Μάιος 2020
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
« Απρ    
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Προσέγγιση τοῦ Κυρίου μὲ τίμια πάλη καὶ περίλυπη ἀγάπη

 

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ

 

«Μνημόνευε Ἰησοῦν Χριστὸν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν»[1]

Ἀναφέρεται στὸ Εὐαγγέλιο ὅτι, οἱ μαθητὲς «ἦσαν συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων»[2]. Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ διαβλέψει ὅτι ὁ φόβος δὲν ἦταν τὸ μόνο κίνητρο ποὺ τοὺς συγκέντρωσε. Ἴσως μάλιστα νὰ ἦταν λιγότερο ἐκτεθειμένοι ἂν εἶχαν παραμείνει διασκορπισμένοι. Μᾶλλον συναντήθηκαν, διότι ἡ καρδιὰ ὅλων τους φλεγόταν μὲ τὴν ἴδια ἀγάπη γιὰ τὸν Διδάσκαλο, ποὺ δροῦσε ὡς καταλύτης ἑνότητας. Εἶχαν γίνει μάρτυρες τοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη τοὺς γι’ Αὐτὸν Τὸν κρατοῦσε ζωντανὸ ἐντός τους. Ὁ Κύριος ἄκουσε τοὺς στεναγμοὺς αὐτῆς τῆς φοβισμένης ἀγάπης καὶ κόλλησε σὲ αὐτοὺς τὴ δική Του ἀγάπη. Τοὺς φανερώθηκε καὶ τοὺς ἔδωσε τὴν εἰρήνη Του.

Ἀπὸ τὶς ἀναστάσιμες ἐμφανίσεις τοῦ Κυρίου συνάγεται τὸ συμπέρασμα ὅτι ἔλαβαν χώρα, ὅταν ὁ Κύριος διέβλεπε στὴν καρδιὰ τῶν μαθητῶν Του τὴ ζωντανὴ αἴσθηση τῆς περίλυπης ἀγάπης. Ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ πῆγε «λίαν πρωὶ» στὸ μνῆμα τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ προσκομίσει τὰ μύρα κατώδυνου πόθου της καὶ νὰ ἀποτίσει στὸν Κύριο τιμὲς ποὺ ἔπρεπαν σὲ νεκρό. Δὲν γνώριζε γιὰ τὴν Ἀνάσταση, ἐντούτοις ὁ Χριστὸς παρέμενε ζωντανὸς στὴν καρδιά της, λόγω τῆς θερμῆς ἀγάπης γιὰ τὸν Εὐεργέτη της, Αὐτὸν ποὺ τὴν ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὴν τυραννία ἑπτὰ δαιμόνων. Ὁ Ἀναστάς Κύριος ποὺ «καρδίας πάντων γινώσκει»[3], ἕνωσε τὸ πνεῦμα Του στὸ πνεῦμα τῆς Μαγδαληνῆς καὶ τῆς ἐμφανίσθηκε γιὰ νὰ «ἐξαλείψη πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῆς»[4] καὶ νὰ τῆς μεταδώσει, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεσή Του, τὴ χαρὰ τὴν «ἀναφαίρετη»[5].

