μὲν ἡ διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ ἀλλὰ χάνεται ἡ ἀγωγὴ καὶ οἱ σωστοὶ ἄνθρωποι. Ἂν πάλι ἡ ἀγωγὴ χαθεῖ στὸ σχολεῖο, τότε τὸ σχολεῖο γίνεται ἐπικίνδυνο γιὰ ἀνθρώπους καὶ λαούς. Γιατί, ἄνθρωπος μορφωμένος καὶ δίχως χαρακτήρα, εἶναι περισσότερο ἐπικίνδυνος γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς ἄλλους ἀπ’ ὅ,τι ὁ ἄνθρωπος πού εἶναι ἀγράμματος καὶ ἀνάγωγος. Αὐτὸς εἶναι ἀνάγωγος λόγω ἀδυναμίας, ἐνῶ ὁ πρῶτος κατὰ πεποίθηση.
Διάσπαση στὴν πίστη ἑνὸς ἀνθρώπου, προκαλεῖ ἀναπόφευκτα καὶ διάσπαση στὸ χαρακτήρα. Αὐτὸ μαρτυρεῖ τόσο ἡ βιβλικὴ ἱστορία ὅσο καὶ γενικότερα ἡ ἱστορία τῶν βαπτισμένων λαῶν. Τοὺς βασιλεῖς τοῦ Ἰσραὴλ πού ἐξέπιπταν ἀπὸ τὸν Θεό, τοὺς ἀκολουθοῦσε καὶ ἡ ἠθικὴ πτώση. Γιατί καθὼς τὸ ποτάμι εἶναι ἑνωμένο μὲ τὴν πηγὴ καὶ τὸ φῶς μὲ τὸν ἥλιο, ἔτσι εἶναι καὶ ἡ ἠθικὴ ζωὴ μὲ τὴν πίστη. Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδὸς (Ἰω. 14, 6), εἶπε ὁ Χριστός, ἐγὼ εἰμὶ τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν (Ἰω. 4, 11), ἐγὼ εἰμὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου (Ἰω. 8, 12). Ποῦ θὰ ὁδηγήσουμε τὰ παιδιὰ μακριὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν Ὁδὸ παρὰ στὴν καταστροφή; Μὲ τί θὰ ποτίσουμε τὶς διψασμένες ψυχὲς τους ἔξω ἀπὸ τοῦτο τὸ Ζῶν Ὕδωρ; Μὲ τὰ θολωμένα λασπόνερα πού πίνουν καὶ τὰ ζωντανά; Μὲ τί θὰ τὰ φωτίσουμε πέρα ἀπὸ αὐτὸ τὸ Φῶς;…. Συνέχεια
Ἡ Σιωπή
Ἀρχιμ. π. Ἀντωνίου Ρωμαίου
Ἡ σιωπήεἶναι ἡ πιό γόνιμη μήτρα γιά τή ζωή τοῦ Πνεύματος.
Τό νά σιωπᾶς μέ γνώση σημαίνει ὅτι ἔχεις δουλέψει πολύ στόν ἑαυτό σου.
Τό νά σιωπᾶς ὅταν εἶσαι ἄδειος, εἶναι φρόνηση· τό νά σιωπᾶς ὅμως ὅταν εἶσαι γεμάτος, εἶναι ἁγιότης.
Ἕνα λεπτό σιγῆς τοῦ σοφοῦ ἀντιρροπεῖ πρός χιλιάδες ὧρες μωρολογίας δοκησισόφων.
Ἡ σιωπή πού γεμίζει μέ τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ γεννᾶ τούς πιό σωστούς διαλόγους.
Ἡ σιωπή πού εἶναι γεμάτη ἀπό ἐμπαθῆ ἀναβρασμό τῆς ψυχῆς, γίνεται πρόδρομος σατανικῆς κυριαρχίας.
Ἡ ἀσκητική σιωπή – προσπάθεια γεμάτη πόνο καί κόπο – μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου μετρατρέπεται ἀπό ἐπίπονα δεσμά σέ φτεροῦγες ἀνατάσεως καί σέ στρωμνή ἀναπαύσεως.
Ἡ σιωπή τοῦ μοχθηροῦ ἀρχίζει μέ εὐγένεια καί τελειώνει μέ δολοφονική ἐνέργεια.
