Χρόνος καὶ ζωὴ κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο
Γεώργιος Μαντζαρίδης
Ὁ Μ. Βασίλειος ἔζησε καὶ παρουσίασε στὰ συγγράμματά του μὲ τὸν διεισδυτικότερο τρόπο τὴ σχέση χρόνου καὶ ζωῆς. Καὶ ἡ ἀντίστοιχη διδασκαλία του, ποὺ ἐπηρέασε βαθύτατα τὴ μεταγενέστερη θεολογία καὶ διανόηση, παραμένει ἐξαιρετικὰ ἐπίκαιρη καὶ σήμερα. Βέβαια ὁ μεγάλος αὐτὸς ἱεράρχης τῆς Καππαδοκίας δὲν ἔγραψε κανένα συστηματικὸ ἔργο γιὰ τὸ θέμα αὐτό. Ἑρμηνεύοντας ὅμως τὴν Ἁγία Γραφή, καὶ ἰδιαίτερα τὴν «Ἑξαήμερο» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ καὶ ἀποκρούοντας τὴν αἵρεση τοῦ Εὐνομίου σχετικὰ μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἀναφέρθηκε πολλὲς φορὲς στὸν χρόνο καὶ τὰ σχετικὰ μὲ αὐτὸν θέματα.Συνήθως διακρίνουμε τὸν χρόνο σὲ τρία μέρη: στὸ παρελθόν, τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον.
Ἡ τριμερὴς ὅμως αὐτὴ διάκριση δὲν φαίνεται νὰ ἔχει κάποια ἀντικειμενικὴ ὑπόσταση. Πράγματι, ἂν θελήσουμε νὰ προσδιορίσουμε ἀντικειμενικῶς τὸ παρόν, θὰ διαπιστώσουμε ὅτι δὲν ἀποτελεῖ τίποτε περισσότερο ἀπὸ μία διαχωριστικὴ τομὴ ἀνάμεσα στὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον. Ἔτσι ἡ τριμερὴς διάκριση τοῦ χρόνου γίνεται αὐτομάτως διμερής. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀριστοτέλης μιλάει γιὰ δύο μόνο διαστάσεις τοῦ χρόνου, τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον: «Τοῦ χρόνου», λέει, «τὰ μὲν γέγονε, τὰ δὲ μέλλει… τὸ δὲ νῦν οὐ μέρος· μετρεῖ τε γὰρ τὸ μέρος, καὶ συγκεῖσθαι δεῖ τὸ ὅλον ἐκ τῶν μερῶν· ὁ δὲ χρόνος οὐ δοκεῖ συγκεῖσθαι ἐκ τῶν νῦν» (1). Συνέχεια
Ὁ χρόνος καὶ ὁ κόσμος τῆς φθορᾶς
ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
Ἡ πιὸ φοβερὴ καὶ ἡ πιὸ ἀνεξιχνίαστη δύναμη στὸν κόσμο εἶναι ὁ Χρόνος, ὁ Καιρός. Καλὰ-καλὰ τί εἶναι αὐτὴ ἡ δύναμη δὲν τὸ ξέρει κανένας, κι ὅσοι θελήσανε νὰ τὴν προσδιορίσουνε, μάταια πασκίσανε. Τὸ μυστήριο τοῦ Χρόνου ἀπόμεινε ἀκατανόητο, κι ἂς μᾶς φαίνεται τόσο φυσικὸς αὐτὸς ὁ Χρόνος. Τὸν ἴδιο τὸν Χρόνο δὲ μποροῦμε νὰ τὸν καταλάβουμε τί εἶναι, ἀλλὰ τὸν νοιώθουμε μοναχὰ ἀπὸ τὴν ἐνέργεια ποὺ κάνει, ἀπὸ τὰ σημάδια ποὺ ἀφήνει πάνω στὴν πλάση. Ἡ μυστηριώδης πνοὴ του ὅλα τ’ ἀλλάζει. Δὲν ἀπομένει τίποτα σταθερό, ἀκόμα κι ὅσα φαίνονται σταθερὰ κι αἰώνια. Μία ἀδιάκοπη κίνηση στριφογυρίζει ὅλα τὰ πάντα, μέρα-νύχτα, κι αὐτὴ τὴν ἄπιαστη καὶ κρυφὴ κίνηση δὲ μπορεῖ νὰ τὴ σταματήσει καμμιὰ δύναμη. Τοῦτο τὸ πράγμα ποὺ τὸ λέμε Χρόνο, τὸ ἔχουμε συνηθίσει, εἴμαστε ἐξοικειωμένοι μαζί του, ἀλλιῶς θὰ μᾶς ἔπιανε τρόμος, ἂν εἴμαστε σὲ θέση νὰ νοιώσουμε καλὰ τί εἶναι καὶ τί κάνει. Ὅπως εἴπαμε, δουλεύει μέρα-νύχτα, αἰῶνες αἰώνων, ἀδιάκοπα, βουβά, κρυφά, κι ὅλα τ’ ἀλλάζει μὲ μία καταχθόνια δύναμη, ἄπιαστος, ἀόρατος, ἀνυπάκουος, τόσο, ποὺ νὰ τὸν ξεχνᾶ κανένας καὶ νὰ θαρρεῖ πὼς δὲν ὑπάρχει, αὐτὸς ποὺ εἶναι τὸ μόνο πράγμα ποὺ ὑπάρχει καὶ ποὺ δὲ μπορεῖ ἡ διάνοιά μας, μὲ κανέναν τρόπο, νὰ καταλάβει πὼς κάποτε δὲν θὰ ὑπάρχει, πὼς θὰ καταστραφεῖ, πὼς θὰ λείψει. Πῶς, ἀφοῦ αὐτὸ τὸ «κάποτε» εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χρόνος; Πῶς μπορεῖ νὰ φανταστεῖ κανένας πῶς κάποτε θὰ πάψει νὰ ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ «κάποτε»; Συνέχεια
Γιὰ τὴν παραμονὴ τῆς Πρωτοχρονιᾶς
Metropolitan Anthony Bloom
Γιὰ μία ἀκόμη φορὰ ἕνας νέος χρόνος πλησιάζει. Ὅταν εἴμαστε νέοι ὑποδεχόμαστε τὸν καινούριο χρόνο μὲ ἀνοιχτὲς καρδιές, νομίζοντας πὼς ὅλα θὰ μᾶς εἶναι δυνατὰ κατὰ τὴ διάρκειά του. Τὸν βλέπουμε ν’ ἁπλώνεται μπροστὰ μας σὰν μία ἀτέλειωτη πεδιάδα καλυμμένη μὲ παρθένο χιόνι, ποὺ οὔτε μιὰ πατημασιὰ δὲν ἔχει ἀκόμη σημαδέψει τὴ λευκότητά της, τὰ πάντα εἶναι δυνατά, τὰ πάντα εἶναι ἁγνὰ καὶ φωτεινά. Στὴν προχωρημένη ἡλικία περιμένουμε τὸ νέο χρόνο μὲ ἕνα εἶδος ἐσωτερικῆς ὑπομονῆς, μὲ τὴν αἴσθηση πὼς θὰ εἶναι μιὰ ἁπλὴ ἐπανάληψη τοῦ παρελθόντος ἴσως νὰ μᾶς συμβοῦν ἄφθονα καινούρια περιστατικά, θὰ εἶναι ὅμως γνωστά, γήινα περιστατικὰ μὲ τὰ ὁποῖα γνωρίζουμε πῶς νὰ ζήσουμε. Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις εἴμαστε λανθασμένοι
Ἡ νέα χρονιὰ πράγματι ἁπλώνεται μπροστὰ μας σὰν ἕνα ἀπάτητο ἀκόμη μονοπάτι, μιὰ πλατειὰ παρθένα πεδιάδα ποὺ θὰ πρέπει ν’ ἀνθίσει μ’ ἕνα πλοῦτο καλῶν ἀνθρώπινων πράξεων. Ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ ἡλικία μας ἕνα μονοπάτι ἁπλώνεται μπροστά μας καὶ ἀπὸ μᾶς ἐξαρτᾶται ἂν θὰ τὸ κάνουμε «ὁδὸν Κυρίου» ἢ ὄχι. Ἀπὸ μᾶς ἐξαρτᾶται τὸ ἂν γιὰ τοὺς γύρω μας καὶ γιὰ τοὺς ἑαυτούς μας καὶ γιὰ τὶς ἑπόμενες γενιὲς θὰ φτιάξουμε δρόμο γιὰ τὸν Οὐρανὸ ἢ τὴν Κόλαση – τὴν αἰώνια Κόλαση, ἢ ἁπλῶς τὴ σκληρὴ ἀνθρώπινη κόλαση τῆς γῆς. Ταυτόχρονα, αὐτὸ ποὺ ἁπλώνεται μπροστὰ μας εἶναι, ὅπως τὸ βλέπει ἡ γεροντικὴ ἡλικία, τὸ συνηθισμένο καὶ τὸ οἰκεῖο, μόνο ποὺ δὲν ἔχει συμβεῖ ποτὲ πρὶν σ’ ἐμᾶς. Ἡ ζωὴ ἴσως νὰ μὴ φέρνει τὸ διαφορετικό, μπορεῖ ὅμως ἐμεῖς νὰ εἴμαστε διαφορετικοί, τὰ ἴδια περιστατικὰ μπορεῖ νὰ ξανασυμβοῦν καὶ νὰ εἶναι τελείως καινούρια, διότι ἐμεῖς θὰ ἔχουμε ἀλλάξει. Συνέχεια
Τὸ νέο ἔτος
Fr. Alexander Schmemann
Εἶναι παλιὸ τὸ ἔθιµο: τὴν παραµονὴ τοῦ Νέου Ἔτους, ὅταν τὸ ρολόι κτυπήσει µεσάνυχτα, σκεφτόµαστε τὶς ἐπιθυµίες µας γιὰ τὸ νέο ἔτος καὶ προσπαθοῦµε νὰ εἰσέλθουµε στὸ ἄγνωστο µέλλον µ’ ἕνα ὄνειρο, προσδοκώντας ταυτόχρονα τὴν ἐκπλήρωση κάποιας ἀγαπητῆς µας ἐπιθυµίας.
