Φεβρουάριος 2013
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
2425262728  

Αρχεία ανά ημέρα: 25 Φεβρουαρίου 2013

Εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεὸν B΄

Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου

115155-moonx2[1]Σ’ εὐχαριστῶ, Δέσποτα, Κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς πού μὲ τὴν προαιώνια βουλή σου εὐδόκησες νὰ ἔλθω ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη. Σʼ εὐχαριστῶ γιατί, πρὶν φθάσει ἡ ἡμέρα καὶ ἡ ὥρα, τῆς γέννησής μου, Ἐσὺ ὁ Μόνος ἀθάνατος, ὁ Μόνος παντοδύναμος, ὁ Μόνος ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος, ταπεινώθηκες καὶ ἔγινες ἄνθρωπος, καὶ –χωρὶς νὰ ἀπομακρυνθεῖς ἀπὸ τοὺς κόλπους τοῦ Θεοῦ-Πατρός– προσέλαβες σάρκα καὶ γεννήθηκες ἀπὸ τὴν Ἁγία Παρθένο Μαρία. Καὶ ἔτσι μὲ ἀνέπλασες, μὲ ζωοποίησες καὶ μὲ ἐλευθέρωσες ἀπὸ τὴν προπατορικὴ πτώση, ἀνοίγοντάς μου τὸ δρόμο πρὸς τοὺς οὐρανοὺς

Ἔπειτα, ἀφοῦ γεννήθηκα καὶ ἀναπτύχθηκα λίγο, Ἐσὺ μὲ ἀνακαίνισες μὲ τὸ ἅγιο τῆς ἀναπλάσεως βάπτισμα καὶ μὲ κατεκόσμησας μὲ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐσύ μοῦ χάρισες φύλακα Ἄγγελο φωτεινὸ καὶ μὲ διαφύλαξες ἄτρωτο ἀπὸ τὰ ἔργα καὶ τὶς παγίδες τοῦ πονηροῦ, μέχρι πού μεγάλωσα καὶ ὡρίμασα. Ἐπειδὴ δὲ ἔκρινες ὅτι δὲν εἶναι σωστὸ καὶ πρέπον νὰ ὁδηγούμαστε μὲ τὴ βία στὴ σωτηρία, ἀλλὰ ἐλεύθερα μὲ τὴ δική μας προαίρεση, θέλησες νὰ τιμηθῶ κι ἐγὼ μὲ τὸ αὐτεξούσιο καί, διὰ τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν Σου, νὰ ἐκφράζω τὴν πηγαία καὶ αὐτοπροαίρετη πρὸς Σὲ ἀγάπη μου. Ἀλλὰ ἐγὼ ὁ ἀχάριστος καὶ καταφρονητὴς τῆς Χάρης Σου, δὲν λογαρίασα τὴν ἀξία τῆς δωρεᾶς τοῦ αὐτεξουσίου καὶ σὰν ἄλογο πού λύθηκε ἀπὸ τὰ δεσμά, αὐτονομήθηκα καὶ ἔτσι κατέπεσα στὸ γκρεμό. Κι ἐνῶ κοιτόμουν ἐκεῖ ὁ ἀναίσθητος καὶ κυλιόμουν καὶ συντριβόμουν ὁλοένα καὶ περισσότερο, Ἐσὺ δὲν μὲ ἀποστράφηκες καὶ δὲν μὲ ἐγκατέλειψες νὰ μολύνομαι πεσμένος στὸ βόρβορο. Ἀλλὰ μὲ εὐσπλαχνίσθηκες, καὶ μὲ ἔβγαλες ἀπὸ ἐκεῖ, μὲ τίμησες λαμπρότερα καὶ μὲ λύτρωσες, κατὰ τὸ ἔλεός Σου, ἀπὸ βασιλεῖς καὶ ἄρχοντες, πού ἤθελαν νὰ μὲ ἐξουδενώσουν καὶ νὰ μὲ χρησιμοποιήσουν σὰν εὐτελὲς σκεῦος στὴν ὑπηρεσία τῶν θελημάτων τους. Ἐσὺ Κύριε, ἂν καὶ ἤμουν φιλάργυρος, δὲν ἐπέτρεψες νὰ δεχθῶ δῶρα χρυσὰ καὶ ἀργυρᾶ. Ἀλλά μου ἔδωσες τὴ δύναμη καὶ τὸ φωτισμὸ νὰ θεωρῶ ὡς βδέλυγμα τὴ δόξα καὶ τὶς τιμὲς τοῦ κόσμου, ὅσα προκλητικά μου πρόσφεραν, γιὰ νὰ δραπετεύσω, ὡς προδότης, ἀπὸ τὴν κλήση καὶ τὴ ζωὴ τοῦ ἁγιασμοῦ πού Ἐσὺ χαρίζεις.

