Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ
Χρήστου Γκότση
Ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου, πού δείχνει τὴν θεότητά Του, τὴν μεγαλειότητα καὶ τὴν δύναμίν Του, εἶναι ἡ Μεταμόρφωσίς Του. Δι’ αὐτὴν ὁμιλοῦν οἱ τρεῖς πρῶτοι Εὐαγγελισταί, ὁ Ματθαῖος, ὁ Μάρκος καὶ ὁ Λουκᾶς, καθὼς καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς αὐτόπτες Μαθητές τοῦ Κυρίου, ὁ Πέτρος.
Τὰ ὅσα λέγουν, ἀκούονται κατὰ τὴν Θείαν Λειτουργίαν τῆς ἑορτῆς (6 Αὐγούστου) καὶ μᾶς μεταφέρουν εἰς τὸ ὅρος Θαβώρ, ἐπί τοῦ ὁποίου κατὰ τὴν παράδοσιν ἔλαβε χώραν τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως. «Καί μεθ᾿ ἡμέρας ἓξ παραλαμβάνει ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν Πέτρον καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ ᾿Ιωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὄρος ὑψηλὸν κατ᾿ ἰδίαν· καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς. καὶ ἰδοὺ ὤφθησαν αὐτοῖς Μωσῆς καὶ ᾿Ηλίας μετ᾿ αὐτοῦ συλλαλοῦντες. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπε τῷ ᾿Ιησοῦ· Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· εἰ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ Μωσεῖ μίαν καὶ μίαν ᾿Ηλίᾳ. ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτούς, καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε»· (Μάτθ. 17,1-6).
Μὲ τρόπον ἁπλοῦν καὶ ἀνεπιτήδευτον, χωρὶς περιττές φράσεις, ὁ ἱερός Εὐαγγελιστὴς ἀναφέρεται εἰς ἕνα περιστατικὸν τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου, τὸ Ὁποῖον εἶδαν μὲ τὰ μάτια τους τρεῖς Ἀπόστολοι, ὁ Πέτρος, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, πού ὑπερεῖχαν τῶν ἄλλων εἰς τὴν πίστιν, τὴν ἀφοσίωσιν καὶ τὴν ἀγάπην πρὸς τὸν Κύριον. Ὅπως λέγει ἕνα τροπὰριο τῆς ἑορτῆς, «ὃ πρὸ αἰώνων ὑπάρχων Θεὸς Λόγος, ὁ φῶς ὡς ἱμάτιον περιβαλλόμενος, μεταμορφούμενος ἔμπροσθεν τῶν μαθητῶν Του, ὑπὲρ τὸν ἥλιον ἔλαμψε» (Στιχηρὸν Αἴνων).
Ἔλαμψε τὸ πρόσωπον τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν λαμπρότητα τῆς ἀπροσίτου θεϊκῆς Του δόξης, τὰ δὲ ἐνδύματά Του ἔγιναν λευκὰ ὡς τὸ φῶς. Δύο ἐξέχοντα πρόσωπα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, ἐνεφανίσθησαν κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνη τῆς θεϊκῆς λαμπρότητος. Συνομιλοῦσαν μὲ τὸν Κύριον διὰ τὰ μέλλοντα νὰ συμβοῦν εἰς Αὐτόν, δηλαδὴ διὰ τὸν λυτρωτικόν Του θάνατον, ὁ ὁποῖος ἔμελλε νὰ πραγματοποιηθῆ στὴν Ἱερουσαλήμ.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐξηγεῖ διατὶ ἐπελέγησαν αἱ δύο αὐτές προσωπικότητες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης νὰ πλαισιώσουν τὸν Κύριον κατὰ τὴν ὥραν τῆς Μεταμορφώσεως. Πρῶτον, ἀντιπροσώπευαν τὸ Νόμο καὶ τοὺς προφήτες. Δεύτερον, ἀμφότεροι εἶχαν ἀπολαύσει μίας μυστικῆς θέας τοῦ Θεοῦ, ὁ ἕνας εἰς τὸ ὅρος Σινᾶ καὶ ὁ ἄλλος εἰς τὸ ὅρος Καρμήλιον. Τρίτον, ὁ Μωϋσῆς ἀντιπροσώπευε τοὺς νεκρούς, ἐνῶ ὁ Ἠλίας, πού ἀνελήφθη εἰς τὸν οὐρανό ἐποχούμενος ἐπὶ πυρίνου ἅρματος, ἀντιπροσώπευε τοὺς ζῶντες. «Ἵνα μάθωσιν, ὅτι καὶ θανάτου καὶ ζωῆς ἐξουσίαν ἔχει, καὶ τῶν ἄνω καὶ τῶν κάτω κρατεῖ». (Βλέπε π.χ. τὸ Στιχηρὸν τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς: «Συλλαλοῦντες δὲ τῷ Χριστῷ, Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας ἐδείκνυον, ὅτι ζώντων καὶ νεκρῶν κυριεύει…»).
Ἡ παρουσία τοῦ Μωϋσέως και τοῦ Ἠλία κατὰ τὴν Μεταμόρφωσιν ὑπεγράμμισεν ἐπί πλέον τὴν ἑνότητα Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης. Τὸν Χριστόν, πού μὲ τύπους, σύμβολα καὶ προφητεῖες προανήγγειλεν ἡ πρώτη, Τὸν παρουσίασε κηρύττοντα καὶ θαυματουργοῦντα ἡ δευτέρα.
Κατὰ τὴν Μεταμόρφωσιν ἔχουμε καὶ τὴν ἐμφάνισιν τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ Πατήρ, πού ὀνομάζει τὸν Κύριον υἱόν Του ἀγαπητόν, ὁ Θεάνθρωπος Κύριος, πού μεταμορφώνεται καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, πού λάμπει μαζὶ μὲ τὸν Κύριο διὰ τῆς φωτεινῆς νεφέλης.
Ἐρωτᾶται τώρα πῶς εἶδαν τὸ θαυμαστὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως οἱ συνοδεύσαντες τὸν Σωτήρα Μαθηταί. Περὶ αὐτοῦ μᾶς πληροφορεῖ τὸ Κοντάκιον τῆς ἑορτῆς: «Ἐπὶ τοῦ ὅρους μετεμορφώθης, καὶ ὡς ἐχώρουν οἱ Μαθηταί σου τὴν δόξαν σου, Χριστὲ ὁ Θεός, ἔθεασαντο· ἵνα ὅταν σὲ ἴδωσι σταυρούμενον, τὸ μὲν πάθος νοήσωσιν ἑκούσιον, τῷ δὲ κόσμω κηρύξωσιν, ὅτι σὺ ὑπάρχεις ἀληθῶς τοῦ Πατρὸς τὸ ἀπαύγασμα».
Ὁ ὕμνος αὐτὸς τῆς Ἐκκλησίας μας συμπληρώνει μὲ σύντομο καὶ ἐπιγραμματικὸ τρόπο ὅσα οἱ ἱεροὶ Εὐαγγελισταὶ ἐξιστοροῦν διὰ τὴν Μεταμόρφωσιν τοῦ Σωτῆρος. Μᾶς λέγει πρῶτον, ὅτι οἱ Μαθηταὶ εἶδαν τὴν θεϊκὴν δόξαν τοῦ Κυρίου «ὡς ἐχώρουν», δηλαδὴ «καθὼς ἠδύναντο», διὰ νὰ μεταχειρισθοῦμε τὴν φράσιν τοῦ Ἀπολυτίκιου τῆς ἑορτῆς. Δὲν ἦτο δυνατὸν οἱ Ἀπόστολοι, ἐφ’ ὅσον ἤσαν ἄνθρωποι, νὰ δοῦν ὁλόκληρη τὴν θεϊκὴν λαμπρότητα τοῦ Κυρίου.
Δεύτερον, μανθάνομεν ἀπὸ τὸ Κοντάκιον, καθὼς καὶ ἀπὸ ἄλλους ὕμνους τῆς ἑορτῆς, τὸν σκοπὸ τῆς Μεταμορφώσεως. Ὁ Κύριος δηλαδὴ μετεμορφώθη, διὰ νὰ ἀντιληφθοῦν οἱ Μαθηταί Του, ὅταν θὰ Τὸν δοῦν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, ὅτι τὸ Πάθος Του ἦτο ἑκούσιον, μὲ τὴν θέλησίν Του. Ἔτσι γεμάτοι ἀπὸ πίστιν καὶ βεβαιότητα θὰ διεσάλπιζον στὸν κόσμο τὴ θεότητά Του. Ἔπρεπε, ὅπως λέγει ἕνας ὕμνος τοῦ Ἐσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς, «νὰ δοῦν τὰ θαυμάσια τοῦ Κυρίου, διὰ νὰ μὴ δειλιάσουν ἐμπρὸς στὰ παθήματά Του», («…ἵνα θεωρήσαντες τὰ θαυμάσια σου, μὴ δειλιάσωσι τὰ παθήματά σου», α’ Στιχηρὸν Ἐσπερινοῦ).
Δὲν εἶναι ἄσκοπο νὰ ἐπαναλάβουμεν ἐδῶ, ὅτι οἱ ὕμνοι τῆς Ἐκκλησίας μας συνοψίζουν τίς ἀλήθειες τῆς πίστεως, ὅπως τίς ἀνέπτυξαν καὶ τίς διετύπωσαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι συμπληρώνουν τὴν Ἁγία Γραφή, διότι διαφυλάσσουν μὲ τίς φράσεις τῶν, τίς ποιητικές βεβαίως, τὴν Ἱεράν μας Παράδοσιν.
Τὰ ὅσα ἀνωτέρω ἐλέχθησαν, ἤσαν ἀπαραίτητα διὰ νὰ ἐννοήσωμεν τὴν βυζαντινὴ εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως, ἡ ὁποία εἶναι πιστὴ ἀπεικόνισις τῶν ὅσων οἱ ἱεροὶ Εὐαγγελισταὶ ἀναφέρουν.
Περιγραφὴ τῆς εἰκόνος
«Τὸ ὅρος Θαβὼρ τρικόρυφον. Ἐπάνω στὴν ψηλότερη κορυφή του, εἰς τὸ μέσον τῆς εἰκόνος ἵσταται ὁ Κύριος ὄρθιος καὶ κατενώπιον, ἐντὸς φωτεινῆς δόξης ὅπου παριστάνεται μὲ φωτοειδὴ κύκλον, μέσο στὸ ὁποῖο εἶναι γραμμένο ροδόχρουν τετράγωνον. Τὰ ἱμάτια αὐτοῦ εἶναι λευκὰ μὲ ἐλαφρές ραβδώσεις. Διὰ τῆς δεξιᾶς εὐλογεῖ, καὶ στὴν ἀριστερὰν κρατεῖ εἰλητάριον…
Μὲ ὅλον ὅπου στὴ Μεταμόρφωσιν ἐφανερώθη ἡ Θεϊκὴ ἐξουσία Του, ἐν τούτοις καὶ στὴν εἰκόνα ταύτην παρίσταται, ὡς πάντοτε, μὲ ταπεινὸν σχῆμα.
Ἐκ δεξιῶν εἰκονίζεται ὁ προφήτης Ἠλίας καὶ ἐξ ἀριστερῶν ὁ προφήτης Μωϋσῆς ἡ καὶ τανάπαλιν, ἱστάμενοι ἐπάνω στὰς δύο χαμηλότερες κορυφές, καὶ προσκλίνοντες μὲ σεβασμόν, ὁ μὲν Ἠλίας συνομιλῶν μετὰ τοῦ Χρίστου, ὁ δὲ Μωϋσῆς κρατῶν τὰς πλάκας τοῦ Νόμου.