Σήµερα, γιὰ ἄλλη µιὰ φορὰ βρισκόµαστε µπροστὰ σ’ ἕνα νέο ἔτος. Τί ἐπιθυµοῦµε γιὰ τοὺς ἴδιους, γιὰ τοὺς ἄλλους, γιὰ τὸν καθένα; Ποιὸ εἶναι τὸ τέλος ὅλων µας τῶν ἐλπίδων; Ἡ ἀπάντηση εἶναι µονίµως ἡ ἴδια αἰώνια λέξη: εὐτυχία. Εὐτυχὲς τὸ Νέο Ἔτος! Εὐτυχία γιὰ τὸ Νέο Ἔτος! Ἡ ἰδιαίτερη εὐτυχία ποὺ ἐπιθυµοῦµε εἶναι φυσικὰ διαφορετικὴ καὶ προσωπικὴ γιὰ τὸν καθένα, ἀλλὰ ὅλοι µας µετέχουµε στὴν κοινὴ πίστη πὼς αὐτὸ τὸ ἔτος ἡ εὐτυχία θὰ µᾶς πλησιάσει, πὼς µποροῦµε νὰ ἐλπίσουµε σ’ αὐτὴ µὲ προσδοκία.
Πότε ὅµως εἶναι κάποιος ἀληθινὰ εὐτυχισµένος; Μετὰ ἀπὸ αἰῶνες ἐµπειρίας καὶ γνώσης σχετικὰ µὲ τὸν ἄνθρωπο, δὲν µποροῦµε πλέον νὰ ἐξισώσουµε τὴν εὐτυχία µὲ ὁποιοδήποτε ἐξωτερικὸ γνώρισµα, π.χ. χρήµατα, ὑγεία, ἐπιτυχία κλπ. Γνωρίζουµε πὼς τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτὰ δὲν ἀνταποκρίνεται πλήρως σ’ αὐτὴ τὴ µυστηριώδη καὶ πάντοτε φευγαλέα ἔννοια τῆς εὐτυχίας. Εἶναι σαφὲς πὼς ἡ φυσικὴ ἄνεση φέρνει εὐτυχία, ἀλλὰ καὶ ἄγχος. Ἡ ἐπιτυχία φέρνει εὐτυχία, ἀλλὰ καὶ φόβο. Εἶναι ἐκπληκτικὸ πὼς ὅσο περισσότερη ἐξωτερικὴ εὐτυχία διαθέτουµε, τόσο περισσότερο εὔθραυστη γίνεται καὶ πιὸ ἀτίθασος ὁ φόβος πὼς θὰ τὴ χάσουµε καὶ θὰ µείνουµε µὲ ἄδεια χέρια. Πιθανῶς αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ εὐχόµαστε ὁ ἕνας στὸν ἄλλο «µία νέα εὐτυχία» γιὰ τὸ Νέο Ἔτος. Ἡ «παλιὰ» εὐτυχία ποτὲ δὲν πραγµατοποιήθηκε, κάτι πάντοτε ἔλειπε. Τώρα ὅµως ἀτενίζουµε ξανὰ µπροστὰ µας µὲ µία εὐχή, ἕνα ὄνειρο, µία ἐλπίδα… Συνέχεια
Στὸ κατώφλι τοῦ νέου χρόνου
Metropolitan Anthony Bloom
Καθὼς ὁ ἕνας χρόνος διαδέχεται τὸν ἄλλον σᾶς μιλοῦσα γιὰ τὴν νέα χρονιὰ ποὺ ἐρχόταν παρομοιάζοντάς την μὲ μιὰ πεδιάδα πού, ἀκηλίδωτη, ἁγνή, εἶναι σκεπασμένη ἀπὸ χιόνι, καὶ ζητοῦσα νὰ δώσετε προσοχὴ στὸ γεγονὸς ὅτι πρέπει νὰ βαδίζουμε μὲ ὑπευθυνότητα ἐκεῖ ποὺ ἁπλώνεται τὸ λευκὸ τοπίο ποὺ εἶναι ἀκόμα παρθένο, ἐπειδὴ σύμφωνα μὲ τὸν τρόπο ποὺ βαδίζουμε, θὰ ὑπάρχει μιὰ ὁδὸς ποὺ θὰ τὸ διασχίζει, ὅταν ἀκολουθοῦμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἢ βήματα πλανεμένα ποὺ μοναχὰ θὰ λερώνουν τὴν λευκότητα τοῦ χιονιοῦ. Ἀλλὰ ἕνα πράγμα δὲν μποροῦμε, οὔτε πρέπει νὰ ξεχάσουμε τούτη τὴ χρονιὰ περισσότερο ἀπὸ τὶς προηγούμενες φορές, εἶναι ὅτι ὑπάρχει σκοτάδι ποὺ περιβάλλει, καλύπτει τούτη τὴ λευκότητα καὶ αὐτὸ τὸ ἄγνωστο τοπίο, ὅπως ἕνας τροῦλος, ἕνα σκοτάδι μὲ λίγα ἢ πολλὰ ἀστέρια, πλὴν ὅμως ἕνα σκοτάδι θολό, ἐπικίνδυνο καὶ τρομακτικό. Βγαίνουμε ἀπὸ μία χρονιά, ὅπου ὅλοι μας ἔχουμε ἀντιληφθεῖ τὸ σκοτάδι ὅπου εἶναι ἀκόμαδιαδεδομένη ἡ βία καὶ ἡ σκληρότητα.
Πῶς θὰ συναντήσουμε τὴ νέα χρονιά; Θὰ ἦταν ἀφελὲς καὶ πολὺ ἀντιχριστιανικό, νὰ ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς προστατέψει, νὰ κάνει τὴ γῆ ἕναν παράδεισο εἰρήνης, ἐνῶ γύρω μας δὲν ὑπάρχει εἰρήνη. Ὑπάρχει διαμάχη, ἔνταση, ἀποθάρρυνση, φόβοι, βία, φονικό. Δὲν μποροῦμε νὰ ζητᾶμε γιὰ μᾶς εἰρήνη, ὅταν αὐτὴ ἡ εἰρήνη δὲν μπορεῖ νὰ ἁπλωθεῖ πέρα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὅταν δὲν ἔρχεται σὰν ἀκτίνες φωτὸς νὰ διαλύσουν τὸ σκοτάδι. Ἕνας πνευματικὸς συγγραφέας τῆς Δύσης εἶχε γράψει ὅτι ὁ Χριστιανὸς εἶναι αὐτὸς στὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς ἔχει ἐμπιστευθεῖ τὴν εὐθύνη ὅλων τῶν ἄλλων ἀνθρώπων καὶ αὐτὴν τὴν εὐθύνη πρέπει νὰ προετοιμαστοῦμε νὰ φέρουμε εἰς πέρας. Σὲ λίγα λεπτά, θὰ ἱκετεύσουμε τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἄγνωστη νέα χρονιὰ καὶ τὸ σκοτάδι ποὺ τὴν καλύπτει, μὲ τὴν μεγαλύτερη εὐχὴ ποὺ προφέρεται στὶς λειτουργικὲς ἀκολουθίες, «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» ἂς εἶναι εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Συνέχεια
Κάλαντα Θεοφανείων
Ἀπό τῆς ἐρήμου ὁ Πρόδρομος ἦλθε τοῦ βαπτῖσαι τόν Κύριον.
