Σεπτέμβριος 2020
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930  

imaik

Ἡ παιδεία τοῦ Κυρίου καὶ οἱ Ἅγιοι Πάντες

 

«Διήλθομεν διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος, καὶ ἐξήγαγες ἠμᾶς εἰς ἀναψυχὴν»[1]

Μὲ τὴν Πεντηκοστὴ συμπληρώθηκε ὁ κύκλος τῶν μεγάλων ἑορτῶν τῆς Οἰκονομίας τοῦ Κυρίου. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ἐπεδήμησε, γιὰ νὰ δοξάσει καὶ νὰ σφραγίσει τὸ ἔργο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Σήμερα, Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων, ἡ Ἐκκλησία μᾶς διδάσκει ὅτι ὁ καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι οἱ Ἅγιοι. Ὁ Οὐράνιος Πατέρας τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἐξαπέστειλε ὡς βροχὴ τὰ δόματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅπου αὐτὲς οἱ δωρεὲς βρῆκαν γῆ ἀγαθή, καρποφόρησαν ἅγια ζωή.

Ἡ Πεντηκοστὴ ἑπομένως δὲν ἀποτελεῖ μόνο τὴ γενέθλιο ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ ὅλων των Ἁγίων της. Οἱ Ἅγιοι Πάντες εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγιασμοῦ, τὰ κατεξοχὴν φωτόμορφα τέκνα τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Ὁποίας τὸ ἔργο εἶναι νὰ παράγει εἰκόνες καὶ μιμήματα Χριστοῦ. Γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τὸ ἔργο αὐτὸ ἦταν ἀδύνατον. Παραμένοντας προσκολλημένη στὸ γράμμα τοῦ Νόμου, ἀδυνατοῦσε νὰ συλλάβει στὰ σπλάγχνα της τὸ Πνεῦμα ποὺ «ὅπου θέλει πνεῖ»[2]. Γι’ αὐτὸ ἀπέτυχε νὰ ἀποδώσει καρπὸ ἁγιασμοῦ καὶ ἀποδοκιμάσθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο[3].

«Δεῖ ἄρξασθαι τὸ κρίμα τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ»[4]. «Οἶκος τοῦ Θεοῦ» εἶναι κατεξοχὴν ὁ Χριστός. Τὸ «κρίμα τοῦ Θεοῦ», δηλαδὴ τὸ κρίμα τῆς ἐξαλείψεως τοῦ θανάτου καὶ τῆς φανερώσεως τῆς «εἰς τέλος» θείας ἀγάπης ἔλαβε χώρα μὲ τὸν ἄδικο θάνατο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ γιὰ χάρη τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου.

Οἴκος τοῦ Θεοῦ εἶναι καὶ κάθε πιστὸς ποὺ ἀκολουθεῖ τὸν Κύριο Ἰησοῦ[5] καὶ ἑπομένως, τὸ κρίμα τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ ἐπαναληφθεῖ στὴ ζωή του. Αὐτὸ τὸ κρίμα ἐνεργεῖ στὴ διάρκεια τῆς ἱστορίας καὶ διαιωνίζει τὴ χάρη τῆς σωτηρίας ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά, διότι ὁ Θεός, ὅπως ἡ Γραφὴ μαρτυρεῖ, εἶναι Θεὸς Πατέρων. Ἔπλασε Πατέρες καὶ τέκνα καὶ τὰ τέκνα μὲ τὴ σειρὰ τους γίνονται Πατέρες. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ «Πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος»[6], εἶναι ὁ Γενάρχης μιᾶς νέας ἀνθρωπότητας, ποὺ ἀναγεννᾶται μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, χωρὶς νὰ ἔχει προπομπὸ τὴν ἁμαρτία. Μὲ τὸν θάνατο καὶ τὴν Ἀνάστασή Του ὁ Χριστὸς ἔδωσε τὴ χάρη τῆς ἀναγεννήσεως στοὺς μετόχους τῆς Πατρότητάς Του. «Ὅσοι δὲ ἔλαβον Αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα Αὐτοῦ, οἱ οὐκ ἐξ αἱμάτων, οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκός, οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρός, ἀλλ’ ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθησαν»[7].

Ὁ Θεὸς δὲν ἐντέλλεται φυσικὴ ζωή, ἀλλὰ ὑπερφυσική. Ἐπιθυμώντας νὰ ἀποδώσει στοὺς ἐκλεκτούς Του ἴση τιμὴ μὲ τὸν Χριστό, τοὺς ὑποβάλλει στὴν παιδεία ποὺ παρέδωσε τὸν Μονογενῆ καὶ Ἠγαπημένο Υἱό Του. Πολλὲς φορὲς ὁ Κύριος ὁδηγεῖ τοὺς ἐκλεκτούς Του μέχρι τὸ κατώφλι τοῦ θανάτου, ὥστε νὰ θανατωθεῖ μέσα τους κάθε ἐπιθυμία, ὄχι μόνο πρὸς τὰ πάθη, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἡ ἐπιθυμία τῆς ζωῆς μέσα σὲ αὐτὸ τὸν κόσμο. Τότε μόνο καθίσταται δυνατό τὸ θαῦμα τῆς πνευματικῆς ἀναγεννήσεως[8].

Ἡ παιδεία τοῦ Κυρίου, ὅπως διαπιστώνουμε στοὺς βίους τῶν Ἁγίων, ἐνίοτε εἶναι φοβερή. «Φοβερόν τὸ ἐμπεσεῖν εἰς χείρας Θεοῦ ζῶντος»[9]. Ὁ Θεὸς παραχωρεῖ νὰ εὕρουν τοὺς πιστοὺς δούλους Του θλίψεις, παθήματα, δοκιμασίες, ὥστε νὰ κατέρχονται οἱ ψυχὲς τῶν Ἁγίων, ἤδη ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή, στὰ βάθη τῶν κολάσεων. Ὡστόσο, στὸν ζοφερὸ αὐτὸ χῶρο συναντοῦν τὸν Κύριο Ἰησοῦ, διότι μὲ τὴν κάθοδό Του στὸν ἅδη καὶ τὴν ἀνάβασή Του ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν «ἐπλήρωσεν Ἑαυτοῦ τὰ πάντα»[10]. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο μπορεῖ ὁ πιστὸς νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Χριστὸ κάτω ἀπὸ ὁποιεσδήποτε συνθῆκες, γεγονὸς ποὺ καταργεῖ τὰ ἀδιέξοδα καὶ θέτει τὶς τραγωδίες καὶ τὰ παθήματα σὲ ἄλλο ἐπίπεδο. «Ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέςῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακὰ ὅτι σὺ μετ’ ἐμοῦ εἶ· ἡ ράβδος σου καὶ ἡ βακτηρία σου αὗται μὲ παρεκάλεσαν»[11].

Ἡ συνάντηση μὲ τὸν Κύριο σημαδεύει ἀνεξίτηλα μὲ τὴ χάρη της τὸν πιστό. Ἡ ψυχὴ πλέον ζεῖ μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ τὴ χωρίσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, «θλίψις ἤ στενοχωρία ἤ διωγμός… οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε τις κτίσις ἑτέρα»[12]. Ἐπιστρέφοντας στὴν καθημερινότητα, ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλέον νεκρὸς σὲ κάθε δέλεαρ καὶ κάθε πειρασμὸ αὐτοῦ τοῦ κόσμου, διότι γνώρισε κάτι ποὺ εἶναι ἀπερίγραπτα πιὸ μεγάλο, ἀπερίγραπτα πιὸ ἔνδοξο.

Οἱ Ἅγιοι, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς παιδείας καὶ τῶν δοκιμασιῶν ποὺ διέρχονται, γιὰ νὰ εἰσέλθουν στὸν δοξασμένο χῶρο τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, μαθαίνουν πολλὰ μυστήρια τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Τὸ μεγαλύτερο ἴσως εἶναι αὐτὸ ποὺ ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὀνομάζει «Μεγάλη Ἐπιστήμη». Συνίσταται στὸ πῶς νὰ ταπεινώνει ὁ ἄνθρωπος τὸ πνεῦμα του, ὥστε νὰ παραμένει ἀπρόσιτος στὶς προσβολὲς τοῦ ἐχθροῦ καὶ ἔτσι νὰ μπορεῖ νὰ ἀγαπᾶ μὲ ἐλεύθερη καρδιὰ τὸν Θεό.

Τὰ μιμήματα τοῦ Χριστοῦ, οἱ Ἅγιοι, ἀκολουθοῦν τὸν «Ἀμνὸν τὸν ἐσφαγμένον πρὸ καταβολῆς κόσμου»[13], ποὺ ἐπείγεται νὰ πάθει γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ προοπτική τοῦ Εὐαγγελίου ἀνατρέπει κάθε πτυχὴ τοῦ κατεστημένου. Ὅσα εἶναι πολύτιμα στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἶναι βδελυκτά. Ὅποιος ἀσπασθεῖ τὴν ἀνεστραμμένη Εὐαγγελικὴ προοπτική, ἀναπόφευκτα σταυρώνει τὸν νοῦ καὶ τὴ λογική του. Ἡ σταύρωση, ὅμως, αὐτὴ ἑλκύει τὴ χάρη, ἡ ὁποία ἐνεργεῖ στὴν ψυχὴ αὐτομίσος γιὰ τὸ «βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως» ποὺ ἐναποκρύβει στὸν κόρφο της. Ἡ ἐνέργεια αὐτή, ὁρμητικὴ ἀπὸ τὴ φύση της, ἀποσπᾶ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ κάθε κτιστὸ καὶ τὸν συνάπτει στὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὡσότου φθάσει στὴν τελειότητα τῆς ὁμοιώσεως.

Ἀκολουθώντας στὰ χνάρια τοῦ Χριστοῦ οἱ Ἅγιοι ὅλων τῶν αἰώνων, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ Ὅσιοι γεύθηκαν ἑκούσιο θάνατο κατὰ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ νικήσουν στὴ φθαρτὴ σάρκα τους τὸν ἀκούσιο, ἀλλὰ δίκαιο λόγῳ τῆς ἁμαρτίας ποὺ προηγήθηκε θάνατο, στὸν ὁποῖο ἦταν καταδικασμένο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Μὲ τέλεια ὑπακοὴ καὶ παράδοση στὸ ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ, θανάτωσαν κάθε ἴχνος φιλαυτίας. Βίωναν διαρκῶς τὴ διάβαση ἀπὸ τὸν θάνατο στὴ ζωὴ καὶ ζοῦσαν μόνο γιὰ τὸν Λυτρωτὴ καὶ Σωτήρα Ἰησοῦ.

Ἡ ζωὴ τῶν Ἁγίων στέφθηκε μὲ τὸ μαρτύριο εἴτε τὸ ἐξωτερικὸ εἴτε τὸ ἐσωτερικό, τὸ «ἐν τῷ κρυπτῷ». Οἱ Ὅσιοι μὲ ὄμβρους δακρύων ἐργάσθηκαν ἕως αἵματος γιὰ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς τους ἀπὸ τὰ πάθη, γιὰ νὰ τὴν εὐπρεπίσουν καὶ νὰ δώσουν ὅλο τὸν χῶρο της στὸν Θεὸ νὰ «περιπατήσῃ καὶ νὰ ἐνοικήσῃ ἐν αὐτῇ»[14]. Στὸ διάβα τῆς ζωῆς τους ἦταν ὡς ἐπιθανάτιοι, παλεύοντας ἐνάντια στὸ πνεῦμα τῆς ὑπερηφανείας, διότι ἡ πείρα τοὺς δίδαξε τὴν ἀπαράβατη ἀλήθεια τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Κυρίου, ὅτι «ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν»[15]. Γνώρισαν ὅτι ὅταν ταπεινώνουν τὸ πνεῦμα τους καὶ θέτουν τὸν ἑαυτὸ τους κάτω ἀπὸ κάθε κτίσμα, λαμβάνουν χάρη, ἡ ὁποία ἐπιτελεῖ τὸ μέγα θαῦμα τῆς διαβάσεως ἀπὸ τὸ σκότος στὸ φῶς καὶ διαφυλάσσει ἄρρηκτη τὴν ἕνωση τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.

Ἡ σωτηρία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἡ εἴσοδος τοῦ πιστοῦ στὴν κοινωνία τῶν Ἁγίων. Βεβαίως, ἐλάχιστοι ἀνὰ γενεὰ λαμβάνουν τὴ χάρη τῶν Ἁγίων, ἀλλὰ ὅταν ὁ ἄνθρωπος μὲ ἐμπιστοσύνη ἀποδέχεται τὸν λόγο τους, ἔστω καὶ ἂν δὲν ἀντιλαμβάνεται τὸ βάθος του, καὶ μὲ πιστότητα τὸν ἀκολουθεῖ, λαμβάνει δόση χάριτος, ἡ ὁποία γίνεται κλειδί, γιὰ νὰ εἰσέλθει στὴ θεσπέσια σύναξή τους. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο οἱ πτωχοὶ καὶ ταπεινοὶ πλουτίζουν ἀπὸ τὰ δοξασμένα καὶ ὁλοτελῶς ἁγιασμένα μέλη αὐτῆς τῆς κοινωνίας. Ἡ μετοχὴ στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, καὶ κατεξοχὴν στὴ Θεία Λειτουργία, ἀνοίγει τὴ θύρα τοῦ Παραδείσου, ὅπου μέσα στὴν κοινωνία Θεοῦ, Ἀγγέλων καὶ Ἁγίων ἀπολαμβάνουν οἱ πιστοὶ τὴ θεία τρυφὴ καὶ ἀποθησαυρίζουν τὴ χάρη τῆς σωτηρίας.

«Πολλὰ ὑμῶν τὰ ὀνόματα καὶ μείζονα τά χαρίσματα». Παρὰ τὴ γενικὴ κατάπτωση τῶν ἐσχάτων ἡμερῶν, ἡ Ἐκκλησία δὲν παύει νὰ ἔχει ἀκόμη τὴ δύναμη νὰ παράγει μορφὲς Χριστοῦ. Εἶναι μιὰ χάρη ὀφθαλμοφανής, ποὺ δὲν συναντᾶται σὲ καμιὰ ἄλλη ὁμολογία. Ἀκόμη καὶ ὅταν δὲν θαυματουργοῦν ἐκδήλως, καθημερινὰ στὴ ζωὴ τους ἐπιτελοῦν τὸ μεγαλύτερο, κατὰ τὸν ἅγιο Σιλουανό, θαῦμα, «ἀγαποῦν τὸν ἁμαρτωλὸ στὴν πτώση του»[16]. Καὶ μόνο αὐτὸ τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖο ἐνεργεῖται μὲ τὴ χάρη τῆς Ἐκκλησίας, διαλύει κάθε ἀμφιβολία καὶ δυσπιστία, ποὺ θὰ ἐμπόδιζαν τὸν ἄνθρωπο νὰ παραδοθεῖ μὲ ἐμπιστοσύνη σὲ ὅσα διδάσκει ὁ Χριστὸς καὶ οἱ Ἅγιοί Του. «Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ»[17].

Οἱ Ἅγιοι σὲ αὐτὸ τὸν κόσμο εἶναι «ὀσμὴ εὐωδίας πνευματικῆς». Εἶναι οἱ πολύφωτοι ἀστέρες τοῦ νοητοῦ στερεώματος τῆς Ἐκκλησίας ποὺ πιστοποιοῦν ὅτι «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰώνας»[18] καὶ ὅτι «μεθ’ ἡμῶν ἔσται πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος»[19]. Δίνουν τύπο καὶ ὑπόδειγμα. Μὲ τὸν ἑκούσιο θάνατο ἀναδεικνύονται νικητὲς τοῦ ἀκούσιου θανάτου. Ὅπως οἱ Ἑβραῖοι πρὶν ἀπὸ τὴν ἔξοδό τους ἀπὸ τὴ δουλεία τῶν Αἰγυπτίων ἔφαγαν τὸ Πάσχα «ἐν σπουδῇ», ἔτσι καὶ οἱ σεσωσμένοι περπατοῦν στὴ γῆ καὶ ζοῦν σὲ αὐτὸ τὸν κόσμο σπεύδοντας πρὸς τὰ ἀσάλευτα καὶ αἰώνια. Ἡ διαλογὴ τους εἶναι μὲ τὸν Οὐρανό. Σταθερὰ προσανατολίζουν τὰ μάτια τῆς ψυχῆς ἐκεῖ, ἀπὸ ὅπου ἀπεκδέχονται Σωτήρα καὶ Λυτρωτή. Κάπου-κάπου ρίχνουν μιὰ ματιὰ στὴ γῆ, μόνο γιὰ νὰ διαπιστώσουν πόσο μίζερη καὶ φτωχὴ εἶναι ἡ πρόσκαιρη ζωὴ ποὺ προσφέρει, καὶ στρέφονται πάλι μὲ σφοδρότερο πόθο πρὸς τὸν πλοῦτο τοῦ Οὐρανοῦ, τὸν μόνο ποὺ μπορεῖ νὰ γεμίσει τὰ φαράγγια τῆς καρδιᾶς. Αὐτὸ ἦταν τὸ πολίτευμα τῶν Ἁγίων ἤδη ἀπὸ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς χρόνους, ὅταν οἱ πιστοὶ διακατέχονταν ἀπὸ τὴν ἐπίγνωση ὅτι ἦταν πάροικοι καὶ παρεπιδημοῦντες σὲ αὐτὸ τὸν κόσμο. Ἔχοντας βιώσει τὸ πέρασμα «ἀπὸ τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ»[20], γνώρισαν τὸν Θεὸ ὄχι μόνο ὡς Κριτὴ καὶ τιμωρό, ἀλλὰ ὡς Πατέρα «γνησιότατο, πλησιέστατο, τὸν πιὸ ἀγαπημένο, τὸν πιὸ ἀγαθὸ»[21].

«Ψυχὴ ποὺ γνώρισε τὸν Κύριο ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ στρέφεται μὲ ὁρμὴ πρὸς Αὐτόν. Ἡ μνήμη Του ἁρπάζει μὲ δύναμη τὸ νοῦ, καὶ αὐτὸς λησμονεῖ τὸν κόσμο. Καὶ ὅταν πάλι θυμηθεῖ τὸν κόσμο, τότε ποθεῖ γιὰ ὅλους τὴν ἴδια χάρη, καὶ προσεύχεται γιὰ ὅλον τὸν κόσμο νὰ μετανοήσουν ὅλοι καὶ νὰ γνωρίσουν πόσο ἐλεήμων εἶναι ὁ Θεὸς»[22].

Ἀρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου

Σημειώσεις

[1] Ψάλμ. 65,12.

[2] Ἰωάν. 3,8.

[3] Πρβλ. Ματθ. 21,18-19· Μάρκ. 11,12-14 καὶ 20-21.

[4] Ἃ’ Πέτρ. 4,17.

[5] Βλ. Ἑβρ. 3,6.

[6] Πρβλ. Ἡσ. 8,18.

[7] Ἰωάν. 1,12-13.

[8] Πρβλ. Ἰωάν. 3,3.

[9] Ἑβρ. 10,31.

[10] Βλ. Ἔφ. 4,10· βλ. Ἀναφορὰ Λειτουργίας Μεγάλου Βασιλείου.

[11] Ψάλμ. 22,4.

[12] Βλ. Ρωμ. 8,35-39.

[14] Βλ. Ἀποκ. 13,8.

[15] Βλ. Λευϊτ. 26,12· Β’ Κορ. 6,16.

[16] Βλ. Παροιμ. 3,34· Ἰακ. 4,6.

[17] Βλ. Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, σ. 422.

[18] Ψάλμ. 67,36.

[19] Ἑβρ. 13,8.

[20] Ματθ. 28,20.

[21] Ρωμ. 8,21.

[22] Βλ. Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, σ. 450.

[23] Ό.π., σσ. 405-406.

 

 

Προσέγγιση τοῦ Κυρίου μὲ τίμια πάλη καὶ περίλυπη ἀγάπη

 

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ

 

«Μνημόνευε Ἰησοῦν Χριστὸν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν»[1]

Ἀναφέρεται στὸ Εὐαγγέλιο ὅτι, οἱ μαθητὲς «ἦσαν συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων»[2]. Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ διαβλέψει ὅτι ὁ φόβος δὲν ἦταν τὸ μόνο κίνητρο ποὺ τοὺς συγκέντρωσε. Ἴσως μάλιστα νὰ ἦταν λιγότερο ἐκτεθειμένοι ἂν εἶχαν παραμείνει διασκορπισμένοι. Μᾶλλον συναντήθηκαν, διότι ἡ καρδιὰ ὅλων τους φλεγόταν μὲ τὴν ἴδια ἀγάπη γιὰ τὸν Διδάσκαλο, ποὺ δροῦσε ὡς καταλύτης ἑνότητας. Εἶχαν γίνει μάρτυρες τοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη τοὺς γι’ Αὐτὸν Τὸν κρατοῦσε ζωντανὸ ἐντός τους. Ὁ Κύριος ἄκουσε τοὺς στεναγμοὺς αὐτῆς τῆς φοβισμένης ἀγάπης καὶ κόλλησε σὲ αὐτοὺς τὴ δική Του ἀγάπη. Τοὺς φανερώθηκε καὶ τοὺς ἔδωσε τὴν εἰρήνη Του.

Ἀπὸ τὶς ἀναστάσιμες ἐμφανίσεις τοῦ Κυρίου συνάγεται τὸ συμπέρασμα ὅτι ἔλαβαν χώρα, ὅταν ὁ Κύριος διέβλεπε στὴν καρδιὰ τῶν μαθητῶν Του τὴ ζωντανὴ αἴσθηση τῆς περίλυπης ἀγάπης. Ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ πῆγε «λίαν πρωὶ» στὸ μνῆμα τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ προσκομίσει τὰ μύρα κατώδυνου πόθου της καὶ νὰ ἀποτίσει στὸν Κύριο τιμὲς ποὺ ἔπρεπαν σὲ νεκρό. Δὲν γνώριζε γιὰ τὴν Ἀνάσταση, ἐντούτοις ὁ Χριστὸς παρέμενε ζωντανὸς στὴν καρδιά της, λόγω τῆς θερμῆς ἀγάπης γιὰ τὸν Εὐεργέτη της, Αὐτὸν ποὺ τὴν ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὴν τυραννία ἑπτὰ δαιμόνων. Ὁ Ἀναστάς Κύριος ποὺ «καρδίας πάντων γινώσκει»[3], ἕνωσε τὸ πνεῦμα Του στὸ πνεῦμα τῆς Μαγδαληνῆς καὶ τῆς ἐμφανίσθηκε γιὰ νὰ «ἐξαλείψη πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῆς»[4] καὶ νὰ τῆς μεταδώσει, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεσή Του, τὴ χαρὰ τὴν «ἀναφαίρετη»[5].

Οἱ μαθητὲς πρὶν τὰ συνταρακτικὰ γεγονότα τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου ζοῦσαν σὲ ἁγία ἀτμόσφαιρα συνεχοῦς ἐκστάσεως, ἐκπλήξεως καὶ ἐξάρσεως χαρᾶς. Θεωροῦσαν, ἄλλοτε λιγότερο καὶ ἄλλοτε περισσότερο ἐναργῶς, «τὴν δόξαν Αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ Πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας»[6]. Γίνονταν διαρκῶς μάρτυρες, ἀφενὸς τῶν ὑπερφυσικῶν σημείων καὶ θαυμάτων ποὺ ἐπιτελοῦσε ὁ Κύριος, καὶ ἀφετέρου τοῦ ἐνθουσιασμοῦ τῶν ἀνθρώπων ποὺ Τὸν εὐφημοῦσαν καὶ προσέβλεπαν σὲ Αὐτὸν ὡς τὸν ποθούμενο Μεσσία. Ἀκόμη καὶ στοὺς ἴδιους εἶχε δοθεῖ «ἐξουσία πνευμάτων ἀκαθάρτων ὥστε ἐκβάλλειν αὐτὰ καὶ θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν»[7]. Ἀπὸ τὴ δοξασμένη χαρὰ καταποντίστηκαν σὲ ἄβυσσο θλίψεως. Ὅσο ἀτέρμονη ἦταν ἡ ἀγαλλίαση ποὺ τοὺς διακατεῖχε «ἐφ’ ὅσον χρόνον μετ’ αὐτῶν ἦν ὁ νυμφίος»[8] καὶ ὅσο ἄφθαρτη ἦταν ἡ παρηγοριὰ ποὺ ξεχείλιζε ἀπὸ τὴν καρδιά τους στὴν παρουσία Του, τόσο ἀπύθμενη ἦταν ἡ θλίψη τοὺς τώρα, ποὺ ὁ Κύριος εἶχε θανατωθεῖ «πρὸς ὥραν». Ὡστόσο, τὴν ἐνέργεια τοῦ φόβου καὶ τῆς ἀγωνίας, τὴ μετέτρεψαν σὲ ἐνέργεια προσευχῆς καὶ τὴ λύπη ποὺ κατέκλυζε τὴν καρδιὰ τους τὴν ἐξέχυσαν ὡς χείμαρρο ἱκεσίας ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ Παράκλητος Κύριος «εἰσήκουσε τὸν στεναγμὸν αὐτῶν»[9] καὶ ἀπάντησε στὴν προσευχή τους μὲ τὴν παρουσία Του. Εἰσῆλθε ἀνάμεσά τους γιὰ νὰ τοὺς δώσει τὴ δική Του εἰρήνη, τὴν «πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν»[10], «οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσι»[11], καὶ νὰ μετατρέψει τὴ λύπη τους σὲ χαρά, διότι κάθε ἐπαφὴ μὲ τὴ θεικὴ παρουσία ἀλλοιώνει ριζικὰ τὸν ἄνθρωπο. Φωτίζει τὸν νοῦ καὶ γαληνεύει τὴν καρδιά. Ἀντιθέτως, ἡ ἐπαφὴ μὲ τὸ πνεῦμα τῆς πονηρίας, ἔστω καὶ ἂν πλησιάζει ὡς προβατόσχημος λύκος, μεταδίδει ταραχή.