Ἡ σιωπή πού ἐπικαλύπτει ἐμπάθεια ὁμοιάζει πρός ἁγιόμορφο πόρνη.
Τό νά σιωπᾶς ἀπό ἀμέλεια ἤ τεμπελιά δείχνει ὅτι ἔχεις συνθηκολογήσει μέ τόν διάβολο.
Τό νά σιωπᾶς ἀπό ἀπογοήτευση φανερώνει τήν αἰχμαλωσία σου σέ σατανοκίνητες σκέψεις.
Τό νά σιωπᾶς ὅταν μπορεῖς νά πεῖς πολλά δέν εἶναι δειλία ἀλλά γενναιότητα.
Τό νά σιωπᾶς «ὅταν δέν ἔχεις τί νά πεῖς» εἶναι ἀγαθόμορφη δειλία.
Τό νά σιωπᾶς μπροστά στούς «Πιλάτους» φανερώνει διάθεση Χριστομιμήτου ζωῆς.
Τό νά σιωπᾶς γιατί «εἶσαι νεκρός γιά τόν κόσμο» σημαίνει ὅτι προγεύθηκες τή δύναμη τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.
Τό νά σιωπᾶς, τέλος, ὅταν ὁ σταυρός εἶναι στούς ὤμους σου ἤ ὅταν σύ εἶσαι πάνω στό «σταυρό», αὐτό σημαίνει ὅτι ἔχεις ἤδη εἰσέλθει στή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Πῶς πρέπει νά συμπεριφερόμαστε κατά τήν ἐνασχόληση μέ τά καθημερινά μας ἔργα
Στάρετς Σάββας, ὁ Παρηγορητής,
Ἀποσπάσματα ἀπό τό ἡμερολόγιο
Τά καθημερινά ἔργα εἶναι πάρα πολλά καί διακρίνονται ἀνάλογα μέ τίς συνθῆκες μέσα στίς ὁποῖες ζοῦμε καί τίς θέσεις πού κατέχουμε.
Ὅλα τά καθημερινά μας ἔργα πού δέν ἐναντιώνονται στόν ἠθικό νόμο τά ὁποῖα ὀφείλουμε νά κάνουμε πρέπει νά τά θεωροῦμε ὡς ἔργα τοῦ Θεοῦ, ὡς ἔργα πού μᾶς τά ἔχει ἐμπιστευθεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, διότι ὁ Θεός, ὡς Βασιλεύς πάσης τῆς γῆς (Ψαλμ.46,8) ἐγκαθίδρυσε διάφορες νόμιμες θέσεις καί καταστάσεις καί Αὐτός, καί ὄχι ἐμεῖς, ἐπέτρεψε καί ἐπιτρέπει σέ μᾶς νά στεκόμαστε σ’ αὐτές τίς θέσεις καί τίς συνθῆκες στίς ὁποῖες βρισκόμαστε.
Χωρίς τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἤ χωρίς τήν ἀνοχή τοῦ Θεοῦ, ἀπολύτως τίποτα δέν γίνεται. Ἔτσι, ὁποιαδήποτε ἔργα κάνεις, ὅλα κάνε τα σάν νά τά κάνεις γιά τόν ἴδιο τό Θεό καί θά λάβεις τό βραβεῖο σου ἀπό τόν Θεό.
Ὅποιος ἐργάζεται ὄχι γιά τόν Θεό, τό ἔργο του εἶναι πολύ ἀξιολύπητο, γιατί τό βραβεῖο του θά τό λάβει ὄχι ἀπό τόν Θεό, ἀλλά εἴτε ἀπό τόν ἑαυτό του εἴτε ἀπό τούς ἀνθρώπους. Ἀλλά ἀπό τόν ἑαυτό σου τί εἴδους βραβεῖο θά λάβεις; Γήινο, προσωρινό, τιποτένιο.
Κάνοντας ὅλα τά ἔργα σου γιά τόν ἴδιο τόν Κύριο καί Θεό, κάνε τά ὁπωσδήποτε ἔτσι, ὅπως πρέπει νά κάνεις τά ἔργα τοῦ Θεοῦ, δηλαδή μέσα ἀπό τήν ψυχή σου, μέ πλήρη προθυμία καί εὐχαρίστηση, προσεκτικά, χωρίς καθυστέρηση καί ἀμέλεια, μέ καθαρή συνείδηση γιατί εἶναι γραμμένο: «Ἐπικατάρατος πᾶς ὁ ποιῶν τό ἔργον τοῦ Κυρίου ἀμελῶς» (Ἱερεμ. 48, 10 ).