Ἐρουρέμ, ἐρουρέμ, ἔρου, ρέρου, ρερουρέμ, χαῖρε Πρόδρομε.
Βασιλέα πάντων ἐβάπτισε εἰς τόν Ἰορδάνην ὁ Πρόδρομος.
Ἐρουρέμ, ἐρουρέμ, ἔρου, ρέρου, ρερουρέμ, χαῖρε Πρόδρομε.
Γηγενεῖς σκιρτᾶτε καί χαίρεσθε, τάξεις τῶν Ἀγγέλων εὐφραίνεσθε.
Ἐρουρέμ, ἐρουρέμ, ἔρου, ρέρου, ρερουρέμ, χαῖρε Πρόδρομε.
Δέξου Ἰορδάνη τόν Κτίστην σου πρίν ἀναχαιτίσεις τά ὕδατα.
Ἐρουρέμ, ἐρουρέμ, ἔρου, ρέρου, ρερουρέμ, χαῖρε Πρόδρομε.
Εἰς τόν Ἰορδάνην βαπτίζεται ὑπό Ἰωάννου ὁ Κύριος.
Ἐρουρέμ, ἐρουρέμ, ἔρου, ρέρου, ρερουρέμ, χαῖρε Πρόδρομε.

Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς
![DSC08329[1]](http://www.imaik.gr/wp-content/uploads/DSC083291.jpg)
Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά
ψηλή μου δεντρολιβανιά
κι αρχή καλός μας χρόνος
εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος.
Αρχή που βγήκε ο Χριστός
άγιος και Πνευματικός,
στη γη να περπατήσει
και να μας καλοκαρδίσει.
Αγιος Βασίλης έρχεται,
και δεν μας καταδέχεται,
από την Καισαρεία,
συ’ σαι αρχόντισσα κυρία.
Βαστά εικόνα και χαρτί
ζαχαροκάρνο, ζυμωτή
χαρτί και καλαμάρι
δες και με-δες και με το παλικάρι.
Το καλαμάρι έγραφε,
τη μοίρα του την έλεγε
και το χαρτί-και το χαρτί ομίλει
Άγιε μου-άγιε μου καλέ Βασίλη.

Κάλαντα Χριστουγέννων

Κάλαντα Χριστουγέννων Βυζαντινὰ
Ἄναρχος Θεὸς καταβέβηκεν καὶ ἐν τῇ Παρθένῳ κατώκησεν
Ἔρουρεμ, ἔρουρεμ, ἔρου-ἔρου-ἔρουρεμ χαῖρε Ἄχραντε.
Βασιλεὺς τῶν ὅλων καὶ Κύριος, ἦλθε τὸν Ἀδὰμ ἀναπλάσασθαι
Ἔρουρεμ, ἔρουρεμ, ἔρου-ἔρου-ἔρουρεμ χαῖρε Ἄχραντε.
Γηγενεῖς σκιρτᾶτε καὶ χαίρετε, τάξεις τῶν ἀγγέλων εὐφραίνεσθε
Ἔρουρεμ, ἔρουρεμ, ἔρου-ἔρου-ἔρουρεμ χαῖρε Ἄχραντε.
Δέξου, Βηθλεέμ, τὸ Δεσπότη σου. Βασιλέα πάντων καὶ Κύριον
Ἔρουρεμ, ἔρουρεμ, ἔρου-ἔρου-ἔρουρεμ χαῖρε Δέσποινα.
Ἐξ ἀνατολῶν μάγοι ἔρχονται, δῶρα προσκομίζοντες ἄξια
Ἔρουρεμ, ἔρουρεμ, ἔρου-ἔρου-ἔρουρεμ χαῖρε Δέσποινα.
Σήμερον ἡ κτίσις ἀγάλλεται καὶ πανηγυρίζει κι εὐφραίνεται
Ἔρουρεμ, ἔρουρεμ, ἔρου-ἔρου-ἔρουρεμ χαῖρε Δέσποινα.

Προτροπές πρός ὀρθόν βίον
Ἁγίας Συγλητικῆς
Παιδιά μου, ὅλοι ξέρουμε, πῶς θά σωθοῦμε, ἀλλά χάνουμε τήν σωτηρία μας ἀπό τήν πνευματική μας ἀμέλεια. Πρέπει λοιπόν, ἀρχικά, νά τηροῦμε μέ ἀκρίβεια τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου» «καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Ματθ. 22, 37-39). Αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τοῦ νόμου καί τό πλήρωμα τῆς χάριτος. Λίγα λόγια, ἀλλά μέ πολλή καί μεγάλη δύναμι. Ὅλες οἱ ἀρετές ἐξαρτῶνται ἀπ᾽ αὐτή, γι᾽ αὐτό καί ὁ Ἀπ. Παῦλος ὀνομάζει τήν ἀ γ ά π η τέλος τοῦ νόμου. Αὐτή εἶναι ἑπομένως ἡ σωτηρία μας, ἡ διπλῆ ἀγάπη, ἡ ἀρχή καί τό τέλος κάθε καλοῦ ἔργου τῶν ἀνθρώπων.
Ὑπάρχει λύπη ὠφέλιμη καί λύπη καταστρεπτική. Γνωρίσματα τῆς καλῆς λύπης εἶναι ἡ θλῖψι γιά τά δικά μας ἁμαρτήματα, ἡ λύπη γιά τήν ἄγνοια, πού ἔχουν οἱ ἀδελφοί μας καί ὁ φόβος μήπως χάσουμε τήν ἀγαθή προαίρεσι καί δέν φθάσουμε στόν σκοπό τῆς σωτηρίας. Ἐνῶ τῆς ἄλλης, πού δημιουργεῖ ὁ ἐχθρός, εἶναι ἡ παράλογη καί ὑπερβολική θλῖψι, πού οἱ πατέρες τήν ὀνομάζουν ἀκηδία. Τό πνεῦμα αὐτό τῆς ἀκηδίας καί τῆς λύπης, πρέπει νά τό διώχνουμε μέ τήν προσευχή καί τήν ψαλμωδία.
