Ἀτενίζοντας τὸν Σωτῆρα στό Σταυρό
Tοῦ Ἀρχιμ. Lev Gillet
Κύριε, στέκομαι κάτω ἀπὸ τὸ σταυρὸ σου μαζὶ μὲ τὴ Μητέρα σου, μαζὶ μὲ τὸν ἀγαπημένο μαθητή, μαζὶ μὲ τὶς γυναῖκες ποὺ σοῦ ἔμειναν πιστές.
Τολμῶ νὰ ὑψώσω τὰ μάτια μου σὲ σένα καὶ ν᾽ ἀτενίσω τὴ θυσία σου. Σ᾽ αὐτὸ τὸ ἀντίκρισμα μαθαίνω ὅ,τι δὲν κατόρθωσα νὰ μάθω οὔτε καὶ μέσα στὰ κείμενα τοῦ Εὐαγγελίου.
Τὰ πόδια σου εἶναι καρφωμένα στὸ ξύλο. ῾Ο σταυρός σου εἶναι τὸ πατητήρι ὅπου πατήθηκε τὸ ἀληθινὸ σταφύλι.
Ἐνῷ μπορεῖς, δὲν θέλεις νὰ φύγεις. Σ᾽ αὐτὴ τὴ συνάντηση ποὺ μοῦ ὅρισες μὲ περιμένεις. Καρφωμένος στὸ σταυρὸ ὑποτάσσεις τὸν ἑαυτό σου σ’ αὐτὴ τὴν ἀναμονή μου.
Μπορεῖ νὰ μὴν ἔλθω. Μὰ σὺ εἶσαι ἐκεῖ καὶ μένεις ἐκεῖ ὅπου ἀφέθηκες νὰ σὲ καρφώσουν.
Τὰ χέρια σου εἶναι ἁπλωμένα. Ἀνοίγουν γιὰ νὰ καλέσουν ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Δὲν θέλουν νὰ κλείσουν. Τὰ καρφιὰ τὰ κρατοῦν σ᾽ αὐτὴ τὴ στάση ποὺ προκαλεῖ καὶ ἀγκαλιάζει. Μοῦ λένε σιωπηλά: «῎Ελα».
Τὸ κεφάλι εἶναι γειρμένο. Τὸ γέρνεις σὲ μιὰ κίνηση ποὺ προσκαλεῖ. Ἀποδέχθηκες καὶ συγκεφαλαίωσες τὴ θέληση τοῦ Θεοῦ, συνεπῶς τὴ δικὴ σου ὡς Υἱοῦ, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Κλίνεις τὸ κεφάλι σὰν δεῖγμα ὑποταγῆς σ᾽ αὐτὸ ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ ἀγάπη τῶν Τριῶν πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Ταυτόχρονα τὸ κεφάλι εἶναι γειρμένο πρὸς αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται ἐκεῖ μπροστά σου. Πρὸς αὐτοὺς ποὺ σὲ ἀγάπησαν καὶ πρὸς ἐκείνους ποὺ φώναξαν «σταύρωσον αὐτόν».
Εἶναι γυρμένο πρὸς αὐτοὺς ποὺ πονοῦν καὶ πορεύονται στενάζοντες, πρὸς ἐκείνους ποὺ ἀναζητοῦν χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουν.
Τὰ μάτια σου τώρα ἔχουν κλείσει. Μέσα στὸ ἴδιο ἐσωτερικὸ ὅραμα βλέπουν τὸν Πατέρα καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Πρὸς τὰ δὺο αὐτὰ ἀντικείμενα τῆς ἀγάπης σου κατευθύνεται τώρα ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξή σου.
Τὸ αἷμα κυλάει ἀπ᾽ τὸ μέτωπό σου, ἀπ᾽ τὰ χέρια σου, ἀπ᾽ τὸ μαστιγωμένο σῶμα σου. Κυλάει ἀργὰ σὲ κόκκινα ρυάκια. Θὰ τρέξει ἐπίσης κι ἀπ᾽ τὴν τρυπημένη πλευρά σου, σὰν νὰ εἶχε διαρραγεῖ ἡ καρδιά σου κάτω ἀπ᾽ τὴν πίεση τῆς ὀδυνωμένης ἀγάπης σου.
Τὸ ποτήρι χύνεται σὲ σπονδή.
Ὁ ἀκάνθινος στέφανος πληγώνει τὸ κεφάλι σου. Τοποθετημένα κυκλικὰ αὐτὰ τὰ ἀγκάθια μοιάζουν μὲ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων τὶς συγκεντρωμένες καὶ τοποθετημένες τὴ μιὰ δίπλα στὴν ἄλλη προκειμένου νὰ φορτωθοῦν ἐπάνω σου. ῞Ολες οἱ ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων δεμένες μαζί.
Μὰ γύρω ἀπ᾽ τὸ κεφάλι αὐτὸ βλέπω ἀκτῖνες φωτός. ῞Ενας χρυσὸς φωτοστέφανος τυλίγει τὸ μέτωπό σου τὸ ματωμένο. Αὐτὴ ἡ λάμψη δίνει τὸ νόημά της στὴν ἀτελῆ εἰκόνα τοῦ Ἐσταυρωμένου. Διότι ὁ Ἐσταυρωμένος εἶναι Κύριος καὶ Λυτρωτής. Συνέχεια
Ἡ συκιὰ τοῦ Εὐαγγελίου
Ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής
Ποιὰ εἶναι ἡ συκιὰ τοῦ Εὐαγγελίου πού, φαινομενικὰ, ξεράθηκε παράλογα; Καὶ ποιὰ εἶναι ἡ ἀκρότατη πείνα πού ζητοῦσε καρπὸ πρὶν ἀπὸ τὴν ὥρα; Καὶ τί σημαίνει, γιὰ ἕνα ἀναίσθητο πράγμα, ἡ κατάρα; (Μάρκ. 11, 12-14, Ματθ. 21, 18)
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Ὁ Θεὸς Λόγος ποὺ οἰκονομεῖ τὰ πάντα γιὰ χάρη τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, παιδαγώγησε πρῶτα τὴ φύση μας μὲ τὸ νόμο ποὺ περιέχει σωματικότερη λατρεία. Γιατί ἡ ἀνθρώπινη φύση δὲν μποροῦσε νὰ δεχτεῖ τὴν ἀλήθεια γυμνὴ ἀπὸ τυπικὰ προκαλύμματα, ἐξαιτίας τῆς ἄγνοιας καὶ τῆς ἀλλοτρίωσης ποὺ τῆς εἶχε προκληθεῖ σέ σχέση μέ τὰ ἀρχέτυπα Θεία πράγματα. Ὅταν λοιπόν, γεννήθηκε στόν κόσμο ὡς ἄνθρωπος καί προσέλαβε ἑκούσια σάρκα ‒ἡ ὁποία εἶχε νοερή καὶ λογικὴ ψυχή‒ καί ὡς Λόγος μετέφερε τὴ φύση μας στὴν ἄυλη, γνωστική, πνευματικὴ λατρεία, δὲν ἤθελε ‒ἐφόσον πλέον φάνηκε στὴ ζωὴ ἡ ἀλήθεια‒ νὰ ἐξουσιάζει τόν κόσμο τό σκοτάδι, ποὺ τύπος του ἦταν ἡ συκιά.
Γι’ αὐτὸ, λέει, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴ Βηθανία στὰ Ἱεροσόλυμα, (Ματθ. 21,18· Μάρκ. 11, 11ἑ.) δηλαδὴ, μετὰ τὴν τυπικὴ καὶ σκιώδη καὶ ποὺ ἦταν κρυμμένη μέσα στὸ νόμο παρουσία Του, ἐρχόμενος ξανὰ στοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴ σάρκα ‒γιατί ἔτσι πρέπει νὰ ἐκληφθεῖ τὸ ἐπιστρέφοντας‒ εἶδε στὸ δρόμο μία συκιὰ ποὺ εἶχε μόνο φύλλα, (Ματθ. 21,18· Μὰρκ 11,13) ποὺ ὑπῆρχε στὴ σκιὰ καὶ στοὺς τύπους, δηλαδὴ τὴ σωματικὴ λατρεία τοῦ νόμου κατὰ τὴν ἄστατη καὶ παροδικὴ παράδοση ‒ἐπειδὴ ἦταν δίπλα στὸ δρόμο‒ τὴ λατρεία τῶν τύπων μόνο καὶ τῶν θεσμῶν ποὺ περνοῦν. Συνέχεια
Ἡ ἐργασία τῆς Νήψεως
Ἁγίου Ἠσαΐα τοῦ Ἀναχωρητοῦ
Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀπομκαρυνθῆ ἀπὸ κάθε κοσμικὴ ὑπόθεσι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λατρεύσει τὸν Θεό. Διότι πραγματικὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ νὰ μὴν ἔχουμε, τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς, στὸν νοῦ μᾶς τίποτε ξένο πρὸς τὴν προσευχὴ καὶ νὰ ἀπασχολούμεθα μόνον μ’ Αὐτόν. Δηλαδὴ νὰ μὴν ἔχουμε στὸν νοῦ μας οὔτε ἡδονή, οὔτε κακία, οὔτε μίσος, οὔτε φθόνο, οὔτε φανταστικὴ εἰκόνα, οὔτε φροντίδα γιὰ πράγματα τοῦ αἰῶνος τούτου. Διότι αὐτὰ εἶναι σκοτεινὰ τείχη, πού φυλακίζουν τὴν ταλαίπωρη ψυχὴ καὶ τὴν ἐμποδίζουν στὸν ἀέρα καὶ δὲν τὴν ἀφήνουν νὰ συναντήση τὸν Θεό, ὥστε μυστικῶς καὶ «ἐν τῷ κρυπτῷ» νὰ Τὸν εὐλογήση καὶ νὰ προσευχηθῆ πρὸς Αὐτὸν μὲ ἁγνότητα, μὲ θεῖο φωτισμό, μὲ γλυκύτητα καρδίας καὶ νὰ δοκιμάση τὴν ἡδονή του Θείου ἔρωτος. Διότι ὅσο ἡ ψυχὴ μεριμνᾶ γιὰ τὰ ἐξωτερικά, νεκρώνεται ὁ νοῦς καὶ ἑπομένως τὰ ἐσωτερικὰ πάθη ἐνεργοῦν χωρὶς ἔλεγχο.
Ἂν ἐγκαταλείψη ἡ ψυχὴ τὴν μέριμνα τῶν ἐξωτερικῶν πραγμάτων, τότε χαίρεται ὁ νοῦς καὶ στέκει σταθερὸς (ἀνυψούμενος πρὸς τὸν Θεό)· καὶ ἡ ψυχὴ κατανόει τὰ ἐσωτερικά της πάθη μὲ τὸν νοῦ. Φροντίζει λοιπὸν ὁ νοῦς γιὰ τὴν ψυχή, μέχρις ὅτου τὰ ἀπόρριψη ἀπὸ μέσα της καὶ μὲ τὴν γονιμοποιό του δύναμι γεννήση καὶ ἐκθρέψη τὰ τέκνα της. Τότε γίνονται οἱ δύο μία καρδία καὶ ὑποτάσσεται ἡ ψυχὴ στὸν νοῦ, ὅπως ἡ γυναίκα στὸν ἄνδρα, καὶ γίνεται ὁ νοῦς κεφαλὴ τῆς ψυχῆς, ὅπως εἶπε ὁ Ἀπόστολος: «ὁ ἀνὴρ ἐστὶ κεφαλὴ τῆς γυναικὸς» (Ἐφεσ. ε’ 23), καὶ ἀφοῦ γίνουν ἕνα ἐν Κυρίῳ, δὲν ἔχουν πλέον διαίρεσι.
Ὅσοι λοιπὸν ἀξιώθηκαν νὰ φθάσουν σ’ αὐτὸ τὸ μέτρο, αὐτοὶ εἶναι πού προσεύχονται στὸν Θεὸ μὲ ἁγνότητα, αὐτοὶ εἶναι πού φωτίσθηκαν ἀπὸ τὸν Θεό, οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ πού ζητεῖ ὁ Θεός, καὶ τέλος ἐκεῖνοι στοὺς ὁποίους «ἐνοικεῖ καὶ ἐμπεριπατεῖ ὁ Ὕψιστος», ὅπως ἔχει γραφῆ: «Ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω» (Β’ Κορ. ς’ 16). Συνέχεια
Τὸ ἐσφαγμένον ἀρνίον
Νέλλας Παναγιώτης
Ἡ Θ. Λειτουργία ἀναπαριστᾶ, δηλαδὴ κάνει ἀληθινὰ καὶ πραγματικά, ἐκ νέου παροῦσα καὶ ἐνεργητικὴ ἀνάμεσά μας, τὴ θυσία, τὸ σταυρό, τὸ θάνατο, τὴν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Ἀκριβέστερα, μέσα στὴν ἄλλη ἀντίληψη καὶ ὀργάνωση τοῦ χρόνου ποὺ ἔχει ἡ Ἐκκλησία στὸ λειτουργικὸ χρόνο μᾶς ἐξάγει ἀπὸ τὸν καθημερινὸ χρόνο τῆς διαρκοῦς ἀνακύκλησης, τὸν χρόνο τὸν κομματιασμένο σὲ παρελθόν, παρὸν καί μέλλον καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὸν χρόνο ἐκεῖνο, τὸν σταθερὸ καὶ μόνιμο ὅπου ὅλα τὰ γεγονότα, παρελθόντα καὶ μέλλοντα, εἶναι διαρκῶς παρόντα. Ἔτσι μᾶς κάνει ἐμᾶς σήμερα νὰ γινόμαστε ἀληθινὰ καὶ πραγματικὰ σύγχρονοι τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ μὴν ὑστεροῦμε σὲ τίποτε, ὅταν μετέχουμε στὴ Θ. Εὐχαριστία, ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ Κυρίου, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν μέρος στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο.
Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο σήμερα, Μεγάλη Παρασκευή, ἡ Ἐκκλησία μας ἀναπαριστᾶ τὰ Πάθη, τὸν Σταυρό, τὴν Ταφὴ τοῦ Κυρίου. Πηγαίνοντας ἔτσι στὸν Ἐπιτάφιο, πηγαίνουμε ἀληθινὰ καὶ πραγματικὰ σὲ μία κηδεία. Πηγαίνουμε στὴν κηδεία τοῦ Χριστοῦ, τοῦ «ἐσφαγμένου ἀρνίου». Τὸ «ἐσφαγμένον ἀρνίον» εἶναι ὁ ποιμήν. Αὐτὸ δείχνει τὴν πραγματικὴ ἀγάπη. Ὅποιος ἀγαπάει δὲν συμβουλεύει ἁπλά, δὲν διορθώνει, δὲν τιμωρεῖ, παίρνει ἐπάνω του τὰ λάθη τοῦ ἀγαπημένου του. Ἡ ἀγάπη εἶναι συμμετοχὴ στὴ ζωὴ τοῦ ἄλλου, ἔξοδος ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, θυσία.
Ἡ δεύτερη διάσταση εἶναι ὅτι ὁ Νυμφίος Χριστὸς τελεῖ τοὺς γάμους Του μὲ τοὺς ἀνθρώπους ὡς «ἀρνίον ἐσφαγμένον». Γάμος εἶναι ἡ θυσία. Ἡ θυσία ὄχι τῶν ἄλλων ἀλλὰ ἡ δική Του. Ἡ νυμφικὴ παστὰς τοῦ Χρίστου εἶναι ὁ Σταυρός Του. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος χρησιμοποιεῖ μία πολὺ ἐκφραστικὴ εἰκόνα γιὰ νὰ δείξει αὐτὴ τὴν πραγματικότητα. Ἦταν, λέει, ἡ ἀνθρωπότητα μεμνηστευμένη μὲ τὸν Χριστὸ στὸν Παράδεισο. Ἀλλὰ ἀντὶ νὰ δεχθεῖ νὰ ὁδηγηθεῖ στοὺς γάμους μὲ τὸν Χριστό, ἐγκατέλειψε τὸν Χριστό. Ἐξεπόρνευσε, κυλίστηκε στὸ βοῦρκο τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ὁ Χριστός, σὰν μανικὸς ἐραστὴς τῆς ἀνθρωπότητας, ἔψαξε νὰ τὴ βρεῖ, τὴ ζήτησε, ἔφθασε στὸ καταγώγιο ποὺ βρισκόταν καὶ ὅταν παρουσιάστηκε μπροστά της δὲν παρουσιάστηκε σὰν Θεός, δυνατός, ἀλλὰ σὰν ἁπλὸς κοινὸς ἄνθρωπος. Γιὰ νὰ μὴν τρομάξει ὅταν τὸν δεῖ ἤ γιὰ νὰ μὴν ντραπεῖ. Καὶ δὲν τῆς ζήτησε τὸ λόγο, τί ἔκανες, γιατί ἔφυγες ἤ πῶς κατάντησες ἔτσι, ἀλλὰ ἁπλὰ τὴν πῆρε, τὴν καθάρισε, τὴν ξαναομόρφηνε, τὴν ξαναστόλισε καὶ γιὰ νὰ μὴ τοῦ φύγει πάλι τὴν ἔκανε σάρκα Του, σῶμα Του. Αὐτὸ εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Τὸ σῶμα τοῦ Θεοῦ. Συνέχεια
Ποιὸν δὲν εἰρωνεύτηκαν οἱ ἄνθρωποι;
Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Γιὰ τὴν ἐξομολόγηση Θὰ ἤθελες νὰ μάθης ἂν ἡ ἐξομολόγηση εἶναι τόσο ἀπαραίτητη; Παλαιότερα πήγαινες πιὸ συχνὰ στὴν ἐξομολόγηση μὰ σταμάτησες ἐπειδὴ κάποιος σὲ εἰρωνεύτηκε γι’ αὐτό. Δὲν ἔπρεπε νὰ διακόψεις. Ποιὸν δὲν εἰρωνεύτηκαν οἱ ἄνθρωποι; Ξέρεις τί εἶπε ὁ διορατικότερος ὅλων: οὐαὶ ὑμῖν οἱ γελῶντες νῦν, ὅτι πενθήσετε καὶ κλαύσετε (Λουκ. 6, 25). Μοῦ γράφεις ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τέχνη σου ἔχεις καὶ ἕνα ἀμπέλι, πού σοῦ δίνει καλὴ παραγωγή, ἐπειδὴ τὸ καλλιεργεῖς πολύ. Ἂν κάποιος ἐγκατέλειπε τὸ ἀμπέλι του καὶ εἰρωνευόταν ἐσένα ποὺ φροντίζεις μὲ ἐπιμέλεια τὸ δικό σου, μήπως θὰ σήκωνες τὰ χέρια σου ἀπὸ τ’ ἀμπέλι καὶ θὰ σταματοῦσες νὰ τὸ καλλιεργεῖς; Σίγουρα, δὲν θὰ τὸ ἔκανες αὐτό.
Πῶς μπορεῖς λοιπὸν νὰ ταλαντεύεσαι ἀναφορικὰ μὲ τὴν καλλιέργεια τῆς ψυχῆς σου ἡ ὁποία εἶναι σημαντικότερη ἀπ’ ὅλα τ’ ἀμπέλια τοῦ κόσμου; Ἐπειδὴ ὅταν πεθάνεις, τὴν ψυχή σου θὰ τὴν πάρεις ἐνῶ τὸ ἀμπέλι θὰ τὸ ἀφήσεις. Ἀπ’ ὅλες τὶς καλλιέργειες, ἡ σημαντικότερη εἶναι ἡ καλλιέργεια τῆς ψυχῆς. Καὶ ἀπ’ ὅλους τοὺς κόπους ποὺ ὁ ἄνθρωπος καταβάλλει πάνω στὴ γῆ, ὁ κόπος γιὰ τὴν ψυχὴ εἶναι ὁ πιὸ συνετός. Γιὰ τοῦτο, γύρνα στὴν προηγούμενη προσπάθειά σου γύρω ἀπὸ τὴν ψυχή σου καὶ ξεκίνα πάλι νὰ ἐξομολογῆσαι….
Οἱ ἁμαρτίες θεριεύουν καὶ πολλαπλασιάζονται μέσα στὴ μυστικότητα. Μόλις ὅμως βγοῦν στὸ φῶς, ξηραίνονται καὶ πεθαίνουν. Μὴν πεῖς: δὲν ἔχω ἁμαρτίες! Διάβασε αὐτὸ ποὺ λέει ὁ δίκαιος στὸ Ψαλτήρι: ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου (Ψαλ. 50, 7). Μὴν πεῖς πάλι: ἐγὼ ἐξομολογοῦμαι τὶς ἁμαρτίες μου στὸν Ἴδιο τὸν Θεὸ καὶ δὲν χρειάζεται νὰ ἐξομολογοῦμαι σὲ ἀνθρώπους. Ποιὸς ἦταν περισσότερο δίκαιος ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο; Καὶ ὁ Παῦλος αὐτός, εἶχε μία ἁμαρτία πρὶν ἀπὸ τὴν ἀποστολική του κλήση ὡς Σαῦλος καὶ τὴν ἁμαρτία του αὐτὴ τὴν ἐξομολογήθηκε δημόσια, ὄχι μία φορὰ ἀλλὰ πολλὲς καὶ ὄχι μονάχα μπροστὰ σὲ πιστοὺς ἀλλὰ καὶ σὲ εἰδωλολάτρες. Γράφει στοὺς βαπτισμένους Γαλάτες: ἠκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφὴν ποτε ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῶ, ὅτι καθ’ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτὴν (Γαλ. 1, 13). Τὸ ἴδιο ἀποκαλύπτει καὶ μπροστὰ στὸν ἀβάπτιστο βασιλιὰ Ἀγρίπα. Συνέχεια
Λόγος Πανηγυρικὸς στὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου Μαρίας
Ἠλία Μηνιάτη
«Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου».
Ὤ, βάθος ταπεινώσεως, ποὺ μᾶς ἀνεβάζει στοὺς οὐρανούς! Ὤ, θαυμαστὴ δύναμη μίας παρθένου Κόρης, ποὺ μὲ ἕνα: «γένοιτο» κάνει τὸν Θεὸ καὶ ἀλλάζει μὲ τὴ γῆ τὰ ἀστέρια! Μά, γιὰ ποιὸ λόγο πανακήρατη Κόρη, θεόσοφη Μαριάμ, τώρα, ποὺ ὑψώθηκες σὲ τόση μεγαλειότητα καὶ τιμή, πέφτεις σὲ τόση ταπείνωση; Τάχα δὲν ἔπρεπε νὰ δοξαστεῖς, τώρα ποὺ ἔγινες δοχεῖο χωρητικὸ τῆς Θεότητας καὶ θρόνος ἡλιοστάλακτος τοῦ Βασιλέως τῆς δόξας; Ἐσὺ τώρα εἶσαι Μητέρα Θεοῦ, καὶ πῶς ὀνομάζεσαι δούλη Κυρίου; «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου». Ἀλλά μοῦ φαίνεται εὔλογο νὰ μοῦ ἀπαντᾶ ἡ Παρθένος. Ἐπειδὴ σὲ αὐτὴν κατοικοῦσε ὁ Κύριος, ποὺ «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν», σωστὰ ταπεινώθηκε καὶ ξέροντας πὼς «ἐγγὺς Κύριος τοῖς συντετριμμένοις τῇ καρδίᾳ», ἔπρεπε νὰ ἑτοιμασθεῖ μὲ κάθε ταπείνωση, γιὰ νὰ δεχθεῖ τὸν θεῖο Λόγο.
Ὁ Ἀπελλῆς, ἐκεῖνος ὁ περίφημος ζωγράφος, πού, ὅσες ἔκανε εἰκόνες ἦταν θαυμαστές, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα, μὲ ὀμορφιὰ καὶ ἐπιμέλεια ζωγράφισε ἕνα στάχυ καὶ ἐπάνω σ’ αὐτὸ μία περιστερά, ποὺ ἡ ἴδια φύση κοκκίνισε νικημένη ἀπὸ τὴν τέχνη. Ὅμως περισσότερη κατηγορία, παρὰ τιμὴ προξένησε τοῦ Ἀπελλῆ αὐτὴ ἡ θαυμαστὴ ζωγραφιὰ ἐπειδή, ὅσοι τὴν ἔβλεπαν, ἀντὶ νὰ θαυμάζουν τὴν ὀμορφιὰ τῶν χρωμάτων, τὴ συμμετρία τῶν γραμμῶν, τὸν κατηγοροῦσαν λέγοντας: δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνα μικρὸ στάχυ, ὀρθό, νὰ βαστάζει μία περιστερά, δίχως νὰ γέρνει ἀπὸ τὸ βάρος· «οὐχ οἶόν τε ἄσταχυν ἀκλινῆ βαστάζειν περιστεράν». Στάχυ φθαρτό, χορτάρι τῆς γῆς εἶναι ὁ ἄνθρωπος «ἄνθρωπος ὡσεὶ χόρτος», περιστερὰ εἶναι τὸ πανάγιο Πνεῦμα· «καὶ εἶδε τὸ Πνεῦμα ὡσεὶ περιστερὰν καταβαῖνον ἐπ’ αὐτόν».
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος στέκει ὀρθὸς καὶ σοβαρὸς μὲ τὴν ὑπερηφάνεια, δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ στέκει σ’ αὐτὸν ἡ χάρις τοῦ παναγίου Πνεύματος, ἐπειδὴ «ἀκάθαρτος παρὰ Κυρίῳ πᾶς ὑψηλοκάρδιος». Γι’ αὐτὸ λοιπὸν ἡ πανάμωμη Κόρη, ὅταν ἄκουσε ἀπὸ τὸν ἄγγελο ὅτι: «Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ», σωστὰ ἀπάντησε μὲ πολλὴ ταπείνωση· «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» καὶ μὲ αὐτὰ τὰ γλυκὰ λόγια, σὰν μὲ χρυσὴ ἁλυσίδα, τράβηξε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει κανένας, τὸν μετέφερε ἀπὸ τὸν κόλπο τοῦ Πατρὸς στὰ παρθενικὰ καὶ ἀμόλυντα σπλάγχνα της.