Οἱ μαθητὲς πρὶν τὰ συνταρακτικὰ γεγονότα τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου ζοῦσαν σὲ ἁγία ἀτμόσφαιρα συνεχοῦς ἐκστάσεως, ἐκπλήξεως καὶ ἐξάρσεως χαρᾶς. Θεωροῦσαν, ἄλλοτε λιγότερο καὶ ἄλλοτε περισσότερο ἐναργῶς, «τὴν δόξαν Αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ Πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας»[6]. Γίνονταν διαρκῶς μάρτυρες, ἀφενὸς τῶν ὑπερφυσικῶν σημείων καὶ θαυμάτων ποὺ ἐπιτελοῦσε ὁ Κύριος, καὶ ἀφετέρου τοῦ ἐνθουσιασμοῦ τῶν ἀνθρώπων ποὺ Τὸν εὐφημοῦσαν καὶ προσέβλεπαν σὲ Αὐτὸν ὡς τὸν ποθούμενο Μεσσία. Ἀκόμη καὶ στοὺς ἴδιους εἶχε δοθεῖ «ἐξουσία πνευμάτων ἀκαθάρτων ὥστε ἐκβάλλειν αὐτὰ καὶ θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν»[7]. Ἀπὸ τὴ δοξασμένη χαρὰ καταποντίστηκαν σὲ ἄβυσσο θλίψεως. Ὅσο ἀτέρμονη ἦταν ἡ ἀγαλλίαση ποὺ τοὺς διακατεῖχε «ἐφ’ ὅσον χρόνον μετ’ αὐτῶν ἦν ὁ νυμφίος»[8] καὶ ὅσο ἄφθαρτη ἦταν ἡ παρηγοριὰ ποὺ ξεχείλιζε ἀπὸ τὴν καρδιά τους στὴν παρουσία Του, τόσο ἀπύθμενη ἦταν ἡ θλίψη τοὺς τώρα, ποὺ ὁ Κύριος εἶχε θανατωθεῖ «πρὸς ὥραν». Ὡστόσο, τὴν ἐνέργεια τοῦ φόβου καὶ τῆς ἀγωνίας, τὴ μετέτρεψαν σὲ ἐνέργεια προσευχῆς καὶ τὴ λύπη ποὺ κατέκλυζε τὴν καρδιὰ τους τὴν ἐξέχυσαν ὡς χείμαρρο ἱκεσίας ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ Παράκλητος Κύριος «εἰσήκουσε τὸν στεναγμὸν αὐτῶν»[9] καὶ ἀπάντησε στὴν προσευχή τους μὲ τὴν παρουσία Του. Εἰσῆλθε ἀνάμεσά τους γιὰ νὰ τοὺς δώσει τὴ δική Του εἰρήνη, τὴν «πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν»[10], «οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσι»[11], καὶ νὰ μετατρέψει τὴ λύπη τους σὲ χαρά, διότι κάθε ἐπαφὴ μὲ τὴ θεικὴ παρουσία ἀλλοιώνει ριζικὰ τὸν ἄνθρωπο. Φωτίζει τὸν νοῦ καὶ γαληνεύει τὴν καρδιά. Ἀντιθέτως, ἡ ἐπαφὴ μὲ τὸ πνεῦμα τῆς πονηρίας, ἔστω καὶ ἂν πλησιάζει ὡς προβατόσχημος λύκος, μεταδίδει ταραχή.

Ὁ ἴδιος πνευματικὸς νόμος ποὺ ἴσχυε τότε γιὰ τοὺς μαθητές, ἰσχύει μέχρι σήμερα στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεῖ κάποιος τὸν Κύριο καὶ νὰ φέρει στὴν καρδιὰ τοῦ τὴ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως, ἂν δὲν αἰσθανθεῖ πρῶτα στὰ βάθη τοῦ εἶναι του τὴν ὀδύνη τῶν παθημάτων καὶ τὴ θλίψη τῆς Σταυρώσεως. Ἕνα εἶδος σταυρώσεως γιὰ τὸν πιστὸ εἶναι ἡ συνειδητοποήση τῆς πενίας του, ἡ θεωρία τῆς βδελυρότητάς του. Ἂν ὁ πιστὸς φέρει πάντοτε περίλυπη ἀγάπη στὴν καρδιά του γιὰ τὰ ὑστερήματα καὶ κυρίως γιὰ τὴν ἀδυναμία του νὰ ἀποδώσει σὲ ἕνα τέτοιο Θεὸ καὶ Σωτήρα ὅπως ὁ Χριστὸς ἄξια εὐχαριστία, τότε σίγουρα δὲν θὰ παραβλέψει ὁ Κύριος καὶ τὴ δική του λύπη. Θὰ φανερώσει στὸν δοῦλο του τὴ δύναμη τῆς Ἀναστάσεώς Του, μὲ ἕνα τρόπο πνευματικό. Θὰ ἐμφανίσει δηλαδὴ τὸν Ἑαυτό Του, ἀοράτως, ἀλλὰ αἰσθητῶς στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου.

Οἱ Μαθητὲς «ἐχάρησαν ἰδόντες τὸν Κύριον»[12]. Ἡ χαρὰ τους ὅμως δὲν ἦταν ψυχολογική, ἀλλὰ πνευματικὴ καὶ ἀνύψωσε τὸ πνεῦμα τους στὸν Οὐρανό. Τοὺς ἐνέπλησε μὲ τὴν εἰρήνη Του, μὲ ἀγαλλίαση, ἀλλὰ ἀκόμη περισσότερο μὲ τὴν ἴδια τὴ ζωή Του, καθὼς «ἐνεφύσησε καὶ εἶπεν αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον»[13]. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ πράξη τοῦ Κυρίου φέρνει στὸ νοῦ τὴ μεγαλειώδη στιγμὴ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν «ἐπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν»[14]. Ὅπως τότε ὁ Θεὸς μὲ τὴν πνοὴ Του μετέδωσε ζωὴ στὸ «κατ’ εἰκόναν καὶ καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ» κτίσμα, ἔτσι καὶ τώρα ὁ Χριστὸς ἐμφυσώντας στὰ πρόσωπα τῶν μαθητῶν, τοὺς ἀναδημιούργησε καὶ τοὺς μετέδωσε τὸ Πνεῦμα τῆς ζωῆς τῆς αἰωνίου.

