Νέον Ἔτος
Νέον Ἔτος
ΙΩΑΝΝΟΥ Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ
Τήν 1η Ἰανουαρίου ἑώρτασε ἡ Ἐκκλησία μας τήν Περιτομή τοῦ Χριστοῦ καί τήν μνήμη τοῦ ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου. Τό διπλό αὐτό ἑορτολογικό περιεχόμενο ἔχει μία λαμπρά ἐκπροσώπησι στήν ἀκολουθία τῆς ἡμέρας. Καί δικαίως, γιατί ἡ μέν περιτομή καί ὀνοματοδοσία τοῦ Χριστοῦ κατά τήν ὀγδόη ἡμέρα ἀπό τῆς γεννήσεως Του ἀποτελεῖ, τήν βεβαίωσι τῆς σαρκώσεως καί τῆς προσλήψεως ἀπό τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ τῆς τελείας ἀνθρωπίνης μορφῆς ἀναλλοιώτως καί τῆς εἰσόδου Του στόν λαό τοῦ Θεοῦ. Ὁ δέ Μέγας Βασίλειος εἶναι ὁ ἀληθινά μέγας ἱεράρχης, πού μέ τήν ἁγιότητα τοῦ βίου του, τά σοφά του συγγράμματα καί τήν ἔξοχο δρᾶσι του ἀνεδείχθη Πατήρ καί φωστήρ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἐφάμιλλο τοῦ ὁποίου δέν ἐγνώρισε ἴσως ἄλλον ὁ χριστιανικός κόσμος. Καί ἡ δεσποτική ἑορτή τῆς Περιτομῆς καί ἡ μνήμη τοῦ Μεγάλου Βασιλείου περιττό καί νά εἰποῦμε, ὅτι δέν ἔχουν καμμία σχέσι πρός τήν ἔναρξι τοῦ ἔτους, τήν πρωτοχρονιά. Συνέχεια
“ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΕΜΑΞΩ ΤΑΣ ΑΡΕΤΑΣ
π. Βασίλειος Καλλιακμάνης
α) Καθ’ ὅλο τό χρόνο, ἀλλά ἰδιαίτερα κατά τή διάρκεια τῶν ἑορτῶν οἱ χριστιανοί πλουτίζουν πνευματικά μετέχοντας στό μυστήριο τῆς πίστης, γευόμενοι τόν πλοῦτο τῆς χρηστότητας καί τῆς μέγιστης δωρεᾶς τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ Σαρκωθείς Κύριος πού προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση, γιά νά τήν ἐπαναφέρει στό ἀρχαῖο κάλλος, καταδέχθηκε νά γεννηθεῖ σέ σπήλαιο καί νά ἀνακλιθεῖ σέ φάτνη.
«Συγκαταβαίνων ὁ Σωτήρ τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων», ἀκολουθεῖ τόν τύπο τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου καί προσέρχεται σήμερα ὀκταήμερος στήν περιτομή, γινόμενος «τύπος καί ὑπογραμμός πᾶσι πρόςσωτηρίαν». Θυμίζει ἔτσι στούς χριστιανούς ὅλων τῶν αἰώνων, ὅτι γιά νά γευθοῦν τή Χάρη καί τόν ἁγιασμό, χρειάζεται νά διέλθουν ἀπό τή στενή πύλη καί τήν τεθλιμμένη ὁδό τῆς τήρησης τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν.
ΣΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης
«Σαλπίστε τήν πρωτομηνιά μέ τή σάλπιγγα», λέει ὁ Δαβίδ, «τή χαρμόσυνη ἡμέρα τῆς ἑορτῆς σας» (Ψαλ. 80, 4), καί οἱ διαταγές τῆς θεόπνευστης διδασκαλίας εἶναι ὁπωσδήποτε νόμος γιά ὅσους ἀκοῦνε. Ἐπειδή λοιπόν ἦλθε ἡ χαρμόσυνη ἡμέρα τῆς ἑορτῆς μας, ἄς ἐφαρμόσω κι ἐγώ τό νόμο κι ἄς γίνω σαλπιγκτής τῆς ἱερῆς ἡμέρας. Ἡ σάλπιγγα τοῦ νόμου, ὅπως ὑποδεικνύει νά ἐννοήσομε ὁ Ἀπόστολος, εἶναι ὁ λόγος. Γιατί λέει ὅτι δέν πρέπει ὁ ἦχος τῆς σάλπιγγας νά γίνεται ἀσαφής (Α´ Κορ 14, 7 ἑ), ἀλλά οἱ φθόγγοι νά εἶναι εὐδιάκριτοι, γιά νά εἶναι σαφεῖς σ᾿ ὅσους ἀκοῦνε.
Ἄς ἀφήσομε λοιπόν κι ἐμεῖς, ἀδελφοί, κάποια λαμπρή ἠχώ πού ν᾿ ἀκουστεῖ μακριά καί πού δέν εἶναι καθόλου κατώτερη ἀπό τόν ἦχο τῆς κεράτινης σάλπιγγας. Γιατί κι ὁ Νόμος πού προδιαγράφει τήν ἀλήθεια μέ τούς τύπους τῆς σκιᾶς, νομοθέτησε τόν ἦχο τῶν σαλπίγγων κατά τήν ἡμέρα τῆς σκηνοπηγίας (Λευιτ. 23, 24). Καί τό θέμα τῆς ἑορτῆς αὐτῆς εἶναι τό μυστήριο τῆς ἀληθινῆς σκηνοπηγίας. Σ᾿ αὐτήν συμπηγνύεται τό ἀνθρώπινο σκήνωμα ἐκείνου πού γιά χάρη μας φόρεσε τό ἀνθρώπινο σχῆμα. Συνέχεια
Περί Ἐνανθρωπήσεως
Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου
Ὁ παντοκράτωρ Θεός, ὅταν ἐδημιούργει διά τοῦ Λόγου του τό γένος τῶν ἀνθρώπων, ἐγνώρισε καί τήν ἀδυναμίαν τῆς φύσεώς των καί ὅτι αὐτή δέν θά ἦτο ἱκανή μόνη της νά γνωρίσῃ τόν δημιουργόν, οὔτε κἄν νά λάβῃ ἔννοιαν Θεοῦ. Διότι αὐτός μέν ἦτο ἄκτιστος, αὐτοί δέ πλάσματα ἐκ τοῦ μηδενός, αὐτός μέν ἦτο ἀσώματος, οἱ δέ ἄνθρωποι ἐπλάσθησαν μέ σῶμα κάπου ἐδῶ κάτω, καί γενικῶς μεγάλαι εἶναι αἱ ἐλλείψεις τῶν πλασμάτων, διά νά γνωρίσουν καί νά κατανοήσουν τόν πλάστην των. Καί πάλιν ὡς ἀγαθός Θεός εὐσπλαγχνίσθη τό ἀνθρώπινον γένος καί δέν τό ἀφῆκε μακριά ἀπό τήν γνῶσιν του, διά νά μή ἔχῃ ἄχρηστον ζωήν.
