Ιούνιος 2022
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930  

ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

 ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Κωνσταντίνου Σοφ. Γρηγοριάδη

Ἡ ἀφορμή γιά τήν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου.

Ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος στό ιστ΄ κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου του καταγράφει τό ἐρώτημα τοῦ Κυρίου πρός τούς μαθητάς Του: «Ὑμεῖς τίνα με λέγετε εἶναι τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου;» Ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν μαθητῶν ἀπάντησε ὁ Πέτρος: «Σύ εἶ ὁ Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος». Ὁ Κύριος τόν διαβεβαίωσε ὅτι τήν ὁμολογία δέν τήν ἔκανε μέ τίς δικές του ἀνθρώπινες δυνάμεις («σάρξ καί αἷμα»), ἀλλά μέ τόν φωτισμό τοῦ οὐράνιου Πατέρα Του.

Σέ ὁλόκληρη τήν Ἱερά Ἱστορία ὁ Θεός ἑτοίμαζε τούς ἀνθρώπους νά μπορέσουν νά καταλάβουν καί ἑπομένως νά ἀποδεχθοῦν τόν Μεσσία, ὡς Λυτρωτή καί Σωτῆρα τους ἀπό τήν ψυχοκτόνο ἀσθένεια τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἀπελευθέρωση αὐτή τοῦ ἀνθρώπου ἔχει πνευματικό καί ὑπαρξιακό χαρακτῆρα καί μέ κανένα τρόπο δέν ταυτίζεται μέ τήν ἀποτίναξη οἱουδήποτε ἐνδοκοσμικοῦ ζυγοῦ (Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία).

Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἁμαρτία συνεπάγεται τήν ἀπελευθέρωσή του ἀπό τήν φθορά καί τόν θάνατο, πού εἰσήγαγε ἡ ἁμαρτία στόν κόσμο. Καί ὁ μόνος τρόπος γιά νά θανατωθεῖ ὁ θάνατος ἦταν ὁ ἑκούσιος θάνατος τοῦ Κυρίου. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Κύριος ὁμιλεῖ γιά τήν δόξα Του, πού εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἑκούσια Θυσία Του μέσα ἀπό τήν ὁποία καί ἐκφράζει καί προσφέρει τήν ἀγάπη Του στούς ἀνθρώπους.

Γιά νά ἀποδεχθεῖ ὅμως ὁ ἄνθρωπος αὐτές τίς σωστικές ἀλήθειες πρέπει νά ἐμπιστεύεται τόν ἑαυτό του στήν ἀγάπη καί τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος πού στηρίζεται ἀποκλειστικά στίς δικές του δυνάμεις, ὅταν μάλιστα τίς ἔχει ἀπαγκιστρώσει ἀπό τήν κοινωνία τοῦ Θεοῦ, τότε ἡ φιλαυτία καί ἡ αὐτάρκεια τῆς ἁμαρτίας δέν τόν ἀφήνουν νά ἀποδεχθεῖ τίς ἀνωτέρω σωτηριώδες ἀλήθειες. Ἀπό αὐτή τήν ὑπαρξιακή ἐμπλοκή δέν ἐξαιρέθηκαν οὔτε καί οἱ μαθηταί τοῦ Κυρίου.

Ὅταν ὁ Κύριος τούς ὑπενθύμισε ὅτι θά ἀναβοῦν στά Ἱεροσόλυμα καί ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου θά παραδοθεῖ στά χέρια τῶν Ἀρχιερέων καί Γραμματέων, πού θά τόν σκοτώσουν, ἀλλά τήν τρίτη ἡμέρα θά ἀναστηθεῖ ἀπό τούς νεκρούς, οἱ μαθηταί μέ τό στόμα τοῦ Πέτρου ἀπέρριψαν αὐτές τίς ἀλήθειες. Ὁ Πέτρος μάλιστα μέ τήν φράση του «Ἵλεώς σοι, Κύριε· οὐ μή ἔσται σοι τοῦτο» ἀνεκάλεσε τά λεγόμενα τοῦ Χριστοῦ. Τά ὅσα τούς εἶπε εἶναι ἀδύνατο νά γίνουν, ἔστω καί ἄν ὁ ἴδιος τό ἐπιζητήσει, γιατί οἱ μαθηταί μέ τήν παρουσία καί τίς δυνάμεις τους δέν θά ἐπέτρεπαν νά γίνει κάτι τέτοιο.

