Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς
![DSC08329[1]](http://www.imaik.gr/wp-content/uploads/DSC083291.jpg)
Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά
ψηλή μου δεντρολιβανιά
κι αρχή καλός μας χρόνος
εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος.
Αρχή που βγήκε ο Χριστός
άγιος και Πνευματικός,
στη γη να περπατήσει
και να μας καλοκαρδίσει.
Αγιος Βασίλης έρχεται,
και δεν μας καταδέχεται,
από την Καισαρεία,
συ’ σαι αρχόντισσα κυρία.
Βαστά εικόνα και χαρτί
ζαχαροκάρνο, ζυμωτή
χαρτί και καλαμάρι
δες και με-δες και με το παλικάρι.
Το καλαμάρι έγραφε,
τη μοίρα του την έλεγε
και το χαρτί-και το χαρτί ομίλει
Άγιε μου-άγιε μου καλέ Βασίλη.

Κάλαντα Χριστουγέννων

Κάλαντα Χριστουγέννων Βυζαντινὰ
Ἄναρχος Θεὸς καταβέβηκεν καὶ ἐν τῇ Παρθένῳ κατώκησεν
Ἔρουρεμ, ἔρουρεμ, ἔρου-ἔρου-ἔρουρεμ χαῖρε Ἄχραντε.
Βασιλεὺς τῶν ὅλων καὶ Κύριος, ἦλθε τὸν Ἀδὰμ ἀναπλάσασθαι
Ἔρουρεμ, ἔρουρεμ, ἔρου-ἔρου-ἔρουρεμ χαῖρε Ἄχραντε.
Γηγενεῖς σκιρτᾶτε καὶ χαίρετε, τάξεις τῶν ἀγγέλων εὐφραίνεσθε
Ἔρουρεμ, ἔρουρεμ, ἔρου-ἔρου-ἔρουρεμ χαῖρε Ἄχραντε.
Δέξου, Βηθλεέμ, τὸ Δεσπότη σου. Βασιλέα πάντων καὶ Κύριον
Ἔρουρεμ, ἔρουρεμ, ἔρου-ἔρου-ἔρουρεμ χαῖρε Δέσποινα.
Ἐξ ἀνατολῶν μάγοι ἔρχονται, δῶρα προσκομίζοντες ἄξια
Ἔρουρεμ, ἔρουρεμ, ἔρου-ἔρου-ἔρουρεμ χαῖρε Δέσποινα.
Σήμερον ἡ κτίσις ἀγάλλεται καὶ πανηγυρίζει κι εὐφραίνεται
Ἔρουρεμ, ἔρουρεμ, ἔρου-ἔρου-ἔρουρεμ χαῖρε Δέσποινα.

Προτροπές πρός ὀρθόν βίον
Ἁγίας Συγλητικῆς
Παιδιά μου, ὅλοι ξέρουμε, πῶς θά σωθοῦμε, ἀλλά χάνουμε τήν σωτηρία μας ἀπό τήν πνευματική μας ἀμέλεια. Πρέπει λοιπόν, ἀρχικά, νά τηροῦμε μέ ἀκρίβεια τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου» «καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Ματθ. 22, 37-39). Αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τοῦ νόμου καί τό πλήρωμα τῆς χάριτος. Λίγα λόγια, ἀλλά μέ πολλή καί μεγάλη δύναμι. Ὅλες οἱ ἀρετές ἐξαρτῶνται ἀπ᾽ αὐτή, γι᾽ αὐτό καί ὁ Ἀπ. Παῦλος ὀνομάζει τήν ἀ γ ά π η τέλος τοῦ νόμου. Αὐτή εἶναι ἑπομένως ἡ σωτηρία μας, ἡ διπλῆ ἀγάπη, ἡ ἀρχή καί τό τέλος κάθε καλοῦ ἔργου τῶν ἀνθρώπων.
Ὑπάρχει λύπη ὠφέλιμη καί λύπη καταστρεπτική. Γνωρίσματα τῆς καλῆς λύπης εἶναι ἡ θλῖψι γιά τά δικά μας ἁμαρτήματα, ἡ λύπη γιά τήν ἄγνοια, πού ἔχουν οἱ ἀδελφοί μας καί ὁ φόβος μήπως χάσουμε τήν ἀγαθή προαίρεσι καί δέν φθάσουμε στόν σκοπό τῆς σωτηρίας. Ἐνῶ τῆς ἄλλης, πού δημιουργεῖ ὁ ἐχθρός, εἶναι ἡ παράλογη καί ὑπερβολική θλῖψι, πού οἱ πατέρες τήν ὀνομάζουν ἀκηδία. Τό πνεῦμα αὐτό τῆς ἀκηδίας καί τῆς λύπης, πρέπει νά τό διώχνουμε μέ τήν προσευχή καί τήν ψαλμωδία.
Ἄς προσέχῃ, λοιπόν, ὅποιος νομίζει πώς στέκεται, γιά νά μή πέσῃ. Γιατί αὐτός πού ἔπεσε, ἔχει μία μόνο φροντίδα, νά σηκωθῆ, ἐκεῖνος ὅμως, πού στέκεται, ἄς προσέχῃ νά μή πέσῃ, γιατί οἱ πτώσεις εἶναι διάφορες. Αὐτοί πού ἔπεσαν ἔχουν στερηθῆ τή θεία χάρι κι ὅταν σηκώθηκαν, ἡ ζημιά τους δέν ἦταν μικρή. Αὐτός πού στέκεται, ἄς μήν ἐξευτελίζη τόν ἄλλον πού ἔπεσε, μήπως πάθῃ κι αὐτός τά ἴδια καί βρεθῆ σέ χειρότερο βάραθρο. Εἶναι πολύ φυσικό, ἡ φωνή πού ἔρχεται ἀπό βαθύ πηγάδι καί καλεῖ σέ βοήθεια, νά μήν ἀκουσθῆ, ὅπως λέει καί ὁ ψαλμωδός: «Μή καταπιέτω με βυθός, μηδέ συσχέτω ἐπ᾽ ἐμέ φρέαρ τό στόμα αὐτοῦ» (Ψαλμ. 68,16). Ὁ πρῶτος πού ἔπεσε, ἔμεινε (μέσα στό πηγάδι), σύ ὅμως πρόσεχε τόν ἑαυτό σου, μήπως, ὅταν πέσῃς, δέν μπορέσης νά σηκωθῆς καί γίνης τροφή στά θηρία. Ἐκεῖνος, πού πέφτει δέν μπορεῖ νά κλείσῃ τήν πόρτα στόν πονηρό. Ἀλλά σύ μή νυστάξῃς καθόλου καί ψάλλε πάντοτε τό θεῖο ρητό: «Φώτισον τούς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον» (Ψαλμ. 22,4). Τέλος νά ἀγρυπνῆς συνέχεια, γιατί ὁ διάβολος σάν λέοντας ὠρύεται κοντά σου. Συνέχεια
Δέν εἶναι αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός
Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου
Πολλοί εἶναι οἱ τρόποι τῆς διδασκαλίας, πού μᾶς ὑπέδειξεν ὁ ἱεροψάλτης Δαβίδ μέ τήν εἰς αὐτόν ἐνέργειαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἄλλοτε μέν μέ τό νά μᾶς διηγῆται ὁ προφήτης τά παθήματά του καί τήν γενναιότητα μέ τήν ὁποίαν ὑπέμεινε τά συμβάντα, διά τοῦ προσωπικοῦ του παραδείγματος μᾶς ἀφήνει ὁλοκάθαρην διδασκαλίαν περί ὑπομονῆς, ὅπως ὅταν λέγῃ· «Κύριε, διατί ἔχουν πληθυνθῆ οἱ ἐχθροί μου» (Ψαλμ. 3, 2). Ἄλλοτε δέ συστήνει τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ καί τήν ταχύτητά του εἰς τήν βοήθειαν, τήν ὁποίαν παρέχει εἰς αὐτούς πού ἀληθινά τόν ἐπιζητοῦν, μέ τό νά λέγῃ· «εἰς τήν ἐπίκλησίν μου μέ εἰσήκουσεν ὁ Θεός μου, πού εἶναι Θεός τῆς δικαιοσύνης» (Ψαλμ. 4, 2). Καί αὐτά λέγω ὅτι ἰσοδυναμοῦν μέ τόν προφήτην πού εἶπεν· «ἐνῷ θά ὁμιλῇς ἀκόμη ἐσύ, θά εἰπῇ· νά, εἶμαι παρών» (Ἠσ. 58, 9). Δηλαδή, δέν ἐπρόφθασε νά τόν ἐπικαλεσθῇ καί ἡ ἀκοή τοῦ Θεοῦ ἐπρόλαβε τό τέλος τῆς προσευχῆς. Ὅταν πάλιν ἀναπέμπῃ εἰς τόν Θεόν ἱκετηρίους προσευχάς καί δεήσεις, μᾶς διδάσκει κατά ποῖον τρόπον ἁρμόζει οἱ ἁμαρτωλοί νά ἐξιλεώνουν τόν Θεόν. «Κύριε, νά μή μέ κρίνῃς ἀνάλογα μέ τόν θυμόν σου, καί νά μή μέ τιμωρήσῃς ἀνάλογα μέ τήν ὀργήν σου» (Ψαλμ. 6, 2). Εἰς τόν δωδέκατον δέ ψαλμόν μέ τούς λόγους· «ὥς πότε, Κύριε, θά μέ λησμονῇς ὁλοτελῶς; » (Ψαλμ. 12, 4), διά νά μᾶς δείξῃ κάποιαν παράτασιν δοκιμασίας. Καί μέ ὁλόκληρον τόν ψαλμόν διά νά μᾶς διδάξῃ νά μή λιποψυχοῦμεν κατά τάς θλίψεις, ἀλλά νά ἀναμένωμεν τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ καί νά ἠξεύρωμεν ὅτι λόγῳ κάποιας οἰκονομίας μᾶς παραδίδει εἰς τάς δοκιμασίας τῶν θλίψεων, ἐπιβάλλων τό μέτρον τῶν δοκιμασιῶν ἀνάλογα μέ τόν βαθμόν τῆς πίστεως, πού ὑπάρχει εἰς τόν καθένα. Ἀφοῦ λοιπόν ἔχει λεχθῆ τό, «ὥς πότε, Κύριε, θά μέ λησμονῇς ὁλοτελῶς; » καί τό «ὥς πότε θά ἀποστρέφῃς τό πρόσωπόν σου ἀπό ἐμέ; » (Ψαλμ. 12, 2). ἀμέσως μεταβαίνει εἰς τό κακόν τῶν ἀθέων. Αὐτοί, ὅταν τούς εὕρῃ κάποια μικρά δυσκολία εἰς τήν ζωήν, ἐπειδή δέν ἠμποροῦν νά ὑποφέρουν τάς δυσκολωτέρας περιστάσεις τῶν πραγμάτων, ἀμέσως ἀμφιβάλλουν μέ τήν διάνοιάν των, ἐάν ὑπάρχῃ Θεός πού φροντίζει διά τά ἐδῶ πράγματα, ἐάν παρατηρῇ τό καθένα ἀπ᾿ αὐτά, ἐάν ἀποδίδῃ δικαιοσύνην εἰς τόν καθένα κατ᾿ ἀξίαν.