Ἀλλά ποία ἡ ὠφέλεια τῶν δημιουργημάτων, ὅταν δέν γνωρίζουν τόν δημιουργόν των; Ἤ πῶς θά ἦσαν λογικά, ὅταν δέν θά ἐγνώριζον τόν Λόγον τοῦ Πατρός, διά τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθησαν; Καθόλου μά καθόλου δέν ἐπρόκειτο νά διαφέρουν ἀπό τά ἄλογα, ἐάν δέν ἀνεγνώριζαν τίποτε περισσότερον ἀπό τά ἐπίγεια.k
Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ
Νίκου Ζία
῾Η Γέννηση τοῦ Χριστοῦ γιορτάζεται ἀπό τήν ῾Αγία ᾿Ορθόδοξο ᾿Εκκλησία δοξολογικά καί συνάμα κατανυκτικά. ῾Η ἡδυμελής ὑμνογραφία καί ἡ εἰρηνόχυτη εἰκονογραφία μέ θαυμαστό τρόπο ἐκφράζουν τό μέγα γεγονός. Μέσα στό χῶρο τῆς ᾿Εκκλησίας ὁ ᾿Ορθόδοξος Χριστιανός ζεῖ τό μυστήριο τῆς σαρκώσεως μέ τίς αἰσθήσεις του, πού μεταμορφώνονται γιά νά γίνουν μέσα ἐπικοινωνίας μέ τό ἄρρητο. Προσκυνώντας τήν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως ἀνταποκρίνεται στό κέλευσμα τῆς ψαλμωδίας «δεῦτε ἴδωμεν πιστοί» καί «βλέπει» μέ τά μάτια του τήν θεολογία τῆς σαρκώσεως αἰσθανόμενος τήν εὐφροσύνη τῆς θείας συγκαταβάσεως καί κενώσεως.
Τό πνευματικό μεγαλεῖο, τό μυστικό βάθος καί τό αἰσθητικό κάλλος τῆς ᾿Ορθοδόξου τέχνης συνεργοῦν στή μετοχή τοῦ πιστοῦ στό καλοάγγελτο γεγονός τῆς ἐνανθρώπησης.
Παραστάσεις μέ θέμα τή Γέννηση ἀπαντοῦν ἀπό τήν Παλαιοχριστιανική ἐποχή, ἀλλά ἡ εἰκόνα, μέ ὁλοκληρωμένο τόν εἰκονογραφικό τύπο, ἐμφανίζεται κυρίως στά χρόνια μετά τήν εἰκονομαχική ταραχή, στήν ἀκμή τῆς μεσοβυζαντινῆς περιόδου ἀκολουθώντας κατοπινά μιά πορεία μέ μικρές παραλλαγές ἀνάλογες μέ τίς γενικώτερες συνθῆκες τόπου καί ἐποχῆς.
Γύρω στόν 11ο αἰ. βρίσκουμε στά μεγάλα μνημειακά σύνολα τῶν ψηφιδωτῶν παραστάσεις τῆς Γεννήσεως πού συγκεντρώνουν ὅλα τά ἐπιμέρους εἰκονογραφικά στοιχεῖα. Τά ψηφιδωτά τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς τοῦ ῾Οσίου Λουκά (ἀρχές 11ου αἰ.) καί τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς Δαφνιοῦ (τέλος 11ου αἰ.) εἶναι δύο χαρακτηριστικά καί προσιτά δείγματα, πού μποροῦν νά μάς δώσουν τήν αὐθεντική εἰκονογραφική σύνθεση.
Στό κέντρο τῆς εἰκόνας ὑψώνεται βουνό «βραχῶδες, ἀλλ᾿ εὔχαρι καί φωτεινόχρωμο». (Φ. Κόντογλου, ῎Εκφρασις τῆς ᾿Ορθοδόξου Εἰκονογραφίας, ἐκδ. οἶκος ᾿Αστήρ 1960 τόμ. Α΄, σελ. 156) μέ μιά μεγάλη σκοτεινόχρωμη σπηλιά. Μέσα στήν σπηλιά ἡ κτιστή – συχνά ἰσοδυναμικά – φάτνη μέ τόν σπαργανωμένο, ἀρτιγέννητο νήπιο Χριστό. Δίπλα ἡ Παναγία Μητέρα πάνω σέ στρῶμα κάθεται ἤ εἶναι μισοξαπλωμένη καί σέ μεταγενέστερους χρόνους γονατίζει.
Πίσω ἀπό τήν φάτνη προβάλλουν τά κεφάλια τους δυό ἀγαθά ζῶα, βόδι καί ὀνάριο. ῎Εξω ἀπό τό σπήλαιο στό ἕνα ἄκρο τῆς εἰκόνας κάθεται συλλογισμένος ὁ ᾿Ιωσήφ. Στό ἄλλο ἄκρο τό πρῶτο λουτρό τοῦ Βρέφους πού γίνεται μέ τήν βοήθεια δύο γυναικῶν· συχνά ἡ μία δοκιμάζει μέ τό χέρι της τή θερμοκρασία τοῦ νεροῦ. Συνέχεια
Ὑμνολογικά Χριστουγέννων
Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
Ὠδή α´.
Ἦχος α´. ῾Ο Εἱρμός.
Χριστός γεννᾶται· δοξάσατε. Χριστός ἐξ Οὐρανῶν· ἀπαντήσατε. Χριστός ἐπί γῆς· ὑψώθητε. ῎Ασατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ, καί ἐν εὐφροσύνῃ ἀνυμνήσατε λαοί· ὅτι δεδόξασται.
῾Ερμηνεία.