Ἄς προσέχῃ, λοιπόν, ὅποιος νομίζει πώς στέκεται, γιά νά μή πέσῃ. Γιατί αὐτός πού ἔπεσε, ἔχει μία μόνο φροντίδα, νά σηκωθῆ, ἐκεῖνος ὅμως, πού στέκεται, ἄς προσέχῃ νά μή πέσῃ, γιατί οἱ πτώσεις εἶναι διάφορες. Αὐτοί πού ἔπεσαν ἔχουν στερηθῆ τή θεία χάρι κι ὅταν σηκώθηκαν, ἡ ζημιά τους δέν ἦταν μικρή. Αὐτός πού στέκεται, ἄς μήν ἐξευτελίζη τόν ἄλλον πού ἔπεσε, μήπως πάθῃ κι αὐτός τά ἴδια καί βρεθῆ σέ χειρότερο βάραθρο. Εἶναι πολύ φυσικό, ἡ φωνή πού ἔρχεται ἀπό βαθύ πηγάδι καί καλεῖ σέ βοήθεια, νά μήν ἀκουσθῆ, ὅπως λέει καί ὁ ψαλμωδός: «Μή καταπιέτω με βυθός, μηδέ συσχέτω ἐπ᾽ ἐμέ φρέαρ τό στόμα αὐτοῦ» (Ψαλμ. 68,16). Ὁ πρῶτος πού ἔπεσε, ἔμεινε (μέσα στό πηγάδι), σύ ὅμως πρόσεχε τόν ἑαυτό σου, μήπως, ὅταν πέσῃς, δέν μπορέσης νά σηκωθῆς καί γίνης τροφή στά θηρία. Ἐκεῖνος, πού πέφτει δέν μπορεῖ νά κλείσῃ τήν πόρτα στόν πονηρό. Ἀλλά σύ μή νυστάξῃς καθόλου καί ψάλλε πάντοτε τό θεῖο ρητό: «Φώτισον τούς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον» (Ψαλμ. 22,4). Τέλος νά ἀγρυπνῆς συνέχεια, γιατί ὁ διάβολος σάν λέοντας ὠρύεται κοντά σου. Συνέχεια
Δέν εἶναι αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός
Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου
Πολλοί εἶναι οἱ τρόποι τῆς διδασκαλίας, πού μᾶς ὑπέδειξεν ὁ ἱεροψάλτης Δαβίδ μέ τήν εἰς αὐτόν ἐνέργειαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἄλλοτε μέν μέ τό νά μᾶς διηγῆται ὁ προφήτης τά παθήματά του καί τήν γενναιότητα μέ τήν ὁποίαν ὑπέμεινε τά συμβάντα, διά τοῦ προσωπικοῦ του παραδείγματος μᾶς ἀφήνει ὁλοκάθαρην διδασκαλίαν περί ὑπομονῆς, ὅπως ὅταν λέγῃ· «Κύριε, διατί ἔχουν πληθυνθῆ οἱ ἐχθροί μου» (Ψαλμ. 3, 2). Ἄλλοτε δέ συστήνει τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ καί τήν ταχύτητά του εἰς τήν βοήθειαν, τήν ὁποίαν παρέχει εἰς αὐτούς πού ἀληθινά τόν ἐπιζητοῦν, μέ τό νά λέγῃ· «εἰς τήν ἐπίκλησίν μου μέ εἰσήκουσεν ὁ Θεός μου, πού εἶναι Θεός τῆς δικαιοσύνης» (Ψαλμ. 4, 2). Καί αὐτά λέγω ὅτι ἰσοδυναμοῦν μέ τόν προφήτην πού εἶπεν· «ἐνῷ θά ὁμιλῇς ἀκόμη ἐσύ, θά εἰπῇ· νά, εἶμαι παρών» (Ἠσ. 58, 9). Δηλαδή, δέν ἐπρόφθασε νά τόν ἐπικαλεσθῇ καί ἡ ἀκοή τοῦ Θεοῦ ἐπρόλαβε τό τέλος τῆς προσευχῆς. Ὅταν πάλιν ἀναπέμπῃ εἰς τόν Θεόν ἱκετηρίους προσευχάς καί δεήσεις, μᾶς διδάσκει κατά ποῖον τρόπον ἁρμόζει οἱ ἁμαρτωλοί νά ἐξιλεώνουν τόν Θεόν. «Κύριε, νά μή μέ κρίνῃς ἀνάλογα μέ τόν θυμόν σου, καί νά μή μέ τιμωρήσῃς ἀνάλογα μέ τήν ὀργήν σου» (Ψαλμ. 6, 2). Εἰς τόν δωδέκατον δέ ψαλμόν μέ τούς λόγους· «ὥς πότε, Κύριε, θά μέ λησμονῇς ὁλοτελῶς; » (Ψαλμ. 12, 4), διά νά μᾶς δείξῃ κάποιαν παράτασιν δοκιμασίας. Καί μέ ὁλόκληρον τόν ψαλμόν διά νά μᾶς διδάξῃ νά μή λιποψυχοῦμεν κατά τάς θλίψεις, ἀλλά νά ἀναμένωμεν τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ καί νά ἠξεύρωμεν ὅτι λόγῳ κάποιας οἰκονομίας μᾶς παραδίδει εἰς τάς δοκιμασίας τῶν θλίψεων, ἐπιβάλλων τό μέτρον τῶν δοκιμασιῶν ἀνάλογα μέ τόν βαθμόν τῆς πίστεως, πού ὑπάρχει εἰς τόν καθένα. Ἀφοῦ λοιπόν ἔχει λεχθῆ τό, «ὥς πότε, Κύριε, θά μέ λησμονῇς ὁλοτελῶς; » καί τό «ὥς πότε θά ἀποστρέφῃς τό πρόσωπόν σου ἀπό ἐμέ; » (Ψαλμ. 12, 2). ἀμέσως μεταβαίνει εἰς τό κακόν τῶν ἀθέων. Αὐτοί, ὅταν τούς εὕρῃ κάποια μικρά δυσκολία εἰς τήν ζωήν, ἐπειδή δέν ἠμποροῦν νά ὑποφέρουν τάς δυσκολωτέρας περιστάσεις τῶν πραγμάτων, ἀμέσως ἀμφιβάλλουν μέ τήν διάνοιάν των, ἐάν ὑπάρχῃ Θεός πού φροντίζει διά τά ἐδῶ πράγματα, ἐάν παρατηρῇ τό καθένα ἀπ᾿ αὐτά, ἐάν ἀποδίδῃ δικαιοσύνην εἰς τόν καθένα κατ᾿ ἀξίαν.
Ἔπειτα ὅταν ἰδοῦν τούς ἑαυτούς των νά παραμένουν περισσότερον εἰς τά δυσάρεστα ἐμπεδώνουν τό πονηρόν δόγμα καί ἀποφαίνονται εἰς τάς καρδίας των ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός. «Ὁ ἄφρων εἶπε μέσα του· δέν ὑπάρχει Θεός» (Ψαλμ. 13, 1). Καί αὐτό ἀφοῦ τό βάλλῃ εἰς τό μυαλόν του, διαπράττει λοιπόν ἀφθόνως κάθε ἁμαρτίαν. Διότι ἐάν δέν ὑπάρχῃ αὐτός πού ἐπιβλέπει, ἐάν δέν ὑπάρχῃ αὐτός πού ἀνταποδίδει εἰς τόν καθένα ἀνάλογα μέ τάς πράξεις τῆς ζωῆς του, τί ἐμποδίζει νά καταδυναστεύωμεν τόν πτωχόν, νά σκοτώνωμεν τά ὀρφανά, νά φονεύωμεν τήν χήραν καί τόν πάροικον, νά ἀποτολμοῦμεν κάθε ἀνοσιούργημα, νά μολυνώμεθα μέ ἀκάθαρτα καί βδελυρά πάθη καί μέ ὅλας τάς κτηνώδεις ἐπιθυμίας; Διά τοῦτο ὡς συνέπειαν τοῦ ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός, ἐπρόσθεσε τό, «διεφθάρησαν καί διέπραξαν βδελυρά ἔργα» (Ψαλμ. 13, 1). Διότι εἶναι ἀδύνατον νά ἐκτραποῦν ἀπό τόν σωστόν δρόμον, ἐάν αἱ ψυχαἱ των δέν ἀσθενήσουν ἀπό τήν ἀσθένειαν τῆς λήθης τοῦ Θεοῦ. Συνέχεια
Μεθέορτα Χριστουγέννων
Ἰωάννου Φουντούλη
Ἑωρτάσαμε Χ
άριτι θείᾳ, τήν ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου. Στά αὐτιά μας ἀντηχοῦν ἀκόμη οἱ χαρμόσυνοι ὕμνοι τῆς μεγάλης ἑορτῆς καί τά ἱερά ἀναγνώσματα. Ἡ μεγαλοπρεπής τελεσιουργία τοῦ ὑπερφυοῦς μυστηρίου μᾶς μετέφερε καί πάλι στό ἱερό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, τῆς πόλεως τῆς Ἰουδαίας, ὅπου ὁ Χριστός γεννᾶται ἐκ Παρθένου, ὅπου οἱ ποιμένες προσκυνοῦν καί οἱ μάγοι προσφέρουν τά βασιλικά των δῶρα. Ἐκεῖ ὅπου ἀντήχησαν γιά πρώτη φορά οἱ ἀγγελικές δοξολογίες, πού σήμαναν τό ὀρθρινό τῆς ἀνατολῆς τῆς νέας ἡμέρας, τῆς ἐπιφανείας τοῦ ἡλίου τῆς δικαιοσύνης.
Ὅσοι πιστοί νίκησαν τήν ραθυμία καί ἔσπευσαν ἐνωρίς στούς ναούς δέν θά λησμονήσουν ποτέ τήν ὑπερκοσμία ἀτμόσφαιρα, στήν ὁποία τούς μετέφερε ἡ λαμπρά ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου τῆς ἡμέρας αὐτῆς. Μέσα στό ἡμίφως τῶν τελευταίων ὡρῶν τῆς νυκτός, κάτω ἀπό τούς ὑποβλητικούς θόλους τῶν ναῶν μας, μέσα στούς χαρμοσύνους ὕμνους καί στά θυμιάματα νομίζει κανείς πώς βρίσκεται ἐκτός χώρου καί χρόνου. Τότε ἀκούει δωρικά, κοφτά, νά ἀναγινώσκεται τό συναξάριο τῆς ἡμέρας μέ τούς ἰαμβικούς του στίχους, ποίημα Χριστοφόρου τοῦ Μυτιληναίου:
«Τῇ 25ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός, ἡ κατά σάρκα Γέννησις τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θεός τό τεχθέν ἡ δέ μήτηρ παρθένος· Τί μεῖζον ἄλλο καινόν εἶδεν ἡ κτίσις; Τῆ αὐτῇ ἡμέρα, ἡ προσκύνησις τῶν Μάγων. Σέ προσκυνοῦσα τάξις ἐθνική, Λόγε, Τό πρός σέ δηλοῖ τῶν ἐθνῶν μέλλον σέβας. Τῇ αὐτῇ ἡμέρα μνήμη τῶν θεασαμένων ποιμένων τόν Κύριον. Ποίμνην ἀφέντες τήν ἑαυτῶν ποιμένες, ἰδεῖν καλόν σπεύδουσι Χριστόν ποιμένα. Αὐτῷ ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
Δέν γνωρίζει κανείς ἄν ζῇ στήν σημερινή ἐποχή ἤ στήν ἐποχή τοῦ Βυζαντίου ἤ στήν ἰδία νύκτα πού συνέβησαν τά γεγονότα αὐτά. Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι τό μυστήριο τῆς λατρείας μας. Θραύει τά σύνορα τῶν ἐποχῶν καί τῶν ρεόντων χρονικῶν σχημάτων τοῦ κόσμου τούτου. Παρόν, παρελθόν καί μέλλον ἰσοπεδώνονται. «Σήμερον» καί πάλι ὁ Χριστός γεννᾶται, ὅπως γεννήθηκε καί πέρισυ καί κατά τήν ἰδία ἡμέρα τῶν περασμένων αἰώνων, ὅπως θά γεννᾶται μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων, ὅπως ἀκριβῶς γεννήθηκε τήν θεία νύκτα τῶν Χριστουγέννων τοῦ πρώτου ἔτους τῆς χριστιανικῆς χρονολογίας. Μέσα στό πλαίσιο αὐτό αἰσθάνεται κανείς πώς ὁ Χριστός εἶναι «ἐχθές καί σήμερον καί ὁ αὐτός εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13, 8), πώς ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό σῶμά Του, αἰώνιο καί ἀγήραστο ὅπως Ἐκεῖνος. Πώς καί ὁ καθείς ἀπό μᾶς δέν εἶναι μόνος, ἀλλά ἕνα μέλος τῆς ἱερᾶς αὐτῆς κοινωνίας τῶν ἐν Χριστῷ ἀναγεννηθέντων ἀνθρώπων, γιά τήν ὁποία δέν ὑπάρχει φθορά καί χρόνος, χθές καί σήμερα καί αὔριο, ἀλλά ἕνα αἰώνιο καί ἄφθαρτο «σήμερα», τό ὁποῖο ζοῦν καί ἀπολαμβάνουν οἱ γενεές τῶν πιστῶν, πού ἐβαπτίσθησαν εἰς Χριστόν καί ἐνεδύθησαν τόν Χριστό. Πού συμβασιλεύουν μετά τοῦ Χριστοῦ, μαζί μέ τίς γενεές πού ἦλθαν καί θά ἔλθουν, χωρίς ὅμως νά παρέλθουν ποτέ, γιατί ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι «βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων καί ἡ δεσποτεία Του ἐν πάσῃ γενεᾷ καί γενεᾷ» (Ψαλμ. 144, 13).
Σέ προηγούμενο κείμενο εἴδαμε τήν κατά μίμησι τῆς περιόδου τοῦ Πάσχα ἀνάπτυξι τῆς προεορτίου περιόδου τῶν Χριστουγέννων. Εἴδαμε πώς μέ βάσι τά Χριστούγεννα, τήν 25η Δεκεμβρίου, καθωρίσθησαν οἱ πρό αὐτῆς ἑορτές, τῆς συλλήψεως τοῦ Προδρόμου, τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου καί τῆς γεννήσεως τοῦ Βαπτιστοῦ, πώς ἀνεπτύχθη βαθμηδόν ἡ τεσσαρακοστή τῶν Χριστουγέννων καί πώς ἡ κλιμακωτή ἀνάβασις πρός τήν μεγάλη ἑορτή καταλήγει καί ἀποκορυφώνεται στήν μεγάλη ἑβδομάδα καί στό Πάσχα, γιά νά εἰποῦμε ἔτσι, τῶν Χριστουγέννων. Τό Πάσχα ὅμως ἐπεκτείνεται καί πρός τά ἐμπρός· ἡ ἑβδομάς μετά ἀπό αὐτό εἶναι ἡ διακαινήσιμος, πού λογίζεται, κατά τίς τυπικές διατάξεις, σάν μία καί ἡ αὐτή πασχάλιος ἡμέρα· τήν ὀγδόη ἡμέρα εἶναι ἡ Κυριακή τοῦ Θωμᾶ, ἤ τοῦ Ἀντίπασχα, τύπος τῆς ὀγδοάδος τοῦ μέλλοντος· τήν τεσσαρακοστή ἡμέρα κλείεται ἡ πασχάλιος περίοδος μέ τήν ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως, τῆς εἰσόδου τοῦ Κυρίου ἐν σώματι εἰς τήν δόξαν αὐτοῦ, εἰς τά ἅγια τῶν ἁγίων τοῦ οὐρανοῦ.
Ἄς παρακολουθήσωμε τήν ἐπίδρασι τῆς πασχαλίου αὐτῆς περιόδου καί στήν διαμόρφωσι τῆς μετά τά Χριστούγεννα μεθεόρτου περιόδου. Ἐπί ἑπτά ἡμέρες ἑορτάζεται ἡ μεγάλη ἑορτή. Τήν 26η Δεκεμβρίου πανηγυρίζεται ἡ Σύναξις τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς μητρός τοῦ Χριστοῦ, καί ἀναμιμνησκόμεθα τήν εἰς Αἴγυπτον φυγήν τῆς ἁγίας οἰκογενείας. Τήν 29ην ἑορτάζεται ἡ μνήμη τῶν νηπίων τῆς Βηθλεέμ, πού ἐσφάγησαν ἀπό τόν Ἡρῴδη.Ἡ Κυριακή πού ἐμπίπτει στό διάστημα αὐτό, ἡ Κυριακή «μετά τήν Χριστοῦ Γέννησιν», εἶναι ἀφιερωμένη στόν Ἰωσήφ τόν μνήστορα τῆς Παρθένου, στόν Ἰάκωβο κατά σάρκα ἀδελφό τοῦ Κυρίου, υἱό τοῦ Ἰωσήφ ἀπό ἄλλη γυναῖκα πού εἶχε πρίν μνηστευθῆ τήν Θεοτόκο, καί τόν κοινό προπάτορα, τόν βασιλέα Δαυίδ. Καθ᾿ ὅλο τό ἑπταήμερο διάστημα οἱ ὕμνοι τῶν Χριστουγέννων συμπλέκονται μέ τήν ἀκολουθία τῶν καθ᾿ ἡμέραν ἁγίων καί ὁλόκληρος ἡ ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς ἐπαναλαμβάνεται κατά τήν ἀπόδοσί της, τήν 31η Δεκεμβρίου.
Παράλληλος πρός τήν Κυριακή τοῦ Θωμᾶ εἶναι ἡ ἑορτή τῆς Περιτομῆς τοῦ Χριστοῦ, κατά τόν μωσαϊκό νόμο, πού ἑορτάζομε τήν 1η Ἰανουαρίου, τήν ὀγδόη ἡμέρα ἀπό τά Χριστούγεννα. Ὅπως ἡ ἐμφάνισις τοῦ Κυρίου στόν Θωμᾶ συντελεῖ στήν ἐξακρίβωσι καί βεβαίωσι τοῦ ὑπερφυσικοῦ γεγονότος τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως καί ἀπό τόν πιό ἀμφιβάλλοντα καί δυστροποῦντα μαθητή, ἔτσι καί ἡ ὀκταήμερος περιτομή καί ἡ κατ᾿ αὐτήν ὀνοματοδοσία, ἀποτελεῖ τήν σφραγῖδα καί τήν βεβαίωσι τῆς τελείας ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ· τῆς προσλήψεως τῆς ἀνθρωπίνης μορφῆς ἀναλλοιώτως· τῆς πραγματικότητος τῆς ὑπερφυσικῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἐντάξεώς Του διά τοῦ σημείου τῆς περιτομῆς στόν λαό τοῦ Θεοῦ καί τῆς ὑπαγωγῆς Του στόν Νόμο. Ἡ ὀγδόη ἐκείνη ἡμέρα διά τῆς ἐμφανίσεως καί παρουσίας τοῦ ἀναστάντος ἐν τῷ μέσῳ τῶν μαθητῶν Του γίνεται τύπος τῆς ὀγδοάδος τοῦ μέλλοντος αἰῶνος καί τῆς κατ᾿ αὐτήν ἀδιαλείπτου παρουσίας καί ἀπολαύσεως τοῦ Χριστοῦ. Καί αὐτή, ἡ ὀγδόη ἀπό τῆς γεννήσεως ἡμέρα, «εἰκονίζει», κατά τούς ἱερούς ὑμνογράφους, «τήν τοῦ μέλλοντος ἄληκτον ζωήν» «φέρει τύπον τοῦ μέλλοντος», λόγῳ ἀκριβῶς τῆς ἐπισήμου παρουσίας ἐν σαρκί τοῦ Χριστοῦ μεταξύ τοῦ λαοῦ Του καί μεταξύ τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων.