Ὑποκάτωθεν αὐτῶν, ἐν τῷ μέσω βράχων, κατάκεινται χαμαὶ οἱ τρεῖς μαθηταί, Πέτρος, Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης, εἰς βιαίας στάσεις, ὁ μὲν Πέτρος καλύπτων τὸ πρόσωπον ἐκ τοῦ θάμβους καὶ κράζων πρὸς τὸν Χριστόν, ὁ δὲ Ἰωάννης πρηνής, ὁ δὲ Ἰάκωβος ἀνεστραμμένος καὶ οἰονεί ἐκσφενδονισθείς ὑπὸ ὑπερφυοῦς δυνάμεως. Ἐπὶ τῶν προσώπων αὐτῶν εἶναι ἀποτυπωμένος ὁ τρόμος καὶ ἡ ἔκστασις. Ταῦτα δέ, κατὰ τὰ ἐν τῷ ἱερῷ Εὐαγγελίῳ ἱστορούμενα·«Καὶ ἀκούσαντες οἱ μαθηταὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα» (Ματθ. ιζ’, 6), ὡς ἐπίσης καὶ κατὰ τὰ ψαλλόμενα κατὰ τὴν ἑορτήν τῆς Μεταμορφώσεως τροπάρια
ὅπου λέγουν «οἵτινες τὴν ἀκτίνα τοῦ προσώπου σου μὴ φέροντες καί τὴν λαμπρότητα τῶν χιτώνων σου ἐπὶ πρόσωπον εἰς γῆν κατεβαρύνοντο», καθὼς καὶ τὰ ἀκόλουθα· «οἱ μαθηταί σου, Λόγε, ἔρριψαν ἑαυτοὺς ἐν τῷ ἐδάφει τῆς γῆς, μὴ φέροντες ὁρᾶν τὴν ἀθέατον μορφήν».
«Σέ πολλές εἰκόνες τῆςΜεταμορφώσεως, ὅταν ὑπάρχη πολὺς τοῖχος διὰ νὰ σκεπασθῆ ἀπὸ τὴν τοιχογραφίαν, ζωγραφίζονται ὄπισθεν τοῦ βουνοῦ, ἀπὸ τὸ ἓν μὲν μέρος ὁ Χριστὸς ὅπου ἀναβαίνει εἷς τὸ ὄρος μαζὶ μὲ τοὺς τρεῖς μαθητές Του, καὶ πάλιν ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τοῦ βουνοῦ παριστάνονται οἱ ἴδιοι ὅπου κατεβαίνουν, καὶ ὁ Χριστὸς τοὺς εὐλογεῖ, λέγοντας τους νὰ μὴ εἰποῦν σέ κανένα αὐτὰ ὅπου εἶδαν, ὅπως ἱστοροῦνται στὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον…» (Φ. Κόντογλου).
Ἡ σημασία τῆς εἰκόνας διὰ τὸν πιστόν.
Ὅπως κάθε βυζαντινὴ εἰκόνα, ἔτσι καὶ ἡ εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως γίνεται ἀφορμὴ ἱερῶν στοχασμῶν διὰ τὸν πιστόν, πού τὴν βλέπει καὶ τὴν ἀσπάζεται. Σ’ αὐτὸ βοηθοῦν τὰ τροπάρια τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως, διότι τονίζεται σ’ αὐτά, ἐκτὸς τοῦ κυρίου σκοποῦ τοῦ γεγονότος, πού εἶναι τὸ προάγγελμα τῆς ἐνδόξου καὶ σωτηρίου διὰ τοῦ Σταυροῦ ἀναστάσεως καὶ ὁ δευτερεύων σκοπός: ἡ δόξα τῶν πιστῶν στὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Ἔτσι σ’ ἕνα τροπάριο ἀναφέρεται, ὅτι ὁ Κύριος μετεμορφώθη, «διὰ νὰ δηλώση ὅτι ὅσοι θὰ διαπρέψουν εἰς τὰς ἀρετάς, θὰ ἀξιωθοῦν τῆς ἐνθέου δόξης» (γ’ Στιχηρὸν Ἑσπερινοῦ). Σ’ ἄλλα δὲ τροπάρια παρακαλεῖται ὁ μεταμορφωθείς Κύριος νὰ φωτίση τίς ψυχές μας μὲ τὸ Θαβώριον φῶς, τοῦ ὁποίου οἱ ἀκτίνες κατηύγασαν τοὺς Ἀποστόλους. («Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς τὸ φῶς σου τὸ ἀϊδιον»).
Ὁ πιστός, καθὼς ἐνατενίζει τὴν ἅγια εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως, φέρει εἰς τὸν νοῦν του τὴν γνωστὴν εὐχὴ τῆς Ἐκκλησίας μας:
«Χριστέ, τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, τὸ φωτίζον καὶ ἁγιάζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον, σημειωθήτω ἐφ’ ἡμᾶς τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου, ἵνα ἐν αὐτῷ ὀψόμεθα φῶς τὸ ἀπρόσιτον καὶ κατεύθυνον τὰ διαβήματα ἡμῶν πρὸς ἐργασίαν τῶν ἐντολῶν σου· πρεσβείαις τῆς παναχράντου σου μητρὸς καὶ πάντων σου τῶν ἁγίων. Ἀμήν».
ΚΑΝΟΝΑΣ ΣΤΗΝ ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ
AΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ
Ἦχος πλ. Δ΄.
Ὁ Μωϋσῆς, σάν εἶδε σέ χρόνους παλαιούς,
στήν θάλασσα, σέ στύλο πύρινο καί σέ νεφέλη
τήν δόξα τοῦ Κυρίου, προφητικῶς ἀναφώνησε·
«Ἄς τραγουδήσουμε στόν λυτρωτή καί Θεό μας!».
***
Κρύβοντας τό θεωμένο σῶμα του
μέσα σέ βράχο ὁ θεόπτης Μωϋσῆς
ἔβλεπε τόν ἀόρατο κι ἀναφωνοῦσε·
«Ἄς τραγουδήσουμε στόν λυτρωτή καί Θεό μας!».
***
Σύ πάνω στό ὄρος τό νομικό
καί στό Θαβώριο φάνηκες στόν Μωϋσῆ,
τότε μέσα σέ γνόφο,
τώρα στό ἀπρόσιτο φῶς τῆς θεότητας.
Ὠδή γ΄
Ἡ δόξα πού σκίαζε τήν σκηνή πρωτύτερα
καί στόν Μωϋσῆ μιλοῦσε, τόν δοῦλο Σου,
τύπος ἔγινε τῆς μεταμόρφωσής Σου,
πού ἄστραψε, Δέσποτα, στό Θαβώρ ἄρρητα.
***
Ἀνέβηκαν μαζί Σου, Λόγε Μονογενές, ὕψιστε,
τῶν ἀποστόλων οἱ ἔγκριτοι στό ὄρος Θαβώρ.
Καί κοντά στάθηκαν ὁ Μωϋσῆς καί ὁ Ἠλίας
ὡς Θεοῦ ὑπηρέτες μόνε φιλάνθρωπε.
***
Ὄντας Θεός τέλειος, ἔγινες τέλειος ἄνθρωπος,
μέ τήν Θεότητα ὅλη ἕνωσες τήν ἀνθρωπότητα
στήν ὑπόστασή Σου, αὐτήν πού εἶδαν
στίς δύο της φύσεις ὁ Μωϋσῆς καί ὁ Ἠλίας
πάνω στό ὄρος Θαβώρ. Συνέχεια
Στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος
ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Ἐμπρός, φίλοι μου, ἂς ἁπλώσουμε σήμερα χωρὶς δισταγμὸ τὸ χέρι στοὺς θησαυροὺς τοῦ Εὐαγγελίου, γιὰ νὰ ἀντλήσουμε ἀπὸ ἐκεῖ κατὰ τὴν συνήθειά μας πλοῦτο, πού ἄφθονα σὲ ὅλους διαμοιράζεται καὶ οὔτε στὸ ἐλάχιστο ποτὲ δὲν ξοδεύεται. Ἐλᾶτε, τὸν πάνσοφο καὶ πάλι ἂς ἀκολουθήσουμε, τὸν ὡραῖο ὁδηγό μας, τὸν Λουκᾶ, νὰ δοῦμε τὸν Χριστὸ νὰ ἀνεβαίνει σὲ ὄρος ὑψηλὸ καὶ τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη νὰ παίρνει μάρτυρες τῆς θεϊκῆς Μεταμορφώσεως. Διότι «πῆρε μαζί Του», λέει, «αὐτοὺς πού ἀποτελοῦσαν τὴν συντροφιὰ τοῦ Πέτρου καὶ σὲ ὄρος ὑψηλὸ ἀνέβηκε» ὁ Δεσπότης. Ὄρος ὑψηλό, στὸ ὁποῖο ἡ δυάδα Μωυσῆς καὶ Ἠλίας συζητοῦσε μὲ τὸν Χριστό.
Ὄρος ὑψηλό, ἐπάνω στὸ ὁποῖο ὁ Νόμος καὶ οἱ Προφῆτες συνομιλοῦσαν μὲ τὴν Χάρη. Ὄρος ὑψηλό: σ’ αὐτὸ ὁ Μωυσῆς, πού ἔγινε σφαγέας τοῦ ἀμνοῦ γιὰ τὸ πάσχα τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ ἔτσι μὲ τὸ αἷμα τὰ ἀνώφλια τῶν Ἑβραίων ράντισε.
Ὄρος ὑψηλό, σ’ αὐτὸ ὁ Ἠλίας, πού κοντὰ σ’ ἐκείνους τὸ βόδι εἶχε τεμαχίσει, τὴν θυσία τὴν περιχυμένη μὲ νερὸ εἶχε ἀφανίσει μὲ φωτιά. Ὄρος ὑψηλό, ὅπου ὁ Μωυσῆς, ὁ ἄνθρωπος πού ἄνοιξε καὶ ἔκλεισε τῆς Ἐρυθρᾶς Θάλασσας τὰ πολλὰ καὶ πάντοτε ἀξεχώριστα νερά. Ὄρος ὑψηλό, γιὰ νὰ μάθουν ὅσοι ἀνῆκαν στὸν κύκλο τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Ἰακώβου ὅτι Αὐτὸς εἶναι τὸ πρόσωπο, ἐμπρὸς στὸ ὁποῖο κάθε γόνατο θὰ λυγίσει τῶν ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων. Συνέχεια
ΣΤΗΝ ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ
Ὅπου καί ἀπόδειξη ὅτι, ἄν καί εἶναι ἄκτιστο τό κατ᾽ αὐτήν θειότατο φῶς, ὅμως δέν εἶναι οὐσία τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Προφήτης Ἠσαΐας προεῖπε γιά τό εὐαγγέλιο ὅτι «λόγο συντετμημένο θά δώσει ὁ Κύριος ἐπί τῆς γῆς» (Ἠσ. 10, 25). Συντετμημένος λόγος εἶναι ἐκεῖνος, πού μέσα σέ λίγες λέξεις περικλείει πλούσιο νόημα. Ἄς ἐπανεξετάσουμε λοιπόν σήμερα ὅσα ἔχουμε ἐκθέσει κι ἄς προσθέσουμε ὅσα ὑπολείπονται, γιά νά ἐμφορηθοῦμε ἀκόμη περισσότερο ἀπό τά ἐναποκείμενα ἄφθαρτα νοήματα καί ὁλόκληροι νά καταληφθοῦμε ἀπό τά θεῖα.