᾿Από ποῖον ἄλλον πρέπει νά ζητοῦν ἄρτους οἱ χρείαν ἔχοντες τούτων, πάρεξ ἀπό τόν ἀρτοπωλητήν; ἤ ἀπό ποῖον πρέπει νά λαμβάνουν οἶνον οἱ ἐστερημένοι τούτου, πάρεξ ἀπό τόν οἰνοπώλην; ἀλλά καί οἱ χρείαν ἔχοντες νομίσματος χρυσοῦ καί ἀργυροῦ, ἀπό ποῖον ἄλλον πρέπει νά ζητοῦν τοῦτο, εἰ μή ἀπό τόν ἀργυραμοιβόν; (σαράφην) Οὕτω παρομοίως καί οἱ θέλοντες νά πανηγυρίζουν καί νά ἐγκωμιάζουν τάς τοῦ Χριστοῦ ἑορτάς, ἀπό ποῖον ἄλλον πρέπει νά ζητοῦν λόγους πανηγυρικούς καί ἐγκώμια, πάρεξ ἀπό τόν τούτων πανηγυριστήν καί ἐγκωμιαστήν, τόν μέγαν λέγω ἐν Θεολογίᾳ Γρηγόριον;
Διότι οὗτος ὁ κατ᾿ ἐξοχήν λεγόμενος Τριαδικός Θεολόγος, ὄχι μόνον ἐστόλισε τάς Δεσποτικάς ἑορτάς μέ τούς ἰδικούς του λόγους καί τά ἐγκώμια, ἀλλ᾿ ἔδωκε ἄδειαν καί εἰς τούς μεταγενεστέρους νά κλέπτουν τά ἰδικά του λόγια καί ποιήματα μέ μίαν κλεψίαν ἐπαινετήν καί ἀκατηγόρητον· τήν ὁποίαν ὅποιος ἐργάζεται, ὄχι μόνον δέν ἐντρέπεται, ὡς οἱ κλέπται τῶν ἄλλων πραγμάτων, ἀλλ᾿ ἐξεναντίας μέ τήν κλεψίαν αὐτήν καλλωπίζεται. Τί λέγω; ὁ Γρηγόριος οὗτος νοῦς τῆς Θεολογίας δέν ἔδωκε μόνον ἄδειαν εἰς τούς μεταγενεστέρους νά κλέπτουν τούς ἰδικούς του λόγους, ἀλλά καί ἀκόμη τούς προσκαλεῖ μέ φιλαδελφίαν ἀνεκδιήγητον εἰς τό νά φάγουν ἀκόρεστα τόν νοητόν ἄρτον τῆς σοφίας του, τόν στηρίζοντα τήν ψυχήν, καί νά πίουν τόν γνωστικόν αὐτοῦ οἶνον, τόν εὐφραίνοντα τήν καρδίαν, φωνάζων μέ ὑψηλήν φωνήν τώρα μέν ἐκεῖνα τά τῆς Σοφίας «῎Ελθετε φάγετε τόν ἐμόν ἄρτον, καί πίετε οἶνον, ὅν κεκέρακα ὑμῖν» (Παρ. θ΄ 5)· τώρα δέ ἐκεῖνα τά τῆς Ἀισματιζούσης νύμφης «Φάγετε πλήσιοι, καί πίετε καί μεθύσθητε ἀδελφοί» (Ἀισμ. ε(1) καί ἄλλοτε ἐκεῖνα τά τοῦ ῾Ησαΐου «Οἱ διψῶντες πορεύεσθε ἐφ᾿ ὕδωρ, καί ὅσοι μή ἔχετε ἀργύριον βαδίσαντες ἀγοράσατε καί φάγετε ἄνευ ἀργυρίου καί τιμῆς οἶνον καί στέαρ» (῾Ησ. νε΄ 1).
Διά τοῦτο καί ὁ θεσπέσιος Κοσμᾶς, ὁ τῶν ῾Ιερῶν ἑορτῶν Ἀισματογράφος καί Μουσηγέτης, μέλλων νά πανηγυρίσῃ τά σωτήρια Γενέθλια τοῦ Κυρίου, αὐτολεξεί ἐδανείσθη ὅλον τόν παρόντα Εἱρμόν ἀπό τόν ρηθέντα μέγαν πανηγυριστήν καί ἐγκωμιαστήν τῶν ἑορτῶν Θεολόγον. Οὕτω γάρ ἐκεῖνος προοιμοιάζει ἐν τῷ εἰς τήν Χριστοῦ Γέννησιν ἐγκωμίῳ αὐτοῦ· «Χριστός γεννᾶται, δοξάσατε· Χριστός ἐξ Οὐρανῶν, ἀπαντήσατε· Χριστός ἐπί γῆς, ὑψώθητε· ᾄσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ». Συνέχεια
Εἰς τό Γενέθλιον τοῦ Κυρίου Ἡμῶν ‘Ιησοῦ Χριστοῦ
Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
Μυστήριο παράξενο καὶ παράδοξο ἀντικρύζω. Βοσκῶν φωνὲς φτάνουν στ’ αὐτιά μου. Δὲν παίζουν σήμερα μὲ τὶς φλογέρες τοὺς κάποιον τυχαῖο σκοπό. Τὰ χείλη τοὺς ψάλλουν ὕμνο οὐράνιο.
Οἱ ἄγγελοι ὑμνολογοῦν, οἱ ἀρχάγγελοι ἀνυμνοῦν, ψάλλουν τὰ Χερουβεὶμ καὶ δοξολογοῦν τὰ Σεραφείμ. Πανηγυρίζουν ὅλοι, βλέποντας τὸ Θεὸ στὴ γῆ καὶ τὸν ἄνθρωπο στοὺς οὐρανούς.
Σήμερα ἡ Βηθλεὲμ μιμήθηκε τὸν οὐρανό: Ἀντὶ γι’ ἀστέρια, δέχτηκε τοὺς ἀγγέλους· ἀντὶ γιὰ ἥλιο, δέχτηκε τὸν Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης. Καὶ μὴ ζητᾶς νὰ μάθεις τὸ πῶς. Γιατί ὅπου θέλει ὁ Θεός, ἀνατρέπονται οἱ φυσικοὶ νόμοι.
Ἐκεῖνος λοιπὸν τὸ θέλησε. Καὶ τὸ ἔκανε. Κατέβηκε στὴ γῆ κι ἔσωσε τὸν ἄνθρωπο. Ὅλα συνεργάστηκαν μαζί Του γι’ αὐτὸν τὸ σκοπό.