Ὁ ἴδιος πνευματικὸς νόμος ποὺ ἴσχυε τότε γιὰ τοὺς μαθητές, ἰσχύει μέχρι σήμερα στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεῖ κάποιος τὸν Κύριο καὶ νὰ φέρει στὴν καρδιὰ τοῦ τὴ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως, ἂν δὲν αἰσθανθεῖ πρῶτα στὰ βάθη τοῦ εἶναι του τὴν ὀδύνη τῶν παθημάτων καὶ τὴ θλίψη τῆς Σταυρώσεως. Ἕνα εἶδος σταυρώσεως γιὰ τὸν πιστὸ εἶναι ἡ συνειδητοποήση τῆς πενίας του, ἡ θεωρία τῆς βδελυρότητάς του. Ἂν ὁ πιστὸς φέρει πάντοτε περίλυπη ἀγάπη στὴν καρδιά του γιὰ τὰ ὑστερήματα καὶ κυρίως γιὰ τὴν ἀδυναμία του νὰ ἀποδώσει σὲ ἕνα τέτοιο Θεὸ καὶ Σωτήρα ὅπως ὁ Χριστὸς ἄξια εὐχαριστία, τότε σίγουρα δὲν θὰ παραβλέψει ὁ Κύριος καὶ τὴ δική του λύπη. Θὰ φανερώσει στὸν δοῦλο του τὴ δύναμη τῆς Ἀναστάσεώς Του, μὲ ἕνα τρόπο πνευματικό. Θὰ ἐμφανίσει δηλαδὴ τὸν Ἑαυτό Του, ἀοράτως, ἀλλὰ αἰσθητῶς στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου.

Οἱ Μαθητὲς «ἐχάρησαν ἰδόντες τὸν Κύριον»[12]. Ἡ χαρὰ τους ὅμως δὲν ἦταν ψυχολογική, ἀλλὰ πνευματικὴ καὶ ἀνύψωσε τὸ πνεῦμα τους στὸν Οὐρανό. Τοὺς ἐνέπλησε μὲ τὴν εἰρήνη Του, μὲ ἀγαλλίαση, ἀλλὰ ἀκόμη περισσότερο μὲ τὴν ἴδια τὴ ζωή Του, καθὼς «ἐνεφύσησε καὶ εἶπεν αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον»[13]. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ πράξη τοῦ Κυρίου φέρνει στὸ νοῦ τὴ μεγαλειώδη στιγμὴ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν «ἐπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν»[14]. Ὅπως τότε ὁ Θεὸς μὲ τὴν πνοὴ Του μετέδωσε ζωὴ στὸ «κατ’ εἰκόναν καὶ καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ» κτίσμα, ἔτσι καὶ τώρα ὁ Χριστὸς ἐμφυσώντας στὰ πρόσωπα τῶν μαθητῶν, τοὺς ἀναδημιούργησε καὶ τοὺς μετέδωσε τὸ Πνεῦμα τῆς ζωῆς τῆς αἰωνίου.

Μὲ τὸν λόγο, «λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον» ἐγκαινιάσθηκε καινούργια δημιουργία. Ἡ πνοὴ ποὺ τοὺς μετέδωσε ἦταν φορέας τῆς προκαταρκτικῆς δόσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ θὰ θεράπευε καὶ θὰ δυνάμωνε τὴ φύση τους, ὥστε νὰ μπορέσει νὰ βαστάσει τὴ χάρη τοῦ Παρακλήτου τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τὸ πλήρωμα δηλαδὴ τῆς θείας ἀγάπης. Διότι, ἂν δὲν ἐνισχυθεῖ ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου, δὲν μπορεῖ νὰ βαστάξει τίποτε τὸ Οὐράνιο. «Ψυχικὸς ἄνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ Πνεύματος»[15]. Οἱ Μαθητὲς κατὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου ἔλαβαν τὸ χρίσμα τῆς χάριτος. Οἱ καρδιὲς τους δέχθηκαν τὸν ἀρραβώνα τοῦ Πνεύματος[16], ποὺ θὰ τὶς ἀνάπλαθε στὶς ἀποστολικὲς καρδιές, οἱ ὁποῖες θὰ «σαγήνευαν τὴν οἰκουμένην»[17]. Τὸ «μικρὸ ποίμνιο»[18], τὸ συνηγμένο «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων», μεταμορφώθηκε στὴν κρυμμένη ζύμη, ποὺ ἔμελλε νὰ ζυμώσει ὅλο το φύραμα, ὅλο τὸν κόσμο στὴ διάρκεια τῶν αἰώνων.

Ὁ ἀπόστολος Θωμὰς ὑπέπεσε σὲ πειρασμό, ὄντας χωρισμένος ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς του καὶ βρέθηκε ἀντιμέτωπος μὲ τὸν κίνδυνο τῆς αἰώνιας ἀπώλειας, ἐκφράζοντας λόγους δυσπιστίας καὶ ἀμφιβολίας. Ὁ Θεὸς ὅμως δὲν ὀργίζεται μὲ τὸν ἄνθρωπο ἂν ἐπιδείξει ἀπιστία, φθάνει νὰ εἶναι εἰλικρινής. Ἡ ἐπιθυμία Του εἶναι νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος ἑκούσια το πείραμά του, νὰ γευθεῖ καὶ νὰ δεῖ «ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος»[19] καὶ ἔτσι ἐλεύθερα νὰ Τοῦ παραδοθεῖ, ἀσπαζόμενος τὸ θέλημά Του ὡς τὸν μοναδικὸ νόμο τῆς ὑπάρξεώς του, ἔστω καὶ ἂν ἀντιτίθεται στὸν ψυχισμό του.

Στὴ ζωὴ κάθε πιστοῦ θὰ ἔλθει στιγμή, κατὰ τὴν ὁποία θὰ παλέψει μὲ τὸν Θεό. Ὡστόσο, ὑπάρχει τίμια πάλη καὶ πάλη ἀπὸ ὑπερηφάνεια, ὑπάρχει ἐπιθυμία γιὰ μεγαλύτερο πλήρωμα γνώσεως καὶ νοσηρὴ ἀμφιβολία. Ἡ τίμια πάλη, ἀργὰ ἡ γρήγορα, ὁδηγεῖ στὴ βεβαιότητα τῆς ἀκράδαντης πίστεως καὶ στὴ φλογερὴ ἀγάπη γιὰ τὸν Κύριο, γι’ αὐτὸ εἶναι πολυτιμότερη ἀπὸ τὴ χλιαρὴ πίστη[20]. Ὁ ἄνθρωπος θέλει καὶ παλεύει νὰ μάθει, ὥστε νὰ δεχθεῖ πληροφορία στὴν καρδιά του γιὰ τὴν ἀλήθεια. Ἡ εἰδοποιὸς διαφορὰ μεταξὺ τίμιας καὶ νόθου πάλης ἔγκειται στὴν προαίρεση τοῦ πιστοῦ. Φανερώνεται μὲ τὴ στάση ποὺ θὰ υἱοθετήσει, ὅταν τοῦ ἀποκαλυφθεῖ ἡ ἀλήθεια, κατὰ πόσο δηλαδὴ θὰ παραδοθεῖ, ὅπως ὁ Θωμᾶς, στὴ λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ μὲ ὅλη του τὴν καρδιά, ζωντας στὸ ἑξῆς ὄχι γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ «τῷ ὑπὲρ αὐτοῦ ἀποθανόντι καὶ ἐγερθέντι»[21]. Ὅλοι οἱ Ἅγιοι στὴν πάλη τους μὲ τὸν Θεὸ χάρηκαν ὅταν ἡττήθηκαν καὶ γνώρισαν τὴν ἀδικία τοὺς μπροστὰ στὴν ἄμωμη ἀγάπη Του.

Ὁ Θωμᾶς δὲν ἀρκέστηκε στὴν ἄμεση διαβεβαίωση τῶν ἄλλων Ἀποστόλων γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ἀπαίτησε νὰ βάλει τὸ δάχτυλό του «εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων καὶ τὴν χείρα αὐτοῦ εἰς τὴν πλευρὰν τοῦ Κυρίου»[22]. Πράγματι, ὁ Χριστὸς ἐμφανίσθηκε χάριν τῆς σωτηρίας του καὶ τοῦ ἔδειξε τοὺς τύπους τῶν ἥλων καὶ τὴν πλευρά Του, κατακλείοντας μὲ τὴν παραίνεση: «Μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστὸς»[23].Τότε ζωοποιήθηκε ἡ καρδιὰ τοῦ Θωμᾶ, καὶ ἀκλόνητη πλέον, ὁμολόγησε τὸν Ἀναστάντα Κύριο. Ἡ πρόσληψη τῆς χάριτος, ποὺ ἀναζωογονεῖ τὴν καρδιά, ἐνισχύει τὴν πίστη καὶ μεταβιβάζει «ἐκ σκότους εἰς τὸ θαυμαστὸν Αὐτοῦ φῶς»[24], συνιστᾶ τὴν ἐμπειρία τῆς Ἀναστάσεως. Ἡ πίστη ὅμως δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ὅραση πνευματική, ποὺ διαρκῶς ἐνορᾶ καὶ μνημονεύει τὸν Ἀναστάντα Κύριο καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο δίνει ὑπόσταση στὰ μὴ βλεπόμενα, στὰ ἀναμενόμενα ἀγαθά της Βασιλείας τοῦ Θεοῦ[25]. Ὡς ἐκ τούτου, στὴν ἐκστατικὴ ὁμολογία τοῦ Θωμᾶ, ἡ ἀπόκριση τοῦ Κυρίου ἦταν «μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες»[26].

Εἶναι βεβαίως, μακάριο καὶ τρισμακάριο νὰ δεῖ κάποιος τὸν Κύριο ὅπως ὁ ἅγιος Σιλουανός, ἀλλὰ ἴσως εἶναι μακαριότερο, ὅταν ὁ πιστὸς βρίσκεται διαρκῶς στὴν παρουσία Του καὶ Τὸν βλέπει μὲ τὰ μάτια τῆς πίστεως ζωντανὸ στὴν καρδιά του. Τέτοιου εἴδους ὅραση εἶναι ἀσφαλὲς τεκμήριο τῆς ἐνοικήσεως τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸ τέλος αὐτῆς τῆς πίστεως, σύμφωνα μὲ τὸν ἀπόστολο Πέτρο, εἶναι «σωτηρία ψυχῶν»[27]. Ὁ μέγας αὐτὸς μάρτυρας τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μιλάει μὲ πειθὼ γιὰ τὴν «ἀνεκλάλητη καὶ δεδοξασμένη χαρὰ» μὲ τὴν ὁποία θὰ ἀγάλλονται ὅσοι ἀγαποῦν τὸν Κύριο Ἰησοῦ, χωρὶς νὰ Τὸν ἔχουν γνωρίσει κατὰ σάρκα, καὶ πιστεύουν σὲ Αὐτόν, χωρὶς νὰ Τὸν βλέπουν αἰσθητὰ[28]. Συνέχεια

Ἡ σιωπή καί ὁ λόγος τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ

 

Μαντζαρίδης Γεώργιος 

Ἡ σιωπή καί ὁ λόγος εἶναι πράγματα ἀντίθετα στήν καθημερινή μας ζωή. Ὁ λόγος διαλύει τή σιωπή. Καί ἡ σιωπή διακόπτει τό λόγο. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς ἡσυχαστής ἦταν βασικά ἄνθρωπος τῆς σιωπῆς. Ἀπέφευγε τό λόγο, ὅπως ἄλλωστε καί τή συγγραφή. Ὁ ἴδιος σημειώνει ὅτι πολλοί μεγάλοι πατέρες τῆς ἐρήμου, μολονότι θά μποροῦσαν νά γράψουν σπουδαῖα καί ὠφέλιμα πράγματα, δέν τό ἔκαναν, γιά νά μή διακόψουν τήν σιωπή καί τήν κοινωνία τους μέ τό Θεό. Κατακρίνει μάλιστα τόν ἑαυτό του καί λέει ὅτι ὁ ἴδιος συνήθιζε νά γράφει, ὅταν ὑπῆρχε κάποια ἐπείγουσα ἀνάγκη. Καί γνωρίζουμε πόσο πολλά καί δυνατά κείμενα ἔγραψε, ὅταν ἡ ἀνάγκη αὐτὴ ἦταν ὁ κίνδυνος νά παραχαραχθεῖ ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία.

Ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁ προφορικός καί ὁ γραπτός, εἶχε πάντοτε πλούσιο ἀντίκρυσμα στή σιωπή του. Καί ἡ σιωπή του δέν ἦταν συνέπεια παραιτήσεως ἤ ἀδιαφορίας, ἀλλά καρπός ἔντονης σπουδῆς καί κοινωνίας μέ τό Θεό Λόγο. Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος γράφει: «Ἄμεινόν ἐστι σιωπᾶν καί εἶναι ἤ λαλοῦντα μή εἶναι».

Στήν καθημερινή μας ζωή συνδέουμε συνήθως τό λόγο μέ τήν ὕπαρξη καί τή σιωπή μέ τήν ἀνυπαρξία. Συχνά ὅμως ὁ ἀνθρώπινος λόγος εἶναι κενός καί φανερώνει μία οὐσιαστική ἀνυπαρξία. Δέ χρειάζεται ἄλλωστε νά εἶναι κανείς ψεύτης ἤ φλύαρος, γιά ν’ ἀποδειχθεῖ ὁ λόγος του κενός. Καί μόνο τό ὅτι εἶναι θνητός, καί ὁ θάνατος ἀποτελεῖ τό ἔσχατο ὅριο τῶν δυνάμεών του, φανερώνει τήν ἀβεβαιότητα καί τήν οὐσιαστική κενότητα τοῦ λόγου του.

Παράλληλα ὅμως ὁ κάθε ἀνθρώπινος λόγος ἔχει μεγάλη ἀξία, ὅταν διαθέτει ἀντικρυσμα στή σιωπή. Ἀκόμα περισσότερο, ὁ κάθε ἀνθρώπινος λόγος ἔχει τεράστια ἀξία, ὅταν εἶναι λόγος σιωπῆς. Τά λόγια πού ἀπευθύνει ὁ πατέρας στό παιδί του ἔχουν τό ἀντίκρυσμα καί τήν ἀξία τους, ὅσο ζεῖ ὁ πατέρας καί ἀκούει τό παιδί. Ἡ σιωπηρή ὅμως παρουσία τοῦ πατέρα στήν καρδιά τοῦ παιδιοῦ του, ὡς παρουσία ἀγάπης, εἶναι πολύ πιό εὔγλωττη καί πολύ πιό οὐσιαστική ἀπό τά λόγια πού ἀκούει ἀπό τό στόμα του. Καί αὐτό, γιατί ἡ ἀγάπη μεταφέρει τόν ἄνθρωπο σέ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο πού βρίσκεται πέρα ἀπό τό θάνατο. «Ἠμεῖς οἴδαμεν», λέει ὁ Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ἐμεῖς δηλαδή γνωρίζουμε, «ὅτι μεταβεβήκαμεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν, ὅτι ἀγαπῶμεν τούς ἀδελφούς• ὁ μή ἀγαπῶν τόν ἀδελφόν μένει ἐν τῷ θανάτῳ».

Ἡ ἀγάπη δίνει στόν ἄνθρωπο τήν ἐμπειρία τῆς διατηρήσεως τῆς ζωῆς του πέρα ἀπό τήν ἀτομικότητά του. Ἡ ἀγάπη δίνει στόν ἄνθρωπο μία αἴσθηση τῆς ἀθάνατης ζωῆς, τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτό εἶναι φυσικό, γιατί ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη.

Ἡ ἀληθινή ὅμως ἀγάπη δέ διατυπώνεται μέ λόγια. Καί ἡ οὐσία της δέν περιορίζεται σέ φραστικά σχήματα. Ἡ ἀληθινή ἀγάπη ἐκφράζεται περισσότερο μέ τή σιωπή. Ἡ σιωπή εἶναι συχνά ἡ πιό ἔντονη κραυγή. Αὐτό τό βλέπουμε προπαντός στόν ἡσυχασμό. Ἡ σιωπή τοῦ ἡσυχαστῆ εἶναι κραυγή ἀγάπης. Ὅπως καί ἡ ἀπομόνωσή του εἶναι ἐντατικοποίηση τῆς κοινωνίας του μέ τό Θεό.

Ζώντας στόν κόσμο καί διατηρώντας ἀκέραιο τόν ἐγωισμό μας ἀδυνατοῦμε συνήθως νά γνωρίσουμε καί νά ζήσουμε τήν ἀληθινή ἀγάπη. Ἡ ἀληθινή ἀγάπη βγαίνει ἀπό τήν σιωπή καί τήν ταπείνωση. Ὁ βιογράφος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἅγιος Φιλόθεος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, περιγράφοντας τή ζωή καί τίς ἀρετές τοῦ ἁγίου στά ἡσυχαστήρια τοῦ Ἄθω, σημειώνει σχετικά τά ἑξῆς: «Ταπείνωσις ἦν αὐτῷ ἀκρότατη, καί ἡ πρός τόν Θεόν καί τόν πλησίον, ἥ φησίν ὁ θεῖος Ἀπόστολος, ἀνυπόκριτος ἐκ καρδίας ἀγάπη, τά πρῶτα καί μέσα καί τελευταῖα τῶν ἀρετῶν ἐρείσματα καί στοιχεῖα».

Καί πραγματικά μόνο μέ ἀκρότατη ταπείνωση μπορεῖ νά ὑπάρξει ἡ ἀνυπόκριτη καί «ἐκ καρδίας ἀγάπη» πρός τό Θεό καί τό συνάνθρωπο. Αὐτὴ τήν ἀγάπη, πού τόσο σπανίζει στήν καθημερινή μας ζωή, καλλιέργησε ὁ ἡσυχαστής Γρηγόριος Παλαμᾶς στά ἐρημητήρια τοῦ Ἁγίου Ὅρους μέ τήν ἄσκηση καί τήν προσευχή. Ἡ ἴδια ἀγάπη τόν ἔφερε ἀργότερα στή μητρόπολη τῆς Θεσσαλονίκης καί τόν ἔκανε στήριγμα καί διδάσκαλο τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ ἀγάπη πού καλλιέργησε στή σιωπή. Ἡ ἀγάπη πού θεμελίωσε στήν ταπείνωση καί τόν ἀφανισμό τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἡ ἀγάπη πού ἔδειξε, ὅταν χρειάστηκε, μέ τούς ἔντονους ἀγῶνες καί τήν ἀκατάβλητη δράση του.

Πολλές φορές ἀκοῦμε καί εὐσεβεῖς ἀκόμα Χριστιανούς νά λένε: Τί κάνουν αὐτοί οἱ μοναχοί στά ἐρημητήριά τους; Τί νόημα ἔχει ἡ ἀπόκοσμη ζωή τους; Ποιό εἶναι τό κοινωνικό ἔργο τους, ὅταν βρίσκονται μακριά ἀπό τούς ἀνθρώπους; Ποιά εἶναι ἡ ἀρετή τους, ὅταν φροντίζουν μόνο γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς τους; Συνέχεια

Τό κάθ  ὁμοίωσιν ὡς ἐπίκεντρό της ζωῆς μας

Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ

Στήν κοινή ζωή ἡ ὑπακοή μᾶς ἐπιτρέπει σιγά-σιγά νά κατανοήσουμε τήν ψυχολογία τῶν ἄλλων προσώπων. Μαθαίνοντας νά ζοῦμε μέ ἕνα πρόσωπο, μαθαίνουμε νά ζοῦμε μέ ἑκατομμύρια προσώπων πού τοῦ μοιάζουν. Ἔτσι, προοδευτικά, εἰσχωροῦμε σέ βαθύ πόνο γιά ὅλη τήν ἀνθρωπότητα. Τό πνεῦμα μας πρέπει ν’ ἀναπτυχθεῖ σέ ὅλες τίς διαστάσεις τοῦ ἀνθρωπίνου εἶναι, καί ὄχι μόνο στό ἐπίπεδο τῶν καθημερινῶν φροντίδων καί δυσκολιῶν. Οἱ μικρές αὐτές ἐργασίες, οἱ προστριβές πού τίς συνοδεύουν, εἶναι ἀσφαλῶς ἀναπόφευκτες, ἀλλά δέν εἶναι ὁ τελικός σκοπός τῆς ζωῆς μας. Ὁ προορισμός μας εἶναι νά γίνουμε «κάθ’ ὁμοίωσιν» τοῦ Χριστοῦ. Ἐάν ὅμως «ἐγώ» δέν μπορῶ νά φέρω μέσα μου μιά μικρή ἀδελφότητα, πῶς θά μποροῦσα νά ἀγκαλιάσω, ὅπως ὁ Χριστός, τό σύνολο τῆς ἀνθρωπότητας μέσα στόν χρόνο καί τόν χῶρο;

Νά ζοῦμε χριστιανικά σημαίνει νά γίνουμε ὅμοιοι μέ τόν Χριστό, νά ἔχουμε τίς ἴδιες κινήσεις τῆς καρδιᾶς, τό ἴδιο φρόνημα μέ τόν Υἱό τοῦ Πατρός, ὅπως μᾶς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Ἄν ἔχουμε ἐπίγνωση τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ, ἄν βρισκόμαστε μέ ὅλο μας τό εἶναι στήν ἐσωτερική αὐτή κίνηση, ὁ νοῦς δέν θά χαθεῖ στά μικροπράγματα. Οἱ ἐπιθυμίες, οἱ ζήλιες, οἱ προστριβές καί τά μικρά προβλήματα τῆς καθημερινῆς ζωῆς θά περάσουν ἐντελῶς ἀπαρατήρητα.

Τελοῦμε ἀπό κοινοῦ τή Λειτουργία. Ἀλλά πληρώνουμε τό τίμημά της: ὁ καθένας μᾶς ὀφείλει νά φροντίζει γιά τή σωτηρία ὅλων. Ἡ ζωή μᾶς εἶναι ἀτελεύτητο μαρτύριο.

Δέν ὑπάρχει ἄλλη ὁδός ἐκτός ἀπό τήν ἀδιάλειπτη προσευχή κατά τήν ἐργασία. Μεταβάλλετε ὅ,τι ὀφείλετε νά κάνετε σέ προσευχή. Ἀνοίγετε μιά πόρτα, ζητῆστε ἀπό τόν Κύριο ν’  ἀνοίξει γιά σᾶς τήν πόρτα τῆς μετανοίας. Κτίζετε, ἀναλογισθεῖτε ὅτι κοπιάζετε ματαίως καί ὅτι τίποτε δέν μπορεῖ νά σταθεῖ ὄρθιο, ἄν ὁ Ἴδιος ὁ Θεός δέν συμμετέχει στήν οἰκοδομή. Δέν συνηθίζω ν’  ἀναζητῶ πνευματικές συμβουλές ἀπό ἀρχηγούς κρατῶν καί στρατηγούς, ἀλλά ἡ περίπτωση τοῦ Κρόμγουελ εἶναι ἐνδιαφέρουσα. Προετοιμαζόμενος γιά κάποια μάχη, προσευχόταν: «Κύριε, θά εἶμαι πολύ ἀπασχολημένος σήμερα· ἐνδέχεται νά Σέ ξεχάσω, ἀλλά Σύ μή μέ ξεχάσεις».

Μηχανευθεῖτε τρόπους νά εἶστε μέ τόν Θεό!

Στό ΄Ἅγιον Ὅρος, ὅταν ἤμουν ἀκόμη δόκιμος, ἕνας γέρος μοναχός μου εἶπε κάποια μέρα τό ἑξῆς ἀξιόλογο σχετικά μέ τίς πιό ταπεινές ἐργασίες: «Καμιά ἐργασία δέν ὑποβιβάζει τήν ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Μόνο ἡ ἁμαρτία ὑποβαθμίζει τή Θεία ζωή μέσα μας». Οἱ ἐργασίες πού δέν μποροῦν νά καταστοῦν πάθος ταιριάζουν καλύτερα στήν πνευματική ζωή. Ἄν εἶμαι μάγειρας, ἑτοιμάζω τό φαγητό προσευχόμενος γι’  αὐτούς πού ἀγαπᾶ ὁ Κύριός μας. Δέν ὑπάρχει ἐδῶ πάθος. Ταυτοχρόνως ἡ ἐργασία αὐτή ἔχει μεγάλη ἀξία, γιατί μοῦ ἐπιτρέπει νά ὑπηρετῶ τούς ἀνθρώπους πού ἀγαπᾶ ὁ Χριστός. Μποροῦμε νά ζοῦμε μέ εἰρήνη, ἄν κρατᾶμε τέτοια στάση.

Ποιός θά εἶναι ὁ πρῶτος; Ὁ Κύριος λέει: «Ζητεῖτε πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ… καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. 6, 33). Αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή μας, ἔστω καί ἄν ἀκόμη ἡ ὑλική ζωή μᾶς ἐπιβάλλεται ἀπό τό πρωί ὡς τό βράδυ. Οἱ στόχοι τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου εἶναι ἄλλοι, καί κανείς δέν ἔχει πιά χρόνο νά προσεύχεται.

Ὅταν ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά μας στρέφονται πρός τόν Θεό, ὅλα γίνονται εὔκολα. Χωρίς τή δυναμική αὐτή κίνηση πρός τόν Θεό, ἡ ζωή χάνει τό νόημά της.