Ἐάν τά ἔργα σου προχωροῦν μέ ἐπιτυχία, μήν ὑπερηφανεύεσαι γι’ αὐτά καί πρό πάντων μήν ἐπιγράφεις τήν ἐπιτυχία σου στίς ἰδιαίτερες δυνατότητές σου καί τήν πεῖρα σου, διότι ὁ Κύριος εἶπε στούς μαθητές του: «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰω.15, 5).
Ἄν τό ἔργο μέ τό ὁποῖο πρέπει νά ἀσχολεῖσαι εἶναι δύσκολο, δυσάρεστο, ταπεινό, ἀσήμαντο, δέν στρώνει, καθυστερεῖ, ἀπαιτεῖ ἰδιαίτερη ὑπομονή, ἤ σέ ὁδηγεῖ στή μελαγχολία, τότε μή μικροψυχεῖς, μήν τεμπελιάζεις, μήν ἀγανακτεῖς, μήν καταλαμβάνεσαι ἀπό θυμό, ἀνυπομονησία, γογγυσμό κ.λπ., ἀλλά ζωντάνεψε καί πάρε δύναμη μέ τή σκέψη ὅτι αὐτές οἱ ἐργασίες οἱ ὁποῖες σέ στενοχωροῦν τόσο, πού εἶναι τόσο δυσάρεστες καί σέ πικραίνουν, δέν διαρκοῦν αἰώνια. Ὅλα αὐτά τελειώνουν μέ τήν ἐπίγεια ζωή μας καί τότε ὁ Κύριος «ἀποδώσει ἑκάστῳ κατά τά ἔργα αὐτοῦ» (Ρωμ. 2, 6) . Συνέχεια
Προσευχὴ καὶ λατρεία
Φώτιος ὁ Μέγας
Ἐπιστολὴ πρὸς Βούλγαρον Ἡγεμόνα
Ἐσὺ πάντως πρόσεξε ἐπιμελῶς, γιὰ νὰ μὴ εἶσαι μόνο ἀκροατής, ἀλλὰ καὶ ἐκτελεστὴς τῶν καλῶν καὶ ἀξιέπαινων πράξεων. Καὶ σ’ αὐτὸ τὸ μέρος θὰ ἀρχίσουμε ἀπὸ τὰ θεῖα.
Ἡ προσευχὴ λοιπὸν συνάπτει καὶ ἐξοικειώνει μὲ τὸν Θεό, διότι εἶναι ἔνθεος συνομιλία καὶ συνάφεια νοερὰ μὲ τὸ κάλλιστο καὶ πολυτιμότατο ὅλων τῶν ἀγαθῶν, ἀπὸ τὸ ὁποῖο προέρχεται κάθε οὐσίωσις καὶ συντήρησις, κάθε πρόνοια καὶ χορηγία ἀγαθῶν, κάθε τελειότης καὶ κάθαρσις παθῶν. Ὥστε καὶ κανένα ἄλλο κέρδος νὰ μὴ ἀπέρρεε ἀπὸ τὴν προσευχή, θὰ ἀρκοῦσε καὶ αὐτὸ μόνο του γιὰ τοὺς φιλόθεους καὶ τοὺς φιλοθεάμονες τοῦ ἀγαθοῦ ἀντὶ κάθε ἄλλης εὐφροσύνης, καὶ κάθε μακαριότητας καὶ εὐτυχίας στὸν βίο.