Σήμερα γεννιέται Αὐτὸς ποὺ ὑπάρχει αἰώνια, καὶ γίνεται αὐτὸ ποὺ ποτὲ δὲν ὑπῆρξε. Εἶναι Θεὸς καὶ γίνεται ἄνθρωπος! Γίνεται ἄνθρωπος καὶ πάλι Θεὸς μένει!
Ὅταν γεννήθηκε, οἱ Ἰουδαῖοι δὲν δέχονταν τὴν παράδοξη γέννησή Του: Ἀπὸ τὴ μία οἱ Φαρισαῖοι παρερμήνευαν τὰ ἱερὰ βιβλία· κι ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ γραμματεῖς δίδασκαν ἀλλὰ ἀντὶ ἄλλων. O Ἡρώδης πάλι, ζητοῦσε νὰ βρεῖ τὸ νεογέννητο Βρέφος ὄχι γιὰ νὰ τὸ τιμήσει, μὰ γιὰ νὰ τὸ θανατώσει.
Ἐ λοιπόν, ὅλοι αὐτοὶ σήμερα τρίβουν τὰ μάτια τους, βλέποντας τὸ Βασιλιὰ τ’ οὐρανοῦ νὰ βρίσκεται στὴ γῆ μ’ ἀνθρώπινη σάρκα, γεννημένος ἀπὸ παρθενικὴ μήτρα.
Καὶ ἦρθαν οἱ βασιλιάδες νὰ προσκυνήσουν τὸν ἐπουράνιο Βασιλιὰ τῆς δόξας.
Ἦρθαν οἱ στρατιῶτες νὰ ὑπηρετήσουν τὸν Ἀρχιστράτηγο τῶν οὐράνιων Δυνάμεων.
Ἦρθαν οἱ γυναῖκες νὰ προσκυνήσουν Ἐκεῖνον ποὺ μετέβαλε τὶς λύπες τῆς γυναίκας σὲ χαρά. Συνέχεια
Γιά ποιό λόγο ἐνανθρώπησε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί ὄχι ὁ Πατήρ ἤ τό Πνεῦμα· καί ποιές οἱ συνέπειες τῆς ἐνανθρώπησης.
Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ
Ὁ Πατήρ δέν μεταπίπτει στόν Υἱό, παραμένει πάντα Πατήρ· ὁ Υἱός δέν μεταπίπτει στόν Πατέρα, παραμένει πάντα Υἱός· τό Πνεῦμα δέν μεταπίπτει στόν Πατέρα ἤ τόν Υἱό, παραμένει πάντα Πνεῦμα ἅγιο. Ἡ ἰδιότητα καθενός προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδας εἶναι σταθερή καί ἀμετάβλητη. Πῶς, ἄλλωστε, θά παρέμενε ἰδιότητα ἄν ἐναλασσόταν συνεχῶς περνώντας κάθε φορά σέ ἄλλο πρόσωπο; Γιαυτό ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ εἶναι πού γίνεται Υἱός τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά παραμείνει ἀκριβῶς ἡ ἰδιότητα ἀμετακίνητη. Γιατί, ὄντας Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἔγινε Υἱός τοῦ ἀνθρώπου παίρνοντας σάρκα ἀνθρώπου ἀπ’ τήν ἁγία Παρθένο, δέν ἀλλοτριώθηκε ἀπό τήν υἱική του ἰδιότητα.
Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἐνανθρώπησε γιά νά χαρίσει ξανά στόν ἄνθρωπο ἐκεῖνο γιά τό ὁποῖο δημιουργώντας τον τόν προόρισε. Τόν δημιούργησε σύμφωνα μέ τή δική του εἰκόνα, διανοητή καί ἐλεύθερο, προορισμένο νά τοῦ μοιάζει, δηλαδή νά ᾿ναι, ὅπως καί ὁ δημιουργός του, τέλεια ἐνάρετος, πράγμα κατορθωτό γιά τήν ἀνθρώπινη φύση. Γιατί οἱ ἀρετές, δηλαδή ἡ νηφαλιότητα, ἡ ἠρεμία, ἡ ἀκεραιότητα, ἡ ἀγαθοσύνη, ἡ σοφία, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἀνεξικακία εἶναι πρωταρχικά, γνωρίσματα τῆς θείας φύσης. Συνέχεια
Εἰς τήν τοῦ Χριστοῦ Γέννησιν
Ἁγίου Πρόκλου Πατριάρχου Κων/λεως
Φάνηκε ὁ Χριστός στόν κόσμο καί τόν ἄχαρο κόσμο στόλισε μ᾿ ἀπέραντη εὐφροσύνη. Σήκωσε πάνω Του τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, καί καταπάτησε γιά πάντα τόν ἐχθρό τοῦ κόσμου. Ἅγιασε τίς πηγές τῶν ὑδάτων καί φώτισε τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Θαύματα μίχθηκαν μέ μεγαλύτερα θαύματα.
Σήμερα, ἀπό τή χαρά πού ἔφερε ὁ Σωτήρας μας Χριστός, χωρίστηκαν ἡ γῆ καί ἡ θάλασσα καί ἀπ᾿ ἄκρη ὡς ἄκρη γέμισε ὁ κόσμος εὐφροσύνη. Ἡ σημερινή γιορτή ἀποκαλύπτει μεγαλύτερα θαύματα ἀπό ἐκείνη τῆς Χριστουγεννιάτικης νυχτιᾶς. Γιατί κείνη τήν νύχτα πού μᾶς πέρασε χαιρότανε μονάχα ἡ γῆ, καθώς βάσταζε πάνω της στήν ἀγκαλιά τῆς φάτνης τόν Παντοκράτορα Θεό. Σήμερα ὅμως, πού γιορτάζουμε τά Θεοφάνεια, εὐφραίνεται μαζί της καί ἡ θάλασσα. Καί εὐφραίνεται γιατί διά μέσου τοῦ Ἰορδάνη λαβαίνει μέρος καί αὐτή στήν εὐλογία τοῦ ἁγιασμοῦ. Συνέχεια
Ἡ ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν γιὰ τὸ θάνατο.