Στή Μονή τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος μοῦ ἔτυχε κάποτε νά ἔχω ταυτοχρόνως ὡς δεκατέσσερα διακονήματα. Τό ἀνέφερα στόν πνευματικό μου: «Δέν κατορθώνω νά ἐκπληρώσω τά καθήκοντά μου: Ἔχω δεκατέσσερα διακονήματα!». Μοῦ ἀπάντησε: «Κάνεις λάθος, δέν ἔχεις παρά ἕνα μόνο». –«Ἀλλά, πατέρα μου», ἀπήντησα, «ἔχω δεκατέσσερα!». –«Ὄχι», μοῦ εἶπε πάλι, «δέν κάνεις παρά ἕνα μόνο πράγμα κάθε φορά. Κάνε το λοιπόν καλά καί προχώρησε στό ἑπόμενο…».

ΠΕΡΙ ΝΟΕΡΑΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

Τοῦ Ἁγίου Θεοφάνους τοῦ Ἐγκλείστου

Ἐπιθυμεῖτε νά μάθετε κάτι σχετικό μέ τήν προσευχή. Τί θά μποροῦσα νά σᾶς πῶ ποῦ νά μήν τό ξέρετε;

Πλησιάζοντας κανείς τόν Κύριο ἀμέσως νοιώθει τήν ἀνάγκη νά προσευχηθῆ. Σ’  αὐτό βοηθοῦν οἱ ἐκκλησιαστικοί ὕμνοι καί τά προσευχητάρια. Καθώς ὅμως προσεύχεται κανείς, διαπιστώνει ὅτι ἡ προσευχή τοῦ διασπᾶται καί διάφοροι λογισμοί ἀπασχολοῦν τήν ψυχή. Τότε χρειάζεται ἀγώνας. Ὅσο περισσότερο ἀγωνίζεται κανείς νά συγκρατήση τό νοῦ, τόσο καί ἡ προσευχή γίνεται περισσότερο καθαρή. Ἡ ψυχική ἀτμόσφαιρα δέν καθαρίζεται τελείως ἄν δέν ἀνάψη ἡ πνευματική φλόγα. Αὐτή εἶναι δῶρο τῆς θείας Χάριτος. Ὅταν ἀνάψη, ἡ ἀκατάσχετη φλυαρία τῶν λογισμῶν σταματᾶ. Συμβαίνει στήν ψυχή ὅ,τι συμβαίνει καί στήν αἱμορροοῦσα, μόλις ἄγγιξε τό ἔνδυμα τοῦ Κυρίου: «Ἔστη ἡ ρύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς» (Λουκ. 8, 44). Στήν κατάστασι αὐτή, ἡ προσευχή τείνη νά γίνη ἀδιάκοπη, ἀδιάλειπτη. Ἐδῶ ἐξασκεῖται συστηματικά ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, ἡ συνεχής ἐπανάληψις τοῦ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Ἕως ἐδῶ φθάνει κανείς μέ τήν δική του προσπάθεια. Ἀπ’  ἐδῶ καί πέρα ἡ θεία Χάρις ἐπεμβαίνει περισσότερο δραστικά.

Ἡ προσευχή δίνεται ἀπό τόν Θεό καί δέν ἀπορρέει ἀπό τήν ψυχική διάθεσι τοῦ ἀνθρώπου. Εἰσέρχεται μέσα του τό πνεῦμα τῆς προσευχῆς καί γεμίζει τό ἐσωτερικό της καρδιᾶς του. Ἡ ψυχή τότε ἀναβλύζει μόνη της τήν προσευχή. Βρίσκεται στήν ἐπήρεια τοῦ πνεύματος τῆς προσευχῆς. Ἐδῶ ὑπάρχουν δύο στάδια: Στό πρῶτο, ἡ ψυχή τά αἰσθάνεται καί τά διακρίνει ὅλα. Βλέπει γύρω της, νοιώθει τήν κατάστασί της, κυβερνᾶ τόν ἑαυτό της, μπορεῖ ἀκόμη καί νά διακόψη τήν ἐπίσκεψι τῆς χάριτος τοῦ πνεύματος τῆς προσευχῆς. Στό δεύτερο στάδιο, καθώς διδάσκουν οἱ ἅγιοι Πατέρες καί ἰδιαίτερα ὁ ὅσιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος, ἔχουμε μιά ἐντελῶς διαφορετική κατάστασι. Χαρακτηρίζεται σάν ἔκστασις ἤ σάν ἁρπαγή. Ἡ ψυχή, μεθυσμένη ἀπό τήν Θεία Χάρη, παύει νά αἰσθάνεται τά γήινα καί τά αἰσθητά. Ἀδυνατεῖ νά ἐλέγχη τόν ἑαυτό της καί νά ἐπηρεάζη τήν κατάστασι στήν ὁποία βρίσκεται.

Ἀναφέρεται στά πατερικά κείμενα ὅτι κάποιος ἄρχισε τήν προσευχή τό βράδυ, περιῆλθε σ  αὐτή τήν κατάστασι καί συνῆλθε τό πρωί. Σ’  ἄλλους μέν ἡ κατάστασις αὐτή συνοδευόταν μέ λάμψι στό πρόσωπο ἤ μιά ἀκτινοβολία γύρω του. Σ’  ἄλλους μέ αἰώρησι πάνω ἀπό τό ἔδαφος. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος σ  αὐτή τήν κατάσταση «ἀνῆλθε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ». Καί οἱ ἅγιοι προφῆτες μέ τόν τρόπο αὐτό μετέφεραν τίς βουλές τοῦ Θεοῦ. Θαυμάστε τό ἔλεος τοῦ Κυρίου. Λίγο κοπιάζει κανείς καί σέ τί ὕψη ἀξιώνεται ν’  ἀνεβῆ! Γι’  αὐτό πρέπει νά ἐνθαρρύνουμε κάθε ἀδελφό: Ἀγωνίζου, ἀξίζει τόν κόπο!».

«Ποτέ νά μήν προσεύχεσθε βιαστικά. Νά προσεύχεσθε μέ ἔντονη συμμετοχή τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς στά νοήματα τῆς προσευχῆς. Νά προετοιμάζεσθε πρίν ἀπό τήν προσευχή μαζεύοντας τίς σκέψεις καί προσπαθώντας μέ συγκεντρωμένη προσοχή νά σταθῆτε ἐνώπιόν του Κυρίου. Βασική προϋπόθεσις μιά καλῆς προσευχῆς εἶναι ἡ μετάνοια. Ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί καί ὁ Θεός «πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην οὐκ ἐξουδενώσει». Σέ κάθε προσευχή θυμηθῆτε τίς ἁμαρτίες στίς ὁποῖες πέσατε.

Τί προσπαθῶ νά κατορθώσω μέ τήν προσευχή; Νά θερμανθῆ ἡ καρδιά ἀπό ἀγάπη πρός τόν Θεό καί νά διατηρῆται ἔντονη ἡ αἴσθησις τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Σ’  αὐτό βοηθεῖ πολύ ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ: «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μέ τόν ἁμαρτωλόν». Συχνά νά λέτε αὐτή τήν προσευχή, μέχρις ὅτου ἡ γλώσσα συνηθίση νά τήν ἐπαναλαμβάνη μόνη της. Γιά νά προοδεύση κανείς στήν προσευχή πρέπει νά προσπαθῆ νά στολίση τήν καρδιά του μέ ὅλες τίς ἀρετές. Προπαντός μέ τήν ταπείνωσι, τήν μετάνοια καί τήν αὐταπάρνησι. Ὁ Θεός ὅλα τα βλέπει καί ὅλα τα ἀκούει. Γνωρίζει ὅλα τα μυστικά μας. Γι’  αὐτό ἄς καθαρίσουμε κάθε κηλίδα τοῦ ἐαυτοῦ μας. Καί ὅποτε μᾶς ἔλθη στό νοῦ ἤ στήν καρδιά μᾶς κάτι τό ἀκάθαρτο, ἀμέσως ἅς τό ἀπομακρύνουμε καί ἀμέσως ἅς καταφεύγουμε στήν προσευχή». Συνέχεια

Τό Ἦθος τῆς Ἐξομολογήσεως

Ἀρχιμ. Ζαχαρία Ζαχάρου

Ὁ Θεός ἔκτισε καταρχᾶς τόν ἄνθρωπο, στεφανώνοντάς τον μέ δόξα καί τιμή. Χάρισε σέ αὐτόν τήν ἄρρητη θεωρία τοῦ Προσώπου Του, ὥστε νά γνωρίζει τόν Δημιουργό Του, νά Τόν μιμεῖται καί νά αὐξάνει σέ ἀγάπη καί εὐγνωμοσύνη πρός Αὐτόν. Καί ἐνῶ ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὕα ἤσαν γυμνοί, ἔφεραν ἄφθαρτη πνευματική περιβολή “καί οὐκ ἠσχύνοντο” (Γέν. 2,25).

Μέ τήν πτώση ὅμως στό ἁμάρτημα τῆς ἀχαριστίας καί τῆς παρακοῆς, ἄν καί ὁ ἄνθρωπος δέν ἕρπει στή γῆ ὅπως ὁ ὄφις, ὠστόσο ἐφθάρη ὁ νοῦς του καί ἔγινε ἀνίκανος νά κατοπτεύει τα “μή βλεπόμενα” καί τά “αἰώνια” (Β’ Κορ. 4,18). Ντροπιάσθηκε τό κατ’ εἰκόνα πλάσμα, γιατί βυθίσθηκε στήν ἄβυσσο τῶν “βλεπομένων” καί τῶν “πρόσκαιρων” (Β’ Κορ. 4,18) καί ἔγινε τό μεγαλύτερο τραῦμα τῆς ὁρατῆς κτίσεως. Τότε οἱ πρωτόπλαστοι “ἔγνωσαν ὅτι γυμνοί ἤσαν, καί ἔρραψαν φύλλα συκῆς καί ἐποίησαν ἑαυτοῖς περιζώματα” (Γέν. 3,7). Δηλαδή, φόρεσαν χιτώνα αἰσχύνης καί “ἐκρύβησαν… ἀπό προσώπου Κυρίου τοῦ Θεού” (Γέν. 3,8). Μέ ἄλλα λόγια, ὁ ἄνθρωπος πλανήθηκε καί ἔχασε τήν ὁδό τοῦ Θεοῦ.

Τελικά, γιά νά μή ματαιωθεῖ ἡ προαιώνια πρόθεση τοῦ Θεοῦ γιά τό λογικό ποίημα τῶν χειρῶν Του, ὁ Κύριος, ἀπό ἄφατη εὐσπλαγχνία καί ἀνεξιχνίαστη σοφία, ἐπινόησε τρόπο σωτηρίας. Ἦλθε ταπεινά ὡς ἀνθρωπος καί πῆρε πάνω Του τή δική μας αἰσχύνη καί μέ τήν ἀνάστασή Του μᾶς ἐνέδυσε πάλι μέ τό ἅγιο καί ἄμωμο ἱμάτιο τῆς δόξης Του, πού δέν ἔχει πλέον “σπίλον ἤ ρυτίδα” (Ἔφεσ. 5,27). Δέν ἄφησε σέ μᾶς οὔτε ἴχνος αἰσχύνης, γιατί, ὅλοι “οἱ ὀνειδισμοί τῶν ὀνειδιζόντων Αὐτόν ἐπέσον ἐπ’ Αὐτόν”, ὅπως λέγει ἡ Γραφή (Ρωμ. 15,3). Ὁ Χριστός, ἐπιθυμώντας τή θεραπεία καί σωτηρία μας, δέν λογάριασε τόν Ἑαυτό Του. Ἀντί τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας” (Ἔβρ. 12,2). Μέ ἄλλα λόγια, ὁ Χριστός, ὑπομένοντας τήν αἰσχύνη τοῦ σταυροῦ, ἐξάλειψε τή δική μας αἰσχύνη καί μᾶς ἔσωσε. Χάραξε τήν ταπεινή ὁδό Του πάνω στή γῆ, ὥστε ὅποιος τήν ἀκολουθήσει νά θεραπεύεται ὁλοτελῶς. Ὁ ἴδιος βεβαίως ὁ Κύριος καλεῖ σέ μετάνοια ὅλους τούς ἁμαρτωλούς καί τούς “κακῶς ἔχοντας” (Ματθ. 9,12). Ἀλλά ἡ μετάνοια πρός θεραπεία καί σωτηρία συνδέεται ἀναπόσπαστα μέ τήν αἰσχύνη.

Ὁ Χριστός προσφέρεται ὡς ἰατρός καί θεραπευτῆς τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἡμῶν καί ἐμεῖς δεχόμαστε τή θεραπεία Του κατ’ ἐξοχήν στό μυστήριο τῆς μετανοίας καί Ἱερᾶς ἐξομολογήσεως.

Γιά ποιόν ὅμως λόγο δίνεται ἡ θεραπευτική χάρη τοῦ Θεοῦ στό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως, μέ τήν ὁποία χάρη ὁ πιστός νικᾶ τά πάθη καί τήν ἁμαρτία; Γιά δύο λόγους, νομίζω, χάρη στούς ὁποίους γίνεται ὁ ἄνθρωπος ἀληθινός καί τοποθετεῖται στήν ὁδό τοῦ Κυρίου.

Πρῶτον, κάνουμε ἔμπρακτη ὁμολογία τῆς ἀλήθειας.

Ὁ Ἀπόστολος λέγει ὅτι “ἐάν εἴπωμεν ὅτι ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν, ἑαυτούς πλανῶμεν καί ἡ ἀλήθεια οὐκ ἐστίν ἐν ἡμῖν. Ἐάν ὁμολογῶμεν τάς ἁμαρτίας ἡμῶν, πιστός ἐστι καί δίκαιος, ἵνα ἁφῆ ἡμῖν τάς ἁμαρτίας καί καθαρίση ἡμᾶς ἀπό πάσης ἀδικίας” (Α΄Ἰωάν. 1,8-9).

Ὅταν λοιπόν ἐξομολογούμαστε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὁμολογοῦμε κυρίως τή μεγάλη καί παγκόσμια ἀλήθεια τῆς πτώσεως ὅλου τοῦ γένους τοῦ Ἀδάμ. Θά μπορούσαμε νά ποῦμε πώς ἄν ὑπάρχει μιά περίπτωση, κατά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἀλάθητος καί μάλιστα ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ Κυρίου, εἶναι ἐκείνη κατά τήν ὁποία ὁμολογεῖ τήν ἁμαρτωλότητά του. Τότε πράγματι γίνεται ἀληθινός. Ὅταν ὅμως ἀληθεύει, ἑλκύει τό Πνεῦμα τῆς Ἀλήθειας, τό ὁποῖο φέρει τόν πιστό σέ βαθιά συναίσθηση τῆς πνευματικῆς του πτώχειας καί στή συνέχεια τόν ὁδηγεῖ σέ μετάνοια. Τό ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα παρέχει ταυτόχρονα τή θεραπεία καί τή δικαίωση. Συνέχεια

Ἅγιος Μακάριος Νοταρᾶς

 

Στυλιανοῦ Παπαδόπουλου

Ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς (1731-1805), Μητροπολίτης Κορίνθου (1765-1770), ὑπῆρξε φυσιογνωμία μεγάλης ἐμβέλειας: ἐκκλησιαστικῆς, θεολογικῆς, ἀσκητικονηπτικῆς, ὁσιακῆς, ἀλειπτικῆς καὶ ἐθνικῆς. Μολονότι δὲν εἶχε φοιτήσει σὲ ἀνώτατες σχολὲς καὶ δὲν ὑπῆρξε πολυγράφος, ἐνέπνευσε καὶ καθοδήγησε πολυγράφους θεολόγους, ὅπως ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἢ ὁ Νικηφόρος ὁ Χίος, ἴσχυσε ὡς αὐθεντία, πολεμήθηκε προσωρινά, πρόβαλλε τὴν μυστηριακὴ ἀσκητικὴ πνευματικότητα καὶ ἀπέβη γενάρχης τοῦ Φιλοκαλισμοῦ. Τὸ ἔργο καὶ ἡ προσωπικὴ στάση τοῦ Μακαρίου εἴχανε θαυμαστὴ σφαιρικότητα, ρεαλισμό, παραδοσιακότητα καὶ μεγάλη διάκριση, γεγονὸς ποὺ ὑπογραμμίζει τὴν μοναδικότητα τοῦ ἄνδρα καὶ τὴν καθολικότητα στὴ σκέψη καὶ τὴν δράση του. Ἡ παιδεία τοῦ νεαροῦ Μιχαήλ, ὅπως ἤτανε τὸ βαπτιστικό του ὄνομα, ὑπῆρξε κατώτερη καὶ μέση. Κατώτερη στὴν γενέτειρά του Τρίκαλα, ὅπου ὁ συγγενής του Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Χρύσανθος Νοταρᾶς (+ 1731) εἶχε ἱδρύσει σχολεῖο, καὶ μετὰ στὴν Κόρινθο καὶ τὴν Κεφαλλονιά. Ἡ ἀπόφαση τοῦ Μιχαὴλ νὰ μονάσει στὸ Μέγα Σπήλαιο συνάντησε τὴν βίαιη ἀντίδραση τοῦ πατέρα του, ποὺ τοῦ ἀνέθεσε τὴν διαχείριση μέρους τῆς κτηματικῆς περιουσίας τῆς οἰκογένειας. Στὸ ἔργο αὐτό, ὁ νεαρὸς γόνος τοῦ νοταραίικου ἀπέτυχε καὶ ἀνέλαβε ἀμισθὶ τὸ ἔργο τοῦ δασκάλου (ἀπὸ τὸ 1752;) γιὰ τὰ παιδιὰ τῶν Κορινθίων. Παράλληλα ὅμως συνέλεγε ἀσκητικὰ κείμενα, τὰ ὁποῖα μελετοῦσε καὶ «σχολίαζε». Στὴν ἐποχὴ τοῦ Διαφωτισμοῦ: Συγκρούσεις καὶ διλήμματα Ἑλλήνων Ὀρθοδόξων Στὰ μέσα τοῦ 18ου αἰώνα καὶ μετά, δηλαδὴ σὲ μία ἐποχὴ βίαιων πνευματικοκοινωνικῶν κινημάτων καὶ ἀναστατώσεων, ποὺ ἄμεσα ἢ ἔμμεσα σχετίζονταν μὲ τὸν Διαφωτισμό, ἡ ἀντίδραση πρὸς τὰ φεουδαρχικὰ καὶ ἀπολυταρχικὰ καθεστῶτα ἐξελίχθηκε γρήγορα σὲ ἤπια ἢ ριζικὴ ἄρνηση τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴν ἐκκλησιαστική του μορφὴ τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς βασικὰ Ἐκκλησίας. Ἀπὸ ἀντίδραση πρὸς τὰ κρατοῦντα οἱ διαφωτιστὲς θεμέλιο ἀπόλυτο στὴν ἰδεολογία τους ἔθεσαν τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ αἰχμὴ τῆς προοπτικῆς τους τὴν ἐλεύθερη καὶ λογοκρατούμενη ἐπιστήμη ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τὰ κοινωνικὰ προβλήματα, ὅπως τῆς ἰσοπολιτείας, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἐλευθερίας καὶ τοῦ ἐλέγχου τῆς ἐξουσίας. Τὰ ἀποτελέσματα δὲν ἄργησαν. Ἐπαναστατικὰ κινήματα (1789, Γαλλία) καὶ μεγάλη σύγχυση στὸ χῶρο τῆς ἐπιστήμης καὶ τοῦ πνεύματος, φιλοσοφικοῦ καὶ θεολογικοεκκλησιαστικοῦ. Ὅλοι ὀφείλανε νὰ λάβουν θέση ἔναντι τοῦ πολύπλευρου ἰσχυροῦ κινήματος, ἀλλὰ δὲν διέθεταν ὅλοι τὸ ἀναγκαῖο κριτικὸ πνεῦμα καὶ τὴν ὡριμότητα. Γι’ αὐτὸ ἄλλοι δέχθηκαν ἄκριτα ὅ,τι προσέφεραν οἱ διαφωτιστὲς καὶ ἄλλοι χωρὶς ψυχραιμία πολέμησαν συλλήβδην ἢ ἐπιλεκτικὰ τὶς ἰδέες τους. Ὁ νεαρὸς Μιχαὴλ Νοταρᾶς –καὶ ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ 1764 Μακάριος– γνώριζε τὸ πολύπλευρο καὶ πολύστοχο κίνημα τοῦ Διαφωτισμοῦ ἄμεσα κι ἔμμεσα. Σὲ ὅλο τὸν τουρκοκρατούμενο ἑλληνικὸ χῶρο δροῦσαν ὀρθόδοξοι Ἕλληνες θιασῶτες τοῦ Διαφωτισμοῦ, ἐνῷ διάσημοι Νοταραῖοι, ὅπως π.χ. ὁ Χρύσανθος Νοταρᾶς κυρίως καὶ ὁ ἀνεψιός του Δημήτριος, ἀπέβησαν ἐργάτες τοῦ Διαφωτισμοῦ μὲ τὸ ἐπιστημονικό τους ἔργο. Σ’ αὐτοὺς βέβαια δὲν εἶχε εἰσχωρήσει τὸ ἀντιεκκλησιαστικὸ πνεῦμα. Τὸ κλίμα τοῦ Διαφωτισμοῦ ὁ Μακάριος γνώρισε καὶ ἄμεσα ἀπὸ τὰ ἀδέρφια του καὶ δὴ ἀπὸ τὸν Φερδινάνδο Ἀκράτο (+ 1770), ποὺ σπούδασε ἰατροφιλόσοφος στὴν Ἰταλία. Ὁ Μακάριος, ἀναμφίβολα, γνώριζε τὴν ἀντιεκκλησιαστικότητα τῶν περισσοτέρων καὶ τὰ κηρύγματα ἀθεΐας πολλῶν Διαφωτιστῶν τῆς Δύσεως. Αὐτὰ ὅλα τὰ παραμέριζε καὶ προχωροῦσε ὡς δάσκαλος διακριτικός. Ἐργάσθηκε γιὰ τὴν ἵδρυση σχολείων καὶ τὴν παιδεία τῶν Κορινθίων, χωρὶς ποτὲ νὰ ἀσκήσει πολεμικὴ κατὰ τοῦ Διαφωτισμοῦ. Ὡς μέλισσα χρησιμοποιοῦσε ὅ,τι θετικὸ πρόσφεραν οἱ Διαφωτιστές, ὅπως ὁ Χρύσανθος Νοταρᾶς ἢ ὁ ἀδελφός του Ἀκράτος, καὶ ἄφηνε κατὰ μέρος τὸν ἀθεϊσμὸ τῶν πολλῶν. Γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὴν σημασία τῆς στάσεως αὐτῆς τοῦ Μακαρίου, ἀλλὰ καὶ ὅσων πολέμησαν τὸν Διαφωτισμό, πρέπει νὰ θυμηθοῦμε ὅτι ἡ ἀντίδραση τῶν διαφωτιστῶν πρὸς τὸν ἐκκλησιαστικὸ Χριστιανισμὸ καὶ ἡ ἀθεΐα πολλῶν ὀπαδῶν του ἔμμεσα κι ἐνίοτε ἄμεσα προϋπέθετε καὶ τὴν ἀπαξίωση τοῦ ὀρθόδοξου βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ. Αὐτὸ συνέβαινε, διότι οἱ διαφωτιστὲς ἀπολυτοποιούσανε 21 Ὁ Μακάριος, ἀναμφίβολα, γνώριζε τὴν ἀντιεκκλησιαστικότητα τῶν περισσοτέρων καὶ τὰ κηρύγματα ἀθεΐας πολλῶν Διαφωτιστῶν τῆς Δύσεως. Αὐτὰ ὅλα τὰ παραμέριζε καὶ προχωροῦσε ὡς δάσκαλος διακριτικός. Ἐργάσθηκε γιὰ τὴν ἵδρυση σχολείων καὶ τὴν παιδεία τῶν Κορινθίων, χωρὶς ποτὲ νὰ ἀσκήσει πολεμικὴ κατὰ τοῦ Διαφωτισμοῦ. τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ τὸν ὅλο σχετικὸ πολιτισμό, περιφρονώντας ὅ,τι Ἀνατολικὸ καὶ μαζὶ Βυζαντινό, ἄρα καὶ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση, ποὺ εἶχε διαμορφωθεῖ στοὺς βυζαντινοὺς αἰῶνες. Εὐνόητο, λοιπόν, ἤτανε μερικοὶ ὀρθόδοξοι Ἕλληνες, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ἀπὸ διάφορα μέρη τοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ κέντρο, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, νὰ ὑψώσουνε φωνὴ διαμαρτυρίας κατὰ τοῦ Διαφωτισμοῦ. Φυσικά, ἐπρόκειτο γιὰ τοὺς πιὸ εὐέξαπτους καὶ παρορμητικούς, ποὺ ἔβλεπαν μέγα κίνδυνο γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν πίστη. Τὸν κίνδυνο αὐτὸν ἔβλεπαν καὶ ἄλλοι, ἢ μᾶλλον ὅλοι. Αὐτοὶ οἱ ἄλλοι ὅμως ἐργάσθηκαν διαφορετικὰ γιὰ τὴν ἀποσόβηση τοῦ ὑπαρκτοῦ κινδύνου. Ἐργάσθηκαν δηλαδὴ θετικά, οἰκοδομητικά, προβάλλοντας ὅ,τι θεωροῦσαν ὀρθό, ὅ,τι μποροῦσε νὰ προαγάγει ἐπιστημονικὰ τὸν Ἕλληνα ὀρθόδοξο καὶ νὰ τὸν κάμει δημιουργικὸ στὴν κοινωνία. Αὐτοί, στὴν πραγματικότητα καταπολεμούσανε μὲ τὸ νὰ οἰκοδομοῦν καὶ ἡ βοήθεια πρὸς τοὺς πιστούς, ἡ καταπολέμηση τῆς ἀθεΐας, γινόταν ἔτσι (ἢ νόμιζαν ὅτι γινόταν) πιὸ ἀποτελεσματική. Ἡ καταπολέμηση τότε τοῦ Διαφωτισμοῦ ἕνεκα τῆς ἀντιεκκλησιαστικῆς του στάσης ἐμπεριεῖχε σημεῖο εἰδικῆς βαρύτητας γιὰ τὸν Ἑλληνισμό. Τὸ κίνημα τοῦ Διαφωτισμοῦ ἐπαγγελλότανε τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἰσότητα. Καὶ τὰ δύο αὐτὰ ἀγαθὰ οἱ Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες καὶ γενικὰ οἱ Βαλκάνιοι τὰ στεροῦνταν, ἀφοῦ στενάζανε στὸν τουρκο-ὀθωμανικὸ ζυγό. Ὅταν, λοιπόν, ἕνας ὀρθόδοξος δάσκαλος πολεμοῦσε τὸν Διαφωτισμό, στὰ μάτια τῶν ὑποδούλων ἀρνιότανε κάθε προσπάθεια γιὰ ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγό. Ὁ δάσκαλος αὐτὸς ἔμοιαζε νὰ συνιστᾶ (ἢ ρητὰ συνιστοῦσε) ὑποταγὴ στὸν κατακτητή, ἔμοιαζε νὰ προτιμάει –ἐνῷ φυσικὰ δὲν προτιμοῦσε– τὴν δουλεία ἀπὸ τὴν ἐλευθερία. Ἦταν π.χ. ἡ περίπτωση τοῦ Ἀθανασίου Παρίου, ποὺ ὅμως ἐξηγοῦσε ὅτι ἡ ἐλευθερία, γιὰ τὴν ὁποία μιλούσανε οἱ Διαφωτιστές, εἶναι ψευδοελευθερία καὶ ὅτι προκειμένου κάποιος νὰ χάσει τὴν ὀρθόδοξη πίστη, δεχόμενος τὴν ἀθεΐα τῶν Διαφωτιστῶν, εἶναι προτιμότερο νὰ στερηθεῖ τὴ σωματική του ἐλευθερία καὶ νὰ κρατήσει τὴν ὀρθόδοξη πίστη του. Συνέχεια