Ἔπειτα ὅταν ἰδοῦν τούς ἑαυτούς των νά παραμένουν περισσότερον εἰς τά δυσάρεστα ἐμπεδώνουν τό πονηρόν δόγμα καί ἀποφαίνονται εἰς τάς καρδίας των ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός. «Ὁ ἄφρων εἶπε μέσα του· δέν ὑπάρχει Θεός» (Ψαλμ. 13, 1). Καί αὐτό ἀφοῦ τό βάλλῃ εἰς τό μυαλόν του, διαπράττει λοιπόν ἀφθόνως κάθε ἁμαρτίαν. Διότι ἐάν δέν ὑπάρχῃ αὐτός πού ἐπιβλέπει, ἐάν δέν ὑπάρχῃ αὐτός πού ἀνταποδίδει εἰς τόν καθένα ἀνάλογα μέ τάς πράξεις τῆς ζωῆς του, τί ἐμποδίζει νά καταδυναστεύωμεν τόν πτωχόν, νά σκοτώνωμεν τά ὀρφανά, νά φονεύωμεν τήν χήραν καί τόν πάροικον, νά ἀποτολμοῦμεν κάθε ἀνοσιούργημα, νά μολυνώμεθα μέ ἀκάθαρτα καί βδελυρά πάθη καί μέ ὅλας τάς κτηνώδεις ἐπιθυμίας; Διά τοῦτο ὡς συνέπειαν τοῦ ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός, ἐπρόσθεσε τό, «διεφθάρησαν καί διέπραξαν βδελυρά ἔργα» (Ψαλμ. 13, 1). Διότι εἶναι ἀδύνατον νά ἐκτραποῦν ἀπό τόν σωστόν δρόμον, ἐάν αἱ ψυχαἱ των δέν ἀσθενήσουν ἀπό τήν ἀσθένειαν τῆς λήθης τοῦ Θεοῦ. Συνέχεια
Μεθέορτα Χριστουγέννων
Ἰωάννου Φουντούλη
Ἑωρτάσαμε Χ
άριτι θείᾳ, τήν ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου. Στά αὐτιά μας ἀντηχοῦν ἀκόμη οἱ χαρμόσυνοι ὕμνοι τῆς μεγάλης ἑορτῆς καί τά ἱερά ἀναγνώσματα. Ἡ μεγαλοπρεπής τελεσιουργία τοῦ ὑπερφυοῦς μυστηρίου μᾶς μετέφερε καί πάλι στό ἱερό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, τῆς πόλεως τῆς Ἰουδαίας, ὅπου ὁ Χριστός γεννᾶται ἐκ Παρθένου, ὅπου οἱ ποιμένες προσκυνοῦν καί οἱ μάγοι προσφέρουν τά βασιλικά των δῶρα. Ἐκεῖ ὅπου ἀντήχησαν γιά πρώτη φορά οἱ ἀγγελικές δοξολογίες, πού σήμαναν τό ὀρθρινό τῆς ἀνατολῆς τῆς νέας ἡμέρας, τῆς ἐπιφανείας τοῦ ἡλίου τῆς δικαιοσύνης.
Ὅσοι πιστοί νίκησαν τήν ραθυμία καί ἔσπευσαν ἐνωρίς στούς ναούς δέν θά λησμονήσουν ποτέ τήν ὑπερκοσμία ἀτμόσφαιρα, στήν ὁποία τούς μετέφερε ἡ λαμπρά ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου τῆς ἡμέρας αὐτῆς. Μέσα στό ἡμίφως τῶν τελευταίων ὡρῶν τῆς νυκτός, κάτω ἀπό τούς ὑποβλητικούς θόλους τῶν ναῶν μας, μέσα στούς χαρμοσύνους ὕμνους καί στά θυμιάματα νομίζει κανείς πώς βρίσκεται ἐκτός χώρου καί χρόνου. Τότε ἀκούει δωρικά, κοφτά, νά ἀναγινώσκεται τό συναξάριο τῆς ἡμέρας μέ τούς ἰαμβικούς του στίχους, ποίημα Χριστοφόρου τοῦ Μυτιληναίου:
«Τῇ 25ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός, ἡ κατά σάρκα Γέννησις τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θεός τό τεχθέν ἡ δέ μήτηρ παρθένος· Τί μεῖζον ἄλλο καινόν εἶδεν ἡ κτίσις; Τῆ αὐτῇ ἡμέρα, ἡ προσκύνησις τῶν Μάγων. Σέ προσκυνοῦσα τάξις ἐθνική, Λόγε, Τό πρός σέ δηλοῖ τῶν ἐθνῶν μέλλον σέβας. Τῇ αὐτῇ ἡμέρα μνήμη τῶν θεασαμένων ποιμένων τόν Κύριον. Ποίμνην ἀφέντες τήν ἑαυτῶν ποιμένες, ἰδεῖν καλόν σπεύδουσι Χριστόν ποιμένα. Αὐτῷ ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
Δέν γνωρίζει κανείς ἄν ζῇ στήν σημερινή ἐποχή ἤ στήν ἐποχή τοῦ Βυζαντίου ἤ στήν ἰδία νύκτα πού συνέβησαν τά γεγονότα αὐτά. Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι τό μυστήριο τῆς λατρείας μας. Θραύει τά σύνορα τῶν ἐποχῶν καί τῶν ρεόντων χρονικῶν σχημάτων τοῦ κόσμου τούτου. Παρόν, παρελθόν καί μέλλον ἰσοπεδώνονται. «Σήμερον» καί πάλι ὁ Χριστός γεννᾶται, ὅπως γεννήθηκε καί πέρισυ καί κατά τήν ἰδία ἡμέρα τῶν περασμένων αἰώνων, ὅπως θά γεννᾶται μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων, ὅπως ἀκριβῶς γεννήθηκε τήν θεία νύκτα τῶν Χριστουγέννων τοῦ πρώτου ἔτους τῆς χριστιανικῆς χρονολογίας. Μέσα στό πλαίσιο αὐτό αἰσθάνεται κανείς πώς ὁ Χριστός εἶναι «ἐχθές καί σήμερον καί ὁ αὐτός εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13, 8), πώς ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό σῶμά Του, αἰώνιο καί ἀγήραστο ὅπως Ἐκεῖνος. Πώς καί ὁ καθείς ἀπό μᾶς δέν εἶναι μόνος, ἀλλά ἕνα μέλος τῆς ἱερᾶς αὐτῆς κοινωνίας τῶν ἐν Χριστῷ ἀναγεννηθέντων ἀνθρώπων, γιά τήν ὁποία δέν ὑπάρχει φθορά καί χρόνος, χθές καί σήμερα καί αὔριο, ἀλλά ἕνα αἰώνιο καί ἄφθαρτο «σήμερα», τό ὁποῖο ζοῦν καί ἀπολαμβάνουν οἱ γενεές τῶν πιστῶν, πού ἐβαπτίσθησαν εἰς Χριστόν καί ἐνεδύθησαν τόν Χριστό. Πού συμβασιλεύουν μετά τοῦ Χριστοῦ, μαζί μέ τίς γενεές πού ἦλθαν καί θά ἔλθουν, χωρίς ὅμως νά παρέλθουν ποτέ, γιατί ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι «βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων καί ἡ δεσποτεία Του ἐν πάσῃ γενεᾷ καί γενεᾷ» (Ψαλμ. 144, 13).
Σέ προηγούμενο κείμενο εἴδαμε τήν κατά μίμησι τῆς περιόδου τοῦ Πάσχα ἀνάπτυξι τῆς προεορτίου περιόδου τῶν Χριστουγέννων. Εἴδαμε πώς μέ βάσι τά Χριστούγεννα, τήν 25η Δεκεμβρίου, καθωρίσθησαν οἱ πρό αὐτῆς ἑορτές, τῆς συλλήψεως τοῦ Προδρόμου, τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου καί τῆς γεννήσεως τοῦ Βαπτιστοῦ, πώς ἀνεπτύχθη βαθμηδόν ἡ τεσσαρακοστή τῶν Χριστουγέννων καί πώς ἡ κλιμακωτή ἀνάβασις πρός τήν μεγάλη ἑορτή καταλήγει καί ἀποκορυφώνεται στήν μεγάλη ἑβδομάδα καί στό Πάσχα, γιά νά εἰποῦμε ἔτσι, τῶν Χριστουγέννων. Τό Πάσχα ὅμως ἐπεκτείνεται καί πρός τά ἐμπρός· ἡ ἑβδομάς μετά ἀπό αὐτό εἶναι ἡ διακαινήσιμος, πού λογίζεται, κατά τίς τυπικές διατάξεις, σάν μία καί ἡ αὐτή πασχάλιος ἡμέρα· τήν ὀγδόη ἡμέρα εἶναι ἡ Κυριακή τοῦ Θωμᾶ, ἤ τοῦ Ἀντίπασχα, τύπος τῆς ὀγδοάδος τοῦ μέλλοντος· τήν τεσσαρακοστή ἡμέρα κλείεται ἡ πασχάλιος περίοδος μέ τήν ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως, τῆς εἰσόδου τοῦ Κυρίου ἐν σώματι εἰς τήν δόξαν αὐτοῦ, εἰς τά ἅγια τῶν ἁγίων τοῦ οὐρανοῦ.
Ἄς παρακολουθήσωμε τήν ἐπίδρασι τῆς πασχαλίου αὐτῆς περιόδου καί στήν διαμόρφωσι τῆς μετά τά Χριστούγεννα μεθεόρτου περιόδου. Ἐπί ἑπτά ἡμέρες ἑορτάζεται ἡ μεγάλη ἑορτή. Τήν 26η Δεκεμβρίου πανηγυρίζεται ἡ Σύναξις τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς μητρός τοῦ Χριστοῦ, καί ἀναμιμνησκόμεθα τήν εἰς Αἴγυπτον φυγήν τῆς ἁγίας οἰκογενείας. Τήν 29ην ἑορτάζεται ἡ μνήμη τῶν νηπίων τῆς Βηθλεέμ, πού ἐσφάγησαν ἀπό τόν Ἡρῴδη.Ἡ Κυριακή πού ἐμπίπτει στό διάστημα αὐτό, ἡ Κυριακή «μετά τήν Χριστοῦ Γέννησιν», εἶναι ἀφιερωμένη στόν Ἰωσήφ τόν μνήστορα τῆς Παρθένου, στόν Ἰάκωβο κατά σάρκα ἀδελφό τοῦ Κυρίου, υἱό τοῦ Ἰωσήφ ἀπό ἄλλη γυναῖκα πού εἶχε πρίν μνηστευθῆ τήν Θεοτόκο, καί τόν κοινό προπάτορα, τόν βασιλέα Δαυίδ. Καθ᾿ ὅλο τό ἑπταήμερο διάστημα οἱ ὕμνοι τῶν Χριστουγέννων συμπλέκονται μέ τήν ἀκολουθία τῶν καθ᾿ ἡμέραν ἁγίων καί ὁλόκληρος ἡ ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς ἐπαναλαμβάνεται κατά τήν ἀπόδοσί της, τήν 31η Δεκεμβρίου.