Most Rev. Fr.Anthony Bloom
Ὁ τρόπος ἀντιμετώπισης τοῦ δικοῦ μας θανάτου διαφοροποιεῖται στὸν καθένα μας ἀνάλογα μὲ τὴν ἡλικία καὶ τὶς περιστάσεις. Σκεφτεῖτε τὰ παιδιὰ ποὺ ἀκοῦν τὴ λέξη «θάνατος» καὶ εἴτε ἔχουν μιὰ ἀσαφῆ ἰδέα γι’ αὐτόν, εἴτε ἴσως ἔχουν χάσει ἕναν ἤ καὶ τοὺς δύο γονεῖς τους, καὶ πενθοῦν μέσα στὴν μοναξιά: ἡ ἀπώλεια εἶναι ποὺ χαρακτηρίζει τὴν ἀντίληψή τους γιὰ τὸ θάνατο, ὄχι ὁ ἴδιος ὁ θάνατος.
Τὰ περισσότερα παιδιὰ -τὰ περισσότερα ἀγόρια σίγουρα- ἔχουν παίξει, σὲ κάποιες φάσεις τῆς ζωῆς τους, παιχνίδια πολέμου: «Σὲ πυροβόλησα. Εἶσαι πεθαμένος. Πέσε κάτω.» Καὶ τὸ παιδὶ ξαπλώνει κάτω κι ἐκείνη τὴ στιγμὴ γνωρίζει συναισθηματικά, ἀλλὰ μέσα στὴν ἀσφάλεια τοῦ παιχνιδιοῦ, ὅτι εἶναι νεκρό, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει πὼς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ παίξει, νὰ τρέξει ἤ νὰ κινηθεῖ. Πρέπει νὰ μείνει ξαπλωμένο μ’ ἕνα συγκεκριμένο τρόπο. Ἡ ζωὴ συνεχίζεται τριγύρω του, ἀλλὰ ἐκεῖνο δὲν ἀποτελεῖ πιὰ μέρος της, μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ αὐτὸ τοῦ φαίνεται πιὰ πολύ, καὶ πετάγεται πάνω λέγοντας: «Βαρέθηκα νὰ εἶμαι πεθαμένος. Σειρά σου τώρα».
Αὐτὴ εἶναι πολὺ σημαντικὴ ἐμπειρία, διότι τὸ παιδὶ μέσα ἀπ’ αὐτὴ ἀνακαλύπτει ὅτι μπορεῖ νὰ εἶναι ξένο πρὸς τὴ ζωή· κι ὡστόσο, ὅλο αὐτὸ εἶναι ἕνα παιχνίδι καὶ διαθέτει τὴν ἀσφάλεια ποὺ τὰ παιχνίδια διαθέτουν. Μπορεῖ νὰ τελειώσει ἀνὰ πάσα ὥρα καὶ στιγμὴ μὲ ἀμοιβαία συμφωνία, ἀλλὰ τὸ παιδὶ ὅλο καὶ κάτι θὰ ἔχει διδαχθεῖ. Θυμᾶμαι πρὶν πολλὰ χρόνια, ἕνα ὑπερβολικὰ εὐαίσθητο παιδὶ σὲ κάποια ἀπὸ τὶς κατασκηνώσεις μας, τὸ ὁποῖο βίωνε τὸ παιχνίδι αὐτὸ μὲ τέτοια ἔνταση ποὺ δὲν τὸ ἄντεχε.
Ἔτσι ἔπαιξα ἕνα ὁλόκληρο παιχνίδι μαζί του, ὥστε μέσα ἀπὸ τὸ κρυφτὸ καὶ τὸ κυνηγητὸ τοῦ πολεμικοῦ παιχνιδιοῦ, νὰ μπορέσει νὰ εἰσέλθει μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ἐμπειρία. Γι’ αὐτόν, δὲν ἦταν παιχνίδι· ἦταν πολὺ ἀληθινό.
Ἡ εἰσαγωγὴ ἑνὸς παιδιοῦ στὸ ζήτημα τοῦ θανάτου μπορεῖ νὰ γίνει μὲ τρόπο τερατώδη καὶ νὰ τὸ ὁδηγήσει στὴ νοσηρότητα, ἡ ἀντιθέτως μπορεῖ νὰ γίνει μὲ τρόπο σωστὸ καὶ ὑγιῆ. Τὸ παράδειγμα ποὺ ἀκολουθεῖ εἶναι ἀληθινό, ὄχι φανταστικό. Μία ἡλικιωμένη κυρία, πολυαγαπημένη γιαγιά, πέθανε μετὰ ἀπὸ μακροχρόνια καὶ ὀδυνηρὴ ἀσθένεια.
Μὲ κάλεσαν νὰ ἔρθω στὸ σπίτι καὶ ὅταν κατέφθασα, διαπίστωσα πὼς τὰ παιδιὰ εἶχαν ἀπομακρυνθεῖ. Οἱ γονεῖς μου ἐξήγησαν: «Δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ ἐπιτρέψουμε στὰ παιδιὰ νὰ μείνουν σ’ ἕνα σπίτι ὅπου ὑπάρχει νεκρός». «Γιατί ὄχι;» τοὺς ρώτησα. «Διότι γνωρίζουν τί σημαίνει θάνατος», ἀποκρίθηκαν. «Καὶ τί σημαίνει θάνατος;», ξαναρώτησα. «Εἶδαν στὸν κῆπο τὶς προάλλες ἕνα κουνέλι κομματιασμένο ἀπὸ τὶς γάτες· ἑπομένως γνωρίζουν τί εἶναι ὁ θάνατος».