Τότε ὁ Κύριος ἐπετίμησε τόν Πέτρο καί τούς μαθητάς ὅτι «οὐ φρονοῦν τά τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τά τῶν ἀνθρώπων». Ὁ Κύριος τούς βοηθεῖ νά καταλάβουν ὅτι γιά νά ξεπεράσουν αὐτή τήν ἐπικίνδυνη κατάσταση πρέπει νά ἀπαρνηθοῦν τόν ἐγωτικό ἑαυτό τους, τό ἀτομικό θέλημά τους, τήν αὐτοεμπιστοσύνη, τήν αὐτάρκειά τους καί νά σηκώσουν αὐτό τόν σταυρό καί νά Τόν ἀκολουθήσουν. Οἱ μαθηταί ὅμως, ὅπως καί ὁ κάθε ἄνθρωπος στή θέση τους, ὅταν ἄκουσαν αὐτά, τά ἔχασαν, δυσθύμησαν, στενοχωρήθηκαν γιά τά ὅσα λυπηρά τούς εἶπε ὁ Κύριος γιά τόν Ἑαυτό Του.

Ἔπρεπε λοιπόν: α) νά ἀποκτήσουν καί πάλι τό θάρρος τους καί τήν ἐμπιστοσύνη τους στό Πρόσωπο τοῦ Κυρίου καί στήν λυτρωτική ἀποστολή Του, ὡς Μεσσίου καί β) νά βεβαιωθοῦν ὅτι ἡ μεγαλειότητα τοῦ Χριστοῦ βρίσκεται στήν ἑκούσια Θυσία καί τόν θάνατό Του «ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καί σωτηρίας». Γι᾽ αὐτό καί ἐπέλεξε τούς τρεῖς Μαθητάς καί τούς ὁδήγησε στό Θαβώρ γιά τό γεγονός τῆς Μεταμορφώσεώς Του.

«Καί μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν».

Ὁ Κύριος ἔπρεπε νά βοηθήσει ὅλους τούς ἀνθρώπους νά κατανοήσουν ὅτι ἡ σωτηρία τους ἀπό τήν φθορά καί τόν θάνατο ἐκπηγάζει ἀπό τήν σταυρική Θυσία καί τήν Ἀνάστασή Του. Μιά τέτοια ὅμως «ἀκατάληπτη» ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ δέν γίνεται εὔκολα προσιτή καί ἀποδεκτή ἀπό τόν ἄνθρωπο, πού λόγῳ τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἐγκλωβισμένος στήν ἀνισόρροπη λειτουργία τῶν ἐνδοκοσμικῶν του αἰσθήσεων. Συνήθως ὁ ἄνθρωπος προσαρμόζει τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ στίς ἐγωτικές του ἐπιθυμίες καί ἀπαιτήσεις.

Ὁ Κύριος ὅμως βοηθεῖ τόν κάθε ἄνθρωπο νά ἀνακαλύψει ὅτι ἡ φυσιολογική λειτουργία τῆς ὑπάρξεως βρίσκεται στήν θυσία καί τήν προσφορά τῆς σταυρωμένης ἀγάπης Του. Ὁ Κύριος ἐπέλεξε τούς τρεῖς μαθητάς (Πέτρον, Ἰάκωβον καί Ἰωάννην), γιατί ἔπρεπε τό γεγονός νά παραμείνει μυστικό «ἕως οὗ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ». Οἱ Πατέρες σχολιάζοντες αὐτή τήν ἐπιλογή τοῦ Κυρίου τονίζουν:

Ἐπέλεξε ὁ Κύριος τόν Πέτρον «ἀπό τοῦ σφόδρα φιλεῖν τόν Χριστόν διά θερμότητα πίστεως» καί παρόλο πού ἀργότερα ἀρνήθηκε τόν Χριστό μεθ᾽ ὅρκου. Τόν Ἰωάννη δέ «ἀπό τοῦ σφόδρα φιλεῖσθαι ὑπό τοῦ Χριστοῦ καί δι᾽ ὑπερβολήν ἀρετῶν». Ἄλλωστε στόν Ἰωάννη ἐμπιστεύτηκε ὁ Κύριος καί τήν μητέρα Του ἐπάνω στό Σταυρό. Καί τόν Ἰάκωβο «ἀπό τοῦ σφόδρα βαρύς εἶναι καί ἐνοχλητικός τοῖς Ἰουδαίοις, ὡς καί τόν Ἡρῴδην ὕστερον ἀνελόντα (= νά τόν φονεύσει) τοῦτον». Ὁ Ἰάκωβος ὡς Ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων ἐλιθοβολήθη τό 62 μ. Χ.

Ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος ἀναφέρει γιά τό γεγονός: «Καί μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν καί ἔλαμψε τό πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τά δέ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκά ὡς τό φῶς». Οἱ εἰκόνες καί τά σημεῖα τοῦ ἡλίου καί τοῦ φωτός παραπέμπουν στήν παρουσία τῆς Θεότητος τοῦ Κυρίου. Δέν πρόκειται γιά φυσικό φῶς, ἀλλά γιά τήν ἔλλαμψη τοῦ ἀκτίστου Φωτός τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος πάντα ἀκτινοβολοῦσε τό ἄκτιστο Φῶς, ἀλλά οἱ ἄνθρωποι δέν μποροῦσαν νά διαπιστώσουν κάτι τέτοιο.

Ἔπρεπε συνεπῶς οἱ μαθηταί νά «ἀλλοιωθοῦν τήν θείαν ἔκστασιν τοῦ θεωρεῖν τήν θεότητα τοῦ Κυρίου» Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς σημειώνει χαρακτηριστικά: «Οἱ ἔγκριτοι τῶν μαθητῶν τήν οὐσιώδη τοῦ Θεοῦ καί ἀΐδιον εὐπρέπειαν εἶδον ἐν Θαβώρ… τήν ὑπέρφωτον τοῦ ἀρχετύπου κάλλους λαμπρότητα, δι᾽ οὗ θεουργεῖται καί τῆς πρός πρόσωπον θείας ὁμιλίας καταξιοῦται ὁ ἄνθρωπος… φῶς ἀπαστράπτον ἀφθαρσίαν, φῶς θεοῦν (= νά θεώνει) τούς θεωμένους μία γάρ χάρις Πατρός Υἱοῦ καί Πνεύματος, ἥν (=τήν ὁποίαν) εἰ καί σωματικοῖς ὀφθαλμοῖς εἶδον, ἀλλά διανοιγεῖσιν (=ἄνοιξαν τά μάτια μέ τήν ἔλλαμψη Ἁγ. Πνεύματος).

«Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός».

Ἡ ἔλλαμψη τῶν μαθητῶν ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα σημειώνεται μέ τήν «νεφέλη φωτεινή», πού τούς ἐπεσκίασε, δηλαδή τούς ἀγκάλιασε καί τούς ἔθεσε ὑπό τήν προστασία της. Ἐδῶ φανερώνεται ἔστω καί γιά λίγες στιγμές ἡ παρουσία καί ἡ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύατος, γιατί «οὔπω ἦν ἀνάστασις», ὥστε νά ἐπακολουθήσει ἡ μόνιμη κατάσταση τῆς Πεντηκοστῆς. Οἱ μαθηταί βοηθοῦνται ἀπό τήν μαρτυρία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γιά τό Πρόσωπο τοῦ Μεσσίου καί τό ἑκούσιο Πάθος Του.

Ἡ παρουσία τοῦ Μωϋσέως, ὡς ἐκπροσώπου τοῦ Νόμου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού μέ τό σωτηριολογικό του περιεχόμενο παρέπεμπε στό ἔργο τοῦ Μεσσίου. Ἡ παρουσία τοῦ Ἠλία, ὡς ἐκπροσώπου τῶν Προφητῶν, πού μέ τίς προφητεῖες τους κατέγραψαν λεπτομερῶς τά γεγονότα τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου τοῦ Μεσσίου. Ἡ συνομιλία τους μέ τόν Κύριο ἀναφερόταν εἰς «τήν ἔξοδον αὐτοῦ (= Χριστοῦ) ἥν ἔμελλεν (= τήν «ὁποία ἐπρόκειτο) πληροῦν (=νά πραγματοποιήσει) ἐν Ἱερουσαλήμ», ὅπως χαρακτηριστικά σημειώνει ὁ εὐαγγελιστής (Λουκᾶς θ΄ 31).