Ἡ διακαὴς ἐπιθυμία

Πρωτ. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν

Πολὺ πρὶν ἀρχίσει ἡ Μεγάλη Σαρακοστή, ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἀναγγέλλει ὅτι πλησιάζει καὶ μᾶς καλεῖ νὰ μποῦμε στὴν περίοδο τῆς προετοιμασίας γι’ αὐτήν. Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ στοιχεῖα τῆς Ὀρθόδοξης λειτουργικῆς παράδοσης τὸ γεγονὸς ὅτι κάθε μεγάλη γιορτὴ ἢ περίοδος – π.χ. τὸ Πάσχα, τὰ Χριστούγεννα, ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ κ.λπ. – προαναγγέλλεται καὶ «ἑτοιμάζεται» ἀπὸ νωρίτερα. Γιατί; Διότι ἡ Ἐκκλησία ἔχει μιὰ βαθιὰ ψυχολογικὴ γνώση τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ξέροντας τὴν ἔλλειψη αὐτοσυγκέντρωσης καὶ τὴν τρομακτικὴ «κοσμικότητα» τῆς ζωῆς μας, ἡ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τὴν ἀδυναμία μας νὰ ἀλλάξουμε αὐτόματα, νὰ πᾶμε ξαφνικὰ ἀπὸ τὴ μιὰ πνευματικὴ ἢ διανοητικὴ κατάσταση σὲ μιὰ ἄλλη. Ἔτσι, ἀρκετὰ πρὶν ἀρχίσει ἡ οὐσιαστικὴ προσπάθεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, ἡ Ἐκκλησία προκαλεῖ τὴν προσοχή μας στὴ σοβαρότητα τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς καὶ μᾶς καλεῖ νὰ σκεφτοῦμε τὴ σημασία της. Πρὶν μποῦμε στὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ καὶ ἀρχίσουμε νὰ τὴ ζοῦμε, μᾶς παρουσιάζει τὸ νόημά της. Αὐτὴ ἡ προπαρασκευαστικὴ περίοδος περιλαμβάνει τὶς πέντε διαδοχικὲς Κυριακὲς ποὺ προηγοῦνται ἀπὸ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή. Κάθε μιὰ ἀπ’ αὐτὲς ἔχει εἰδικὸ ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ εἶναι ἀφιερωμένη σὲ κάποιο θεμελιακὸ γεγονὸς μετάνοιας. Ἡ πρώτη ἀναγγελία τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς γίνεται τὴν Κυριακὴ ποὺ διαβάζουμε τὴν Εὐαγγελικὴ περικοπὴ γιὰ τὸ Ζακχαῖο (Λουκ. 19, 1-10). Εἶναι ἡ ἱστορία ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ἦταν πολὺ κοντὸς στὸ ἀνάστημα καὶ δὲν μποροῦσε νὰ δεῖ τὸν Ἰησοῦ, ἀλλὰ παρ’ ὅλα αὐτὰ εἶχε τόσο διακαὴ ἐπιθυμία νὰ Τὸν δεῖ ποὺ σκαρφάλωσε σ’ ἕνα δέντρο. Ὁ Ἰησοῦς ἀπάντησε στὴν ἐπιθυμία του καὶ πῆγε στὸ σπίτι του. Ἔτσι τὸ θέμα αὐτῆς τῆς πρώτης προαγγελίας εἶναι ἡ ἐπιθυμία. Ὁ ἄνθρωπος ἀκολουθεῖ τὶς ἐπιθυμίες του. Μπορεῖ ἀκόμη νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅλος μιὰ ἐπιθυμία καὶ αὐτὴ τὴ βασικὴ ψυχολογικὴ ἀλήθεια γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση τὴν ἀναγνωρίζει τὸ Εὐαγγέλιο: «ὅπου γὰρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν» λέει ὁ Χριστός. Μιὰ ἀσίγαστη ἐπιθυμία ξεπερνάει τοὺς φυσικοὺς περιορισμοὺς τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν παθιασμένα ἐπιθυμεῖ κάτι, κάνει πράγματα ποὺ κάτω ἀπὸ «ὁμαλὲς» συνθῆκες θὰ ἦταν ἀδύνατο νὰ τὰ κάνει. Ἂν καὶ «κοντὸς» ὑπερβαίνει τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του. Τὸ μόνο πρόβλημα, λοιπόν, εἶναι κατὰ πόσο ἐπιθυμοῦμε πράγματα σωστά, κατὰ πόσο ἡ δύναμη τῆς ἐπιθυμίας μέσα μας σκοπεύει σὲ σωστὸ τέρμα ἢ κατὰ πόσο – ὅπως λέει ὁ ὑπαρξιστὴς ἄθεος Jean Paul Sartre – ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα «ἄχρηστο πάθος». Ὁ Ζακχαῖος ἐπιθυμοῦσε τὸ «σωστό», ἤθελε νὰ δεῖ καὶ νὰ πλησιάσει τὸ Χριστό. Ὁ Ζακχαῖος εἶναι τὸ πρῶτο σύμβολο μετάνοιας, γιατὶ ἡ μετάνοια ἀρχίζει σὰν μιὰ ἀνακάλυψη τῆς βαθιᾶς φύσης ὅλης τῆς ἐπιθυμίας: τῆς ἐπιθυμίας γιὰ τὸ Θεὸ καὶ τὴ δικαιοσύνη Του, γιὰ τὴν ἀληθινὴ ζωή. Ὁ Ζακχαῖος εἶναι «κοντός», ἀσήμαντος, ἁμαρτωλός, μὲ περιορισμένη αἴσθηση εὐθύνης, ἀλλὰ ἡ σφοδρὴ ἐπιθυμία του τὰ ξεπερνάει ὅλα αὐτά. Κατὰ κάποιο τρόπο «ἐκβιάζει» τὸ Χριστὸ νὰ τὸν προσέξει· φέρνει τὸ Χριστὸ στὸ σπίτι του. Ἀκριβῶς αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἀγγελία, ἡ πρώτη πρόσκληση· δική μας ὑπόθεση εἶναι τὸ νὰ ἐπιθυμήσουμε αὐτὸ ποὺ εἶναι βαθύτερο καὶ πιὸ ἀληθινὸ μέσα στὸν ἑαυτό μας, νὰ ἀναγνωρίσουμε τὴν πείνα καὶ τὴ δίψα γιὰ τὸ Ἀπόλυτο ποὺ βρίσκεται μέσα μας, εἴτε τὸ ξέρουμε εἴτε ὄχι, καὶ ποὺ ὅταν ξεκλίνουμε καὶ ἀπομακρύνουμε τὶς ἐπιθυμίες μας ἀπ’ αὐτό, τότε γινόμαστε, πραγματικά, ἕνα «ἄχρηστο πάθος». Ἂν ὅμως ἐπιθυμοῦμε βαθιά, ἐπιθυμοῦμε εἰλικρινά, τότε ὁ Χριστὸς ἀνταποκρίνεται.

 

Τό Ὀρθόδοξο χριστιανικό ἦθος

 

«Μόρφωσόν Σου τόν Χριστόν ἐν τῷ μέλλοντι ἀναγεννάσθαι, καί οἰκοδόμησον αὐτόν ἐν τῷ θεμελίω τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Προφητῶν Σου·καί μή καθέλης, ἀλλά φύτευσον αὐτόν φύτευμα ἀληθείας ἐν τῇ Ἁγία Σου Καθολική καί Ἀποστολική Ἐ κ κ λ η σ ί α…» (Εὐχή τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος)

I

Τί ἄλλο εἶναι ὁ Χριστιανισμός παρά Αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Χριστός; Χριστός δέ θά πεῖ, καί εἶναι πραγματικά, ὁ Λόγος καί Υἱός τοῦ Θεοῦ, πού σαρκώθηκε καί ἔγινε ἄνθρωπος. Τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ («χρισμένος», ἀπό τό χρίω) προέρχεται, ὅπως εἶναι γνωστό, ἀπό τό γεγονός τῆς Σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καί τῆς ἑνώσεως Θεοῦ καί ἀνθρώπου στό πρόσωπο τοῦ Κυρίου. Ἐπειδή δέ στό Χριστό ἑνώθηκαν μιά γιά πάντα Θεός καί ἄνθρωπος καί συνεπῶς ἐ χ ρ ί σ θ η ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό Θεό, ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπό τή θεία φύση, γι’ αὐτό καί ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ πού σαρκώθηκε καί ἔγινε ἄνθρωπος λέγεται «Χριστός», δηλαδή Θεός μαζί καί ἄνθρωπος, Θε-ἄνθρωπος.

Αὐτό τό κεντρικό γεγονός τῆς χριστιανικῆς μας πίστεως πρέπει νά τό τονίσουμε πολύ ἔντονα καί μάλιστα ἀπό τήν ἀρχή, ὅταν ἔχουμε τήν πρόθεση νά μιλήσουμε γιά τό ὀρθόδοξο χριστιανικό ἦθος. Γιατί πολλοί ἀπό μᾶς τούς σημερινούς ἀνθρώπους κάνουμε πολύ συχνά ἕνα ἀπό τά δύο παμπάλαια λάθη: ἤ θεωροῦμε τό Χριστό μονάχα ὡς «Θεό», ξεχνώντας πώς ὁ «Θεός» αὐτός ἔγινε ἕνας ἀπό μᾶς μέ σάρκα καί αἷμα ἀνθρώπου ἤ, ἀντίθετα, θεωροῦμε τό Χριστό μονάχα ὡς ἕνα μεγάλο, σοφό καί καλό «ἄνθρωπο», καί λησμονοῦμε πώς ὁ Χριστός εἶναι συνάμα καί ἀληθινός Θεός, παραμένει δέ Θεός καί μετά τήν Ἐνανθρώπησή Του. Ἡ ἑνότητα αὐτή τοῦ Χριστοῦ, τό γεγονός δηλαδή πώς ὁ Χριστός εἶναι ταυτόχρονα Θεός καί ἄνθρωπος, πλήρης καί ἀληθινός Θεός καί πλήρης καί ἀληθινός ἄνθρωπος, ἀποτελεῖ τό μοναδικό γεγονός καί τήν ὑψίστη ἀλήθεια τῆς χριστιανικῆς μας πίστεως. Χωρίς αὐτή τήν ὑψίστη καί μοναδική ἀλήθεια τοῦ Χριστιανισμοῦ, δηλαδή τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, πού προβάλλεται στόν ἄνθρωπο γιά νά τήν ἀποδεχθεῖ μέ τό κριτήριο τῆς πίστεως, δέν ὑπάρχει οὔτε ὁ Χριστιανισμός, οὔτε ὁ χριστιανός, μά καί οὔτε ὁλότελα χριστιανικό ἦθος καί ζωή. Ἡ μαρτυρία γιά τό Χριστό ὡς ἑνιαῖο καί προσωπικό («ὑποστατικό») Θεό καί ἄνθρωπο ἀποτελεῖ τήν κεντρική μαρτυρία τῶν Ἀποστόλων, τῶν Μαρτύρων καί ὅλων των Ἁγίων, δηλαδή τή βασική μαρτυρία καί πίστη τῆς καθολικής (κατά–ὅλον) Ἐκκλησίας, τό Εὐαγγέλιό της. Γιατί τό Εὐαγγέλιο τῆς Ἐκκλησίας, πού κατέγραψαν οἱ Ἀπόστολοι ὡς αὐτόπτες καί μάρτυρες καί τό ἐπισφράγισαν μέ τό αἷμα τους, δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ μαρτυρία γιά τό Λόγο τοῦ Θεοῦ, πού ἔγινε σάρκα, δηλαδή ἄνθρωπος, καί σταυρώθηκε καί ἀναστήθηκε ἀπό τό βασίλειο τῶν νεκρῶν καί παραμένει ὡς Θεάνθρωπος μαζί μας ὅλες τίς ἡμέρες μέχρι τή συντέλεια τοῦ αἰῶνος (Βλ. Ἰω. α΄ 1-14. Ματθ. ιστ΄ 16· κη΄ 16-20. Α΄ Κορ. α΄ 23-24· ιε΄ 1-20. Α΄ Ἰω. α΄ 1-3 κ.α.).

Ὅμως γιά νά μήν πέσουμε οὔτε σέ ἕνα ἄλλο καταστρεπτικό λάθος, πού θά μᾶς ὁδηγοῦσε ἔξω ἀπό τήν περιοχή τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας, τῆς ἀποκαλυμμένης ἀπό τόν ἴδιο τό Θεό (αὐτό δέ θά σήμαινε ἔξω ἀπό τήν περιοχή τοῦ Χριστοῦ), εἶναι ἀνάγκη ἐπιτακτική νά ξεκαθαρίσουμε καί κάτι ἀκόμη σχετικά μέ τήν πίστη μας στό Θεάνθρωπο Χριστό. Εἶναι γνωστό πώς ἡ χριστιανική μας ὑπόσταση καί ζωή καί τό ἦθος ἀρχίζουν ἀπό τή στιγμή πού βαπτιζόμαστε στό Χριστό, στό θάνατο καί τήν ἀνάστασή Του. Γιατί πραγματικά βαπτιζόμαστε στό Χριστό, τό Θεό καί τόν ἄνθρωπο, καί ντυνόμαστε τό Χριστό, ἀφοῦ γινόμαστε σύμφυτοι καί σύμμορφοι καί συγκοινωνοί στό θεανθρώπινο θάνατό Του καί στή θεανθρώπινη ἀνάστασή Του σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καί τίς εὐχές τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅταν τελεῖ τό μυστήριο τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. Τή στιγμή λοιπόν πού βαπτίζεται ὁ ἄνθρωπος, στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὁ ἱερέας ἀναφέρει τό ὄνομα τῆς Ἁγίας καί Ζωοποιοῦ Τριάδος, ὅταν λέγει μυστηριακά: «Βαπτίζεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Μετά δέ τή βάπτιση χρίεται ὁ νεοφώτιστος μέ τό χρίσμα τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Τοῦτο τό γεγονός σημαίνει πώς ὁ Χριστός, στόν ὁποῖον βαπτιζόμαστε εἶναι ἀχώριστα ἑνωμένος μέ τήν Παναγία Τριάδα, τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Γι’ αὐτό καί ἡ πίστη μας καί τό βάπτισμά μας σ’ Αὐτόν ὡς Θεάνθρωπο εἶναι συνάμα πίστη καί βάπτισμα σ’ Αὐτή τήν ἴδια τήν Ἁγία Τριάδα, τόν ἕνα καί μοναδικό ἀληθινό Θεό μας, γιατί ὁ Χριστός εἶναι ὁ «Ἕνας τῆς Τριάδος», πού σαρκώθηκε καί ἔγινε ἄνθρωπος παραμένοντας ὅμως γιά παντοτινά τό δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἄλλωστε, σύμφωνα μέ τούς Πατέρες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, τό ὄνομα τοῦ Χριστού (ὁ «χρισμένος») φανερώνει ὁλόκληρη τήν Ἁγία Τριάδα. Σχετικά γράφει ὁ ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας: «Ἡ τοῦ Χριστοῦ προσηγορία τοῦ παντός ἔστιν ὁμολογία· δηλοῖ γάρ τόν τε χρίσαντα Θεόν καί τόν χρισθέντα Υἱόν καί τό χρίσμα, τό Πνεῦμα, ὡς παρά Πέτρου τοῦ Ἀποστόλου ἐν ταῖς Πράξεσι μεμαθήκαμεν Ἰησοῦν τόν ἀπό Ναζαρέτ, ὅν ἔχρισεν ὁ Θεός τῷ Πνεύματι τῷ Ἁγίω» (Ρ.G. 32, 116). Συνεπῶς, ὅταν ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι πιστεύουμε στό Χριστό, ὡς Θεάνθρωπο, πιστεύουμε συνάμα καί στήν Ἁγία Τριάδα, πού μᾶς τήν ἀποκάλυψε ἀκριβῶς ἡ σάρκωση καί ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ.

Γιατί ὁ Θεός τῶν Ἀβραάμ, Ἰσαάκ καί Ἰακώβ (καί ὄχι ὁ Θεός τῶν φιλοσόφων ἤ τῶν θρησκειῶν) ἀποκαλύφθηκε σέ μᾶς στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μέ τή σάρκωσή Του. Ὁ σαρκωμένος λοιπόν Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ ἱστορικός Θεάνθρωπος Ἰησοῦς, εἶναι ἀκριβῶς ἡ οὐσία τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, ἡ οὐσία τοῦ Χριστιανισμοῦ. Αὐτός, ὡς Θεάνθρωπος, εἶναι ἡ ἴδια ἡ Ἀποκάλυψη σέ ὅλη της τήν πληρότητα. Χωρίς τή σάρκωση τοῦ Χριστοῦ, τοῦ δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἐμεῖς δέν θά εἴχαμε γνωρίσει τίποτε ἀπό τό μυστήριο αὐτῆς τῆς Τριάδος, Ὅπως παρατηρεῖ σχετικά ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «Εἰ μή ἐσαρκώθη ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος, οὐκ ἄν ἐδείκνυτο Πατήρ ἀληθῶς ὁ Πατήρ· οὐκ ἄν ἀληθῶς Υἱός ὁ Υἱός· οὐκ ἄν τό Πνεῦμα τό Ἅγιον προϊόν καί αὐτό ἐκ τοῦ Πατρός· οὐκ ἄν ὁ Θεός ἐν οὐσία καί ὑποστάσεσιν, ἀλλ’ ἐνέργειά τις μόνον ἐνθεωρούμενη τοῖς κτίσμασι» (Ρ.G. 151, 204). Γι’ αὐτό λοιπόν ὁλόκληρη ἡ χριστιανική Ἀποκάλυψη εἶναι Χριστολογική καί Χριστοκεντρική, ἀλλά αὐτός ὁ ὀρθόδοξος «Χριστοκεντρισμός» εἶναι Τριαδολογικός, σημαίνει δηλαδή ἀκριβῶς τόν Τριαδοκεντρισμό. Ἀλλιώτικα δέν μποροῦμε νά ἔχουμε τήν ὀρθή, τήν ὀρθόδοξη Χριστολογία καί, σέ ἐπέκταση, τήν ὀρθόδοξη πίστη καί ζωή, τό ἦθος ἐν τῷ Χριστῷ. Συνέχεια

Λόγος εἰς τήν Χαναναίαν» 

Ἁγίου Βασιλείου ἐπισκόπου Σελευκείας

δού ὅτι ὑπῆρξε καί συμφορά ἡ ὁποία ἔγινε ἀφορμή μεγάλης εὐφροσύνης καί πένθος πού προξένησε εὐθυμία καί λύπη πού ἔφερε ὑπερβολικήν χαρά. Ἐπειδή ὅπου παρευρίσκεται ὁ Ἰησοῦς, καί ὁ θρῆνος μεταβάλλεται σέ ἡδονήν καί ὁ κλαυθμός καί ὀδυρμός μεταλλάσσεται σέ εὐφροσύνην.

Τό μαρτυρεῖ αὐτό μέ τά λόγια τῆς κραυγάζοντας ἡ Χαναναία, τήν ἱστορία τῆς ὁποίας μέ θαυμασμόν ἡ βίβλος τῶν Εὐαγγελίων τήν ἐπιδεικνύει μέχρι τώρα καί διατηρεῖ τήν κραυγή της γραμμένη σάν σέ στήλη, ὥστε ὁ ἐπίβουλος χρόνος νά μήν παρασύρει τήν μνήμη· ἐπειδή ὁ καρπός τῆς πίστεως εἶναι πιό δυνατός. «Καί ἐξελθὼν ἐκεῖθεν ὁ Ἰησοῦς», λέγει, «ἦλθεν εἰς τά μέρη Τύρου καί Σιδῶνος». Ὁ Θεός παρευρίσκεται παντοῦ καί κανένας τόπος δέν ἐτόλμησε νά τόν περιορίσει. Καί ἐπειδή εἶναι κατά φύσιν ἀόρατος, ἐπιβεβαιώνει τήν παρουσία του σ’ ἐκείνους πού τόν ἔβλεπαν προβάλλοντας τόν ναό πού ἐνεδύθη πρός χάριν μας.

Ἦλθε στά μέρη τῆς Τύρου καί τῆς Σιδῶνος, στά παλαιά καταγώγια τῶν δαιμόνων, στίς περιοχές τῶν εἰδώλων, στίς χῶρες τῆς εἰδωλολατρίας, στό ἀντικείμενο τῆς κατηγορίας τῶν Προφητῶν.

Ἀπό τήν Ἰουδαία στήν Σιδώνα καί τήν Τύρον· ἀπό τά ἐργαστήρια τῆς εὐσεβείας στόν βυθό τῆς ἀσεβείας· ἀπό τούς μαθητάς τοῦ Μωϋσέως, στούς ἐργάτες τῶν δαιμόνων. Καί γιά ποῖον λόγο μεταβαίνει ἀπό τό ἕνα μέρος στό ἄλλο; Ἔλεγχος τῶν Ἰουδαίων εἶναι ἡ μετάβασις τοῦ Κυρίου· ὡς εὐεργέτης συγχρόνως καί δικαστής περιοδεύει ὁ Σωτήρ. Εἶναι ἀληθῶς ἀδυσώπητος κατηγορία ἐναντίον τῶν Ἰουδαίων ἡ ἐπίγνωσις τῶν ἐθνικῶν. Ἐπειδή ὅμως ὁ καταιγισμός τῶν θαυμάτων δέν κατώρθωσε νά κάμψει τόν Ἰουδαϊκόν λαόν, ὥστε νά στραφεῖ στήν πίστι, ἀλλά ἐνῶ ἠπλώνετο τό παράδοξον θεραπευτικό δίκτυ, μόνο το ἔθνος τῶν Ἰουδαίων ἐξ αἰτίας τῆς ἀγρίας βασκανίας τους ἀπέφυγε τήν θύρα τῆς σωτηρίας, τί ἔκαμεν ὁ σοφός ἰατρός; πῶς μεθοδεύει τήν ἴαση τῆς ἀρρωστημένης γνώμης;

Μεταφέρει στήν Σιδώνα τά φάρμακα τῆς θεραπείας της, γιά νά ἐρεθίσει τόν ἄπιστον ἀντιπαραθέτοντας αὐτόν μέ τά ἔθνη. Εἶναι παλαιό, νομίζω, τό τέχνασμα αὐτό τοῦ Κυρίου, νά κάνει δηλαδή τόν ἀχάριστο νά ἐντραπεῖ συγκρίνοντας τόν μέ τά χειρότερα. Θέλοντας κάποτε νά ἐλέγξει τήν ἀπείθεια τῶν Ἰουδαίων ηὔξησε τόν ἔλεγχον, ἀντιπαραθέτοντας αὐτούς μέ τούς Νινευΐτες. Καί στέλλει τόν Ἰωνά νά παρακολουθήσει τήν μεταβολήν τῶν ἀσεβῶν, προβάλλοντας τόν Προφήτην τῶν Ἰουδαίων ὑπηρέτην τῆς κατακρίσεως τῶν Ἰουδαίων. Ἀλλά ἐκεῖνος λυπούμενος ἄκαιραά τούς ὁμοεθνεῖς του, κλέπτει τόν ἔλεγχο καί δραπετεύει ἀπό ἐκεῖνον πού τόν ἔστειλε. Δέν ἐγνώριζε ὅτι θά τόν ἁλιεύσει τό κῆτος καί θά τόν παρουσιάσει δέσμιον στόν Δεσπότη.