Ἀντεῖπα λοιπὸν πὼς ἂν αὐτὴ ἦταν ἡ εἰκόνα τοῦ θανάτου ποὺ εἶχαν τὰ παιδιά, τότε ἦταν καταδικασμένα γιὰ πάντα νὰ κατακλύζονται ἀπὸ μιὰ αἴσθηση τρόμου, κάθε φορὰ ποὺ θὰ ἀκοῦν τὴν λέξη «θάνατος», κάθε φορὰ ποὺ θὰ παρακολουθοῦν ἕνα μνημόσυνο, κάθε φορὰ ποὺ θὰ βλέπουν ἕνα φέρετρο – ἀνείπωτος τρόμος κρυμμένος σ’ ἕνα ξύλινο κουτί. Συνέχεια
Ὁ ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΙΤΗΣ, ΩΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Γεωργίου Κρουσταλλάκη
Ἡ «Φιλοκαλική Ἀναγέννηση» τοῦ 18ου καί 19ου αἰώνα ἀποτελεῖ φυσική συνέχεια τῆς «ἡσυχαστικῆς κίνησης» τοῦ 14ου αἰώνα. Καί τά δύο αὐτά πνευματικά ρεύματα διακρίνονταν ἀπό μία ἔντονη παιδευτική τάση. Ἰδιαιτέρως ὅμως ἐπισημαίνουμε τή χαρακτηριστική παιδαγωγική διάσταση τῆς Φιλοκαλικῆς πνευματικῆς κίνησης. Ἡ κίνηση αὐτή ἀπηχεῖ μία περί ζωῆς, ἱστορικότητας καί κοσμολογικῆς πραγματικότητας ἀντίληψη ἐκ διαμέτρου ἀντίθετη πρός τά ὀρθολογικά σχήματα τῶν «νεωτεριστῶν» φιλοσόφων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Γιά τό λόγο αὐτό ἡ «Φιλοκαλική Ἀναγέννηση» θεωρεῖται ὡς μία «γνήσια συνέχεια καί ἀνανέωση τῆς ζωντανῆς πατερικῆς παράδοσης», μέσω τῆς ὁποίας προβάλλονται οἱ Ἅγιοι καί οἱ μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας ὡς μοναδικά παιδαγωγικά πρότυπα Ζωῆς, πού εἶναι δυνατόν νά φωτίζουν τήν πνευματική πορεία τοῦ ἀνθρώπου καί νά ὁδηγοῦν αὐτόν σέ πραγματική ἀναγέννηση. Τά πατερικά αὐτά πρότυπα εἶναι ὁλοκληρωμένες προσωπικότητες πού διακρίνονται γιά τήν ἔνθεη σοφία καί τήν ἁγιοπνευματική τους ἐμπειρία.
ΜΗΤΕΡΑ ΠΡΟΣΕΧΕ- ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΓΩΙΣΜΟ
Μέρος Z΄
Εἴπαμε ὅτι οἱ γονεῖς, στήν πάλη τους μέ τίς κακές ροπές τῶν παιδιῶν τους, πρέπει πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα νά φροντίσουν γιά τό ξερίζωμα τοῦ βασικοῦ ἐλαττώματος τοῦ κάθε παιδιοῦ. Καί τό πιό συνηθισμένο εἶναι ὁ ἐγωισμός.
Τί θά κάνουμε λοιπόν, ὅταν διακρίνουμε στήν παιδική ψυχή τό πρῶτο φύτρο τοῦ φοβεροῦ αὐτοῦ πάθους; Πῶς θά καλλιεργήσουμε ἐκεῖ τήν ἀντίθετη ἀρετή, τή μετριοφροσύνη καί τήν ταπείνωση;Ἡ σεμνότητα καί ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἀρετές φυσικές στό παιδάκι, ἐπειδή ἔχει πάντοτε ἀνάγκη ἀπό τή βοήθεια τῶν ἄλλων. Ἔτσι, ὁ ἐγωισμός καί ἡ ὑπερηφάνεια, ἄν ἐμφανιστοῦν, εἶναι συνέπειες τῆς κακῆς ἀγωγῆς καί τῆς κακῆς ἐξελίξεως τῆς φιλοδοξίας, πού εἶναι ἔμφυτη στόν κάθε ἄνθρωπο.
Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος, γιά νά δείξει στούς μαθητές Του μέ τρόπο παραστατικό τό ὑπόδειγμα τῆς ἀληθινῆς ταπεινοφροσύνης, ἔβαλε μπροστά τους ἕνα μικρό παιδί καί εἶπε: «Ὅστις οὖν ταπεινώσει ἑαυτόν ὡς τό παιδίον τοῦτο, οὗτός ἐστιν ὁ μείζων ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 18:4).
Κι ὅμως! Δυστυχῶς, πολλές φορές συναντᾶμε καί στά παιδιά τή μιά ἤ τήν ἄλλη ἀπό τίς ποικίλες μορφές τοῦ ἐγωισμοῦ, σά συνέπεια συνήθως τῆς κακῆς ἀγωγῆς. Συνέχεια
Α΄καί Β΄ εὕρεση τῆς Κεφαλῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου
Ὅταν τό συμπόσιο τοῦ Ἡρώδη ποτίστηκε μέ τό αἷμα τοῦ μεγίστου τῶν Προφητῶν καί Προδρόμου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, οἱ μαθητές τοῦ Ἰωάννη πῆγαν νά ἐνταφιάσουν τό σῶμα του (Ματθ. 14, 11), ἐνῶ ἡ δόλια Ἡρωδιάς, ἀφοῦ πῆρε τήν αἱμάσσουσα κεφαλή πού τῆς εἶχαν φέρει «ἐπί πινάκι», διέταξε νά τήν θάψουν βαθιά σέ ἀνάξιο τόπο κοντά στό παλάτι τοῦ Ἡρώδη στήν Μαχαιρούντα.
Πολύ καιρό ἀργότερα, δύο μοναχοί ἀπό τήν Ἀνατολή ἔφθασαν στήν Παλαιστίνη γιά προσκύνημα στούς Ἁγίους Τόπους. Ὁ Τίμιος Πρόδρομος φανερώθηκε σ’ αὐτούς τήν νύχτα, χωριστά στόν καθένα, καί τούς εἶπε: «Πηγαίνετε στό παλάτι τοῦ Ἡρώδη καί θά βρεῖτε ἐκεῖ τήν κεφαλή μου κάτω ἀπό τήν γῆ». Ὁδηγημένοι ἀπό τήν θεία Χάρη, δέν δυσκολεύτηκαν νά βροῦν τό μέρος ὅπου εἶχε θαφτεῖ τό τίμιο λείψανο καί εὐχαριστώντας τόν Θεό τό ἔβαλαν σέ ἕναν σάκκο καί πῆραν τόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς.
Στόν δρόμο συνάντησαν ἕναν κεραμέα ἀπό τήν Ἔμεσα πού ἔχοντας πέσει σέ μεγάλη ἔνδεια εἶχε ἀφήσει τήν πατρίδα του ἀναζητώντας καλύτερη τύχη. Μετά ἀπό νέα ἐμφάνιση τοῦ Προδρόμου, ὁ κεραμέας πῆρε τήν τίμια Κάρα καί ἐπέστρεψε στήν Ἔμεσα, ὅπου ἔκτοτε γνώρισε μεγάλη προκοπή καί εὐημερία.
