Αυγ 2022
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Οἱ χριστιανοὶ μέσα στὸν κόσμο

Παναγιώτη Νέλλα

Ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν κόσμο καὶ τὸν ἐμπιστεύθηκε στὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ τὸν διαφυλάττει καὶ νὰ τὸν καλλιεργεῖ, «ἐργάζεσθαι αὐτὸν καὶ φυλάσσειν» (Γεν. 2, 15). Ἡ διαφύλαξη κλείνει μέσα της ὡς πρωταρχικὸ στοιχεῖο τὸ σεβασμό. Σεβόμαστε τὸν κόσμο ὅταν παίρνουμε στὰ σοβαρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καὶ σὰν τέτοιος ἔχει ἕνα σκοπὸ καὶ εἶναι προικισμένος μὲ ἕνα δυναμισμό. Κάθε δημιούργημα ἔχει ἕνα σκοπό, ποὺ προϋπάρχει ἀπὸ αὐτό. Ὁ σκοπὸς βρίσκεται στὴ βούληση τοῦ δημιουργοῦ καὶ φυτεύεται μέσα στὸ δημιούργημα, συνοδεύοντάς το σταθερὰ στὴν ὁποιαδήποτε πορεία του· τὸ τέλος – σκοπὸς ἐνυπάρχει ἀπὸ τὴν ἀφετηρία ὡς ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ ἀξία κάθε δημιουργήματος. Ἐὰν τὸ δημιούργημα παραμένει μέσα στὸν ἄξονα ποὺ ὁρίζει ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος του, εἶναι σύμφωνο μὲ τὴ φύση του, λειτουργεῖ ὁρθά, εἶναι καλὸ καὶ ἀγαθοποιό· ἐὰν ὄχι, καταντάει κακὸ καὶ ἀρνητικό. […] Ἀλλὰ ἡ διαφύλαξη τοῦ κόσμου εἶναι ἐπίσης σεβασμὸς καὶ διαφύλαξη τοῦ δυναμισμοῦ μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς προίκισε τὸν κόσμο, συμμόρφωση πρὸς αὐτὸ τὸ δυναμισμὸ καὶ πρὸς τὴ λειτουργικότητά του. Ὑπάρχει διαφορὰ ἀνάμεσα στοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους δημιουργοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ ὁ Θεός. Οἱ ἀνθρώπινες δημιουργίες, ὅσο ἀτελεῖς ἢ τέλειες κι ἂν εἶναι, εἶναι ἀπηρτισμένες, κλειστές, δὲν τὶς χαρακτηρίζει ἡ ἀνάπτυξη. Ὁ ἄνθρωπος, βέβαια, βλέποντας τὸν ἀτελὴ χαρακτήρα ἑνὸς δημιουργήματός του, δημιουργεῖ ἕνα ἄλλο τελειότερο, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ εἶναι ἁπηρτισμένο καθ’ ἑαυτό. Ὁ Θεὸς δημιουργεῖ διαφορετικά. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ γεννᾶται στὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ βάπτισμα, ἐνεργοποιεῖται μὲ τὸ χρίσμα, τρέφεται μὲ τὴ Θ. Εὐχαριστία, ἑδραιώνεται μὲ τὴν ἄσκηση, καλλιεργεῖται μὲ τὴν προσευχή. […] Ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς δημιουργίες τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὶς δημιουργίες τοῦ Θεοῦ ὀφείλεται στὸ ὅτι ὁ Θεὸς δημιουργεῖ ἐκ τοῦ μηδενός. Ἔτσι τὰ δημιουργήματά Του ἔχουν πραγματικὴ ὕπαρξη καὶ πραγματικὸ δυναμισμὸ ποὺ τοὺς τὰ δίνει τὸ ὅτι, ὡς κτίσματα ἐκ τοῦ μηδενός, στηρίζονται ὄχι στὸν ἑαυτό τους –ἀφοῦ ὁ ἑαυτός τους, ἡ φύση τους ἀπὸ μόνη της εἶναι τρεπτὴ καὶ φθαρτή, χάσκει διαρκῶς ἀπὸ κάτω καὶ μέσα της ἕνας κυριολεκτικὸς ὀντολογικὸς ἀφανισμός, δηλαδὴ τὸ μὴ εἶναι ἀπὸ τὸ ὁποῖο τὰ κτίσματα προῆλθαν– ἀλλὰ στὴν πανσθενουργό, πέρα ἀπὸ κάθε ἔννοια ἀρχῆς καὶ τέλους, τροπῆς ἢ ἀλλοίωσης, ἁπολύτως σταθερὴ καὶ πλήρη (σὲ ἀπόλυτη ἐπίσης ἔννοια) ἀγάπης βουλὴ τοῦ Θεοῦ. Ὅπως βλέπουμε στὰ ἀνοδικὰ ἐπίπεδα τῆς διηγήσεως τῆς Γενέσεως, ἔχει φυτευθεῖ ἀπὸ τὸ Θεὸ στὴ δημιουργία Του ἐξ ἀρχῆς