Καί πάλι συστελλόμενος ἀπό φόβον ἔγινε θεατής τῆς εὐγνωμοσύνης τῶν εἰδωλολατρῶν· μίαν φωνή μόνον ἄφησε καί αἰχμαλώτισε ὅλων τίς γνῶμες. Καί εἶδε τήν προφητεία του νά διαψεύδεται μαθαίνοντας στήν πράξι πόσο πιό καλόπιστοι εἶναι οἱ ἐθνικοί ἀπό τούς Ἰουδαίους· καθ’ ὅσον αὐτοί μέν κατέσφαξαν τούς Προφῆτες τους, ἐνῶ ἐκεῖνοι καί αὐτόν ἀκόμη, τοῦ ὁποίου ἀγνοοῦσαν τήν ὕπαρξη, ἔφριξαν ἀκούγοντάς τον. Ὅταν δέ ἡ μεταβολή τῆς γνώμης ἐματαίωσε τήν ἀπειλήν τοῦ Προφήτου, ἔπαυσαν νά σαλεύωνται τά τείχη τῆς πόλεως, ἀπεσύρθη τό ξίφος πού ἦταν ἕτοιμο νά πέσει καί ἡ ἀπόφασις τοῦ θανάτου ἀνεκλήθη, ἀπό σεβασμόν πρός τήν πίστι τῶν καταδίκων· ἐνικήθη θυμός προφητικός, βλέποντας τόν ὑπεύθυνο νά νικᾶ μέ τήν εὐγνωμοσύνην. Ἔτσι καί τώρα ὁ Σωτήρ βαδίζει ἀπό τήν Ἰουδαία στήν Σιδώνα καί τήν Τύρο γιά νά στηλιτεύσει τήν Ἰουδαϊκήν ὑποκρισίαν ἀντιπαραθέτοντας αὐτούς μέ τούς ἀσεβεῖς.

Πρόσεξε παρακαλῶ τόν Εὐαγγελιστήν πῶς κομπάζει μέ τήν διήγηση καί ἀποκαλύπτει τό νόημα τῆς μεταβάσεως τοῦ Κυρίου: «Καί ἐξελθὼν ἐκεῖθεν ἦλθεν εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος». Ἀπό ποῦ «ἐκεῖθεν;». Ἀπό ἐκεῖ ὅπου θαυματουργώντας ἐδέχετο συκοφαντίες, θεραπεύοντας ἤκουεν ὕβρεις καί εὐεργετώντας ἀντιμετώπιζε τήν ἀπιστία. «Καὶ ἰδοὺ γυνὴ ἐκ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγαζε λέγουσα· Υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με». Χαναναία τό γυναικάριον, ἀλλά μέ τήν προαίρεσιν ἠρνήθη τό γένος της· ἡ πίστις ἐνίκησε τήν φύση.

Συνέχεια

Ἡ δύναμη τῆς Πίστης

 

Ἄγ.Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Κανένας ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά γευτεῖ τή γλυκύτητα τοῦ καλοῦ, ἄν πρῶτα δέν ἐπιμείνει καί δέ δοκιμαστεῖ στό καλό. Στό δρόμο πρός τό καλό πρῶτα δοκιμάζουμε τήν πικρία κι ὑστέρα τή γλυκύτητα.

Ἡ φύση ὁλόκληρη εἶναι γεμάτη ἀπό διδαχές καρτερίας καί ἐπιμονῆς. Ἄν τά νεόφυτα δέντρα σου δέν ἀναπτυχθοῦν γιά νά δημιουργήσουν δασύλιο, θά μπορέσουν ν’ ἀντέξουν στόν ἄνεμο καί τό χιόνι;

Θα σοῦ ἦταν χρήσιμα τάα ποτάμια ἄν δέν ἔφτιαχναν βαθιές κοῖτες; Μήπως τά μυρμήγκια αὐτοκτονοῦν ὅταν οἱ τροχοί καταστρέφουν τά σπίτια τους στό δρόμο, ἤ ξεκινοῦν μέ ἐπιμονή νά φτιάχνουν καινούργια;

Ἄν κάποιος ἄκαρδος ἄνθρωπος γκρεμίσει τή φωλιά τοῦ χελιδονιοῦ στό σπίτι του, τότε τό χελιδόνι θά ξεκινήσει ἀδιαμαρτύρητα νά πάει σέ ἄλλο σπίτι γιά νά φτιάξει τήν καινούργια φωλιά του.

Ὁτιδήποτε κάνουν οἱ φυσικές καταστροφές ἤ οἱ ἄνθρωποι στά φυτά καί στά ζῶα, κάνουν τούς ἀνθρώπους νά θαυμάζουν τήν ἀκατάβλητη ἐπιμονή τους στήν ἐκτέλεση τοῦ καθήκοντος πού τούς ὅρισε ὁ Θεός.

Ὅταν ἕνα φυτό πού τό κόψανε ἤ τό θερίσανε ἔχει τή δύναμη ν’ ἀναπτυχθεῖ ξανά, θά τό κάνει. Ὅταν σ’ ἕνα πληγωμένο καί μοναχικό ζῶο ἔμεινε ἔστω κι ἐλάχιστη δύναμη ζωῆς, θά προσπαθήσει νά κάνει κι αὐτό τό καθῆκον του γιά νά ζήσει.

Ἡ καθημερινή ζωή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι γεμάτη ἀπό διδαχές γιά τήν καρτερία καί τήν ἐπιμονή. Ὁ ἐπίμονος στρατιώτης θά κερδίσει τή μάχη. Ὁ ἐπίμονος τεχνίτης θά τελειοποιήσει τό ἔργο του. Ὁ ἐπίμονος ἔμπορος θά πλουτίσει. Ὁ ἐπίμονος ἱερέας θά βάλει τούς ἀνθρώπους τῆς ἐνορίας του στό σωστό δρόμο. Ὁ ἐπίμονος ἄντρας ἤ ἡ ἐπίμονη γυναίκα τῆς προσευχῆς, θά φτάσει στήν τελειότητα καί τήν ἁγιότητα. Ὁ ἐπίμονος καλλιτέχνης ἀποκαλύπτει τό ἐσωτερικό κάλλος τῶν πραγμάτων. Ὁ ἐπίμονος ἐπιστήμονας ἀνακαλύπτει τούς κανόνες καί τούς νόμους πού διέπουν τίς σχέσεις τῶν πραγμάτων. Ἀκόμα καί τό πιό χαρισματικό παιδί δέ θά μάθει νά γράφει, ἄν δέν ἐξασκηθεῖ μέ ἐπιμονή στό γράψιμο. Ἕνας ἄνθρωπος μέ θαυμάσια φωνή δέ θά γίνει ποτέ μεγάλος τραγουδιστής ἄν δέν ἐξασκηθεῖ. Ἔχουμε συνηθίσει νά ὑπενθυμίζουμε στούς ἄλλους κάθε μέρα, ἀλλά καί νά μᾶς ὑπενθυμίζουν οἱ ἄλλοι, τήν ἀνάγκη τῆς ἐπιμονῆς καί τῆς καρτερίας στό καθημερινό μας ἔργο.

Ἡ ἐπιμονή, γιά νά καταλήξουμε σέ κάποιο συμπέρασμα, εἶναι τό μοναδικό καλό ἔργο πού τό συνιστοῦν ὅλοι καί δέν τό ἀμφισβητεῖ κανένας. Ὅλη αὐτή ἡ ἐπιμονή στό ἔργο ὅμως πού ἀκοῦμε κάθε μέρα, εἶναι μόνο ἕνα σχολεῖο πού μᾶς μαθαίνει τήν ἐσωτερική ἐπιμονή στό πνευματικό βασίλειο. Ὅλη αὐτή ἡ ἐξωτερική ἐπιμονή στό λουστράρισμα καί στήν τελειοποίηση τῶν πραγμάτων, στή σύναξη πλούτου, γνώσεων καί τεχνῶν, εἶναι μόνο μιά εἰκόνα τῆς θαυμαστῆς ἐπιμονῆς πού πρέπει νά ἔχουμε γιά τή βελτίωση καί τελειοποίηση τῶν καρδιῶν μας, γιά τή φροντίδα καί τόν ἐμπλουτισμό τῆς ψυχῆς μας, τῆς ἄφθαρτης κι ἀθάνατης ἐσωτερικῆς μας ὕπαρξης.

Ἡ Ἁγία Γραφή μᾶς διδάσκει σέ κάθε σελίδα τῆς τήν ἐπιμονή στά πνευματικά θέματα. Μᾶας διδάσκει τόσο μέ λόγια ὅσο καί μέ τά μεγάλα παραδείγματα ἀνδρῶν καρτερικῶν ἤ μή.

Τά δυό πιό φοβερά παραδείγματα μή ἐπιμονῆς στό καλό, τά βρίσκουμε στήν περίπτωση τοῦ Ἀδάμ, τοῦ προπάτορα τοῦ ἀνθρώπινου γένους, καί τοῦ Ἰούδα, πού πρίν ἦταν ἀπόστολος κι ἔπειτα ἔγινε προδότης. Καί τούς δυό ἡ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ τούς τοποθέτησε πολύ κοντά Του. Ὁ Ἀδάμ ἦταν μέ τόν Θεό στόν παράδεισο, ὁ Ἰούδας κοντά στόν Χριστό στή γῆ. Ξεκίνησαν κι οἱ δυό μέ ὑπακοή στόν Θεό καί τελείωσαν μέ δυσπιστία. Τό τέλος τοῦ Ἰούδα ἦταν πιό φοβερό ἀπό τοῦ Ἀδάμ, ἐπειδή μπροστά του εἶχε καί τό παράδειγμα τοῦ πρωτόπλαστου. Ὁ Σαούλ πάλι δέν εἶχε ἐπιμονή στή μάχη καί γι’ αὐτό παραφρόνησε. Ὁ Σολομῶν δέν εἶχε ἐπιμονή κι ἡ βασιλεία τοῦ μοιράστηκε. Πόσο ὑπέροχη ὅμως, πόσο ὑπεράνθρωπη ἐπιμονή ἔδειξε ὁ Ἀβραάμ μέ τήν πίστη του στόν Θεό, ὁ Ἰακώβ μέ τήν πραότητά του, ὁ Ἰωσήφ μέ τήν ἐγκράτειά του, ὁ Δαβίδ μέ τή μετάνοιά του κι ὁ δίκαιος Ἰώβ μέ τήν καρτερία του! Τί ὑπέροχο παράδειγμα ἐπιμονῆς στήν ἁγνότητά της ἔδειξε ἡ Παναγνή Παρθένος, ἀλλά κι ὁ δίκαιος Ἰωσήφ μέ τήν ὑπακοή του στόν Θεό! Ἀλλά τό ἴδιο ἔκαναν κι οἱ ἀπόστολοι, καθώς κι ὅλοι ἐκεῖνοι πού εἶχαν ἀφοσιωθεῖ στόν Θεό, μέ τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ!

Στήν Ἁγία Γραφή θά βροῦμε πάρα πολλά καί καθαρά παραδείγματα πῶς ἡ ἐπιμονή στόο καλό ἀποβαίνει πάντα νικηφόρα καί στεφανώνεται. Κανένας ἀπό μᾶς πού τά διαβάζει αὐτά δέν μπορεῖ νά ἰσχυριστεῖ πώς δέν ἤξερε ἤ δέ διδάχτηκε. Πῶς γίνεται ἑκατοντάδες χιλιάδες ἁγίων, παρθένων καί μαρτύρων, ἀπό τήν ἔνσαρκη ζωή τοῦ Χριστοῦ στή γῆ ὡς σήμερα, νά τό γνωρίζουν αὐτό καί μεῖς νά τό ἀγνοοῦμε; Δέν εἶναι πώς δέν ξέρουμε, ἀλλά δέν ἔχουμε τή δύναμη νά ἐπιμείνουμε. Τό νά γνωρίζουμε τό καλό καί νά μήν ἐπιμένουμε σ’ αὐτό, μᾶς κατακρίνει διπλά. Ἐκεῖνος πού δέ γνωρίζει τό δρόμο αὐτό καί δέν τόν ἀκολουθεῖ «δαρήσεται ὀλίγας». Αὐτός ὅμως πού τόν γνωρίζει καί δέν τόν ἀκολουθεῖ, «δαρήσεται πολλάς» (βλ. Λουκ. ιβ’ 47, 48). Συνέχεια

Κυριακὴ  τῆς Χαναναίας

Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου

α΄. Ὁ εὐαγγελιστής  Μάρκος λέει ὅτι δὲν μπόρεσε νὰ μπῆ στὸ σπίτι ἀπαρατήρητος. Καὶ γιατί πήγαινε πάντα στὰ μέρη αὐτὰ; ἀφοῦ ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὴ φροντίδα τῆς τροφῆς, προχωρῶντας ἀνοίγει τὴν πόρτα καὶ στὰ ἔθνη. Ἔτσι κι ὁ Πέτρος ὅταν ἔλαβε διαταγὴ νὰ καταργήση αὐτὸ τὸ νόμο στέλεται στὸν Κορνήλιο. Πῶς λοιπὸν ἐνῶ παραγγέλλει στοὺς μαθητάς του· Μὴν πάρετε τὸν δρόμο τῶν εἰδωλολατρῶν, δέχται αὐτὴ τὴ γυναῖκα; Πρῶτα θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι δὲν ἦταν ὑποχρεωμένος σὲ ὅ,τι πρόσταζε τοῦς μαθητάς του. Κι ἔπειτα ὅτι δὲν ἦρθε γιὰ νὰ κηρύξη ὅπως ὑπαινίσσεται κι ὁ Μᾶρκος λέγοντας ὅτι κρύφτηκε ἀλλὰ δὲν πέρασε ἀπαρατήρητος. Ὅπως ἦταν σύμφωνο μὲ τὰ πράγματα νὰ μὴν τρέξη σ’ αὐτοὺς πρῶτα, ἔτσι ἦταν καὶ τῆς φιλανθρωπίας του ἀνάξιο νὰ διώξη αὐτοῦς ποὺ τὸν πλησίαζαν. Ἄφοῦ ἔπρεπε νὰ κυνηγήση αὐτοὺς ποὺ ἔφευγαν πολὺ περισσότερο δὲν ἔπρεπε νὰ ἀποφεύγη αὐτοὺς ποὺ τὸν κυνηγοῦσαν.

Προσέξετε πόσο ἡ γυναῖκα ἄξιζε γιὰ κάθε καλωσύνη. Δὲν ἐτόλμησε νὰ ἔρθη στὰ Ἱεροσόλυμα, γιατὶ φοβόταν καὶ θεωροῦσε ἀνάξιο τὸν ἑαυτό της. Ὅτι κι ἄν δὲν ἦταν ἔτσι θὰ ἔφτανε κι ἐκεῖ φαίνεται κι ἀπὸ τὴν τωρινὴ ἐπιμονή της κι ἀπ’ τὸ ὅτι βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὴν περιοχή τους. Μερικοὶ ἐφαρμόζοντας ἀλληγορικὴ ἐξήγηση ὑποστηρίζουν ὅτι ὅταν βγῆκε ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὴν Ἰουδαία τότε τόλμησε νὰ τὸν πλησιάση ἡ Ἐκκλησία ἀφοῦ βγῆκε κι αὐτὴ ἀπὸ τὴ δική της περιοχή. Ξέχασε λέει ὁ θεῖος λόγος, τὸ λαό σου καὶ τὸ σπίτι τοῦ πατέρα σου. Γιατὶ κι ὁ Χριστὸς βγῆκε ἀπὸ τὴν περιοχὴ του καὶ ἡ γυναῖκα ἀπὸ τὴν δική της περιοχή· Κι ἔτσι μπόρεσαν νὰ συναντηθοῦν. Νὰ μιὰ Χαναναία, λέει, ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὴν περιοχή της. Κατηγορεῖ τὴ γυναὶκα ὁ Εὐαγγελιστής γιὰ νὰ φανερώση τὸ θαῦμα καὶ νὰ τὴν ἐξυψώση περισσότερο. Ἄν ἀκούσης Χαναναία, φέρε στὸ νοῦ σου τὰ παράνομα ἐκεῖνα εἰδωλολατρικὰ ἔθνη, ποὺ ἀνέτρεψαν ἀπὸ τὸ θεμέλιο τοὺς νόμους τῆς φύσεως. Κι ἔπειτα ἀναλογίσου καὶ τὴ δύναμη τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ. Αὐτοὶ ποὺ εἶχαν ἐκδιωχθῆ, γιὰ νὰ μὴ διαφθείρουν τοὺς Ἰουδαίους, φάνηκαν τόσο πιὸ κατάλληλοι ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, ὥστε κι ἀπὸ τὴ χώρα τους βγῆκαν καὶ τὸ Χριστὸ πλησίασαν, ἐνῶ ἐκεῖνοι κι ἄς πήγαινε κοντά τους τὸν ἀπόδιωχναν. Πλησίασε λοιπὸν καὶ τίποτ’ ἄλλο δὲν λέει παρὰ ἐλέησέ με καὶ κόσμο πολὺ μαζεύει γύρο της μὲ τὶς κραυγὲς της. Τὸ θέαμα προκαλοῦσε τόσο ἀλήθεια τὸν οἶχτο· μιὰ γυναῖκα νὰ κραυγάζη τόσο πονεμένα, μιὰ μητέρα νὰ παρακαλῆ γιὰ τὴ θυγατέρα της ποὺ ἦταν σὲ κακὴ κατάσταση. Οὔτε ποὺ τόλμησε νὰ φέρη τὴ δαιμονισμένη μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Δασκάλου. Τὴν ἀφήνει πλαγιασμένη στὸ σπίτι καὶ κάμει ἐκείνη τὶς παρακλήσεις της. Ἀναφέρει μόνο τὴν ἀρρώστεια καὶ δὲν προσθέτει τίποτ’ ἄλλο. Οὔτε τραβᾶ τὸ γιατρὸ στὸ σπίτι της, ὅπως ὁ παλατιανὸς ἐκεῖνος ποὺ ἔλεγε· Ἔλα καὶ βάλε ἐπάνω του τό χέρι σου, καὶ κατέβα πρὶν πεθάνη τὸ παιδὶ μου. Ἀλλὰ κι ἀφοῦ διηγήθηκε τὴ συμφορὰ της καὶ τὴν ἔνταση τῆς ἀρρώστειας, προβάλλει τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Κυρίου καὶ φωνάζει δυνατά. Καὶ δὲν λέει Σπλαχνίσου τὴ θυγατέρα μου ἀλλὰ Σπλαχνίσου με. Ἐκείνη δὲν αἰσθάνεται τὴ νόσο της ἐγὼ εἶμαι ποὺ πάσχω μύρια δεινά, γιατὶ εἶμαι ἄρρωστη καὶ τὸ νιώθω, μανιακή, καί τὸ γνωρίζω. Ἐκεῖνος δὲν τῆς ἔδωσε ἀπάντηση. Γιατὶ αὐτὸ τὸ πρωτοφανέρωτο καὶ παράδοξο; Τοὺς Ἰουδαίους, ἀγνωμοῦν καὶ τοὺς φέρνει κοντά του, τὸν βλασφημοῦν καὶ τοὺς παρακαλεῖ, τὸν πειράζουν καὶ τοὺς ἀφήνει. Δὲν θεωρεῖ ὅμως ἄξια οὔτε γι’ ἀπάντηση αὐτὴν ποὺ ἔρχεται τρέχοντας κοντά του καὶ παρακαλεῖ καὶ ἱκετεύει καὶ δείχνει τόση εὐλάβεια ἐνῶ δὲν ἔχει μεγαλώσει μὲ τὴ συντροφιὰ τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν. Ποιὸν δὲ θὰ ἐσκανδάλιζε αὐτὴ ἡ συμπεριφορὰ ποὺ ἦταν ἀντίθετη μὲ τὴν φήμη; Εἶχαν ἀκούσει ὅτι περιώδευε στὰ χωριὰ καὶ σκορποῦσε τὶς θεραπεῖες του αὐτὴν ὅμως τὴν ἀποκρούει ἐνῶ εἶχε ἔρθει ἡ ἴδια. Καὶ ποιὸν δὲ θὰ συγκινοῦσε ἡ ἀσθένεια καὶ ἡ παράκληση, ποὺ ἔκανε γιὰ τὴ θυγατέρα της ποὺ ἦταν σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση; Δὲν εἶχε ἔρθει ἐπειδὴ ἦταν ἄξια, οὔτε ἐπειδὴ ζητοῦσε κάποια ὀφειλή. Εἶχε ἀνάγκη νὰ τῆς δείξουν ἀγάπη καὶ παρουσιάζει τὴν τραγικὴ συμφορά της. Κι ὅμως δὲν τὴν κάνουν ἄξια οὔτε γι’ ἀπάντηση. Ἴσως πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἄκουαν σκανδαλίστηκαν. Δὲν σκανδαλίστηκε ὅμως ἐκείνη. Τί λέγω ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἄκουαν; Νομίζω ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ μαθηταί του θὰ ἐπηρεάστηκαν ἀπὸ τὴ συμφορὰ τῆς γυναίκας, θὰ ταράχτηκαν καὶ θὰ λυπήθηκαν. Καὶ μὲ ὅλη τὴν ταραχή τους ὅμως δὲν ἐτόλμησαν νὰ ποῦν, Κάμε της τὴ χάρη. Ἀλλὰ πῆγαν κοντά του καὶ τὸν παρακαλοῦσαν, Ἐλευθέρωσέ τήν γιατὶ φωνάζει πίσω μας. Κι ἐμεῖς ὅταν θέλωμε νὰ πείσωμε κάποιον, πολλὲς φορὲς λέμε τ’ ἀντίθετα. Κι ὁ Χριστὸς ἀπάντησε. Ἡ ἀποστολὴ μου δὲν ἔγινε παρὰ γιὰ τὰ χαμένα πρόβατα τοῦ Ἰουδαϊκοῦ ἔθνους.

β΄. Κι ὅταν τ’ ἄκουσε αὐτὰ ἡ γυναῖκα σώπασε κι ἀποσύρθηκε κι ἐγκατάλειψε τὴν προθυμία της; Καθόλου· ἔγινε πιὸ ἐπιθετική. Δὲν κάνομε ἐμεῖς ἔτσι. Ὅταν δὲν ἐπιτύχωμε, ἀπομακρυνόμαστε, ἐνῶ πρέπει γι’ αὐτὸ νὰ γίνωμε πιὸ ἀπαιτητικοί. Καὶ ποιὸν δὲ θὰ ἔρριχνε στὴν ἀπελπισία αὐτὸς ὁ λόγος; Ἦταν κι ἡ σιγὴ του ἀρκετὴ νὰ τὴν ὁδηγήση στὴν ἀπόγνωση· ἡ ἀπόκριση προχωροῦσε πολὺ περισσότερο. Νὰ διαπιστώση ὅτι μαζί της εἶχαν ἀποστομωθῆ κι οἱ συνήγοροί της καὶ ν’ ἀκούση ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶχε καταλήξει σ’ ἀδιέξοδο θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ τὴ ρίξη σὲ ἀπέραντη ἀμηχανία. Ἡ γυναῖκα ὅμως δὲν ἀφοπλιζόταν. Ἀλλὰ ὅταν εἶδε ὅτι οἱ προστάτες της δὲν εἶχαν καμμιὰ δύναμη, ἔδειξε ὡραία ἀναισχυντία. Πρὶν ἀπ’ αὐτὸ μήτε στὰ μάτια τους νὰ φανῆ δὲν τολμοῦσε. Φωνάζει πίσω μας, λένε. Κι ὅταν ἦταν φυσικὸ νὰ πάη ἀκόμα πιὸ μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀμηχανία, τότε πλησιάζει περισσότερο καὶ πέφτει στὰ πόδια του. Κύριε, βοήθησέ με. Πῶς αὐτὸ, γυναῖκα; Ἔχεις μεγαλύτερο θάρρος ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους; Μεγαλύτερη δύναμη; Θάρρος καὶ δύναμη καθόλου βέβαια δὲν ἔχω κι ἀπὸ ντροπὴ εἶμαι γεμάτη. Ἀλλὰ αὐτὴν τὴν ἀναισχυντία τὴ χρησιμοποιῶ σὰν προπέτασμα· θὰ σεβαστῆ τὸ θάρρος μου. Τὶ σημαίνει αὐτό; Δὲν τὸν ἄκουσε νὰ λέη ὅτι Ἡ ἀποστολή μου δὲν ἔγινε παρὰ γιὰ τὰ χαμένα πρόβατα τοῦ Ἰουδαϊκοῦ ἔθνους; Τὸν ἄκουσα, ἀπαντᾶ. Ἀλλὰ αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριος. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν τοῦ ἔλεγε, Παρακάλεσε καὶ προσευχήσου, ἀλλὰ Βοήθησέ με. Κι ὁ Χριστός; Οὔτε μ’ αὐτὰ δὲν ἱκανοποιήθηκε παρὰ ἐπιτείνει τὴν ἀμηχανία της λέγοντας πάλι. Δὲν εἶναι καλὸ νὰ πάρης τὸ ψωμὶ ἀπὸ τὰ παιδιὰ καὶ νὰ τὸ δώσης στοὺς σκύλους. Κι ὅταν τὴν ἔκαμε ἄξια νὰ τῆς μιλήση, τότε χειρότερα τὴν ἐπείραξε ἀπὸ ὅ,τι μὲ τὴ σιγή. Δὲν μεταφέρει πιὰ σ’ ἄλλον τὴν αἰτία οὔτε λέει «ἡ ἀποστολή μου ἔγινε». Ὅσο ἐντείνει αὐτὴ τὴν παράκλησή της, τόσο δυναμώνει κι αὐτὸς τὴν ἄρνησή του. Καὶ δὲν τοὺς ἀποκαλεῖ πιὰ πρόβατα παρὰ παιδιὰ καὶ κείνην σκυλί. Μὰ ἡ γυναῖκα ἀπὸ τὶς ἴδιες τὶς λέξεις του συναρμολογεῖ τὴν ὑπεράσπισή της. Ἄν εἶμαι σκυλί, δὲν εἶμαι ξένη. Δίκαια ἔλεγε ὁ Χριστός, Ἐγὼ ἦρθα στὸν κόσμο γιὰ νὰ γίνη ξεχώρισμα. Κι ἡ γυναῖκα φιλοσοφεῖ καὶ δείχνει κάθε καρτερία καὶ πίστη καὶ μάλιστα ἐνῶ δέχεται προσβολές. Ἐνῶ ἐκεῖνοι μ’ ὅλο ποὺ τοὺς γίνονται θεραπεῖες καὶ τιμὲς πληρώνουν μὲ τὰ ἀντίθετα. Ξέρω κι ἐγὼ πῶς εἶναι ἀπαραίτητη ἡ τροφὴ στὰ παιδιά· αὐτὸ ὅμως δὲν μ’ ἐμποδίζει ἐμένα, ἄν εἶμαι σκυλί. Ἄν δὲν εἶναι δίκαιο νὰ πάρω, δὲν εἶναι σωστὸ νὰ ἔχω μερίδιο οὔτε στὰ ψίλουλα; Ἄν ὅμως πρέπει νὰ ἔχω μερίδιο ἄς εἶναι καὶ μικρὸ, δὲν ἐμποδίζομαι κι ἄν εἶμαι σκυλί. Ἀλλὰ κι ἔτσι ἔχω μεγαλύτερο μέρος, ἄν εἶμαι σκυλί. Γι’ αὐτὸ ἀνέβαλλε ὁ Χριστός· ἤξερε ὅτι θὰ μιλοῦσε ἔτσι καὶ γι’ αὐτὸ ἀρνιόταν τὴ δωρεά· γιὰ νὰ δείξη τὴν πίστη της. Ἄν δὲν ἦταν νὰ τῆς δώση, δὲ θὰ τῆς ἔδιδε κι ὕστερ’ ἀπ’ αὐτό· οὔτε θὰ τὴν ἀποστόμωνε πάλι. Ὅπως εἶπε στὸν ἑκατόνταρχο, Ἐγὼ θαρθῶ καὶ θὰ τὸν θεραπεύσω, γιὰ νὰ μάθωμε τὴν εὐλάβειά του καὶ νὰ τὸν ἀκούσωμε νὰ λέη, Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ μπῆς στὸ σπίτι μου. Ὅπως ἔκαμε στὴν αἱμορροῦσα ποὺ τῆς λέει, ἐγὼ ἔνιωσα νὰ φεύγη ἀπὸ μένα κάποια δύναμη, γιὰ νά κάμη τὴν πίστη της καταφάνερη. Κι ὅ,τι κάμει μὲ τὴ Σαμαρείτισσα, γιὰ νὰ δείξη πὼς καὶ μὲ τὸν ἔλεγχο ποὺ τῆς γίνεται δὲν ἀπομακρύνεται. Τὰ ἴδια κάμει κι ἐδῶ.. Δὲν ἤθελε νὰ μείνη κρυφὴ τόση ἀρετὴ τῆς γυναίκας. Ὥστε δὲν ἤθελε νὰ προσβάλη μὲ τοὺς λόγους του ἀλλὰ νὰ προκαλέση καὶ τὸν κρυμμένο θηρσαυρό νὰ φανερώση. Συνέχεια

Ἡ πίστη τῆς Χαναναίας

 

Γεώργιος Πατρῶνος

Ἡ Χαναναία γυναίκα ἐκπροσωπεῖ τόν ἐθνικό καί εἰδωλολατρικό κόσμο. Ἀπό τούς παραδοσιακούς Ἰσραηλίτες δέν θεωρεῖται μόνο ἀλλοεθνής ἀλλά καί ἀλλόθρησκη. Κατά συνέπεια, ἡ γυναίκα αὐτή καθώς καί ὅλος ὁ κόσμος πού ἐκπροσωπεῖ, εἶναι ἄπιστος καί ἁμαρτωλός. Ἀξίζει, λοιπόν, τῆς ἀπόρριψης καί τῆς αἰώνιας καταδίκης. Ἐξάλλου ὑπάρχει γενική πεποίθηση σέ ὅλο τόν πιστό κόσμο τῶν ἑβραίων, ὅτι ὁ Θεός δέν ἔχει περιλάβει αὐτούς στό σχέδιο τῆς σωτηρίας καί ἄρα τούς ἀξίζει μία γενική περιφρόνηση.