Ὅταν πάλι λαμβάνουμε δι’ αὐτῆς καὶ ἄφεσι ἁμαρτιῶν καὶ ἐξασφαλίζουμε τὶς ἀγαθοειδεῖς καὶ τελειοποιοὺς δωρεὲς μὲ τὰ ἄλλα αἰτήματα, ὅσα συμφέρουν, καὶ γινώμαστε ἄξιοι ν’ ἀνταμείβουμε τὸν εὐεργέτη μὲ τὴν εὐχαριστία μας γιὰ τὶς ἀνέκφραστες πράξεις καὶ δωρεές του πρὸς ἐμᾶς, καὶ μάλιστα νὰ τοῦ προσφέρουμε σὰν ἀπαρχὲς τῆς νοερᾶς μας δοξολογίας καὶ λογικῆς οὐσιώσεως τὶς κινήσεις τοῦ νοῦ καὶ τὶς δοξολογίες κατ’ αὐτὴν τὴν προσευχή· ὅταν λοιπὸν στὴν προσευχὴ συμπεριλαμβάνωνται τόσο πολλὰ καὶ μεγάλα, πῶς δὲν χρειάζεται νὰ ἐπιδιδώμαστε σ’ αὐτὴν πρόθυμα, νὰ τὴν ἀγαποῦμε καὶ ν’ ἀσχολούμαστε μὲ αὐτήν;
Ἐσὺ λοιπὸν νὰ προσεύχεσαι διαπαντὸς μὲ εὐχὲς κατ’ ἰδὶαν καὶ μόνος σου πρὸς τὸν Θεό, ἀλλὰ νὰ προσεύχεσαι καὶ μαζὶ μὲ τὸ πλῆθος καὶ φανερά. Καὶ μὲ τὰ δύο εἴδη, ὅταν τελοῦνται θεοφιλῶς εἶναι δυνατὸ ν’ ἀποδίδεται ἡ εὐσέβεια· ὅσο δὲ τὸ πρῶτο ὑπερτερεῖ σὲ καθαρότητα διανοίας, τόσο τὸ δεύτερο προσκαλεῖ σὲ μίμησι ὅσους βλέπουν. Τὸ ἕνα συντελεῖ σὲ προσωπικὸ κέρδος, τὸ ἄλλο ὠφελεῖ καὶ τοὺς ἄλλους, τῶν ὁποίων ἡ σωτηρία καὶ προκοπὴ εἶναι πάλι μεγάλη μαρτυρία τῆς ἀρετῆς τοῦ ἄρχοντος.
Νὰ οἰκοδομῆς ναοὺς στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἁγίων του σύμφωνα μὲ τὰ ἐκκλησιαστικὰ θέσμια, καὶ συνήθιζε τὸν λαὸ νὰ ἐκκλησιάζεται σ’ αὐτούς, ὥστε ἀπευθύνοντας τις προσευχές ἀπὸ κοινοῦ τὸν Θέον καὶ προσφέροντας κοινὴ δοξολογία, νὰ ὁδηγοῦνται σὲ κοινὴ ὁμόνοια καὶ νὰ κερδίζουν κοινὴ σωτηρία καὶ ὠφέλεια.
Οἱ θυσίες τῆς ἱερᾶς λατρείας μας εἶναι ἀνατεθειμένες στοὺς ἱερεῖς· ἂν ὑπηρετῆς αὐτοὺς καὶ προσφέρης προθύμως, διὰ μέσου αὐτῶν θ’ ἀπολαύσης πολλὴν εὐεργεσία καὶ χάρι. Θὰ μποροῦσες μάλιστα νὰ παρουσίασης καὶ σύ ὁ ἴδιος, ἂν θέλης, ἕνα κάλλιστο καὶ ἀγαπητότατο θῦμα στὸν Θεό, ἄν Τοῦ προσφέρεις καθαρὸν βίον καὶ ὀρθότητα διανοίας.
Αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν.
Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου
«Δεῦτε πρὸς μὲ πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς ». Μ’ αὐτὰ τὰ λόγια καλεῖ ὁ Χριστὸς ὅλους, ὅσοι λυγίζουν κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας. Καὶ προσθέτει στὴν Ἀποκάλυψη: «Ὁ διψῶν ἐρχέσθω… ἐγὼ τῷ διψώντι δώσω ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς δωρεάν». Τρέξτε ὅλοι οἱ διψασμένοι, φωνάζει ὁ Κύριος, στὴν αἰώνια καὶ ζωοπάροχη βρύση.
Ὅσο ἁμαρτωλὸς κι’ ἂν εἶσαι, φονιᾶς, μοιχὸς ἢ κάτι ἄλλο, σὲ δέχεται ὁ Δεσπότης. Σηκώνει ἀμέσως τὸ φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν σου καὶ σ’ ἐλευθερώνει. Καὶ πῶς τὸ κάνει αὐτό; Ὅπως ἀκριβῶς συγχώρεσε τὶς ἁμαρτίες τοῦ παραλυτικοῦ, λέγοντάς του: «Τέκνον, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι». Κι ἀμέσως τὸν λύτρωσε ἀπὸ τὸ βάρος του καὶ τὸν θεράπευσε.
