Εἰς τὴν Ε΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν
Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς
ὅπου γίνεται καὶ λόγος περὶ ἐλεημοσύνης
1. Ὑπάρχουν μερικὰ θαλάσσια μέρη ποὺ τρέφουν μεγάλα κητώδη θηρία. Ὅσοι λοιπὸν πλέουν σʼ αὐτὰ τὰ μέρη κρεμοῦν κώδωνες στὰ πλευρὰ τῶν πλοίων, ὥστε τὰ θηρία τρομαγμένα ἀπὸ τὸν ἦχο τους νὰ φεύγουν. Καὶ τοῦ δικοῦ μας βίου ἡ θάλασσα τρέφει πολλὰ καὶ φοβερώτερα θηρία, τὰ πονηρὰ πάθη δηλαδὴ καὶ τοὺς ἐφόρους τῶν παθῶν δαίμονες ποὺ εἶναι πονηρότεροι.
Ἐπιπλέει σʼ αὐτὴ τὴ θάλασσα σὰν πλοῖο ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ κι ἀντὶ γιὰ κώδωνες ἔχει τοὺς πνευματικοὺς διδασκάλους, ὥστε μὲ τὸν ἱερὸ ἦχο τῆς διδασκαλίας τούτων νʼ ἀπομακρύνη τὰ νοητὰ θηρία. Αὐτὸ προφανῶς προτυπώνοντας ἡ στολὴ τοῦ Ἀαρών, εἶχε εὔηχους κώδωνες ραμμένους στὰ ἄκρα της καὶ σύμφωνα μὲ τὰ θέσμια ἔπρεπε νʼ ἀκούεται ὁ ἦχος τους, ὅταν λειτουργοῦσε ὁ Ἀαρών.
2. Ἐμεῖς δέ, μεταφέροντας καλῶς τὸ γράμμα στὸ πνεῦμα, ἂς ἠχήσουμε τώρα σὲ σᾶς πνευματικά, καὶ μάλιστα κατὰ τὸν καιρὸ τῆς νηστείας, ὁπότε ἐπιτίθενται ἀγρίως φανερὰ καὶ ἀφανῆ θηρία· φανερὰ μὲν ἡ γαστριμαργία, ἡ μέθη καὶ τὰ παρόμοια, ἄλλα δὲ ἀφανῶς ἐνεδρεύοντα, ἡ κενοδοξία καὶ ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ ὑπεροψία καὶ ἡ ὑπόκρισις. Ὁ ἴδιος δὲ ἦχος εἶναι καὶ φυγαδευτήριο τῶν τοιούτων θηρίων καὶ φυλακτήριο τῶν ἀσκούντων τὴ νηστεία.
3. Εἶναι λοιπὸν ἡ νηστεία καὶ ἡ ἀκρασία ἀντίθετα μεταξύ τους, ὅπως ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος. Ἡ νηστεία εἶναι ἐντολὴ ζωῆς, ποὺ εἶναι συνομήλικη τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἀφοῦ ἐδόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν Ἀδὰμ κατὰ τὴν ἀρχὴ στὸν παράδεισο, γιὰ διαφύλαξι τῆς ζωῆς καὶ τῆς θείας χάριτος ποὺ εἶχε δοθῆ σʼ αὐτὸν ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ δὲ ἀκρασία εἶναι συμβουλὴ γιὰ τὸν θάνατο σώματος καὶ ψυχῆς, ποὺ ἐδόθηκε δολίως ἀπὸ τὸν Διάβολο στὸν Ἀδὰμ διὰ τῆς Εὔας γιὰ ἔκπτωσι τῆς ζωῆς καὶ ἀπαλλοτρίωσί της ἀπὸ τὸν Θεὸ θείας χάριτος· διότι ὁ Θεὸς θάνατο δὲν ἐδημιούργησε οὔτε εὐχαριστεῖται μὲ τὴν ἀπώλεια τῶν ζώντων. Ποιὸς ἄνθρωπος λοιπὸν θέλει νὰ εὕρη ζωὴ καὶ χάρι στὸν Θεὸ ἀπὸ τὸν Θεό; Ἂς ἀποφύγη τὴν θανατηφόρο ἀκρασία κι ἂς προστρέξη στὴ θεοποιὸ νηστεία καὶ ἐγκράτεια, γιὰ νὰ ἐπανέλθη χαρούμενος στὸν παράδεισο. Συνέχεια
Λόγος εἰς τὸν Ἀπόστολο καὶ Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη
Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς
Γίνεται λόγος καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον
Σήμερα τελοῦμε τὴν ἑορτὴ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς προκρίτους Ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐπευφημοῦμε αὐτὸν ὡς πατέρα ὅλων ἐκείνων πού φέρουν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἢ καλύτερα ὡς πατριάρχη ἐκείνων «πού γεννήθηκαν ὄχι ἀπὸ αἵματα οὔτε ἀπὸ θέλημα σαρκικό, οὔτε ἀπὸ θέλημα ἄνδρα, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Θεό».