Ἐξομολογοῦμαι ὅμως ἐνώπιόν Σου, Θεὲ καὶ Κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ὅλες αὐτὲς τὶς εὐεργεσίες, τὶς περιφρόνησα καὶ γιὰ μιὰ ἀκόμα φορά, βυθίστηκα ὁ ἄθλιος σὲ λάκκο καὶ σὲ βόρβορο αἰσχρῶν ἐννοιῶν καὶ πράξεων. Ἔτσι κατέπεσα πάλι καὶ ἔγινα δέσμιος τῶν σκοτεινῶν πνευμάτων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ μποροῦσα νὰ ξεφύγω, ὄχι μόνο μὲ τὶς δυνάμεις μου, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ μὲ τὴ βοήθεια ὁλόκληρου τοῦ κόσμου, ὥστε νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὰ χέρια τους καὶ νὰ ξανανέβω στὸ φῶς. Συνέχεια

Ἡ προσευχὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς

Πρωτ. Μιχαὴλ Καρδαμάκη

Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καὶ ἀργολογίας μή μοι δῷς. Πνεῦμα δὲ ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης, χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ. Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα, καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου, ὅτι εὐλογητὸς εἶ, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἡ εὐχὴ τοῦ Ἁγίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, ποὺ χαρακτηρίζεται ὡς «ἡ προσευχὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς», ἀνακεφαλαιώνει ὅλο τὸ πνεῦμα τῆς ἀσκήσεώς μας, σημαδεύει τὴν ἀσκητική μας ὁδό, κατὰ τὴν κατανυκτικὴ αὐτὴ περίοδο. Συνοψίζει τὸ ὀρθόδοξο ἦθος μας, μὲ τὸ ὁποῖο ὀφείλει νὰ εἶναι σφραγισμένη ἡ χριστιανική μας ὕπαρξη, τὸ καινὸ εἶναι μας ἐν Χριστῷ, γιὰ νὰ εἶναι ἀληθινὸ καὶ χαροποιὸ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστιανὸς ἄνθρωπος, διὰ τοῦ εἶναι καὶ ὄχι διὰ τοῦ ἔχειν, καλεῖται νὰ γίνει μιὰ μαρτυρία τῆς ἀληθινῆς ζωῆς, τῆς ζωῆς τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας Του. Ὅλη ἡ ἀσκητικὴ προσπάθεια ὀφείλει νὰ γίνει μέσα στὸν ἄνθρωπο, στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, νὰ εἶναι δηλαδὴ προσπάθεια μεταμορφώσεως τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ χαρίσει μὲ τὴ σειρά του καρποὺς στὴν ἱστορία, στὶς καρδιὲς τῶν ἀδελφῶν του. Ἂν πραγματοποιήσουμε τὴν ἀλλαγὴ ποὺ ἔρχεται ἀπὸ μέσα, ἂν κατορθώσουμε, κατὰ τὸ δυνατὸ καὶ μὲ τὴ χάρη, τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, χάρη τῆς δημιουργικῆς ἐλευθερίας, τότε μποροῦμε νὰ μιλήσουμε καὶ νὰ περιμένουμε τὴ μεταμόρφωση τοῦ κόσμου μας, τὴν ἀλλαγὴ τῶν ἐξωτερικῶν συνθηκῶν. Ἡ ἐποχή μας δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἰδέες ἢ ἰδεολογίες, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ ἀπὸ μάρτυρες τῆς ζωῆς, ποὺ πραγματοποιεῖται στὴ συνάντηση ἀσκήσεως καὶ χάρης.