Ἡ ἑορταστική περίοδος συνεχίζεται· παρεμβάλλεται ἡ ἑορτή τῶν Θεοφανείων μέ τά προεόρτια καί τά μεθέορτά της, πού παρατείνονται μέχρι τῆς 14ης Ἰανουαρίου γιά νά ἀρχίσῃ ἀπό τήν ἑπομένη ἡμέρα, τήν 15η, μία νέα προεόρτιος περίοδος, πού εἰσάγει τήν ἑορτή τῆς τεσσαρακοστῆς ἀπό τῆς γεννήσεως ἡμέρας, τήν ἑορτῆς τῆς Ὑπαπαντῆς τῆς 2ας Φεβρουαρίου. Εἶναι ἡ κατακλείς τῶν ἑορτῶν τῶν Χριστουγέννων, ἡ ἀπόδοσίς των κατά κάποιο τρόπο, τό παράλληλο τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως, τῆς τεσσαρακοστῆς ἀπό τοῦ Πάσχα ἡμέρας. Ὁ Χριστός ὡς βρέφος τεσσαρακονθήμερο εἰσέρχεται στόν ναό Του, στόν ἐπίγειο οὐρανό. Ἐκεῖ θά Τόν ἀναγνωρίσῃ ἡ προφητεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί θά ζητήσῃ τήν λῆξί της καί τήν ἀπόλυσί της μέ τό στόμα τοῦ δικαίου Συμεών καί τῆς προφήτιδος Ἄννης, γιατί ἦλθε ὁ προφητευόμενος καί ἀναμενόμενος, τό «φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν»καί ἡ«δόξα τοῦ λαοῦ» Του, τοῦ παλαιοῦ καί τοῦ νέου Ἰσραήλ. (Λουκ. 2, 32).
Αὐτός στίς γενικές του γραμμές εἶναι ὁ μεθέορτος κύκλος τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων. Μαζί μέ τόν προεόρτιο κύκλο, πού εἴδαμε ἄλλοτε καταλαμβάνει σχεδόν τό ἕν πέμπτον τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ἄν ἐκτός ἀπό αὐτά λάβωμε κατά νοῦν, ὅτι ἀπό τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων ἐξαρτᾶται καί ἡ σειρά τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν πού ἀναφέραμε, τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, τῆς συλλήψεως καί τῆς γεννήσεως τοῦ Προδρόμου, βλέπομε πόσον ἀκριβής εἶναι ὁ χαρακτηρισμός της ὡς πόλου τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ἡ ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου βρῆκε μέσα στήν λειτουργική πρᾶξι τῆς Ἐκκλησίας τήν δικαία καί ἁρμόζουσα θέσι της. Ἔγινε τό δεύτερο Πάσχα, ἡ πρώτη μετά τήν βασιλίδα καί κυρία τῶν ἑορτῶν ἑορτή, πού βαθμιαία ἔτεινε νά ἐξομοιωθῇ καί νά μιμηθῇ ἐκείνη, χωρίς ὅμως τελικά νά φθάσῃ καί στά μέτρα ἐκείνης.
Ἐπανερχόμεθα στό θέμα τῆς «Κυριακῆς μετά τήν Χριστοῦ Γέννησιν». Στά τρία πρόσωπα πού ἑορτάζονται κατ᾿ αὐτήν συνάπτονται τά θέματα τῆς προεορτίου καί μεθεόρτου περιόδου τῶν Χριστουγέννων. Ὁ Δαυίδ εἶναι ὁ ἀρχηγέτης τῆς βασιλικῆς δυναστείας τῶν Ἰουδαίων, ἀπό τήν ὁποία τό κατά σάρκα κατήγετο ὁ Χριστός. Ἐκεῖνος πού ἐδέχθη τήν προφητική ἐπαγγελία «ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας σου θήσομαι ἐπί τοῦ θρόνου σου» ( Ψαλμ. 131, 11). Ἡ «ρίζα τοῦ Ἰεσσαί», ἀπό τήν ὁποία, ὡς ἀπό ξηρά ράβδο, τήν ἀειπάρθενο Μαρία, ἐβλάστησε τό ἄνθος, ὁ Χριστός, ὁ βασιλεύς καί ὁ «ἡγούμενος» (Γενέσ. 49, 10), ἡ «προσδοκία» ἐθνῶν (Ἠσ. 11, 1).
Ὁ μνήστωρ Ἰωσήφ μακαρίζεται γιατί ἠξιώθη νά γίνῃ ὁ φρουρός καί φύλαξ τῆς Παρθένου Μαρίας καί πιστῶς νά ὑπηρετήσῃ τήν βουλή τοῦ Θεοῦ, προσφέροντας στήν Μαρία καί στόν νεογέννητον Ἰησοῦ τήν προστασία καί τήν φροντίδα πού εἶχαν ἀνάγκη. Εἶναι ὁ σύνδεσμος τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης. Μέ τά μάτια του εἶδε νά ἐκπληρώνωνται οἱ προφητεῖες καί τά αὐτιά του ἄκουσαν τίς ἀγγελικές φωνές πού ἐβεβαίωναν τήν ἔλευσι τοῦ Μεσσίου. Ὁ Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος καί πρῶτος μετά ταῦτα ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων ἐγκωμιάζεται καί αὐτός ὡς μάρτυς τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καί μέχρις αἵματος κήρυξ τῆς ἐνανθρωπήσεως. Ἔτσι ἀκριβῶς τούς ὑμνοῦν τά τροπάρια τῆς Κυριακῆς, τά τρία στιχηρά τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ α´ ἤχου, προσόμοια τοῦ «Τῶν οὐρανίων ταγμάτων». Τό πρῶτο ἀναφέρεται στόν Δαυίδ, τό δεύτερο στόν Ἰωσήφ καί τό τρίτο στόν Ἰάκωβο. Ὁ Δαυίδ καί ὁ Ἰάκωβος συνάπτονται στό δοξαστικό τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. β´ ἤχου. Καί οἱ τρεῖς εἶναι οἱ διδάσκαλοι καί οἱ μάρτυρες τῆς γεννήσεως.
«Τόν θεοπάτορα πάντες, ἀνευφημήσωμεν
Δαυίδ τόν βασιλέα·
ἐκ γάρ τούτου προῆλθε ράβδος ἡ Παρθένος
καί ἐξ αὐτῆς ἀνατέταλκεν ἄνθος Χριστός
καί τόν Ἀδάμ σύν τῇ Εὔᾳ
ἐκ τῆς φθορᾶς ἀνεπλάσατο ὡς εὔσπλαγχνος».
«Τῶν προφητῶν τάς προρρήσεις
εἶδεν ἐν γήρᾳ σαφῶς ὁ Ἰωσήφ ὁ μνήστωρ
ἐμφανῶς πληρουμένας,
μνηστείας λαχών ξένης,
χρηματισμούς τῶν ἀγγέλων δεξάμενος·
Δόξα Θεῷ ἐκβοώντων,
ὅτι ἐν γῇ τήν εἰρήνην ἐδωρήσατο».
«Τόν ἀδελφόθεον πάντες ἀνευφημήσωμεν,
ὡς ἱεράρχην ὄντα,
μαρτυρίῳ δέ πάλιν ἐμπρέψαντα γενναίως,
οὗ ταῖς εὐχαῖς, Ἰησοῦ ὁ Θεός ἡμῶν,
ὁ ἐν σπηλαίῳ καί φάτνῃ σπαργανωθείς,
σῶσον πάντας τούς ὑμνοῦντάς σε».
«Μνήνην ἐπιτελοῦμεν Δαυίδ καί Ἰακώβου, εὐσεβοῦς βασιλέως προφήτου καί ἀποστόλου πρώτου ἐπισκόπου· αὐτῶν γάρ τοῖς διδάγμασι πλάνης ἀπαλλαγέντες, Χριστόν δοξολογοῦμεν τόν ἐκ παρθένου ἀνατείλαντα, τόν καί σαρκωθέντα σῶσαι τάς ψυχάς ἡμῶν».