Μὲ τὸν λόγο, «λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον» ἐγκαινιάσθηκε καινούργια δημιουργία. Ἡ πνοὴ ποὺ τοὺς μετέδωσε ἦταν φορέας τῆς προκαταρκτικῆς δόσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ θὰ θεράπευε καὶ θὰ δυνάμωνε τὴ φύση τους, ὥστε νὰ μπορέσει νὰ βαστάσει τὴ χάρη τοῦ Παρακλήτου τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τὸ πλήρωμα δηλαδὴ τῆς θείας ἀγάπης. Διότι, ἂν δὲν ἐνισχυθεῖ ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου, δὲν μπορεῖ νὰ βαστάξει τίποτε τὸ Οὐράνιο. «Ψυχικὸς ἄνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ Πνεύματος»[15]. Οἱ Μαθητὲς κατὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου ἔλαβαν τὸ χρίσμα τῆς χάριτος. Οἱ καρδιὲς τους δέχθηκαν τὸν ἀρραβώνα τοῦ Πνεύματος[16], ποὺ θὰ τὶς ἀνάπλαθε στὶς ἀποστολικὲς καρδιές, οἱ ὁποῖες θὰ «σαγήνευαν τὴν οἰκουμένην»[17]. Τὸ «μικρὸ ποίμνιο»[18], τὸ συνηγμένο «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων», μεταμορφώθηκε στὴν κρυμμένη ζύμη, ποὺ ἔμελλε νὰ ζυμώσει ὅλο το φύραμα, ὅλο τὸν κόσμο στὴ διάρκεια τῶν αἰώνων.

Ὁ ἀπόστολος Θωμὰς ὑπέπεσε σὲ πειρασμό, ὄντας χωρισμένος ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς του καὶ βρέθηκε ἀντιμέτωπος μὲ τὸν κίνδυνο τῆς αἰώνιας ἀπώλειας, ἐκφράζοντας λόγους δυσπιστίας καὶ ἀμφιβολίας. Ὁ Θεὸς ὅμως δὲν ὀργίζεται μὲ τὸν ἄνθρωπο ἂν ἐπιδείξει ἀπιστία, φθάνει νὰ εἶναι εἰλικρινής. Ἡ ἐπιθυμία Του εἶναι νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος ἑκούσια το πείραμά του, νὰ γευθεῖ καὶ νὰ δεῖ «ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος»[19] καὶ ἔτσι ἐλεύθερα νὰ Τοῦ παραδοθεῖ, ἀσπαζόμενος τὸ θέλημά Του ὡς τὸν μοναδικὸ νόμο τῆς ὑπάρξεώς του, ἔστω καὶ ἂν ἀντιτίθεται στὸν ψυχισμό του.

Στὴ ζωὴ κάθε πιστοῦ θὰ ἔλθει στιγμή, κατὰ τὴν ὁποία θὰ παλέψει μὲ τὸν Θεό. Ὡστόσο, ὑπάρχει τίμια πάλη καὶ πάλη ἀπὸ ὑπερηφάνεια, ὑπάρχει ἐπιθυμία γιὰ μεγαλύτερο πλήρωμα γνώσεως καὶ νοσηρὴ ἀμφιβολία. Ἡ τίμια πάλη, ἀργὰ ἡ γρήγορα, ὁδηγεῖ στὴ βεβαιότητα τῆς ἀκράδαντης πίστεως καὶ στὴ φλογερὴ ἀγάπη γιὰ τὸν Κύριο, γι’ αὐτὸ εἶναι πολυτιμότερη ἀπὸ τὴ χλιαρὴ πίστη[20]. Ὁ ἄνθρωπος θέλει καὶ παλεύει νὰ μάθει, ὥστε νὰ δεχθεῖ πληροφορία στὴν καρδιά του γιὰ τὴν ἀλήθεια. Ἡ εἰδοποιὸς διαφορὰ μεταξὺ τίμιας καὶ νόθου πάλης ἔγκειται στὴν προαίρεση τοῦ πιστοῦ. Φανερώνεται μὲ τὴ στάση ποὺ θὰ υἱοθετήσει, ὅταν τοῦ ἀποκαλυφθεῖ ἡ ἀλήθεια, κατὰ πόσο δηλαδὴ θὰ παραδοθεῖ, ὅπως ὁ Θωμᾶς, στὴ λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ μὲ ὅλη του τὴν καρδιά, ζωντας στὸ ἑξῆς ὄχι γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ «τῷ ὑπὲρ αὐτοῦ ἀποθανόντι καὶ ἐγερθέντι»[21]. Ὅλοι οἱ Ἅγιοι στὴν πάλη τους μὲ τὸν Θεὸ χάρηκαν ὅταν ἡττήθηκαν καὶ γνώρισαν τὴν ἀδικία τοὺς μπροστὰ στὴν ἄμωμη ἀγάπη Του.