Πρόστρεχε λοιπὸν στὸν Χριστό, παρακαλώντας Τον δυνατά, ἐπίμονα καὶ ἀκατάπαυστα, ὅπως ὁ τυφλὸς τότε, στὴν Ἱεριχώ : «Ἰησοῦ, υἱὲ Δαβίδ, ἐλέησόν με!». Κι’ Ἐκεῖνος, ὅπως τότε, θὰ σὲ ρωτήσει μυστικά: « Τί σοὶ θέλεις ποιήσω;». Ἐσύ, ὁ τυφλὸς στὴν ψυχή, θὰ πεῖς: «Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω ». Ὁ Χριστός, βλέποντας τὴν πίστη σου, τὴ μετάνοιά σου, τὴ ζέση τῆς ἱκεσίας σου, θὰ σὲ σπλαχνιστεῖ καὶ θὰ σὲ θεραπεύσει, χαρίζοντας στὴν ψυχή σου τὸ φῶς.
Ὅταν ὅμως δὲν προσευχόμαστε μὲ πόνο, μ’ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς μας καὶ μ’ ἀληθινὴ μετάνοια, δὲν θὰ μᾶς ἀκούσει ὁ Χριστός, δὲν θὰ μᾶς συγχωρέσει, δὲν θὰ μᾶς φωτίσει.
Ἂν πάλι εἴμαστε ἀμελεῖς, ἂν δὲν τρέξουμε στὸν Κύριο καὶ δὲν Τὸν ἀκολουθήσουμε μὲ συνέπεια, ἀφήνοντας τὶς ἁμαρτίες μας, ὅπως ὁ τελώνης καὶ κατοπινὸς εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ἄφησε τὸ τελώνιο καὶ τὴν πλεονεξία, τότε δὲν θὰ πάρουμε ἐκεῖνο ποῦ ζητᾶμε.
Πρέπει πρωταρχικὰ νὰ φλογιστοῦμε ἀπὸ τὴ φωτιὰ τῆς μετανοίας, τῆς ἐπιστροφῆς καὶ τῆς ἱκεσίας.
Ὁ Κύριος ὄχι μόνο γι’ αὐτοὺς «ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη εἰς γῆν», ἀλλὰ γιὰ ὅλους μας. Καὶ δὲν θέλει νὰ κολαζόμαστε αἰώνια, σὰν δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε στὸν οὐρανό, ἀφοῦ πρῶτα, μὲ ἀγώνα πνευματικό, τηρήσουμε τὶς ἐντολές Του καὶ καθαριστοῦμε ἀπὸ τὰ πάθη, «ἕκαστος κατὰ τὸν ἴδιον κόπον».
Πρέπει νὰ ξέρουμε, πώς ὁ ἱδρώτας πού χύνουμε γιὰ τὴν κάθαρσή μας καὶ τὴν ἀρετὴ δὲν πάει χαμένος. Ὁ Χριστὸς βλέπει τὸν κόπο μας καὶ τὸν ἀγώνα μας καὶ θὰ μᾶς στεφανώσει. Στὸν ἀγώνα αὐτόν, ἐξάλλου, δὲν μᾶς ἀφήνει μόνους. Μᾶς χαρίζει τὴ μυστικὴ δύναμή Του, γιὰ νὰ νικήσουμε τοὺς νοητοὺς ἐχθρούς. Συνέχεια
Ἡ ἀντιμετώπιση τῶν θλίψεων
Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ,
Ἔλεγε ἀκόμα πώς, ὅ,τι κι ἄν συμβεῖ στόν ταπεινό, ἀμέσως καταφεύγει στήν προσευχή, καί ὅλους τούς θεωρεῖ σάν εὐεργέτες.
Ἐμεῖς ξεφύγαμε ἀπό τόν δρόμο τῆς ἀλήθειας καί ἀπό τίς ὑποδείξεις τῶν ἁγίων, καί θέλουμε νά χαράξουμε μόνοι τόν δρόμο μας, σύμφωνα μέ τά πονηρά μας θελήματα.