Τὸ πρῶτο σχόλιό μας συγκεντρώνεται πάνω σὲ μιὰ δεσπόζουσα φράση τῆς Εὐχῆς: «Κύριε καὶ Δέσποτα καὶ Βασιλεῦ τῆς ζωῆς μου». Πρόκειται γιὰ μιὰν ἐπίκληση-κραυγὴ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀσθενοῦντος ἀνθρώπου, μὲ ἀπόλυτη τὴν αἴσθηση τῆς σμικρότητας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου Του, μὲ μοναδικὴ βεβαιότητα ἢ μὲ μόνη βέβαιη προσφορά του τὴν ταπείνωση, σημεῖο πραγματικῆς αὐτογνωσίας. Ὁλόκληρη τὴν Εὐχὴ διαπερνᾶ ἕνα αἴσθημα βαθιᾶς ταπεινοφροσύνης τοῦ προσευχόμενου ἀνθρώπου, ποὺ προϋποθέτει τὴν αἴσθηση τῆς ἁμαρτίας ἢ ἀδυναμίας του, ἕνα αἴσθημα πού, κατὰ τρόπο παράδοξο, ἀποτελεῖ τὴν καρδιὰ τῆς σοφίας καὶ τῆς ἐλευθερίας του. Ἕνα αἴσθημα ἀκριβῶς ἀκατανόητο ἢ ἀναξιοπρεπὲς γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ἡ ἐλευθερία του κερδίζεται τάχα μὲ τὴν ἀνταρσία ἢ τὴν ἐπαναστατικότητα, τὴν ἀνεξαρτησία ἢ τὴν ἀπελευθέρωσή του ἀπὸ τὸ Θεό.

Ἡ ἐπίκληση τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ ὡς Κυρίου καὶ Δεσπότη καὶ Βασιλέα μας, εἶναι ἡ ἐπίκληση τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ, ποὺ στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας θαυματουργεῖ στὴν ἀσθένειά μας. Ὁ Συμεὼν ὁ Ν. Θεολόγος συνοψίζει τὴν ὀρθόδοξη θέση ὅταν διδάσκει ὅτι «σωτηρία γὰρ τοῦ προσώπου μου οὐχὶ τὰ ἔργα μου, ἀλλ’ ὁ Θεός μου ἐστιν». Ὁ Θεὸς βέβαια, ποὺ δὲ νοεῖται ὡς μιὰ γενικὴ μεταφυσικὴ ἀρχή, μιὰ ἱερὴ ὑπερβατικότητα, μιὰ ὑπερκοσμικὴ δύναμη, ἀλλὰ ποὺ λατρεύεται ὡς ὁ Κύριος καὶ ὁ Δεσπότης καὶ ὁ Βασιλέας τῆς προσωπικῆς μας ζωῆς, ὁ Δημιουργὸς καὶ ὁ Σωτήρας καὶ ὁ Παράκλητος στὴν καθημερινή μας περιπέτεια. Αὐτὰ λοιπὸν τὰ τρία ὀνόματα μαρτυροῦν τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας στὴ θεότητα καὶ τὴν κυριαρχία, τὴ μοναδικότητα καὶ παντοδυναμία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ὁ μόνος καὶ ἀπόλυτος Κύριος, Δεσπότης καὶ Βασιλέας, στὸν ὁποῖο ὑποτάσσονται καὶ ὑπακούουν οἱ πάντες καὶ τὰ πάντα, κάθε νόημα καὶ κάθε ἀγάπη μας. Καμιὰ κοσμικὴ δύναμη ἢ ἀνθρώπινη ἐξουσία, καμιὰ ἐγκόσμια ἢ ὑπερκόσμια πραγματικότητα δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς χωρίσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, Ἐκείνου ποὺ εἶναι τὸ τέλος ὅλων τῶν δημιουργημάτων. Ὅπως ὁμολογεῖ ὁ Ν. Καβάσιλας, «διὰ τὸν Χριστὸν ἀνθρώπου φύσις συνέστη ἐξ ἀρχῆς, καὶ νοῦς καὶ ἐπιθυμία πρὸς ἐκεῖνον κατεσκευάσθη καὶ λογισμὸν ἐλάβομεν, ἵνα τὸν Χριστὸν γινώσκομεν, ἐπεὶ καὶ δημιουργημένοις αὐτὸς ἀρχέτυπον ἦν». Κάθε πιστὸς πάντοτε, καὶ ἰδιαίτερα τὴ λειτουργικὴ περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, μπορεῖ νὰ ἀπευθύνει τὴν προσευχή του πρὸς τὸν Κύριο καὶ Δεσπότη καὶ Βασιλέα τῆς ζωῆς του. Συνέχεια