Παράλληλος πρός τήν Κυριακή τοῦ Θωμᾶ εἶναι ἡ ἑορτή τῆς Περιτομῆς τοῦ Χριστοῦ, κατά τόν μωσαϊκό νόμο, πού ἑορτάζομε τήν 1η Ἰανουαρίου, τήν ὀγδόη ἡμέρα ἀπό τά Χριστούγεννα. Ὅπως ἡ ἐμφάνισις τοῦ Κυρίου στόν Θωμᾶ συντελεῖ στήν ἐξακρίβωσι καί βεβαίωσι τοῦ ὑπερφυσικοῦ γεγονότος τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως καί ἀπό τόν πιό ἀμφιβάλλοντα καί δυστροποῦντα μαθητή, ἔτσι καί ἡ ὀκταήμερος περιτομή καί ἡ κατ᾿ αὐτήν ὀνοματοδοσία, ἀποτελεῖ τήν σφραγῖδα καί τήν βεβαίωσι τῆς τελείας ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ· τῆς προσλήψεως τῆς ἀνθρωπίνης μορφῆς ἀναλλοιώτως· τῆς πραγματικότητος τῆς ὑπερφυσικῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἐντάξεώς Του διά τοῦ σημείου τῆς περιτομῆς στόν λαό τοῦ Θεοῦ καί τῆς ὑπαγωγῆς Του στόν Νόμο. Ἡ ὀγδόη ἐκείνη ἡμέρα διά τῆς ἐμφανίσεως καί παρουσίας τοῦ ἀναστάντος ἐν τῷ μέσῳ τῶν μαθητῶν Του γίνεται τύπος τῆς ὀγδοάδος τοῦ μέλλοντος αἰῶνος καί τῆς κατ᾿ αὐτήν ἀδιαλείπτου παρουσίας καί ἀπολαύσεως τοῦ Χριστοῦ. Καί αὐτή, ἡ ὀγδόη ἀπό τῆς γεννήσεως ἡμέρα, «εἰκονίζει», κατά τούς ἱερούς ὑμνογράφους, «τήν τοῦ μέλλοντος ἄληκτον ζωήν» «φέρει τύπον τοῦ μέλλοντος», λόγῳ ἀκριβῶς τῆς ἐπισήμου παρουσίας ἐν σαρκί τοῦ Χριστοῦ μεταξύ τοῦ λαοῦ Του καί μεταξύ τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων.
Ἡ ἑορταστική περίοδος συνεχίζεται· παρεμβάλλεται ἡ ἑορτή τῶν Θεοφανείων μέ τά προεόρτια καί τά μεθέορτά της, πού παρατείνονται μέχρι τῆς 14ης Ἰανουαρίου γιά νά ἀρχίσῃ ἀπό τήν ἑπομένη ἡμέρα, τήν 15η, μία νέα προεόρτιος περίοδος, πού εἰσάγει τήν ἑορτή τῆς τεσσαρακοστῆς ἀπό τῆς γεννήσεως ἡμέρας, τήν ἑορτῆς τῆς Ὑπαπαντῆς τῆς 2ας Φεβρουαρίου. Εἶναι ἡ κατακλείς τῶν ἑορτῶν τῶν Χριστουγέννων, ἡ ἀπόδοσίς των κατά κάποιο τρόπο, τό παράλληλο τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως, τῆς τεσσαρακοστῆς ἀπό τοῦ Πάσχα ἡμέρας. Ὁ Χριστός ὡς βρέφος τεσσαρακονθήμερο εἰσέρχεται στόν ναό Του, στόν ἐπίγειο οὐρανό. Ἐκεῖ θά Τόν ἀναγνωρίσῃ ἡ προφητεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί θά ζητήσῃ τήν λῆξί της καί τήν ἀπόλυσί της μέ τό στόμα τοῦ δικαίου Συμεών καί τῆς προφήτιδος Ἄννης, γιατί ἦλθε ὁ προφητευόμενος καί ἀναμενόμενος, τό «φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν»καί ἡ«δόξα τοῦ λαοῦ» Του, τοῦ παλαιοῦ καί τοῦ νέου Ἰσραήλ. (Λουκ. 2, 32).
Αὐτός στίς γενικές του γραμμές εἶναι ὁ μεθέορτος κύκλος τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων. Μαζί μέ τόν προεόρτιο κύκλο, πού εἴδαμε ἄλλοτε καταλαμβάνει σχεδόν τό ἕν πέμπτον τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ἄν ἐκτός ἀπό αὐτά λάβωμε κατά νοῦν, ὅτι ἀπό τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων ἐξαρτᾶται καί ἡ σειρά τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν πού ἀναφέραμε, τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, τῆς συλλήψεως καί τῆς γεννήσεως τοῦ Προδρόμου, βλέπομε πόσον ἀκριβής εἶναι ὁ χαρακτηρισμός της ὡς πόλου τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ἡ ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου βρῆκε μέσα στήν λειτουργική πρᾶξι τῆς Ἐκκλησίας τήν δικαία καί ἁρμόζουσα θέσι της. Ἔγινε τό δεύτερο Πάσχα, ἡ πρώτη μετά τήν βασιλίδα καί κυρία τῶν ἑορτῶν ἑορτή, πού βαθμιαία ἔτεινε νά ἐξομοιωθῇ καί νά μιμηθῇ ἐκείνη, χωρίς ὅμως τελικά νά φθάσῃ καί στά μέτρα ἐκείνης.
Ἐπανερχόμεθα στό θέμα τῆς «Κυριακῆς μετά τήν Χριστοῦ Γέννησιν». Στά τρία πρόσωπα πού ἑορτάζονται κατ᾿ αὐτήν συνάπτονται τά θέματα τῆς προεορτίου καί μεθεόρτου περιόδου τῶν Χριστουγέννων. Ὁ Δαυίδ εἶναι ὁ ἀρχηγέτης τῆς βασιλικῆς δυναστείας τῶν Ἰουδαίων, ἀπό τήν ὁποία τό κατά σάρκα κατήγετο ὁ Χριστός. Ἐκεῖνος πού ἐδέχθη τήν προφητική ἐπαγγελία «ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας σου θήσομαι ἐπί τοῦ θρόνου σου» ( Ψαλμ. 131, 11). Ἡ «ρίζα τοῦ Ἰεσσαί», ἀπό τήν ὁποία, ὡς ἀπό ξηρά ράβδο, τήν ἀειπάρθενο Μαρία, ἐβλάστησε τό ἄνθος, ὁ Χριστός, ὁ βασιλεύς καί ὁ «ἡγούμενος» (Γενέσ. 49, 10), ἡ «προσδοκία» ἐθνῶν (Ἠσ. 11, 1).
Ὁ μνήστωρ Ἰωσήφ μακαρίζεται γιατί ἠξιώθη νά γίνῃ ὁ φρουρός καί φύλαξ τῆς Παρθένου Μαρίας καί πιστῶς νά ὑπηρετήσῃ τήν βουλή τοῦ Θεοῦ, προσφέροντας στήν Μαρία καί στόν νεογέννητον Ἰησοῦ τήν προστασία καί τήν φροντίδα πού εἶχαν ἀνάγκη. Εἶναι ὁ σύνδεσμος τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης. Μέ τά μάτια του εἶδε νά ἐκπληρώνωνται οἱ προφητεῖες καί τά αὐτιά του ἄκουσαν τίς ἀγγελικές φωνές πού ἐβεβαίωναν τήν ἔλευσι τοῦ Μεσσίου. Ὁ Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος καί πρῶτος μετά ταῦτα ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων ἐγκωμιάζεται καί αὐτός ὡς μάρτυς τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καί μέχρις αἵματος κήρυξ τῆς ἐνανθρωπήσεως. Ἔτσι ἀκριβῶς τούς ὑμνοῦν τά τροπάρια τῆς Κυριακῆς, τά τρία στιχηρά τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ α´ ἤχου, προσόμοια τοῦ «Τῶν οὐρανίων ταγμάτων». Τό πρῶτο ἀναφέρεται στόν Δαυίδ, τό δεύτερο στόν Ἰωσήφ καί τό τρίτο στόν Ἰάκωβο. Ὁ Δαυίδ καί ὁ Ἰάκωβος συνάπτονται στό δοξαστικό τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. β´ ἤχου. Καί οἱ τρεῖς εἶναι οἱ διδάσκαλοι καί οἱ μάρτυρες τῆς γεννήσεως.
«Τόν θεοπάτορα πάντες, ἀνευφημήσωμεν
Δαυίδ τόν βασιλέα·
ἐκ γάρ τούτου προῆλθε ράβδος ἡ Παρθένος
καί ἐξ αὐτῆς ἀνατέταλκεν ἄνθος Χριστός
καί τόν Ἀδάμ σύν τῇ Εὔᾳ
ἐκ τῆς φθορᾶς ἀνεπλάσατο ὡς εὔσπλαγχνος».
«Τῶν προφητῶν τάς προρρήσεις
εἶδεν ἐν γήρᾳ σαφῶς ὁ Ἰωσήφ ὁ μνήστωρ
ἐμφανῶς πληρουμένας,
μνηστείας λαχών ξένης,
χρηματισμούς τῶν ἀγγέλων δεξάμενος·
Δόξα Θεῷ ἐκβοώντων,
ὅτι ἐν γῇ τήν εἰρήνην ἐδωρήσατο».
«Τόν ἀδελφόθεον πάντες ἀνευφημήσωμεν,
ὡς ἱεράρχην ὄντα,
μαρτυρίῳ δέ πάλιν ἐμπρέψαντα γενναίως,
οὗ ταῖς εὐχαῖς, Ἰησοῦ ὁ Θεός ἡμῶν,
ὁ ἐν σπηλαίῳ καί φάτνῃ σπαργανωθείς,
σῶσον πάντας τούς ὑμνοῦντάς σε».
«Μνήνην ἐπιτελοῦμεν Δαυίδ καί Ἰακώβου, εὐσεβοῦς βασιλέως προφήτου καί ἀποστόλου πρώτου ἐπισκόπου· αὐτῶν γάρ τοῖς διδάγμασι πλάνης ἀπαλλαγέντες, Χριστόν δοξολογοῦμεν τόν ἐκ παρθένου ἀνατείλαντα, τόν καί σαρκωθέντα σῶσαι τάς ψυχάς ἡμῶν».
Tήν κοινή πάλι ἀνύμνησί των ὡς ὑπηρετῶν τοῦ μυστηρίου τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἐπαναλαμβάνει καί ὁ ποιητής τοῦ ὡραίου ἐξαποστειλαρίου, προσομίου τοῦ «Τοῖς μαθηταῖς συνέλθωμεν»:
«Σύν Ἰακώβῳ μέλψωμεν τῷ κλεινῷ θεαδέλφῳ
Δαυίδ τόν θεοπάτορα, Ἰωσήφ τε τόν θεῖον,
τῆς Θεοτόκου μνήστορα·
τοῦ Χριστοῦ γάρ τῇ θείᾳ Γεννήσει καθυπούργησαν
Βηθλεέμ ἐν τῇ πόλει θεοπρεπῶς,
μετ᾿ ἀγγέλων, μάγων τε καί ποιμένων,
αὐτῷ τόν ὕμνον ᾄδοντες, ὡς Θεῷ καί δεσπότῃ».
Ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων εἶναι ἡ κατ᾿ ἐξοχήν ἑορτή τῆς προφητείας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Αὐτή ἀποτελεῖ τό μεταίχμιο μεταξύ τῶν δύο Διαθηκῶν. Ἡ Παλαιά προλέγει καί προπαρασκευάζει τήν ἔλευσι τοῦ Χριστοῦ καί λήγει μέ τήν γέννησί Του. Ἡ Καινή ἀρχίζει μέ τήν ἡμέρα τῆς σαρκώσεως. Εἶναι ἡ «ἡμέρα τοῦ Κυρίου ἡ μεγάλη καί ἐπιφανής», πού προλέγει ὁ προφήτης Ἰωήλ (κεφ. 3, 4). Ὁ Θεός ἔδωσε στήν γῆ καί στόν οὐρανό τά ὑπεσχημένα Του ὑπερφυσικά τέρατα· τό αἷμα, τό πῦρ καί τήν ἀτμίδα καπνοῦ (Ἰωήλ 3, 3). Αὐτῶν τῶν τεράτων θεαταί καί μάρτυρες οἱ προφῆται τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μέ ἔξαρχο τό Δαυίδ καί οἱ ἱεροί ἄνδρες τῆς Καινῆς μέ πρωτοστάτας τά δύο μέλη τῆς ἁγίας οἰκογενείας, τόν Ἰωσήφ τόν μνήστορα καί τόν Ἰακωβο τόν ἀδελφόθεο, ἔρχονται νά συνεορτάσουν μέ τόν λαό τοῦ Θεοῦ τήν πλήρωσι τῶν προφητειῶν, τό μέγα μυστήριο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως. Τήν λύσι καί φανέρωσι τοῦ προφητικοῦ αἰνίγματος. Αἷμα τήν σάρκωσιν τοῦ Λόγου, πῦρ τήν Θεότητα, ἀτμίδα καπνοῦ τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Αὐτό ἀκριβῶς θά ἀκούσωμε νά θεολογῇ ὁ ποιητής Ἀνατόλιος στό δοξαστικό τῶν αἴνων τοῦ πλ. δ´ ἤχου:
«Αἷμα καί πῦρ καί ἀτμίδα καπνοῦ,
τέρατα γῆς, ἅ προεῖδεν Ἰωήλ·
αἷμα τήν σάρκωσιν· πῦρ τήν Θεότητα·
ἀτμίδα δέ καπνοῦ τό Πνεῦμα τό ἅγιον,
τό ἐπελθόν τῇ Παρθένῳ
καί κόσμον εὐωδιάσαν.
Μέγα τό μυστήριον τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως,
Κύριε, δόξα σοι».
Προεόρτια Χριστουγέννων
Ι. Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ
Σέ λίγες ἡμέρες θά ἑορτάσωμε τήν μεγάλην ἑορτή τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων. Τό γεγονός τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου θά ξαναφέρῃ ἡ Ἐκκλησία μπροστά στά μάτια τῆς ψυχῆς μας καί θά μᾶς καλέσῃ νά προσκυνήσωμε μαζί μέ τούς ποιμένας καί μέ τούς μάγους τόν γεννηθέντα βασιλέα καί νά ὑμνολογήσωμε μαζί μέ τίς στρατιές τῶν οὐρανίων ἀγγέλων τήν ἐνανθρώπησι τοῦ Θεοῦ τῆς εἰρήνης καί τῆς ἀγάπης. Τό «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία», ὁ ἀγγελικός ὕμνος τῆς γεννήσεως (Λουκ. 2, 3), θά ἀντηχήσῃ καί πάλι στούς ναούς μας. Στό νεογέννητο βρέφος τῆς Βηθλεέμ θά ἰδοῦμε τόν τεχθέντα Σωτῆρά μας, τόν ἐνανθρωπήσαντα Θεό. Σ᾿ αὐτό τό βρέφος θά ἀντικρύσωμε τήν «λύτρωσιν» πού «ἀπέστειλεν ὁ Κύριος τῷ λαῷ αὐτοῦ» (Ψαλμ. 110, 9), γιατί μέσα στό βρεφικό του σῶμα δέν κρύβεται μόνον ὁ Θεός, ἀλλά καί τό πλήρωμα τῆς σωτηρίας μας, ἡ ἀνακαίνισις καί ἡ θέωσις τῆς φθαρτῆς μας φύσεως, ἡ καινή κτίσις· ὁ ἄνθρωπος πού γίνεται Θεός, αὐτό τό μυστήριο τῆς σωτηρίας καί τῆς λυτρώσεως ὅλων ἡμῶν.
Ἀκριβῶς δέ λόγῳ τῆς θεολογικῆς της αὐτῆς σπουδαιότητος ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων ἀποτελεῖ μαζί μέ τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα τούς δύο μεγάλους πόλους γύρω ἀπό τούς ὁποίους στρέφεται τό λειτουργικό ἔτος. Τό Πάσχα εἶναι ἡ κορωνίς τῶν κινητῶν καί τά Χριστούγεννα τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν. Εἰδικά δέ ἡ ἑορτή τῶν Χριστούγεννων εἶναι ἡ «μητρόπολις» τῶν ἑορτῶν κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο (Εἰς τόν μακάριον Φιλογόνιον, 3), γιατί τό γεγονός πού ἑορτάζομε κατ᾿ αὐτή εἶναι ἡ προϋπόθεσις ὅλων τῶν ἄλλων σταθμῶν τῆς σωτηρίας μας. Ἄν δέν ἐγεννᾶτο ὁ Χριστός οὔτε θά ἐβαπτίζετο, οὔτε θά ἐδίδασκε καί θά ἐθαυματούργει, οὔτε θά ἔπασχε καί θά ἀνίστατο. Ἤδη μέ τήν γέννησι τοῦ Χριστοῦ ἡ σωτηρία τοῦ γένους μας ἔχει δυνάμει συντελεσθῆ. Ἡ θεία καί ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἔχουν ἑνωθῆ ἐν Χριστῷ. Ὁ Θεός καί ἄνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός ἀποτελεῖ τήν ζῶσαν εἰκόνα καί τήν ἐγγύησι τῆς μελλοντικῆς ἐν Χριστῷ ἀνακεφαλαιώσεως τῶν πάντων.
Θά περίμενε κανείς ὕστερα ἀπό ὅλα αὐτά ἡ ἑορτή τῶν Χριστούγεννων νά εἶναι καί ἡ χρονολογικῶς πρώτη ἑορτή τοῦ χριστιανικοῦ ἡμερολογίου. Ἡ ἑορτή ὅμως τοῦ Πάσχα καί ἡ καθ᾿ ἑβδομάδα ἐπανάληψίς της, ἡ Κυριακή, εἶναι κατά πολύ ἀρχαιοτέρα ἀπό τά Χριστούγεννα. Γιά πρώτη φορά κατά τά μέσα τοῦ Β´ αἰῶνος αἱρετικές γνωστικές παραφυάδες ἀρχίζουν νά ἑορτάζουν τά Χριστούγεννα μαζί μέ τήν Βάπτισι τοῦ Χριστοῦ τήν παλαιά ἡμερομηνία τοῦ χειμερινοῦ ἡλιοστασίου, στάς 6 δηλαδή Ἰανουαρίου. Μέχρι τόν Δ´ αἰῶνα στήν Ἀνατολή συνεώρταζαν τήν ἡμέρα αὐτή τίς δύο αὐτές ἑορτές μέ τό ὄνομα «Ἐπιφάνεια» ἤ «Θεοφάνεια». Συνέχεια
«Προεορτάσωμεν πιστοί!»
π.Thomas Hopko
Ὁ προεόρτιος ἑορτασμὸς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου ξεκινᾶ γιὰ τὰ καλὰ πέντε μέρες πρὶν τὰ Χριστούγεννα. Οἱ ἀκολουθίες κάθε μιᾶς ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἡμέρες καλοῦν τοὺς πιστοὺς νὰ προετοιμαστοῦν γιὰ τὴν ἑορτὴ καὶ νὰ προετοιμάσουν τὴν πανήγυρή της.
«Ἂς προεορτάσουμε λαοὶ τὰ Γενέθλια τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀφοῦ ὑψώσουμε τὸ νοῦ ἂς πᾶμε μὲ τὴ διάνοια στὴ Βηθλεὲμ καὶ ἂς δοῦμε μὲ τοὺς λογισμοὺς τῆς ψυχῆς τὴν Παρθένο ποὺ σπεύδει νὰ γεννήσει στὸ Σπήλαιο τὸν Κύριο τῶν ὅλων καὶ Θεό μας· Ἐκείνου, βλέποντας ὁ Ἰωσὴφ τὸ μέγεθος τῶν θαυμάτων, νόμιζε πὼς θεωροῦσε ἄνθρωπο νὰ σπαργανώνεται ὡς βρέφος· ἐννοοῦσε ὅμως ἀπὸ τὰ φαινόμενα πὼς εἶναι Θεὸς ἀληθινός, ποὺ παρέχει στὶς ψυχές μας τὸ μέγα ἔλεος».
«Ἂς προεορτάσουμε λαοὶ τὰ Γενέθλια του Χριστοῦ καὶ ἀφοῦ ὑψώσουμε τὸ νοῦ ἂς πᾶμε μὲ τὴ διάνοια στὴ Βηθλεὲμ καὶ ἂς δοῦμε τὸ μέγα μυστήριο ποὺ στὸ σπήλαιο συντελεῖται. Διότι ἄνοιξε ἡ Ἐδὲμ ἀφοῦ ὁ Θεὸς προβάλλει ἀπὸ Παρθένο Ἁγνή, παραμένοντας ὁ ἴδιος τέλειος καὶ στὴ θεότητα καὶ στὴν ἀνθρωπότητά Του. Ἂς κραυγάσουμε λοιπόν· Ἅγιος ὁ Θεός, ὁ Πατέρας ποὺ ἀρχὴ δὲν ἔχει, Ἅγιος Ἰσχυρός, ὁ Υἱὸς ποὺ σαρκώθηκε· Ἅγιος Ἀθάνατος, τὸ Πνεῦμα ποὺ τὴν παρηγοριὰ προσφέρει. Τριάδα Ἁγία, δόξα σὲ Σένα».
«Προεορτάσωμεν πιστοί! Ἀναχθῶμεν τὴ διάνοια! Ἐπάραντες τὸν νοῦν!». Αὐτὰ δὲν εἶναι ἁπλὰ ἐπιφωνήματα ἐνθουσιαστικῆς εὐλάβειας καὶ συναισθηματικῆς ἀφοσιώσεως γιὰ τοὺς λίγους παράξενους ἀνθρώπους ποὺ ἀρέσκονται σὲ τέτοιου εἴδους πράγματα. Εἶναι προτροπὲς καὶ ἐντολὲς ποὺ εἶναι οὐσιαστικὲς γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ ὅλων τῶν ἀνθρώπων ποὺ πρέπει νὰ τὶς προσέχουν καὶ νὰ ὑπακούουν σὰν νὰ ἐξαρτιόταν ἡ ζωή τους ἀπὸ αὐτές. Γιατί στ’ ἀλήθεια ἐξαρτᾶται.
Δημιουργηθήκαμε γιὰ νὰ δοξάζουμε τὶς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν Ἴδιο τὸν Θεό. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς ὑπάρξεώς μας. Εἶναι ἡ οὐσία τῆς ζωῆς μας. Κάθε ἀνθρώπινη ἁμαρτία, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ «προπατορικοῦ ἁμαρτήματος», τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας, εἶναι ἡ ἀποτυχία νὰ ἑορτάσουμε πρεπόντως αὐτὸ ποὺ ὁ Θεὸς εἶναι καὶ κάνει, γιὰ χάρη ἐκείνων ποὺ ἔχουν πλασθεῖ κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσή Του. Συνέχεια
Τὰ δῶρα τῶν Μάγων
Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς,
«Καὶ ἀνοίξαντες τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν» (Ματθ. Β΄11).
