Ἱεράρχες

Ἐγκωμιαστικός λόγος στόν ἅγιο Ἰγνάτιο το Θεοφόρο

AgiosIgnatios04Ξέσπασε κάποτε φοβερός πόλεμος ἐναντίον τῶν Ἐκκλησιῶν καί σάν φοβερότατη τυραννίδα ξαπλώθηκε στή γῆ καί ὅλοι ἁρπάζονταν μέσα ἀπό τήν ἀγορά, χωρίς καμιά κατηγορία, ἀλλ’ ἁπλῶς γιατί ἀπαλλάχθηκαν ἀπό τήν πλάνη καί ἔτρεξαν πρός τήν εὐσέβεια, γιατί ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τή θρησκεία τῶν δαιμόνων, γιατί γνώρισαν τόν ἀληθινό Θεό καί προσκύνησαν τόν Μονογενῆ Υἱό Του· καί γιά ἐκεῖνα γιά τά ὁποῖα ἔπρεπε αὐτοί νά στεφανώνονται, νά θαυμάζονται καί νά τιμοῦνται, τώρα τιμωροῦνταν καί περιβάλλονταν ἀπό μύρια κακά ὅλοι ἐκεῖνοι πού δέχθηκαν τήν πίστη, καί πολύ περισσότερο οἱ προϊστάμενοι τῶν Ἐκκλησιῶν.

Διότι ὁ διάβολος, ὄντας κακοῦργος καί φοβερός στό νά μηχανορραφεῖ τέτοιες ἐπιβουλές, ἔλπισε ὅτι, ἐάν ἀφαιρέσει τούς ποιμένες, θά μπορέσει εὔκολα νά διασκορπίσει τά πρόβατα. Ὁ Θεός ὅμως πού συλλαμβάνει τούς σοφούς στήν πανουργία τους, θέλοντας νά δείξει σ’ αὐτόν, ὅτι δέν κυβερνοῦν τίς Ἐκκλησίες Του ἄνθρωποι, ἀλλ’ Αὐτός εἶναι Ἐκεῖνος πού ποιμαίνει παντοῦ ὅσους πιστεύουν σ’ Αὐτόν, ἐπέτρεψε νά γίνει αὐτό … γιατί ὁ Θεός εἶναι Ἐκεῖνος πού καθοδηγεῖ παντοῦ τίς Ἐκκλησίες, καί δέν εἶναι δυνατό ποτέ νά βγεῖ νικητής ἐκεῖνος πού πολεμᾶ τόν Θεό.

Καί δέν διέπραξε ὁ διάβολος αὐτό μόνο τό κακούργημα, ἀλλά καί ἄλλο ὄχι μικρότερο ἀπ’ αὐτό. Ὅτι δηλαδή, δέν ἄφηνε νά σφάζονται οἱ ἐπίσκοποι στίς πόλεις πού ἦταν προϊστάμενοι, ἀλλά τούς φόνευε ὁδηγώντας τους σέ ξένη πόλη. Καί αὐτό τό ἔκανε ἐπιδιώκοντας ἔτσι νά μείνουν ἔρημοι ἀπό φίλους καί συγχρόνως, ἐλπίζοντας νά τούς καταστήσει ἀσθενέστερους μέ τόν κόπο τῆς ὁδοιπορίας, πράγμα λοιπόν πού ἔκαμε καί στόν μακάριο αὐτόν ἱεράρχη. Διότι ἀπό τήν πόλη μας τόν φόνευσε στή Ρώμη, κάνοντάς του μακρότερη τήν ὁδοιπορία, καί ἐλπίζοντας –μέ τό μῆκος τῆς ὁδοῦ καί τό πλῆθος τῶν ἡμερῶν πού θά μεσολαβοῦσαν μέ τό ταξίδι– νά καταβάλει τό φρόνημά του, μή γνωρίζοντας ὅμως ὅτι, ἔχοντας αὐτός στήν τόσο μεγάλη ὁδοιπορία του συνοδοιπόρο καί συνταξιδιώτη τόν Ἰησοῦ, γινόταν πιό ἰσχυρός, παρεῖχε μεγαλύτερη ἀπόδειξη τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ πού ὑπῆρχε μαζί του καί σφυρηλατοῦσε ἔτσι περισσότερο τίς Ἐκκλησίες. Διότι οἱ πόλεις πού ὑπῆρχαν κατά μῆκος τῆς ὁδοῦ πού περνοῦσε, συντρέχοντας ἀπό παντοῦ, ἐνίσχυαν τόν ἀθλητή καί τόν προέπεμπαν μέ πολλά ἐφόδια, συναγωνιζόμενες μέ αὐτόν μέ τίς προσευχές καί τίς παρακλήσεις τους. Συνέχεια

Ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς (+1805)

agios-makarios-620x861[1]

 Ὁ Ἅγιος Μακάριος (κατὰ κόσμον Μιχαὴλ) γεννήθηκε τὸ 1731 στὰ Τρίκαλα τῆς Κορινθίας καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴ σπουδαία οἰκογένεια τῶν Νοταράδων. Ὁ πατέρας του Γεωργαντᾶς (ἢ Γεώργιος), πρόκριτος τῆς περιοχῆς Κορινθίας, ἀπέκτησε ἀπὸ τὸ γάμο του μὲ τὴν ἐνάρετη Ἀναστασία ἐννιὰ παιδιά. Ἀπὸ τὸν Εὐστάθιο, δάσκαλο ἀπὸ τὴν Κεφαλληνία, διδάχθηκε τὰ πρῶτα γράμματα στὸ μοναστήρι τῆς Παναγίας. Ἔδειξε τὴν κλήση του πρὸς τὰ ἔργα τῆς εὐσέβειας καὶ τὴν ἀγάπη του πρὸς τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ μικρός. Ὡς ἐπιστάτης τῶν οἰκογενειακῶν κτημάτων ἀπέτυχε ἀφοῦ ὄχι μόνο δὲν μποροῦσε νὰ εἰσπράξει τὰ ἐνοίκια ἀπὸ τοὺς χωρικοὺς ἀλλὰ μοίραζε καὶ τὰ δικά του στοὺς φτωχούς. Ὁ πατέρας του δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ γίνει μοναχὸς στὴ Μονὴ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου καὶ ἔτσι ἐπιδόθηκε στὴ μελέτη τῶν θείων γραφῶν καὶ πατερικῶν κειμένων.

Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ δασκάλου του ἀνέλαβε δωρεὰν γιὰ ἔξι χρόνια νὰ διδάξει τοὺς μαθητὲς τῆς Κορίνθου. Αὐτὸ δημιούργησε τὸ μεγάλο θαυμασμὸ καὶ τὴν ἐκτίμηση τῶν συμπολιτῶν του μὲ ἀποτέλεσμα τὸ 1764 ὅλος ὁ κλῆρος καὶ ὁ λαὸς τῆς περιοχῆς νὰ ζητήσει ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο νὰ τὸν χειροτονήσει ὡς ἐπίσκοπο Κορίνθου μετὰ τὴ χηρεία τοῦ μητροπολιτικοῦ θρόνου. Ὁ ἅγιος Μακάριος θεώρησε τὴν ὁμόφωνη γνώμη κλήρου καὶ λαοῦ ὡς κλήση Θεοῦ καὶ δέχθηκε τὸ ἀξίωμα τῆς Ἀρχιεροσύνης. Κατὰ τὴν χειροτονία του ὀνομάσθηκε Μακάριος.

Ὡς ἀρχιερέας ἔκανε μεγάλο ἀναμορφωτικὸ ἔργο. Φρόντισε γιὰ τὴν ἐπιμόρφωση τοῦ κλήρου. Ἔπαυσε τοὺς ἀγράμματους ἢ ὑπέργηρους κληρικοὺς καὶ ὅσους εἶχαν ἀναμειχθεῖ σὲ πολιτικὰ ζητήματα. Πρόσεχε πολὺ τὶς χειροτονίες του καὶ ἦταν πιστὸς τηρητὴς τῶν ἱερῶν κανόνων. Φρόντισε γιὰ τὴν ἵδρυση σχολείων καὶ γιὰ τὸ κήρυγμα τῆς μετανοίας στὸ ἀκαλλιέργητο λαὸ τῆς ἐπαρχίας του.