Ὁ Θωμᾶς δὲν ἀρκέστηκε στὴν ἄμεση διαβεβαίωση τῶν ἄλλων Ἀποστόλων γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ἀπαίτησε νὰ βάλει τὸ δάχτυλό του «εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων καὶ τὴν χείρα αὐτοῦ εἰς τὴν πλευρὰν τοῦ Κυρίου»[22]. Πράγματι, ὁ Χριστὸς ἐμφανίσθηκε χάριν τῆς σωτηρίας του καὶ τοῦ ἔδειξε τοὺς τύπους τῶν ἥλων καὶ τὴν πλευρά Του, κατακλείοντας μὲ τὴν παραίνεση: «Μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστὸς»[23].Τότε ζωοποιήθηκε ἡ καρδιὰ τοῦ Θωμᾶ, καὶ ἀκλόνητη πλέον, ὁμολόγησε τὸν Ἀναστάντα Κύριο. Ἡ πρόσληψη τῆς χάριτος, ποὺ ἀναζωογονεῖ τὴν καρδιά, ἐνισχύει τὴν πίστη καὶ μεταβιβάζει «ἐκ σκότους εἰς τὸ θαυμαστὸν Αὐτοῦ φῶς»[24], συνιστᾶ τὴν ἐμπειρία τῆς Ἀναστάσεως. Ἡ πίστη ὅμως δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ὅραση πνευματική, ποὺ διαρκῶς ἐνορᾶ καὶ μνημονεύει τὸν Ἀναστάντα Κύριο καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο δίνει ὑπόσταση στὰ μὴ βλεπόμενα, στὰ ἀναμενόμενα ἀγαθά της Βασιλείας τοῦ Θεοῦ[25]. Ὡς ἐκ τούτου, στὴν ἐκστατικὴ ὁμολογία τοῦ Θωμᾶ, ἡ ἀπόκριση τοῦ Κυρίου ἦταν «μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες»[26].

Εἶναι βεβαίως, μακάριο καὶ τρισμακάριο νὰ δεῖ κάποιος τὸν Κύριο ὅπως ὁ ἅγιος Σιλουανός, ἀλλὰ ἴσως εἶναι μακαριότερο, ὅταν ὁ πιστὸς βρίσκεται διαρκῶς στὴν παρουσία Του καὶ Τὸν βλέπει μὲ τὰ μάτια τῆς πίστεως ζωντανὸ στὴν καρδιά του. Τέτοιου εἴδους ὅραση εἶναι ἀσφαλὲς τεκμήριο τῆς ἐνοικήσεως τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸ τέλος αὐτῆς τῆς πίστεως, σύμφωνα μὲ τὸν ἀπόστολο Πέτρο, εἶναι «σωτηρία ψυχῶν»[27]. Ὁ μέγας αὐτὸς μάρτυρας τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μιλάει μὲ πειθὼ γιὰ τὴν «ἀνεκλάλητη καὶ δεδοξασμένη χαρὰ» μὲ τὴν ὁποία θὰ ἀγάλλονται ὅσοι ἀγαποῦν τὸν Κύριο Ἰησοῦ, χωρὶς νὰ Τὸν ἔχουν γνωρίσει κατὰ σάρκα, καὶ πιστεύουν σὲ Αὐτόν, χωρὶς νὰ Τὸν βλέπουν αἰσθητὰ[28].