Αὐτό τό ἀρνητικό πνεῦμα ἐκφράζουν καί οἱ μαθητές πρός τόν Ἰησοῦ, ὅταν ἐνοχλοῦνται ἀπό τίς κραυγές τῆς ἀπελπισμένης γυναίκας πού παρακαλεῖ τόν Διδάσκαλο νά θεραπεύσει τήν κόρη της· «ἐλέησον μέ, Κύριε…, ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται». Ἐθνικός κόσμος σημαίνει στήν θρησκευτική καί θεολογική γλώσσα, κόσμος δαιμονοκρατούμενος. Ὁ Θεός ἔχει καταδικάσει αὐτόν τόν κόσμο ἀπό τώρα. Αὐτή εἶναι ἡ κοινή πεποίθηση ὅλων.

Ὁ Κύριος, ὅμως, ἐκτιμᾶ τά πράγματα διαφορετικά. Δέν μένει στά ἐξωτερικά γεγονότα καί οὔτε κρίνει τούς ἀνθρώπους μέ κριτήρια ἐθνικά, φυλετικά ἡ θρησκευτικά. Διαβλέπει στή Χαναναία μιά θαυμαστή πίστη, ἔξω ἀπό θρησκευτικές κατηγορίες ἀξιολόγησης. Πρέπει αὐτή ἡ πίστη νά προβληθεῖ, νά φανεῖ καί στούς ἄλλους καί νά ἐκτιμηθεῖ δεόντως ἀπό ὅλους. Γι’ αὐτό καί ὁ Ἰησοῦς μπαίνει σέ μία διαδικασία περίεργη, μιᾶς φαινομενικῆς περιφρόνησης τῆς γυναίκας αὐτῆς, χρησιμοποιώντας μάλιστα μιά σκληρή γλώσσα πού δέν ταιριάζει μέ τή γνωστή ἤπια καί φιλάνθρωπη φρασεολογία του. Αὐτή ἡ τακτική ἀντιμετώπισης τῆς ἁμαρτωλῆς ἔστω καί ταλαίπωρης αὐτῆς γυναίκας ξαφνιάζει καί αὐτούς τούς μαθητές ἀκόμη.

Ὁμιλεῖ γιά «τέκνα» καί γιά «κυνάρια». Τέκνα εἶναι ὁ λαός Ἰσραήλ καί κυνάρια ὁ κόσμος τῶν ἐθνικῶν. Φοβερή διάκριση. Αὐτή ἡ ὠμή σέ σκληρότητα γλώσσα φανερώνει τά κριτήρια τοῦ θρησκευτικοῦ κόσμου τῆς ἐποχῆς καί ὄχι τοῦ Κυρίου τήν κρίση. Σέ λίγο, ὅταν θά μιλήσει γιά τήν ὑποχρέωση τῶν γονέων νά δίνουν ψωμί στά παιδιά τους καί ὄχι στά σκυλιά τους καί μετά τήν ἐπιμονή τῆς γυναίκας ὅτι καί τά σκυλιά τρέφονται ἀπό τά ψίχουλα τῶν πλουσίων, ὁ Ἰησοῦς ἀποκαλύπτει τή βαθιά πίστη αὐτῆς τῆς σεμνῆς καί ταπεινῆς μητέρας: «ὤ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις»! Καί τό θαῦμα τῆς θεραπείας τῆς θυγατέρας τῆς Χαναναίας μάνας ἔγινε, ἐξαιτίας μιᾶς πίστεως πού προέρχεται ἀπό μιά ἁμαρτωλή καί ἄθρησκη γυναίκα.

Εἶναι ἐνδιαφέρουσα καί ἡ παρατήρηση ἐκ μέρους τοῦ εὐαγγελιστοῦ Μάρκου, κατά τήν ἐξιστόρηση τοῦ γεγονότος αὐτοῦ. Ἀναφέρει, ὅτι ἡ Χαναναία ἦταν ἑλληνικῆς καταγωγῆς καί κάτοικος στήν περιοχή τῆς Συροφοινίκης. Γνωρίζουμε, ὅτι στίς περιοχές αὐτές τῆς Τύρου, τῆς Σιδῶνος καί τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τῆς Χαναᾶν καί Συροφοινίκης, ὑπῆρχε μεγάλη ἑλληνική κοινότητα πού ἀσχολεῖτο κατά κύριο λόγο μέ τό ἐμπόριο. Σ’ αὐτό τόν ἑλληνικό κόσμο τῆς περιοχῆς αὐτῆς δραστηριοποιήθηκε ὁ Ἰησοῦς μέ πολύ θετικά ἀποτελέσματα, συνάντησε μιά ἐκπληκτική πίστη, πνευματικῆς ποιότητας ψυχή, πού ἔδωσε καί ἕνα πρῶτο δεῖγμα μελλοντικῆς προοπτικῆς της χριστιανικῆς ἐποποιίας πρός τόν κόσμο τῶν ἐθνῶν.

Νέα κριτήρια ἀληθινῆς πίστεως

Ἡ συγκεκριμένη περίπτωση συνάντησης τοῦ Ἰησοῦ μέ τόν κόσμο τῶν ἐθνικῶν μας ἀποκαλύπτει μίαν ἄλλη εἰκόνα περί πίστεως, πού ὑπερβαίνει τά γνωστά θρησκευτικά κριτήρια. Ὅσο κι ἄν αἰφνιδιάζει αὐτή ἡ προσέγγιση, ἕνα εἶναι γεγονός, ὅτι μέ τό εὐαγγελικό μήνυμα τοῦ Κυρίου μπήκαμε σέ μιά νέα ἐποχή, νέας ἀντίληψης τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων. Δυστυχῶς κι ἐμεῖς ἀκόμη σήμερα, μετά ἀπό εἴκοσι αἰῶνες χριστιανικῆς ἐμπειρίας, παραμένουμε καί κρίνουμε τούς ἀνθρώπους μέ ἰουδαικά καί καθαρά νομικά κριτήρια.

Ἡ ἑλληνίδα γυναίκα ἀπό τή Χαναάν, παρόλη τήν ἐθνική της καταγωγή, διατηροῦσε μία θαυμαστή ἀντίληψη πίστεως καί πνευματικότητας. Παρουσιάζεται στόν Ἰησοῦ σεμνή καί ταπεινή, χωρίς νά κομπάζει καί νά διεκδικεῖ, ὅπως θά ἔπραττε μία Ἰουδαία πιστή γυναίκα. Ἀσήμαντη μπροστά στήν Ἁγιότητα καί τελειότητα τοῦ συνομιλητῆ της. Ἄξια ἀπόρριψης καί περιφρόνησης ἀπό τούς ἐκλεκτούς της ἰουδαικῆς θρησκείας. Ὅμως ἀληθινή, μέ μία βαθιά ἀγάπη καί ταπεινοφροσύνη, πού μεταμορφώνεται σέ μία ἰσχυρή καί δυνατή πίστη. Μία πίστη πού ὁ Ἰησοῦς δέν βρῆκε ἄλλη ὅμοια οὔτε στόν κόσμο τῶν πιστῶν.

Ἡ πίστη τῆς ἐθνικῆς γυναίκας γίνεται κριτήριο πλέον ἀξιολόγησης τῆς πίστεως τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Ἀπό ἐξωτερικά καί τυπικά κριτήρια μπήκαμε σέ μία διαδικασία ἐσωτερικῶν κριτηρίων ποιότητας καί ἀληθινότητας. Ἡ πίστη δέν εἶναι ἀποκλειστικό γνώρισμα, ὅπως συνήθως θεωρεῖται, μόνο των θρησκευόμενων ἀνθρώπων. Εἶναι φορές, πού οἱ κοσμικοί ἄνθρωποι διαθέτουν μία ἀνυποψίαστη καί συγκλονιστική πίστη, συνδυασμένη συνήθως μέ μιά ἐκπληκτική ποιότητα ζωῆς. Αὐτοί προσεγγίζουν πιό πολύ τή διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ καί τό δικό του προβαλλόμενο πνευματικό ἦθος ζωῆς, παρά οἱ ἐκ παραδόσεως καί ἐξ ἐπαγγέλματος θρησκευτικοί ἄνθρωποι. Συνέχεια

Το Βλογημένο Μαντρί

 

Κάθε χρόνο ὁ Ἅγιος Βασίλης τίς παραμονές τῆς Πρωτοχρονιᾶς γυρίζει ἀπό χώρα σέ χώρα κι ἀπό χωριό σέ χωριό, καί χτυπᾶ τίς πόρτες γιά νά δεῖ ποιός θά τόν δεχτεῖ μέ καθαρή καρδιά. Μιά χρονιά λοιπόν, πῆρε τό ραβδί του καί τράβηξε. Ἤτανε σάν καλόγερος ἀσκητής, ντυμένος μέ κάτι μπαλωμένα παλιοράσα, μέ χοντροπάπουτσα στά ποδάρια του καί μ’ ἕνα ταγάρι περασμένο στόν ὦμο του. Γί αὐτό τόν παίρνανε γιά διακονιάρη καί δέν τ’ ἀνοίγανε τήν πόρτα. Ὁ Ἅγιος Βασίλης ἔφευγε λυπημένος, γιατί ἔβλεπε τήν ἀπονιά τῶν ἀνθρώπων καί συλλογιζότανε τούς φτωχούς πού διακονεύουνε, ἐπειδῆς ἔχουνε ἀνάγκη, μ’ ὅλο πού αὐτός ὁ ἴδιος δέν εἶχε ἀνάγκη ἀπό κανέναν, κι οὔτε πεινοῦσε, οὔτε κρύωνε.

Ἀφοῦ βολόδειρε ἀπό δῶ κι ἀπό κεῖ, κι ἀφοῦ πέρασε ἀπό χῶρες πολλές κι ἀπό χιλιάδες χωριά καί πολιτεῖες, ἔφταξε στά ἑλληνικά τα μέρη, ποῦ ’ναι φτωχός κόσμος. Ἀπ’ ὅλα τα χωριά πρόκρινε τά πιό φτωχά, καί τράβηξε κατά κεῖ, ἀνάμεσα στά ξερά βουνά πού βρισκόντανε κάτι καλύβια, πεινασμένη λεμπεσουριά.

Περπατοῦσε νύχτα κι ὁ χιονιᾶς βογκοῦσε, ἡ πλάση ἤτανε πολύ ἄγρια. Ψυχή ζωντανή δέν ἀκουγότανε, ἐξόν ἀπό κανένα τσακάλι πού γάβγιζε.

Ἀφοῦ περπάτηξε κάμποσο, βρέθηκε σ’ ἕνα ἀπάγκιο πού ἔκοβε ὁ ἀγέρας ἀπό ’να μικρό βουνό, κι εἶδε ἕνα μαντρί κολλημένο στά βράχια. Ἄνοιξε τήν αὐλόπορτα πού ἤτανε κανωμένη ἀπό ἄγρια ρουπάκια καί μπῆκε στή μάντρα. Τά σκυλιά ξυπνήσανε καί πιάσανε καί γαβγίζανε. Πέσανε ἀπάνω του νά τόν σκίσουνε? μά, σάν πήγανε κοντά του, σκύψανε τά κεφάλια τους καί σερνόντανε στά ποδάρια του, γλείφανε τά χοντροπάπουτσά του, γρούζανε φοβισμένα καί κουνούσανε παρακαλεστικά τίς οὐρές τους.

Ὁ Ἅγιος σίμωσε στό καλύβι τοῦ τσομπάνου καί χτύπησε τήν πόρτα μέ τό ραβδί του καί φώναξε:

«Ἐλεῆστε μέ, χριστιανοί, γιά τίς ψυχές τῶν ἀποθαμένων σας! Κι ὁ Χριστός μᾶς διακόνεψε σάν ἦρθε σέ τοῦτον τόν κόσμο!».

Ἡ πόρτα ἄνοιξε καί βγῆκε ἕνας τσομπάνης, παλικάρι ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶ, μέ μαῦρα γένια? καί δίχως νά δεῖ καλά καλά ποιός χτυποῦσε τήν πόρτα, εἶπε στό γέροντα:

«Πέρασε μέσα στ’ ἀρχοντικό μας νά ζεσταθεῖς! Καλή μέρα καί καλή χρονιά!».

Αὐτός ὁ τσομπάνης ἤτανε ὁ Γιάννης ὁ Μπάικας, πού τόν λέγανε Γιάννη Βλογημένον, ἄνθρωπος ἀθῶος σάν τά πρόβατα πού βόσκαγε, ἀγράμματος ὁλότελα.

Μέσα στήν καλύβα ἔφεγγε μέ λιγοστό φῶς ἕνα λυχνάρι. Ὁ Γιάννης, σάν εἶδε στό φῶς πώς ὁ μουσαφίρης ἤτανε γέροντας καλόγερος, πῆρε τό χέρι του καί τ’ ἀνασπάστηκε καί τό ’βαλε ἀπάνω στό κεφάλι του. Ὕστερα φώναξε καί τή γυναίκα του, ὡς εἴκοσι χρονῶ κοπελούδα, πού κουνοῦσε τό μωρό τους μέσα στήν κούνια. Κι ἐκείνη πῆγε ταπεινά καί φίλησε τό χέρι τοῦ γέροντα, κι εἶπε:

«Κόπιασε, παππού, νά ξεκουραστεῖς».

Ὁ Ἅγιος Βασίλης στάθηκε στήν πόρτα καί βλόγησε τό καλύβι κι εἶπε:

«Βλογημένοι νά ’σαστε, τέκνα μου, κι ὅλο το σπιτικό σας! Τά πρόβατά σας νά πληθαίνουν ὡς τοῦ Ἰώβ μετά τήν πληγήν καί ὡς τοῦ Ἀβραάμ καί ὡς τοῦ Λάβαν! Ἡ εἰρήνη τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ νά εἶναι μαζί σας!».

Ὁ Γιάννης ἔβαλε ξύλα στό τζάκι καί ξελόχισε ἡ φωτιά. Ὁ Ἅγιος ἀπίθωσε σέ μιά γωνιά τό ταγάρι του, ὕστερα ἔβγαλε τό μπαλωμένο τό ράσο του κι ἀπόμεινε μέ τό ζωστικό του. Τόν βάλανε κι ἔκατσε κοντά στή φωτιά, κι ἡ γυναίκα τοῦ ’βαλε καί μιά μαξιλάρα ν’ ἀκουμπήσει.

Ὁ Ἅγιος Βασίλης γύρισε κι εἶδε γύρω του καί ξανάπε μέσα στό στόμα του:

«Βλογημένο νά ’ναι τοῦτο τό καλύβι!».

Ὁ Γιάννης μπαινόβγαινε, γιά νά φέρει το ’να καί τ’ ἄλλο. Ἡ γυναίκα τοῦ μαγείρευε. Ὁ Γιάννης ξανάριξε ξύλα στή φωτιά.

Μονομιᾶς φεγγοβόλησε τό καλύβι μέ μίαν ἀλλιώτικη λάμψη καί ἐφάνηκε σάν παλάτι. Τά δοκάρια σάν νά ’τανε μαλαμοκαπνισμένα, κι οἱ πυτιές πού ἤτανε κρεμασμένες σάν νά γινήκανε χρυσά καντήλια, καί τά τυροβόλια κι οἱ καρδάρες καί τ’ ἄλλα τά σύνεργα πού τυροκομοῦσε ὁ Γιάννης, λές κι ἤτανε διαμαντοκολλημένα. Καί τά ξύλα πού καιγόντανε στή φωτιά εὐωδιάζανε σάν μοσκολίβανο καί δέν τρίζανε, ὅπως τρίζανε τά ξύλα τῆς φωτιᾶς, παρά ψέλνανε σάν τούς ἀγγέλους ποῦ ’ναι στόν Παράδεισο.

Ὁ Γιάννης ἤτανε καλός ἄνθρωπος, ὅπως τόν ἔφτιαξε ὁ Θεός.

Φτωχός ἤτανε, εἶχε λιγοστά πρόβατα, μά πλούσια καρδιά : «Τή πτωχεία τά πλούσια!». Ἤτανε αὐτός καλός, μά εἶχε καί καλή γυναίκα. Κι ὅποιος τύχαινε νά χτυπήσει τήν πόρτα τους, ἔτρωγε κι ἔπινε καί κοιμότανε. Κι ἄν ἤτανε καί πικραμένος, ἔβρισκε παρηγοριά. Γί αὐτό κι ὁ Ἅγιος Βασίλης κόνεψε στό καλύβι τους, ξημερώνοντας Πρωτοχρονιά, παραμονή τῆς χάρης του, κι ἔδωσε τήν εὐλογία του.

Κείνη τή νύχτα τόν περιμένανε ὅλες οἱ πολιτεῖες καί τά χωριά τῆς οἰκουμένης, ἀρχόντοι, δεσποτάδες κι ἐπίσημοι ἀνθρῶποι, πλήν ἐκεῖνος δέν πῆγε σέ κανέναν τέτοιον ἄνθρωπο, παρά πῆγε στό μαντρί τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου.

Σάν βολέψανε τά πρόβατα, μπῆκε μέσα ὁ Γιάννης καί λέγει στό γέροντα:

«Γέροντα, μεγάλη χαρά ἔχω ἀπόψε πού ἦρθες, ν’ ἀκούσουμε κι ἐμεῖς κανένα γράμμα, γιατί δέν ἔχουμε ἐκκλησία κοντά μας, μήτε καν ρημοκλήσι. Ἐγώ ἀγαπῶ πολύ τα γράμματα τῆς θρησκείας μας, κι ἅς μήν τά καταλαβαίνω, γιατί εἶμαι ξύλο ἀπελέκητο. Μιά φορά μᾶς ἦρθε ἕνας γέροντας Ἁγιονορίτης καί μᾶς ἄφησε τούτη τήν ἁγιωτική φυλλάδα, κι ἄν λάχει νά περάσει κανένας γραμματιζούμενος καμιά φορᾶ, τόν βάζω καί τή διαβάζει. Ἐγώ ὅλα ὅλα τα γράμματα πού ξέρω εἶναι τρία λόγια πού τά ’λεγε ἕνας γραμματιζούμενος, πού ἔβγαζε λόγο στό χωριό, δυό ὧρες ἀπό δῶ, κι ἀπό τίς πολλές φορές πού τά ’λεγε, τυπωθήκανε στή θύμησή μου. Αὐτός ὁ γραμματικός ἔλεγε καί ξανάλεγε : “Σκώνιτι οὐ μήτηρ του κι τοῦν ἀνισπάζιτι κι τοῦ λέγ’ : Τέκνου μου! Τέκνου μου!”. Αὐτά τά γράμματα ξέρω…».

Ἤτανε μεσάνυχτα. Ὁ ἀγέρας βογγοῦσε. Ὁ Ἅγιος Βασίλης σηκώθηκε ἀπάνου καί στάθηκε γυρισμένος κατά τήν ἀνατολή κι ἔκανε τό σταυρό τοῦ τρεῖς φορές. Ὕστερα ἔσκυψε καί πῆρε ἀπό τό ταγάρι τοῦ μιά φυλλάδα κι εἶπε:

«Εὐλογητός ὁ Θεός ἠμῶν πάντοτε, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων!».

Ὁ Γιάννης πῆγε καί στάθηκε ἀπό πίσω του καί σταύρωσε τά χέρια του. Ἡ γυναίκα τοῦ βύζαξε τό μωρό καί πῆγε κι ἐκείνη καί στάθηκε κοντά στόν ἄντρα της.

Κι ὁ γέροντας εἶπε τό «Θεός Κύριος» καί τ’ ἀπολυτίκιο τῆς Περιτομῆς «Μορφήν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες», χωρίς νά πεῖ καί τό δικό του τ’ ἀπολυτίκιο, πού λέγει : «Εἰς πάσαν τήν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου». Ἔψελνε γλυκά καί ταπεινά, κι ὁ Γιάννης κι ἡ Γιάνναινα τόν ἀκούγανε μέ κατάνυξη καί κάνανε τό σταυρό τους. Κι εἶπε ὁ Ἅγιος Βασίλης τόν ὄρθρο καί τόν κανόνα τῆς ἑορτῆς «Δεῦτε λαοί, ἄσωμεν», χωρίς νά πεῖ τό δικό του κανόνα «Σου τήν φωνήν ἔδει παρεῖναι, Βασίλειε». Κι ὕστερα εἶπε ὅλη τή λειτουργία κι ἔκανε ἀπόλυση.

Καθίσανε στό τραπέζι καί φάγανε, ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος, ἡ γυναίκα του κι ὁ μπάρμπα – Μάρκος ὁ Βουβός, πού τόν εἶχε συμμαζέψει ὁ Γιάννης καί τόν βοηθοῦσε.

Καί, σάν ἀποφάγανε, ἔφερε ἡ γυναίκα τή βασιλόπιτα καί τήν ἔβαλε ἀπάνω στό σοφρά. Κι ὁ Ἅγιος Βασίλης πῆρε τό μαχαίρι καί σταύρωσε τή βασιλόπιτα κι εἶπε:

«Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος!».

Κι ἔκοψε τό πρῶτο το κομμάτι κι εἶπε: «τοῦ Χριστοῦ», ἔκοψε τό δεύτερο κι εἶπε: «τῆς Παναγίας», κι ὕστερα ἔκοψε τό τρίτο καί δέν εἶπε: «τοῦ Ἁγίου Βασιλείου», ἀλλά εἶπε: «τοῦ νοικοκύρη τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου!».

Πετάγεται ὁ Γιάννης καί τοῦ λέγει:

«Γέροντα, ξέχασες τόν Αἵ-Βασίλη!».

Τοῦ λέγει ὁ Ἅγιος:

«Ἀλήθεια, τόν ξέχασα!».

Κι ἔκοψε ἕνα κομμάτι κι εἶπε:

«Τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Βασιλείου!».

Ὕστερα ἔκοψε πολλά κομμάτια, καί σέ κάθε ἕνα πού ἔκοβε ἔλεγε: «τῆς νοικοκυρᾶς», «τοῦ μωροῦ», «τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Μάρκου τοῦ μογιλάλου», «τοῦ σπιτιοῦ», «τῶν ζωντανῶν», «τῶν φτωχῶν».