ἕνας δυναμισμός, ποὺ κάνει ὥστε κάθε συγκεκριμένη πραγματικότητα νὰ κλείνει μέσα της τὸ σκοπό, τὴ δυνατότητα –ἀλλὰ ὄχι καὶ τὴ δύναμη– νὰ ἀνοιχθεῖ σὲ μιὰ ἄλλη πραγματικότητα, νὰ αὐτοξεπερασθεῖ χωρὶς νὰ καταστραφεῖ, τείνοντας νὰ ὑψωθεῖ σ’ ἕνα ἐπίπεδο πιὸ εὐρὺ καὶ πιὸ πλῆρες. […] Ὁ δυναμισμὸς τῆς ἀνόργανης ὕλης εἶναι ἡ ἐνέργεια. […] Ἡ δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἀξιοποιώντας τὸ φυτεμένο ἁπὸ τὴν ἀρχὴ μέσα στὴν ὕλη δυναμισμό, πραγματοποίησε τὸ σκοπὸ ποὺ ὁ Θεὸς ἔδωσε στὴν ὕλη καί, δημιουργώντας τὴ ζωή, ὕψωσε τὴν ὕλη σὲ ὕλη ζῶσα, τῆς ὁποίας ὁ δυναμισμὸς δὲν εἶναι πιὰ ἡ ὑλικὴ ἐνέργεια ἀλλὰ ἡ ζωή. Ὁ δυναμισμὸς αὐτὸς τὸν ὁποῖο χάρισε ὁ Θεὸς στὴ ζωή, ὁργανώνοντας προοδευτικὰ καὶ μὲ τάξη («οὐκ αὐτομάτῳ τινὶ συντυχίᾳ, κατά τινα ἄτακτον καὶ τυχαίαν φοράν» κατὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριο Νύσσης, «ἀλλ’ ὡς ἡ ἀναγκαία τῆς φύσεως τάξις ἐπιζητεῖ»), τὴν ὕλη σὲ ὀργανισμοὺς διαρκῶς πιὸ σύνθετους, πλούσιους καὶ τέλειους, ὁδήγησε τὴν κτίση σὲ ἕνα ἑπίπεδο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ δημιουργὸ Λόγο καὶ τὸ ἀληθινὰ ζωοποιὸ Πνεῦμα –τὰ δύο δημιουργικὰ χέρια τοῦ Πατέρα, κατὰ τὸν ἅγιο Εἱρηναῖο– ὕψωσε τὴ ζῶσα ὕλη σὲ ἕνα νέο ἐπίπεδο, ριζικὰ διαφορετικό, δημιούργησε τὴ λογική, ἐλεύθερη καὶ προσωπικὴ ζωή. Σφραγίζοντας μὲ τὸ «χαρακτήρα» τοῦ προσωπικοῦ Λόγου του τὴ ζωντανὴ ὕλη καὶ χαρίζοντάς της τὴ δική του ζωὴ μὲ τὸ ἐμφύσημα τῆς πνοῆς τοῦ πνεύματός Του, τὴν ὕψωσε σὲ εἰκόνα Του. Ἔτσι, ὁ δυναμισμὸς ποὺ ὠθεῖ στὸ ἑξῆς τὴν κτίση δὲν εἶναι ἁπλὰ ἡ ὑλικὴ ἐνέργεια ἢ ἡ βιολογικὴ ζωή, ἁλλὰ πρωταρχικὰ ἡ ἐλεύθερη, λογικὴ καὶ ἐνσυνείδητη ἁγάπη τῶν ἀνθρωπίνων προσώπων. […] Οἱ χριστιανοὶ μέσα στὸν κόσμο Τοῦ Παναγιώτη Νέλλα 7 Ὁ κτιστὸς δυναμισμὸς τοῦ κόσμου, ὑψωμένος μέσα στὸν ἄνθρωπο σὲ ἐνσυνείδητη ἐλεύθερη καὶ ἀγαπητικὴ πράξη, εἶχε κληθεῖ νὰ συνεργασθεῖ μὲ τὶς θεοποιητικὲς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ Θεία Οἰκονομία. Τὸ ἔργο αὐτό, ποὺ δὲν πραγματοποίησε ὁ Ἀδάμ, τὸ ἔφερε σὲ πέρας ὁ δεύτερος Ἀδάμ, ὁ Χριστός. Μέσα του ὁ ἄνθρωπος ἔγινε Θεάνθρωπος καὶ ἡ κτίση σῶμα τοῦ Θεοῦ, Ἐκκλησία. Ἁλλὰ ὁ κόσμος δὲν ἔγινε ἀκόμη ὁλόκληρος Ἐκκλησία. […] Ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν μετέτρεψε διὰ μιᾶς τὸν κόσμο σὲ Ἐκκλησία, ἂν δὲν ἔβαλε τέρμα στὴν ἱστορία, εἶναι ἐξ αἰτίας τῆς μεγάλης ἐκτίμησης ποὺ τρέφει πρὸς τὴ δημιουργία του. […] Ὁ Θεὸς, μέσα στὸ ἄμετρο πέλαγος τῆς φιλανθρωπίας του, μετέτρεψε ὅ,τι ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας σὲ εὐλογία καὶ ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο μιὰ νέα εὐκαιρία. Εἶναι ἡ μεγάλη καὶ θαυμαστὴ πραγματικότητα τῶν δερματίνων χιτώνων, τῆς νέας καταστάσεως μέσα στὴν ὁποία βρέθηκε ὁ ἄνθρωπος μετὰ τὴν πτώση χάρη στὴ φιλεύσπλαχνη παρέμβαση τοῦ Θεοῦ. […] Εἶναι μιὰ κατάσταση ἐνδιάμεση, στὴν ὁποία ὁ ἀρχικὸς δυναμισμὸς τῆς κτίσεως, ἂν καὶ ἀποπροσανατολισμένος καὶ παραμορφωμένος, συνεχίζει νὰ λειτουργεῖ· ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου συνεχίζει