Ὅταν ἡ Ἐκκλησία ψάλλει, «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι προσκυνήσωμεν ἅγιον Κύριον Ἰησοῦν τὸν μόνον ἀναμάρτητον», ἀσφαλῶς δὲν ψεύδεται, ἀλλὰ ἐκφράζει τὴν ἐμπειρία τῶν ἁγιασμένων καὶ τελείων μελῶν της. Στοὺς κόλπους τῆς συνυπάρχουν, ἀφενὸς ἡ τέλεια ὀντολογικὴ γνώση τοῦ Κυρίου ἀπὸ τοὺς Ἁγίους της καὶ ἀφετέρου ἡ ἀτελής, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ μακάρια, γνώση τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ διὰ τῆς πίστεως ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα μέλη της. Ὅποιος πιστεύει σὲ Αὐτόν, ἀγωνίζεται νὰ ἐκπληρώσει τὶς ἐντολές Του. Ὡστόσο, σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Σωφρόνιο: «Οἱ ἐντολὲς Τοῦ εἶναι τὸ ἄκτιστο Φῶς, μέσα στὸ ὁποῖο Αὐτὸς μας ἀποκαλύπτεται ἰδιαίτερα “καθὼς ἐστιν”»[29]. Ἑπομένως, ὅποιος ἀγωνίζεται νὰ τηρήσει τὶς ἐντολές, σταδιακὰ Τὸν ἀνακαλύπτει ὁλοένα καὶ ἐναργέστερα.

Ὁ Κύριος ἐμφανίζεται μὲ τρόπο ἀμυδρό, ὄχι ἐναργῆ, στὴ δημιουργία Του. Ἡ ὀμορφιὰ τῆς φύσεως καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ὅλα λειτουργοῦν μὲ τέτοια τελειότητα, μαρτυροῦν ὅτι εἶναι ἔργο τῶν χειρῶν Του, ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Δημιουργὸς καὶ Συντηρητὴς τῆς κτίσεως. Ὡστόσο, ὁ Κύριος μὲ τοὺς παραπάνω λόγους ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ ἐμφανίσει τὸν Ἑαυτό Του μὲ ἕνα ἄλλο τρόπο, προσωπικό, ἐκ τῶν ἔσω. Ὁ Θωμᾶς ἀπαιτοῦσε τεκμήρια γιὰ νὰ πιστέψει στὴν Ἀνάσταση. Ὅταν ὅμως ἡ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὸν ἐπεσκίασε, γνώριζε, χωρὶς νὰ ψηλαφήσει, ὅτι ὁ Κύριος εἶναι ὁλοζώντανος μέσα στὴν καρδιά του.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει τὸν μαθητὴ τοῦ Τιμόθεο, νὰ μνημονεύει τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ «ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν»[30], ὥστε νὰ μὴ χάνει ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ τὴ ζῶσα αἴσθηση τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου. Τὸ ἀδιάσειστο τεκμήριο τῆς Ἀναστάσεως εἶναι ἡ ζέουσα ἀγάπη στὰ ἐνδόμυχά της καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου. «Μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες»[31].

Ἀρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου

 

Παραπομπές:

[1].Β’ Τιμ. 2,8.

[2]. Ἰωάν. 20,19.

[3]. Παροιμ. 24,12.

[4]. Βλ. Ἀποκ. 7,17 καὶ 21,4.

[5]. Βλ. Ἰωάν. 16,22.

[6]. Ἰωάν. 1,14.

[7]. Ματθ. 10,1.

[8]. Βλ. Ματθ. 9,15· Μάρκ. 2,19-20· Λουκ. 5,34-35.

[9]. Βλ. Ἐξ. 2,24.

[10]. Βλ. Φιλιπ. 4,7.

[11]. Βλ. Ἰωάν. 14,27.

[12]. Ἰωάν. 20,20.

[13]. Βλ. Ἰωάν. 20,22.

[14]. Γέν. 2,7.

[15]. Ἃ’ Κορ. 2,14.

[16]. Βλ. Β’ Κορ. 1,21-22 καὶ 5,5· Ἔφ. 1,13-14.

[17]. Βλ. Ἀπολυτίκιο Πεντηκοστῆς.

[18]. Λουκ. 12,32.

[19]. Βλ. Ψάλμ. 33,9.

[20]. Πρβλ. Ἀποκ. 3,15-16.

[21]. Βλ. Β’ Κορ. 5,15.

[22]. Ἰωάν. 20,25.

[23]. Ἰωάν. 20,27.

[24]. Ἃ’ Πετρ. 2,9.

[25]. Πρβλ. Ἑβρ. 11,1 καὶ 27.

[26]. Ἰωάν. 20,29.

[27]. Βλ. Ἃ’ Πετρ. 1,9.

[28]. Βλ. Ἃ’ Πετρ. 1,8.

[29]. Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, σ. 234.

[30]. Β’ Τιμ. 2,8.

[31]. Ἰωάν. 20,29.