Τί εἶναι τάχα εὐκολότερο ἀπό τό ν’ ἀκούσουμε ἕναν ἅγιο καί πρακτικό δάσκαλο, τόν ἀββᾶ Ἀμμωνᾶ, πού λέει:«πρόσεχε μέ ἀκρίβεια τόν ἑαυτό σου, ὥστε, ἄν κάποιος σέ πικράνει σέ ὁ,τιδήποτε, νά μήν πεῖς τό παραμικρό. Σώπαινε, μέχρι νά ἠρεμήσει ἡ καρδιά σου μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή, καί τότε βοήθησε τόν ἀδελφό πού σ’ ἔθλιψε».
Πραγματικά, ὅποιος ποθεῖ τόν ἴσιο δρόμο, κάθε φορά πού ταράζεται, μαλώνει τόν ἑαυτό του καί τόν ἐλέγχει ἀδιάκοπα, λέγοντας:·Τί μανιάζεις, ψυχή μου; Τί ταράζεσαι σάν τούς ἐπιληπτικούς; Αὐτό ἀκριβῶς δείχνει πώς εἶσαι ἄρρωστη. Ἄν δέν ἤσουν, δέν θά πονοῦσες. Γιατί, ἀντί νά μέμφεσαι τόν ἑαυτό σου, τά βάζεις μέ τόν ἀδελφό σου, πού σοῦ φανέρωσε τήν ἀρρώστεια σου στήν πράξη καί σ’ ὅλη της τήν σοβαρότητα;
Μάθε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, «ὅς λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει, πάσχων οὐκ ἠπείλει». Ἄκουσέ Τον νά λέει αὐτό πού καί ἔμπρακτα ἔδειξε: «Τόν νῶτον μου ἔδωκα εἰς μάστιγας, τάς δέ σιαγόνας μου εἰς ραπίσματα, τό δέ πρόσωπόν μου οὐκ ἀπέστρεψα ἀπό αἰσχύνης ἐμπτυσμάτων».
Κι’ ἐσύ, ἄθλια ψυχή, γιά μιά βρισιά καί προσβολή ἤ περιφρόνηση καί ἀντιπάθεια ἤ κοροϊδία ἤ συκοφαντία, κάθεσαι καί πλέκεις χίλιους δυό λογισμούς κι’ ἐπιβουλεύεσαι ἔτσι τόν ἴδιο σου τόν ἑαυτό, ὅπως οἱ δαίμονες. Ἀλήθεια, σέ μιά τέτοια ψυχή τί περισσότερο μπορεῖ νά κάνει ἕνας δαίμονας, ἀπ’ ὅ,τι κάνει ἡ ἴδια στόν ἑαυτό της;
Τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ τόν βλέπουμε। Γιά τά πάθη Του, πού ὑπέμεινε γιά μᾶς, διαβάζουμε κάθε μέρα.Ἐμεῖςὅμως δέν ἀνεχόμαστε οὔτε μιά προσβολή! Πραγματικά ξεφύγαμε ἀπό τόν ἴσιο δρόμο.
Ἔλεγε ἐπίσης, πώς ἀκόμα κι’ ἄν ζήσει κανείς τόσα χρόνια, ὅσα ἔζησε ὁ Μαθουσάλας, δέν τραβήξει ὅμως αὐτό τόν ἴσιο δρόμο πού τράβηξαν ὅλοι οἱ ἅγιοι –ἐννοῶ τόν δρόμο τῆς ἀτιμίας καί τῆς ζημίας καί τῆς γενναιόψυχης ὑπομονῆς, ὄχι πολύ, μά οὔτε λίγο δέν πρόκειται νά προκόψει. Τό μόνο πού θά ξοδεύει: τά χρόνια του ἄσκοπα. Συνέχεια
Συμβουλὲς πνευματικὲς γιὰ θάρρος καὶ προσευχὴ
Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος
Ἔχεις ἀκόμη ἀνησυχίες. Πές μου, ἀπὸ ποῦ θὰ μποροῦσαν νὰ προέρχονται; Ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ πᾶνε καλά. Ὅλα τὰ ἐσωτερικὰ τὰ ἔχεις ἐπανεξετάσει καὶ τακτοποιήσει. Τὴν ἀπόφασή σου τὴν ἔχεις πάρει. Ἀπὸ ποῦ, λοιπόν, προέρχονται αὐτὲς οἱ ἀνησυχίες; Ὅλες εἶναι ἀπὸ τὸν ἐχθρό. Ὅλες. Ἀπὸ πουθενὰ ἀλλοῦ.