νὰ διαδραματίζει ἀποφασιστικὸ ρόλο· ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς τελευταίας τὸ κακὸ εἶναι τραγικὰ ἐνεργό· ἐνῷ ὁ Θεὸς δὲν σταμάτησε ποτὲ νὰ παρεμβαίνει καλώντας καὶ καθοδηγώντας τὸν κόσμο, κυρίως τὸν περιούσιο λαό Του, παρενέβη δὲ ἀποφασιστικὰ καὶ τελεσίδικα μὲ τὴ σάρκωσή Του, προσλαμβάνοντας τὰ ἀδιάβλητα πάθη, τοὺς δερμάτινους χιτῶνες, ὅλη τὴ νέα ἀνθρώπινη κατάσταση παρεκτὸς τῆς ἁμαρτίας, καὶ κάνοντας τὸ πρόσλημμα σῶμα Του, μεταμορφώνοντάς το σὲ Ἐκκλησία. Ἀλλὰ τὸ πρόσλημμα δὲν εἶναι ὅλος ὁ κόσμος. Ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἔθεσε τέρμα στὴν ἱστορία. Ἔφερε τὰ ἔσχατα μέσα στὴν ἱστορία, χωρὶς νὰ τὴν καταργήσει. Δημιούργησε μιὰ καινὴ κατάσταση, ἀπείρως ἀνώτερη ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν ἐνδιάμεση, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν προπτωτική, χωρὶς νὰ καταργήσει τὴν κατάσταση τῶν δερματίνων χιτώνων. Γι’ αὐτό, ὅταν μέσα σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ὁ ἄνθρωπος κάνει κακὴ χρήση τῆς ἐλευθερίας του, κατευθύνοντας καὶ ἐνισχύοντας μὲ τὶς ἐλεύθερες πράξεις του τὸ δυναμισμὸ τῆς κτίσεως, δημιουργεῖ τὸ κακό, τὴν ἀδικία, τὴν καταπίεση, τὸν πόλεμο καὶ ὅλες τὶς ἄλλες, καὶ ἐνίοτε πολὺ τραγικότερες, μορφὲς καὶ συνέπειες τῆς ἁμαρτίας. Ὅταν πάλι ἔχει ἀγαθὴ συνείδηση καὶ κάνει ἀγαθὴ χρήση τῆς ἐλευθερίας του, δημιουργεῖ τὶς λεγόμενες ἀνθρώπινες ἀξίες, τὴ φιλοσοφία, τὴν ἐπιστήμη, τὴν τέχνη, τὸν πολιτισμό, ὅλους αὐτοὺς τοὺς θετικοὺς καὶ ἄξιους τοῦ ἀνθρώπινου (μέσα στὸν παρόντα κόσμο) βίου δερμάτινους χιτῶνες. Ὅλες αὐτὲς οἱ πραγματικότητες συνιστοῦν τὸ περιεχόμενο τῆς ἱστορίας, ἡ ὁποία συνεχίζει νὰ ἀναπτύσσεται, […] καὶ μετὰ τὴν ἐνσάρκωση. […] Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει παρὰ ἡ βιολογικὴ ἢ «ψυχικὴ» ζωή, ὅπως τὴν ὀνομάζει ὁ Παῦλος. Δὲν ὑπάρχει παρὰ ἕνας δυναμισμὸς καὶ μία ἀνθρώπινη προσπάθεια ἀποπροσανατολισμένη καὶ διαρκῶς ἀτελής. Ἀλλὰ εἶναι ἐξ ἴσου ἀληθινό, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὡς οἰκοδομὴ πνευματική, δὲν μπορεῖ νὰ οἰκοδομηθεῖ μέσα στὴν ἱστορία παρὰ συγκεντρώνοντας, ἀνακεφαλαιώνοντας καὶ μεταμορφώνοντας αὐτὸ τὸ δυναμισμό. Ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἄκτιστη. Ἀλλὰ τὸ ὑλικὸ μὲ τὸ ὁποῖο οἰκοδομεῖται ἡ Ἐκκλησία, τὸ συγκεκριμένο σῶμα της, ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ κτιστὸ ὑλικὸ τῆς κάθε ἐποχῆς. Ἡ ἄκτιστη ζωὴ ἀνασυγκροτεῖ, ζωοποιεῖ καὶ διευρύνει μέχρι τὸ ἄπειρο, δηλαδὴ θεώνει τὸ κτιστό. Ἀλλὰ μὲ κανένα τρόπο δὲν προσδιορίζεται ἀπὸ αὐτό. Ἡ Ἐκκλησία δὲν προσδιορίζεται ἀπὸ τὴν ἱστορία. Τὸ ἀντίθετο ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὴν αἵρεση. Τὸ κτιστὸ γιὰ νὰ ἐνσωματωθεῖ στὴν Ἐκκλησία πρέπει νὰ βαπτισθεῖ, δηλαδὴ νὰ πεθάνει ὡς πρὸς τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ ζήσει μὲ τὴ ζωὴ τοῦ ἀκτίστου. […]