Τὸ ἔργο τοῦ διέκοψε ὁ Ρωσοτουρκικὸς πόλεμος (1768-1774). Μετὰ τὴν καταστολὴ τῆς ἐξέγερσης λόγω τῶν αἱματηρῶν ἀντιποίνων τῶν Τούρκων κατέφυγε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴ ἀρχὴ στὴ Ζάκυνθο, στὴν ὁποία γιὰ τρία χρόνια δίδασκε τὸ λαό, καὶ μετὰ στὴ Ὕδρα. Ποτὲ δὲν ἐπέτρεψε στὴν ἐπαρχία του. Ἀντικαταστάθηκε χωρὶς νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ νέο ἐπίσκοπο ποὺ ἀναγκάσθηκε μετὰ ἀπὸ πιέσεις νὰ διορίσει τὸ Οἰκ. Πατριαρχεῖο. Ἀπὸ τότε ὑπογράφει «ὁ ἀπὸ Κορίνθου Μακάριος».

Συνέχεια

Ὁ Ἅγιος Διονύσιος καὶ ἡ ἀγάπη στοὺς ἐχθροὺς

 

π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης

agios_dionisios_zakinthou_061[1]α) Στὸ συναξάρι τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ ἐκ Ζακύνθου (1547-1622), ποὺ ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ στὶς 17 Δεκεμβρίου, ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς:

“Μία μέρα ὁ δολοφόνος τοῦ ἀδελφοῦ του Ἁγίου ἔφθασε στὴ Μονὴ κυνηγημένος ἀπὸ τὶς ἀρχὲς καὶ τοὺς συγγενεῖς τοῦ θύματος, καὶ ζήτησε καταφύγιο ἀπὸ τὸν ἅγιο Διονύσιο, χωρὶς νὰ ξέρει γιὰ ποιὸν ἐπρόκειτο. Μαθαίνοντας τὸ λόγο τῆς καταδίωξης καὶ τὴν ταυτότητα τοῦ θύματος, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ προχώρησε πρὸς τὸν δολοφόνο μὲ συμπόνια, τὸν παρηγόρησε, τὸν παρότρυνε νὰ μετανοήσει καὶ τὸν ἔκρυψε”.

β) “Ὅταν οἱ ἀστυνομικοὶ ἔφθασαν στὸ μοναστήρι, ὁ ἅγιος ὑποκρίθηκε ἄγνοια καὶ προσπάθησε μὲ λόγια εἰρηνικὰ νὰ τοὺς καθησυχάσει. Μόλις ἐκεῖνοι ἀπομακρύνθηκαν, ἔβγαλε τὸν δολοφόνο ποὺ εἶχε παραλύσει ἀπὸ τρόμο καὶ ἔκπληξη, καὶ τὸν ἄφησε ἐλεύθερο νὰ ἐργαστεῖ γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς του”. Ἡ στάση αὐτὴ τοῦ ἁγίου Διονυσίου φαίνεται παράδοξη καὶ ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἀνθρώπινη λογική. Βρίσκεται ὅμως σὲ ἀπόλυτη συμφωνία μὲ τοὺς λόγους τοῦ Χριστοῦ: “Νὰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας. Εὐεργετεῖτε ὅσους σᾶς μισοῦν. Δίνετε εὐχὲς σὲ ὅσους σᾶς δίνουν κατάρες, προσεύχεσθε γι’ αὐτοὺς ποὺ σᾶς κακομεταχειρίζονται” (Λουκ. 6, 27-28).

γ) Πολλοί, ἀκόμη καὶ χριστιανοί, θεωροῦν ὅτι τὸ εὐαγγελικὸ μήνυμα τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ἐχθροὺς εἶναι οὐτοπικό, ἀνέφικτο καὶ ἀνεφάρμοστο. Ἄλλοι διατείνονται ὅτι ἀφορᾶ μικρὲς κλειστὲς κοινότητες ἢ τὴν ἰδιωτικὴ ζωή. Ἄλλοι πάλι τὸ δέχονται ἰδεολογικά, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐφαρμόζουν πρακτικά. Ἄλλοι, γιὰ νὰ τὸ ἀπορρίψουν, ἐπικαλοῦνται τὸ δυτικὸ μεσαίωνα καὶ τοὺς θρησκευτικοὺς πολέμους ποὺ αἱματοκύλησαν τὴ γηραιὰ ἤπειρο.

δ) Ἀλλὰ καὶ ἡ νεότερη δυτικὴ φιλοσοφία παρερμήνευσε τὸ νόημα τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης. Ο Kant τὴν κατενόησε ὡς καθῆκον, ὁ Schopenhauer ὡς συμπόνια καὶ ὁ Nietzsche ὡς ἔκφραση ἐσωτερικῆς ἀδυναμίας. Καὶ τὸ ἐρώτημα ποὺ εὔλογα ἀνακύπτει εἶναι: Τελικά, ποιὰ ἀπήχηση μπορεῖ νὰ ἔχει στὴ σύγχρονη ἀνταγωνιστικὴ καὶ ἀτομοκεντρικὴ κοινωνία τὸ μήνυμα τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ἐχθρούς; Κι ὅμως, τὸ ἐρώτημα μπορεῖ νὰ ἀντιστραφεῖ: Μπορεῖ ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη νὰ εἶναι ἀληθινὴ καὶ αὐθεντικὴ ἐὰν δὲν περιλαμβάνει καὶ τοὺς ἐχθρούς;

ε) Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης γράφει ὅτι “ἡ ψυχὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει εἰρήνη ἂν δὲν προσεύχεται γιὰ τοὺς ἐχθρούς… Χωρὶς τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν μποροῦμε ν’ ἀγαποῦμε τοὺς ἐχθρούς μας… Ἂν δὲν ἔχεις ἀγάπη, τότε τουλάχιστον μὴν τοὺς διαβάλλεις καὶ μὴν τοὺς καταριέσαι, καὶ τότε καλύτερο θὰ εἶναι… Ὅποιος, ὅμως, σκέφτεται τὸ κακὸ γιὰ τοὺς ἐχθρούς του, σημαίνει πὼς δὲν ἔχει τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν γνώρισε ἀκόμη τὸν Θεό… μᾶλλον κάποιο πονηρὸ πνεῦμα εἰσῆλθε στὴν καρδιά του καὶ τῆς φέρνει κακοὺς λογισμούς”.

Συνέχεια

Καππαδόκης Μέγας Βασίλειος καὶ ἡ θεία Λειτουργία του

Παναγιώτη Ι. Σκαλτσῆ

images-stories-photogallery-agioi-SAINT_VASILIOS-web-243x300[1]Μεταξὺ τῶν τριῶν Καππαδοκῶν Πατέρων ἐξέχουσα θέση κατέχει ὁ Μέγας Βασίλειος, ἡ λαμπρὴ αὐτή μορφὴ τῆς Μικρασιατικῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἕνας ἀπὸ τούς οἰκουμενικοὺς διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας1. Στὸ πρόσωπό του συγκεντρώθηκε πράγματι ὅλη ἡ σοφία, ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ ἁγιότητα. Κατὰ τὸν ἱερό ὑμνογράφο ἔγινε σοφίας ἐραστής καὶ παιδείας ἔμπλεως «οὐ μόνον τῆς κάτω καὶ πατουμένης, πολλῷ μᾶλλον δὲ τῆς κρείττονος»2 .

Μὲ ὅπλα, λοιπόν, τὴν κοσμικὴ ἀλλὰ καὶ τὴν πνευματικὴ γνώση καὶ ἐμπειρία κήρυξε σ’ ὅλο τὸν κόσμο φρόνημα ἔνθεον, προέκρινε τὴν πρὸς τὸν Θεὸν συμβίωση καὶ τὴ μελέτη τοῦ θανάτου, κατεκόσμησε τὰ ἤθη τῶν ἀνθρώπων, ἐμβάθυνε στὴ γνώση καὶ τὴ φύση τῶν ὄντων διακηρύσσοντας τὴ μεγάλη ἀλήθεια περὶ τοῦ Θεοῦ ὡς Δημιουργοῦ καὶ προνοητοῦ τοῦ σύμπαντος κόσμου.

Ὁ Μέγας Βασίλειος ἐπίσης στηλίτευσε τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων μέσα ἀπὸ τὴ δογματική του διδασκαλία καὶ μᾶς ἐξεπαίδευσε στὸ νὰ σεβόμαστε καὶ νὰ τιμᾶμε τὴν Ἁγία Τριάδα «ἡνωμένην μὲν τῇ οὐσίᾳ, διαιρετὴν δὲ ταῖς ὑποστάσεσι»3. Σὲ ποιμαντικὸ μάλιστα καὶ κοινωνικὸ ἐπίπεδο ἦταν καὶ εἶναι γιὰ ὅλους τύπος καὶ ὑπογραμμός, ὑπόδειγμα ὀργάνωσης τοῦ φιλανθρωπικοῦ ἔργου, πρότυπο ποιμένα καὶ πνευματικοῦ ἡγέτη.