Τρία δῶρα ἔφεραν στὸ νεογέννητο Βασιλιά. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλουν συμβόλισαν τὴν ἁγία καὶ ζωοποιὸ Τριάδα, στὸ ὄνομα τῆς Ὁποίας ἦρθε στὸν κόσμο τὸ παιδὶ Ἰησοῦς, ἀλλὰ καὶ τὴν τριπλή διακονία τοῦ Κυρίου: τὴ βασιλική, τὴν ἱερατικὴ καὶ τὴν προφητική, γιατί ὁ χρυσὸς συμβολίζει τὴν αὐτοκρατορική, τὸ λιβάνι τὴν ἱερατικὴ καὶ ἡ σμύρνα τὴν προφητικὴ ἢ τὴ θυσιαστική. Τὸ νεογέννητο βρέφος θὰ γινόταν ὁ Βασιλιᾶς τοῦ ἀθάνατου βασιλείου, ὁ ἀναμάρτητος ἱερέας καὶ προφήτης καί, ὅπως οἱ περισσότεροι προφῆτες πρὶν ἀπ’ Αὐτόν, θὰ θανατωνόταν.
Ὅλοι τὸ γνωρίζουν πὼς ὁ χρυσὸς μαρτυρεῖ κάποιον βασιλιὰ καὶ τὴ βασιλεία του. Ὅλοι γνωρίζουν πὼς τὸ λιβάνι μαρτυρεῖ ἱερωσύνη καὶ προσευχή. Κι ἐπίσης ὅλοι γνωρίζουν ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ πὼς τὸ λιβάνι μαρτυρεῖ τὴ θνητότητα. Ὁ Νικόδημος ἄλειψε τὸ σῶμα τοῦ νεκροῦ Ἰησοῦ μὲ μύρα (Ἰωάν. Ιθ΄ 39-40). Ἄλειφαν τὰ σώματα γιὰ νὰ τὰ διατηρήσουν κάπως περισσότερο ἀπὸ τὴ φθορὰ τοῦ θανάτου. Ὁ κόσμος φωτίστηκε ἀπὸ τὸν Χριστό, ποὺ ἔλαμψε σὰν χρυσός. Καὶ γέμισε ἀπὸ προσευχὲς καὶ θυμιάματα, ὅπως ἕνας ναός. Ἡ οἰκουμένη ὁλόκληρη γέμισε ἀπὸ τὸ ἄρωμα τῆς διδασκαλίας Του.
Τὰ τρία δῶρα ὅμως συμβολίζουν ἐπίσης τὴν καρτερία καὶ τὸ ἀμετάβλητο. Ὁ χρυσὸς παραμένει χρυσός, τὸ λιβάνι παραμένει λιβάνι καὶ τὸ μύρο παραμένει μύρο. Κανένα ἀπ’ αὐτὰ δὲ χάνει τὴν ἰδιότητά του ὅσα χρόνια κι ἂν περάσουν. Μετὰ ἀπὸ χίλια χρόνια ὁ χρυσὸς ἐξακολουθεῖ νὰ λάμπει, τὸ λιβάνι νὰ καίει καὶ τὸ μύρο διατηρεῖ τὸ ἄρωμά του. Δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ βρεθοῦν ἄλλα πιὸ ἀντιπροσωπευτικὰ ἀντικείμενα στὴ γῆ ποὺ νὰ συμβολίζουν τόσο πιστὰ τὴν ἐπίγεια ἀποστολὴ τοῦ Χριστοῦ ἢ νὰ δείχνουν πιὸ καθαρὰ καὶ ἐκφραστικὰ τὸν αἰώνιο χαρακτήρα τοῦ ἔργου Του στὴ γῆ, καθὼς καὶ ὅλες τὶς πνευματικὲς καὶ ἠθικὲς ἀξίες ποὺ ἔφερε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὸν κόσμο. Ἔφερε τὴν ἀλήθεια, τὴν προσευχή, τὴν ἀθανασία. Συνέχεια
Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο
Ἅγιος Ιουστίνος Πόποβιτς:
Κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο ( Ἰωάν. 1, 14). Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη καὶ ἡ μεγαλυτέρα χαρμόσυνος ἀγγελία, τὸ πιὸ μεγάλο «εὐαγγέλιον», ποὺ ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ ὁ Θεὸς εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ ὁ οὐρανὸς εἰς τὴν γῆν. Ἐὰν θέλετε, ὁλόκληρον τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς ἀποτελεῖται ἀπὸ τέσσαρες λέξεις: «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο». Ἔξω ἀπὸ αὐτὸ καὶ χωρὶς αὐτό, ἄλλος εὐαγγελισμὸς δὲν ὑπάρχει διὰ τὸν ἄνθρωπον, οὔτε εἰς αὐτὸν οὔτε εἰς τὸν ἄλλον κόσμον.
Ἐδῶ εὑρίσκεται κάθε τί, τὸ ὁποῖον εἶναι αἰωνίως ἀναγκαῖον διὰ τὴν ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν εἰς ὅλους τοὺς κόσμους. Μοναδικὸν χαρμόσυνον μήνυμα διὰ τὴν ὕλην εἰς ὅλας τὰς μορφάς της. Ἀπὸ τὴν πλέον σκληρὰν καὶ πυκνὴν ὕλην τοῦ ἀδάμαντος, μέχρι τὴν πλέον λεπτὴν καὶ ἀφανὴ τοῦ ἠλεκτρονίου καὶ φωτονίου. «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Λόγος ἔγινε Θεοσάρξ, οὕτως ὥστε οὔτε ὁ Θεὸς παύει νὰ εἶναι Θεός, οὔτε ἡ σὰρξ νὰ εἶναι σάρξ. Μόνον ποὺ ἡ σὰρξ ἐν τῇ μυστικῇ ἀλλὰ πραγματικῇ ἑνώσει της μὲ τὸν Θεὸν ζῇ καὶ ἀκτινοβολεῖ ὅλας τὰς τελειότητας τοῦ Θεοῦ. «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο» σημαίνει: ὁ Λόγος ἔγινε ψυχή, Θεο-ψυχή, ἀλλὰ παρὰ ταῦτα ὁ Θεὸς παραμένει Θεὸς καὶ ἡ ψυχὴ ψυχή. Μόνον ποὺ ἡ ψυχὴ περιπατεῖ εἰς τοὺς δρόμους τῶν αἰωνίων καὶ χαροποιῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ εἰς ὅλους τοὺς ὁρατοὺς καὶ ἀοράτους κόσμους.
«Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο», σημαίνει καὶ τοῦτο: ὁ Λόγος ἔγινεν αἴσθησις, Θεο-αἴσθησις. Ἐν τούτοις, ὁ Θεὸς δὲν παύει νὰ εἶναι Θεός, ἂν καὶ ἔγινεν ἀνθρωπίνη αἴσθησις, ἐνῷ πάλιν ἡ αἴσθησις παραμένει ἀνθρωπίνη αἴσθησις. Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἡ αἴσθησις ζῇ ὅλον τὸ θεῖον ἄπειρον ὡς ἰδικόν της. Συνέχεια
Ὁ Χριστὸς γεννήθηκε!
Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς
Ὁ Χριστός, ὁ Θεός, γεννήθηκε στὴ γῆ ὡς ἄνθρωπος.
Γιατί;
Γιὰ νὰ μᾶς ἐξηγήσει μὲ τὴ Γέννησή Του τὴ γέννησή μας.
Ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος Θεός.
Νά, μέσα σʼ αὐτὸ περιλαμβάνεται ὅλο τὸ μυστήριο τῆς θαυμαστῆς Γεννήσεως τοῦ Θεανθρώπου τὴν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων.
Μέσα σʼ αὐτὸ περιέχεται ὁλόκληρο τὸ Εὐαγγέλιό Του καὶ ὅλη ἡ Ἐκκλησία Του καὶ κάθε τί ποὺ βρίσκεται μέσα σʼ Αὐτήν.
Ὅλα τὰ ἅγια Μυστήρια καὶ ὅλες οἱ ἅγιες ἀρετὲς καὶ μέσα σʼ αὐτὲς ὅλες οἱ ἅγιες θεϊκὲς δυνάμεις.
Ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Σωτήρα Χριστοῦ στὴ γῆ, ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς Θεότητας, ὅλος ὁ Θεὸς βρίσκεται σωματικὰ παρὼν στὸν δικό μας ἀνθρώπινο κόσμο γιὰ νὰ γεμίσουμε ἐμεῖς μὲ αὐτὸ τὸ πλήρωμα τῆς Θεότητας.
Καὶ ἔτσι νὰ πραγματοποιήσουμε τὸν σκοπὸ ποὺ ὁ Ἴδιος ὁ Θεὸς ἔθεσε, γιὰ τὸ ἀνθρώπινο εἶναι μας, γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ζωή μας, γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξή μας.
Τὸν μόνο ἀληθινὸ καὶ ἀθάνατο σκοπὸ καὶ γιὰ μένα καὶ γιὰ σένα καὶ γιὰ τὸν κάθε ἄνθρωπο.
Ώ, πῶς ἐμεῖς τὰ ἄθλια ἀνθρώπινα ὄντα νὰ φθάσουμε σʼ αὐτὸν τὸν ὕψιστο σκοπό;
Μέσῳ τῶν ἁγίων Μυστηρίων τοῦ Χριστοῦ ποὺ ὑπάρχουν στὴν ἁγία Ἐκκλησία Του, καὶ μέσῳ τῶν ἁγίων ἀρετῶν ποὺ ὑπάρχουν μέσα σʼ Αὐτήν.
Ὅταν ζοῦμε μέσα σʼ αὐτὲς τὶς ἀρετὲς καὶ μέσῳ αὐτῶν ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς γεμίζει μὲ ὅλες τὶς θεϊκὲς δυνάμεις, ποὺ εἶναι ἀναγκαῖες γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ὥστε νὰ ζήσει ἐν Θεῷ καὶ μαζὶ μὲ τὸν Θεό, τόσο σʼ αὐτὸν ὅσο καὶ στὸν ἄλλο κόσμο.
Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ὁ καθένας γίνεται «Θεὸς κατὰ χάριν», κι αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθεῖ μόνο μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου μας, τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ποὺ ἐλεεῖ ὅλους τούς ἀνθρώπους…
Ἡ ἐπίτευξη τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ ἀρχίζει μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα καὶ ὁλοκληρώνεται μὲ τὴ θέωση.
Στὸ Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος ντύνεσαι τὸν Ἴδιο τὸν Χριστό.
Στὴ Θεία Κοινωνία ὑποδέχεσαι ὁλόκληρο τὸν Θεό.
Νά, εἶσαι Χριστοφόρος χριστιανέ!
Εἶσαι Θεοφόρος!
Νά, ζεῖς, ὅπως ὁ μικρὸς «Θεὸς κατὰ χάριν».
Νά, ζεῖς μὲ τὸν Χριστὸ καὶ γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ, γιατί Αὐτὸς ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ μόνο λογικὸ καὶ χαρμόσυνο νόημα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης καὶ γιὰ μένα καὶ γιὰ σένα καὶ γιὰ τὸν κάθε ἄνθρωπο.
Γιʼ αὐτό: ὅλα γιὰ τὸν Χριστό, τὸν Χριστὸ νὰ μὴν Τὸν ἀνταλλάξεις μὲ τίποτε!
Ἂς εἶναι Αὐτὸς –ὁ θαυμαστὸς καὶ ἐλεήμονας πρὸς ὅλους τούς ἀνθρώπους – Κύριος καὶ Σωτήρας μας. «Αὐτὸς πρῶτος σὲ ὅλα», μέσα σὲ ὅλη τὴ ζωή μου, σὲ ὅλη τὴ ζωή σου καὶ τὴ ζωὴ τοῦ κάθε ἀνθρώπου, τὴ ζωὴ ποὺ ἀρχίζει ἐδῶ στὴ γῆ, γιὰ νὰ συνεχιστεῖ σὲ ὁλόκληρη τὴν αἰωνιότητα, σὲ ὅλους τοὺς οὐράνιους Θείους κόσμους.