«Τόν καιρό ἐκεῖνο παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς τόν Πέτρο, τόν Ἰάκωβο καί τόν Ἰωάννη καί τούς ἀνεβάζει σέ ὄρος ὑψηλό κατ᾽ ἰδίαν. Ἐκεῖ μεταμορφώθηκε ἐνώπιόν τους καί ἔλαμψε τό πρόσωπό Του ὅπως ὁ ἥλιος» (Ματθ. 17, 1). Ἰδού τώρα εἶναι καιρός εὐπρόσδεκτος, σήμερα ἡμέρα σωτηρίας, ἀδελφοί, ἡμέρα θεία, νέα καί ἀΐδιος, πού δέν μετρεῖται μέ διαστήματα, δέν αὐξομειώνεται, δέν διακόπτεται ἀπό νύκτα. Διότι εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ Ἥλιου τῆς δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος δέν ὑφίσταται ἀλλοίωση ἤ σκιά ἕνεκα μετατροπῆς» (Ἰακ. 1, 7). Αὐτός, ἀφ᾽ ὅτου φιλανθρώπως ἔλαμψε σέ μᾶς μέ εὐδοκία τοῦ Πατρός καί συνεργία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί μᾶς ἐξήγαγε ἀπό τό σκοτάδι στό θαυμαστό του φῶς, συνεχίζει γιά πάντα νά λάμπει πάνω ἀπό τά κεφάλια μας ὡς ἄδυτος ἥλιος. Συνέχεια
Λόγος στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ
Ὁ φιλάνθρωπος Ἰησοῦς, ὅταν φανερώθηκε στὸν κόσμο ὡς διδάσκαλος ἀγαθός, ἐπειδὴ ἦταν καὶ Θεός, εἶπε στοὺς μαθητές του: «Ὅποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθήσει, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του, ἂς σηκώσει τὸν σταυρό του κι ἂς μὲ ἀκολουθεῖ. Διότι ὅποιος θέλει νὰ σώσει τὴν ζωή του θὰ τὴν χάσει· ὅποιος ὅμως ἐξαιτίας μου χάσει τὴν ζωή του θὰ τὴν εὕρει. Διότι τί ὠφελεῖται ὁ ἄνθρωπος, ἂν κερδίσει ὁλόκληρο τὸν κόσμο, χάσει ὅμως τὴν ζωή του; Ἡ τί μπορεῖ νὰ δώσει ὁ ἄνθρωπος ὡς ἀντάλλαγμα γιὰ τὴν ζωή του; Ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου θὰ ἔλθει μέσα στὴν δόξα τοῦ Πατέρα Του μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους Του, καὶ τότε θὰ ἀποδώσει στὸν καθένα κατὰ τὰ ἔργα του».
«Ὅποιος θέλει, λοιπόν, νὰ μὲ ἀκολουθήσει, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του», τουτέστι κάθε ἀνθρώπινο φρόνημα. Κι ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ καὶ «ὅμοια μ’ ἐμένα ἂς σηκώσει τὸν σταυρό του κι ἂς μὲ ἀκολουθεῖ».
Αὐτὸ λοιπὸν τὸ κατόρθωσε ὁ Παῦλος, ἂν κρίνουμε ἀπὸ τοὺς λόγους πού μᾶς παρέδωσε. Διότι ὄχι μόνο σταυρώθηκε γιὰ τὸν κόσμο, ἀλλά καὶ τὸν κόσμο σταύρωσε γιὰ τὸν ἑαυτὸ του. Ἀλλά καὶ αὐτὴν ἀκόμα τὴν ζωὴ του μετάλλαξε, ἀφοῦ δὲν ζοῦσε πλέον ὁ ἴδιος, κίνηση καὶ ἐνέργεια δὲν ἦταν δικά του. Ἀλλ’ ἡ ζωὴ του ἦταν ὁ Χριστός, πού ἐντός του ἐνεργοῦσε. Πράγματι, παρέδωσε ὁλοκληρωτικὰ τὸν ἑαυτό του κι ἀφοῦ νέκρωσε τὸ ἴδιον θέλημα, ταύτισε ὅλο του τὸ εἶναι μὲ τὸ θεῖο θέλημα. Ὥστε —τολμῶ νὰ ὀνοματοθετήσω— μᾶλλον Χριστὸς ἦταν τὸ ὄνομα πού ταιίριαζε στὸν Παῦλο παρὰ ζῶσα ὕπαρξη, ἀφοῦ ἡ ζωὴ του ἦταν ὁ Χριστός. Ἔτσι πρέπει νὰ πορεύονται πίσω ἀπὸ Αὐτὸν καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθοῦν ὅσοι θέλουν νὰ εἶναι δικοί Του. Συνέχεια
Λόγος στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΣΕΛΕΥΚΕΙΑΣ
Ὁ ἥλιος, σὰν ἁπλώνει στὴν γῆ τὶς ἀκτίνες του, καλύπτει τοὺς χοροὺς τῶν ἄστρων καὶ σκοτίζει τὸ φέγγος τῆς σελήνης, ἀφαιρώντας τὴν θέα τῶν φωτεινῶν σωμάτων μὲ τὴν ἀσύγκριτη λαμπρότητά του. Σταματᾶ τὴν νύχτα διαλύοντας μὲ τὸ φῶς τὸ σκοτάδι, ἐνδύει τὰ πάντα μὲ τὴν χάρη τοῦ φωτὸς ἀφαιρώντας τὸ μαῦρο τους ἔνδυμα καὶ δείχνει τὶς μεγάλες πεδιάδες στεφανωμένες μὲ ἄνθη, πορφυρὴ τὴν θάλασσα, καὶ αὐτὸς μόνος του καταυγάζει τὸ πρόσωπο τῆς ὁρατῆς κτίσεως.
Ὡστόσο, ἂν καὶ εἶναι τόσο μεγάλος, δὲν ἔφθασε ἀκόμη στὴν ἀκρότητα τοῦ φέγγους. Διότι ὀφθαλμοὶ θνητοὶ τολμοῦν καὶ τὸν βλέπουν, καὶ πολλὲς φορὲς ὁ δρόμος τοῦ σύννεφου ἀναχαίτισε τὶς μαρμαρυγές του, καὶ ὁ βαθὺς ἴσκιος τῶν δένδρων κάλυψε τὴν αὐγή, κι ἡ νύχτα, παίρνοντας θάρρος ἀπὸ τὸν νόμο τοῦ Δημιουργοῦ, μοιράζεται ἴσα τὸν χρόνο μαζί του. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ὁ ἀνθρώπινος βίος εἶναι πλήρης κόπων καὶ πόνων, γι’ αὐτὸ ὁ Κτίστης ἅπλωσε τὴν ἡμέρα πρὸς ἐργασίαν, ἡ δὲ νύχτα, ὅταν ἔλθει καὶ βρεῖ τὸν κουρασμένο, δίνει μὲ τὸ πλάγιασμα τὴν ξεκούραση, χαλαρώνει μὲ τὸν ὕπνο τὰ μέλη τοῦ σώματος, παρέχει χρόνο στὴν φύση νὰ συγκεντρώσει λίγο-λίγο τὴν δύναμή της.
Μέγα λοιπὸν καὶ λαμπρὸ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου καὶ σύμμετρο πρὸς τὶς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων. Ἄλλα δὲν εἶναι τέτοιας λογῆς τὸ φῶς τοῦ Δεσπότου —καὶ δὲν εἶναι βεβαίως σωστὸ νὰ παραβάλλεται τὸ κτίσμα πρὸς τὸν Κτίστη— οὔτε ἐκτιμᾶται μὲ σύγκριση πρὸς τὶς ἡλιακὲς ἀκτίνες τὸ φῶς πού δὲν καλύπτεται ἀπὸ τὶς διαδοχὲς τῆς νύχτας, ἀλλά εἶναι ἐκθαμβωτικὸ στοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀπρόσιτο στοὺς ἀγγέλους. Μὲ αὐτὸ τὸ φῶς περιβαλλόμενος ὁ Δεσπότης Χριστός, ὡς νικητὴς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ θὰ ἔλθει κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Συνέχεια
Ἁγ.ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ
ΑΓ.ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ
Αὐτοί πού καλά γνωρίζουν νά ἀγωνίζονται γιά ἕνα βραβεῖο κατά τούς ἀθλητικούς ἀγῶνες, εὐχαριστιοῦνται ἀπό τά χειροκροτήματα τῶν θεατῶν καί μέ τῶν ἐπάθλων τήν ἐλπίδα ἔντονα παρακινοῦνται πρός τήν νίκη, πού ἁρμόζει σ᾽ αὐτά. Ἀσφαλῶς ὅμως καί ὅσοι ἔχουν σφοδρή ἐπιθυμία νά ἐπιτύχουν τά θεῖα χαρίσματα καί διψοῦν νά γίνουν μέτοχοι τῆς ἐλπίδας πού ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιά τούς ἁγίους, ἀφενός ἀναλαμβάνουν μετά χαρᾶς τούς ἀγῶνες χάριν τῆς εὐσέβειας πρός τόν Χριστό.
Ἀφετέρου τήν τιμημένη καί ἔνδοξη ζωή κατορθώνουν ὄχι μέ τό νά προτιμοῦν τήν τεμπελιά, πού εἶναι στερημένη ἀπό μισθό, οὔτε βέβαια ἀγαπώντας τήν ἄνανδρη δειλία, ἀλλά πιό πολύ κινούμενοι μέ ἀνδρεία ἐναντίον κάθε πειρασμοῦ καί συνεπῶς μέ τό νά κρίνουν σχεδόν ὡς ἀνάξεις λόγου τίς ἐπιθέσεις πού προέρχονται ἀπό τούς διωγμούς. Ἔτσι θεωροῦν πλοῦτο τό νά ὑποστοῦν παθήματα γιά χάρη Του. Διότι ἀνακαλοῦν στήν μνήμη τους τόν μακάριο Παῦλο, πού ἔγραφε ὅτι δέν ἔχουν ἀξία τά παθήματα τῆς ἐδῶ ζωῆς ἐμπρός στήν δόξα πού πρόκειται νά φανερωθεῖ σ᾽ ἐμᾶς.
Πρόσεχε, λοιπόν, οἰκονομία ἐξαίρετη πού χρησιμοποιεῖ καί τώρα ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, πρός ὠφέλειαν καί οἰκοδομή τῶν ἁγίων ἀποστόλων. Εἶπε σ᾽ αὐτούς: «Ἄν κανείς θέλει νά μέ ἀκολουθήσει, ἄς ἀπαρνηθεῖ τόν ἑαυτό του καί ἄς σηκώσει τόν δικό του σταυρό καί ἄς μέ ἀκολουθεῖ. Διότι αὐτός πού θέλει νά σώσει τήν ζωή του θά τήν χάσει· αὐτός ὅμως πού θά χάσει τήν ζωή του γιά χάρη μου, θά τήν βρεῖ» (Ματθ. 16, 24-25). Συνέχεια
Ἑρμηνεία εἰς τόν πρῶτον κανόνα τῆς Μεταμορφώσεως
Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
Ὠδή α´
Σήμερον Χριστός ἐν Ὄρει Θαβώρ, λάμψας ἀμυδρῶς, θεϊκῆς αὐγῆς ὡς ὑπέσχετο, Μαθηταῖς παρεγύμνου χαρακτῆρας· σελασφόρου δέ πλησθέντες, θείας αἴγλης, ἐν ἀγαλλιάσει ἔμελπον· Ἄσωμεν τῷ Θεῷ ἡμῶν ὅτι δεδόξασται.
Σήμερον, λέγει, ὁ Δεσπότης Χριστός, ἐπειδή ἔλαμψεν εἰς τό Ὄρος Θαβώρ, παρεγύμνωσεν: ἤτοι ἔδειξεν εἰς τούς Μαθητάς του κάποιους ἀμυδρούς καί ὀλίγους τινάς χαρακτῆρας τῆς Θεϊκῆς του αὐγῆς, ἡ ὁποία ἦτον κεκρυμμένη μέσα εἰς τό πρόσλημμα τῆς ἀνθρωπότητος, καί ἕως τότε δέν ἐβλέπετο ἀπό τούς Μαθητάς του· τοῦτο γάρ δηλοῖ τό Παρεγύμνου, κατά τόν θεῖον Χρυσόστομον λέγοντα «Ἐν τῷ Θαβώρ μεταμορφωθείς ὁ Δεσπότης Χριστός, ἔδειξε τῆς ἀθεάτου Βασιλείας τήν δόξαν καί οὐκ ἐπέδειξε, τουτέστι μικρόν παρήνοιξε τήν Θεότητα καί οὐχί τελείως». Ἀκολούθως δέ λέγει ὁ Χρυσορρήμων καί τήν αἰτίαν διά τήν ὁποίαν παρήνοιξε τήν Θεότητα, καί οὐχί τελείως τήν ἔδειξε· «Τό μέν, πληροφορῶν, τό δέ, φειδόμενος· πληροφορῶν μέν γάρ, ἔδειξεν αὐτοῖς τῆς ἀθεάτου Βασιλείας τήν Θεϊκήν δόξαν, οὐχ ὅση τις ἦν, ἀλλ᾿ ὅσον ἠδύναντο φέρειν οἱ σωματικούς ὀφθαλμούς περιφέροντες· φειδόμενος δέ, καί οὐχί φθονῶν, οὐκ ἔδειξεν αὐτοῖς τήν πᾶσαν δόξαν, ἵνα μή σύν τῇ ὁράσει καί τήν ζωήν ἀπολέσωσιν».