Ὁ ἴδιος Θεός, μὲ τὸ στόμα τοῦ Προφητάνακτος Δαυίδ, λέει: «τὰ λόγια σου ὑπὲρ μέλι τῷ στόματί μου, αὐτὰ μὲ ὁδήγησαν καὶ εἵλκυσαν εἰς ὅρος ἅγιόν σου». Ὅρος δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ ἡ ἁγιασμένη κοιλία τῆς Θεομήτορος. Τὸ ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος Δαυίδ: «τὸ ὅρος, ὁ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς κατοικεῖν ἐν αὐτῷ». Καὶ ὁ Ἀββακοὺμ λέει· «ὁ Θεὸς ἀπὸ Θαιμᾶν ἤξει καὶ ὁ ἅγιος ἐξ ὅρους κατασκίου δασέος». Συνέχεια
Δέσποινα, ὑπεραγία Θεοτόκε
Ἀγίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου
Δέσποινα, ὑπεραγία μου Θεοτόκε, κεχαριτωμένη Θεογεννήτρια, ὑπερευλογημένη θεοχαρίτωτε Θεομῆτορ, δοχεῖον τῆς ἀστέκτου Θεότητος τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ ἀθανάτου καὶ ἀοράτου Πατρός, θρόνε πυρίμορφε, τῶν τετραμόρφων ὑπερενδοξοτέρα, πάναγνε, πανάχραντε, πανάσπιλε, παναμόλυντε, παναμώμητε, πανύμνητε, πανάφθορε, παμμακάριστε, πανακήρατε, πάνσεπτε, πάντιμε, παντευλόγητε, παντομνημόνευτε, παμπόθητε, παρθένε τῇ ψυχῇ καὶ τῷ σώματι καὶ τῷ νοΐ, καθέδρα Βασιλέως τοῦ ἐπὶ τῶν Χερουβείμ, κλίμαξ ἐπουράνιε, δι’ ἧς οἱ ἐπὶ γῆς εἰς οὐρανοὺς ἀνατρέχομεν, νύμφη Θεοῦ, δι’ ἧς αὐτῷ κατηλλάγημεν·
Ἀκατανόητον θαῦμα, ἀνερμήνευτον ἄκουσμα, μυστηρίου θείου ἀποκεκρυμμένου φανέρωσις, ἀκαταμάχητος προστασία, ἀντίληψις κραταιά, ζωοδόχε πηγή, πέλαγος ἀνεξάντλητον τῶν θείων καὶ ἀπορρήτων χαρισμάτων καὶ δωρεῶν, ὕψος τῶν ἐπουρανίων καὶ ἀσωμάτων Δυνάμεων καὶ τῶν Σεραφεὶμ ὑψηλοτέρα, βάθος τῶν ἀποκρύφων νοημάτων τὸ ἀνεξερεύνητον, ἡ κοινὴ φιλοτιμία τῆς φύσεως, ἁπάντων τῶν καλῶν χορηγία, ἡ μετὰ τὴν Τριάδα πάντων τῶν ποιημάτων Δέσποινα, ἡ μετὰ τὸν Παράκλητον ἄλλος Παράκλητος, καὶ μετὰ τὸν μεσίτην Χριστὸν μεσίτρια τοῦ κόσμου παντός, τὸ ὄχημα ἡλίου τοῦ νοητοῦ, τὸ δοχεῖον τοῦ φωτὸς τοῦ ἀληθινοῦ τοῦ φωτίζοντος πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον, ἡ φέρουσα ἐν ἀγκάλαις τὸν τῷ ῥήματι τὰ πάντα φέροντα· Συνέχεια
Ἡ νηστεία κατεβάζει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴν ψυχή σου τὸ οὐράνιο φῶς
Ἅγιος Ἰουστίνος Πόποβιτς
Τί εἶναι οἱ ἀνθρώπινες νίκες; Τίποτε. Ὅλες οἱ ἀνθρώπινες νίκες, ἂν δὲν νικοῦν τὸν θάνατο, εἶναι ἧττες. Τί εἶναι ὅλες οἱ νίκες, τὶς ὁποῖες πολλοὶ βασιλιάδες καὶ ἰσχυροὶ αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἐπέτυχαν καὶ ἐπιτυγχάνουν; Τί εἶναι οἱ εὐρωπαϊκοὶ πόλεμοι: πρῶτος, δεύτερος, τρίτος, δέκατος καὶ πεντηκοστός; Τί εἶναι; Εἶναι ἧττες, ἥττα μετὰ τὴν ἥττα. Δὲν εἶναι νίκες. Οἱ ἄνθρωποι σκοτώνουν, ἐπενόησαν τὸν πόλεμο καὶ τοὺς φόνους σὰν μέσο, γιὰ νὰ νικήσουν τὸ κακὸ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο.
Μόνο ὁ Θεὸς καὶ ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ μποροῦν νὰ νικήσουν τὸ κακὸ σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο. Μόνο ὁ Θεὸς καὶ ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ μποροῦν νὰ νικήσουν τὸν δημιουργὸ κάθε κακοῦ καὶ κάθε ἁμαρτίας, τὸν διάβολο. Ὁ Θεὸς ἔδωσε αὐτὲς τὶς θεῖες δυνάμεις σὲ κάθε ἕναν ἀπὸ ἐμᾶς, γιὰ νὰ νικᾶμε καὶ ἐμεῖς σὰν λογικὰ ἀνθρώπινα ὄντα, σὰν λογικὰ ὄντα τοῦ Θεοῦ, τὸ κακό· νὰ νικᾶμε τὸν διάβολο μὲ τὴν δύναμι τοῦ Θεοῦ.
Ἰδοὺ ἡ ἁγία νηστεία, ἰδοὺ ἡ ἁγία προσευχή. Τί εἶναι αὐτές; Αὐτὲς εἶναι οἱ θεῖες δυνάμεις, τὶς ὁποῖες ὁ Κύριος ἄφησε καὶ ἔδωσε στὴν Ἐκκλησία Του, ὥστε ἐμεῖς, κάθε ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς, νὰ νικοῦμε τὸν διάβολο ἐπιγράφοντας σὲ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους τὴν νίκη, νὰ νικοῦμε γιὰ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους. Νὰ νικοῦμε τὴν ἁμαρτία ὄχι χάριν τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ χάριν ἡμῶν τῶν ἰδίων. Διότι, νὰ ξέρης, ἡ κάθε ἁμαρτία σου εἶναι πολεμιστὴς τοῦ διαβόλου. Κάθε ἁμαρτία πού ἐσὺ ἀγαπᾶς, πού κρατᾶς μέσα σου –φανερὰ ἢ κρυφά, τὸ ἴδιο κάνει– εἶναι τὸ δόρυ τοῦ διαβόλου, ἀήττητο φοβερὸ ὅπλο. Ἀήττητο βέβαια ὅσο δὲν ἀποτραβιέσαι ἀπὸ αὐτὴν καὶ ὅσο δὲν νοιώθεις ὅτι ἡ ἁμαρτία πού κάνεις, στὴν πραγματικότητα σὲ θανατώνει, σὲ κάνει νὰ αὐτοκτονῆς, ὅποια καὶ ἂν εἶναι ἡ ἁμαρτία. Τὸ μίσος π.χ., σὲ κάνει νὰ αὐτοκτονῆς. Ὁ θυμός, ἡ σκληροκαρδία, ἡ φιλαργυρία, ὅλα αὐτὰ εἶναι ὅπλα, φοβερὰ ὅπλα τοῦ διαβόλου, τὰ ὁποῖα σοῦ δίνει στὰ χέρια καὶ ἐσὺ σκοτώνεις τὸν ἑαυτό σου. Συνέχεια
Ἐμεῖς καὶ ἡ Ἀγάπη μας
π. Εὐσέβιος Βίττης
Ἀγάπη γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ διὰ τοῦ Ἰησοῦ
Ἀγάπη καθαρὴ γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἐγγυᾶται τὴν ἀπαλλαγή της ἀπὸ κάθε ἐγωιστικὸ στοιχεῖο, χωρὶς τὴν προσδοκία ὁποιασδήποτε ὠφέλειας, ὑλικῆς ἢ πνευματικῆς ἐκ μέρους τῶν ἄλλων, ἔστω καὶ ἑνὸς «εὐχαριστῶ», ἔστω καὶ μὲ εἴσπραξη πικρίας ἀντὶ εὐγνωμοσύνης ἢ ἀκόμη καὶ προδοτικῆς συκοφαντίας γιατί αὐτὸ σημαίνει μίμηση τῆς ἀγάπης τοῦ Ἰησοῦ, ποὺ ἀγάπησε πρῶτος Αὐτὸς τὴν Ἐκκλησία χωρὶς νὰ ὑπολογίση καθόλου τὸν ἑαυτὸ Του θυσιαζόμενος πρὸς χάριν της.
Μόνον ἡ ἀγάπη κατὰ μίμησιν καὶ χάριν τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπὸ κάθε στοιχεῖο ὠφελιμισμοῦ ἐγωιστικοῦ. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἀγάπησε καὶ ὡς ἄνθρωπος πλήρως καὶ τελείως τὸν οὐράνιο Πατέρα Του καὶ δέχθηκε τὴν πλήρη ὑποταγὴ στὸ θέλημά Του «γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ». Καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ἀποτελεῖ τὸ αἰώνιο καὶ ἀνυπέρβλητο παράδειγμα τῆς τέλειας ἀγάπης, ὄχι μόνον ὡς Θεὸς Λόγος τοῦ Πατρός, αὐτὸ εἶναι αὐτονόητο, ἀλλὰ καὶ ὡς ἄνθρωπος, ἔχοντας τὴν τέλεια ἀνθρώπινη φύση. Ἑπομένως, ἂν θέλουμε νὰ εἴμαστε πραγματικοὶ ἀκόλουθοι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, πρέπει νὰ μαθητεύουμε πάντα παρὰ τοὺς πόδας Του γιὰ νὰ μαθαίνουμε ὅλο καὶ περισσότερο καὶ συνεπέστερα νὰ ἀγαποῦμε πάντοτε, ὅπως Αὐτός, ὅ,τι κι ἂν μᾶς κοστίση, ἀφοῦ τὸ ἔργο αὐτὸ θέλησε νὰ ἀσκῆται ἀδιάλειπτα καὶ πάντοτε καὶ στὴ γῆ καὶ στὸν οὐρανό. Γιατί ἡ «ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α’ Κορ. ιγ’ 8), ἀφοῦ εἶναι αἰώνια καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη (Α’ Ἰω. δ’ 8).
Ἀγάπη καὶ αὐτογνωσία
Ἀσφαλῶς, ὡς ἀγωνιζόμενοι χριστιανοί, νιώθουμε μέσα μας τὴ λαχτάρα γιὰ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἄλλους. Ἀσφαλῶς μᾶς συγκινεῖ ἡ σκέψη νὰ ἀγαποῦμε τὸν ἕνα ὅπως ὅλους μαζὶ καὶ ὅλους ὅπως τὸν ἕνα. Μεγάλος αὐτὸς ὁ πόθος, ἂν ὑπάρχη μέσα μας καὶ ἴσως εἶναι τὸ πιὸ μεγάλο ἐπιδιωκτέο τέλος. Ὅμως δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε τὴν πραγματικότητά μας, ποιοὶ ἀκριβῶς εἴμαστε, ποιὰ εἶναι ἡ φυσική μας κατάσταση, προτοῦ ἐπιχειρηθῆ ἡ ἐν Χριστῷ μεταμόρφωσή μας στὸ καμίνι τῆς ἀγάπης γιὰ τὸν ἴδιο καὶ διὰ μέσου Του γιὰ τοὺς ἀδελφούς μας συνανθρώπους.
Συχνὰ μιλώντας γιὰ ἀγάπη λησμονοῦμε τὸ ἔδαφος, στὸ ὁποῖο αὐτὴ φυτρώνει. Γι’ αὐτὸ συμβαίνει ἐτοῦτο τὸ παράδοξο, ἐνῶ ὁ πόθος μας γιὰ ἀγάπη μπορεῖ νὰ εἶναι πολὺ μεγάλος, ὅμως ὁ τόπος, ὅπου πρέπει νὰ ἀναπτυχθῆ, ἡ καρδιά μας δηλαδή, ποὺ τὴν πλημμυρίζει αὐτὸς ὁ πόθος, συμβαίνει νὰ εἶναι ἐντελῶς ἀκατάλληλος γιὰ ἕνα τέτοιο οὐράνιο φυτό. Μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, μπορεῖ νὰ «ὠδίνη ὅρος καὶ νὰ τίκτη μῦν», νὰ παρουσιάζεται δηλαδὴ μία πολὺ μεγάλη δυσαναλογία ἀνάμεσα σὲ αὐτό, ποὺ ποθοῦμε καὶ σὲ αὐτό, ποὺ θέλουμε νὰ πραγματοποιήσουμε. Πρώτιστο ἔργο μας μὲ ἄλλα λόγια εἶναι, προκειμένου νὰ ἐξασκήσουμε ἔργο ἀληθινὸ ἀγάπης, νὰ ἀναγνωρίσουμε καὶ νὰ συνειδητοποιήσουμε τὴν πνευματική μας ποιότητα, ποιοὶ δηλαδὴ εἴμαστε στὴν πραγματικότητα.
Ἡ ἀληθινὴ γνώση τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ ἡ εἰλικρίνεια ἔναντί του θὰ μᾶς πείση, ὅτι βασικὰ ἔχουμε μία σχεδὸν ἀκατανίκητη τάση νὰ ἀναζητοῦμε φανερὰ ἢ ὄχι, συνειδητὰ ἢ ὄχι, θεληματικὰ ἢ ὄχι, τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας διὰ μέσου τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ἄλλους. Μπορεῖ νὰ ἀναζητοῦμε τὴ δική μας συναισθηματικὴ εὐφορία καὶ μία συγκινησιακὴ ἔκσταση, μία εὐχαρίστηση προσωπικὴ μόνο μέσω τῆς ἀγάπης, πράγμα, ποὺ ἄλλοι θὰ ἐπεδίωκαν μὲ ἄλλα μέσα. Καὶ τὸ ἐρώτημα εἶναι: κάνουμε τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης καὶ γενικὰ ἀγαποῦμε, γιὰ νὰ ἱκανοποιοῦμε τὸν ἑαυτό μας μὲ τὸ εὐάρεστο συναίσθημα, ποὺ αὐτὴ δημιουργεῖ, καὶ αὐτὸ θέλουμε μόνο καὶ ὄχι τὴ χαρὰ καὶ τὴν εὐτυχία τοῦ ἄλλου; Καὶ μπορεῖ ἔτσι νὰ κάνουμε τὸ ἔργο τῆς ἀγάπης π.χ. μόνο γιὰ νὰ ἀκοῦμε εὐχαριστίες, γιὰ νὰ μᾶς ἀναγνωρίζουν ὡς εὐεργέτες, γιὰ νὰ κάνουν λόγο γιά μᾶς, καὶ νὰ ἀποφεύγουμε δύσκολες περιπτώσεις ἀγάπης καὶ κόπους καὶ θυσίες, ποὺ δὲν πρόκειται νὰ ἀναγνωρισθοῦν. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ μάθουμε καὶ νὰ κάνουμε φρόνημά μας, πὼς τὸ κύριο χαρακτηριστικό τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ αὐτολησμοσύνη καὶ τὸ «μὴ ζητεῖν τὰ ἑαυτῆς». Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε συνιστᾶ ὁ Κύριος τὸ «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά (μας) τί ποιεῖ ἡ δεξιά» μας καὶ τὴν ὅσο γίνεται μὲ περισσότερη ἐπιμέλεια «ἐν τῷ κρυπτῷ» διενέργειά της. Συνέχεια
Περὶ τοῦ ὁσίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου
Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Ὅταν κάποιος ἐπισκεφθῆ τὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ δεῖ τοὺς ταπεινοὺς καλογήρους, μπορεῖ νὰ συλλογισθῆ καὶ νὰ σκεφθῆ ὅτι αὐτοὶ ζοῦν τεμπέλικη ζωὴ καὶ χωρὶς σκοπό. Αὐτὸ φαίνεται ἔτσι, ὅταν κάποιος βλέπει τὰ πράγματα ἐξωτερικά. Γιατί λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ καταλάβουν τὸ φοβερὸ καὶ χωρὶς διακοπή πόλεμο ποὺ γίνεται μέσα στὶς ψυχὲς τῶν μοναχῶν.