Γιʼ αὐτὸ πάλι καὶ πολλὲς φορὲς ἐπαναλαμβάνω τὴ χαρμόσυνη φωνὴ καὶ τὸν ἀγγελικὸ χαιρετισμό:
ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ!
Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο
Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου:
Βίβλος τῶν Ἠθικῶν, Λόγος Α´.
Κεφάλαιο γ΄: Περὶ τῆς τοῦ Λόγου Σαρκώσεως καὶ κατὰ τίνα τρόπον δι᾿ ὑμᾶς ἐσαρκώθη.
Γιὰ νὰ προσεγγίσουμε τὴν σάρκωση τοῦ Λόγου καὶ τὴν ἀπόῤῥητη γέννησή του ἀπὸ τὴν ἀειπάρθενο Μαρία καὶ νὰ κατανοήσουμε καλὰ τὸ μυστήριο τῆς Οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ γένους μας τὸ κρυμμένο πρὸ τῶν αἰώνων (Ἐφες. 3: 9), θὰ μᾶς βοηθήσει ἡ ἑξῆς γνωστὴ εἰκόνα:
Κατὰ τὴν δημιουργία τῆς προμήτορος Εὔας ὁ Θεὸς πῆρε τὴν ἔμψυχη πλευρὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τὴν ὁλοκλήρωσε σὲ γυναῖκα, γι᾿ αὐτὸ δὲν ἐμφύσησε σ᾿ αὐτὴν πνοὴ ζωῆς καθὼς καὶ στὸν Ἀδάμ, ἀλλὰ τὸ μέρος ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὴν σάρκα του τὸ τελειοποίησε σὲ ὁλόκληρο σῶμα γυναικός, τὴν δὲ ἀπαρχὴ τοῦ πνεύματος ποὺ ἔλαβε μαζὶ μὲ τὴν ἔμψυχη σάρκα τὴν τελειοποίησε σὲ ψυχὴ ζωντανὴ δημιουργώντας μὲ τὰ δυὸ μαζὶ ἕναν ἄλλον ἄνθρωπο. Κατὰ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο ὁ πλαστουργὸς καὶ κτίστης Θεὸς πῆρε ἀπὸ τὴν Ἁγία Μαρία ἔμψυχη σάρκα σὰν ζύμη καὶ μικρὴ ἀπαρχὴ ἀπὸ τὸ φύραμα τῆς φύσεώς μας -δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα μαζὶ- καὶ τὴν ἕνωσε μὲ τὴν δική του ἀκατάληπτη καὶ ἀπρόσιτη Θεότητα. Ἢ μᾶλλον ἕνωσε πραγματικὰ ὅλη τὴν ὑπόσταση τῆς Θεότητός του μὲ τὴν δική μας φύση, τὴν ἔσμιξε ἄμικτα μ᾿ αὐτὴ καὶ τὴν ἔκανε ἅγιο ναό του. Ἔτσι ὁ ποιητὴς τοῦ Ἀδὰμ ἔγινε ἀτρέπτως καὶ ἀναλλοιώτως τέλειος ἄνθρωπος.
Ὅπως ἀκριβῶς λοιπὸν ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Ἀδὰμ ἔπλασε τὴν γυναῖκα, ἔτσι, ἀφοῦ δανείστηκε τὴν σάρκα ἀπὸ τὴν θυγατέρα τοῦ Ἀδὰμ τὴν ἀειπάρθενο καὶ Θεοτόκο Μαρία καὶ τὴν ἔλαβε χωρὶς σπορά, γεννήθηκε κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο μὲ τὸν πρωτόπλαστο. Ὥστε ὅπως ἀκριβῶς ὁ Ἀδὰμ μὲ τὴν παράβαση ἔγινε ἡ ἀρχὴ τῆς γεννήσεώς μας στὴν φθορὰ καὶ στὸν θάνατο, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς καὶ Θεός μας μὲ τὴν ἐκπλήρωση κάθε δικαιοσύνης ἔγινε ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἀναγεννήσεώς μας στὴν ἀφθαρσία καὶ τὴν ἀθανασία. Αὐτὸ ἐννοεῖ ὁ θεῖος Παῦλος ὅταν λέει: «Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος πλάστηκε ἀπὸ τὴ γῆ χοϊκός. Ὁ δεύτερος ἄνθρωπος, δηλαδὴ ὁ Κύριος, εἶναι ἐπουράνιος. Ὅ,τι λογῆς ἦταν ὁ χοϊκὸς τέτοιοι εἶναι καὶ ὅλοι οἱ χοϊκοὶ καὶ ὅ,τι λογῆς εἶναι ὁ ἐπουράνιος τέτοιοι εἶναι καὶ ὅλοι ὅσοι γίνονται ἐπουράνιοι δι᾿ αὐτοῦ.» (Α´ Κορ. ιε´ 47-48). Καὶ πάλι: «Ἡ ἀπαρχὴ εἶναι ὁ Χριστός, ἔπειτα ὅσοι εἶναι τοῦ Χριστοῦ.» (Α´ Κορ. ιε´ 23). Συνέχεια
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ
Ἁγίου Φιλαρέττου Μόσχας
«Καὶ ἐξαίφνης ἐγένετο σύν τῷ ἀγγέλῳ πλῆθος στρατιᾶς οὐρανίου αἰνούντων τὸν Θεὸν καὶ λεγόντων· δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία»(Λουκ. 2, 13-14).
Σήμερα, χριστιανοί, σᾶς μιλοῦν οἱ ἄγγελοι, καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι σᾶς ὑποδείχνουν τί πρέπει νὰ κάνετε γιὰ νὰ ὑπακούσετε σὲ αὐτό τὸ ἄγγελμα. Ποιὰ διδασκαλία μποροῦσε νὰ εἶναι καλύτερη καὶ τί ἄλλο μένει νὰ ἐπιθυμήσετε; Ἕνας ἄγγελος ἐμφανίζεται καὶ λέει στοὺς ἀνθρώπους: «ἰδοὺ γὰρ εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην, ἥτις ἔσται παντὶ τῷ λαῷ, ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ». Οἱ ἄνθρωποι δὲν θὰ εἶχαν παρὰ νὰ ἀνταποκριθοῦν μὲ ἕνα αἰώνιο Ἀμὴν καὶ νὰ δοξάσουν τὸν Θεὸ γιὰ τὸ καλὸ ἄγγελμα. Κι ὅμως, γύρω ἀπὸ τὸν οὐράνιο ἀγγελιαφόρο, ἄλλοι ἄγγελοι συνάχθηκαν νὰ τὸν ἀκούσουν ἀχόρταγα. Καὶ ξαφνικά, δηλαδή μόλις πρόφερε τὴν χαρμόσυνη εἴδηση γιὰ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ, σύμπασα ἡ οὐράνια στρατιὰ ἀνεβόησε: «δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία!» Καὶ τόσο δυνατὰ ἔψαλαν τὸ θεϊκὸ ὕμνο τους, ὥστε ἀντηχοῦσε ὄχι μόνο στὰ οὐράνια δώματα πού κατοικοῦσαν, ἀλλά ἀκόμη καὶ στὰ πέρατα τῆς γῆς. Γιατί; Ἀναμφίβολα γιὰ νὰ ἐνωθεῖ ἡ φωνὴ τῆς γῆς μὲ τὴν οὐράνια καὶ νὰ ἑνώσουν οἱ ἄνθρωποι τὴ φωνή τους μὲ τὴ φωνὴ τῶν ἀγγέλων.
Ἂς ὑπακούσουμε λοιπὸν στὸ ἀγγελικὸ ἄγγελμα. «Δεῦτε ἀγαλλιασώμεθα τῷ Κυρίῳ, ἀλαλάξωμεν τῷ Θεῷ τῷ Σωτῆρι ἡμῶν». «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ!». Ἀλλά ἤδη εἴσαστε ἐδῶ γιὰ νὰ ἑορτάσετε τὴ γέννηση τοῦ Σωτῆρος. Ὁ ὕμνος πού ἡ Ἐκκλησία διδάχτηκε ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, δὲν ἀντηχεῖ μονάχα στοὺς ναοὺς τοῦ Θεοῦ ἀλλά καὶ μέσα στὶς κατοικίες σας. Ὁ ἀγγελικὸς λόγος, ἂν καὶ προφέρθηκε πρὶν τόσους αἰῶνες, κατέδειξε σήμερα ὅλη του τὴ δύναμη. Τὸ γεγονός, ὅπως φαίνεται, ἦρθε νὰ ἐπιβεβαιώσει τὴν ἐκπλήρωση. Συνέχεια
Δόξα ἐν ὑψίστοις…
Στέργιου Σάκκου
Τὰ Χριστούγεννα ἔχουν πάνω τους τὴ γλύκα τῆς γιορτῆς ἑνὸς παιδιοῦ. Ἕνας καινούργιος ἄνθρωπος γεννιέται ἀνάμεσά μας, ἕνα καινούργιο παιδὶ μᾶς χαμογελάει. Κι αὐτὸ τὸ παιδὶ δὲν εἶναι ξένο γιὰ κανένα μᾶς· εἶναι ὁ ἑαυτός μας, ποὺ γεννιέται μὲ τὴ θεία τοῦ ὀμορφιά, ἀνώτερη κι ἀπὸ τὸ πρῶτο κάλλος του, μὲ τὴν ὡραιότερη μορφή του στὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γιορτάζοντας ὁ πιστὸς τὰ Χριστούγεννα ζεῖ κάθε φορά ἕνα μεγάλο μυστήριο· τὴ γέννηση τῆς καινούργιας ἀνθρωπότητας.
Αὐτὰ δὲν εἶναι σχῆμα λόγου οὔτε κἄν λόγια. Σημαίνουν τὴν ἴδια τὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου στὸ πιὸ βαθὺ καὶ οὐσιαστικό της μέρος, τὴν ἱστορία τῆς ψυχῆς του. Σημαίνουν τὴ λύση ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς στὸ δράμα τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν δίπλα στὸ δρόμο τῆς ἐξορίας του ἀπὸ τὸ παράδεισο, χάραξε γι’ αὐτὸν παράλληλα καὶ τὸ δρόμο τῆς λυτρώσεώς του.
Τὰ Χριστούγεννα οἱ δύο αὐτοὶ δρόμοι συναντῶνται κι ἀνοίγει φωτεινὸ γιὰ τοὺς πιστοὺς τὸ μονοπάτι τῆς νέας ζωῆς. Ἐδῶ, στὸ σταυροδρόμι τῶν Χριστουγέννων, μαθαίνουμε ἀπὸ ἀγγέλων χείλη ὅτι ἐπιτέλους φανερώθηκε στὴ γῆ μας ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ, ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου, καὶ ἡ εὐδοκία τοῦ ἀνθρώπου·«Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. 2, 14).