Φέρει δέ καί ὁμοίωμα ὁ τῶν Κανόνων ἑρμηνεύς Θεόδωρος, ὅτι ὡς διά μέσου ὑαλίνων τινῶν λύχνων τάς ἀκτῖνας τοῦ θείου φωτός ἔδειξεν εἰς τούς Μαθητάς του ὁ Κύριος, καθώς ὑπεσχέθη. Ποῦ δέ ὑπεσχέθη νά δείξῃ ὁ Κύριος τό θεῖον του φῶς; Ἀποκρινόμεθα ὅτι ὑπεσχέθη τοῦτο ὀλίγον πρό τῆς Μεταμορφώσεώς του, ὅταν ἔλεγε εἰς τούς Ἀποστόλους «Εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μή γεύσονται θανάτου, ἕως ἄν ἴδωσι τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθεῖαν ἐν δυνάμει» (Ματθ. ιστ´ 28).
Μέ τήν λέξιν δέ «Τινάς» ἐννοεῖ ἐδῶ τόν Πέτρον καί Ἰάκωβον καί Ἰωάννην, καί μέ τήν «Βασιλείαν», τήν ἐν τῇ Μεταμορφώσει δόξαν· ὅθεν αὐτό τό ρητόν ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύων λέγει· «Ἐνταῦθα οὐ περί τῆς δευτέρας αὐτοῦ παρουσίας τῆς ἐνδόξου λέγει, ἀλλά περί τῆς ἐν τῷ ὄρει Μεταμορφώσεως». Καί ὁ Θεσσαλονίκης θεῖος Γρηγόριος· «Πaνταχοῦ ἐστιν ὁ τοῦ Παντός Βασιλεύς, καί πανταχοῦ ἐστιν ἡ Βασιλεία αὐτοῦ· ὥστε τό ἔρχεσθαι τήν αὐτοῦ Βασιλείαν οὐ τό ἄλλοθεν ἀλλαχόσε παραγίνεσθαι δηλοῖ, ἀλλά τό φανεροῦσθαι ταύτην τῇ δυνάμει τοῦ θείου Πνεύματος· διά τοῦτο ἔλεγεν ἐληλυθεῖαν ἐν δυνάμει· ἥτις δύναμις οὐχ ἁπλῶς τοῖς τυχοῦσιν ἐγγίνεται, ἀλλά τοῖς ἑστηκόσι μετά τοῦ Κυρίου, τουτέστι τοῖς ἐστηριγμένοις ἐν τῇ πίστει αὐτοῦ, καί τοῖς κατά Πέτρον καί Ἰάκωβον καί Ἰωάννην, καί τούτοις ἀναφερομένοις ὑπό τοῦ λόγου πρότερον εἰς ὄρος ὑψηλόν, δηλονότι τῆς φυσικῆς ἡμῶν ταπεινότητος ὑπεραναβιβαζομένοις» (Λόγος οὗ ἡ ἀρχή «Ἐπαινοῦμεν καί ἡμεῖς»). Ὁ μέν οὖν Σωτήρ οὕτω κατά τήν ὑπόσχεσίν του ἔδειξεν εἰς τούς Μαθητάς του ὀλίγον τι τό φῶς τῆς ἰδίας Θεότητος· οἱ δέ Μαθηταί, γεμώσαντες ἀπό τήν ὀλίγην λαμπρότητα ἐκείνου τοῦ φωτός καί τῆς θείας αἴγλης, ἔμελπον ἐν ἀγαλλιάσει ψυχῆς καί καρδίας· «Ἄσωμεν τῷ Θεῷ ἡμῶν, ὅτι δεδόξασται» Συνέχεια
Στή Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ
Θεολήπτου Φιλαδελφείας
1. – Ἡ σημερινή λαμπρή ἡμέρα τῆς Μεταμόρφωσης, ἀπαιτεῖ νά ἐξηγήσω στήν ἀγάπη σας -ἀνάλογα μέ τή Χάρη πού μοῦ δόθηκε ἀπό τόν Χριστό πού μεταμορφώθηκε- τό μυστήριο τῆς ἑορτῆς. Καί ἔτσι, ἀφοῦ μάθουμε τή δύναμη τοῦ μυστηρίου πού κρύβεται μέσα της, νά ἑορτάζουμε ἀπό δῶ καί πέρα ὄχι μόνο ψάλλοντας ἱερούς ὕμνους, ἀλλά καί μέ σωστή ζωή. Ἐπειδή αὐτό ἀκριβῶς, δηλαδή ἡ προκοπή μας στά καλά ἔργα, ἀποδεικνύει καί ὅτι ἔχουμε ἐπίγνωση τῆς δωρεᾶς πού ἀξιωθήκαμε καί ὅτι ἔχουμε ἀνακαλύψει τό θησαυρό της, τιμώντας ἔτσι σεβαστικά τήν ἑορτή καί μέ τά λόγια καί μέ τά ἔργα μας.
2. – Ἐκεῖνος πού βαδίζει σέ πεδιάδα περπατάει εὔκολα, ἐπειδή ὁ τόπος εἶναι ὁμαλός καί διευκολύνει τήν ὁδοιπορία. Ὅποιος ὅμως ἀνεβαίνει σέ βουνό κοπιάζει καί λούζεται στόν ἱδρώτα, ἐξαιτίας τῆς ἀνηφοριᾶς, τῆς σωματικῆς πίεσης καί τῆς κόπωσης πού ἐκείνη προκαλεῖ.
Μέ ἴσια, ὁμαλή καί εὐκολοπερπάτητη γῆ, παρομοίασε τό βίο μέσα στίς ἡδονές, τήν ἄνεση καί τήν τρυφή τῆς “κατά σάρκαν” ζωῆς. ᾿Eπειδή ἡ ζωή αὐτή περνάει μέσα στήν ἄνεση καί τήν εὐκολία τῶν μάταιων ἡδονῶν.
Μέ βουνό πάλι, παρομοίασε τήν ἐνάρετη ζωή, ἐξαιτίας τῆς ἐγκράτειας σέ ὅλα, τῆς ἀγριάδας τῆς ἄσκησης καί τοῦ πόνου πού ὑποφέρουμε ἀπ’ ὅσα θλιβερά μᾶς ἀπαντοῦν στή ζωή.
3. – Ὅποιος συζεῖ μέ τήν ἐγκράτεια καί πορεύεται σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί ὅποιος καταμαραίνει τίς σωματικές ἡδονές, ἐκεῖνος ἀποδεικνύεται, σάν τόν ἀπόστολο Πέτρο, πιστός καί θερμός μαθητής τοῦ Κυρίου. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, θανατώνει τό κοσμικό φρόνημα, καταργεῖ τούς σαρκικούς λογισμούς, ἑτοιμάζεται γιά τήν κακοπάθεια πού συνεπάγεται τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, ἐλέγχει ἐκείνους πού ζοῦν ἄσχημη καί ἁμαρτωλή ζωή καί ὑπομένει γιά χάρη τῆς ἀλήθειας τίς κακώσεις πού αὐτοί τοῦ προκαλοῦν, ἐπιδεικνύοντας ἔτσι τό ζῆλο τοῦ ἀποστόλου Ἰακώβου. Συνέχεια
Λόγος στὴν Θεία Μεταμόρφωση
ΑΓ.ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ
Ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς τέρψεις συγκομιδῆς καὶ ἀπὸ τὰ ἀμπέλια τρύγος ἐδεσμάτων. Καὶ ἀπὸ τὶς Γραφὲς διδαχὴ ζωοποιός.Ὁ ἀγρὸς μία φορὰ ἔχει τὴν συγκομιδὴ καὶ τὸ ἀμπέλι μιὰ φορὰ ἔχει τὸν τρύγο. Ἡ Γραφή, ὅμως, πάντοτε ἀναβλύζει διδαχὴ ζωοποιό.Ὁ ἀγρός, ὅταν θεριστεῖ, μένει ἔρημος. Καὶ τὸ ἀμπέλι, ὅταν τρυγηθεῖ, ταπεινώνεται. Ἡ Γραφή, ὅμως, ἂν καὶ θερίζεται καθημερινά, τὰ στάχυα τῶν ἑρμηνειῶν τῶν λόγων της δὲν ἐκλείπουν. Καθημερινὰ τρυγᾶται καὶ τὰ σταφύλια τῆς ἐλπίδας πού κρύβει δὲν δαπανῶνται.
Ἂς πλησιάσουμε λοιπὸν τὸν ἀγρό τοῦτο κι ἂς ἀπολαύσουμε τὰ ζωοποιό του ρεῖθρα καὶ ἂς θερίσουμε ἀπ’ αὐτὸν στάχυα ζωῆς, τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶπε: «βρίσκονται ἐδῶ κάποιοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ γευθοῦν θάνατο, ἕως νὰ δοῦν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ ἐρχόμενο στὴν δόξα Του».
Καὶ μετὰ ἀπὸ ἔξι ἡμέρες παρέλαβε τὸν Σίμωνα Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν ἀδελφό του Ἰωάννη καὶ τοὺς ἀνέβασε σὲ πολὺ ψηλὸ βουνὸ καὶ μεταμορφώθηκε ἐνώπιόν τους. Καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπό του ὅπως ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ροῦχα του ἔγιναν λευκὰ σὰν τὸ φῶς.
Πράγματι, οἱ ἄνδρες γιὰ τοὺς ὁποίους εἶπε ὅτι δὲν θὰ γευθοῦν θάνατο, ἕως νὰ δοῦν τὸν τύπο τῆς ἐλεύσεώς Του, αὐτοὶ οἱ τρεῖς ἀπόστολοι εἶναι, τοὺς ὁποίους πῆρε κοντά Του καὶ ἀνέβηκαν στὸ βουνό, ὅπου τούς ἔδειξε πῶς πρόκειται νὰ ἔλθει κατὰ τὴν ἐσχάτη ἡμέρα στὴν δόξα τῆς θεότητάς Του καὶ μὲ τὸ σῶμα τῆς ἀνθρωπότητάς Του. Τοὺς ἀνέβασε στὸ βουνό, γιὰ νὰ τοὺς δείξει Ποιὸς εἶναι καὶ Ποίου Υἱός. Διότι, ὅταν τοὺς ρωτοῦσε «ποιὸς λένε οἱ ἄνθρωποι ὅτι εἶμαι ἐγώ, ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου;» ἐκεῖνοι ἀποκρίθηκαν: «ἄλλοι, πώς εἶσαι ὁ Ἠλίας ἄλλοι, ὁ Ἱερεμίας ἡ ἕνας ἀπό τούς προφῆτες». Γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς ἀνεβάζει στὸ βουνὸ καὶ τοὺς ἀποκαλύπτει, ὅτι δὲν εἶναι ὁ Ἠλίας, ἀλλά ὁ Θεὸς καὶ Πλάστης τοῦ Ἠλία.