Μία πολὺ σημαντικὴ πτυχὴ τοῦ ἔργου καὶ τῆς προσωπικότητός τοῦ θείου αὐτοῦ διδασκάλου καὶ φωτοφόρου φωστῆρος εἶναι ὅτι μεταξὺ τοῦ τεράστιου συγγραφικοῦ του ἔργου, δογματικοῦ, ἀσκητικοῦ, ἑρμηνευτικοῦ κ.λπ. ἀνήκει καὶ ἡ θεία Λειτουργία, πού φέρει τὸ ὄνομά του καὶ τελεῖται, ὡς γνωστόν, δέκα φορὲς τὸ χρόνο. Μύστης τῶν ἀρρήτων ὁ ἴδιος εἰκονίζεται συνήθως στὴν κόγχη τοῦ ἱεροῦ βήματος μεταξὺ ἄλλων Ἱεραρχῶν, πού λειτουργοῦν κρατώντας στὸ χέρι του εἰλητάριο μὲ κάποια ἀπὸ τὶς εὐχές τῆς θείας Λειτουργίας. Στὸ μουσεῖο μάλιστα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σερρῶν καὶ Νιγρίτης ὑπάρχει φορητὴ εἰκόνα, στὴν ὁποίαν φαίνεται νὰ τελεῖ τὴ θεία Λειτουργία ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος εἰκονίζεται νὰ συγγράφει τὸ κείμενο τῆς Λειτουργίας του4. Συνέχεια

Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι

Ἰωάννης Μ. Φουντούλης

Τρεις Ιεραρχες-Μουσειο Ζακυνθου 15ος μ.Χ.Τὴν 30η Ἰανουαρίου ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία τὴν μνήμη τῶν τριῶν μεγάλων Ἱεραρχῶν, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Δὲν πρόκειται περὶ «μνήμης» μὲ τὴν κυρία ἔννοια τῆς λέξεως, δηλαδὴ ἐπετείου τοῦ θανάτου τῶν Πατέρων αὐτῶν, ἀλλὰ περὶ κοινῆς ἑορτῆς, «συνάξεως» κατὰ τὴν λειτουργικὴ ὁρολογία. Ὁ Μέγας Βασίλειος ἀπέθανε τὴν 1η Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 379 μ.Χ. καὶ ἡ μνήμη τοῦ ἑορτάζεται, ὡς γνωστὸν , τὴν 1η Ἰανουαρίου. Ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος τὴν 25η Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 389 μ.Χ, καὶ τὴν 25η Ἰανουαρίου ἐωρτάσαμε τὴν μνήμη του. Τέλος ὁ Χρυσόστομος ἀπέθανε στὴν ἐξορία τὴν 14η Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 407 μ.Χ, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῆς Ὑψώσεως τοῦ τιμίου Σταυροῦ, ἡ μνήμη τοῦ ὅμως μετετέθη, λόγω τοῦ ὕψους τῆς δεσποτικῆς ἑορτῆς τῆς ἡμέρας αὐτῆς, καὶ ἑορτάζεται τὴν 13ην Νοεμβρίου.

Ἡ ἑορτὴ τῆς 30ης Ἰανουαρίου εἶναι μεταγενεστέρα, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν τὴν συναντοῦμε στὰ παλαιὰ ἑορτολόγια. Καθιερώθη κατὰ τὸν ΙΑ΄ αἰώνα ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Ἀλεξίου Κομνηνοῦ (1081 -1118 μ.Χ). Τὴν αἰτία τῆς συστάσεως τῆς κοινῆς καὶ γιὰ τοὺς τρεῖς ἑορτῆς μᾶς ἀφηγεῖται ἐκτενῶς τὸ συναξάριο τῆς ἡμέρας. «Στάσις», διένεξις, ὑπῆρχε στὴν Κωνσταντινούπολι μεταξὺ «τῶν ἐλλογίμων καὶ ἐναρέτων ἀνδρῶν». Ἀπὸ τοὺς τρεῖς Ἱεράρχας ἄλλοι ἐθεωροῦσαν σπουδαιότερο τὸν Χρυσόστομο, ἄλλοι τὸν Βασίλειο, καὶ ἄλλοι τὸν Γρηγόριο, καὶ ὑποτιμοῦσαν τοὺς ἄλλους δύο. Ἔτσι δημιουργήθηκαν τρεῖς διαμαχόμενες παρατάξεις: τῶν Ἰωαννιτῶν, τῶν Βασιλειτῶν καὶ τῶν Γρηγοριτῶν.