Οἱ χριστιανοὶ μέσα στὸν κόσμο

Παναγιώτη Νέλλα

Ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν κόσμο καὶ τὸν ἐμπιστεύθηκε στὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ τὸν διαφυλάττει καὶ νὰ τὸν καλλιεργεῖ, «ἐργάζεσθαι αὐτὸν καὶ φυλάσσειν» (Γεν. 2, 15). Ἡ διαφύλαξη κλείνει μέσα της ὡς πρωταρχικὸ στοιχεῖο τὸ σεβασμό. Σεβόμαστε τὸν κόσμο ὅταν παίρνουμε στὰ σοβαρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καὶ σὰν τέτοιος ἔχει ἕνα σκοπὸ καὶ εἶναι προικισμένος μὲ ἕνα δυναμισμό. Κάθε δημιούργημα ἔχει ἕνα σκοπό, ποὺ προϋπάρχει ἀπὸ αὐτό. Ὁ σκοπὸς βρίσκεται στὴ βούληση τοῦ δημιουργοῦ καὶ φυτεύεται μέσα στὸ δημιούργημα, συνοδεύοντάς το σταθερὰ στὴν ὁποιαδήποτε πορεία του· τὸ τέλος – σκοπὸς ἐνυπάρχει ἀπὸ τὴν ἀφετηρία ὡς ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ ἀξία κάθε δημιουργήματος. Ἐὰν τὸ δημιούργημα παραμένει μέσα στὸν ἄξονα ποὺ ὁρίζει ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος του, εἶναι σύμφωνο μὲ τὴ φύση του, λειτουργεῖ ὁρθά, εἶναι καλὸ καὶ ἀγαθοποιό· ἐὰν ὄχι, καταντάει κακὸ καὶ ἀρνητικό. […] Ἀλλὰ ἡ διαφύλαξη τοῦ κόσμου εἶναι ἐπίσης σεβασμὸς καὶ διαφύλαξη τοῦ δυναμισμοῦ μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς προίκισε τὸν κόσμο, συμμόρφωση πρὸς αὐτὸ τὸ δυναμισμὸ καὶ πρὸς τὴ λειτουργικότητά του. Ὑπάρχει διαφορὰ ἀνάμεσα στοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους δημιουργοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ ὁ Θεός. Οἱ ἀνθρώπινες δημιουργίες, ὅσο ἀτελεῖς ἢ τέλειες κι ἂν εἶναι, εἶναι ἀπηρτισμένες, κλειστές, δὲν τὶς χαρακτηρίζει ἡ ἀνάπτυξη. Ὁ ἄνθρωπος, βέβαια, βλέποντας τὸν ἀτελὴ χαρακτήρα ἑνὸς δημιουργήματός του, δημιουργεῖ ἕνα ἄλλο τελειότερο, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ εἶναι ἁπηρτισμένο καθ’ ἑαυτό. Ὁ Θεὸς δημιουργεῖ διαφορετικά. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ γεννᾶται στὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ βάπτισμα, ἐνεργοποιεῖται μὲ τὸ χρίσμα, τρέφεται μὲ τὴ Θ. Εὐχαριστία, ἑδραιώνεται μὲ τὴν ἄσκηση, καλλιεργεῖται μὲ τὴν προσευχή. […] Ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς δημιουργίες τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὶς δημιουργίες τοῦ Θεοῦ ὀφείλεται στὸ ὅτι ὁ Θεὸς δημιουργεῖ ἐκ τοῦ μηδενός. Ἔτσι τὰ δημιουργήματά Του ἔχουν πραγματικὴ ὕπαρξη καὶ πραγματικὸ δυναμισμὸ ποὺ τοὺς τὰ δίνει τὸ ὅτι, ὡς κτίσματα ἐκ τοῦ μηδενός, στηρίζονται ὄχι στὸν ἑαυτό τους –ἀφοῦ ὁ ἑαυτός τους, ἡ φύση τους ἀπὸ μόνη της εἶναι τρεπτὴ καὶ φθαρτή, χάσκει διαρκῶς ἀπὸ κάτω καὶ μέσα της ἕνας κυριολεκτικὸς ὀντολογικὸς ἀφανισμός, δηλαδὴ τὸ μὴ εἶναι ἀπὸ τὸ ὁποῖο τὰ κτίσματα προῆλθαν– ἀλλὰ στὴν πανσθενουργό, πέρα ἀπὸ κάθε ἔννοια ἀρχῆς καὶ τέλους, τροπῆς ἢ ἀλλοίωσης, ἁπολύτως σταθερὴ καὶ πλήρη (σὲ ἀπόλυτη ἐπίσης ἔννοια) ἀγάπης βουλὴ τοῦ Θεοῦ. Ὅπως βλέπουμε στὰ ἀνοδικὰ ἐπίπεδα τῆς διηγήσεως τῆς Γενέσεως, ἔχει φυτευθεῖ ἀπὸ τὸ Θεὸ στὴ δημιουργία Του ἐξ ἀρχῆς ἕνας δυναμισμός, ποὺ κάνει ὥστε κάθε συγκεκριμένη πραγματικότητα νὰ κλείνει μέσα της τὸ σκοπό, τὴ δυνατότητα –ἀλλὰ ὄχι καὶ τὴ δύναμη– νὰ ἀνοιχθεῖ σὲ μιὰ ἄλλη πραγματικότητα, νὰ αὐτοξεπερασθεῖ χωρὶς νὰ καταστραφεῖ, τείνοντας νὰ ὑψωθεῖ σ’ ἕνα ἐπίπεδο πιὸ εὐρὺ καὶ πιὸ πλῆρες. […] Ὁ δυναμισμὸς τῆς ἀνόργανης ὕλης εἶναι ἡ ἐνέργεια. […] Ἡ δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἀξιοποιώντας τὸ φυτεμένο ἁπὸ τὴν ἀρχὴ μέσα στὴν ὕλη δυναμισμό, πραγματοποίησε τὸ σκοπὸ ποὺ ὁ Θεὸς ἔδωσε στὴν ὕλη καί, δημιουργώντας τὴ ζωή, ὕψωσε τὴν ὕλη σὲ ὕλη ζῶσα, τῆς ὁποίας ὁ δυναμισμὸς δὲν εἶναι πιὰ ἡ ὑλικὴ ἐνέργεια ἀλλὰ ἡ ζωή. Ὁ δυναμισμὸς αὐτὸς τὸν ὁποῖο χάρισε ὁ Θεὸς στὴ ζωή, ὁργανώνοντας προοδευτικὰ καὶ μὲ τάξη («οὐκ αὐτομάτῳ τινὶ συντυχίᾳ, κατά τινα ἄτακτον καὶ τυχαίαν φοράν» κατὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριο Νύσσης, «ἀλλ’ ὡς ἡ ἀναγκαία τῆς φύσεως τάξις ἐπιζητεῖ»), τὴν ὕλη σὲ ὀργανισμοὺς διαρκῶς πιὸ σύνθετους, πλούσιους καὶ τέλειους, ὁδήγησε τὴν κτίση σὲ ἕνα ἑπίπεδο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ δημιουργὸ Λόγο καὶ τὸ ἀληθινὰ ζωοποιὸ Πνεῦμα –τὰ δύο δημιουργικὰ χέρια τοῦ Πατέρα, κατὰ τὸν ἅγιο Εἱρηναῖο– ὕψωσε τὴ ζῶσα ὕλη σὲ ἕνα νέο ἐπίπεδο, ριζικὰ διαφορετικό, δημιούργησε τὴ λογική, ἐλεύθερη καὶ προσωπικὴ ζωή. Σφραγίζοντας μὲ τὸ «χαρακτήρα» τοῦ προσωπικοῦ Λόγου του τὴ ζωντανὴ ὕλη καὶ χαρίζοντάς της τὴ δική του ζωὴ μὲ τὸ ἐμφύσημα τῆς πνοῆς τοῦ πνεύματός Του, τὴν ὕψωσε σὲ εἰκόνα Του. Ἔτσι, ὁ δυναμισμὸς ποὺ ὠθεῖ στὸ ἑξῆς τὴν κτίση δὲν εἶναι ἁπλὰ ἡ ὑλικὴ ἐνέργεια ἢ ἡ βιολογικὴ ζωή, ἁλλὰ πρωταρχικὰ ἡ ἐλεύθερη, λογικὴ καὶ ἐνσυνείδητη ἁγάπη τῶν ἀνθρωπίνων προσώπων. […] Οἱ χριστιανοὶ μέσα στὸν κόσμο Τοῦ Παναγιώτη Νέλλα 7 Ὁ κτιστὸς δυναμισμὸς τοῦ κόσμου, ὑψωμένος μέσα στὸν ἄνθρωπο σὲ ἐνσυνείδητη ἐλεύθερη καὶ ἀγαπητικὴ πράξη, εἶχε κληθεῖ νὰ συνεργασθεῖ μὲ τὶς θεοποιητικὲς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ Θεία Οἰκονομία. Τὸ ἔργο αὐτό, ποὺ δὲν πραγματοποίησε ὁ Ἀδάμ, τὸ ἔφερε σὲ πέρας ὁ δεύτερος Ἀδάμ, ὁ Χριστός. Μέσα του ὁ ἄνθρωπος ἔγινε Θεάνθρωπος καὶ ἡ κτίση σῶμα τοῦ Θεοῦ, Ἐκκλησία. Ἁλλὰ ὁ κόσμος δὲν ἔγινε ἀκόμη ὁλόκληρος Ἐκκλησία. […] Ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν μετέτρεψε διὰ μιᾶς τὸν κόσμο σὲ Ἐκκλησία, ἂν δὲν ἔβαλε τέρμα στὴν ἱστορία, εἶναι ἐξ αἰτίας τῆς μεγάλης ἐκτίμησης ποὺ τρέφει πρὸς τὴ δημιουργία του. […] Ὁ Θεὸς, μέσα στὸ ἄμετρο πέλαγος τῆς φιλανθρωπίας του, μετέτρεψε ὅ,τι ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας σὲ εὐλογία καὶ ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο μιὰ νέα εὐκαιρία. Εἶναι ἡ μεγάλη καὶ θαυμαστὴ πραγματικότητα τῶν δερματίνων χιτώνων, τῆς νέας καταστάσεως μέσα στὴν ὁποία βρέθηκε ὁ ἄνθρωπος μετὰ τὴν πτώση χάρη στὴ φιλεύσπλαχνη παρέμβαση τοῦ Θεοῦ. […] Εἶναι μιὰ κατάσταση ἐνδιάμεση, στὴν ὁποία ὁ ἀρχικὸς δυναμισμὸς τῆς κτίσεως, ἂν καὶ ἀποπροσανατολισμένος καὶ παραμορφωμένος, συνεχίζει νὰ λειτουργεῖ· ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου συνεχίζει νὰ διαδραματίζει ἀποφασιστικὸ ρόλο· ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς τελευταίας τὸ κακὸ εἶναι τραγικὰ ἐνεργό· ἐνῷ ὁ Θεὸς δὲν σταμάτησε ποτὲ νὰ παρεμβαίνει καλώντας καὶ καθοδηγώντας τὸν κόσμο, κυρίως τὸν περιούσιο λαό Του, παρενέβη δὲ ἀποφασιστικὰ καὶ τελεσίδικα μὲ τὴ σάρκωσή Του, προσλαμβάνοντας τὰ ἀδιάβλητα πάθη, τοὺς δερμάτινους χιτῶνες, ὅλη τὴ νέα ἀνθρώπινη κατάσταση παρεκτὸς τῆς ἁμαρτίας, καὶ κάνοντας τὸ πρόσλημμα σῶμα Του, μεταμορφώνοντάς το σὲ Ἐκκλησία. Ἀλλὰ τὸ πρόσλημμα δὲν εἶναι ὅλος ὁ κόσμος. Ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἔθεσε τέρμα στὴν ἱστορία. Ἔφερε τὰ ἔσχατα μέσα στὴν ἱστορία, χωρὶς νὰ τὴν καταργήσει. Δημιούργησε μιὰ καινὴ κατάσταση, ἀπείρως ἀνώτερη ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν ἐνδιάμεση, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν προπτωτική, χωρὶς νὰ καταργήσει τὴν κατάσταση τῶν δερματίνων χιτώνων. Γι’ αὐτό, ὅταν μέσα σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ὁ ἄνθρωπος κάνει κακὴ χρήση τῆς ἐλευθερίας του, κατευθύνοντας καὶ ἐνισχύοντας μὲ τὶς ἐλεύθερες πράξεις του τὸ δυναμισμὸ τῆς κτίσεως, δημιουργεῖ τὸ κακό, τὴν ἀδικία, τὴν καταπίεση, τὸν πόλεμο καὶ ὅλες τὶς ἄλλες, καὶ ἐνίοτε πολὺ τραγικότερες, μορφὲς καὶ συνέπειες τῆς ἁμαρτίας. Ὅταν πάλι ἔχει ἀγαθὴ συνείδηση καὶ κάνει ἀγαθὴ χρήση τῆς ἐλευθερίας του, δημιουργεῖ τὶς λεγόμενες ἀνθρώπινες ἀξίες, τὴ φιλοσοφία, τὴν ἐπιστήμη, τὴν τέχνη, τὸν πολιτισμό, ὅλους αὐτοὺς τοὺς θετικοὺς καὶ ἄξιους τοῦ ἀνθρώπινου (μέσα στὸν παρόντα κόσμο) βίου δερμάτινους χιτῶνες. Ὅλες αὐτὲς οἱ πραγματικότητες συνιστοῦν τὸ περιεχόμενο τῆς ἱστορίας, ἡ ὁποία συνεχίζει νὰ ἀναπτύσσεται, […] καὶ μετὰ τὴν ἐνσάρκωση. […] Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει παρὰ ἡ βιολογικὴ ἢ «ψυχικὴ» ζωή, ὅπως τὴν ὀνομάζει ὁ Παῦλος. Δὲν ὑπάρχει παρὰ ἕνας δυναμισμὸς καὶ μία ἀνθρώπινη προσπάθεια ἀποπροσανατολισμένη καὶ διαρκῶς ἀτελής. Ἀλλὰ εἶναι ἐξ ἴσου ἀληθινό, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὡς οἰκοδομὴ πνευματική, δὲν μπορεῖ νὰ οἰκοδομηθεῖ μέσα στὴν ἱστορία παρὰ συγκεντρώνοντας, ἀνακεφαλαιώνοντας καὶ μεταμορφώνοντας αὐτὸ τὸ δυναμισμό. Ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἄκτιστη. Ἀλλὰ τὸ ὑλικὸ μὲ τὸ ὁποῖο οἰκοδομεῖται ἡ Ἐκκλησία, τὸ συγκεκριμένο σῶμα της, ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ κτιστὸ ὑλικὸ τῆς κάθε ἐποχῆς. Ἡ ἄκτιστη ζωὴ ἀνασυγκροτεῖ, ζωοποιεῖ καὶ διευρύνει μέχρι τὸ ἄπειρο, δηλαδὴ θεώνει τὸ κτιστό. Ἀλλὰ μὲ κανένα τρόπο δὲν προσδιορίζεται ἀπὸ αὐτό. Ἡ Ἐκκλησία δὲν προσδιορίζεται ἀπὸ τὴν ἱστορία. Τὸ ἀντίθετο ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὴν αἵρεση. Τὸ κτιστὸ γιὰ νὰ ἐνσωματωθεῖ στὴν Ἐκκλησία πρέπει νὰ βαπτισθεῖ, δηλαδὴ νὰ πεθάνει ὡς πρὸς τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ ζήσει μὲ τὴ ζωὴ τοῦ ἀκτίστου. […] Συνέχεια