Λέγει πάλι ὁ Γιάννης στόν Ἅγιο:

«Γέροντα, γιατί δέν ἔκοψες γιά τήν ἁγιοσύνη σου;».

Τοῦ λέγει ὁ Ἅγιος:

«Ἔκοψα, εὐλογημένε!».

Μά ὁ Γιάννης δέν κατάλαβε τίποτα, ὁ καλότυχος!

Ἔστρωσε ἡ γυναίκα, γιά νά κοιμηθοῦνε. Σηκωθήκανε νά κάνουνε τήν προσευχή τους. Ὁ Ἅγιος Βασίλης ἄνοιξε τίς ἀπαλάμες του κι εἶπε τήν δική του τήν εὐχή, πού τή λέγει ὁ παπάς στή λειτουργία:

«Κύριος ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι οὐκ εἰμι ἄξιος, οὐδέ ἱκανός, ἴνα ὑπό τήν στέγην εἰσέλθης τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς μου…».

Σάν τελείωσε τήν εὐχή κι ἑτοιμαζόντανε νά πλαγιάσουνε, τοῦ λέγει ὁ Γιάννης :

«Ἐσύ, γέροντα, ποῦ ξέρεις τά γράμματα, πές μας σέ ποιά παλάτια ἄραγες πῆγε ἀπόψε ὁ Αἵ-Βασίλης; Οἱ ἀρχόντοι κι οἱ βασιλιάδες τί ἁμαρτίες μπορεῖ νά ’χουνε; Ἐμεῖς οἱ φτωχοί εἴμαστεν ἁμαρτωλοί καί κακορίζικοι, ἐπειδῆς ἡ φτώχεια μᾶς κάνει νά κολαζόμαστε!».

Ὁ Ἅγιος Βασίλης δάκρυσε. Σηκώθηκε πάλι ἀπάνω, ἅπλωσε τίς ἀπαλάμες του καί ξαναεῖπε τήν εὐχή ἀλλιώτικα:

«Κύριε ὁ Θεός μου, οἶδας ὅτι ὁ δοῦλος Ἰωάννης ὁ ἁπλούς ἐστιν ἄξιος καί ἱκανός, ἴνα ὑπό τήν στέγην αὐτοῦ εἰσέλθης, ὅτι νήπιος ὑπάρχει, καί τῶν τοιούτων ἐστίν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν…».

Καί πάλι δέν κατάλαβε τίποτα ὁ Γιάννης ὁ καλότυχος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος…

 Φώτης Κόντογλου

 

 

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

Πρωτοπρ. Βασίλειος Ἰ. Καλλιακμάνης

Καθηγητής Θεολογίας Α.Π.Θ.

«Ἦτο Πάσχα… βαδίζων ἐκ τῆς μεγάλης θύρας τοῦ Μοναστηρίου πρός τό νέον κτίριον τῆς Μεταμορφώσεως, βλέπω νά τρέχῃ πρός ἐμέ παιδίον τεσσάρων περίπου χρόνων, ἔχον εὔχαρι πρόσωπον˙ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ εὐφραίνει τά μικρά παιδία. Εἶχον ἕν ᾠόν καί ἔδωκα τοῦτο εἰς τό παιδίον. Ἐχάρη καί ἔτρεξε πρός τόν πατέρα αὐτοῦ, ἵνα δείξῃ τό δῶρον. Καί διά τοῦτο, τό τοσοῦτον ἐλάχιστον πρᾶγμα, ἔλαβον παρά τοῦ Θεοῦ μεγάλην χαράν καί ἠγάπησα πᾶν πλάσμα τοῦ Θεοῦ, καί τό Ἅγιον Πνεῦμα ἤχει ἐν τῇ ψυχῇ μου. Ἐλθών εἰς τό κελλίον μου, ἐκ τῆς εὐσπλαχνίας πρός τόν κόσμον μετά δακρύων προσηυχόμην ἐπί μακρόν εἰς τόν Θεόν. Ὦ, Πνεῦμα Ἅγιον, σκήνου ἐν ἡμῖν πάντοτε˙ εἶναι καλόν εἰς ἡμᾶς νά εἴμεθα μετά Σοῦ»[1]

Προέταξα τό κείμενο αὐτό, πού διέσωσε ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ὡς ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου, γιά νά σχετικοποιηθοῦν ὅσα θά εἰπωθοῦν στή συνέχεια. Διότι, ἐάν ἡ ἐπικοινωνία μέ ἕνα μικρό παιδί ὁδηγεῖ σέ ἁγιοπνευματική ἐμπειρία καί ἐπίσκεψη Χάριτος, μήπως ἔχουν ἀνάγκη χριστιανικῆς παιδαγωγίας πρωτίστως οἱ γονεῖς καί δευτερευόντως τά παιδιά; 

Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ (1896‐1993), πού σημάδεψε μέ τό ἔργο του τόν 20ο αἰώνα, ἦταν πολύπλευρη, πολυτάλαντη καί δυναμική προσωπικότητα. Ἀσκητής, πνευματικός πατέρας στό Ἅγιον Ὄρος καί τήν Εὐρώπη, θεολόγος, λόγιος συγγραφέας, ἁγιογράφος, ποιητής καί συνθέτης λειτουργικῶν εὐχῶν, ἀλλά καί ζωγράφος. Ἄνθρωπος τοῦ πνεύματος καί τῆς τέχνης καί γνήσιος ἀναζητητής τῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ.

Ὁ σοφός Γέροντας δέν ἔχει ἐκπονήσει κάποια μελέτη γιά τήν οἰκογενειακή ζωή καί εἰδικότερα γιά τήν χριστιανική ἀνατροφή τῶν παιδιῶν. Τά κείμενά του ἐμβαθύνουν σέ λεπτότατα θέματα τῆς πνευματικῆς ζωῆς, καί προϋποθέτουν ἄριστη ἀφομοίωση τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἀπαύγασμα κοινωνίας μέ τόν ἐν Τριάδι προσκυνούμενο Θεό. Γι’ αὐτό καί δέν ἀρκεῖ ἔστω καί ἡ ἐπισταμένη μελέτη καί λογική ἐντρύφηση σέ αὐτά. Γιά νά κατανοηθοῦν χρειάζεται ἡ προσωπική μετοχή στήν λειτουργική καί νηπτική ἐμπειρία, πού ἔχει ἀποθησαυρισθεῖ στήν Ἐκκλησία. Ἐξάλλου ἡ προσπάθεια διανοητικῆς σύλληψης τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ καί ἡ συμπλήρωση ὅσων ὑπερβαίνουν τήν ἀνθρώπινη λογική μέ τό στοχασμό καί τήν ἐμπαθή φαντασία ὁδηγοῦν στήν πλάνη[2]. Ὁπότε χρειάζεται ἰδιαίτερη προσοχή. 

Γιά τόν μακαριστό Γέροντα ἡ ὀρθόδοξη χριστιανική δογματική συνείδηση, προϊόν πολύχρονης ἀναζήτησης, ἄσκησης καί ἔμπονης προσευχῆς, ἀποτελεῖ τή βάση τῆς θεολογίας του. Καί μπορεῖ μέν νά μήν ἔχει συντάξει εἰδική μελέτη γιά τήν ἀγωγή τῶν παιδιῶν, ἔδινε ὅμως μεγάλη σημασία στά παιδιά, τά ὁποῖα ἐπισκέπτονταν μέ τούς γονεῖς τους τό μοναστήρι. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ εἰκόνα τῆς ἐπικοινωνίας τοῦ Γέροντα μέ αὐτά. Λύγιζε τά γόνατα καί κατέβαινε στό ὕψος τῶν παιδιῶν, ἔφερνε τό πρόσωπό του στό ὕψος τοῦ προσώπου τους, τά ἄγγιζε ἐλαφρά στό μέτωπο ἤ τό κεφάλι καί συνομιλοῦσε μαζί τους ἐγκάρδια. Ἡ εἰκόνα αὐτή δηλώνει ἀκριβῶς τή συγκατάβασή του στά μέτρα τῶν παιδιῶν. Ἡ συγκατάβαση αὐτή εἶχε συμβολικό, ἀλλά καί πραγματικό χαρακτήρα. Παράλληλα συμμετεῖχε ὁλοκάρδια στίς γιορτές γενεθλίων τῶν παιδιῶν ἐντός τοῦ μοναστηριοῦ, ὅπως μαρτυροῦν ὅσοι εἶχαν τήν εὐκαιρία νά βρίσκονται κοντά του ὡς ἐπισκέπτες. Καί νά σκεφθεῖ κάποιος ὅτι ζοῦσε ἡσυχαστικά σέ ἕνα μοναστήρι. Ἡ στάση αὐτή εἶναι ἀπόρροια τῆς θεολογίας τῆς κενώσεως, ἡ ὁποία διαχέεται στά κείμενά του. Ἔτσι στό πνευματικό ἐργαστήριο τῆς μονῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου τοῦ Ἔσσεξ, τό ὁποῖο ἐπισκέπτονταν καί ἐπισκέπτονται πολλές χριστιανικές οἰκογένειες, διαμορφώθηκε μέ τή συμβουλή του ἕνα πρότυπο πλαίσιο χριστιανικῆς ἀγωγῆς. Κι αὐτό συμπυκνώνεται στά δύο βιβλία τῆς ἀδελφῆς Μαγδαληνῆς πού τό περιεχόμενό τους ὑπερβαίνει τίς ἑξακόσιες σελίδες.[3] Στηριζόμενοι σέ αὐτά τά βιβλία, καθώς καί σέ ἄλλες συγγραφές καί ἀναφορές τοῦ Γέροντα Σωφρονίου ἀναπτύσσουμε τό θέμα μας. Ἐκ τῶν πραγμάτων ἡ εἰσηγήσή μας δέν μπορεῖ νά εἶναι πλήρης καί ἀναφέρεται σέ ὁρισμένες μόνο πτυχές του. Ἐξάλλου κάθε οἰκογένεια εἶναι ξεχωριστή, ἀλλά καί κάθε παιδί ἔχει διαφορετικό χαρακτήρα, ὁπότε καί ἡ ἀγωγή πρέπει νά εἶναι ἀνάλογη.  Συνέχεια

Στούς Πρεσβυτέρους καί Μοναχούς τῆς Φοινίκης

 Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

Οἱ κυβερνῆτες, ὅταν βλέπουν πώς ἡ θάλασσα ἀγριεύει καί φουρτουνιάζει καί ὅτι λόγω τῆς κακοκαιρίας, πρόκειται νά ξεσπάσει μεγάλη τρικυμία, ὄχι μόνον δέν ἐγκαταλείπουν τό πλοῖο, ἀλλά ἀκριβῶς τότε δείχνουν μεγαλύτερο ἐνδιαφέρον καί νοιάζονται περισσότερο, ἀγρυπνώντας καί οἱ ἴδιοι, ἀλλά ξεσηκώνοντας καί τούς ἄλλους γιά νά συμμετέχουν στόν ἀγῶνα τους.

Κι οἱ γιατροί ἐπίσης, ὅταν δοῦν ὅτι ὁ πυρετός τοῦ ἀρρώστου ἀνεβαίνει  καί γίνεται ἀπειλητικότερος, ὄχι μόνον δέν ἐγκαταλείπουν τόν ἄρρωστο, ἀλλά ἀκριβῶς τότε ἀγωνίζονται μέ περισσότερη ἔνταση. Τότε καί οἱ ἴδιοι κάνουν ὅ,τι μποροῦν, ἀλλά καί ἄλλους ἐπιστρατεύουν, ὥστε νά βοηθηθοῦν καί ἔτσι νά μπορέσουν νά σταματήσουν μιά ὥρα γρηγορότερα τό κακό.

Γιατί τά λέω αὐτά;

Γιά νά μή σᾶς ἐξαπατήσει κανείς, ἐξαιτίας τοῦ πειρασμοῦ πού ξεσήκωσε ἐκεῖ αὐτή τήν ταραχή, καί παρατήσετε τή Φοινίκη καί φύγετε.

Ἀντίθετα. Ὅσο περισσότερες εἶναι οἱ δυσκολίες, ὅσο φοβερά κι ἄν εἶναι τά κύματα, ὅσο μεγάλη κι ἄν εἶναι ἡ ἀναταραχή, τόσο περισσότερο ἐσεῖς νά ἐπιμένετε καί νά ἐντείνετε τήν προσπάθειά σας. Τόσο πιό ἄγρυπνοι, πιό προσεκτικοί καί πιό πρόθυμοι γιά τό ἔργο σας νά παραμείνετε.

Γιά νά μή γκρεμιστεῖ ἡ τόσο ὡραία οἰκοδομή σας καί πάει τόσος κόπος χαμένος, κι ἔτσι γρήγορα ἀφανιστεῖ τό χωράφι τοῦ Θεοῦ, πού τόσο καιρό μέ ἐπιμέλεια καλλιεργούσατε.

Ὁ Θεός μπορεί, ὁποιαδήποτε στιγμή, νά σταματήσει τήν ἀναταραχή καί νά βραβεύσει τήν ὑπομονή σας.

Δέν θά ἦταν τόσο μεγάλος ὅμως ὁ μισθός σας, ἄν τά πράγματα κυλοῦσαν εὔκολα, ὅσο θά εἶναι τώρα, πού ἡ δυσκολία εἶναι μεγάλη, ἡ ἀναταραχή πολλή καί ἐξίσου πολλοί εἶναι ἐκεῖνοι πού σᾶς ἐναντιώνονται καί πού σᾶς δημιουργοῦν τά σκάνδαλα.

Μήν λησμονεῖτε ὅτι τώρα σᾶς περιμένει περισσότερη ἀμοιβή, γιά τόν κόπο πού ἔχετε κάνει καί γιά τόν πόνο πού ἔχετε ὑπομείνει. Νά ἔχετε πάντα στή σκέψη σας τά ὅσα, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ ἔχετε καταφέρει–γιατί μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ καθαρίσατε τόσο μεγάλη περιοχή ἀπό τήν ἀσέβεια καί βελτιώσατε τήν πνευματική κατάσταση τῆς Φοινίκης. Νά πιστεύετε τέλος ἀκράδαντα ὅτι σύντομα ὁ Θεός θά καταργήσει τά ἐμπόδια καί θά σᾶς ἀμείψει ἁδρά.

Παραμείνατε λοιπόν σταθεροί! Ἀντισταθεῖτε!

Δέν πρόκειται οὔτε τώρα νά σᾶς λείψει τίποτα. Γιατί ἔχω δώσει ἐντολή, νά σᾶς φροντίζουν μέ ἐπιμέλεια καί νά σᾶς παρέχουν ἁπλόχερα καί μέ ἀφθονία, ὅλα ὅσα χρειαζόσαστε, εἴτε αὐτά εἶναι ροῦχα ἤ παπούτσια ἤ ἄλλα εἴδη συντήρησης, αὐτά πού τό Μοναστήρι σας χορηγεῖ σέ ὅλους τούς ἄλλους Ἀδελφούς.

Κι ἐφόσον ἐγώ πού βρίσκομαι σέ τόση θλίψη καί σέ τόσο δύσκολη περίσταση, παραμένοντας στήν ἔρημη καί μακρυνή Κουκουσό, φροντίζω τόσο γιά τό δικό σας ἔργο, δέν θά πρέπει κι ἐσεῖς πολύ περισσότερο, νά ἐνδιαφερθεῖτε καί νά κάνετε ἐκεῖ ὅ,τι περνάει ἀπό τό χέρι σας, καί μάλιστα τώρα πού δέν θά σᾶς λείπει τίποτα ἀπό τά ἀπαραίτητα;

Παρακαλῶ λοιπόν τίποτα καί κανείς νά μήν σᾶς ἀναχαιτίσει, κανείς νά μήν σᾶς κάνει νά δειλιάσετε. Ἄλλωστε καί τά πράγματα νομίζω ὅτι τώρα πῆραν κάποια καλύτερη κι ἐλπιδοφόρα τροπή, πράγμα πού θά πληροφορηθεῖτε καλύτερα ἀπό τά ἀντίγραφα πού σᾶς ἔστειλε ὁ κύριός μου, ὁ εὐλαβέστατος πρεσβύτερος Κωνστάντιος.

Ἄν παραμείνετε σταθεροί, ἀκόμα κι ἄν εἶναι μύρια τά ἐμπόδια, νά εἴσαστε βέβαιοι πώς γρήγορα θά τά ξεπεράσετε.

Τίποτα δέν εἶναι ἰσάξιο τῆς ὑπομονῆς καί τῆς καρτερίας. Αὐτές μοιάζουν μέ βράχο, ἐνῶ οἱ ταραχές αὐτές καί οἱ σκευωρίες, πού στρέφονται κατά τῆς Ἐκκλησίας, μοιάζουν μέ κύματα πού σκάνε πάνω στό βράχο καί διαλύονται καί καταντοῦν σκέτος ἀφρός.

Ἀναλογιστεῖτε πόσα ὑπέφεραν οἱ μακάριοι Ἀπόστολοι, καί ἀπό τούς δικούς, ἀλλά καί ἀπό τούς ξένους. Σκεφθεῖτε ὅτι οἱ Ἀπόστολοι ὅλη τή χρονική περίοδο τοῦ κηρύγματος τήν πέρασαν μέσα σέ δοκιμασίες, σέ κινδύνους καί σέ ἐπιβουλές. Δαπάνησαν τή ζωή τους σέ φυλακές καί σέ δεσμά, σέ ἀπαγωγές καί μαστιγώσεις, σέ πεῖνα καί γύμνια. Ἀλλ’ ὅμως καί ὅταν ἀκόμα βρίσκονταν μέσα στίς φυλακές, δέν ξεχνοῦσαν τό ἔργο καί τήν ἀποστολή πού τούς εἶχε ἀναθέσει ὁ Θεός. Ἔτσι ὁ Παῦλος ἀκόμα κι ὅταν ἦταν στή φυλακή κι ἔπασχε τόσα, ἐνῶ ἦταν μαστιγωμένος, καταματωμένος καί δεμένος στό ξύλο, κατήχησε καί βάπτισε τό δεσμοφύλακα κι ἔκανε ὅ,τι τοῦ ἦταν δυνατόν γιά τή διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου (Πρ. 16, 25-34).

Ἔχοντας λοιπόν ὅλα αὐτά κι ἄλλα παρόμοια στό νοῦ σας, ὅπως ἤδη παρακάλεσα τήν ἀγάπη σας, σταθεῖτε ἀσάλευτοι, ἀμετακίνητοι, σταθεροί, ἔχοντας ἀποθέσει στόν Θεό τήν ἐλπίδα σας καί περιμένοντας ἀπό Ἐκεῖνον τή βοήθεια, αὐτή πού δέν μπορεῖ νά συγκριθεῖ μέ τίποτα στή γῆ. Συνέχεια

Ὁ Σταυρὸς καὶ ἡ χαρὰ στὴ ζωὴ τῶν μοναχῶν

π. Δημήτριος Στανιλοάε

Ἐγὼ πάντοτε εἶχα μεγάλο σεβασμὸ καὶ ἀγάπη πρὸς τοὺς μοναχούς. Αἰσθάνομαι πάντοτε πολὺ καλὰ ὅταν βρίσκομαι μεταξύ τους. Στὴν ἀρχὴ μάλιστα τῆς ζωῆς μου δυσκολεύθηκα ποιὸ δρόμο νὰ ἀκολουθήσω. Κατέληξα καὶ ἀπεφάσισα νὰ ζήσω τὸ δρόμο ποὺ βρίσκεται πολὺ κοντὰ στοὺς μοναχούς. Μπορῶ νὰ πῶ ὅτι αἰσθάνθηκα τὴ χαρὰ καὶ τὸν πόνο τους. Ἐπεδίωξα πάντοτε νὰ ἀκούσω καὶ νὰ νοιώσω τοὺς μοναχοὺς καὶ προσπάθησα νὰ ἐκφράσω τὰ ἰδανικὰ τοῦ μοναχισμοῦ, ποὺ εἶναι συγχρόνως καὶ ἡ κορυφὴ τῆς πνευματικότητος.

Καθὼς λέγει ὁ μεγάλος στοχαστὴς Εὐδοκίμωφ, κάθε χριστιανὸς εἶναι, κατὰ κάποιον τρόπο, ὡς πρὸς τὶς ἀναζητήσεις του, μοναχός. Δὲν ὑπάρχουν δύο πνευματικότητες στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἡ πνευματικότης εἶναι μία, ἀλλὰ πραγματοποιεῖται σὲ διαφορετικὰ ἐπίπεδα.

Θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς μιλήσω λίγο γιὰ τὸ περιεχόμενο τῆς μοναχικῆς ζωῆς.

Ἕνας φιλόσοφος κάποιας χώρας ἔγραψε στὸ γιό του ποῦ ἔγινε μοναχός: «Γιατί, παιδί μου, μίσησες τὸν κόσμο μὲ τὴ γλυκύτητά του κι’ διάλεξες μία ζωὴ θλίψεως;»

Ὁ φιλόσοφος εἶχε δίκιο· ἀλλὰ μόνον ὡς πρὸς τὴν ἐπιφάνεια. Ἄφησε τὸν ἑαυτό του νὰ ξεγελασθεῖ ἀπὸ τὴν ἐπιφανειακὴ καὶ παροδικὴ μόνο χαρὰ καὶ γλυκύτητα ποὺ προσφέρει ὁ κόσμος. Δὲν διέκρινε ὅτι μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ φαινομενικὴ γλυκύτητα καὶ χαρὰ ἔρχεται ἡ δουλεία, ἡ θλίψη, τὸ κενὸ καὶ ἡ ἔλλειψη νοήματος. Δὲν τοῦ ἦταν γνωστὸ ὅτι ὀφείλομε νὰ σταυρώσομε αὐτὲς τὶς ἐπιφανειακὲς καὶ παροδικὲς χαρὲς καὶ γλυκύτητες γιὰ νὰ βροῦμε μία πιὸ βαθειὰ χαρά. Τὴ χαρὰ τῆς συναντήσεως καὶ τῆς διαρκοῦς συνυπάρξεως μετὰ τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ μας. Αὔτη ἡ συνάντηση δίνει στὸν κόσμο μία βαθύτερη ὀμορφιά, μία ἀληθινὴ αἴσθηση, ποὺ προξενεῖ στὸ μοναχὸ μίαν ἁγνὴ καὶ δυνατὴ χαρά.

Ἡ χαρὰ αὐτῆς τῆς συναντήσεως καὶ τῆς κοινωνίας μετὰ τοῦ Θεοῦ ἔχει γιὰ τὸ μοναχό, καὶ ἀκριβέστερα γιὰ τὴ μοναχή, τὸν χαρακτήρα τῆς χαρᾶς μίας νύμφης. Ἀλλὰ εἶναι πολὺ πιὸ βαθειὰ καὶ πολὺ πιὸ ἁγνὴ ἀπὸ ἐκείνη τῆς κοσμικῆς νύμφης. Καὶ γιὰ μία εὐτυχισμένη νύμφη τὸ πᾶν λάμπει ἀπὸ ὀμορφιά.

Γι’ αὐτὸ ὁ μοναχὸς δὲν μισεῖ τὸν κόσμο, ἀλλὰ τὸν βλέπει μέσα σὲ μία προοπτικὴ μεταμορφωμένης ὀμορφιᾶς μέσα στὴν αἰωνιότητα. Καὶ δὶ’ αὐτῆς δίδει στὸν κόσμο μία ἀξία ἄφθαρτη καὶ ἀπείρως βαθειὰ καὶ ἔτσι τὸν ἀποκαλύπτει στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.

Ὁ κόσμος εἶναι θλιβερὸς καὶ ἀκάθαρτος γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν γνωρίζει παρὰ τὴ γήινη μορφὴ τῆς ζωῆς. Οἱ ἄνθρωποι εἶναι θλιμμένοι, κυρίως σήμερα, ἔστω κι’ ἂν ζητοῦν νὰ διασκεδάζουν τὸν περισσότερο καιρὸ σ’ ἕνα ἐπίπεδο χαμηλό. Εἶναι σὰν τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γελοῦν γιὰ ἐπιφανειακὰ καὶ ἀσήμαντα πράγματα, κι’ ἔπειτα διερωτῶνται· γιατί γελάσαμε; Γιατί πέσαμε τόσο χαμηλὰ γελώντας γιὰ τὸ τίποτε; Γελάσαμε σὰν τοὺς τρελοὺς χωρὶς αἴτια ἢ γιὰ νὰ λησμονήσουμε τὰ ἀγκάθια τῶν φροντίδων ποὺ ὑπάρχουν, γιὰ νὰ λησμονήσομε τὴν πραγματικότητα.

Ἔχομε μία χαρὰ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ κόσμου, ὅταν μὲ ὅλες τὶς πράξεις μᾶς ἀποκαλύπτουμε καὶ βεβαιώνουμε τὴν αἰώνια ἀξία αὐτῆς τῆς ζωῆς καὶ αὐτοῦ του κόσμου. Ὅταν γνωρίζω, ὅτι, ἐργαζόμενος γιὰ νὰ κάνω τὸ καλό, ἀπαρνούμενος δι’ ἑνὸς σταυροῦ τὶς ἐγωιστικὲς καὶ παροδικὲς εὐχαριστήσεις μου, θὰ συναντήσω τὸ καλὸ αὐτὸ στὴν αἰωνιότητα, εἶμαι χαρούμενος. Καὶ ὁ μοναχὸς βεβαιώνει ὅτι πρέπει νὰ κάνει μέσα στὸν κόσμο τὸ καλὸ γιὰ τὴν αἰώνια ἀξία ποὺ ἔχει καὶ δι’ αὐτοῦ δίδει τὴ ζωὴ μέσα στὸν κόσμο καὶ στὸν κόσμο τὴν αἰωνία ἀξία μὲ τὸ πέρασμά του ἀπὸ τὸ ἕνα στὸ ἄλλο. Καὶ δίνει μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ μὲ τὸ παράδειγμά του στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους τὸν ἐρεθισμὸ νὰ περάσουν τὸ κενό, τὴν ἔλλειψη νοήματος ἑνὸς ἐπιφανειακοῦ κόσμου, βοηθώντας τους νὰ δώσουν στὸν κόσμο αὐτὸ μία ἀληθινὴ ἀξία. Συνέχεια

Οἱ ὑπαρξιακὲς καὶ θεολογικὲς ρίζες τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ.