Στὴν ἔριδα ἔθεσε τέλος ὁ μητροπολίτης Εὐχαΐτων Ἰωάννης ὁ Μαυρόπους, λόγιος καὶ εὐλαβὴς κληρικός. Αὐτός, κατὰ τὴν διήγησι τοῦ συναξαριστοῦ, εἶδε σὲ ὀπτασία τοὺς τρεῖς ἁγίους, πρῶτα τὸν καθένα χωριστὰ καὶ ὕστερα καὶ τοὺς τρεῖς μαζί. Αὐτοὶ τοῦ εἶπαν μὲ ἕνα στόμα: «Ἡμεῖς οἱ τρεῖς εἴμεθα ἕνα, καθὼς βλέπεις, κοντὰ στὸν Θεὸ καὶ τίποτε δὲν ὑπάρχει ποὺ νὰ μᾶς χωρίζη ἢ νὰ μᾶς κάνη νὰ ἀντιδικοῦμε… Πρῶτος δὲν ὑπάρχει μεταξὺ μας οὔτε δεύτερος… Σήκω λοιπὸν καὶ εἰπὲ σ’ ἐκείνους ποὺ μαλώνουν, νὰ μὴ χωρίζωνται σὲ παρατάξεις γιὰ ἡμᾶς. Γιατί ἡμεῖς καὶ στὴν ζωή μας καὶ μετὰ τὸν θάνατό μας δὲν ἔχομε ἄλλη ἐπιθυμία, παρὰ νὰ εἰρηνεύη καὶ νὰ ὁμονοῆ ὅλος ὁ κόσμος». Σὰν σύμβολο καὶ ἔκφρασι τῆς ἑνότητος τῶν τοῦ συνέστησαν νὰ συστήση κοινὴ ἑορτὴ καὶ τῶν τριῶν. Ἔτσι ὁ Εὐχαΐτων ἀνέλαβε τὴν συμφιλίωσι τῶν διαμαχομένων μερίδων καὶ συνέστησε τὴν ἑορτὴ τῆς 30ης Ἰανουαρίου. Ἔκρινε τὸν Ἰανουάριο ὡς καταλληλότερο μήνα γιὰ τὸν ἑορτασμὸ των, ἀφοῦ κατ’ αὐτὸν ἑώρταζαν καὶ οἱ τρεῖς σὲ διάφορες ἡμέρες, τὴν 1η ὁ Βασίλειος, τὴν 25η ὁ Γρηγόριος καὶ τὴν 27η ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων τοῦ Χρυσοστόμου. Συνέχεια

Ὁ ἅγιος Βασίλειος καὶ ὁ Μοναχισμὸς

 

Fr. Florovsky George

Μ.ΒασίλειοςΤὸ κοινοτικὸ Ἰδεῶδες ἔλαβε τὴ βασικὴ θεμελίωσή του τὸν τέταρτο αἰώνα ἀπὸ τὸν Ἅγ. Βασίλειο τὸν Μέγα. Πραγματικά, δὲν εἶναι ὑπερβολὴ ὅτι ὁ Ἅγ. Βασίλειος ἄλλαξε ριζικὰ τὸ μοναχισμό. Ὁ Ἅγ. Βασίλειος ἔβλεπε τὴν κοινοβιακὴ ζωὴ ὡς ἕνα μικρόκοσμο τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἕνα κοινωνικὸ ὀργανισμό, ὡς ἕνα εἶδος εἰδικῆς «πολιτείας». Ὁ Κανόνας τοῦ Ἁγ. Βασιλείου ἤσκησε ἀποφασιστικὴ ἐπίδραση σὲ ὁλόκληρη τὴ μετέπειτα ἱστορία τοῦ μοναστικοῦ βίου στὸ Βυζάντιο καὶ στὴ Δύση.