Ὁ σκοπός τῆς ἐξομολογήσεως

__1_~2 (2)

Ἀνδρέα Θεοδώρου

Σὲ τί ἀποβλέπει τὸ μυστήριο τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως;

Γιὰ νὰ λουσθεῖ ἡ ψυχὴ πνευματικὰ καὶ νὰ καθαρισθεῖ ἀπὸ τὸ ρύπο τῆς ἁμαρτίας.

Γιὰ νὰ γίνει αὐτὸ πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ μετανοήσει πρῶτα γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, νὰ συντριβεῖ ἡ καρδιά του γιὰ ὅ,τι προσέβαλε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, νὰ λάβει ἀπόφαση νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη καὶ τὶς κακές του συνήθειες, νὰ μισήσει τὴ σαγήνη τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ νεκρώσει τὴν ψυχή του, καὶ κατόπιν νὰ προσέλθει στὸν πνευματικὸ λειτουργό τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ ἐξομολογηθεῖ σ’ αὐτὸν μὲ φόβο Θεοῦ καὶ εἰλικρίνεια τὰ ἁμαρτήματα ποὺ πιέζουν τὴ συνείδησή του. Ὁ πνευματικός, διαπιστώνοντας εἰλικρινῆ μετάνοια καὶ προθυμία ἀλλαγῆς βίου, συγχωρεῖ τὸν ἐξομολογηθέντα, διαβάζοντάς του εἰδικὴ συγχωρητικὴ εὐχή.