Μὲ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ ὁ Θεὸς ἀποκάλυψε τὸν ἑαυτό του στὸν ἄνθρωπο. Μπρὸς στὰ ἔκθαμβα μάτια μας ξεδίπλωσε τὰ μυστικά του, ἔδειξε τὸ πλάτος τῆς ἀγάπης του, τὸ βάθος τῆς σοφίας του, ἄφησε νὰ δοῦμε τὸ πρόσωπό του· ὅσο μπορούσαμε. Ἡ φυσικὴ δημιουργία, ἀλλὰ κι ἡ ἱστορία τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ εἶχαν ἤδη μιλήσει γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴ θειότητά του, γιὰ τὴ δύναμη καὶ τὸ μεγαλεῖο του. Ἀλλὰ ποτὲ πρὶν δὲν φάνηκε ἔτσι ἡ δόξα του, ὅπως στὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, διότι ποτὲ πρὶν δὲν ἐκφράσθηκε ἔτσι ἡ ἀγάπη του. Συνέχεια
Ἡ νίκη τῆς Θείας ἀγάπης
Ι.Δ.Καραβιδόπουλου
Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ περιγράφεται ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Ματθαῖο κατὰ τρόπο ποὺ δείχνει, προκαταβολικά, τὴν τύχη τοῦ Μεσσία μέσα στὸν κόσμο: Ὁ νεογέννητος Χριστὸς μόλις εἰσέρχεται στὸν παρόντα κόσμο γνωρίζει τὴν καταδίωξη καὶ ἐχθρότητα ἐκ μέρους τῶν ἀρχόντων. Ἡ ἐχθρότητα αὐτὴ βρίσκει τὸν κύριο ἐκπρόσωπό της στὸ βασιλιὰ Ἡρώδη, ἡ θηριωδία τοῦ ὁποίου μᾶς εἶναι γνωστὴ καὶ ἀπὸ τοὺς ἱστορικούς τῆς ἐποχῆς. Θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ προανακρούεται ἤδη ἀπὸ τὴν στιγμὴ τῆς γεννήσεώς του. Ἡ ὅλη πορεία του μέσα ἀπὸ τὸν κόσμο θὰ εἶναι ἕνας σταυρὸς ἀγάπης καὶ θυσίας· ἕνας σταυρὸς στὸν ὁποῖο θὰ νικηθεῖ ὁριστικὰ ἡ δαιμονικὴ δύναμη γιὰ νὰ λάμψει τὸ φῶς τῆς ἀναστάσεως.
Ὅσο κι’ ἂν φαίνεται ὅτι οἱ κοσμικὲς σατανικὲς δυνάμεις κυριαρχοῦν πάνω στὴν ἀνθρωπότητα, ἡ ἐπικράτησή τους εἶναι φαινομενικὴ καὶ προσωρινὴ γιατί βασικὰ μέσα στὴν ἱστορία πραγματοποιεῖται τὸ σωτηριολογικὸ σχέδιο τῆς Θείας οἰκονομίας, τὸ ὁποῖο κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀνατρέψει ἢ νὰ ματαιώσει. Ἡ θηριωδία τοῦ Ἡρώδη ποὺ ἐκδηλώθηκε μὲ τὴν ἀπάνθρωπη σφαγὴ τῶν νηπίων στὴ Βηθλεὲμ καὶ στὴ γύρω περιοχὴ δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ σταματήσει ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχὴ του τὸ ἔργο τοῦ νεογέννητου Μεσαία, ποὺ βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὴν προστατευτικὴ πρόνοια τοῦ Θεοῦ.
Τὸ ὅτι ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ προστατεύει τὸ Θεῖο Βρέφος ἀπὸ τὴν ἀπειλητικὴ μανία τοῦ κοσμικοῦ ἄρχοντα, τὸ ὅτι τὸ καθοδηγεῖ σὲ ἀσφαλὲς μέρος καὶ τὸ προειδοποιεῖ τελικὰ γιὰ τὴ δυνατότητα ἐπιστροφῆς στὴν πατρίδα του ἀποτελεῖ ἕνα στοιχεῖο αἰσιοδοξίας γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν κινδύνων τῆς ζωῆς Συνέχεια
Ὁ βασιλιὰς Ἡρώδης
Χρήστου Κ. Καρακόλη
Σὲ διάφορα σημεῖα τῆς Καινῆς Διαθήκης συναντοῦμε τὸ ὄνομα τοῦ βασιλιᾶ Ἡρώδη. Πρόκειται γιὰ τὸ ἴδιο ἢ γιὰ διαφορετικὰ μεταξύ τους πρόσωπα;
Ὑπάρχουν στὴ καινὴ Διαθήκη τρία πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔφεραν τὸ ὄνομα «Ἡρώδης»: ὁ Ἡρώδης ὁ Μέγας, ὁ Ἡρώδης Ἀντίπας καὶ ὁ Ἡρώδης Ἀγρίππας. Ἂς ἀρχίσουμε μὲ τὸν πρῶτο καὶ ἱστορικὰ σημαντικότερο ἀπὸ τοὺς τρεῖς καὶ ἂς δοῦμε κατ’ ἀρχὰς ποιὲς ἱστορικὲς πληροφορίες διαθέτουμε σχετικὰ μὲ τὸ πρόσωπο αὐτό.
Ὁ Ἡρώδης ὁ Μέγας ἦταν γιὸς τοῦ Ἰδουμαίου ἄρχοντα Ἀντιπάτρου ἢ Ἀντίπα, τοῦ ὁποίου ἡ παρουσία σημάδευσε τὴ δύση τῆς δυναστείας τῶν Ἀσμοναίων. Ποιοὶ ἦταν οἱ Ἀσμοναΐοι; Οἱ ἀπόγονοι τῶν τεσσάρων ἀδελφῶν Μακκαβαίων, ποὺ ἐξεγέρθηκαν τὸ 165 π.Χ. ἐναντίον τοῦ ἑλληνιστικοῦ βασιλείου τῆς Συρίας μὲ στόχο τὴν ἀνεξαρτησία τοῦ ἰουδαϊκοῦ ἔθνους. Αὐτοὶ ἵδρυσαν μία δυναστεία, βασιλικὴ καὶ ἱερατική, ποὺ διήρκεσε περίπου ἑκατὸ χρόνια καὶ καταλύθηκε ἀπὸ τὸν Πομπήιο, τὸν περίφημο Ρωμαῖο στρατηγὸ ποὺ κυρίευσε τὸ βασίλειο τῆς Συρίας, στὸ ὁποῖο ὑπαγόταν καὶ ἡ Παλαιστίνη, καὶ κατέλαβε τὰ Ἱεροσόλυμα τὸ 63 π.Χ.
Ὁ Ἀντιπατρὸς ἀναμίχθηκε στὶς ἐσωτερικὲς διαμάχες τῶν Ἀσμοναίων γιὰ τὴν ἐξουσία πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Πομπηίου. Τελικὰ ἔγινε ἀπὸ τὸν Καίσαρα Ρωμαῖος πολίτης καὶ διορίσθηκε ἐπίτροπος τῆς Ἰουδαίας. Στὴ συνέχεια τοποθέτησε τοὺς δύο γιούς του, τὸν Φασαὴλ καὶ τὸν Ἡρώδη, ὡς στρατηγοὺς τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τῆς Γαλιλαίας ἀντίστοιχα.
Ὅταν οἱ Πάρθοι τὸ 40 π.Χ. εἰσβάλλουν στὴν Παλαιστίνη, ὁ Φασαὴλ αἰχμαλωτίζεται καὶ θανατώνεται, ἐνῶ ὁ Ἡρώδης διαφεύγει στὴ Ρώμη. Ἐκεῖ πετυχαίνει νὰ ἀποσπάσει ἀπόφαση τῆς Συγκλήτου, μὲ τὴν ὁποία ἀνακηρύσσεται βασιλιὰς τῆς Ἰουδαίας, καὶ τίθεται ἐπικεφαλῆς στρατεύματος μὲ τὸ ὁποῖο ἐπιδιώκει καὶ κατορθώνει τελικὰ τὴν ἀνακατάληψη τῆς Παλαιστίνης ἀπὸ τοὺς Παρθους καὶ τὴν ἐνθρόνισή του ὡς βασιλέως τὸ 37 π.Χ. Συνέχεια
Ἐπὶ γῆς εἰρήνη.
Βασιλείου Π. Στογιάννου
Ἡ ἑορτὴ τῆς Γεννήσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ δίνει κάθε χρόνο τὴν ἀφορμὴ γιὰ τὴν δημοσίευση ἄρθρων στὸν ἡμερήσιο καὶ περιοδικὸ τύπο, ποὺ ἀναφέρονται σὲ κάποια πτυχὴ τοῦ γεγονότος… Οἱ θεολογοῦντες ἀρθρογράφοι ἀντιλαμβάνονται τὴν ἑορτή συνήθως μονοδιάστατα: εἰρήνη εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ γαλήνη τοῦ χριστιανοῦ, ἡ διατήρηση τῆς ψυχικῆς του ἠρεμίας μέσα στὴν τρικυμία τοῦ βίου. Ἡ ἐσωτερικὴ αὐτὴ γαλήνη ἀπηχεῖ μία καθαρὴ συνείδηση, ποὺ μὲ τὴ σειρὰ της ἀντικατοπτρίζει μία στενὴ πνευματικὴ σχέση μὲ τὸν Χριστό. Ἡ ἐσωτερικὴ εἰρήνη, λοιπόν, τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου, ποὺ παραμένει ἑδραῖος στοὺς κλυδωνισμοὺς τοῦ βίου χάρη στὴν πνευματικότητά του, εἶναι ἡ εἰρήνη ποὺ ἔφερε στὸν κόσμο ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ.
Ὅσο καὶ ἂν ἀνταποκρίνεται ὅμως στὴν τάση τῆς ἐποχῆς καὶ στὴν ἀγωνιώδη προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νὰ βρεῖ κάποιο στήριγμα μέσα του, ἀνεξάρτητο ἀπὸ τὶς ἀλλαγὲς τοῦ ἔξω κόσμου, κι ὅσο κι ἂν διατηρεῖ ζωντανὴ τὴν πνευματικότητά του σὲ μίαν ἐποχὴ πρακτικοῦ ὑλισμοῦ, ἡ ἄποψη αὐτὴ δὲν ἐναρμονίζεται μὲ τὸ πραγματικὸ νόημα τοῦ ἀγγελικοῦ ὕμνου στὸ σύνολό του. Ἑλκυστικὴ ἀνθρωπολογικὰ, εἶναι θεολογικὰ ἀστήρικτη καὶ ἐπικίνδυνη.
Στὸν ἀγγελικὸ ὕμνο ἡ εἰρήνη συνδέεται ἄρρηκτα μὲ τὰ προηγούμενα καὶ τὰ ἑπόμενα. Εἶναι μία κατάσταση ποὺ δίνει τὴν ἀφορμὴ γιὰ τὴ «δόξα ἐν ὑψίστοις» καὶ ἀποτελεῖ τὴ φανέρωση τῆς «εὐδοκίας ἐν ἀνθρώποις».