Ὅταν ὁ κεραμέας ἑτοιμαζόταν νά ἀφήσει τήν ζωή αὐτή, ἔβαλε τόν ἀνεκτίμητο θησαυρό σέ ἕνα σεντούκι καί τό ἄφησε κληρονομιά στήν ἀδελφή του, συμβουλεύοντάς την νά μήν τό ἀνοίξει δίχως τήν ἐντολή αὐτοῦ πού κρυβόταν ἐκεῖ μέσα κι ὅταν θά ἐρχόταν ἡ ὥρα νά τό παραδώσει σέ κάποιον ἄνθρωπο εὐσεβῆ καί φιλόθεο. Συνέχεια
ΕΙΣ ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
Νικηφόρου Θεοτόκη
«Καί πολλοί ἐπί τῇ γεννήσει αὐτοῦ χαρήσονται».(Λουκ. Α‘ 14).
«Δίκαιος ὁ Κύριος καί δικαιοσύνας ἠγάπησεν». Τοῦτο ἁρμόζει νά εἰποῦμεν εἰς τήν ὑπέρλαμπρον καί ἐνδοξοτάτην ἑορτήν, ὅπου τήν σήμερον ἡμέραν ὅλοι οἱ εὐσεβεῖς πανηγυρίζομεν. Δίκαιος εἶναι ὁ Κύριος, καί τάς δικαιοσύνας ἀγαπᾶ, διά τοῦτο μέ τόσα πολλά μεγαλεῖα, καί μέ τόσας μεγάλας δόξας, ἠθέλησε νά μεγαλύνη τό γενέσιον τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ. Ὁ Ἰωάννης ὑπερβαίνει ὅλους τούς Ἁγίους εἰς τήν ἁγιότητα· δέν ἐγεννήθη εἰς τόν κόσμον ἄλλος ἄνθρωπος μεγαλύτερος ἀπό αὐτόν εἰς τήν χάριν, ἐξαιρετικώτερος εἰς τήν ἀρετήν, περισσότερος εἰς τήν τελειότητα. Τοῦτο, ὅπου λέγω, δέν εἶναι ὑπερβολή, οὐδέ φοβοῦμαι τίποτε, μήν τύχη καί λανθασθῶ, ὅταν τόν ἀνεβάζω εἰς ἕνα τοιοῦτον ὑψηλότατον ὕψος ἡ ἄπειρος καί ἀλάνθαστος σοφία τοῦ πανσόψου καί ὑπερτελείου Θεοῦ, ὅπου καλά ἐγνώρισε τήν ἀρετήν του, αὐτή τόν ἀνέβασε τόσον ὑψηλά, δίδοντάς του τά πρωτεῖα ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους. «Οὐκ ἐγήγερται ἐν γέννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ». Τοῦ Ἰωάννου ἡ ζωή ἔχει περισσοτέραν ἁγιότητα ἀπό τήν πολιτείαν τῶν ἄλλων Ἁγίων τό γενέσιον τοῦ Ἰωάννου πρέπει νά ἔχη περισσότερην χάριν καί δόξαν ἀπό τῶν ἄλλων Ἁγίων τά γενέσια. Συνέχεια
Η ΑΠΟΤΟΜΗ THΣ ΚΕΦΑΛΗΣ TOΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
Πληροφορίες γιά τόν Ἰωάννη τόν IIρόδρομο ἔχουμε ἀπ τήν Καινή Διαθήκη καί τόν Ἑβραῖο ἱστορικό Ἰώσηπο (Ἀρχαιολ. XVIII, 5, 2). Σ′ αὐτόν ἐπίσης ἀναφέρονται σάν μία μεσσιανική μορφή καί τά λεγόμενα Μανδαϊκά Κείμενα. Ὁ Ἰωάννης παρουσιάζεται ὡς προφήτης τῆς ἀναμενόμενης ἡμέρας τῆς κρίσης τοῦ Κυρίου καί τῆς ἐγκαθίδρυσης μίας νέας τάξης πραγμάτων κηρύττοντας στήν ἔρημο τῆς Ἰουδαίας «μετανοεῖτε• ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 3, 2). Ἑρμηνεύει τό ἔργο του σάν μία προετοιμασία γιά τήν ἔλευση τοῦ Μεσσία, κατά τήν πρόρρηση τοῦ Ἠσαΐα: «ἑτοιμάσατε τήν ὁδόν τοῦ Κυρίου». Γι′ αὐτό κι ὀνομάστηκε Πρόδρομος. Καταγόταν ἀπό ἱερατική οἰκογένεια (οἱ γονεῖς του ἀναφέρονται ὡς Ζαχαρίας καί Ἐλισάβετ), καί φαίνεται νά μή συμπαθοῦσε ἰδιαίτερα τό πολιτικό ἀλλά καί θρησκευτικό κατεστημένο τῆς ἐποχῆς του. Ἡ ζωή καί ἡ ἐμφάνισή του ἐπίσης δείχνουν τήν ἀντιθεσή του πρός τήν πολιτιστική διαφθορά τῆς κοινωνίας του. Συνέχεια
Ο ΑΓΙΟΣ IΩΑNNHΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ-ΕΙΚΟΝΑ
Χρήστου Γκότση
Ὅ
ταν αὐτοκράτωρ τῆς Ρώμης ἦτο ὁ Τιβέριος, πλησίον τῶν ἐκβολῶν τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ, τό 28 ἡ 29 μ·Χ·, ἕνας ἄνθρωπος ἄρχισε τό κήρυγμά του. Ἰωάννης ἦταν τό ὄνομά του. Οἱ προφῆται τῆς Παλαιᾶς διαθήκης εἶχαν μιλήσει γι’ αὐτόν καί ἡ γέννησίς του ἦταν θαῦμα καί θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐπί πεντακόσια ἔτη δέν εἶχε φανῆ προφήτης τοῦ Θεοῦ εἰς τήν Παλαιστίνη. Γιά τοῦτο τό κήρυγμα τοῦ Ἰωάννου ἐπέσυρε τήν προσοχή τοῦ πλήθους.
Οἱ κατωτέρω στίχοι, πού ἀφιερώνουν Οἱ ἱεροί Εὐαγγελισταί εἰς τήν προσωπικότητα τοῦ Προδρόμου, θά μᾶς βοηθήσουν εἰς τήν κατανόησιν τῆς μεγάλης αὐτῆς μορφῆς, τῆς θέσεώς της εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί τῆς ἁγίας εἰκόνος της.