Αὐτὸς ὁ πόλεμος εἶναι σχεδὸν ὑπερφυσικός, ἀόρατος καὶ (διεξάγεται) ὄχι μόνο ἐναντίον τῶν δαιμονικῶν δυνάμεων τῶν ἀρχόντων τοῦ σκότους, ἀλλὰ γιὰ τοὺς ἀρχάριους καὶ ἐναντίον τῆς σαρκός, δηλαδὴ κατὰ τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας καὶ τῶν παθῶν.
Στὰ γραπτά του ὁ πατὴρ Σιλουανὸς περιγράφει πὼς αὐτὸς ὁ πόλεμος τὸν ἔφερε στὴν ἀπόγνωση καὶ σχεδὸν μέχρι τὴν αὐτοκτονία. Ἡ Παναγία Θεοτόκος φανερώθηκε σ’ αὐτὸν ὅταν περνοῦσε τὸ δυσκολότερο πόλεμο κατὰ τῶν παθῶν καὶ τὸν ἀπεκάθηρε ἀπὸ τὶς ἀκαθαρσίες, τὶς σαρκικὲς ἐπιθυμίες καὶ τοὺς λογισμούς. Ὁ Χριστὸς φανερώθηκε σ’ αὐτὸν καὶ τὸν ἐνδυνάμωσε, ὥστε νὰ νικήση καὶ νὰ βασιλεύση ἐπάνω στοὺς γήινους λογισμοὺς καὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα. Καὶ ἔτσι ἀφοῦ πέρασε ἕνα τέταρτο αἰῶνος μὲ δυνατὸ καὶ κοπιαστικὸ πόλεμο, ἔφθασε στὴ νίκη. Ἐνῶ μέχρι τότε ἀναζητοῦσε τὸν Θεό, ἔφθασε στὴν θεογνωσία, καὶ ἀπὸ μαθητής, ἔγινε δάσκαλος.
Ο Γέροντας Σιλουανὸς ἦταν καὶ δικός μου δάσκαλος. Μία φορὰ τὸν ρώτησα: «Πάτερ Σιλουανέ, μήπως αὐτὸς ὁ πολὺς κόσμος φέρνει ταραχὴ στὸν νοῦ σας καὶ στὴν προσευχή σας; Δὲν θὰ ἦταν καλύτερα γιὰ σᾶς νὰ πάτε σ’ ἕνα ἀσκητήριο στὰ Καρούλια καὶ ἐκεῖ νὰ ζῆτε μέσα στὴν εἰρήνη, ὅπως ὁ π. Ἀρτέμιος, ὁ π. Δωρόθεος καὶ ὁ π. Καλλίνικος; Εἴτε νὰ ζῆτε σ’ ἕνα ἀπομονωμένο σπήλαιο, ὅπως ὁ π. Γοργόνιος;». «Ἐγὼ ζῶ στὸ σπήλαιο», μοῦ ἀπάντησε ὁ π. Σιλουανός. «Τὸ σῶμα μου εἶναι τὸ σπήλαιο τῆς ψυχῆς μου. Καὶ ἡ ψυχή μου εἶναι σπήλαιο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ ἐγὼ ἀγαπῶ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν διακονῶ, χωρὶς νὰ βγαίνω ἀπὸ τὸ σπήλαιό μου».
Παρὰ τὴ προθυμία του νὰ διακονῆ τὸν καθένα καὶ τὴν θαυμαστὴ μετριοφροσύνη καὶ τὴν πρόθυμη φιλοστοργία του, μιλοῦσε γιὰ τὸν Θεὸ μὲ ἐξαίρετο ἐνθουσιασμὸ καὶ μὲ τὴν παρρησία ποὺ θὰ μιλοῦσε κάποιος γιὰ ἕνα φίλο του: «Ἐγὼ γνωρίζω τὸν Θεό. Αὐτὸς εἶναι φιλόστοργος, ἀγαθός, ταχὺς εἰς βοήθειαν». Ὅταν τὰ ἔλεγε αὐτὰ ὁ Γέροντας, κάποιος μοναχός, ὁ π. Θεοφάνης, τὰ ἄκουγε μὲ φόβο καὶ σκεπτόταν ὅτι ὁ Σιλουανὸς εἶχε χάσει τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ. Ἀργότερα ὅμως, ὅταν διάβασε τὰ συγγράμματα τοῦ π. Σιλουανοῦ, ὁ π. Θεοφάνης ἄλλαξε γνώμη καὶ εἶπε: «Ὁ π. Σιλουανὸς προχώρησε καὶ ἔφθασε στὰ μέτρα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας».
Ἐγὼ νομίζω ὅτι τὰ κείμενα τοῦ πατρὸς Σιλουανοῦ θὰ ἔπρεπε νὰ πάρουν θέση ἀνάμεσα στὰ βιβλία τῆς ψυχολογίας. Ἂν καὶ γιὰ κανένα ἄλλο λόγο, τουλάχιστον γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουν ὅτι (ὁ συγγραφέας τους) ἦταν ἕνας πνευματικὸς πολεμιστὴς τοῦ 20ου αἰῶνος καὶ γιὰ νὰ ἐπικυρώσουν ὅσα ἐδίδαξαν καὶ ἔγραψαν δοξασμένοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Συνέχεια
Παῦλος ὁ ἁπλοῦς
π. Βασίλειος Καλλιακμάνης
α) «Οὗτος ὁ ἐν ἁγίοις πατὴρ Παῦλος ὁ ὀνομασθείς ἁπλοῦς, ἦτο μὲν γεωργὸς καὶ ἀγροῖκος καθ’ ὑπερβολήν, ἄκακος δὲ καὶ ἄπλαστος κατὰ τὴν γνώμην, ὡς ἄλλος οὐδείς.
Εἶχε δὲ καὶ γυναίκα κακότροπον καὶ μοιχαλίδα, ἡ ὁποία μοιχευομένη εἰς πολὺν καιρόν, ἐκρύπτετο ἀπὸ τὸν Ὅσιον». Ἔτσι ἀρχίζει ὁ Ὅσιος Νικόδημος Ἁγιορείτης τὸ Συναξάρι τοῦ Ὁσίου Παύλου τοῦ Ἁπλοῦ, ποὺ ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ στὶς 7 Μαρτίου.
β) Σὲ αὐτὸ ἀναφέρεται ὅτι ὁ Παῦλος μία μέρα, ἐπιστρέφοντας ὄχι τὴ συνηθισμένη ὥρα ἀπὸ τοὺς ἀγρούς, βρῆκε τὴ σύζυγό του νὰ μοιχεύει. Τότε γέλασε καὶ μὲ σεμνότητα εἶπε: Καλὰ καλὰ δὲν πειράζει, δὲν τὴ δέχομαι πιά. Καὶ ἀπευθυνόμενος στὸν μοιχό, τοῦ λέει: Κράτησέ την μαζὶ μὲ τὰ παιδιά μας, ἐγὼ θὰ ἀναχωρήσω στὴν ἔρημο καὶ θὰ γίνω καλόγηρος. Ἔτσι ἔφθασε στὸ κελὶ τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου καὶ ζήτησε νὰ μονάσει.
γ) Ὅμως, ὁ καθηγητὴς τῆς ἐρήμου τὸν ἀποθάρρυνε, λέγοντάς του ὅτι εἶναι γέρος καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀντέξει τὴν αὐστηρὴ μοναχικὴ ἄσκηση. Τοῦ σύστησε νὰ μεταβεῖ σὲ κάποιο κοινόβιο, ὅπου οἱ ἀδελφοὶ θὰ μποροῦσαν νὰ τὸν βοηθήσουν. Μετὰ ἀπὸ αὐτά, ὁ Μέγας Ἀντώνιος δὲν ἔδωσε σημεῖα ζωῆς γιὰ τρεῖς μέρες. Ὁ Παῦλος ὅμως δὲν ἔφυγε, ἀλλὰ περίμενε ἐκεῖ νηστικός. Βλέποντας ὁ Ἀντώνιος τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν ὑπομονή του, ἄρχισε νὰ τὸν δοκιμάζει.
δ) Στὴν ἀρχὴ τοῦ ἔδωσε βρεγμένα φύλλα φοινικιᾶς καὶ τοῦ ζήτησε νὰ πλέξει σχοινί. Κατὰ τὴν ἐνάτη ὥρα τῆς ἡμέρας, κι ἐνῶ ὁ Παῦλος εἶχε παιδευτεῖ πολύ, ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος προσποιήθηκε ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα δὲν ἦταν ἱκανοποιητικό. Γι’ αὐτὸ τὸν πρόσταξε νὰ ξεπλέξει τὸ ἐργόχειρο καὶ νὰ τὸ κάνει καλύτερο. Ἐκεῖνος χωρὶς τὴν παραμικρὴ ἐνόχληση ἄρχισε ξανὰ νὰ πλέκει.
ε) Ὅταν βράδιασε, ἔπειτα ἀπὸ ἀσιτία τεσσάρων ἡμερῶν, ὁ Παῦλος ἀκολούθησε αὐστηρὰ τὴν ἄσκηση τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, τρώγοντας λίγο ἄρτο καὶ συμμετέχοντας πρόθυμα στὸν κανόνα τῆς προσευχῆς. Μετὰ τὴν ἐπιτυχῆ δοκιμασία καὶ τὴν ἀπόλυτη ὑπακοὴ τοῦ Παύλου στοὺς κανόνες τοῦ μοναχικοῦ βίου, ὁ ἀββὰς Ἀντώνιος τὸν δέχθηκε ὡς συνασκητή του. Ζώντας μὲ ἡσυχία, ἄσκηση καὶ προσευχή, ὁ Παῦλος ἀξιώθηκε νὰ διώκει τοὺς δαίμονες. Χαρακτηρίσθηκε ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς Σκήτης ἁπλός, ἀλλὰ κοντὰ στὴν ἁπλότητα καλλιεργοῦσε κι ὅλες τὶς ἄλλες ἀρετές. Συνέχεια
ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ
Ὁσίου Νείλου τοῦ ἀσκητοῦ
Μετάφρασις : ἀρχιμ. Εὐσέβιος Βίττης
1. Ἂν θέλει κανένας νὰ φκιάσει εὐωδιαστὸ θυμίαμα, πρέπει νὰ συνθέσει σὲ ἴση ποσότητα διάφανο καὶ καθαρὸ λιβάνι, κασσία, ὄνυχα καὶ στακτή, σύμφωνα μὲ ὅσα λέει ὁ Νόμος (πρβλ. Ἐξόδ. λ΄ 34). Αὐτὰ τὰ ὑλικὰ ὑποδηλώνουν τὶς τέσσερις βασικὲς ἀρετές. Ἂν ἔχουν δηλαδὴ ὅλη τὴν πληρότητα καὶ εἶναι στὸν ἴδιο βαθμὸ ἀναπτυγμένες τότε δὲν πρόκειται νὰ προδοθεῖ ὁ νοῦς.
2. Ὅταν καθαρθεῖ ἡ ψυχὴ μὲ τὴν πληρότητα τῶν ἐντολῶν, δηλαδὴ μὲ τὴν ἐκπλήρωση καὶ ἐφαρμογή τους, τότε κάνει ἀκλόνητη τὴν τάξη τοῦ νοῦ, καθιστώντας τὸν ἱκανὸ νὰ δεχτεῖ τὴν κατάσταση ἐκείνη, ποὺ ἀναζητάει.
3. Ἡ προσευχὴ εἶναι ἐπικοινωνία τοῦ νοῦ μὲ τὸ Θεό. Σὲ ποιὰ κατάσταση, ἀλήθεια, πρέπει νὰ βρίσκεται ὁ νοῦς γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἁπλωθεῖ καὶ ἐκταθεῖ ἀμετάστροφα ὡς τὸν Δεσπότη του καὶ νὰ τὸν συναναστρέφεται συνομιλώντας μαζί του χωρὶς τὴν παρεμβολὴ κανενὸς ἐνδιαμέσου
4. Ἄν, ὅταν προσπάθησε ὁ Μωϋσῆς νὰ πλησιάσει τὴ φλεγόμενη βάτο, ἐμποδίστηκε, ὥσπου νὰ λύσει τὸ ὑπόδημα τῶν ποδιῶν τοῦ (Ἐξόδ. γ΄ 5), πῶς ἐσύ, ποὺ θέλεις νὰ ἰδεῖς τὸν πέρα ἀπὸ κάθε αἴσθηση καὶ ἔννοια καὶ νὰ γίνεις φίλος του, δὲν θὰ πρέπει νὰ λύσεις καὶ νὰ πετάξεις ἀπὸ πάνω σου κάθε νόημα μολυσμένο ἀπὸ πάθος;
5. Πρὶν ἀπὸ κάθε τί ἄλλο νὰ προσεύχεσαι νὰ λάβεις τὸ δῶρο τῶν δακρύων, γιὰ νὰ μαλακώσεις μὲ τὸ πένθος τὴν ἀγριάδα, ποὺ ὑπάρχει μέσα στὴν ψυχή σου, καί, ἀφοῦ κατηγορώντας τὸν ἑαυτό σου ὁμολογήσεις στὸν Κύριο τὶς ἀνομίες σου, νὰ πετύχεις τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν ἐκ μέρους του.
6. Νὰ χρησιμοπειεῖς τὰ δάκρυα γιὰ τὴν πραγμάτωση κάθε αἰτήματος. Γιατί χαίρεται πολὺ ὁ Δεσπότης σου, ὅταν προσεύχεσαι μὲ δάκρυα.
7. Ἂν χύνεις ἄφθονα δάκρυα στὴν προσευχή σου, μὴν τὸ παίρνεις καθόλου ἐπάνω σου, σὰν τάχατες νὰ στέκεις πιὸ ψηλὰ ἀπ’ τοὺς πολλούς. Γιατί μὲ δάκρυα ἔχει ἀποχτήσει δύναμη ἡ προσευχή σου, γιὰ νὰ μπορέσεις πρόθυμα νὰ ὁμολογῆσες τὶς ἁμαρτίες σου καὶ νὰ ἐξευμενίσεις τὸ Δεσπότη. Μὴ μετατρέψεις λοιπὸν σὲ πάθος ὅ,τι ἀποτελεῖ προφύλαξη ἀπὸ τὰ πάθη, γιὰ νὰ μὴν παροργίσεις πιὸ πολὺ αὐτόν, ποὺ ἔχει δώσει τὴ χάρη.
8. Πολλοὶ χύνοντας δάκρυα γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους, ἐπειδὴ ξέχασαν τὸ σκοπὸ τῶν δακρύων, κατάντησαν σὲ τρέλα ξεφεύγοντας ἀπ’αὐτόν.
9. Στάσου ἐπίμονα καὶ προσευχήσου ἔντονα καὶ σιχάσου τὶς συνομιλίες τῶν φροντίδων καὶ τῶν λογισμῶν. Γιατί σὲ ταράζουν καὶ σὲ συγχύζουν γιὰ νὰ σὲ κάνουν ἄτονο.
10. Ὅταν σὲ ἰδοῦν οἱ δαίμονες πρόθυμο νὰ προσευχηθεῖς ἀληθινά, τότε βάζουν μὲ τέχνη μέσα σου σκέψεις μερικῶν πραγμάτων τάχατες ἀναγκαίων καὶ ὓστερ’ ἀπὸ λίγο σὲ κάνουν νὰ τὰ ξεχάσεις κινώντας ἔτσι τὸ νοῦ σὲ ἀναζήτησή τους. Κι ὁ νοῦς μὴ βρίσκοντας τὰ πέφτει σὲ κατάσταση ἀθυμίας καὶ λύπης. Ὅταν ὅμως σταθεῖ σὲ προσευχή, τοῦ θυμίζουν αὐτά, ποὺ ἀναζητοῦσε καὶ εἶχε στὴ μνήμη του, μὲ τὸ σκοπὸ νὰ κινηθεῖ ὁ νοῦς γιὰ ἀπόχτηση τῆς γνώσης τους καὶ νὰ χάσει τὴν καρποφόρα προσευχή. Συνέχεια
Ἅγιος Ἀχμέτ
π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης
α) Σὲ κάθε ἐποχὴ ἡ Ἐκκλησία κοσμεῖται ἀπὸ ἁγίους. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ μακρόθυμος καὶ οἰκτίρμων Θεός, ἡ Παναγία καὶ Ὁμοούσιος Τριάς, δὲν ἀφήνει ἀπαράκλητο τὸν κόσμο.Ἔτσι, προφῆτες, δίκαιοι, ἀπόστολοι, εὐαγγελιστές, μάρτυρες, ἱεράρχες, ὅσιοι, ἱερομάρτυρες ἀλλὰ καὶ νεομάρτυρες, ἐνεργοποιώντας τὶς δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καθίστανται ζωντανὰ μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ (βλ. Α΄ Κορ. 12, 27).
β) Ἀνάλογα μὲ τὶς κοινωνικὲς καὶ ἱστορικὲς συνθῆκες φανερώνονται καὶ οἱ ἅγιοι. Ἔτσι, στὴν περίοδο τῶν διωγμῶν εἴχαμε τοὺς μάρτυρες, ἐνῶ σὲ περιόδους ἐλευθερίας τῆς πίστεως καὶ ἀκμῆς τῆς παιδείας καὶ τῶν γραμμάτων ἀναδείχθηκαν λόγιοι συγγραφεῖς καὶ σπουδαῖοι ὑμνογράφοι. Οἱ νεομάρτυρες ἀνέτειλαν στὴ διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας ὡς ἀντιστασιακοί της ρωμιοσύνης καὶ τοῦ ἑλληνισμοῦ, ὡς πρότυπα πίστεως καὶ ὑπομονῆς. Κι ὅπως σημειώνει ὁ Ἀπόστολος, ἀπὸ τὴ δοκιμασία τῆς πίστεως γεννιέται ἡ ὑπομονή, ἡ ὁποία πρέπει νὰ κρατήσει μέχρι τέλους (βλ. Ἰακ. 1, 4).
γ) Ὁ ὅσιος Νικόδημος Ἁγιορείτης στὸ Νέον Μαρτυρολόγιον ἀναφέρει ὅτι ὁ Θεὸς εὐδόκησε νὰ ἐμφανιστοῦν οἱ νεομάρτυρες γιὰ πέντε λόγους: Διότι συμβάλλουν στὸν ἀνακαινισμὸ τῆς ὀρθόδοξης πίστης, καθιστοῦν ἀναπολόγητους τούς ἀλλοπίστους τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως, ἀποτελοῦν δόξα καὶ καύχημα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας καὶ καταισχύνη τῶν ἑτεροδόξων, εἶναι παραδείγματα ὑπομονῆς ἀλλὰ καὶ πρότυπα μιμήσεως γιὰ τοὺς χριστιανούς.
δ) Ἀνάμεσα στοὺς βίους τῶν νεομαρτύρων περιλαμβάνεται καὶ σύντομος βίος τοῦ Ἀχμὲτ τοῦ Κάλφα, ὁ ὁποῖος ἐνῶ ἦταν μωαμεθανός, μὲ θαυμαστὸ τρόπο ἔγινε χριστιανὸς καὶ μαρτύρησε τὸ 1682. Ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 24 Δεκεμβρίου καὶ στὶς 3 Μαΐου. Στὸ Νέον Μαρτυρολόγιον ἀναφέρεται: «Οὗτος ἔχων σκλάβαν Ρώσσαν συνεμίγνυτο μὲ αὐτήν, ἄφηνεν ὅμως αὐτὴν νὰ πηγαίνη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Χριστιανῶν εἰς τὰς ἐπισήμους ἡμέρας. Ἐπειδὴ δὲ ὅταν ἐκείνη ἤρχετο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, αὐτὸς ἠσθάνετο εὐωδίαν ἄρρητον ἀποὺ ἔβγαινεν ἀπὸ τὸ στόμα της, τὴν ἠρώτησεν τί τρώγει καὶ μυρίζει ἔτζη;». Συνέχεια
Ἡ Προσευχή τοῦ Ἰησοῦ
Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov
Ἀρχίζοντας νά μιλῶ γιά τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, ἐπικαλοῦμαι τή βοήθεια τοῦ παναγάθου καί παντοδύναμου Ἰησοῦ ἐνάντια στή ραθυμία μου καί ἀναθυμοῦμαι τά λόγια τοῦ δικαίου Συμεών γιά τόν Κύριο: «Ἰδού οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καί ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραήλ καί εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον» (Λουκ. 2, 34).
Ἀκριβῶς ὅπως ὁ Κύριος ἦταν καί εἶναι σημεῖον ἀληθείας, ἕνα σημεῖον ἀντιλεγόμενο, ἀντικείμενο ἀμφισβήτησης καί ἀσυμφωνίας μεταξύ ἐκείνων ποὺ Τόν γνωρίζουν καί ἐκείνων ποὺ δέν Τόν γνωρίζουν, ἔτσι καί ἡ προσευχή στό πανάγιο ὄνομά Του, ποὺ εἶναι, μέ τήν πλήρη σημασία τῆς λέξεως, μέγα καί θαυμαστό σημεῖο, ἔχει καταστεῖ θέμα ἀμφισβήτησης καί διχογνωμίας μεταξύ τῶν ὅσων ἀσκοῦνται σ’ αὐτήν καί ὅσων δέν τήν ἐφαρμόζουν. Κάποιος ἀπό τούς Πατέρες δίκαια παρατηρεῖ ὅτι αὐτός ὁ τρόπος προσευχῆς ἀπορρίπτεται μόνον ἀπό ἐκείνους ποὺ δέν τόν ξέρουν καί τόν ἀπορρίπτουν αὐτοί ἀπό προκατάληψη καί σφαλερές ἀντιλήψεις ποὺ σχημάτισαν γι’ αὐτόν.
Μή δίνοντας προσοχή στήν κατακραυγή ποὺ ἀπορρέει ἀπό προκατάληψη καί ἄγνοια, ἐμπιστευόμενοι στό ἔλεος καί τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, προσφέρουμε στούς ἀγαπητούς πατέρες καί ἀδελφούς τήν ταπεινή μας μελέτη γιά τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ μέ βάση τήν Ἁγία Γραφή, τήν Ἐκκλησιαστική παράδοση καί τά γραπτά κείμενα τῶν Πατέρων, στά ὁποῖα ἐκτίθεται ἡ διδασκαλία γιά τήν παναγία καί παντοδύναμη αὐτὴ προσευχή. «Ἄλαλα γενηθήτω τά χείλη τά δόλια τά λαλοῦντα ἀνομίαν», ἐνάντια στό «δίκαιο» καί μεγαλοπρεπές ὄνομά Του «ἐν ὑπερηφανείᾳ» μέσα στή βαθιά τους ἄγνοια καί μέ περιφρόνηση γιά τά θαυμάσια τοῦ Θεοῦ. Ἀναλογιζόμενοι τό μεγαλεῖο του ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ καί τή σώζουσα δύναμη τῆς προσευχῆς ποὺ γίνεται στό ὄνομά Του, ἀναφωνοῦμε μέ πνευματική εὐφροσύνη καί θαυμασμό: «Ὡς πολύ τό πλῆθος τῆς χρηστότητάς σου, Κύριε, ἧς ἔκρυψας τοῖς φοβουμένοις σε, ἐξειργάσω τοῖς ἐλπίζουσιν ἐπί σέ ἐναντίον τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων» (Ψαλμ. 30,19-20).
Ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ λέγεται μ’ αὐτά τά λόγια: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν». Ἀρχικά λεγόταν χωρίς τήν προσθήκη τῶν λέξεων «τόν ἁμαρτωλόν». Οἱ λέξεις αὐτές προστέθηκαν στά ἄλλα λόγια τῆς προσευχῆς μεταγενέστερα. Οἱ τελευταῖες αὐτές λέξεις, παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Νεῖλος Σόρσκυ, ποὺ ὑποδηλώνουν συνείδηση καί ὁμολογία τῆς πτώσης, εἶναι ταιριαστές γιά μᾶς καί εὐάρεστες στόν Θεό, ποὺ μᾶς ἔδωσε ἐντολή νά προσευχόμαστε γιά νά ἀναγνωρίζουμε καί νά ἐξομολογούμαστε τήν ἁμαρτωλότητά μας(1).