Τί ἄλλο θὰ μποροῦσε νὰ συμβαίνει; Μήπως σκέφτεσαι νὰ φτιάξεις τὴ ζωή σου μόνη σου, μὲ τὶς δικές σου ἱκανότητες καὶ προσπάθειες; Ἂν πραγματικὰ αὐτὸ σκέφτεσαι, σὲ συμβουλεύω ν’ ἀλλάξεις ἀμέσως γνώμη, ἀλλιῶς δὲν θ’ ἀπαλλαγεῖς ἀπὸ τὴ σύγχυση καὶ τὴν ταραχή.
Ἐξέτασε πάλι τὸν ἑαυτό σου ἢ θυμήσου ὅ,τι σοῦ ἔχω ὑποδείξει καὶ ὅ,τι ἔχει συμβεῖ μέσα σου σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἀλληλογραφίας μας. Θυμήσου, ἐπίσης, ποιὰ ἦταν ἡ ἔκβαση τῶν προβληματισμῶν σου γιὰ τὴ ζωή. Τέλος, δῶσε στὴν αὐτοεξέτασή σου τέτοια κατεύθυνση, ὥστε νὰ καταλήξει σὲ μιὰ σταθερὴ ἀπόφαση ἀμετάκλητης ἐναποθέσεως τοῦ μέλλοντός σου στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ.
Ἀφοῦ, λοιπόν, πάρεις αὐτὴ τὴν ἀπόφαση, προσευχήσου στὸν Κύριο ὁλόθερμα. “Τὸ μέλλον μου”, πές Του, “τὸ ἀφήνω μὲ ἐμπιστοσύνη στὰ χέρια Σου.Ὅπως ξέρεις καὶ ὅπως θέλεις, Κύριε, κατεύθυνε τὴ ζωή μου, μ’ ὅλα τὰ ἀπρόοπτα καὶ μ’ ὅλες τὶς δυσκολίες της. Ἀπὸ δῶ κι ἐμπρὸς δὲν θὰ μεριμνῶ καὶ δὲν θ’ ἀνησυχῶ πιὰ γιὰ τὸν ἑαυτό μου. Μιὰ φροντίδα μόνο θὰ ἔχω, νὰ κάνω πάντα ὅ,τι εἶναι εὐάρεστο σ’ Ἐσένα”.
Ἔτσι νὰ Τοῦ μιλήσεις, ἀλλὰ καὶ ἔμπρακτα νὰ Τοῦ ἀποδείξεις ὅτι ἔχεις ὁλοκληρωτικὰ ἀφεθεῖ στὰ χέρια Του, ὅτι δὲν ἀνησυχεῖς γιὰ τίποτα, ὅτι ἀποδέχεσαι ἤρεμα καὶ ἀγόγγυστα ὁποιαδήποτε κατάσταση, εὐχάριστη ἤ δυσάρεστη, μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι ἔχει παραχωρηθεῖ ἀπὸ τὴ Θεία πρόνοια. Μοναδική σου μέριμνα ἂς εἶναι ἡ ἀκριβὴς τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ σὲ κάθε περίσταση.
Ὓστερ’ ἀπὸ μιὰ τέτοια ἐσωτερικὴ τοποθέτηση, ὅλες οἱ ἀνησυχίες σου θὰ ἐξανεμιστοῦν. Ἀνησυχεῖς γιὰ τὸν ἑαυτό σου τώρα, καθὼς θέλεις ὅλες οἱ περιστάσεις νὰ συντείνουν στὴν ἐκπλήρωση τοῦ δικοῦ σου σκοποῦ. Καὶ ἐπειδή, φυσικά, ὅλα δὲν γίνονται σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά σου, ταράζεσαι καὶ στενοχωριέσαι – “αὐτὸ δὲν ἔγινε ἔτσι, ἐκεῖνο δὲν ἔγινε ἀλλιῶς”. Ἄν, ὅμως, ἀναθέσεις τὰ πάντα στὸν Κύριο μὲ ἐμπιστοσύνη καὶ δεχθεῖς πώς ὅ,τι συμβαίνει προέρχεται ἀπ’ Αὐτὸν γιὰ τὸ καλό σου, τότε δὲν θ’ ἀνησυχεῖς πιὰ καθόλου. Θὰ κοιτᾶς μόνο γύρω σου, γιὰ νὰ δεῖς τί σοῦ στέλνει ὁ Θεός, καὶ θὰ ἐνεργεῖς σύμφωνα μ’ αὐτὸ πού στέλνει. Συνέχεια
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ
Ὁ ἀγώνας ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας
Ἁγίου Τύχωνος τοῦ Ζαντὸνσκ
Δύσκολος εἶναι, τὸ ἀναγνωρίζω, ὁ ἀγώνας ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ ἐχθροῦ, εἶναι ὅμως ἀπαραίτητος. Πολλοὶ κάνουν πολέμους καὶ νικοῦν ἄλλους ἀνθρώπους, εἶναι ὅμως αἰχμάλωτοι καὶ δοῦλοι στὰ πάθη τους. Δὲν ὑπάρχει πιὸ ἔνδοξη νίκη ἀπὸ τὴ νίκη πάνω στὸν ἑαυτό μας. Βραβεῖο χωρὶς νίκη δὲν ὑπάρχει. Καὶ νίκη χωρὶς ἀγώνα δὲν ὑπάρχει.