Οἱ χριστιανοὶ συνεπῶς ὀφείλουμε νὰ παίρνουμε στὰ σοβαρὰ αὐτὴ τὴν ἀλληλεξάρτηση καὶ περιχώρηση καὶ νὰ ἐνεργοῦμε τόσο μέσα στὴν Ἐκκλησία ὅσο καὶ στὸν τομέα τῶν σχέσεων τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸν κόσμο ἑνοποιημένα, νὰ κινούμαστε ταυτόχρονα στὴ διάσταση τοῦ ἀκτίστου καὶ τοῦ κτιστοῦ. Γιατί, ἂν λησμονήσουμε τὸ ἄκτιστο, κινδυνεύουμε ἀκολουθώντας τὸν Ἀδὰμ νὰ ἀκρωτηριάσουμε τὴν κίνηση τῆς κτίσεως, νὰ τὴν φυλακίσουμε στὰ ἴδια τὰ ὅριά της. Εἶναι ἡ αἵρεση τοῦ ἰδεαλιστικοῦ ἢ ὑλιστικοῦ –σὲ τελευταία ἀνάλυση πρόκειται γιὰ τὸ ἴδιο– οὑμανισμοῦ. Ἂν πάλι λησμονήσουμε τὸ κτιστό, διακόπτουμε σὲ ὅ,τι ἐξαρτᾶται ἀπὸ μᾶς, τὴν κίνηση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν κόσμο. Στὴν περίπτωση αὐτὴ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐμποδίζεται ἀπὸ μᾶς νὰ φτάσει στὸν κόσμο, ὁ Θεὸς παρουσιάζεται νὰ σιωπᾶ καὶ ἡ Ἐκκλησία ἐμφανίζεται σὰν μία κοινότης κλειστή, μία ἰδεολογία ἀνάμεσα στὶς ἄλλες, ἢ μία ὑπόθεση τοῦ παρελθόντος ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ σώσει τὸν κόσμο. Καὶ ὁ κόσμος παύει νὰ ἐνδιαφέρεται γι’ αὐτή. Εἶναι, καθὼς φαίνεται, ἡ περίπτωση τῆς ἐποχῆς μας. Διαπίστωση ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ νὰ προσεγγίσουμε τὸ θέμα μας, ποὺ εἶναι ἡ ὑπευθυνότητα καὶ ἡ ἀποστολὴ τῶν χριστιανῶν μέσα στὸ σημερινὸ κόσμο, ἕνα κόσμο σὲ πλήρη κίνηση ἀναπτύξεως καὶ δημιουργίας. […] Εἶναι πραγματικὰ ὁ δημιουργικὸς δυναμισμὸς τῆς κτίσεως, ἐκεῖνος ποὺ ἐνεργεῖ καὶ μέσα στὴ μεγάλη ἀνάπτυξη τῆς ἐποχῆς μας καὶ δημιουργεῖ τὸν κόσμο μας τοῦ Κ΄ αἰώνα. Ἀλλά, ἔχοντας χάσει τὴν ὀρθὴ κατεύθυνση καὶ τὸ σκοπό του, ἀποπροσανατολίζει τὴν ἀνάπτυξη καὶ δημιουργεῖ ἕνα κόσμο κυριολεκτικὰ ἐπικίνδυνο γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ἀκριβέστερα, οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς μας μὲ τὶς ἐπιλογὲς ποὺ κάνουμε δημιουργοῦμε ἀλλεπάλληλες ἐμπλοκὲς στὸ δυναμισμὸ αὐτό, τὸν ὁποῖο ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ἀναπτύσσουμε στὸ ἔπακρο μὲ τὴν ἐργατικότητά μας, καὶ τὸν στρέφουμε ἐναντίον μας. […] Πρέπει νὰ διαφυλάξουμε, πρῶτα ἀπ’ ὅλα, μέσα σὲ κάθε δημιουργία ἀνθρώπινη τὸν πιὸ θεμελιώδη χαρακτήρα της, τὸ ὅτι, ὡς δημιουργία, ἔχει ἕνα σκοπὸ ποὺ τὴν ξεπερνάει. Ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ καὶ τεχνολογικὴ ἀνάπτυξη 8 δὲν ἐκβάλουν σὲ ἀξίες ποὺ ξεπερνοῦν τὴν ἴδια τὴν οἰκονομία καὶ τὴν τεχνολογία, ἡ ἀνάπτυξη θὰ ὁδηγήσει ἀναπόφευκτα σὲ καταστροφή. […] Ἡ ἀνθρώπινη ζωή, ἐπειδὴ εἶναι δημιουργημένη, ἔχει πράγματι ἕνα σκοπὸ ποὺ τὴν ξεπερνάει, δὲν μπορεῖ νὰ τελειωθεῖ παρὰ στὸ Δημιουργό της. Ἡ ἀληθινή, πλήρως πραγματωμένη δικαιοσύνη, ἡ δικαιοσύνη ποὺ λειτουργεῖ ἀπελευθερωτικά, εἶναι ἐκείνη ποὺ θεμελιώνεται στὸ Θεό, τρέφεται ἀπὸ αὐτὸν καὶ τείνει πρὸς αὐτόν, δηλαδὴ ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἴδιο ἰσχύει γιὰ τὴν εἰρήνη, τὴν ἐλευθερία, τὴν ἀγάπη. Οἱ λειτουργίες αὐτὲς γίνονται πλήρως καὶ γνησίως ἀνθρώπινες καὶ μποροῦν νὰ πραγματωθοῦν ἱστορικά, στὸ μέτρο ποὺ βρίσκονται σὲ κοινωνία μὲ τὸ Θεὸ καὶ τείνουν μὲ προοδευτικὲς ἀνυψώσεις νὰ ἑνωθοῦν καί, μεταμορφούμενες, νὰ φανερώσουν καὶ νὰ ἐνεργοποιήσουν μέσα