Tήν κοινή πάλι ἀνύμνησί των ὡς ὑπηρετῶν τοῦ μυστηρίου τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἐπαναλαμβάνει καί ὁ ποιητής τοῦ ὡραίου ἐξαποστειλαρίου, προσομίου τοῦ «Τοῖς μαθηταῖς συνέλθωμεν»:
«Σύν Ἰακώβῳ μέλψωμεν τῷ κλεινῷ θεαδέλφῳ
Δαυίδ τόν θεοπάτορα, Ἰωσήφ τε τόν θεῖον,
τῆς Θεοτόκου μνήστορα·
τοῦ Χριστοῦ γάρ τῇ θείᾳ Γεννήσει καθυπούργησαν
Βηθλεέμ ἐν τῇ πόλει θεοπρεπῶς,
μετ᾿ ἀγγέλων, μάγων τε καί ποιμένων,
αὐτῷ τόν ὕμνον ᾄδοντες, ὡς Θεῷ καί δεσπότῃ».
Ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων εἶναι ἡ κατ᾿ ἐξοχήν ἑορτή τῆς προφητείας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Αὐτή ἀποτελεῖ τό μεταίχμιο μεταξύ τῶν δύο Διαθηκῶν. Ἡ Παλαιά προλέγει καί προπαρασκευάζει τήν ἔλευσι τοῦ Χριστοῦ καί λήγει μέ τήν γέννησί Του. Ἡ Καινή ἀρχίζει μέ τήν ἡμέρα τῆς σαρκώσεως. Εἶναι ἡ «ἡμέρα τοῦ Κυρίου ἡ μεγάλη καί ἐπιφανής», πού προλέγει ὁ προφήτης Ἰωήλ (κεφ. 3, 4). Ὁ Θεός ἔδωσε στήν γῆ καί στόν οὐρανό τά ὑπεσχημένα Του ὑπερφυσικά τέρατα· τό αἷμα, τό πῦρ καί τήν ἀτμίδα καπνοῦ (Ἰωήλ 3, 3). Αὐτῶν τῶν τεράτων θεαταί καί μάρτυρες οἱ προφῆται τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μέ ἔξαρχο τό Δαυίδ καί οἱ ἱεροί ἄνδρες τῆς Καινῆς μέ πρωτοστάτας τά δύο μέλη τῆς ἁγίας οἰκογενείας, τόν Ἰωσήφ τόν μνήστορα καί τόν Ἰακωβο τόν ἀδελφόθεο, ἔρχονται νά συνεορτάσουν μέ τόν λαό τοῦ Θεοῦ τήν πλήρωσι τῶν προφητειῶν, τό μέγα μυστήριο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως. Τήν λύσι καί φανέρωσι τοῦ προφητικοῦ αἰνίγματος. Αἷμα τήν σάρκωσιν τοῦ Λόγου, πῦρ τήν Θεότητα, ἀτμίδα καπνοῦ τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Αὐτό ἀκριβῶς θά ἀκούσωμε νά θεολογῇ ὁ ποιητής Ἀνατόλιος στό δοξαστικό τῶν αἴνων τοῦ πλ. δ´ ἤχου:
«Αἷμα καί πῦρ καί ἀτμίδα καπνοῦ,
τέρατα γῆς, ἅ προεῖδεν Ἰωήλ·
αἷμα τήν σάρκωσιν· πῦρ τήν Θεότητα·
ἀτμίδα δέ καπνοῦ τό Πνεῦμα τό ἅγιον,
τό ἐπελθόν τῇ Παρθένῳ
καί κόσμον εὐωδιάσαν.
Μέγα τό μυστήριον τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως,
Κύριε, δόξα σοι».
Προεόρτια Χριστουγέννων
Ι. Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ
Σέ λίγες ἡμέρες θά ἑορτάσωμε τήν μεγάλην ἑορτή τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων. Τό γεγονός τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου θά ξαναφέρῃ ἡ Ἐκκλησία μπροστά στά μάτια τῆς ψυχῆς μας καί θά μᾶς καλέσῃ νά προσκυνήσωμε μαζί μέ τούς ποιμένας καί μέ τούς μάγους τόν γεννηθέντα βασιλέα καί νά ὑμνολογήσωμε μαζί μέ τίς στρατιές τῶν οὐρανίων ἀγγέλων τήν ἐνανθρώπησι τοῦ Θεοῦ τῆς εἰρήνης καί τῆς ἀγάπης. Τό «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία», ὁ ἀγγελικός ὕμνος τῆς γεννήσεως (Λουκ. 2, 3), θά ἀντηχήσῃ καί πάλι στούς ναούς μας. Στό νεογέννητο βρέφος τῆς Βηθλεέμ θά ἰδοῦμε τόν τεχθέντα Σωτῆρά μας, τόν ἐνανθρωπήσαντα Θεό. Σ᾿ αὐτό τό βρέφος θά ἀντικρύσωμε τήν «λύτρωσιν» πού «ἀπέστειλεν ὁ Κύριος τῷ λαῷ αὐτοῦ» (Ψαλμ. 110, 9), γιατί μέσα στό βρεφικό του σῶμα δέν κρύβεται μόνον ὁ Θεός, ἀλλά καί τό πλήρωμα τῆς σωτηρίας μας, ἡ ἀνακαίνισις καί ἡ θέωσις τῆς φθαρτῆς μας φύσεως, ἡ καινή κτίσις· ὁ ἄνθρωπος πού γίνεται Θεός, αὐτό τό μυστήριο τῆς σωτηρίας καί τῆς λυτρώσεως ὅλων ἡμῶν.
Ἀκριβῶς δέ λόγῳ τῆς θεολογικῆς της αὐτῆς σπουδαιότητος ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων ἀποτελεῖ μαζί μέ τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα τούς δύο μεγάλους πόλους γύρω ἀπό τούς ὁποίους στρέφεται τό λειτουργικό ἔτος. Τό Πάσχα εἶναι ἡ κορωνίς τῶν κινητῶν καί τά Χριστούγεννα τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν. Εἰδικά δέ ἡ ἑορτή τῶν Χριστούγεννων εἶναι ἡ «μητρόπολις» τῶν ἑορτῶν κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο (Εἰς τόν μακάριον Φιλογόνιον, 3), γιατί τό γεγονός πού ἑορτάζομε κατ᾿ αὐτή εἶναι ἡ προϋπόθεσις ὅλων τῶν ἄλλων σταθμῶν τῆς σωτηρίας μας. Ἄν δέν ἐγεννᾶτο ὁ Χριστός οὔτε θά ἐβαπτίζετο, οὔτε θά ἐδίδασκε καί θά ἐθαυματούργει, οὔτε θά ἔπασχε καί θά ἀνίστατο. Ἤδη μέ τήν γέννησι τοῦ Χριστοῦ ἡ σωτηρία τοῦ γένους μας ἔχει δυνάμει συντελεσθῆ. Ἡ θεία καί ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἔχουν ἑνωθῆ ἐν Χριστῷ. Ὁ Θεός καί ἄνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός ἀποτελεῖ τήν ζῶσαν εἰκόνα καί τήν ἐγγύησι τῆς μελλοντικῆς ἐν Χριστῷ ἀνακεφαλαιώσεως τῶν πάντων.
Θά περίμενε κανείς ὕστερα ἀπό ὅλα αὐτά ἡ ἑορτή τῶν Χριστούγεννων νά εἶναι καί ἡ χρονολογικῶς πρώτη ἑορτή τοῦ χριστιανικοῦ ἡμερολογίου. Ἡ ἑορτή ὅμως τοῦ Πάσχα καί ἡ καθ᾿ ἑβδομάδα ἐπανάληψίς της, ἡ Κυριακή, εἶναι κατά πολύ ἀρχαιοτέρα ἀπό τά Χριστούγεννα. Γιά πρώτη φορά κατά τά μέσα τοῦ Β´ αἰῶνος αἱρετικές γνωστικές παραφυάδες ἀρχίζουν νά ἑορτάζουν τά Χριστούγεννα μαζί μέ τήν Βάπτισι τοῦ Χριστοῦ τήν παλαιά ἡμερομηνία τοῦ χειμερινοῦ ἡλιοστασίου, στάς 6 δηλαδή Ἰανουαρίου. Μέχρι τόν Δ´ αἰῶνα στήν Ἀνατολή συνεώρταζαν τήν ἡμέρα αὐτή τίς δύο αὐτές ἑορτές μέ τό ὄνομα «Ἐπιφάνεια» ἤ «Θεοφάνεια». Συνέχεια
«Προεορτάσωμεν πιστοί!»