Οὔτε πάλι ὁ Ἱερεμίας, ἀλλ’ αὐτὸς πού ἁγίασε τὸν Ἱερεμία ἐκ κοιλίας. Οὔτε ἕνας ἀπό τούς προφῆτες, ἀλλ’ ὁ Κύριος τῶν προφητῶν, ὁ Ὁποῖος καὶ τοὺς ἔστειλε. Ἀλλά καὶ τοῦτο ὑποδηλώνει σ’ αὐτούς, ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ ποιητὴς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, καὶ ὁ κύριος ζωντανῶν καὶ νεκρῶν. Διότι διέταξε τὸν οὐρανό, καὶ εὐθὺς ἀμέσως κατέβασε τὸν Ἠλία. Ἔκαμε νεῦμα στὴν γῆ καὶ τὸν Μωϋσῆ παρέστησε. Καὶ σ’ αὐτοὺς πάλι τοὺς κορυφαίους τῶν προφητῶν ἀπέδειξε ὅτι Κύριος εἶναι τῶν ζώντων, ἐφόσον τὸν Ἠλία ἀπό τούς ζωντανοὺς κατέβασε. Καὶ ὅτι εἶναι Αὐτὸς πού ἐγείρει τοὺς νεκρούς, ἐφόσον ἤγειρε τὸν Μωϋσῆ ἐκ τῶν νεκρῶν. Ἡ δὲ ἀνάβαση στὸ βουνὸ τοὺς βεβαίωσε ὅτι εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. Τί κι ἂν ἔλεγε σ’ αὐτοὺς ὅτι «ἐγὼ εἶμαι Θεὸς ἐκ Θεοῦ»; Δὲν θὰ πείθονταν εὔκολα, ἐξ αἰτίας τοῦ σώματος, πού εἶχε περιβληθεῖ, καὶ διότι συναναστρεφόταν μαζί τους σὰν ὅμοιός τους. Ἔβλεπαν τὴν Μαριάμ, πού Τὸν γέννησε, καὶ τὸν Ἰωσήφ, πού Τὸν ἀνέθρεψε, καὶ πώς ὁ πατέρας Του εἶχε ἕνα κοινὸ ὄνομα. Παιδιὰ τοῦ Ἰωσὴφ ἤσαν οἱ ἀδελφοί Του. Καὶ ὅπως αὐτοὶ πείνασε καὶ ἔλαβε τροφή, καὶ δίψασε καὶ τὴν δίψα ἔσβησε μὲ νερό, καὶ στὸν κόπο βρῆκε παρηγοριὰ τὴν ἀνάπαυση, καὶ στὴν νύστα ἔδωσε ὕπνο.
Καὶ τὸν φόβο ἀκολούθησαν σταλαγμοὶ ἱδρῶτα. Ἔχοντας, λοιπόν, ὅλα τὰ δικά μας παρεκτὸς τὴν ἁμαρτία, πῶς θὰ γινόταν πιστευτός, ἐὰν ἔλεγε ὅτι «ἐγώ εἶμαι Θεὸς ἐκ Θεοῦ;» Διότι αὐτὰ δὲν ἤσαν ἁρμόδια στὴν θεϊκὴ φύση. Συνέχεια
Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ
π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν
Τὸ αἰώνιο φῶς
Μεταμόρφωση! Τί ὄμορφη, τί ὡραία, τί χαρούμενη λέξη! Ἀντηχεῖ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ νοῦ μὲ τέτοια λαμπρότητα καὶ πανηγυρικότατα! Γιὰ αἰῶνες οἱ Ρῶσοι ἀγάπησαν αὐτὸ τὸ καλοκαίρι, τὴν αὐγουστιάτικη γιορτὴ τῆς Μεταμόρφωσης τοῦ Κυρίου, τότε πού, κατὰ τὰ λόγια τοῦ Θεόδωρου Τιοῦτσεφ, “εἶναι σὰν ὁλόκληρη ἡ μέρα νὰ γίνεται κρυστάλλινη καὶ φεγγοβόλα”.
Σὲ ποιὸ πράγμα ἀναφέρεται αὐτὴ ἡ γιορτή, ποιὰ εἶναι ἡ οὐσία καὶ ἡ πηγὴ τῆς χαρᾶς καὶ τοῦ φωτός της; Κατ’ ἀρχὰς ἂς ἀκούσουμε τί λέει τὸ Εὐαγγέλιο γι’ αὐτὸ τὸ γεγονός.
Ὁ Ἰησοῦς, σύμφωνα μὲ τὴν ἀφήγηση τοῦ κατὰ Ματθαῖον εὐαγγελίου, «μεθ᾿ ἡμέρας ἓξ παραλαμβάνει ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν Πέτρον καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ ᾿Ιωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὄρος ὑψηλὸν κατ᾿ ἰδίαν· 2 καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς. 3 καὶ ἰδοὺ ὤφθησαν αὐτοῖς Μωσῆς καὶ ᾿Ηλίας μετ᾿ αὐτοῦ συλλαλοῦντες. 4 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπε τῷ ᾿Ιησοῦ· Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· εἰ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ Μωσεῖ μίαν καὶ μίαν ᾿Ηλίᾳ. 5 ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτούς, καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε· 6 καὶ ἀκούσαντες οἱ μαθηταὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα. 7 καὶ προσελθὼν ὁ ᾿Ιησοῦς ἥψατο αὐτῶν καὶ εἶπεν· ἐγέρθητε καὶ μὴ φοβεῖσθε. 8 ἐπάραντες δὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν οὐδένα εἶδον εἰ μὴ τὸν ᾿Ιησοῦν μόνον. 9 καὶ καταβαινόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους ἐνετείλατο αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς λέγων· μηδενὶ εἴπητε τὸ ὅραμα ἕως οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ» (Ματθ. 17, 1-9).
Τί σημαίνει αὔτη ἡ εὐαγγελικὴ ἱστορία; Τί θέση ἔχει αὐτὴ ἡ αἰνιγματικὴ ἀποκάλυψη τῆς δόξας στὴν ἐπίγεια ζωὴ καὶ στὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ;
Λίγοι θὰ διαφωνήσουν πώς ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ στὰ εὐαγγέλια εἶναι κατεξοχὴν μιὰ εἰκόνα ταπείνωσης. Ἤδη κατὰ τὴ γέννησή Του δὲν βρέθηκε χῶρος σὲ κανένα ἀπὸ τὰ σπίτια τῆς πόλης, κι ἔτσι γεννήθηκε ἔξω, σὲ μιὰ σπηλιά. Μέχρι τέλους δὲν εἶχε σπίτι, “οὐκ εἶχε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνη” (Ματθ. 820), σύμφωνα μὲ τὰ δικά Του λόγια. Παραγγέλλει σ’ αὐτοὺς πού θεραπεύει καὶ βοηθᾶ νὰ μὴ μιλήσουν σὲ κανένα γιὰ τὴ βοήθεια πού δέχθηκαν. Ἀποφεύγει κάθε τιμὴ καὶ κάθε εὐκαιρία πού τοῦ δίνεται γιὰ νὰ ἀποκτήσει φήμη. Ἑκουσίως μάλιστα ἄφησε τὴν ἀσφάλεια τῆς Γαλιλαίας, ὅπου δὲν ὑπῆρχε καμιὰ ἀπειλή, καὶ διάλεξε νὰ ἐπιστρέψει στὴν Ἱερουσαλήμ, ὅπου τὸν περίμενε ὁ πόνος, ἡ ταπείνωση τῆς δίκης καὶ τῆς καταδίκης, καὶ μιὰ ὀδυνηρὴ καὶ ἐπαίσχυντη ἐκτέλεση. “Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ”, εἶπε, ” ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ…” (Ματθ. 11,29). Συνέχεια
Μέσα στὸ φῶς τῆς Μεταμόρφωσης
Metropolitan Anthony Bloom
Ὑπάρχουν στιγμὲς τῆς πνευματικῆς, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τῆς πιὸ συνηθισμένης καθημερινῆς ζωῆς τόσο ὡραῖες, τόσο ὑπέροχες ποὺ νὰ μᾶς κάνουν νὰ θέλουμε τὸ χρόνο, τὴ ζωή, τὴν αἰωνιότητα νὰ σταματήσουν ἐκεῖ ὥστε τίποτα ἄλλο νὰ μὴν ξανασυμβεῖ ποτέ. Αὐτὸ εἶχαν νιώσει οἱ Ἀπόστολοι ποὺ ὁ Χριστὸς εἶχε πάρει μαζί Του πάνω στὸ ὄρος τῆς Μεταμόρφωσης, αὐτὸ ἤθελε νὰ ἐκφράσει ὁ Πέτρος ὅταν ἔλεγε: «Κύριε, εἶναι καλὸ νὰ εἴμαστε ἐδῶ, ἂς κτίσουμε τρεῖς σκηνές, μία γιὰ Σένα, μία γιὰ τὸ Μωυσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία κι ἂς μείνουμε ἐδῶ μέσα στὶς ἀκτίνες τοῦ ἄυλου αὐτοῦ, θεϊκοῦ φωτός, τυλιγμένοι μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ὑπέροχη εἰρήνη».
Οὔτε ὁ Πέτρος ἀλλὰ οὔτε καὶ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι δὲν πρόσεξαν τότε κάτι ποὺ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἀργότερα μετέδωσαν σὲ ἄλλους, τὸ ὅτι δηλαδὴ ὁ Χριστὸς μεταμορφώθηκε (φάνηκε μέσα στὴ λάμψη τῆς αἰώνιας δόξας) τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας Τοῦ μιλοῦσαν σχετικὰ μὲ τὸ ταξίδι Του στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴ Σταύρωσή Του.
Ἐδῶ, ὅπως καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα χωρία τῆς Καινῆς Διαθήκης βλέπουμε ὅτι οἱ ἀπόστολοι, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἐμεῖς ἦταν ἱκανοὶ νὰ ξεχωρίζουν τὰ λαμπρὰ καὶ θαυμάσια πράγματα παραβλέποντας πολὺ συχνὰ τί τίμημα εἶχαν αὐτὰ γιὰ τὸ Χριστό.
Ὁ Ἅγ. Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ μιλώντας σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἐπισκέπτες τοῦ εἶχε πεῖ: «Ζήτησε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ,τιδήποτε σοῦ χρειάζεται, νὰ θυμᾶσαι ὅμως τὴν τιμὴ ποὺ Ἐκεῖνος πλήρωσε γιὰ νὰ ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἱκανοποιεῖ τὰ αἰτήματά σου». Ἤθελε μὲ αὐτὸ νὰ πεῖ: «Μὴ ζητήσεις κάτι ἀνάξιο τῆς θυσιασμένης θεϊκῆς ἀγάπης, τοῦ θανάτου καὶ τῆς Σταύρωσης τοῦ Σωτήρα Χριστοῦ». Συνέχεια
Λόγος στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος
Ἡ μεγάλη γιορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου μᾶς δίνει τὴν ἀφορμὴ νὰ θυμηθοῦμε τὰ λόγια του Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ: «Οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι; Τὰ ρήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, ἀπ’ ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ, ὁ δὲ πατὴρ ὁ ἐν ἐμοὶ μένων αὐτὸς ποιεῖ τὰ ἔργα. Πιστεύετέ μοι ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί. εἰ δὲ μή, διὰ τὰ ἔργα αὐτὰ πιστεύετέ μοι» (Ἰωάν. 14, 10-11).
Μεγάλα καὶ ἀμέτρητα ἦταν τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ: μὲ ἕνα μόνο λόγο τοῦ ἀνέστησε τὴν κόρη τοῦ Ἰαείρου, τοῦ ἀρχισυναγώγου, τὸν γιὸ τῆς χήρας τῆς Ναΐν, ἀκόμα καὶ τὸν Λάζαρο, ὁ ὁποῖος ἦταν στὸν τάφο τέσσερεις ὁλόκληρες ἡμέρες. Μὲ ἕνα λόγο του μόνο ἐπιτίμησε τοὺς ἀνέμους καὶ τὰ κύματα τῆς λίμνης Γεννησαρὲτ καὶ ἔγινε ἀπόλυτη γαλήνη. Μὲ πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια χόρτασε πέντε χιλιάδες ἀνθρώπους, χωρὶς γυναῖκες καὶ παιδιά, καὶ μὲ τέσσερα ψωμιὰ τέσσερεις χιλιάδες.