Ὁ φωτισμός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἦταν ἀπαραίτητος, πού τούς «ἐπεσκίασε ὡς νεφέλη φωτεινή» γιά νά ἀντιληφθοῦν τό περιεχόμενο τῆς συνομιλίας. Ἡ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τούς γέμισε μέ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, γι᾽ αὐτό καί βγῆκαν ἀπό τό κέλυφος τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ τους, ὥστε νά ἀρχίσουν νά ἐνδιαφέρονται καί γιά τούς ἄλλους. Πρίν ἀπό τόν φωτισμό τους ἐνδιαφέρθηκαν μόνον γιά τίς ἀτομικές τους σκηνές. Μετά ὅμως ζήτησαν νά φτιάξουν καί ἄλλες τρεῖς σκηνές γιά τόν Ἰησοῦ, τόν Μωϋσῆ καί τόν Ἠλία.

Ἡ ἀρχική ἔξοδος ἀπό τόν ἐγωτικό ἑαυτό τους φανερώνει «τήν μεταστοιχείωσιν τῆς ἀμαυρωθείσης ἐν Ἀδάμ φύσεως εἰς τό ἀρχέτυπον κάλλος τῆς εἰκόνος, ὥστε αὐτήν ἀπαστράψαι εἰς τήν τῆς Θεότητος δόξαν καί λαμπρότητα» (Ὕμνος Μεταμορφώσεως).

Ἡ θέα τῆς θείας φωτοχυσίας.

Ἔτσι οἱ μαθηταί εἶναι ἕτοιμοι νά δεχθοῦν τήν ἀποκάλυψη τοῦ μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀπ᾽ ὅπου ἐκπηγάζει καί προσφέρεται ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Πρόκειται γιά τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ Πατρός, πού διεκήρυξε «ἐκ τῆς νεφέλης λέγων· οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε». Στό Πρόσωπο τοῦ μεταμορφωθέντος Κυρίου ἔχουμε τήν φανέρωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ (Β΄ Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος) καί μέ τήν φωτεινή νεφέλη ἔχουμε τήν παρουσία καί τήν ἐπενέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Γ΄ Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος).

Τά ἀποκαλυφθέντα θαυμαστά σημεῖα καί τό περιεχόμενό τους, παρόλη τήν ἀρχική ἔλλαμψη τῆς «φωτεινῆς νεφέλης» καί «καθώς ἠδύναντο», ὅμως δέν μπόρεσαν νά τά προσεγγίσουν μέ τήν ἀπαιτουμένη πληρότητα. Οἱ εὐαγγελισταί Ματθαῖος, Μᾶρκος (θ΄ 2-10) καί Λουκᾶς (θ΄ 28-36) σημειώνουν τόν φόβο, πού δοκίμασαν οἱ μαθηταί ἀπό τά ἐξαίσια γεγονότα. Καί αὐτό δείχνει πώς ὁ ἄνθρωπος μόνο μέ τήν ἔλλαμψη τοῦ θείου Φωτός ἔχει τή δυνατότητα προσεγγίσεως καί οἰκειώσεως αὐτῶν τῶν ὑπερβατικῶν ἀληθειῶν.

Τότε ὁ Κύριος τούς πλησίασε καί «ἥψατο αὐτῶν» (=τούς ἀκούμπησε) γιά νά σηκωθοῦν, δηλαδή νά ὑπερβοῦν τό ἀνθρώπινο ἐπίπεδό τους καί νά βρεθοῦν στήν κοινωνία τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, πού «ἔξω βάλει τόν φόβον». Ἡ ἀγάπη τοῦ Κυρίου βεβαιώνει τόν ἄνθρωπο, ὅτι μπορεῖ νά γίνει μέτοχος τοῦ ἀϊδίου καί ἀκτίστου Θείου Φωτός Του, παρόλη τήν ἁμαρτωλότητά του, ἀρκεῖ νά τήν ὁμολογεῖ καί νά τήν ὑπερβαίνει μέ τήν μετάνοιά του.