Γιατί, ὅπως ὁ Ἰακὼβ προέβαλε δώδεκα πατριάρχες κατὰ σάρκα, ἀπὸ τοὺς ὁποίους προῆλθαν οἱ δώδεκα φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς προέβαλε πνευματικά τούς δώδεκα μύστες· γιατί τὸν ἀριθμὸ ἐκείνου πού ἐλεεινὰ ἐξέπεσε τὸν συμπλήρωσε ὁ Παῦλος, πρὸς τὸν ὁποῖο ἔσκυψε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ὁ Χριστός. Ἂν ὅμως δὲν ὑπάρχουν καὶ ἐδῶ φανερὰ φυλὲς ἰσάριθμες δὲν εἶναι καθόλου ἀξιοθαύμαστο· γιατί τὰ πνευματικὰ διαιροῦνται ἀδιαίρετα· γι’ αὐτὸ καί, ἐνῶ οἱ φαινόμενες σωματικὲς αἰσθήσεις εἶναι πέντε, μία εἶναι ἡ αἴσθηση τῆς ψυχῆς διαιρούμενη ἀδιαίρετα. Ἀλλὰ καὶ οἱ δώδεκα πηγὲς τῶν ὑδάτων, στὶς ὁποῖες στρατοπέδευσαν οἱ Ἰσραηλίτες κάτω ἀπὸ τὴν ἀρχηγία τοῦ Μωυσῆ καὶ ἔσβησαν τὴν ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία στὴν ἔρημο δίψα, αὐτοὺς τοὺς δώδεκα προτύπωναν. Γιατί αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι πού μὲ τὰ πνευματικὰ ποτίσματα ἀπάλλαξαν τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὸν καύσωνα τῆς εἰδωλομανίας, τὸ ὁποῖο προηγουμένως πορευόταν μέσω τῶν ἀδιάβατων ἐρήμων τῆς ἀθεΐας. Ἐπίσης καὶ οἱ δώδεκα λίθοι, τοὺς ὁποίους ἔστησε σὰν σημάδι στὰ Γάλγαλα ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ, ἀφοῦ πέρασαν κατὰ τρόπο παράδοξο πεζοὶ τὸν Ἰορδάνη, αὐτοὺς τοὺς δώδεκα προτύπωναν. Γιατί αὐτοὶ εἶναι γιὰ μᾶς σὰν αἰώνιο σημάδι, ὅτι ὁ ἀληθινὸς Ἰησοῦς ἀνεχαίτισε τὸ ποτάμι τῆς ἁμαρτίας πού κατέκλυζε τὴν οἰκουμένη καὶ ἔδωσε στοὺς πιστούς του τὴ δυνατότητα νὰ διαβαίνουν ἀναμάρτητοι τὴν ὁδὸ τοῦ βίου, ὅπως κατέστησε τότε δυνατὸ στοὺς Ἰσραηλίτες νὰ περάσουν χωρὶς νὰ βραχοῦν τὸν Ἰορδάνη. Συνέχεια