Ἂς θυμηθοῦμε πὼς κάθε μέρα θεράπευε τοὺς ἀσθενεῖς, γιατρεύοντας κάθε εἴδους ἀσθένεια, ἔδιωχνε τὰ πονηρὰ πνεύματα ἀπὸ τοὺς δαιμονιζομένους. Πώς ξαναέδινε τὴν ὅραση στοὺς τυφλοὺς καὶ τὴν ἀκοὴ στοὺς κουφοὺς μὲ ἕνα μόνο ἄγγιγμά του. Δὲν φτάνουν αὐτά;
Ὅλα αὐτὰ ὅμως δὲν ἦταν ἀρκετὰ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι τὸν ζήλευαν, γιὰ τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ μέγας προφήτης Ἠσαΐας εἶπε: «Ἀκοὴ ἀκούσετε καὶ οὐ συνῆτε, καὶ βλέποντες βλέψετε καὶ οὐ μὴ ἴδητε. ἐπαχύνθη γὰρ ἡ καρδία τοῦ λαοῦ τούτου, καὶ τοῖς ὠσὶ βαρέως ἤκουσαν, καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἐκάμμυσαν, μήποτε ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ τοῖς ὠσὶν ἀκούσωσι καὶ τὴ καρδία συνῶσι καὶ ἐπιστρέψωσι, καὶ ἰάσομαι αὐτοὺς» (Ματθ. 13, 14-15).
Σὲ ὅλα αὐτά, τὰ ὁποία ὅμως δὲν ἦταν ἀρκετὰ γιὰ τοὺς βαρήκοους ἀνθρώπους καὶ μὲ τὰ συσκοτισμένα μάτια, πρόσθεσε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς τὸ μέγα θαῦμα τῆς Μεταμορφώσεώς Του στὸ ὅρος Θαβώρ. Σ’ αὐτόν, ποὺ ἔλαμψε μὲ ἕνα ἐκθαμβωτικὸ θεῖο φῶς, ἐμφανίστηκαν οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας καὶ προσκύνησαν τὸν δημιουργό τοῦ νόμου. Μὲ φόβο καὶ τρόμο ἔβλεπαν τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ θέαμα οἱ ἐκλεκτοὶ ἀπόστολοι Πέτρος, Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης. Καὶ μετὰ ἀπὸ τὴ νεφέλη, ποὺ τοὺς σκέπασε, ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ: «Οὗτος ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα. αὐτοῦ ἀκούετε» (Ματθ. 17, 5). Συνέχεια
ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Κωνσταντίνου Σοφ. Γρηγοριάδη
Ἡ ἀφορμή γιά τήν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου.
Ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος στό ιστ΄ κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου του καταγράφει τό ἐρώτημα τοῦ Κυρίου πρός τούς μαθητάς Του: «Ὑμεῖς τίνα με λέγετε εἶναι τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου;» Ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν μαθητῶν ἀπάντησε ὁ Πέτρος: «Σύ εἶ ὁ Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος». Ὁ Κύριος τόν διαβεβαίωσε ὅτι τήν ὁμολογία δέν τήν ἔκανε μέ τίς δικές του ἀνθρώπινες δυνάμεις («σάρξ καί αἷμα»), ἀλλά μέ τόν φωτισμό τοῦ οὐράνιου Πατέρα Του.
Σέ ὁλόκληρη τήν Ἱερά Ἱστορία ὁ Θεός ἑτοίμαζε τούς ἀνθρώπους νά μπορέσουν νά καταλάβουν καί ἑπομένως νά ἀποδεχθοῦν τόν Μεσσία, ὡς Λυτρωτή καί Σωτῆρα τους ἀπό τήν ψυχοκτόνο ἀσθένεια τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἀπελευθέρωση αὐτή τοῦ ἀνθρώπου ἔχει πνευματικό καί ὑπαρξιακό χαρακτῆρα καί μέ κανένα τρόπο δέν ταυτίζεται μέ τήν ἀποτίναξη οἱουδήποτε ἐνδοκοσμικοῦ ζυγοῦ (Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία).
Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἁμαρτία συνεπάγεται τήν ἀπελευθέρωσή του ἀπό τήν φθορά καί τόν θάνατο, πού εἰσήγαγε ἡ ἁμαρτία στόν κόσμο. Καί ὁ μόνος τρόπος γιά νά θανατωθεῖ ὁ θάνατος ἦταν ὁ ἑκούσιος θάνατος τοῦ Κυρίου. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Κύριος ὁμιλεῖ γιά τήν δόξα Του, πού εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἑκούσια Θυσία Του μέσα ἀπό τήν ὁποία καί ἐκφράζει καί προσφέρει τήν ἀγάπη Του στούς ἀνθρώπους.
Γιά νά ἀποδεχθεῖ ὅμως ὁ ἄνθρωπος αὐτές τίς σωστικές ἀλήθειες πρέπει νά ἐμπιστεύεται τόν ἑαυτό του στήν ἀγάπη καί τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος πού στηρίζεται ἀποκλειστικά στίς δικές του δυνάμεις, ὅταν μάλιστα τίς ἔχει ἀπαγκιστρώσει ἀπό τήν κοινωνία τοῦ Θεοῦ, τότε ἡ φιλαυτία καί ἡ αὐτάρκεια τῆς ἁμαρτίας δέν τόν ἀφήνουν νά ἀποδεχθεῖ τίς ἀνωτέρω σωτηριώδες ἀλήθειες. Ἀπό αὐτή τήν ὑπαρξιακή ἐμπλοκή δέν ἐξαιρέθηκαν οὔτε καί οἱ μαθηταί τοῦ Κυρίου.
Ὅταν ὁ Κύριος τούς ὑπενθύμισε ὅτι θά ἀναβοῦν στά Ἱεροσόλυμα καί ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου θά παραδοθεῖ στά χέρια τῶν Ἀρχιερέων καί Γραμματέων, πού θά τόν σκοτώσουν, ἀλλά τήν τρίτη ἡμέρα θά ἀναστηθεῖ ἀπό τούς νεκρούς, οἱ μαθηταί μέ τό στόμα τοῦ Πέτρου ἀπέρριψαν αὐτές τίς ἀλήθειες. Ὁ Πέτρος μάλιστα μέ τήν φράση του «Ἵλεώς σοι, Κύριε· οὐ μή ἔσται σοι τοῦτο» ἀνεκάλεσε τά λεγόμενα τοῦ Χριστοῦ. Τά ὅσα τούς εἶπε εἶναι ἀδύνατο νά γίνουν, ἔστω καί ἄν ὁ ἴδιος τό ἐπιζητήσει, γιατί οἱ μαθηταί μέ τήν παρουσία καί τίς δυνάμεις τους δέν θά ἐπέτρεπαν νά γίνει κάτι τέτοιο. Συνέχεια
ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ
Τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου «Τῆς Κλίμακος»
1.-.Ἡ βεβαία πίστις εἶναι μητέρα τῆς ἀποταγῆς. Καί τό ἀντίθετο εἶναι ἐξ ἴσου φανερό. Ἡ ἀκλόνητη ἐλπίδα εἶναι ἡ θύρα τῆς ἀπροσπαθείας. Καί τό ἀντίθετο εἶναι ἐξ ἴσου φανερό. Ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεόν εἶναι αἰτία τῆς ξενιτείας. Καί τό ἀντίθετο εἶναι ἐξ ἴσου φανερό.
2.-. Τήν ὑποταγή τήν ἐγέννησε ἡ καταδίκη τοῦ ἑαυτοῦ μας καί ἡ ὄρεξις τῆς πνευματικῆς ὑγείας. Μητέρα τῆς ἐγκρατείας εἶναι ἡ σκέψις τοῦ θανάτου καί ἡ διαρκής μνήμη τῆς χολῆς καί τοῦ ὄξους τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Προϋπόθεσις καί συνεργός τῆς σωφροσύνης καί καθαρότητος εἶναι ἡ ἡσυχία. Θραῦσις τῆς σαρκικῆς πυρώσεως εἶναι ἡ νηστεία. Καί ἀντίπαλος τῶν αἰσχρῶν λογισμῶν εἶναι ἡ συντριβή τοῦ νοῦ.
3.-. Ἡ πίστις καί ἡ ξενιτεία εἶναι ὁ θάνατος τῆς φιλαργυρίας. Ἡ εὐσπλαγχνία καί ἡ ἀγάπη παρέδωσαν τό σῶμα σέ θυσία. Ἡ ἐκτενής προσευχή εἶναι ὄλεθρος τῆς ἀκηδίας. Ἡ μνήμη τῆς Κρίσεως εἶναι πρόξενος τῆς πνευματικῆς προθυμίας. Θεραπεία τοῦ θυμοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη τῆς ἀτιμίας, ἡ ὑμνωδία καί ἡ εὐσπλαγχνία.
4.-. Ἡ ἀκτημοσύνη καταπνίγει τήν λύπη. Ἡ ἀπροσπάθεια πρός τά αἰσθητά πράγματα ὁδηγεῖ στήν θεωρία τῶν νοερῶν. Ἡ σιωπή καί ἡ ἡσυχία καταπολεμοῦν τήν κενοδοξία ― ἐάν ὅμως εὑρίσκεσαι σέ ἀνθρώπους, χρησιμοποί ησε τήν ἀτιμία.
5.-. Τήν ἐξωτερική καί ὁρατή ὑπερη φάνεια τήν ἐθεράπευσαν ἡ πτωχεία, ἡ θλῖψις καί οἱ παρόμοιες καταστάσεις. Τήν δέ ἐσω τερική καί ἀόρατη Ἐκεῖνος πού εἶναι προαιω νίως Ἀόρατος. Ὅλα τά αἰσθητά ἐρπετά τά φονεύει τό ἐλάφι καί ὅλα τά νοητά ἡ ταπείνωσις. Εἶναι δυνατόν μέ παραδείγματα ἀπό τήν φύσι νά διδασκώμεθα καλῶς ὅλα τά πνευματικά.
6.-. Ὅπως εἶναι ἀδύνατο νά ἀποβάλη ὁ ὄφις τό παλαιό του δέρμα, ἐάν δέν εἰσχωρήση σέ στενή τρύπα, ἔτσι καί ἐμεῖς δέν θά άποβάλωμε τίς παλαιές προλήψεις καί τήν ψυχική παλαιότητα καί τόν χιτῶνα τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, ἐάν δέν περάσωμε ἀπό τήν στενή καί τεθλιμμένη ὁδό τῆς νηστείας καί τῆς ἀτιμίας.
7.-. Ὅπως τά πολύσαρκα πτηνά δέν μποροῦν νά πετάξουν στόν οὐρανό, ἔτσι καί ἐκεῖνος πού τρέφει καί περιποιεῖται τήν σάρκα του. Συνέχεια
Ἡ ἀληθινή πίστη
Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός
Ἡ ἀληθινὴ πίστη εἶναι θεμέλιο ὅλων τῶν ἀγαθῶν καὶ θύρα τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ καὶ νίκη ἄκοπη τῶν ἐχθρῶν, καὶ πιὸ ἀναγκαία ἀπὸ κάθε ἄλλη ἀρετή, καὶ φτερὰ τῆς προσευχῆς, καὶ κατοίκηση τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν ψυχή. Γι’ αὐτὸ ὅποιος ποθεῖ νὰ τὴν ἀποκτήσει, ἔχει χρέος νὰ ὑπομένει κάθε δοκιμασία ποὺ θὰ τοῦ ἔρθει ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς καὶ ἀπὸ τοὺς πολλοὺς καὶ ποικίλους λογισμούς, γιὰ τοὺς ὁποίους κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐννοήσει τελείως, οὔτε νὰ μιλᾶ γι’ αὐτούς, ἢ νὰ τοὺς βρεῖ, παρὰ μονάχα ὁ ἐφευρέτης τῆς κακίας διάβολος.