Τὴν ἐξουσία ἀφέσεως ἁμαρτιῶν ἔχει ὁ ἱερέας ὡς λειτουργός τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία ἐφοδίασε ὁ Χριστὸς μὲ τὴ δύναμη τοῦ «δεσμεῖν καὶ λύειν» ἁμαρτίες ἐπὶ τῆς γῆς: «Ἂν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἂν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται» (Ἰωάν. 20, 23). Μὲ τὴ συγχώρησή του ὁ ἄνθρωπος ἀπαλλάσσεται τελείως ἀπὸ τὴν ἀκαθαρσία τῆς ἁμαρτίας λουσμένος στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀνακτᾶ τὴ δικαίωσή του ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία μπορεῖ νὰ ἔχασε διὰ τῶν θανάσιμων ἁμαρτημάτων του. Τὸ μυστήριο μπορεῖ νὰ ἐπαναληφθεῖ πολλὲς φορές, ἀνάλογα μὲ τὶς ἑκάστοτε πνευματικὲς ἀνάγκες τῆς ψυχῆς. Δικαίως δὲ χαρακτηρίζεται καὶ ὡς δεύτερο βάπτισμα, ἐπειδὴ λούζει, καθαρίζει τὴν ψυχή.

Δὲν ἀρκεῖ μονάχα ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἀπ’ εὐθείας ἐξομολόγηση στὸν Θεό; Γιατί τάχα νὰ ἐξομολογούμαστε καὶ στὸν ἱερέα;

Τὸ ἐρώτημα εἶναι κάπως πονηρό. Καὶ φυσικὰ πρέπει νὰ ἐξομολογούμαστε τὰ ἁμαρτήματά μας ἀπ’ εὐθείας στὸν Θεὸ («Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν», Κυριακὴ προσευχή, Ματθ. 6, 12). Αὐτὸ εἶναι βασικὸ χρέος μας. Ὁ Χριστὸς ὅμως ἵδρυσε εἰδικὸ πρὸς τοῦτο μυστήριο καὶ τὸ παρέδωσε στὴν Ἐκκλησία του, τὸ ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ τελέσει ὅποιος-ὅποιος, ἀλλὰ μονάχα ὁ ἱερέας, ὡς ἐντολοδόχος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι πατέρας καὶ γιατρὸς πνευματικὸς τῶν ψυχῶν. Ὅπως ὁ φυσικὸς γιατρὸς γιὰ νὰ μπορέσει νὰ θεραπεύσει τὴ νόσο, πρέπει νὰ ἐξετάσει προσεκτικὰ τὸν ἀσθενῆ, νὰ κάνει διάγνωση τῆς νόσου του καὶ κατόπιν νὰ προχωρήσει στὴ θεραπεία της, ἔτσι καὶ ὁ πνευματικὸς πατὴρ πρέπει νὰ διαγνώσει τὴ φύση τῆς πνευματικῆς ἀσθένειας καὶ τὴν εἰλικρίνεια τοῦ μετανοοῦντος, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ θεραπεύσει τὴν πάσχουσα καὶ ἀλγοῦσα ψυχή. Ἂν δὲν γίνει προσωπικὴ ἐξομολόγηση, πῶς θὰ κάνει τὴ δουλειὰ του ὁ ἱερέας; Ἄλλωστε τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καὶ στὰ προηγούμενα εἴπαμε, δὲν εἶναι μαγικὲς τελετές, ἀλλὰ κινοῦνται στὸν ἐλεύθερο διαπροσωπικὸ χῶρο. Ὁ ἀσθενὴς πρέπει νὰ ἐπισκεφθεῖ προσωπικὰ τὸ γιατρὸ τῆς ψυχῆς του.

Αὐτὸ ἔταξε ὁ Θεὸς καὶ αὐτὸ ἀπαιτοῦν οἱ ἀνάγκες τοῦ ἱεροῦ μυστηρίου. Μήπως ὅμως ὁ ἁμαρτωλός, διαπιστώνοντας τὰ ἁμαρτήματα αὐτά, προφασίζεται «προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις»; Ἀποφεύγει τὸν ἱερέα, γιατί ντρέπεται νὰ ἐξομολογηθεῖ τὶς ἁμαρτίες του; Συνέχεια