«Δόξα» εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, ἡ ἄκτιστη ἐνέργειά Του ποὺ δείχνει στὸν ἄνθρωπο τὴν παρουσία τοῦ Δημιουργοῦ μέσα στὸν κόσμο καὶ τὴν ἱστορία. Ἡ δόξα συνδέεται πάντα μὲ τὴν θεοφάνεια, τὴν θεοπτία τὴν ὥρα ποὺ ἀνοίγει ἕνα παραθύρι τοῦ οὐρανοῦ γιὰ νὰ φωτιστεῖ ὁ κόσμος ἀπὸ τὴ λάμψη τοῦ Θεοῦ. Καὶ εἶναι πάντα τὸ ἴδιο ἀποτέλεσμα ποὺ προκαλεῖ στὸν ἄνθρωπο: δοξολογικὴ προσκύνηση τοῦ Θεοῦ καὶ διακήρυξη τῆς κυριότητός Του. Συνέχεια
Τί σήμανε γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ;
Στέργιου Ν. Σάκκου
Τί σήμανε γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ καὶ τί σημαίνει γιὰ τὸν καθένα ποὺ πιστεύει καὶ ἀναγεννιέται μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, τὸ περιγράφει καίρια καὶ δυνατὰ ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν περικοπὴ ποὺ διαβάζει ἡ Ἐκκλησία μας ἀνήμερα τὰ Χριστούγεννα (Γαλ. 4, 4-7). Ὁ Ἀπόστολος, ποὺ ἔζησε τὴ σκλαβιὰ τοῦ ἰουδαϊκοῦ νόμου, ποὺ εἶδε καὶ γνώρισε τὴ φρίκη τῆς ἁμαρτίας τοῦ ἑλληνιστικοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ ποὺ γεύθηκε καὶ ἀπήλαυσε τὴ χάρη τῆς λυτρώσεως, καταθέτει θεόπνευστα τὴν ἐμπειρία του καὶ καλεῖ τοὺς χριστιανοὺς ὅλων τῶν αἰώνων –καὶ τοῦ δικοῦ μας– νὰ δοξάσουν τὸν Θεὸ γιὰ τὴν εὐδοκία του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἐπισκεφθεῖ ὡς σωτήρας τὴ γῆ μας. Ὅσοι ἀκόμη δὲν μέθυσαν ἀπὸ τὸ κρασὶ τῆς ὕβρεως καὶ τοῦ εὐδαιμονισμοῦ, ὅσοι δὲν λατρεύουν τὸ αἶσχος στὸ ναὸ τῆς ἀναισχυντίας, ὅσοι μέσα στὴ δίνη τῆς ἐποχῆς μας μποροῦν νὰ ἐλέγχουν τὴν ἀναζήτηση τῆς σκέψεώς τους καὶ τὴν ἀνησυχία τῆς καρδιᾶς τους, θὰ βροῦν μέσα σ’ αὐτὴ τὴ περικοπὴ ἀνάπαυση καὶ θὰ γιορτάσουν ἀληθινὰ καὶ φέτος τὰ Χριστούγεννα.
Καὶ πρῶτα – πρῶτα, ὁ χρόνος ποὺ διάλεξε γιὰ νὰ γεννηθεῖ ὁ Κύριος, ὁ χρόνος ποὺ χώρισε τὴν ἱστορία στὰ δυὸ καὶ σήμανε τὸ χρόνο «μηδὲν» γιὰ τὸν κόσμο –ἐκεῖ ὅλα τελείωναν κι ἐκεῖ ὅλα ἄρχιζαν– δὲν ἦταν τυχαῖος. Ὁ Ἀπόστολος τὸν ὀνομάζει τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου καὶ ἐννοεῖ μ’ αὐτὸ τὸν κατάλληλο καιρό, ποὺ ἡ ἀνθρωπότητα ἦταν ἕτοιμη νὰ δεχθεῖ στὰ ἄδεια χέρια της τὸ δῶρο τοῦ οὐρανοῦ. Πράγματι, ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ σὰν φυτώριο αἰῶνες τώρα καλλιεργοῦνταν μὲ τὸ νόμο καὶ τὸ θέλημά του, εἶχε φθάσει στὴν ἀκμὴ τῆς ἀποδόσεώς του, μὲ τὴν ὕπαρξη τῆς παρθένου Μαρίας. Στὸ πρόσωπο αὐτῆς τῆς ἅγιας Κόρης κατέληγαν καὶ δικαιώνονταν ὅλες οἱ προσπάθειες τοῦ Θεοῦ νὰ κρατήσει καθαρὴ μία φυλή, νὰ τὴν ἐξευγενίσει καὶ νὰ βγάλει ἀπ’ αὐτὴ τὸ ἐκλεκτότερο ἀπόσταγμα, γιὰ νὰ τὸ χρησιμοποιήσει στὸ σχέδιο τῆς σωτηρίας μας. Τὴν ὥρα ποὺ ἡ Παρθένος ἦταν ἕτοιμη νὰ ὑπακούσει στὸν ἄγγελο τοῦ Κυρίου καὶ νὰ δώσει ἐκείνη τὴν ἀπάντηση, «Γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» (Λουκ 1, 38), ὁ δείκτης τοῦ χρόνου ἔφθανε στὸ πλήρωμά του καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ σκήνωνε μέσα στὰ σπλάγχνα της. Συνέχεια
Γιατί ὁ Θεὸς ἔγινε ῎Ανθρωπος;
Ἁγίου Μαξίμου ῾Ομολογητοῦ *
” Τοῦτό ἐστι τὸ μακάριον,δι᾿ ὃ τὰ πάντα συνέστησαν τέλος”
«᾿Αλλὰ μὲ τὸ πολύτιμο αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ θυσιάστηκε σὰν ἀμνὸς ἄμωμος καὶ ἄσπιλος, κι ἦταν βέβαια προορισμένος πρὶν ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου, ἀλλὰ φανερώθηκε γιὰ χάρη μας αὐτὰ τὰ τελευταῖα χρόνια» 1. Προορισμένος ἀπὸ ποιόν;
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ ὁ λόγος τῆς Γραφῆς τὸ ὀνόμασε Χριστὸ καὶ τὸ βεβαιώνει μὲ σαφήνεια ὁ μέγας ᾿Απόστολος λέγοντας, «τὸ μυστικὸ σχέδιο, ποὺ ἦταν κρυμμένο ἀπὸ ὅλες τὶς γενεές, φανερώθηκε τώρα»2, ἐννοώντας δηλαδὴ ὡς τὸν Χριστό, τὸ μυστικὸ σχέδιο μὲ τὸν Χριστό. Αὐτὸ εἶναι ὁλοφάνερα ἡ ἄρρητη καὶ ἀκατάληπτη ὑποστασιακὴ ἕνωση τῆς θεότητας καὶ τῆς ἀνθρωπότητας, ποὺ ὁδηγεῖ σὲ ταυτότητα πλήρη τὴν ἀνθρωπότητα μὲ τὴ θεότητα ἐξαιτίας τῆς ὑπόστασης καί, κάνοντας μία τὴν ὑπόσταση τὴ σύνθετη ἀπὸ τὰ δύο, χωρὶς ἡ φυσικὴ διαφορὰ τῆς οὐσίας τους νὰ προκαλέσει σ᾿ αὐτὴν καμμιὰ μείωση σὲ ὁτιδήποτε. ῞Ωστε καὶ ἡ ὑπόστασή τους νὰ γίνει, ὅπως εἶπα, μία, καὶ ἡ φυσικὴ διαφορὰ νὰ μείνει ἀπαθής, στὴν ὁποία ὑπόσταση καὶ μετὰ τὴν ἕνωση ἡ κατὰ φύση ποιότητά τους διασώζεται ἀμείωτη καὶ ὅταν ἑνωθοῦν. Γιατί, ὅπου κατὰ τὴν ἕνωση δὲ συνοδεύει τὰ ἑνωμένα καμμιὰ ἀπολύτως τροπὴ καὶ καμμιὰ ἀλλοίωση, ὁ λόγος τῆς οὐσίας καθενὸς παραμένει γνήσιος κι ἀληθινός. Κι ὅποιων ὁ λόγος παραμένει γνήσιος κι ἀληθινὸς καὶ μετὰ τὴν ἕνωση, αὐτῶν οἱ φύσεις παραμένουν ἄθικτες μὲ κάθε τρόπο χωρὶς νὰ ἀρνηθεῖ καμμιὰ ἀπὸ αὐτὲς τὰ δικά της στοιχεῖα γιὰ χάρη τῆς ἕνωσης. Συνέχεια
Ἡ εἰκόνα στὸ φῶς τῆς ὀρθόδοξης ἑρμηνείας (Περὶ τῶν Χριστουγέννων)
Leonid Ouspensky
Τὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τὴν βλέπουν ἐκεῖνοι ποὺ δὲν εἶναι μπασμένοι στὸ πνεῦμα τῆς ὀρθοδόξου λατρείας φορτωμένη μὲ περιττὲς λεπτομέρειες. Ἡ σύνθεσή της τοὺς φαίνεται κάπως παιδαριώδης, ἄταχτη, περισσότερο ἁπλοϊκὴ παρὰ σοβαρή. Ἐν τούτοις, αὐτὴ ἡ ἀφέλεια κι αὐτὴ ἡ ἁπλοϊκότητα εἶναι κάτι πολὺ βαθύ, κάτι ποὺ μᾶς κάνει νὰ θυμηθοῦμε τὰ λόγια τοῦ Κυρίου: «Ἀμήν, λέγω ὑμῖν, ὃς ἐὰν μὴ δέξηται τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ὡς παιδίον, οὐ μὴ εἰσέλθῃ εἰς αὐτήν». Ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως, βασιζόμενη πάνω στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Ἱερὰ Παράδοση, μᾶς ἀποκαλύπτει τὸ δογματικὸ περιεχόμενο καὶ τὴν ὅλη ἔννοια τῆς Ἑορτῆς. Μὲ τὰ χρώματα καὶ τὸν πλοῦτο τῶν λεπτομερειῶν κι ἀκριβῶς μὲ τὴν ἁπλοϊκότητά της, εἶναι ἡ πιὸ χαρωπὴ ἀπὸ τὶς εἰκόνες τῶν μεγάλων δεσποτικῶν ἑορτῶν(1).
Ἡ εἰκονογραφικὴ παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας φυλάει μ᾿ ἀκρίβεια τὸν καθιερωμένο τύπο τῆς Γεννήσεως, ποὺ εἶναι ὁ πιὸ πλούσιος κι ὁ πιὸ πλήρης σε περιεχόμενο. Εἶναι δὲ ὁ ἀκόλουθος: Στὴν μέση, μπροστὰ ἀπὸ κάτι βουνὰ τὸ σπήλαιο ὅπου εἶναι ἀναπεσμένος ὁ Κύριός μας στὴν φάτνη, ἀνάμεσα σὲ δυὸ ζῶα· πλάϊ, ἡ Παρθένος ἀναπεσμενη κι αὐτὴ σ᾿ ἕνα στρωσίδι· στὸ πάνω μέρος, οἱ Ἄγγελοι κι ὁ Ἀστήρ· ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ τοῦ σπηλαίου, οἱ Ποιμένες, ἀπὸ τὴν ἄλλην οἱ Μάγοι, ποὺ ἔρχονται νὰ προσκυνήσουν τὸν Χριστό. Κάτω, στὶς δυὸ ἄκρες, ἀπὸ ἐδῶ δυὸ γυναῖκες πλένουν τὸ Παιδίον καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Ἰωσὴφ καθισμένος ἀπέναντι σ᾿ ἕναν γέροντα ὄρθιο ποὺ κρατάει ἕνα ραβδί.
Ὡς πρὸς τὸ περιγραφικό της στοιχεῖο, ἡ εἰκόνα ἀντιστοιχεῖ στὸ κοντάκιον: «Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει καὶ ἡ γῆ τὸ σπήλαιον τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει. Ἄγγελοι μετὰ ποιμένων δοξολογοῦσι, Μάγοι δὲ μετὰ ἀστέρος ὁδοιποροῦσιν. Δι᾿ ἡμᾶς γὰρ ἐγεννήθη παιδίον νέον ὁ πρὸ αἰώνων Θεός». Ἡ εἰκόνα προσθέτει καὶ τὶς δυὸ σκηνὲς ποὺ παριστάνονται στὶς κάτω ἄκρες της καὶ ποὺ δὲν τὶς ἑρμηνεύει τὸ κοντάκιον, ἀλλὰ εἶναι παρμένες ἀπὸ τὴν Παράδοση. Συνέχεια