Ἀλλὰ ἂς ἔχει θάρρος ὁ ἄνθρωπος αὐτός· γιατί ἂν νικήσει τοὺς πειρασμοὺς ποὺ ἔρχονται κατεπάνω του μὲ τόση βία καὶ συγκρατεῖ τὸ νοῦ του ὥστε νὰ μὴν ὑποχωρήσει στοὺς λογισμοὺς ποὺ φυτρώνουν μέσα στὴν καρδιά του, θὰ νικήσει μὲ μία ὅλα τὰ πάθη. Γιατί δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ νίκησε, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς ποὺ ἦρθε μέσα του μὲ τὴν πίστη. Γι’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους λέει ὁ Χριστὸς ὅτι «ὅποιος ἔχει πίστη σὰν κόκκο σιναπιοῦ κλπ.» (Λουκ. 17, 6).
Ἀλλὰ καὶ ἂν ὁ λογισμὸς του ἐξασθενήσει καὶ ὑποχωρήσει, νὰ μὴ δειλιάσει, οὔτε νὰ ἀπελπιστεῖ, οὔτε νὰ νομίζει ὅτι προέρχονται ἀπὸ τὴν ψυχὴ του ἐκεῖνα ποὺ λέγονται ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸ τοῦ κακοῦ, τὸν διάβολο. Ἀλλὰ νὰ πράττει μὲ ἐπιμέλεια καὶ ὑπομονὴ τὴν κατὰ δύναμη ἐργασία τῶν ἀρετῶν καὶ τὴ φύλαξη τῶν ἐντολῶν, μὲ ἡσυχία καὶ σχόλη κατὰ Θεὸν καὶ ἀποχὴ ἀπὸ ἑκούσιους λογισμούς, ὥστε ἀφοῦ κινήσει ὁ ἐχθρὸς κάθε μηχανὴ καὶ φαντασία νύχτα καὶ ἡμέρα καὶ δεῖ ὅτι δὲν προσέχει στὰ παιχνίδια καὶ τὰ σχήματα καὶ ὅλα τὰ νοήματα μὲ τὰ ὁποῖα προσπαθεῖ νὰ τὸν τρομάξει, ἐνῶ δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ψεύτικα παιχνίδια, νὰ βαρεθεῖ καὶ νὰ φύγει.
Καὶ ἀφοῦ μάθει μὲ τὴν πείρα ὁ ἐργάτης τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ τὴν ἀδυναμία τοῦ ἐχθροῦ, δὲν φοβᾶται πλέον τὶς μηχανές του, ἀλλὰ κάνει ἀνεμπόδιστα ὅ,τι θέλει κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιατί μὲ τὴν πίστη στερεώνεται καὶ βοηθεῖται ἀπὸ τὸν Θεό, στὸν ὁποῖο πίστεψε, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος: «Ὅλα εἶναι δυνατὰ σ’ ὅποιον πιστεύει» (Μάρκ. 9,23). Ἐπειδὴ δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ πολεμᾶ τὸν ἐχθρό, ἀλλὰ ὁ Θεὸς ποὺ φροντίζει γι’ αὐτὸν μέσω τῆς πίστεως, ὅπως λέει καὶ ὁ Προφήτης: «Ἔχεις τὸν Ὕψιστο ὡς καταφύγιό σου κλπ.» (Ψαλμ. 90, 9).
Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος δὲν φροντίζει πλέον καθόλου γιὰ τίποτε, γιατί γνωρίζει ὅτι «τὸ ἱππικὸ ἑτοιμάζεται γιὰ πόλεμο, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Κύριο θὰ ἔρθει ἡ νίκη» (Παροιμ. 21, 31), ὅπως λέει ὁ Σολομῶν. Συνέχεια
Η ΕΙΡΗΝΗ
Ἁγιος Σιλουανός
Ὅλοι ἐπιθυμοῦν τὴν εἰρήνη, ἀλλά δὲν γνωρίζουν πῶς νὰ τὴν ἀποκτήσουν. Ὁ Μέγας Παΐσιος κυριεύθηκε ἀπὸ θυμὸ καὶ παρακάλεσε τὸν Κύριο νὰ τὸν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸ πάθος αὐτό. Ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε σὲ αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπε: «Παΐσιε, ἂν θέλεις νὰ μὴν ὀργίζεσαι, μὴν ἐπιθυμεῖς τίποτε, μὴν κρίνεις καὶ μὴ μισήσεις κανένα καὶ θὰ ἔχεις τὴν εἰρήνη».
Ἔτσι, κάθε ἄνθρωπος, ἂν κόβει τὸ θέλημά του μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, θὰ εἶναι πάντα εἰρηνικὸς στὴν ψυχή. Ὅποιος, ὅμως, ἀγαπᾶ νὰ κάνει τὸ θέλημά του, αὐτὸς δὲν θὰ ἔχει εἰρήνη.
Ψυχὴ πού παραδόθηκε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ὑπομένει εὔκολα κάθε θλίψη καὶ κάθε ἀσθένεια· γιατί καὶ τὸν καιρὸ τῆς ἀσθένειας παραμένει στὴ θεωρία τοῦ Θεοῦ καὶ προσεύχεται: «Κύριε, Ἐσύ βλέπεις τὴν ἀσθένειά μου. Ἐσὺ ξέρεις πόσο ἁμαρτωλὸς καὶ ἀδύνατος εἶμαι· βοήθησέ με νὰ ὑπομένω καὶ νὰ εὐχαριστῶ τὴν ἀγαθότητά Σου». Καὶ ὁ Κύριος ἀνακουφίζει τὸν πόνο, καὶ ἡ ψυχὴ αἰσθάνεται τὴν ἐγγύτητα τοῦ Θεοῦ καὶ μένει ἐν τῷ Θεῶ γεμάτη χαρὰ καὶ εὐγνωμοσύνη.
Ἂν ἀποτύχεις σὲ κάτι, σκέψου: «Ὁ Κύριος βλέπει τὴν καρδιά μου καὶ ἂν εἶναι θέλημά του, ὅλα θὰ εἶναι γιὰ τὸ καλὸ καὶ τὸ δικό μου καὶ τῶν ἄλλων». Ἔτσι ἡ ψυχή σου θὰ ἔχει πάντα εἰρήνη. Ἀλλά ἐὰν ἀρχίζει κανεὶς νὰ παραπονεῖται: «Αὐτὸ δὲν εἶναι καλό, ἐκεῖνο δὲν εἶναι ὅπως πρέπει», τότε ποτὲ δὲν θὰ ὑπάρχει εἰρήνη στὴν ψυχή του, ἔστω καὶ ἂν νηστεύει καὶ προσεύχεται πολύ.
Οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν παραδοθεῖ ὁλοκληρωτικὰ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μόνο ἔτσι διαφυλάσσεται ἡ εἰρήνη. Τὸ ἴδιο καὶ ὅλοι οἱ μεγάλοι ἅγιοι ἄνθρωποι ὑπέμειναν κάθε θλίψη παραδομένοι στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Κύριος μᾶς ἀγαπᾶ καὶ μποροῦμε νὰ μὴ φοβόμαστε τίποτε, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία· γιατί ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας χάνεται ἡ χάρη καὶ χωρὶς τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ ἐχθρὸς παρασύρει τὴν ψυχή, ὅπως παρασύρει ὁ ἄνεμος τὰ ξερὰ φύλλα ἤ τὸν καπνό.
Πρέπει νὰ θυμόμαστε πάντοτε ὅτι οἱ ἐχθροὶ ἔπεσαν ἀπὸ ὑπερηφάνεια καὶ προσπαθοῦν μὲ κάθε τρόπο νὰ μᾶς σπρώξουν στὴν ἴδια πλάνη καὶ πολλοὺς ἐξαπάτησαν. Ὁ Κύριος, ὅμως, εἶπε: «Μάθετε ἀπ’ Ἐμοῦ τὴν πραότητα καὶ τὴν ταπείνωσιν καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν εἰς τὰς ψυχᾶς ὑμῶν». Συνέχεια
Οἱ Δέκα Ἐντολές (Ἔξοδος Κ´, 1-18)
Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς,
1. Ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, οὐκ ἔσονται σοὶ θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ.
Ἕνας Κύριος εἶναι ὁ Κύριος ὁ Θεός σου, Αὐτὸς ποὺ φανερώνεται (μὲ τρία πρόσωπα, δηλ.) σὰν Πατέρας καὶ σὰν Υἱὸς καὶ σὰν Ἅγιο Πνεῦμα. Σὰν Πατέρας μὲν ἀγέννητος, σὰν Υἱὸς δὲ γεννητὸς (μέν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ πάλι) χωρὶς ἀρχή, καὶ πέρα ἀπὸ τὸν χρόνο, καὶ χωρὶς νὰ πάθει καμμία ἀλλοίωση, σὰν Λόγος (τοῦ Θεοῦ Πατρός). Αὐτὸς δὲ ὀνομάζεται Χριστός, γιατὶ ἔχρισε (δηλ. ἁγίασε) μὲ τὸ νὰ ἀναλάβει ὁ ἴδιος τὸ δικό μας (ἀνθρώπινο) εἶδος. Καὶ σὰν Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ καὶ Αὐτὸ προέρχεται ἀπὸ τὸν Πατέρα, ὄχι γιατὶ γεννήθηκε ἀπ᾿ Αὐτόν, ἀλλὰ γιατὶ Αὐτὸς Τὸ στέλνει.
Αὐτὸς μόνο εἶναι Θεός. Καὶ μάλιστα ὁ ἀληθινὸς Θεός, ὁ ἕνας Κύριος, ποὺ ἐμφανίζεται μὲ τρεῖς ὑποστάσεις. (Εἶναι ἕνας καὶ μοναδικὸς ὁ Θεὸς αὐτός, ποὺ) δὲν διαιρεῖται κατὰ τὴν φύση, τὴ θέληση, τὴν σκέψη, τὴν δύναμη καὶ τὴν ἐνέργεια, καὶ ὅλα γενικῶς τὰ γνωρίσματα τῆς Θεότητας.
Αὐτὸν (λοιπὸν τὸν ἕνα καὶ ἀληθινὸ Θεό) μόνο θὰ (πρέπει νὰ) λατρεύσεις μὲ ὅλη τὴν δύναμη ποὺ ἔχει ὁ νοῦς σου, καὶ μὲ ὅλο τὸ πλάτος τῆς καρδιᾶς σου καὶ μὲ ὅλη τὴν πληρότητα τῆς δυνάμεώς σου. Καὶ ὅλα ὅσα (ὁ Θεός σου) λέει καὶ ἐντέλλεται, (θὰ πρέπει) νὰ εἶναι πάντοτε νωπὰ μέσα στὴν καρδιά σου, ὥστε νὰ ἐφαρμόζεις καὶ νὰ ἐντρυφᾶς μέσα σὲ αὐτὰ καὶ νὰ ὁμιλεῖς μὲ βάση αὐτὰ (σὲ ὅλες τὶς περιστάσεις τῆς ζωῆς σου, δηλαδή) καὶ ὅταν κάθεσαι (κάπου καὶ δὲν μετακινεῖσαι), καὶ ὅταν βαδίζεις (γιὰ νὰ πᾶς ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος στὸ ἄλλο), καὶ ὅταν εἶσαι πεσμάνος στὸ κρεββάτι, κι ὅταν εἶσαι ὄρθιος.