Ὁ Ἅγ. Βασίλειος ἔγραψε τὸν Κανόνα του μεταξὺ τῶν ἐτῶν 358 καὶ 364. Ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο μορφές. Στὴν κοινὴ Λατινικὴ ὁρολογία ἡ πρώτη μορφή, ἡ Regulae fusius tractatae (Ὅροι κατὰ Πλάτος), ἀποτελεῖται ἀπὸ 55 κατηγορίες (κεφάλαια)· ἡ δεύτερη μορφή, ἡ Regulae brevius tractatae (ὅροι κατ’ ἐπιτομήν), συνίσταται ἀπὸ 313 κατηγορίες (κεφάλαια). Αὐτὲς οἱ κατηγορίες εἶναι μὲ τὴ μορφὴ ἐρωτήσεως καὶ ἀποκρίσεως. Ἂν καὶ ὁ Κανόνας εἶναι αὐστηρός, ἀπέφευγε νὰ ἐνθαρρύνει τὶς πιὸ ἀκραῖες μορφὲς ἀσκητισμοῦ ποὺ ζοῦσαν οἱ ἐρημίτες τῆς ἐρήμου. Ὁ Κανόνας ἐννοοῦσε τὸν ἀσκητισμὸ ὡς μέσον γιὰ τὴν τέλεια ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ, κι αὐτὴ ἔπρεπε νὰ πραγματοποιηθεῖ σὲ κοινοτικὴ ζωὴ μὲ ὑπακοή.

Ὁ Ἁγ. Βασίλειος προέβλεψε ὧρες γιὰ λειτουργικὴ προσευχὴ καὶ ὧρες γιὰ χειρονακτικὴ ἐργασία καὶ ἄλλες μορφὲς ἐργασίας. Πτωχεία καὶ ἀγαμία περιλαμβάνονταν ἐπίσης στὸν Κανόνα. Ὁ Κανόνας τοῦ Ἁγ. Βασιλείου ἔχει μέσα του μία κοινωνικὴ ἐντολή: τὰ παιδιὰ πρέπει νὰ διδάσκονται σὲ τάξεις ποὺ ἦταν προσαρμοσμένες στὰ μοναστήρια καὶ οἱ μοναχοὶ ἔπρεπε νὰ μεριμνοῦν γιὰ τοὺς φτωχούς. Ἡ παροῦσα μορφὴ τοῦ Κανόνα τοῦ Ἁγ. Βασιλείου εἶναι μία ἀναθεώρηση τοῦ Ἅγ. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτη (πέθανε τὸ 826).

Ὁ ἴδιος ὁ Ἁγ. Βασίλειος ἵδρυσε μοναστήρια στὸν Πόντο. Ἐδῶ συνέχισε τὸ ἔργο ποὺ ἄρχισε ὁ Εὐστάθιος Σεβαστείας (γεννήθηκε περὶ τὸ 300 πέθανε περὶ τὸ 377), ποὺ ἦταν κάποτε στενὸς φίλος τοῦ Ἁγ. Βασιλείου καὶ συμμετεῖχε στὴ μοναστικὴ κίνηση, ἀλλὰ ἀργότερα ἀναδείχθηκε ἡ ἡγετικὴ μορφὴ στὴν Μικρὰ Ἀσία στὴ διάδοση τῆς αἱρέσεως τοῦ Μακεδονίου (πέθανε περὶ τὸ 362), Ἐπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως· ἡ αἵρεση εἶναι γνωστὴ ὡς αἵρεση τῶν Πνευματομάχων. Ὁ Εὐστάθιος μάλιστα διέδιδε μία μορφὴ μοναχισμοῦ ποὺ ἰσχυρίζονταν ὅτι ὁ γάμος ἐμπόδιζε τὴ σωτηρία καὶ γι’ αὐτὸ οἱ ἱερεῖς ἔπρεπε νὰ μὴν νυμφεύονται. Ἂν ἡ «μεταρρύθμιση» τοῦ μοναχισμοῦ ἀπὸ τὸν Ἅγ, Βασίλειο ἦταν τόσο ριζοσπαστική, τί τὸν ὤθησε σ’ αὐτήν; Συνέχεια

Ιούνιος 2017
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
« Μαΐ    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930