Οἱ μαθηταί εἶδαν μόνον τόν Ἰησοῦν, πού συνέστησε νά κρατήσουν τό γεγονός μυστικό μέχρι τῆς Ἀναστάσεώς Του, πρός τήν ὁποία ἡ Μεταμόρφωση παρέπεμπε μέσα ἀπό τό ἑκούσιο Πάθος τοῦ Κυρίου. Ἡ ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου ἀποδοχή αὐτῆς τῆς σωτηριώδους ἀληθείας χρειάζεται καί ἀπαιτεῖ τόν φωτισμό καί τήν ἔλλαμψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἕναν τέτοιο ἐξοπλισμό ἔχουν κληθεῖ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νά τόν ἀποκτήσουν. Ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος θεολόγος σημειώνει: «Μή λέγετε ἀδύνατον λαβεῖν τό θεῖον Πνεῦμα… Οὐδέποτε ἀδύνατον τοῦτο τυγχάνει, φίλοι, ἀλλά καί λίαν δυνατόν τοῖς θέλουσιν ὑπάρχει».

Ἡ σωστή λειτουργία τῆς βουλήσεως τοῦ ἀνθρώπου ἐξαρτᾶται ἀπό τό ἄνοιγμα τοῦ ἀνθρώπου νά δέχεται τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πού τήν ἐνσταλάζει στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἔτσι ἡ βούληση ἐδῶ δέν τροφοδοτεῖται ἀπό τήν φύση τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἀπό τό προσωπικό του κέντρο, δηλαδή τήν προσωπική του ὑπόσταση, ὅπως ἀναδύεται ἀπό τήν «κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ» δημιουργία του. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος κινεῖται στό χῶρο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τότε ἡ δωρεά τοῦ αὐτεξουσίου λειτουργεῖ «κατά φύσιν» καί σωστικά γιά τήν πληρότητα καί ὁλοκλήρωση τῆς ὑπάρξεως μέσα στό φωτισμό τῆς Θείας Χάριτος.

Αὐτή ἡ ὑπαρξιακή δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου, πού ἐκπηγάζει ἀπό τό γεγονός τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου, εἶναι μιά ἀπαραίτητη παράκληση καί παρηγορία γιά τόν σημερινό καί φοβισμένο καί εὐτελισμένο ἄνθρωπο τῆς ἐποχῆς μας. Παρόλη τήν τεχνολογική του ἀποθέωση, ὅμως αἰσθάνεται ἐγκλωβισμένος στίς φοβίες, τίς ἀγωνίες καί τίς ποικίλες ψυχασθένειες καί ἀνισορροπίες. Ἡ ἐλπίδα τοῦ ἀνθρώπου βρίσκεται στήν ἀλλοίωση τῆς ὑπάρξεώς του, ὅπως ἔγινε καί μέ τούς μαθητάς στό Θαβώρειον ὄρος.

Ἡ ὑπόδειξη τῆς Ἀρχετύπου εἰκόνος τοῦ Κυρίου στό ὄρος Θαβώρ ἀποτελεῖ τόν ὁδοδείκτη γιά τήν ἀναπτυξιακή πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρός πραγμάτωση τοῦ ὑψίστου καί τελικοῦ (= ἐσχάτου) προορισμοῦ του. Ἡ ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου ἀποδοχή αὐτοῦ τοῦ Θαβωρείου φωτισμοῦ καί τῆς θείας ἐλλάμψεως σηματοδοτεῖ καί τήν ἐσχάτη ἀξιολόγηση τῆς σήμερον παραπαιούσης καί εὐτελιζομένης ἀνθρωπιᾶς τοῦ σύγχρονου τεχνολογικοῦ «ἀνθρωπισμοῦ», πού δυστυχῶς καταλήγει στίς ποικίλες μορφές τοῦ ἀπαράδεκτου «ἀπανθρωπισμοῦ» τῶν κοινωνιῶν μας.

Τελικά ἡ μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου κατά τό ὑπόδειγμα τοῦ Κυρίου σημαίνει τήν σύνδεση καί τόν ἐγκεντρισμό τῆς ὑπάρξεως στό πλήρωμα τοῦ Θεανδρικοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ. Ἐδῶ ἡ πορεία τοῦ ἀνθρώπου κατευθύνεται στήν πραγμάτωση τοῦ προορισμοῦ του, πού εἶναι ἡ μετοχή του στό ἄκτιστο Φῶς τῆς Τριαδικῆς Ἁγίας Θεότητος.

 Ἀπό τό βιβλίο: ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΜΟΣ Γ’