Οἱ Πατέρες ἐπιτρέπουν στούς ἀρχάριους, ἀπό σεβασμό πρός τήν ἀδυναμία τους, νά χωρίζουν τήν προσευχή σέ δύο μέρη καί νά λέγουν κάποτε «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν» καί κάποτε «Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν». Αὐτό, ὅμως, εἶναι ἁπλῶς μία παραχώρηση ἤ ἐπιείκεια, καί καθόλου μία ἐντολή ἤ κανόνας ποὺ ἀπαιτεῖ ἀνελλιπῆ συμμόρφωση. Εἶναι πολύ καλύτερο νά λέγεται ἀδιάλειπτα ἡ ἴδια προσευχή ὁλόκληρη, χωρίς ὁ νοῦς νά περισπᾶται ἤ νά σκοτίζεται μέ ἀλλαγές ἤ μέ ἔγνοια γιά ἀλλαγές. Ἀκόμα κι ἐκεῖνος ποὺ βρίσκει ἀναγκαία κάποια ἀλλαγή ἐξ αἰτίας τῆς ἀδυναμίας του, δέν πρέπει νά ἐπιτρέπει κάτι τέτοιο στόν ἑαυτό του συχνά. Γιά παράδειγμα, τό πρῶτο μισό τῆς προσευχῆς εἶναι δυνατό νά λέγεται ὡς τό ἄλλο μισό ὕστερα ἀπό τό γεῦμα. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναίτης ἀπαγορεύει τίς συχνές ἀλλαγές, λέγοντας: «Οὐ ριζοῦνται τά φυτά συνεχῶς μεταφυτευόμενα». Συνέχεια
Σύντομη ἑρμηνεία στὴν προσευχὴ “Πάτερ ἡμῶν”
Ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής
…Ἡ προσευχὴ αὐτὴ μὲ τρόπο συνοπτικὸ περιέχει κρυμμένο μυστικὰ ὅλο τὸ σκοπὸ ὅσων ἀναφέρθηκαν, ἤ, γιὰ νὰ κυριολεκτήσω, τὸν κηρύττει καθαρὰ σʼ ἐκείνους ποὺ ἔχουν δεκτικὸ νοῦ. Ἡ προσευχὴ αὐτὴ περιέχει αἴτηση ὅλων ὅσα προξένησε μὲ τὴν κένωσή Του κατὰ τὴ σάρκωση ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ διδάσκει νὰ ἐπιδιώκουμε ἐκεῖνα τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα μόνον ὁ Θεὸς καὶ Πατέρας, μέσω τῆς φυσικῆς μεσιτείας τοῦ Υἱοῦ, χορηγεῖ ἀληθινὰ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἐπειδὴ μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων —κατὰ τὸν θεῖο Ἀποστολο— εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς, καθὼς μὲ τὴ σάρκωσή Του φανερώνει στοὺς ἀνθρώπους τὸν Πατέρα ποὺ ἀγνοοῦσαν, καὶ στὸν Πατέρα φέρνει μέσω τοῦ Πνεύματος τοὺς ἀνθρώπους συμφιλιωμένους μὲ Αὐτόν, γιὰ χάρη τῆς σωτηρίας τῶν ὁποίων ἔγινε ἄνθρωπος χωρὶς νὰ ὑποστεῖ μεταβολή. Καὶ ἔγινε διδάσκαλος καὶ αὐτουργὸς πολλῶν νέων μυστηρίων, τόσων ὥστε δὲν μπορεῖ ποτὲ ὁ λόγος νὰ τὰ συλλάβει στὸ πλῆθος καὶ τὸ μέγεθός τους. Ἀπὸ αὐτά, φαίνεται πὼς δώρισε μὲ ἐξαιρετικὴ μεγαλοδωρία στοὺς ἀνθρώπους ἑφτά, γενικότερα ἀπὸ τὰ ἄλλα, κι αὐτῶν τὴ δύναμη, καθὼς εἶπα, περιέχει μυστικὰ ὁ σκοπὸς τῆς προσευχῆς. Αὐτὰ εἶναι: θεολογία, υἱοθεσία κατά χάρη, ἰσοτιμία πρὸς τοὺς ἀγγέλους, μετοχὴ στὴν αἰώνια ζωή, ἀποκατάσταση τῆς φύσεως ποὺ στρέφεται ἀπαθῶς στὸν ἑαυτό της, κατάλυση τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας καὶ κατάργηση τῆς τυραννίας τοῦ πονηροῦ ποὺ κυριάρχησε πάνω μας μὲ ἀπάτη. Ἂς ἐξετάσουμε λοιπὸν τὴν ἀλήθεια τῶν λεγομένων.
Θεολογία διδάσκει ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ μὲ τὴ σάρκωσή Του, καθὼς φανερώνει στὸν ἑαυτὸ Του τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Γιατί ὅλος ὁ Πατέρας καὶ ὅλο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἦταν κατὰ τὴν οὐσία σὲ ὅλο τελείως τὸν Υἱὸ καὶ κατὰ τὴ σάρκωσή Του, χωρὶς Αὐτοὶ νὰ σαρκωθοῦν, ἀλλὰ ὁ μὲν Πατέρας εὐδοκοῦσε, τὸ δὲ Πνεῦμα συνεργοῦσε μὲ τὸν Υἱὸ ποὺ δεχόταν ὁ ἴδιος τὴ σάρκωση, ἀφοῦ βέβαια ὁ Λόγος ἐξακολούθησε νὰ ἔχει Νοῦ καὶ Ζωή, μὴ χωρώντας σὲ ἀπολύτως τίποτε ἄλλο κατὰ τὴν οὐσία Του, παρὰ μόνο στὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα, καὶ πραγματοποιώντας τὴν ὑποστατική Του ἕνωση μὲ τὴ σάρκα ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Συνέχεια
Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς «ἱστορεῖ» τὴν Παναγία
π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης
α) Οἱ πληροφορίες τῶν ἱερῶν εὐαγγελιστῶν γιὰ τὴν Παναγία δὲν εἶναι πολλές. Τὶς περισσότερες ἀπὸ αὐτὲς διασώζει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς. Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀναφέρει, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ θεία Γέννηση, κι ἄλλες στιγμὲς γιὰ τὸν βίο τῆς μητέρας τοῦ Κυρίου. Λουκᾶς ὁ ἰατρός, καὶ σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση ἁγιογράφος, «ἱστόρησε», περιέγραψε τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας καὶ σὲ αὐτὸν ἀποδίδονται ὁρισμένες θαυματουργὲς εἰκόνες. Στὴν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὴ μεγάλη γιορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, τὸ Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ, διαβάζονται στὴν Ἐκκλησία περικοπὲς ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιό του, τόσο στὸν ὄρθρο (Λουκ. 1, 39-49, 56) ὅσο καὶ στὴ θεία Λειτουργία (Λουκ. 10, 38-42 καὶ 11, 27-28).
β) Στὸ ὀρθρινὸ εὐαγγέλιο περιγράφεται ἡ ἐπίσκεψη τῆς Μαριὰμ στὴν Ἐλισάβετ, μητέρα τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Ὅταν οἱ δύο γυναῖκες ἀντάλλαξαν τὸν συνηθισμένο ἀσπασμό, «ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τὴ κοιλία αὐτῆς». Ὁ Πρόδρομος ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς μητέρας του ἀναγνώρισε τὸν καρπὸ τῆς κοιλίας τῆς Παρθένου! Πλήρης Πνεύματος Ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ φώναξε δυνατά: Εἶσαι εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Θεὸ περισσότερο ἀπὸ ὅλες τὶς γυναῖκες. Εὐλογημένο καὶ τὸ παιδὶ ποὺ ἔχεις στὰ σπλάχνα σου. Χαρὰ σὲ σένα ποὺ πίστεψες, ὅτι θὰ ἐκπληρωθοῦν τὰ λόγια τοῦ εὐαγγελισμοῦ.
γ) Τότε ἡ Μαριὰμ εἶπε: «Ἡ ψυχή μου δοξάζει τὸν Κύριο, καὶ τὸ πνεῦμα μου νιώθει ἀγαλλίαση γιὰ τὸν Θεό, τὸν σωτήρα μου, γιατί ἔδειξε τὴν εὐμένειά του στὴν ταπεινή του δούλη. Ἀπὸ τώρα θὰ μὲ καλοτυχίζουν ὅλες οἱ γενεές, γιατί ὁ δυνατὸς Θεὸς ἔκανε σὲ μένα θαυμαστὰ ἔργα». Καὶ πράγματι ἐδῶ καὶ δύο χιλιάδες χρόνια οἱ γενεὲς τῶν ἀνθρώπων μακαρίζουν τὴν Παρθένο Μαρία, τὴ μητέρα τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Λόγου καὶ μητέρα ὅλου του κόσμου. Κτίζουν πρὸς τιμὴν της περίλαμπρα μοναστήρια, μεγάλους ναοὺς καὶ ταπεινὰ ἐξωκλήσια, ἐκφωνοῦν θεσπέσιους λόγους, συνθέτουν ὕμνους, ποιήματα καὶ μελωδίες ἱερές, ἁγιογραφοῦν εἰκόνες καὶ ἀναδεικνύουν μεγάλα προσκυνήματα. Συνέχεια
Εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεὸν B΄
Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου
Σ’ εὐχαριστῶ, Δέσποτα, Κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς πού μὲ τὴν προαιώνια βουλή σου εὐδόκησες νὰ ἔλθω ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη. Σʼ εὐχαριστῶ γιατί, πρὶν φθάσει ἡ ἡμέρα καὶ ἡ ὥρα, τῆς γέννησής μου, Ἐσὺ ὁ Μόνος ἀθάνατος, ὁ Μόνος παντοδύναμος, ὁ Μόνος ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος, ταπεινώθηκες καὶ ἔγινες ἄνθρωπος, καὶ –χωρὶς νὰ ἀπομακρυνθεῖς ἀπὸ τοὺς κόλπους τοῦ Θεοῦ-Πατρός– προσέλαβες σάρκα καὶ γεννήθηκες ἀπὸ τὴν Ἁγία Παρθένο Μαρία. Καὶ ἔτσι μὲ ἀνέπλασες, μὲ ζωοποίησες καὶ μὲ ἐλευθέρωσες ἀπὸ τὴν προπατορικὴ πτώση, ἀνοίγοντάς μου τὸ δρόμο πρὸς τοὺς οὐρανοὺς
Ἔπειτα, ἀφοῦ γεννήθηκα καὶ ἀναπτύχθηκα λίγο, Ἐσὺ μὲ ἀνακαίνισες μὲ τὸ ἅγιο τῆς ἀναπλάσεως βάπτισμα καὶ μὲ κατεκόσμησας μὲ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐσύ μοῦ χάρισες φύλακα Ἄγγελο φωτεινὸ καὶ μὲ διαφύλαξες ἄτρωτο ἀπὸ τὰ ἔργα καὶ τὶς παγίδες τοῦ πονηροῦ, μέχρι πού μεγάλωσα καὶ ὡρίμασα. Ἐπειδὴ δὲ ἔκρινες ὅτι δὲν εἶναι σωστὸ καὶ πρέπον νὰ ὁδηγούμαστε μὲ τὴ βία στὴ σωτηρία, ἀλλὰ ἐλεύθερα μὲ τὴ δική μας προαίρεση, θέλησες νὰ τιμηθῶ κι ἐγὼ μὲ τὸ αὐτεξούσιο καί, διὰ τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν Σου, νὰ ἐκφράζω τὴν πηγαία καὶ αὐτοπροαίρετη πρὸς Σὲ ἀγάπη μου. Ἀλλὰ ἐγὼ ὁ ἀχάριστος καὶ καταφρονητὴς τῆς Χάρης Σου, δὲν λογαρίασα τὴν ἀξία τῆς δωρεᾶς τοῦ αὐτεξουσίου καὶ σὰν ἄλογο πού λύθηκε ἀπὸ τὰ δεσμά, αὐτονομήθηκα καὶ ἔτσι κατέπεσα στὸ γκρεμό. Κι ἐνῶ κοιτόμουν ἐκεῖ ὁ ἀναίσθητος καὶ κυλιόμουν καὶ συντριβόμουν ὁλοένα καὶ περισσότερο, Ἐσὺ δὲν μὲ ἀποστράφηκες καὶ δὲν μὲ ἐγκατέλειψες νὰ μολύνομαι πεσμένος στὸ βόρβορο. Ἀλλὰ μὲ εὐσπλαχνίσθηκες, καὶ μὲ ἔβγαλες ἀπὸ ἐκεῖ, μὲ τίμησες λαμπρότερα καὶ μὲ λύτρωσες, κατὰ τὸ ἔλεός Σου, ἀπὸ βασιλεῖς καὶ ἄρχοντες, πού ἤθελαν νὰ μὲ ἐξουδενώσουν καὶ νὰ μὲ χρησιμοποιήσουν σὰν εὐτελὲς σκεῦος στὴν ὑπηρεσία τῶν θελημάτων τους. Ἐσὺ Κύριε, ἂν καὶ ἤμουν φιλάργυρος, δὲν ἐπέτρεψες νὰ δεχθῶ δῶρα χρυσὰ καὶ ἀργυρᾶ. Ἀλλά μου ἔδωσες τὴ δύναμη καὶ τὸ φωτισμὸ νὰ θεωρῶ ὡς βδέλυγμα τὴ δόξα καὶ τὶς τιμὲς τοῦ κόσμου, ὅσα προκλητικά μου πρόσφεραν, γιὰ νὰ δραπετεύσω, ὡς προδότης, ἀπὸ τὴν κλήση καὶ τὴ ζωὴ τοῦ ἁγιασμοῦ πού Ἐσὺ χαρίζεις.
Ἐξομολογοῦμαι ὅμως ἐνώπιόν Σου, Θεὲ καὶ Κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ὅλες αὐτὲς τὶς εὐεργεσίες, τὶς περιφρόνησα καὶ γιὰ μιὰ ἀκόμα φορά, βυθίστηκα ὁ ἄθλιος σὲ λάκκο καὶ σὲ βόρβορο αἰσχρῶν ἐννοιῶν καὶ πράξεων. Ἔτσι κατέπεσα πάλι καὶ ἔγινα δέσμιος τῶν σκοτεινῶν πνευμάτων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ μποροῦσα νὰ ξεφύγω, ὄχι μόνο μὲ τὶς δυνάμεις μου, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ μὲ τὴ βοήθεια ὁλόκληρου τοῦ κόσμου, ὥστε νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὰ χέρια τους καὶ νὰ ξανανέβω στὸ φῶς. Συνέχεια
Ἡ προσευχὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς
Πρωτ. Μιχαὴλ Καρδαμάκη
Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καὶ ἀργολογίας μή μοι δῷς. Πνεῦμα δὲ ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης, χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ. Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα, καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου, ὅτι εὐλογητὸς εἶ, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ἡ εὐχὴ τοῦ Ἁγίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, ποὺ χαρακτηρίζεται ὡς «ἡ προσευχὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς», ἀνακεφαλαιώνει ὅλο τὸ πνεῦμα τῆς ἀσκήσεώς μας, σημαδεύει τὴν ἀσκητική μας ὁδό, κατὰ τὴν κατανυκτικὴ αὐτὴ περίοδο. Συνοψίζει τὸ ὀρθόδοξο ἦθος μας, μὲ τὸ ὁποῖο ὀφείλει νὰ εἶναι σφραγισμένη ἡ χριστιανική μας ὕπαρξη, τὸ καινὸ εἶναι μας ἐν Χριστῷ, γιὰ νὰ εἶναι ἀληθινὸ καὶ χαροποιὸ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστιανὸς ἄνθρωπος, διὰ τοῦ εἶναι καὶ ὄχι διὰ τοῦ ἔχειν, καλεῖται νὰ γίνει μιὰ μαρτυρία τῆς ἀληθινῆς ζωῆς, τῆς ζωῆς τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας Του. Ὅλη ἡ ἀσκητικὴ προσπάθεια ὀφείλει νὰ γίνει μέσα στὸν ἄνθρωπο, στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, νὰ εἶναι δηλαδὴ προσπάθεια μεταμορφώσεως τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ χαρίσει μὲ τὴ σειρά του καρποὺς στὴν ἱστορία, στὶς καρδιὲς τῶν ἀδελφῶν του. Ἂν πραγματοποιήσουμε τὴν ἀλλαγὴ ποὺ ἔρχεται ἀπὸ μέσα, ἂν κατορθώσουμε, κατὰ τὸ δυνατὸ καὶ μὲ τὴ χάρη, τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, χάρη τῆς δημιουργικῆς ἐλευθερίας, τότε μποροῦμε νὰ μιλήσουμε καὶ νὰ περιμένουμε τὴ μεταμόρφωση τοῦ κόσμου μας, τὴν ἀλλαγὴ τῶν ἐξωτερικῶν συνθηκῶν. Ἡ ἐποχή μας δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἰδέες ἢ ἰδεολογίες, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ ἀπὸ μάρτυρες τῆς ζωῆς, ποὺ πραγματοποιεῖται στὴ συνάντηση ἀσκήσεως καὶ χάρης.
Τὸ πρῶτο σχόλιό μας συγκεντρώνεται πάνω σὲ μιὰ δεσπόζουσα φράση τῆς Εὐχῆς: «Κύριε καὶ Δέσποτα καὶ Βασιλεῦ τῆς ζωῆς μου». Πρόκειται γιὰ μιὰν ἐπίκληση-κραυγὴ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀσθενοῦντος ἀνθρώπου, μὲ ἀπόλυτη τὴν αἴσθηση τῆς σμικρότητας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου Του, μὲ μοναδικὴ βεβαιότητα ἢ μὲ μόνη βέβαιη προσφορά του τὴν ταπείνωση, σημεῖο πραγματικῆς αὐτογνωσίας. Ὁλόκληρη τὴν Εὐχὴ διαπερνᾶ ἕνα αἴσθημα βαθιᾶς ταπεινοφροσύνης τοῦ προσευχόμενου ἀνθρώπου, ποὺ προϋποθέτει τὴν αἴσθηση τῆς ἁμαρτίας ἢ ἀδυναμίας του, ἕνα αἴσθημα πού, κατὰ τρόπο παράδοξο, ἀποτελεῖ τὴν καρδιὰ τῆς σοφίας καὶ τῆς ἐλευθερίας του. Ἕνα αἴσθημα ἀκριβῶς ἀκατανόητο ἢ ἀναξιοπρεπὲς γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ἡ ἐλευθερία του κερδίζεται τάχα μὲ τὴν ἀνταρσία ἢ τὴν ἐπαναστατικότητα, τὴν ἀνεξαρτησία ἢ τὴν ἀπελευθέρωσή του ἀπὸ τὸ Θεό.
Ἡ ἐπίκληση τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ ὡς Κυρίου καὶ Δεσπότη καὶ Βασιλέα μας, εἶναι ἡ ἐπίκληση τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ, ποὺ στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας θαυματουργεῖ στὴν ἀσθένειά μας. Ὁ Συμεὼν ὁ Ν. Θεολόγος συνοψίζει τὴν ὀρθόδοξη θέση ὅταν διδάσκει ὅτι «σωτηρία γὰρ τοῦ προσώπου μου οὐχὶ τὰ ἔργα μου, ἀλλ’ ὁ Θεός μου ἐστιν». Ὁ Θεὸς βέβαια, ποὺ δὲ νοεῖται ὡς μιὰ γενικὴ μεταφυσικὴ ἀρχή, μιὰ ἱερὴ ὑπερβατικότητα, μιὰ ὑπερκοσμικὴ δύναμη, ἀλλὰ ποὺ λατρεύεται ὡς ὁ Κύριος καὶ ὁ Δεσπότης καὶ ὁ Βασιλέας τῆς προσωπικῆς μας ζωῆς, ὁ Δημιουργὸς καὶ ὁ Σωτήρας καὶ ὁ Παράκλητος στὴν καθημερινή μας περιπέτεια. Αὐτὰ λοιπὸν τὰ τρία ὀνόματα μαρτυροῦν τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας στὴ θεότητα καὶ τὴν κυριαρχία, τὴ μοναδικότητα καὶ παντοδυναμία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ὁ μόνος καὶ ἀπόλυτος Κύριος, Δεσπότης καὶ Βασιλέας, στὸν ὁποῖο ὑποτάσσονται καὶ ὑπακούουν οἱ πάντες καὶ τὰ πάντα, κάθε νόημα καὶ κάθε ἀγάπη μας. Καμιὰ κοσμικὴ δύναμη ἢ ἀνθρώπινη ἐξουσία, καμιὰ ἐγκόσμια ἢ ὑπερκόσμια πραγματικότητα δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς χωρίσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, Ἐκείνου ποὺ εἶναι τὸ τέλος ὅλων τῶν δημιουργημάτων. Ὅπως ὁμολογεῖ ὁ Ν. Καβάσιλας, «διὰ τὸν Χριστὸν ἀνθρώπου φύσις συνέστη ἐξ ἀρχῆς, καὶ νοῦς καὶ ἐπιθυμία πρὸς ἐκεῖνον κατεσκευάσθη καὶ λογισμὸν ἐλάβομεν, ἵνα τὸν Χριστὸν γινώσκομεν, ἐπεὶ καὶ δημιουργημένοις αὐτὸς ἀρχέτυπον ἦν». Κάθε πιστὸς πάντοτε, καὶ ἰδιαίτερα τὴ λειτουργικὴ περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, μπορεῖ νὰ ἀπευθύνει τὴν προσευχή του πρὸς τὸν Κύριο καὶ Δεσπότη καὶ Βασιλέα τῆς ζωῆς του. Συνέχεια
Οἱ χριστιανοὶ μέσα στὸν κόσμο
Παναγιώτη Νέλλα
Ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν κόσμο καὶ τὸν ἐμπιστεύθηκε στὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ τὸν διαφυλάττει καὶ νὰ τὸν καλλιεργεῖ, «ἐργάζεσθαι αὐτὸν καὶ φυλάσσειν» (Γεν. 2, 15). Ἡ διαφύλαξη κλείνει μέσα της ὡς πρωταρχικὸ στοιχεῖο τὸ σεβασμό. Σεβόμαστε τὸν κόσμο ὅταν παίρνουμε στὰ σοβαρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καὶ σὰν τέτοιος ἔχει ἕνα σκοπὸ καὶ εἶναι προικισμένος μὲ ἕνα δυναμισμό. Κάθε δημιούργημα ἔχει ἕνα σκοπό, ποὺ προϋπάρχει ἀπὸ αὐτό. Ὁ σκοπὸς βρίσκεται στὴ βούληση τοῦ δημιουργοῦ καὶ φυτεύεται μέσα στὸ δημιούργημα, συνοδεύοντάς το σταθερὰ στὴν ὁποιαδήποτε πορεία του· τὸ τέλος – σκοπὸς ἐνυπάρχει ἀπὸ τὴν ἀφετηρία ὡς ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ ἀξία κάθε δημιουργήματος. Ἐὰν τὸ δημιούργημα παραμένει μέσα στὸν ἄξονα ποὺ ὁρίζει ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος του, εἶναι σύμφωνο μὲ τὴ φύση του, λειτουργεῖ ὁρθά, εἶναι καλὸ καὶ ἀγαθοποιό· ἐὰν ὄχι, καταντάει κακὸ καὶ ἀρνητικό. […] Ἀλλὰ ἡ διαφύλαξη τοῦ κόσμου εἶναι ἐπίσης σεβασμὸς καὶ διαφύλαξη τοῦ δυναμισμοῦ μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς προίκισε τὸν κόσμο, συμμόρφωση πρὸς αὐτὸ τὸ δυναμισμὸ καὶ πρὸς τὴ λειτουργικότητά του. Ὑπάρχει διαφορὰ ἀνάμεσα στοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους δημιουργοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ ὁ Θεός. Οἱ ἀνθρώπινες δημιουργίες, ὅσο ἀτελεῖς ἢ τέλειες κι ἂν εἶναι, εἶναι ἀπηρτισμένες, κλειστές, δὲν τὶς χαρακτηρίζει ἡ ἀνάπτυξη. Ὁ ἄνθρωπος, βέβαια, βλέποντας τὸν ἀτελὴ χαρακτήρα ἑνὸς δημιουργήματός του, δημιουργεῖ ἕνα ἄλλο τελειότερο, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ εἶναι ἁπηρτισμένο καθ’ ἑαυτό. Ὁ Θεὸς δημιουργεῖ διαφορετικά. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ γεννᾶται στὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ βάπτισμα, ἐνεργοποιεῖται μὲ τὸ χρίσμα, τρέφεται μὲ τὴ Θ. Εὐχαριστία, ἑδραιώνεται μὲ τὴν ἄσκηση, καλλιεργεῖται μὲ τὴν προσευχή. […] Ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς δημιουργίες τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὶς δημιουργίες τοῦ Θεοῦ ὀφείλεται στὸ ὅτι ὁ Θεὸς δημιουργεῖ ἐκ τοῦ μηδενός. Ἔτσι τὰ δημιουργήματά Του ἔχουν πραγματικὴ ὕπαρξη καὶ πραγματικὸ δυναμισμὸ ποὺ τοὺς τὰ δίνει τὸ ὅτι, ὡς κτίσματα ἐκ τοῦ μηδενός, στηρίζονται ὄχι στὸν ἑαυτό τους –ἀφοῦ ὁ ἑαυτός τους, ἡ φύση τους ἀπὸ μόνη της εἶναι τρεπτὴ καὶ φθαρτή, χάσκει διαρκῶς ἀπὸ κάτω καὶ μέσα της ἕνας κυριολεκτικὸς ὀντολογικὸς ἀφανισμός, δηλαδὴ τὸ μὴ εἶναι ἀπὸ τὸ ὁποῖο τὰ κτίσματα προῆλθαν– ἀλλὰ στὴν πανσθενουργό, πέρα ἀπὸ κάθε ἔννοια ἀρχῆς καὶ τέλους, τροπῆς ἢ ἀλλοίωσης, ἁπολύτως σταθερὴ καὶ πλήρη (σὲ ἀπόλυτη ἐπίσης ἔννοια) ἀγάπης βουλὴ τοῦ Θεοῦ. Ὅπως βλέπουμε στὰ ἀνοδικὰ ἐπίπεδα τῆς διηγήσεως τῆς Γενέσεως, ἔχει φυτευθεῖ ἀπὸ τὸ Θεὸ στὴ δημιουργία Του ἐξ ἀρχῆς ἕνας δυναμισμός, ποὺ κάνει ὥστε κάθε συγκεκριμένη πραγματικότητα νὰ κλείνει μέσα της τὸ σκοπό, τὴ δυνατότητα –ἀλλὰ ὄχι καὶ τὴ δύναμη– νὰ ἀνοιχθεῖ σὲ μιὰ ἄλλη πραγματικότητα, νὰ αὐτοξεπερασθεῖ χωρὶς νὰ καταστραφεῖ, τείνοντας νὰ ὑψωθεῖ σ’ ἕνα ἐπίπεδο πιὸ εὐρὺ καὶ πιὸ πλῆρες. […] Ὁ δυναμισμὸς τῆς ἀνόργανης ὕλης εἶναι ἡ ἐνέργεια. […] Ἡ δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἀξιοποιώντας τὸ φυτεμένο ἁπὸ τὴν ἀρχὴ μέσα στὴν ὕλη δυναμισμό, πραγματοποίησε τὸ σκοπὸ ποὺ ὁ Θεὸς ἔδωσε στὴν ὕλη καί, δημιουργώντας τὴ ζωή, ὕψωσε τὴν ὕλη σὲ ὕλη ζῶσα, τῆς ὁποίας ὁ δυναμισμὸς δὲν εἶναι πιὰ ἡ ὑλικὴ ἐνέργεια ἀλλὰ ἡ ζωή. Ὁ δυναμισμὸς αὐτὸς τὸν ὁποῖο χάρισε ὁ Θεὸς στὴ ζωή, ὁργανώνοντας προοδευτικὰ καὶ μὲ τάξη («οὐκ αὐτομάτῳ τινὶ συντυχίᾳ, κατά τινα ἄτακτον καὶ τυχαίαν φοράν» κατὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριο Νύσσης, «ἀλλ’ ὡς ἡ ἀναγκαία τῆς φύσεως τάξις ἐπιζητεῖ»), τὴν ὕλη σὲ ὀργανισμοὺς διαρκῶς πιὸ σύνθετους, πλούσιους καὶ τέλειους, ὁδήγησε τὴν κτίση σὲ ἕνα ἑπίπεδο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ δημιουργὸ Λόγο καὶ τὸ ἀληθινὰ ζωοποιὸ Πνεῦμα –τὰ δύο δημιουργικὰ χέρια τοῦ Πατέρα, κατὰ τὸν ἅγιο Εἱρηναῖο– ὕψωσε τὴ ζῶσα ὕλη σὲ ἕνα νέο ἐπίπεδο, ριζικὰ διαφορετικό, δημιούργησε τὴ λογική, ἐλεύθερη καὶ προσωπικὴ ζωή. Σφραγίζοντας μὲ τὸ «χαρακτήρα» τοῦ προσωπικοῦ Λόγου του τὴ ζωντανὴ ὕλη καὶ χαρίζοντάς της τὴ δική του ζωὴ μὲ τὸ ἐμφύσημα τῆς πνοῆς τοῦ πνεύματός Του, τὴν ὕψωσε σὲ εἰκόνα Του. Ἔτσι, ὁ δυναμισμὸς ποὺ ὠθεῖ στὸ ἑξῆς τὴν κτίση δὲν εἶναι ἁπλὰ ἡ ὑλικὴ ἐνέργεια ἢ ἡ βιολογικὴ ζωή, ἁλλὰ πρωταρχικὰ ἡ ἐλεύθερη, λογικὴ καὶ ἐνσυνείδητη ἁγάπη τῶν ἀνθρωπίνων προσώπων. […] Οἱ χριστιανοὶ μέσα στὸν κόσμο Τοῦ Παναγιώτη Νέλλα 7 Ὁ κτιστὸς δυναμισμὸς τοῦ κόσμου, ὑψωμένος μέσα στὸν ἄνθρωπο σὲ ἐνσυνείδητη ἐλεύθερη καὶ ἀγαπητικὴ πράξη, εἶχε κληθεῖ νὰ συνεργασθεῖ μὲ τὶς