Ἀδελφέ μου, ἂς καταπιαστοῦμε μ΄αὐτὸν τὸν ἀγώνα, γιὰ νὰ κερδίσουμε μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Χριστοῦ τὴ νίκη, νὰ πάρουμε ἀπ΄Αὐτὸν τὸ στεφάνι τῆς ἀρετῆς καὶ νὰ θριαμβεύσουμε αἰώνια στὴ βασιλεία Του.
Ἂς διατυπώσουμε τώρα μερικὲς σκέψεις, ποὺ δίνουν βοήθεια καὶ ἐνίσχυση στὸν ἀγώνα:
Ν΄ἀκοῦς καὶ νὰ προσπαθεῖς νὰ κατανοεῖς τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ μᾶς ἀποκαλύπτονται ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ ἀρετή, ὥστε ν΄ἀποφεύγουμε τὴν πρώτη καὶ νὰ ἐπιδιώκουμε τὴ δεύτερη: “πᾶσα γραφὴ θεόπνευστος καὶ ὠφέλιμος πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς ἔλεγχον, πρὸς ἐπανόρθωσιν, πρὸς παιδείαν τὴν ἐν δικαιοσύνῃ, ἵνα ἄρτιος ᾖ ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος, πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἐξηρτισμένος” (Β΄Τίμ.3,16-17). Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ “μάχαιρα τοῦ Πνεύματος” (Ἐφεσ. 6, 17), μὲ τὴν ὁποία σφαγιάζεται ὁ ἐχθρός τῆς ψυχῆς.
Ὁ Θεὸς βρίσκεται παντοῦ. Ὅπου κι ἂν βρεθοῦμε, εἶναι δίπλα μας. Ὅ,τι κι ἂν κάνουμε, γίνεται μπροστά Του.
Πῶς λοιπὸν θ΄ἁμαρτάνουμε καὶ θὰ καταπατοῦμε τὸ ἅγιο θέλημά Του μπροστὰ στὰ μάτια Του;
Ντρέπεσαι, ἀλλὰ καὶ φοβᾶσαι νὰ φερθεῖς μὲ ἀσέβεια μπροστὰ στὸ βασιλιὰ ἢ καὶ στὸν παραμικρὸ ἐκπρόσωπο τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας. Πόσο πιὸ πολὺ πρέπει νὰ αἰσθάνεσαι τὸ ἴδιο μπροστὰ στὸν Θεό; Μὴν ξεχνᾶς ὅτι κάθε ἁμαρτία εἶναι ἀσέβεια καὶ παρανομία ἐνώπιόν Του.
Νὰ θυμᾶσαι τὰ τέλη σου, τὸ θάνατο, τὴν Κρίση τοῦ Χριστοῦ, τὸν ἅδη, τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Αὐτὸ θὰ σὲ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. “ἐν πᾶσι
Ν΄ἀπομακρύνεσαι ἀπὸ συνθῆκες ποὺ ξέρεις ὅτι παρασύρουν στὴν ἁμαρτία, ὅπως λ.χ. συμπόσια, διασκεδάσεις, κακὲς καὶ ἄπρεπες συζητήσεις. “Φθείρουσιν ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι (συναναστροφὲς) κακαὶ” (Α΄Κορ.15, 33). Συνέχεια
![images[7] (2)](http://www.imaik.gr/wp-content/uploads/images7-21.jpg)