Καὶ (θὰ πρέπει ἀκόμα) νὰ ἐνθυμεῖσαι πάντοτε (δηλαδὴ ἀδιαλείπτως καὶ χωρὶς διακοπὴ) τὸν Κύριο τὸ Θεό σου καὶ Αὐτὸν μόνο νὰ φοβᾶσαι (μὲ τὸν Ἅγιο φόβο τοῦ Θεοῦ), καὶ νὰ μὴν λησμονήσεις ποτὲ οὔτε Αὐτὸν οὔτε τὶς ἐντολές Του. Γιατὶ (μόνο) ἔτσι καὶ ὁ Θεὸς θὰ σοῦ δώσει τὴν δύναμη (ποὺ εἶναι ἀπαραίτητη) γιὰ νὰ ἐφαρμόζεις (στὴν ζωή σου) τὸ (ἅγιο) θέλημά Του. Γιατὶ (ὁ Θεός, ποὺ δὲν ἔχει κανενὸς τὴν ἀνάγκη) τίποτε ἄλλο δὲν σοῦ ζητεῖ παρὰ μόνον νὰ Τὸν φοβᾶσαι καὶ νὰ Τὸν ἀγαπᾶς (γιατὶ Αὐτὸς ἀκριβῶς ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ συμβαδίζει μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς Αὐτόν) καὶ νὰ ἀκολουθεῖς τὸν δρόμο Του ποὺ Αὐτὸς θέλει (πράγμα ποὺ εἶναι ἡ φυσικὴ συνέπεια τῶν ἄλλων). Αὐτὸς θὰ εἶναι τὸ καύχημά σου καὶ Αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ Θεός σου. Συνέχεια
Τὸ ὄνομα Χριστιανὸς
Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης
Ἂς ἐξετάσουμε, λοιπόν, πρῶτα ποιὰ εἶναι ἡ σημασία τοῦ χριστιανισμοῦ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ὀνομασία του. Βέβαια οἱ σοφότεροι ἀπὸ μένα, θὰ βροῦν κάποιο νόημα ὑψηλότερο καὶ πιὸ περιεκτικό, ἀνάλογο ἀσφαλῶς μὲ τὸ ὕψος τοῦ ὀνόματος. Ὅσα δὲ ἐγὼ μπορῶ νὰ πῶ γιὰ τὸ ὄνομα αὐτό, εἶναι τὰ ἑξῆς: Τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ (ἀπὸ τὸ ὁποῖο παράγονται καὶ τά: Χριστιανὸς καὶ Χριστιανισμός), ἐὰν τὸ ἐξηγήσουμε μὲ λέξεις πιὸ ἁπλὲς καὶ γνωστές, θὰ βροῦμε ὅτι σημαίνει τὸ βασιλιὰ ἐπειδὴ ἡ Ἁγία Γραφὴ ὑποδηλώνει τὸ βασιλικὸ ἀξίωμα, χρησιμοποιώντας μὲ ἕνα ἰδιότυπο τρόπο παρόμοια λέξη.
Ὅμως, καθὼς μᾶς βεβαιώνει ἡ Ἁγία Γραφή, εἶναι ἀδύνατο νὰ μιλήσει κανείς γιὰ τὸν Θεὸ καὶ νὰ τὸν κατανοήσει, ἐπειδὴ βρίσκεται πάνω ἀπὸ κάθε νοητὴ ἔννοια. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ἀναγκαστικά, οἱ θεοφόροι προφῆτες καὶ οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι χρησιμοποιοῦν πολλὰ ὀνόματα, μὲ τὰ ὁποῖα μᾶς χειραγωγοῦν πρὸς τὴν κατανόηση (ὅσο αὐτή εἶναι δυνατὴ στὸν ἄνθρωπο) τῆς ἄφθαρτης φύσης τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι μᾶς ὁδηγοῦν ἀπὸ τὴ μία ἔννοια στὴν ἄλλη, ἀπὸ κεῖνες ποὺ ἀποδίδονται στὸν Θεό. Καὶ τὴ μὲν κυριαρχία τοῦ Θεοῦ πάνω σ’ ὅλη τὴ δημιουργία ἐκφράζουν, χρησιμοποιώντας τὸ βασιλικὸ ὄνομα, τὴ δὲ ἀπαλλαγή ἀπὸ κάθε πάθος καὶ τὴν ἐλευθερία ἀπὸ κάδε κακία ὀνομάζουν μὲ τὰ διάφορα ὀνόματα τῆς ἀρετῆς, ποὺ χρησιμοποιοῦν.
Ἂς προσθέσουμε δὲ καὶ τοῦτο: Τὸ ὅτι δηλ. κάθε ἀρετὴ καὶ λέγεται καὶ ἐννοεῖται μὲ τὴν καλύτερη σημασία. Κατὰ συνέπεια εἶναι τὸ ἴδιο, ὅταν λέγουν, γιὰ τὸν Χριστὸν ὅτι καὶ λέγεται καὶ εἶναι τὰ πάντα: καὶ δικαιοσύνη καὶ σοφία καὶ δύναμη καὶ ἀλήθεια, ἀγαθότητα καὶ ζωὴ καὶ σωτηρία καὶ ἀφθαρσία καὶ ἀμετάβλητος καὶ ἀναλλοίωτος. Μὲ παρόμοιες ἐπίσης λέξεις δηλώνεται καὶ κάθε ἄλλη ὑψηλὴ ἔννοια.
Ἐάν, λοιπόν, στὸ ὄνομα Χριστὸς περικλείεται ἡ περίληψη κάθε ὑψηλῆς ἔννοιας‒ γιατί μέσα στὴν ψηλότερη ἔννοια περιέχονται καὶ οἱ καλύτερες, ποὺ ἐννοοῦμε, ἐπειδὴ κάθε μία ἀπὸ τὶς ἄλλες ἐξυπακούεται, ὅταν κάνουμε χρήση τοῦ ὄρου Βασιλεία‒ ἴσως, μὲ μία ἀνάλογη ἑρμηνεία τοῦ ὄρου χριστιανισμός, μπορέσουμε νὰ τὸν κατανοήσουμε καὶ αὐτόν. Ἐὰν δηλ. ἐμεῖς πού, μὲ τὴν πίστη στὸν Χριστό, συναπτόμαστε μὲ Αὐτόν, παίρνουμε μαζὶ μὲ τὸ ἀνώτερο ὄνομα, τὸ Χριστός, καὶ τὰ ὀνόματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἑρμηνεύεται ἡ ἄφθαρτη θεϊκὴ φύση, τότε γίνεται φανερό, πὼς εἶναι ἀναγκαιότατο καὶ ὅσες ἔννοιες ἀποδίδονται μὲ τὸ ὄνομα Χριστὸς στὴν ἐλεύθερη ἀπὸ κάθε φθορὰ θεία φύση, νὰ ἀποδίδονται κατὰ συνέπεια καὶ σέ μᾶς, ποὺ ἔχουμε τὸ ἴδιο ὄνομα. Συνέχεια
ΤΟ ΜΕΤΡΟ ΤΗΣ ΕΓΚΡΑΤΕΙΑΣ
Ἀββᾶς Βαρσανούφίος
Τοῦ ἀββᾶ Ἰωάννου τοῦ προφήτου
Οἱ Πατέρες χαρακτηρίζουν ὡς μέτρο ἐγκράτειας «τό παραμικρόν», τό νά παίρνει κανείς πάντα «λιγότερο» ἀπ᾿ ὅσο χρειάζεται εἴτε γιά νά φάει εἴτε γιά νά πιεῖ, δηλαδή νά μήν ἔχει ποτέ τήν κοιλιά του γεμάτη ἐντελῶς. Αὐτό σημαίνει ὅτι πρέπει νά ἔχει μέτρο καί στό φαγητό καί στό ποτό. Ἰδίως δέ τό χειμώνα πού πίνουν οἱ ἄνθρωποι πολύ κρασί καί τότε ὀφείλει ὁ μοναχός νά πίνει λιγότερο ἀπό τό κανονικό. Τό ἴδιο καί στό τραπέζι ὅταν τρώει. Καί δέν ἐφαρμόζεται μόνο σ᾿ αὐτά τό μέτρο τῆς ἐγκράτειας, ἀλλά καί στό πόσο θά κουβεντιάσει, πόσο θά κοιμηθεῖ καί στά ἐνδύματα καί γενικῶς σέ ὅλα ὅσα ἔχουν σχέση μέ τίς αἰσθήσεις. Σ᾿ ὅλα αὐτά μπορεῖ νά ἐφαρμόσει κανείς τό μέτρο τῆς ἐγκρατείας.
ΣΧΟΛΙΟ ὑπό π.Αντωνίου Ρωμαίου:
Εἶναι ἀξιοπρόσεκτο ὅτι τό πνεῦμα τοῦ ἀββᾶ, καθώς καί ὅλων τῶν Γερόντων τῆς ἐρήμου σχετικά μέ τό μέτρο τῆς ἐγκράτειας, δέν εἶναι ἡ ἀκραία ἄσκηση. Ἀλλά εἶναι ἡ ἔμμετρη πού ἐμπνέεται ἀπό τή νήψη καί τή διάκριση καί κρατάει τό μοναχό μακριά ἀπό τήν κενοδοξία, στήν ἀσφάλεια τῆς ταπείνωσης.
Καί ὁ ἀββάς Ἰωάννης, ὁ προφήτης, στήν παρούσα Ἀπόκριση, ἀλλά καί οἱ λοιποί Πατέρες, συνιστοῦν ὡς μέτρο ἐγκράτειας «τό εἶναι παραμικρόν». Δηλαδή τό νά κόβει κανείς λίγο ἀπό τό φαγητό του, λίγο ἀπό τό ποτό του καί ἀπό τήν ἀνάπαυσή του. Ὅλα συνετά μέ μέτρο, χωρίς θεαματικές ὑπέρμετρες ἀσκήσεις πού κουράζουν τόν ἀγωνιστή καί δημιουργοῦν συμπλέγματα ὑπερηφανείας. «Τά ὑπέρμετρα πάντα τῶν δαιμόνων εἰσίν».
Ρώτησαν κάποτε τόν ἀββά Ποιμένα «πῶς χρή νηστεύειν», πῶς πρέπει νά νηστεύουμε. Καί ἔδωσε τήν ἑξῆς ἀπάντηση: «Ἐγώ θέλω τόν ἐσθίοντα καθ᾿ ἡμέραν, παρά μικρόν ἐσθίειν, ἵνα μή χορτάζηται».. Δηλαδή : Ἐγώ κρίνω σκόπιμο αὐτός πού τρώει κάθε μέρα, νά τρώει λίγο λιγότερο, ὥστε νά μή χορταίνει. Καί ὅταν ὁ ἀββάς Ἰωσήφ τόν ρώτησε γιατί, ὅταν ἦταν στόν κόσμο, ἔτρωγε κάθε δύο μέρες, ὁ Ὅσιος εἶπε : «Ταῦτα πάντα ἐδοκίμασαν οἱ Πατέρες ὡς δυνατοί· καί εὗρον ὅτι καλόν ἐστιν τό καθ᾿ ἡμέραν ἐσθίειν, παραμικρόν δέ». Δηλαδή ὅλα αὐτά τά δοκίμασαν οἱ Πατέρες ὡς δυνατοί καί κατέληξαν ὅτι εἶναι καλό νά τρώει κανείς κάθε μέρα ἀλλά νά κόβει λίγο ἀπό τό φαγητό του γιά τήν ἐγκράτεια.
Ὁ σκοπός δηλαδή καί ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἔμμετρης ἐγκράτειας καί ἄσκησης εἶναι τελικά ἡ ἀλλαγή τῆς καρδιᾶς καί ὄχι ἁπλῶς ἡ συμμόρφωση σέ κάποια φανταχτερά καί θεαματικά «κατορθώματα». Γι᾿ αὐτό χρειάζεται συνεχής νήψη καί διάκριση. Ὥστε ἐφαρμόζοντας τό μέτρο τῆς ἐγκράτειας πού ταιριάζει στήν ὕπαρξή μας, νά μπορέσουμε νά δρομολογηθοῦμε πρός τήν ὑπέρβαση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Καί τελικά πρός τή μεταμόρφωσή μας, ἀποφεύγοντας «τόν παροξυσμό» τῶν ἀκροτήτων, πού εἶναι ἡ σατανική ἐκμετάλευση τῆς προαίρεσής μας. Συνέχεια
![4-58c8735b6a[2]](http://www.imaik.gr/wp-content/uploads/4-58c8735b6a2.jpg)
![1[1]](http://www.imaik.gr/wp-content/uploads/111-300x199.jpg)