θεοποιητικὲς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ Θεία Οἰκονομία. Τὸ ἔργο αὐτό, ποὺ δὲν πραγματοποίησε ὁ Ἀδάμ, τὸ ἔφερε σὲ πέρας ὁ δεύτερος Ἀδάμ, ὁ Χριστός. Μέσα του ὁ ἄνθρωπος ἔγινε Θεάνθρωπος καὶ ἡ κτίση σῶμα τοῦ Θεοῦ, Ἐκκλησία. Ἁλλὰ ὁ κόσμος δὲν ἔγινε ἀκόμη ὁλόκληρος Ἐκκλησία. […] Ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν μετέτρεψε διὰ μιᾶς τὸν κόσμο σὲ Ἐκκλησία, ἂν δὲν ἔβαλε τέρμα στὴν ἱστορία, εἶναι ἐξ αἰτίας τῆς μεγάλης ἐκτίμησης ποὺ τρέφει πρὸς τὴ δημιουργία του. […] Ὁ Θεὸς, μέσα στὸ ἄμετρο πέλαγος τῆς φιλανθρωπίας του, μετέτρεψε ὅ,τι ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας σὲ εὐλογία καὶ ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο μιὰ νέα εὐκαιρία. Εἶναι ἡ μεγάλη καὶ θαυμαστὴ πραγματικότητα τῶν δερματίνων χιτώνων, τῆς νέας καταστάσεως μέσα στὴν ὁποία βρέθηκε ὁ ἄνθρωπος μετὰ τὴν πτώση χάρη στὴ φιλεύσπλαχνη παρέμβαση τοῦ Θεοῦ. […] Εἶναι μιὰ κατάσταση ἐνδιάμεση, στὴν ὁποία ὁ ἀρχικὸς δυναμισμὸς τῆς κτίσεως, ἂν καὶ ἀποπροσανατολισμένος καὶ παραμορφωμένος, συνεχίζει νὰ λειτουργεῖ· ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου συνεχίζει νὰ διαδραματίζει ἀποφασιστικὸ ρόλο· ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς τελευταίας τὸ κακὸ εἶναι τραγικὰ ἐνεργό· ἐνῷ ὁ Θεὸς δὲν σταμάτησε ποτὲ νὰ παρεμβαίνει καλώντας καὶ καθοδηγώντας τὸν κόσμο, κυρίως τὸν περιούσιο λαό Του, παρενέβη δὲ ἀποφασιστικὰ καὶ τελεσίδικα μὲ τὴ σάρκωσή Του, προσλαμβάνοντας τὰ ἀδιάβλητα πάθη, τοὺς δερμάτινους χιτῶνες, ὅλη τὴ νέα ἀνθρώπινη κατάσταση παρεκτὸς τῆς ἁμαρτίας, καὶ κάνοντας τὸ πρόσλημμα σῶμα Του, μεταμορφώνοντάς το σὲ Ἐκκλησία. Ἀλλὰ τὸ πρόσλημμα δὲν εἶναι ὅλος ὁ κόσμος. Ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἔθεσε τέρμα στὴν ἱστορία. Ἔφερε τὰ ἔσχατα μέσα στὴν ἱστορία, χωρὶς νὰ τὴν καταργήσει. Δημιούργησε μιὰ καινὴ κατάσταση, ἀπείρως ἀνώτερη ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν ἐνδιάμεση, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν προπτωτική, χωρὶς νὰ καταργήσει τὴν κατάσταση τῶν δερματίνων χιτώνων. Γι’ αὐτό, ὅταν μέσα σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ὁ ἄνθρωπος κάνει κακὴ χρήση τῆς ἐλευθερίας του, κατευθύνοντας καὶ ἐνισχύοντας μὲ τὶς ἐλεύθερες πράξεις του τὸ δυναμισμὸ τῆς κτίσεως, δημιουργεῖ τὸ κακό, τὴν ἀδικία, τὴν καταπίεση, τὸν πόλεμο καὶ ὅλες τὶς ἄλλες, καὶ ἐνίοτε πολὺ τραγικότερες, μορφὲς καὶ συνέπειες τῆς ἁμαρτίας. Ὅταν πάλι ἔχει ἀγαθὴ συνείδηση καὶ κάνει ἀγαθὴ χρήση τῆς ἐλευθερίας του, δημιουργεῖ τὶς λεγόμενες ἀνθρώπινες ἀξίες, τὴ φιλοσοφία, τὴν ἐπιστήμη, τὴν τέχνη, τὸν πολιτισμό, ὅλους αὐτοὺς τοὺς θετικοὺς καὶ ἄξιους τοῦ ἀνθρώπινου (μέσα στὸν παρόντα κόσμο) βίου δερμάτινους χιτῶνες. Ὅλες αὐτὲς οἱ πραγματικότητες συνιστοῦν τὸ περιεχόμενο τῆς ἱστορίας, ἡ ὁποία συνεχίζει νὰ ἀναπτύσσεται, […] καὶ μετὰ τὴν ἐνσάρκωση. […] Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει παρὰ ἡ βιολογικὴ ἢ «ψυχικὴ» ζωή, ὅπως τὴν ὀνομάζει ὁ Παῦλος. Δὲν ὑπάρχει παρὰ ἕνας δυναμισμὸς καὶ μία ἀνθρώπινη προσπάθεια ἀποπροσανατολισμένη καὶ διαρκῶς ἀτελής. Ἀλλὰ εἶναι ἐξ ἴσου ἀληθινό, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὡς οἰκοδομὴ πνευματική, δὲν μπορεῖ νὰ οἰκοδομηθεῖ μέσα στὴν ἱστορία παρὰ συγκεντρώνοντας, ἀνακεφαλαιώνοντας καὶ μεταμορφώνοντας αὐτὸ τὸ δυναμισμό. Ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἄκτιστη. Ἀλλὰ τὸ ὑλικὸ μὲ τὸ ὁποῖο οἰκοδομεῖται ἡ Ἐκκλησία, τὸ συγκεκριμένο σῶμα της, ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ κτιστὸ ὑλικὸ τῆς κάθε ἐποχῆς. Ἡ ἄκτιστη ζωὴ ἀνασυγκροτεῖ, ζωοποιεῖ καὶ διευρύνει μέχρι τὸ ἄπειρο, δηλαδὴ θεώνει τὸ κτιστό. Ἀλλὰ μὲ κανένα τρόπο δὲν προσδιορίζεται ἀπὸ αὐτό. Ἡ Ἐκκλησία δὲν προσδιορίζεται ἀπὸ τὴν ἱστορία. Τὸ ἀντίθετο ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὴν αἵρεση. Τὸ κτιστὸ γιὰ νὰ ἐνσωματωθεῖ στὴν Ἐκκλησία πρέπει νὰ βαπτισθεῖ, δηλαδὴ νὰ πεθάνει ὡς πρὸς τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ ζήσει μὲ τὴ ζωὴ τοῦ ἀκτίστου. […] Συνέχεια
Ὁ σκοπός τῆς ἐξομολογήσεως
Ἀνδρέα Θεοδώρου
Σὲ τί ἀποβλέπει τὸ μυστήριο τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως;
Γιὰ νὰ λουσθεῖ ἡ ψυχὴ πνευματικὰ καὶ νὰ καθαρισθεῖ ἀπὸ τὸ ρύπο τῆς ἁμαρτίας.
Γιὰ νὰ γίνει αὐτὸ πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ μετανοήσει πρῶτα γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, νὰ συντριβεῖ ἡ καρδιά του γιὰ ὅ,τι προσέβαλε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, νὰ λάβει ἀπόφαση νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη καὶ τὶς κακές του συνήθειες, νὰ μισήσει τὴ σαγήνη τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ νεκρώσει τὴν ψυχή του, καὶ κατόπιν νὰ προσέλθει στὸν πνευματικὸ λειτουργό τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ ἐξομολογηθεῖ σ’ αὐτὸν μὲ φόβο Θεοῦ καὶ εἰλικρίνεια τὰ ἁμαρτήματα ποὺ πιέζουν τὴ συνείδησή του. Ὁ πνευματικός, διαπιστώνοντας εἰλικρινῆ μετάνοια καὶ προθυμία ἀλλαγῆς βίου, συγχωρεῖ τὸν ἐξομολογηθέντα, διαβάζοντάς του εἰδικὴ συγχωρητικὴ εὐχή.
Τὴν ἐξουσία ἀφέσεως ἁμαρτιῶν ἔχει ὁ ἱερέας ὡς λειτουργός τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία ἐφοδίασε ὁ Χριστὸς μὲ τὴ δύναμη τοῦ «δεσμεῖν καὶ λύειν» ἁμαρτίες ἐπὶ τῆς γῆς: «Ἂν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἂν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται» (Ἰωάν. 20, 23). Μὲ τὴ συγχώρησή του ὁ ἄνθρωπος ἀπαλλάσσεται τελείως ἀπὸ τὴν ἀκαθαρσία τῆς ἁμαρτίας λουσμένος στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀνακτᾶ τὴ δικαίωσή του ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία μπορεῖ νὰ ἔχασε διὰ τῶν θανάσιμων ἁμαρτημάτων του. Τὸ μυστήριο μπορεῖ νὰ ἐπαναληφθεῖ πολλὲς φορές, ἀνάλογα μὲ τὶς ἑκάστοτε πνευματικὲς ἀνάγκες τῆς ψυχῆς. Δικαίως δὲ χαρακτηρίζεται καὶ ὡς δεύτερο βάπτισμα, ἐπειδὴ λούζει, καθαρίζει τὴν ψυχή.
Δὲν ἀρκεῖ μονάχα ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἀπ’ εὐθείας ἐξομολόγηση στὸν Θεό; Γιατί τάχα νὰ ἐξομολογούμαστε καὶ στὸν ἱερέα;
Τὸ ἐρώτημα εἶναι κάπως πονηρό. Καὶ φυσικὰ πρέπει νὰ ἐξομολογούμαστε τὰ ἁμαρτήματά μας ἀπ’ εὐθείας στὸν Θεὸ («Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν», Κυριακὴ προσευχή, Ματθ. 6, 12). Αὐτὸ εἶναι βασικὸ χρέος μας. Ὁ Χριστὸς ὅμως ἵδρυσε εἰδικὸ πρὸς τοῦτο μυστήριο καὶ τὸ παρέδωσε στὴν Ἐκκλησία του, τὸ ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ τελέσει ὅποιος-ὅποιος, ἀλλὰ μονάχα ὁ ἱερέας, ὡς ἐντολοδόχος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι πατέρας καὶ γιατρὸς πνευματικὸς τῶν ψυχῶν. Ὅπως ὁ φυσικὸς γιατρὸς γιὰ νὰ μπορέσει νὰ θεραπεύσει τὴ νόσο, πρέπει νὰ ἐξετάσει προσεκτικὰ τὸν ἀσθενῆ, νὰ κάνει διάγνωση τῆς νόσου του καὶ κατόπιν νὰ προχωρήσει στὴ θεραπεία της, ἔτσι καὶ ὁ πνευματικὸς πατὴρ πρέπει νὰ διαγνώσει τὴ φύση τῆς πνευματικῆς ἀσθένειας καὶ τὴν εἰλικρίνεια τοῦ μετανοοῦντος, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ θεραπεύσει τὴν πάσχουσα καὶ ἀλγοῦσα ψυχή. Ἂν δὲν γίνει προσωπικὴ ἐξομολόγηση, πῶς θὰ κάνει τὴ δουλειὰ του ὁ ἱερέας; Ἄλλωστε τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καὶ στὰ προηγούμενα εἴπαμε, δὲν εἶναι μαγικὲς τελετές, ἀλλὰ κινοῦνται στὸν ἐλεύθερο διαπροσωπικὸ χῶρο. Ὁ ἀσθενὴς πρέπει νὰ ἐπισκεφθεῖ προσωπικὰ τὸ γιατρὸ τῆς ψυχῆς του.
Αὐτὸ ἔταξε ὁ Θεὸς καὶ αὐτὸ ἀπαιτοῦν οἱ ἀνάγκες τοῦ ἱεροῦ μυστηρίου. Μήπως ὅμως ὁ ἁμαρτωλός, διαπιστώνοντας τὰ ἁμαρτήματα αὐτά, προφασίζεται «προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις»; Ἀποφεύγει τὸν ἱερέα, γιατί ντρέπεται νὰ ἐξομολογηθεῖ τὶς ἁμαρτίες του; Συνέχεια