Ἱερομ. Εὐσεβίου Βίττη

Τὸ ἐρώτημα

Ἕνα ἔντονο ἐρώτημα, ποὺ πάντα προβάλλει, ἀφοῦ οἱ γενιὲς διαδέχονται ἡ μία τὴν ἄλλη καὶ εἶναι φυσικὸ νὰ προβάλλουν πάλι καὶ πάλι σὲ κάθε γενιά, τὰ βαθιὰ ὑπαρξιακὰ πνευματικὰ ἐρωτήματα ποὺ ἀπασχολοῦν τὸν ἄνθρωπο, ἕνα ἔντονο ἐρώτημα εἶναι κι τοῦτο: γιατί ὁ μοναχισμὸς ἀκολουθεῖ τὴ δύσκολη καὶ σκυθρωπὴ ἀτραπὸ τῆς ἀρνήσεως τῶν «ἡδέων τοῦ κόσμου» καὶ ἀναδέχεται τὸ ἀβάσταχτο, ὅπως φαίνεται στοὺς πολλούς, φορτίο τοῦ πόνου καὶ τοῦ μόχθου τῶν ἀτέλειωτων καὶ ὄχι σπάνια ὑπεράνθρωπων «ἀσκητικῶν ἱδρώτων»; Δὲν ἀποτελεῖ αὐτὸς ὁ τρόπος βιοτῆς ἄρνηση ζωῆς; Ποιὸς ἢ ποιοὶ εἶναι οἱ βαθύτεροι λόγοι γιὰ μία τέτοια στάση;

Ἡ θέση τοῦ ζητήματος

Ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτὸ δὲν εἶναι εὔκολη μὲ μόνο δύο λόγια, ἂν πρέπη νὰ κατανοηθῆ σωστὰ τὸ θέμα αὐτό. Χρειάζεται γι’ αὐτὸ μία διείσδυση στὰ βάθη τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως, ὅπου ἔχει τὶς ρίζες του ὁ μοναχισμός. Καὶ ἡ διείσδυση αὐτὴ εἶναι δυνατὴ μὲ τὴ βοήθεια τῆς Πατερικῆς θεολογικῆς σκέψεως καὶ θεωρήσεως τοῦ ἀνθρώπινου προβλήματος γενικώτερα, καὶ γιὰ τὸ ζήτημα ποὺ θέσαμε εἰδικώτερα. Αὐτὸ ἀκριβῶς θὰ ἐπιχειρηθῆ στὴ συνέχεια, ὡς ἕνα βαθμὸ βέβαια, γιατί ἡ σὲ ἔκταση καὶ βάθος ἀνάπτυξη τοῦ ζητήματος ξεπερνάει ἀναγκαστικὰ τὰ περιορισμένα ὅρια τῆς σύντομης αὐτῆς ἐργασίας, ποὺ μόνο μία πρώτη γεύση τοῦ ὅλου θέματος φιλοδοξεῖ νὰ προσφέρη, τὸ κατὰ δύναμιν, βέβαια.

Ὁ μοναχισμὸς μέσα στὴν Ἐκκλησία μας ἀποτελεῖ ἔκφραση μίας ἀπόλυτης κινήσεως γιὰ συνάντηση τοῦ Ἀπόλυτου. Ἀπόλυτη ἡ κίνηση ἀνθρωπολογικὰ ὡς πρὸς τὴν ἔνταση καὶ τὸ βάθος τοῦ πόθου τῆς ψυχῆς κατευθύνεται πρὸς τὸν ἀπερινοήτως Ἀπόλυτον. Εἶναι, δηλαδὴ, κίνηση ὁλοκληρωτικὴ προσώπου πρὸς Πρόσωπο, τοῦ ἀνθρώπινου πρὸς τὸ Θεῖο. Ὡς τέτοιος ὁ μοναχισμὸς ξεπερνάει τὰ ὅρια τοῦ ὁποιουδήποτε μοραλισμοῦ (ἠθικισμοῦ) καὶ ἀνάγεται στὴν ἴδια τὴν ἀνθρώπινη φύση. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ ρίζες του καὶ ἡ ἀφετηρία του πρέπει νὰ ἀναζητηθοῦν στὴν ἀνθρώπινη φύση τέτοια, ποὺ εἶναι. Καὶ αὐτὸ σημαίνει ἀναζήτησή τους ὄχι τόσο σὲ ἱστορικοὺς λόγους καὶ κοινωνικὲς συνθῆκες καὶ ἐξωτερικοὺς ἐν πάση περιπτώσει ὅρους, ὅσο κι ἂν αὐτοὶ δὲν εἶναι εὐκαταφρόνητοι, ἀλλὰ κυρίως στὰ βάθη τῆς ὑπάρξεώς μας καὶ κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τῆς θεολογίας, ποὺ ἀποτελεῖ ὅ,τι πιὸ οὐσιαστικὸ ἔχει νὰ μᾶς προσφέρη τὸ Εὐαγγέλιο, δηλαδὴ τὸ ἐκτάκτως εὐφρόσυνο καὶ σωτηριῶδες ἄγγελμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ. Καὶ αὐτὸ σημαίνει στροφὴ στὴν Πατερικὴ θεολογικὴ ἀνθρωπολογία, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν πιὸ βαθειὰ καὶ πιὸ γνήσια καὶ αὐθεντικὴ θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου μὲ βάση τὴν εὐαγγελικὴ διδαχὴ καὶ τὴν ἀνθρώπινη ἐμπειρία τῆς μεταπτωτικής1 καταστάσεως τῆς φύσεώς μας καὶ τῆς ἐν Χριστῷ ἀναγεννήσεώς της.

Ἂν ἔχη σοβαρὸ καὶ θετικὸ νόημα ἡ ἐνασχόληση μὲ τὴν μοναχικὴ πνευματικότητα καὶ τὰ ἀφετηριακά της στοιχεῖα κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τῆς θεολογίας ὑπὸ τὴν ἀρχική της ἔννοια, ὡς γνώσεως καὶ μυστικῆς κοινωνίας καὶ ἐμπειρίας τοῦ Θεοῦ, τὸ ἔχει βέβαια ὄχι γιὰ ἀκαδημαϊκοὺς καὶ θεωρητικοὺς λόγους, ἀλλὰ ὡς ἔκφραση ζωῆς ποὺ βιώθηκε καὶ πρέπει νὰ βιώνεται. Ὁ μοναχισμὸς στὴ γνήσια καὶ τὴν μὲ ὅλο τὸν πόθο λαχτάρα γιὰ τὴν ὅσο τὸ δυνατὸν βαθύτερη καὶ ὁλοκληρωτικὴ βίωσή του ἀποτελεῖ, θὰ λέγαμε, τὴν ἀκοίμητη αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ πνευματικότητά του, τὴ συνεχῆ ὑπόμνηση τοῦ λυτρωτικοῦ καὶ σωτηριώδους ἔργου ποὺ ἔχει νὰ ἐπιτελέση στὴ γῆ, μέσα σὲ ἕνα κόσμο αἰχμάλωτο τῆς ἁμαρτίας, ὄχι ἐκκοσμικευόμενη ἡ ἴδια γιὰ νὰ ἐπιδράση τάχα ἐπάνω του, ἀλλὰ ἀποπνευματωνόμενη κατὰ τὸ ἀνθρώπινο ὅλο καὶ πιὸ πολύ. Μόνον ἔτσι θὰ μπορῆ νὰ ἐπιδρᾶ θετικὰ καὶ οὐσιαστικὰ ἀνάμεσά του καὶ νὰ ἀποτελῆ τὴν ἀκατάπαυστη πρόκληση καὶ πρόσκληση γιὰ σωτηρία «ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτοῦ» (Ματθ. α’ 21), γιατί αὐτὲς ἀποτελοῦν οὐσιαστικὰ τὴν κύρια καὶ βασικὴ πηγὴ τῶν ταλαιπωριῶν του καὶ τῆς ἀνείπωτης κακοδαιμονίας του. Συνέχεια

Περί ἀγάπης, ἐλπίδος καί πίστεως

Ὁσίου ΙΩΑΝΝΟΥ τοῦ Σιναΐτου

(Διά τόν σύνδεσμον τῆς ἐναρέτου τριάδος τῶν ἀρετῶν,

τῆς ἀγάπης, τῆς ἐλπίδος καί τῆς πίστεως)

    1. Ὕστερα λοιπόν ἀπό ὅλα τά προηγούμενα —μένουν αὐτά τά τρία— τά ὁποῖα σφίγγουν καί διατηροῦν τόν σύνδεσμο ὅλων ‒πίστις, ἐλπίς ἀγάπη, «μείζων δέ πάντων ἡ ἀγάπη» (Α´ Κορ. ιγ´ 13), διότι καί ὁ Θεός ἀγάπη ὀνομάζεται (πρβλ. Α´ Ἰωάν. δ´ 16). Ἐγώ ὅμως τήν μία τήν βλέπω σάν ἀκτῖνα, τήν ἄλλη σάν φῶς καί τήν τρίτη σάν ἡλιακό δίσκο, καί ὅλες μαζί σάν ἕνα φωτεινό ἀπαύγασμα  καί μία καί τήν αὐτήν λαμπρότητα. Ἡ μία, ἡ πίστις, δύναται νά ἐπιτελέσει τά πάντα. Ἡ ἄλλη, ἡ ἐλπίς, περικυκλώνει μέ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί δέν καταισχύνει τόν ἐλπίζοντα. Καί ἡ τρίτη, ἡ ἀγάπη, δέν πέφτει ποτέ ἀπό τό ὕψος της οὔτε σταματᾶ ἀπό τό τρέξιμό της οὔτε ἐπιτρέπει σ’ αὐτόν πού ἐπλήγωσε μέ τά βέλη της, νά ἠρεμήση ἀπό τήν «μακαρίαν μανίαν» πού τοῦ ἐπροξένησε.
    2. Αὐτός πού θέλει νά ὁμιλῆ γιά τήν ἀγάπη εἶναι σάν νά ἐπιχειρῆ νά ὁμιλῆ γιά τόν ἴδιο τόν Θεόν. Ἡ ἀνάπτυξις ὅμως ὁμιλίας περί Θεοῦ εἶναι πρᾶγμα ἐπισφαλές καί ἐπικίνδυνο σέ ὅσους δέν προσέχουν. Γιά τήν ἀγάπη γνωρίζουν νά ὁμιλοῦν οἱ Ἄγγελοι, ἀλλά καί αὐτοί ἀνάλογα μέ τόν βαθμό τῆς θείας ἐλλάμψεώς τους. Ἀγάπη εἶναι ὁ Θεός, καί ὅποιος προσπαθεῖ νά δώσει ὁρισμό τοῦ Θεοῦ ὁμοιάζει μέ τυφλό πού μετρᾶ στήν ἄβυσσο τούς κόκκους τῆς ἄμμου.
    3. Ἡ ἀγάπη, ὡς πρός τήν ποιότητά της εἶναι ὁμοίωσις μέ τόν Θεόν, ὅσο βέβαια εἶναι δυνατόν στούς ἀνθρώπους. Ὡς πρός τήν ἐνέργειά της, μέθη τῆς ψυχῆς. Ὡς πρός δέ τίς ἰδιότητές της, πηγή πίστεως, ἄβυσσος μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως.
    4. Ἡ ἀγάπη κυρίως εἶναι ἡ ἀπόρριψις κάθε ἐχθρικῆς καί ἀντιθέτου σκέψεως, ἐφ’ ὅσον «ἡ ἀγάπη οὐ λογίζεται τό κακόν» (Α´ Κορ. ιγ´ 5). Ἡ ἀγάπη καί ἡ ἀπάθεια καί ἡ υἱοθεσία μόνο στήν ὀνομασία διαφέρουν. Ὅπως ταυτίζεται ἡ ἐνέργεια στό φῶς, στήν φωτιά καί στήν φλόγα, ἔτσι νά σκέπτεσαι ὅτι συμβαίνει καί σ’ αὐτές. Ὅσο ποσόν ἀγάπης λείπει, τόσο ποσόν φόβου ὑπάρχει. Διότι ὅποιος δέν ἔχει φόβο, ἤ εἶναι γεμᾶτος ἀπό ἀγάπη ἤ εἶναι νεκρωμένος ψυχικά.
    5. Δέν εἶναι ἀπρεπές ἐάν ἀπό τά ἀνθρώπινα πράγματα χρησιμοποιήσωμε παραδείγματα γιά τόν πόθο καί τόν φόβο καί τήν ἐπιμέλεια καί τόν ζῆλο καί τήν δουλεία καί τόν ἔρωτα τοῦ Θεοῦ.
    6. Μακάριος ἐκεῖνος πού ἀπέκτησε τέτοιο πόθο πρός τόν Θεόν, ὡσάν αὐτόν πού ἔχει ὁ μανιώδης ἐραστής πρός τήν ἐρωμένη του.
    7. Μακάριος ἐκεῖνος πού ἐφοβήθηκε τόν Κύριον, ὅσο οἱ ὑπόδικοι τόν δικαστή.
    8. Μακάριος ἐκεῖνος πού ἔδειξε τόση ἐπιμέλεια καί φροντίδα στά πνευματικά, ὅσο οἱ εὐγνώμονες δοῦλοι στόν κύριό τους.
    9. Μακάριος ἐκεῖνος πού ἔδειξε τόση ζηλοτυπία γιά τίς ἀρετές, ὅση οἱ σύζυγοι πού προσέχουν ζηλότυπα τίς γυναῖκες τους.
    10. Μακάριος ἐκεῖνος πού τήν ὥρα τῆς προσευχῆς ἵσταται ἐμπρός στόν Κύριον, ὅπως οἱ ὑπηρέτες ἐμπρός  στόν βασιλέα.
    11. Μακάριος ἐκεῖνος πού προσπαθεῖ συνεχῶς νά περιποιεῖται καί νά ἀναπαύη τόν Κύριον, ὅπως ἔτυχε νά περιποιηθῆ καί νά ἀναπαύση (σεβαστούς) ἀνθρώπους.
    12. Δέν προσκολλᾶται τόσο πολύ ἡ μητέρα στό βρέφος πού θηλάζει, ὅσο ὁ υἱός τῆς ἀγάπης στόν Κύριον.
    13. Ὁ πραγματικός ἐραστής φέρνει πάντοτε στόν νοῦ του τό πρόσωπο τοῦ ἀγαπημένου του καί τό ἐναγκαλίζεται μυστικά μέ ἡδονή. Αὐτός ποτέ, οὔτε καί στόν ὕπνο του δέν μπορεῖ νά ἡσυχάση, ἀλλά καί ἐκεῖ βλέπει τό ποθητό πρόσωπο καί συνομιλεῖ μαζί του. Ἔτσι συμβαίνει στόν σωματικό ἔρωτα. Ἔτσι συμβαίνει καί σ’ αὐτούς πού ἄν καί ἔχουν σῶμα εἶναι ἀσώματοι (καί ἀσκοῦν τόν πνευματικό ἔρωτα).
    14. Κάποιος πού ἐκτυπήθηκε ἀπό αὐτό τό βέλος ἔλεγε γιά τόν ἑαυτό του ‒πρᾶγμα πού μέ κάνει νά θαυμάζω‒ : «Ἐγώ καθεύδω» ἀπό τήν ἀνάγκη τῆς φύσεως, «ἡ δέ καρδία μου ἀγρυπνεῖ» ἀπό τό πλῆθος τοῦ ἔρωτος (πρβλ. Ἆσμα ε´ 2).
    15. Πρέπει νά σημειώσης καί τοῦτο, ὦ ἀφωσιωμένε φίλε, ὅτι ἀφοῦ ἡ ψυχή σάν ἄλλη ἔλαφος ἐξοντώση τά δηλητηριώδη ἑρπετά τῶν 
      παθῶν, τότε «ἐπιποθεῖ καί ἐκλείπει πρός Κύριον» (πρβλ. Ψαλμ. πγ’ 3), διότι πληγώνεται σάν μέ δηλητήριο ἀπό τό πῦρ τῆς ἀγάπης1 Συνέχεια

Πρακτικὰ καὶ θεολογικὰ κεφάλαια

Ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος:

  1. Πίστη εἶναι νὰ πεθάνει κανεὶς γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ γιὰ χάρη τῆς ἐντολῆς Του, πιστεύοντας ὅτι ὁ θάνατος αὐτὸς θὰ τοῦ γίνει πρόξενος ζωῆς· νὰ θεωρεῖ τὴ φτώχεια σὰν πλοῦτο, τὴν εὐτέλεια καὶ τὴν ἀσημότητα σὰν ἀληθινὴ δόξα καὶ κοινωνικὴ λάμψη· καὶ νὰ πιστεύει ὅτι μὲ τὸ νὰ μὴν ἔχει τίποτε, κατέχει τὰ πάντα ἢ μᾶλλον ἀπέκτησε τὸν ἀνεξερεύνητο πλοῦτο τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὅλα τὰ ὁρατὰ νὰ τὰ βλέπει σὰν λάσπη ἢ καπνό.
  2. Πίστη στὸ Χριστὸ εἶναι ὄχι μόνο νὰ καταφρονήσουμε ὅλα τὰ εὐχάριστα τοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχουμε ἐγκαρτέρηση καὶ ὑπομονὴ σὲ κάθε πειρασμὸ ποὺ μᾶς ἔρχεται καὶ μᾶς προκαλεῖ λύπες, θλίψεις καὶ συμφορές, ὥσπου νὰ εὐδοκήσει νὰ μᾶς ἐπισκεφθεῖ ὁ Θεός, ὅπως λέει ὁ ψαλμωδός: «μὲ κάθε ὑπομονὴ περίμενα τὸν Κύριο, καὶ Αὐτὸς μὲ ἐπισκέφθηκε».
  3. Ἐκεῖνοι ποὺ προτιμοῦν σὲ κάτι τοὺς γονεῖς τους ἀπὸ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, δὲν ἔχουν πίστη στὸ Χριστό, καὶ ὁπωσδήποτε καταδικάζονται ἀπὸ τὴ συνείδησή τους, ἂν βέβαια ἔχουν ζωντανὴ συνείδηση τῆς ἀπιστίας τους. Γνώρισμα τῶν πιστῶν εἶναι νὰ μὴν παραβαίνουν σὲ τίποτε ἀπολύτως τὴν ἐντολὴ τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
  4. Ἡ πίστη στὸ Χριστό, τὸν ἀληθινὸ Θεό, γεννᾶ τὴν ἐπιθυμία τῶν καλῶν καὶ τὸ φόβο τῆς κολάσεως. Ἡ ἐπιθυμία τῶν πράγματι καλῶν καὶ ὁ φόβος τῆς κολάσεως, προξενοῦν τὴν ἀκριβῆ τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ἡ ἀκριβὴς τήρηση τῶν ἐντολῶν διδάσκει στοὺς ἀνθρώπους πόσο ἀδύνατοι εἶναι. Ἡ κατανόηση τῆς πραγματικῆς ἀδυναμίας μᾶς γεννᾶ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου. Ὅποιος ἀπέκτησε σύνοικό του τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, θὰ ζητήσει μὲ πόνο νὰ μάθει, τί τὸν περιμένει μετὰ τὴν ἔξοδο καὶ τὴν ἀναχώρησή του ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή. Καὶ ὅποιος φροντίζει νὰ μάθει γιὰ τὰ μετὰ θάνατον, ὀφείλει πρῶτα ἀπ’ ὅλα νὰ στερήσει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὰ παρόντα· γιατί ὅποιος εἶναι δεμένος μὲ ἐμπάθεια σ’ αὐτά, ἔστω καὶ στὸ παραμικρό, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει τὴν τέλεια γνώση τῶν μελλόντων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη, κατὰ θεία οἰκονομία, γευθεῖ κάπως τὴ γνώση αὐτή, δὲν ἀφήσει ὅμως τὸ ταχύτερο αὐτὰ μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι δεμένος μὲ ἐμπάθεια, γιὰ νὰ παραμείνει ὁλοκληρωτικὰ στὴ γνώση αὐτή, χωρὶς νὰ ἐπιτρέπει στὸν ἑαυτό του νὰ σκέφτεται τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ αὐτή, τότε καὶ ἡ γνώση ποὺ νομίζει ὅτι ἔχει, θὰ τοῦ ἀφαιρεθεῖ.
  5. Ἡ ἀπάρνηση τοῦ κόσμου καὶ ἡ τέλεια ἀναχώρηση ἀπὸ αὐτόν, μαζὶ μὲ τὴν ἀποξένωση ἀπ’ ὅλα τὰ ὑλικά, τὶς συνήθειες, τὶς γνῶμες καὶ τὰ πρόσωπα τοῦ κόσμου, καὶ μὲ τὴν ἄρνηση τοῦ σώματος καὶ τοῦ θελήματος, προξενεῖ μέσα σὲ λίγο καιρὸ μεγάλη ψυχικὴ ὠφέλεια σ’ ἐκεῖνον ποὺ μὲ τόση θέρμη ἀπαρνήθηκε τὸν κόσμο.
  6. Ἐσύ ποὺ φεύγεις ἀπὸ τὸν κόσμο, πρόσεξε μὴν ἀφήσεις στὴν ἀρχὴ τὴν ψυχή σου νὰ ζητᾶ παρηγοριὰ μένοντας μέσα σ’ αὐτόν, καὶ ἂς σὲ ἀναγκάζουν ὅλοι οἱ συγγενεῖς καὶ φίλοι. Αὐτὰ τοὺς τὰ συμβουλεύουν οἱ δαίμονες, γιὰ νὰ σβήσουν τὴ θέρμη τῆς καρδίας σου. Γιατί καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἐμποδίσουν ὁλότελα τὴν πρόθεσή σου, πάντως τὴν κάνουν πιὸ χαύνη καὶ ἀσθενική.
  7. Ὅταν σὲ ὅλα τὰ εὐχάριστα τοῦ βίου σταθεῖς ἀνδρεῖος καὶ ἀνυποχώρητος, τότε οἱ δαίμονες στρέφουν τοὺς συγγενεῖς σου σὲ συμπάθεια τάχα, καὶ τοὺς κάνουν νὰ κλαῖνε καὶ νὰ θρηνοῦν γιὰ σένα μπροστά σου. Θὰ καταλάβεις ὅμως αὐτὴ τὴν ἀλήθεια ὅταν, ἐσὺ μὲν μείνεις ἀκλόνητος καὶ σ’ αὐτὴ τὴ δαιμονικὴ ἐπίθεση, ἐνῶ ἐκείνους θὰ τοὺς δεῖς νὰ ἀνάβουν ξαφνικὰ ἐναντίον σου ἀπὸ μανία καὶ μίσος καὶ νὰ σὲ ἀποστρέφονται σὰν ἐχθρὸ καὶ νὰ μὴ θέλουν οὔτε νὰ σὲ δοῦν.
  8. Ὅταν βλέπεις τὴ θλίψη ποὺ προκαλεῖται ἐξαιτίας σου στοὺς γονεῖς, τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τοὺς φίλους, γέλα σὲ βάρος τοῦ δαίμονα ποὺ ὑποβάλλει ποικιλότροπα νὰ γίνονται ὅλα αὐτὰ ἐναντίον σου. Μὲ φόβο καὶ μεγάλη σπουδὴ ἀποτραβήξου καὶ παρακάλεσε ἐκτενῶς τὸ Θεὸ νὰ φτάσεις τὸ ταχύτερο σὲ λιμάνι καλοῦ πνευματικοῦ πατέρα, ὅπου αὐτὸς θὰ ἀναπαύσει τὴν κουρασμένη καὶ φορτωμένη ψυχή σου. Γιατί τὸ πέλαγος τοῦ βίου κρύβει πολλὰ ποὺ προξενοῦν κινδύνους καὶ τὴν πλήρη ἀπώλεια.
  9. Ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ μισήσει τὸν κόσμο, ὀφείλει νὰ ἔχει ἀγάπη στὸ Θεὸ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του, καὶ ἀέναη τὴ μνήμη Του. Γιατί τίποτε, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτά, δὲν κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀφήνει τὰ πάντα μὲ χαρὰ καὶ νὰ τὰ ἀποστρέφεται σὰν σκύβαλα.
  10. Μὴ θελήσεις καθόλου νὰ μείνεις στὸν κόσμο γιὰ εὔλογες ἢ παράλογες αἰτίες, ἀλλ’ ὅταν κληθεῖς, ὑπάκουσε ἀμέσως. Γιατί σὲ κανένα ἄλλο δὲν εὐχαριστεῖται ὁ Θεός, ὅσο στὴν ταχεία ἀνταπόκρισή μας. Καλύτερα σύντομα ὑπακοὴ μὲ φτώχεια, παρὰ ἀργοπορία μὲ πολλὰ ὑπάρχοντα.
  11. Ἀφοῦ ὁ κόσμος καὶ τὰ τοῦ κόσμου εἶναι ὅλα πρόσκαιρα, κι ὁ Θεὸς εἶναι ἄφθαρτος καὶ ἀθάνατος, νὰ χαίρεστε ὅσοι γι’ Αὐτὸν ἀφήσατε τὰ φθαρτά. Φθαρτὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ πλοῦτος καὶ τὰ χρήματα, ἀλλὰ καὶ κάθε ἡδονὴ καὶ ἀπόλαυση τῆς ἁμαρτίας εἶναι φθορά. Μόνο οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ εἶναι φῶς καὶ ζωή. Καὶ ἔτσι τὶς ὀνομάζουν ὅλοι. Συνέχεια