στὴν κτίση τὶς ἀντίστοιχες, εἰρήνη, ἐλευθερία καὶ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. «Ὅπως τὰς ἀρετὰς ἐξαγγείλητε τοῦ ἐκ σκότους ὑμᾶς καλέσαντες εἰς τὸ θαυμαστὸν αὐτοῦ φῶς» (Α΄ Πέτρ. 2, 9). Αὐτὸ τὸ ἄνοιγμα, ἡ τάση πρὸς τὸ Θεὸ καὶ ἡ κοινωνία μαζί Του ὀνομάζεται πίστη. Γι’ αὐτὸ ἡ πίστη εἶναι τὸ θεμέλιο ὅλων τῶν ἀξιῶν καὶ τὸ ἀληθινὸ περιεχόμενο μιᾶς ζωῆς ἄξιας τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ νὰ διαφυλάξουμε λοιπὸν τὸ σημερινὸ κόσμο, σημαίνει πρωταρχικὰ νὰ διαφυλάξουμε τὸν προσανατολισμὸ καὶ τὴν κίνηση ἐκείνη ποὺ μέσα ἀπὸ διαρκεῖς ὑπερβάσεις τὸν ὁδηγεῖ στὸ ἄπειρο, νὰ μὴν ξεχάσουμε τὸν ἔσχατο σκοπό του ποὺ εἶναι ὁ Θεὸς καὶ ἡ κοινωνία μὲ τὸ Θεό, μὲ μιὰ λέξη νὰ κρατήσουμε τὴν πίστη. Ἀλλὰ τὸ νὰ διαφυλάξουμε τὸ σημερινὸ κόσμο σημαίνει ἀκόμη νὰ διαφυλάξουμε τὸ δημιουργικὸ δυναμισμὸ μὲ τὸν ὁποῖο τὸν προίκισε ὁ Θεός, νὰ διασώσουμε τὶς σημερινὲς δημιουργίες ἀπὸ τὴ φθορά. Καὶ ἡ διάσωση αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθεῖ παρὰ μὲ τὸν ἐγκεντρισμὸ τῶν κτιστῶν πραγματικοτήτων τοῦ κόσμου μας στὴν Ἐκκλησία. […] Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πραγματοποίησαν αὐτὸ τὸν ἐγκεντρισμό–τῶν κτιστῶν πραγματικοτήτων τῶν ἐποχῶν τους στὸ οἰκοδόμημα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔτσι τὶς ἔσωσαν. Ἔχοντας ὑφάνει τὰ δόγματα, τὸ σύμβολο τῆς πίστεως, τὴ λειτουργικὴ καὶ μυστηριακὴ ζωή, μὲ τὸ ὑλικὸ τῶν φιλοσοφικῶν, ἐπιστημονικῶν, κοινωνικῶν καὶ λοιπῶν πραγματικοτήτων τῆς ἐποχῆς τους, ὕψωσαν τὸ ὑλικὸ αὐτό, καὶ τὴ δομημένη μέσα σ’ αὐτὸ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, σ’ ἕνα ὑψηλὸ ἐπίπεδο πάνω ἀπὸ τὸ χρόνο καὶ τὸ θάνατο, καὶ ἔτσι τὸ ἔσωσαν. Ἀλλὰ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πραγματοποίησαν τὴν ἐνσωμάτωση αὐτὴ τῶν κτιστῶν πραγματικοτήτων τῆς ἐποχῆς τους στὸ Χριστό, μὲ ὑπεύθυνη καὶ σκληρὴ προσπάθεια. Δὲν διαφύλαξαν ἁπλῶς τὸν ὀρθὸ προσανατολισμὸ καὶ σκοπὸ τοῦ δημιουργικοῦ δυναμισμοῦ τῶν ἐποχῶν τους, ἀλλὰ τὸν ὁδήγησαν στὸ τέλος του. Δὲν κράτησαν ἁπλῶς τὴν πίστη, ἐργάστηκαν σκληρὰ ὥστε ἡ πίστη τους νὰ μεταλλάξει καὶ σώσει τὸν κόσμο. Αὐτὸ μᾶς ὁδηγεῖ σ’ ἕνα τελευταῖο σημεῖο. Μᾶς καλεῖ τοὺς χριστιανοὺς τοῦ Κ΄ αἰώνα νὰ σκεφθοῦμε μὲ ποιούς τρόπους θὰ μπορέσουμε, ὑπακούοντας στὴν ἐντολὴ τῆς Γενέσεως, νὰ διαφυλάξουμε ἐμεῖς σήμερα τὸν σημερινὸ κόσμο μας, νὰ ὑπάρξουμε καὶ νὰ ἐργασθοῦμε ὡς χριστιανοὶ μέσα σ’ αὐτόν. Πρόκειται, πρὶν ἀπ’ ὅλα, γιὰ τὸ ἔργο ποὺ ἀπαιτεῖται γιὰ τὴ διάσωση τοῦ κόσμου. Ὁ χριστιανὸς ὅσο πιὸ ἅγιος εἶναι, τόσο σαφέστερα βλέπει τοὺς κινδύνους ποὺ ἀπειλοῦν σήμερα τὴ ζωὴ καὶ τόσο πιὸ πολὺ δουλεύει, στὸ χῶρο στὸν ὁποῖο βρίσκεται, γιὰ τὸ ξεπέρασμά τους. Τὴν ἐπείγουσα λόγου χάρη ἀνάγκη νὰ ὁδηγηθεῖ ἡ οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη τῶν ἡμερῶν μας πρὸς μία αὐτοϋπέρβαση, […] καθὼς καὶ τὴν ἐξίσου ἐπείγουσα ἀνάγκη νὰ αὐτοϋπερβαθεῖ τὸ κλειστὸ σημερινὸ ὑλιστικὸ σύστημα ἀνοιγόμενο σὲ πραγματικότητες ποὺ δὲν προσδιορίζονται ἀπὸ μόνη τὴν ὕλη, ἀνάγκη ποὺ ὑπογράμμισαν πολλοὶ ἀνανεωτὲς μαρξιστές, οἱ χριστιανοὶ ὤφειλαν νὰ τὶς ἔχουν ἐπισημάνει καὶ ἐπιβάλει στὴ διεθνὴ συνείδηση σὰν πρωταρχικὲς ἀνάγκες πολὺ πιὸ πρίν. Καὶ θὰ μποροῦσαν νὰ τὸ εἶχαν κάνει, ἂν εἶχαν τὴν ἀνιδιοτέλεια καὶ τὸ θάρρος νὰ ἐργάζονται μέσα στὸν κόσμο ὄχι ὡς ἁπλοὶ ἐπαγγελματίες, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀπόστολοι. Ἂν ἦταν ποτισμένοι ἀπὸ τὴν μέχρι σταυροῦ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν δημιουργία του, καὶ δεσμευμένοι προσωπικὰ στὴν οἰκοδόμηση τοῦ σημερινοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἂν δὲν περιορίζονταν νὰ εἶναι χριστιανοὶ στὰ συναισθήματα καὶ στὸ νὰ ἐκπληρώνουν εὔκολα τὰ χριστιανικά τους καθήκοντα χωρισμένα ἀπὸ τὴν καθημερινὴ πραγματικὴ ζωή. Μὲ τὴν αἰσιοδοξία καὶ τὴ δύναμη ποὺ δίνουν ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη καὶ μὲ σκληρὴ δουλειὰ θὰ μποροῦσαν νὰ δείξουν ἀπὸ μέσα, καὶ μὲ διαπιστώσεις ποὺ ξεκινοῦν ἀπὸ τὰ ἴδια πράγματα, τὴν ἐπείγουσα ἀνάγκη νὰ διευρυνθεῖ ὁ ὁρίζων τοῦ πολιτισμοῦ μας, νὰ βροῦν οἱ τεχνολογικὲς καὶ οἰκονομικὲς πραγματικότητες ψηλότερους στόχους, κι αὐτοὶ ἀκόμα ψηλότερους, νὰ ἀναγνωρίσει ἡ ἀνάπτυξη τοῦ κόσμου μας τὸν ὀρθὸ προσανατολισμό της καὶ νὰ βρεῖ τὸν πραγματικὸ χωρὶς ἐνδογενῆ ἀδιέξοδα δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὸν ὕψιστο στόχο της μέσα στὸ ἄπειρο. Δὲν πρόκειται, ὅπως εἶναι φανερό, ἐδῶ γιὰ μεταφυσικὴ ἢ γιὰ προκατασκευασμένες ἰδεολογικὲς ἀρχές. Τὸ Εὐαγγέλιο δὲν κηρύσσει μία μεταφυσικὴ φιλοσοφία. Εἶναι ὁ Θεὸς ποὺ ἔρχεται νὰ ἀναμιχθεῖ στὰ πράγματα τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ βοηθήσει μὲ ἀγάπη, αὐτὸς ποὺ τὰ δημιούργησε, νὰ βροῦν τὴν ὀρθή τους λειτουργία, τὴν πραγματικὴ ζωὴ καὶ τὸ στόχο τους. Καὶ στὸ ἔργο του αὐτὸ ὁ Θεὸς θέλει γιὰ συνεργοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Ὅταν αὐτοὶ δὲν ἐνεργοῦν, ἐπειδὴ σέβεται τὸ ὅτι σ’ αὐτοὺς ἐμπιστεύθηκε τὸν κόσμο, μένει κι αὐτὸς σ’ ἕνα βαθμὸ ἀνενεργός. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς νὰ καταστήσουν σήμερα ἐνεργὸ ἢ ὄχι τὸ Εὐαγγέλιο. Πολλοὶ ἐπιστήμονες περιμένουν τὸ ἔργο αὐτὸ τῶν χριστιανῶν. […] Καὶ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ ὅτι οἱ χριστιανοὶ μποροῦμε ἢ μᾶλλον ὀφείλουμε νὰ χρησιμοποιήσουμε καὶ τὶς πληροφορίες καὶ τὰ συστήματα γιὰ νὰ δείξουμε μέσα ἀπὸ αὐτὰ τὶς ἀντίστοιχες ἀλήθειες τοῦ Εὐαγγελίου, ἀπορρίπτοντας ταυτόχρονα καὶ καταδικάζοντας θαρραλέα τὴ θεολογία ἢ τὴν ἄρνηση ὁποιασδή- 9 ποτε θεολογίας ποὺ τὰ χαρακτηρίζει καὶ τὴν τελείωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς κοινωνίας ποὺ προτείνουν. Ὅταν κανεὶς ἔχει τὴν ἀλήθεια δὲν φοβᾶται νὰ δεῖ ἕνα τμῆμα τῆς ἀλήθειας ὁπουδήποτε κι ἂν αὐτὸ βρίσκεται καὶ μ’ ὁσοδήποτε ψεῦδος ἢ λάθος κι ἂν εἶναι ντυμένο. […] Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, οἱ χριστιανοὶ γνωρίζουν ὅτι τὴν ἑρμηνεία τοῦ κόσμου δὲν πρόκειται νὰ τὴ δώσει καμμιὰ ἐπιστημονικὴ ἢ φιλοσοφικὴ κατάκτηση, ἀλλὰ ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ σ’ αὐτὴ τὴν τελευταία στηρίζουν μονίμως τὸ βλέμμα τους κι ἀπ’ αὐτὴ τρέφουν τὴ σκέψη τους καὶ δὲν καθυστεροῦν ποτὲ πολὺ σὲ καμμιὰ ἐπιστημονικὴ ἢ φιλοσοφικὴ πρόταση. Χρησιμοποιοῦν τὰ πάντα χωρὶς νὰ ἐγκλωβίζονται σὲ τίποτε. Γι’ αὐτὸ οἱ πατέρες τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἀρνήθηκαν ἐπίμονα νὰ κάνουν τὴν πίστη σύστημα καὶ νὰ ἑρμηνεύσουν συνολικὰ τὴν Ἀποκάλυψη μέσα ἀπὸ τὰ ὁποιαδήποτε κτιστὰ δεδομένα, τὶς «ἀρχὲς» ὁποιουδήποτε φιλοσοφικοῦ συστήματος (λ.χ. «ἰδέα», «ὕλη», «οὐσία», «πρόσωπο» κ.λπ.), πειρασμὸ στὸν ὁποῖο ὑπέκυψε συχνὰ ἡ νεώτερη θεολογία. Ἀλλὰ γιὰ νὰ πραγματοποιηθεῖ αὐτὸ τὸ ἔργο τῆς διακρίσεως ἀνάμεσα στὸ θετικὸ καὶ τὸ ἀρνητικό, τῆς προσλήψεως τοῦ θετικοῦ καὶ τοῦ ἐγκεντρισμοῦ του στὴν Ἐκκλησία, εἶναι ἀναγκαία μία παράλληλη ἀδιάκοπη προσπάθεια ἀσκήσεως καὶ ἁγιασμοῦ. Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ ξεχωρίσουμε τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακὸ μὲ αἰσθητήρια ποὺ ζητοῦν τὴν ἡδονή. Ὅπως δὲν βλέπει κανεὶς τὰ πράγματα παρὰ μέσα στὸ φῶς ποὺ τὰ κάνει ὁρατὰ καὶ μ’ ἕνα μάτι φωτισμένο κι αὐτὸ ἀπὸ τὸ ἴδιο φῶς, ἔτσι δὲν μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὸ δημιουργικὸ δυναμισμὸ ποὺ κινεῖ καὶ ἀναπτύσσει τὸν κόσμο καὶ ποὺ ἔχει τὸ θεμέλιό του στὶς ἄκτιστες δημιουργικὲς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, παρὰ μ’ ἕνα μάτι, νοῦ καὶ συνείδηση φωτισμένα ἀπὸ τὶς ἴδιες ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες. […] Συγκεκριμένα, γιὰ τοὺς χριστιανοὺς τῆς ἐποχῆς μας θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ ὅτι καλοῦνται πρὶν ἀπ’ ὅλα καὶ ἐπειγόντως νὰ ἐμφυσήσουν τὴ διάσταση τῆς ἀσκήσεως μέσα στὴν ἄμετρη ἀνάπτυξη τῆς ἐποχῆς μας. Ὡρισμένοι κοινωνιολόγοι καὶ οἰκονομολόγοι πρότειναν πρόσφατα καὶ προσπαθοῦν νὰ πείσουν τοὺς ὑπεύθυνους τῶν κρατῶν νὰ θέσουν σὲ ἐφαρμογὴ ἕνα πρόγραμμα ἀποαναπτύξεως στὶς πολὺ ἀνεπτυγμένες χῶρες, γιὰ νὰ διασωθεῖ ἡ ποιότητα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς καὶ τὸ φυσικὸ περιβάλλον. Πρόκειται, εἶναι φανερό, γιὰ ἕνα εἶδος ἀσκήσεως καὶ νηστείας. Καὶ εἶναι ἔργο τῶν χριστιανῶν περισσότερο ἀπ’ ὅσο τῶν κοινωνιολόγων νὰ ἀγωνισθοῦν γιὰ νὰ ἐμφυσήσουν τὶς ἀξίες αὐτὲς στὸ σημερινὸ κόσμο. Αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει βέβαια μὲ ἕνα γενικὸ κήρυγμα περὶ νηστείας ὡς θρησκευτικοῦ καθήκοντος. Χρειάζεται νὰ ἐπισημανθοῦν τὰ κακὰ τῆς ὑπέρμετρης κατανάλωσης, νὰ βρεθοῦν οἱ συγκεκριμένοι τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους μπορεῖ ἕνας ἄνθρωπος σήμερα νὰ ζήσει πιὸ ἀληθινά, ἤρεμα κι εὐχάριστα ἐφαρμόζοντας τὴν ἐγκράτεια ἢ αὐτοστέρηση, νὰ δειχθεῖ πὼς ἡ ἀξία αὐτὴ βοηθάει πραγματικὰ μιὰ οἰκογένεια, μιὰ κοινωνία ὁλόκληρη. Κι αὐτὸ νὰ γίνει στὸ ἐπιστημονικὸ ἐπίπεδο ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ψυχολόγους, ἰατρούς, οἰκονομολόγους καὶ τεχνικούς, στὸ κρατικὸ ἀπὸ τοὺς πιστοὺς πολιτικούς, στὸ πρακτικὸ ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ἐργάτες, οἰκογενειάρχες, στὸ ἐπίπεδο τῆς σημερινῆς ἑρμηνείας τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοὺς πιστοὺς θεολόγους. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀληθινὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας, ἐκεῖνο ποὺ μπορεῖ νὰ πείσει καὶ νὰ γοητεύσει τὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ὠθήσει στὸ νὰ προχωρήσει καὶ στὶς ἑπόμενες ἀξίες τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, νὰ ἀνοιχθεῖ στὴν προσευχή, τὴν ἐλευθερία, τὴν ἀγάπη, νὰ βρεῖ ἀληθινὸ περιεχόμενο καὶ τὴν πληρότητα τῆς ζωῆς του. Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο οἱ χριστιανοὶ τῆς ἐποχῆς μας θὰ μπορέσουν νὰ γίνουν ὅπως τοὺς θέλει ὁ Κύριος «φῶς τοῦ κόσμου» καὶ «ἅλας τῆς γῆς». Φθάνω στὸ συμπέρασμα. Ὅλα ὅσα ἀναφέραμε ὣς ἐδῶ, τὸ ἔργο γιὰ τὴν διάσωση τῶν σημερινῶν δημιουργημάτων τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ τὴ διάκριση, ἀξιολόγηση καὶ πρόσληψη τῶν ἀντικειμενικῶν ἐπιστημονικῶν, τεχνολογικῶν καὶ φιλοσοφικῶν δεδομένων τῆς ἐποχῆς μας, γιὰ τὴν οἰκοδομὴ τῆς Ἐκκλησίας σήμερα καὶ τὴ σωστικὴ φανέρωση τοῦ Θεοῦ, καθὼς καὶ τὸ ἔργο τῆς ἄσκησης καὶ τῆς προσευχῆς ποὺ ὁδηγοῦν στὸν ἁγιασμὸ καὶ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου, ἑνοποιοῦνται καὶ ἀνακεφαλαιώνονται μέσα στὴ Θεία Λειτουργία ποὺ συνιστᾶ τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἔργο τῆς ἀνθρώπινης κοινότητας συγκεντρωμένης ἐν εἰρήνῃ μπροστὰ στὸ Θρόνο τοῦ Δημιουργοῦ της. Ἡ Θεία Λειτουργία ποὺ εἶναι πρωταρχικὰ λατρεία καὶ προσφορά, εἶναι ἐπίσης, κυτταγμένη ἀπὸ τὴν πλευρὰ ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ, μιὰ ὑπεύθυνη καὶ ἀποφασιστικὴ ἐπανοργάνωση τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς ἐκ μέρους τῶν χριστιανῶν. Ἀνασυγκροτεῖ τὸ χρόνο, τὸ χῶρο, τὶς σχέσεις τῶν ἀνθρωπίνων προσώπων μεταξύ τους, τὶς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων μὲ τὴν κτίση. Ὁ εὐχαριστιακὸς χαρακτήρας της κάνει τοὺς πιστοὺς νὰ δέχονται τὴ ζωή, τοὺς συνανθρώπους τους, τοὺς καρποὺς τῆς ἐργασίας τους, τὴ φύση, ὡς δῶρα καὶ νὰ τὰ προσφέρουν οἱ μὲν στοὺς δὲ κι ὅλοι μαζὶ στὸ Θεὸ ὡς δῶρα μέσα στὴν ἀνιδιοτέλεια καὶ τὴ χαρὰ ποὺ δίνει ἡ ἀποδοχὴ καὶ προσφορὰ δώρων. Ὁ εὐχαριστιακὸς αὐτὸς χαρακτήρας τῆς ζωῆς βρίσκεται στὸν ἀντίποδα τῆς καταναλωτικῆς μανίας ποὺ κυριαρχεῖ στὸ σημερινὸ πολιτισμό μας. Κι ἂν ἡ εὐχαριστιακὴ αὐτὴ ποιότητα ἐμφανισθεῖ ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς στὸν κόσμο μας θὰ καταστεῖ δυνατὸ νὰ ἐλευθερωθεῖ ἡ κοινωνία μας ἀπὸ τὶς ριζικὲς ἀνεπάρκειές της, νὰ ἀνοιχθεῖ στὴν ἐλπίδα, τὴν ἀγάπη, τὴν πίστη, νὰ ἐκχριστιανισθεῖ. Στὴν θεία Λειτουργία, σὲ κάθε θεία Λειτουργία ποὺ τελεῖται, οἱ προοδευτικὲς ἀνυψώσεις τῆς ἱστορίας φθάνουν στὸ τέλος τους. Ὁ χρόνος χωρὶς νὰ ἀφανισθεῖ αὐτοξεπερνιέται μέσα στὴν αἰωνιότητα, ὁ χῶρος διευρύνεται μέχρι τὸ ἄπειρο χωρώντας τὸν Ἀχώρητο, ἡ κίνηση φθάνει στὸ χωρὶς τέρμα τέλος της: ἔχοντας ξεπεράσει τὰ ὅρια τῆς κτίσεως κινεῖται ἀκινήτως μέσα στὸν Ἄκτιστο. Ἡ θεία Λειτουργία ὁδηγεῖ τὸν κόσμο στὴν τελείωσή του.