Ἡ εἰκόνα στὸ φῶς τῆς ὀρθόδοξης ἑρμηνείας (Περὶ τῶν Χριστουγέννων)
Leonid Ouspensky
Τὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τὴν βλέπουν ἐκεῖνοι ποὺ δὲν εἶναι μπασμένοι στὸ πνεῦμα τῆς ὀρθοδόξου λατρείας φορτωμένη μὲ περιττὲς λεπτομέρειες. Ἡ σύνθεσή της τοὺς φαίνεται κάπως παιδαριώδης, ἄταχτη, περισσότερο ἁπλοϊκὴ παρὰ σοβαρή. Ἐν τούτοις, αὐτὴ ἡ ἀφέλεια κι αὐτὴ ἡ ἁπλοϊκότητα εἶναι κάτι πολὺ βαθύ, κάτι ποὺ μᾶς κάνει νὰ θυμηθοῦμε τὰ λόγια τοῦ Κυρίου: «Ἀμήν, λέγω ὑμῖν, ὃς ἐὰν μὴ δέξηται τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ὡς παιδίον, οὐ μὴ εἰσέλθῃ εἰς αὐτήν». Ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως, βασιζόμενη πάνω στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Ἱερὰ Παράδοση, μᾶς ἀποκαλύπτει τὸ δογματικὸ περιεχόμενο καὶ τὴν ὅλη ἔννοια τῆς Ἑορτῆς. Μὲ τὰ χρώματα καὶ τὸν πλοῦτο τῶν λεπτομερειῶν κι ἀκριβῶς μὲ τὴν ἁπλοϊκότητά της, εἶναι ἡ πιὸ χαρωπὴ ἀπὸ τὶς εἰκόνες τῶν μεγάλων δεσποτικῶν ἑορτῶν(1).
Ἡ εἰκονογραφικὴ παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας φυλάει μ᾿ ἀκρίβεια τὸν καθιερωμένο τύπο τῆς Γεννήσεως, ποὺ εἶναι ὁ πιὸ πλούσιος κι ὁ πιὸ πλήρης σε περιεχόμενο. Εἶναι δὲ ὁ ἀκόλουθος: Στὴν μέση, μπροστὰ ἀπὸ κάτι βουνὰ τὸ σπήλαιο ὅπου εἶναι ἀναπεσμένος ὁ Κύριός μας στὴν φάτνη, ἀνάμεσα σὲ δυὸ ζῶα· πλάϊ, ἡ Παρθένος ἀναπεσμενη κι αὐτὴ σ᾿ ἕνα στρωσίδι· στὸ πάνω μέρος, οἱ Ἄγγελοι κι ὁ Ἀστήρ· ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ τοῦ σπηλαίου, οἱ Ποιμένες, ἀπὸ τὴν ἄλλην οἱ Μάγοι, ποὺ ἔρχονται νὰ προσκυνήσουν τὸν Χριστό. Κάτω, στὶς δυὸ ἄκρες, ἀπὸ ἐδῶ δυὸ γυναῖκες πλένουν τὸ Παιδίον καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Ἰωσὴφ καθισμένος ἀπέναντι σ᾿ ἕναν γέροντα ὄρθιο ποὺ κρατάει ἕνα ραβδί.
Ὡς πρὸς τὸ περιγραφικό της στοιχεῖο, ἡ εἰκόνα ἀντιστοιχεῖ στὸ κοντάκιον: «Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει καὶ ἡ γῆ τὸ σπήλαιον τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει. Ἄγγελοι μετὰ ποιμένων δοξολογοῦσι, Μάγοι δὲ μετὰ ἀστέρος ὁδοιποροῦσιν. Δι᾿ ἡμᾶς γὰρ ἐγεννήθη παιδίον νέον ὁ πρὸ αἰώνων Θεός». Ἡ εἰκόνα προσθέτει καὶ τὶς δυὸ σκηνὲς ποὺ παριστάνονται στὶς κάτω ἄκρες της καὶ ποὺ δὲν τὶς ἑρμηνεύει τὸ κοντάκιον, ἀλλὰ εἶναι παρμένες ἀπὸ τὴν Παράδοση. Συνέχεια