π.Thomas Hopko
Ὁ προεόρτιος ἑορτασμὸς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου ξεκινᾶ γιὰ τὰ καλὰ πέντε μέρες πρὶν τὰ Χριστούγεννα. Οἱ ἀκολουθίες κάθε μιᾶς ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἡμέρες καλοῦν τοὺς πιστοὺς νὰ προετοιμαστοῦν γιὰ τὴν ἑορτὴ καὶ νὰ προετοιμάσουν τὴν πανήγυρή της.
«Ἂς προεορτάσουμε λαοὶ τὰ Γενέθλια τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀφοῦ ὑψώσουμε τὸ νοῦ ἂς πᾶμε μὲ τὴ διάνοια στὴ Βηθλεὲμ καὶ ἂς δοῦμε μὲ τοὺς λογισμοὺς τῆς ψυχῆς τὴν Παρθένο ποὺ σπεύδει νὰ γεννήσει στὸ Σπήλαιο τὸν Κύριο τῶν ὅλων καὶ Θεό μας· Ἐκείνου, βλέποντας ὁ Ἰωσὴφ τὸ μέγεθος τῶν θαυμάτων, νόμιζε πὼς θεωροῦσε ἄνθρωπο νὰ σπαργανώνεται ὡς βρέφος· ἐννοοῦσε ὅμως ἀπὸ τὰ φαινόμενα πὼς εἶναι Θεὸς ἀληθινός, ποὺ παρέχει στὶς ψυχές μας τὸ μέγα ἔλεος».
«Ἂς προεορτάσουμε λαοὶ τὰ Γενέθλια του Χριστοῦ καὶ ἀφοῦ ὑψώσουμε τὸ νοῦ ἂς πᾶμε μὲ τὴ διάνοια στὴ Βηθλεὲμ καὶ ἂς δοῦμε τὸ μέγα μυστήριο ποὺ στὸ σπήλαιο συντελεῖται. Διότι ἄνοιξε ἡ Ἐδὲμ ἀφοῦ ὁ Θεὸς προβάλλει ἀπὸ Παρθένο Ἁγνή, παραμένοντας ὁ ἴδιος τέλειος καὶ στὴ θεότητα καὶ στὴν ἀνθρωπότητά Του. Ἂς κραυγάσουμε λοιπόν· Ἅγιος ὁ Θεός, ὁ Πατέρας ποὺ ἀρχὴ δὲν ἔχει, Ἅγιος Ἰσχυρός, ὁ Υἱὸς ποὺ σαρκώθηκε· Ἅγιος Ἀθάνατος, τὸ Πνεῦμα ποὺ τὴν παρηγοριὰ προσφέρει. Τριάδα Ἁγία, δόξα σὲ Σένα».
«Προεορτάσωμεν πιστοί! Ἀναχθῶμεν τὴ διάνοια! Ἐπάραντες τὸν νοῦν!». Αὐτὰ δὲν εἶναι ἁπλὰ ἐπιφωνήματα ἐνθουσιαστικῆς εὐλάβειας καὶ συναισθηματικῆς ἀφοσιώσεως γιὰ τοὺς λίγους παράξενους ἀνθρώπους ποὺ ἀρέσκονται σὲ τέτοιου εἴδους πράγματα. Εἶναι προτροπὲς καὶ ἐντολὲς ποὺ εἶναι οὐσιαστικὲς γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ ὅλων τῶν ἀνθρώπων ποὺ πρέπει νὰ τὶς προσέχουν καὶ νὰ ὑπακούουν σὰν νὰ ἐξαρτιόταν ἡ ζωή τους ἀπὸ αὐτές. Γιατί στ’ ἀλήθεια ἐξαρτᾶται.
Δημιουργηθήκαμε γιὰ νὰ δοξάζουμε τὶς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν Ἴδιο τὸν Θεό. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς ὑπάρξεώς μας. Εἶναι ἡ οὐσία τῆς ζωῆς μας. Κάθε ἀνθρώπινη ἁμαρτία, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ «προπατορικοῦ ἁμαρτήματος», τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας, εἶναι ἡ ἀποτυχία νὰ ἑορτάσουμε πρεπόντως αὐτὸ ποὺ ὁ Θεὸς εἶναι καὶ κάνει, γιὰ χάρη ἐκείνων ποὺ ἔχουν πλασθεῖ κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσή Του. Συνέχεια
Τὰ δῶρα τῶν Μάγων
Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς,
«Καὶ ἀνοίξαντες τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν» (Ματθ. Β΄11).
Τρία δῶρα ἔφεραν στὸ νεογέννητο Βασιλιά. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλουν συμβόλισαν τὴν ἁγία καὶ ζωοποιὸ Τριάδα, στὸ ὄνομα τῆς Ὁποίας ἦρθε στὸν κόσμο τὸ παιδὶ Ἰησοῦς, ἀλλὰ καὶ τὴν τριπλή διακονία τοῦ Κυρίου: τὴ βασιλική, τὴν ἱερατικὴ καὶ τὴν προφητική, γιατί ὁ χρυσὸς συμβολίζει τὴν αὐτοκρατορική, τὸ λιβάνι τὴν ἱερατικὴ καὶ ἡ σμύρνα τὴν προφητικὴ ἢ τὴ θυσιαστική. Τὸ νεογέννητο βρέφος θὰ γινόταν ὁ Βασιλιᾶς τοῦ ἀθάνατου βασιλείου, ὁ ἀναμάρτητος ἱερέας καὶ προφήτης καί, ὅπως οἱ περισσότεροι προφῆτες πρὶν ἀπ’ Αὐτόν, θὰ θανατωνόταν.
Ὅλοι τὸ γνωρίζουν πὼς ὁ χρυσὸς μαρτυρεῖ κάποιον βασιλιὰ καὶ τὴ βασιλεία του. Ὅλοι γνωρίζουν πὼς τὸ λιβάνι μαρτυρεῖ ἱερωσύνη καὶ προσευχή. Κι ἐπίσης ὅλοι γνωρίζουν ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ πὼς τὸ λιβάνι μαρτυρεῖ τὴ θνητότητα. Ὁ Νικόδημος ἄλειψε τὸ σῶμα τοῦ νεκροῦ Ἰησοῦ μὲ μύρα (Ἰωάν. Ιθ΄ 39-40). Ἄλειφαν τὰ σώματα γιὰ νὰ τὰ διατηρήσουν κάπως περισσότερο ἀπὸ τὴ φθορὰ τοῦ θανάτου. Ὁ κόσμος φωτίστηκε ἀπὸ τὸν Χριστό, ποὺ ἔλαμψε σὰν χρυσός. Καὶ γέμισε ἀπὸ προσευχὲς καὶ θυμιάματα, ὅπως ἕνας ναός. Ἡ οἰκουμένη ὁλόκληρη γέμισε ἀπὸ τὸ ἄρωμα τῆς διδασκαλίας Του.
Τὰ τρία δῶρα ὅμως συμβολίζουν ἐπίσης τὴν καρτερία καὶ τὸ ἀμετάβλητο. Ὁ χρυσὸς παραμένει χρυσός, τὸ λιβάνι παραμένει λιβάνι καὶ τὸ μύρο παραμένει μύρο. Κανένα ἀπ’ αὐτὰ δὲ χάνει τὴν ἰδιότητά του ὅσα χρόνια κι ἂν περάσουν. Μετὰ ἀπὸ χίλια χρόνια ὁ χρυσὸς ἐξακολουθεῖ νὰ λάμπει, τὸ λιβάνι νὰ καίει καὶ τὸ μύρο διατηρεῖ τὸ ἄρωμά του. Δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ βρεθοῦν ἄλλα πιὸ ἀντιπροσωπευτικὰ ἀντικείμενα στὴ γῆ ποὺ νὰ συμβολίζουν τόσο πιστὰ τὴν ἐπίγεια ἀποστολὴ τοῦ Χριστοῦ ἢ νὰ δείχνουν πιὸ καθαρὰ καὶ ἐκφραστικὰ τὸν αἰώνιο χαρακτήρα τοῦ ἔργου Του στὴ γῆ, καθὼς καὶ ὅλες τὶς πνευματικὲς καὶ ἠθικὲς ἀξίες ποὺ ἔφερε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὸν κόσμο. Ἔφερε τὴν ἀλήθεια, τὴν προσευχή, τὴν ἀθανασία. Συνέχεια
![454451-paidaikiflogera[1]](http://www.imaik.gr/wp-content/uploads/454451-paidaikiflogera12.jpg)