«Ἀρχή τοῦ εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὡς γέγραπται ἐν τοῖς προφήταις, ἰδού ἐγώ ἀποστέλλω τόν ἄγγελόν μου πρό προσώπου σου, ὅς κατασκευάσει τήν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου… ἐγένετο Ἰωάννης βαπτίζων ἐν τῇ ἐρήμῳ κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν… Ἦν δέ ὁ Ἰωάννης ἐνδεδυμένος τρίχας καμήλου καί ζώνην δερματίνην περί τήν ὀσφύν αὐτοῦ, καί ἐσθίων ἀκρίδας καί μέλι ἄγριον…Ἰδών δέ πολλούς τῶν Φαρισαίων καί Σαδδουκαίων ἐρχομένους ἐπί τό βάπτισμα αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς… Ἤδη δέ καί ἡ ἀξίνη πρός τήν ρίζαν τῶν δένδρων κεῖται πᾶν οὖν δένδρον μή ποιοῦν καρπόν καλόν ἐκκόπτεται καί εἰς πῦρ βάλλεται… Ό… Ἡρώδης κρατήσας τόν Ἰωάννην ἔδησεν αὐτόν καί ἔθετο ἐν φυλακῇ διά Ἡρωδιάδα τήν γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ. Ἔλεγε γάρ αὐτῷ ὁ Ἰωάννης· οὐκ ἔξεστί σοι (=δέν σοῦ ἐπιτρέπεται) ἔχειν αὐτήν… Γενεσίων δέ ἀγόμενων τοῦ Ἡρώδου ὠρχήσατο ἡ θυγάτηρ τῆς Ἡρωδιάδος ἐν τῷ μέσῳ καί ἤρεσε τῷ Ἡρώδῃ· ὅθεν μεθ’ ὅρκου ὠμολόγησεν αὐτῇ δοῦναι ὅ ἐάν αἰτήσηται. Ἡ δέ… δός μοι, φησίν, ὧδε ἐπί πίνακι τήν κεφαλήν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ… Καί πέμψας ἀπεκεφάλισε τόν Ἰωάννην ἐν τῇ φυλακῇ. Καί ἠνέχθη ἡ κεφαλή αὐτοῦ ἐπί πίνακι καί ἐδόθη τῷ κορασίῳ, καί ἤνεγκε τῇ μητρί αὐτῆς» (Μάρκ.1,1-6, Ματθ. 3, 7.10. 14, 3-11). Συνέχεια
Στήν ἀποτομή τῆς κεφαλῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου
Ἁγίου Ἀνδρέα Κρήτης
Τόν εἶπαν καί «Ἠλία». «Καί ἄν θέλετε νά τό παραδεχτεῖτε, αὐτός εἶναι ὁ Ἠλίας πού πρόκειται νά ἔρθει» (Ματθ. 11, 14). «Καί αὐτός θά πορευτεῖ πρίν ἀπό τόν Κύριο μέ τή δύναμη καί τό πνεῦμα τοῦ προφήτη Ἠλία» (Λουκ. 1, 17).
Πολλοί τόν ἀποκάλεσαν καί «διδάσκαλο». «Ἦρθαν δέ καί τελῶνες νά βαφτιστοῦν καί τοῦ εἶπαν, δάσκαλε τί νά κάνουμε»; (Λουκ. 3, 12).
Ἀκόμη ὀνομάστηκε «ἑτοιμαστής». «Γιατί θά πορευτεῖς πιό μπροστά ἀπό τόν Κύριο, νά ἑτοιμάσεις στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων τό δρόμο τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 1, 76).
Καί «κήρυκας» ὀνομάστηκε. «Ὁ Ἰωάννης βάπτιζε στήν ἔρημο καί κήρυττε βάπτισμα μετανοίας γιά τή συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν καί κήρυττε λέγοντας. Ἔρχεται πίσω ἀπό μένα αὐτός πού εἶναι ἰσχυρότερος ἀπό μένα». (Μάρκ. 1, 4-7).
Ὁ ἴδιος χαρακτήρισε τόν ἑαυτό του σάν φωνή. «Ποιός εἶσαι, πές μας. Ποιός εἶσαι γιά νά δώσουμε καί ἐμεῖς ἀπάντηση σ’ αὐτούς πού μᾶς ἔστειλαν. Πῶς θεωρεῖς ἐσύ τόν ἑαυτό σου; Καί ἐκεῖνος εἶπε. Ἐγώ εἶμαι ἡ φωνή ἐκείνου πού φωνάζει στήν ἔρημο» (Ἰωάν. 1, 22). Συνέχεια
Στή Γέννηση τοῦ Ἁγίου Προφήτου Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου
ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ
α’. — Ἀκόμα καί ἄν ἔμοιαζε ὁ λόγος μας μέ ἀνοιξιάτικο τραγούδι καλικέλαδου ἀηδονιοῦ, πολύ φτωχά θά κατάφερνε νά ὑμνήσει τή μεγάλη φωνή τῆς ἀλήθειας πού γεννιέται σήμερα. Τώρα ὅμως πού ἡ λαλιά μας εἶναι ἀσθενική καί πολύ κακοφωνή, πῶς νά ὑμνήσει τόν πιό δοξασμένο ἀπό ὅλους τούς Προφῆτες; Πῶς νά ψάλλει αὐτόν πού εἶναι ἡ τιμή καί ἡ δόξα τῶν Ἀποστόλων; Πῶς νά δοξολογήσει αὐτόν πού ἔχει μιά ξέχωρη τιμή ἀνάμεσα στούς μάρτυρες;
Ἐκεῖνο δέ πού μοῦ φαίνεται ἀξιοπρόσεχτο εἶναι τό ὅτι, ὅσον ἀφορᾶ τούς ἄλλους ἁγίους, πλέκει ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου τά ἐγκώμια, ὁ πιό ἀξιοτίμητος τοῦ πιό ἀναγνωρισμένου καί ὁ λιγότερο γνωστός τοῦ λιγότερο φημισμένου. Αὐτόν ὅμως πού τώρα ἐμεῖς ἐξυμνοῦμε τόν ἐγκωμίασε, πρίν ἀπ’ ὅλους τούς ἄλλους ἐγκωμιαστές του, ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός καί Θεός, ἡ Ἀλήθεια, λέγοντας: «Δέν ἔχει μέχρι σήμερα γεννηθεῖ μεγαλύτερος προφήτης ἀπό τόν Ἰωάννη τό Βαπτιστή» (Ματθ. 11, II). Συνέχεια
