Ιούλιος 2022
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Καππαδόκης Μέγας Βασίλειος καὶ ἡ θεία Λειτουργία του

Παναγιώτη Ι. Σκαλτσῆ

images-stories-photogallery-agioi-SAINT_VASILIOS-web-243x300[1]Μεταξὺ τῶν τριῶν Καππαδοκῶν Πατέρων ἐξέχουσα θέση κατέχει ὁ Μέγας Βασίλειος, ἡ λαμπρὴ αὐτή μορφὴ τῆς Μικρασιατικῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἕνας ἀπὸ τούς οἰκουμενικοὺς διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας1. Στὸ πρόσωπό του συγκεντρώθηκε πράγματι ὅλη ἡ σοφία, ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ ἁγιότητα. Κατὰ τὸν ἱερό ὑμνογράφο ἔγινε σοφίας ἐραστής καὶ παιδείας ἔμπλεως «οὐ μόνον τῆς κάτω καὶ πατουμένης, πολλῷ μᾶλλον δὲ τῆς κρείττονος»2 .

Μὲ ὅπλα, λοιπόν, τὴν κοσμικὴ ἀλλὰ καὶ τὴν πνευματικὴ γνώση καὶ ἐμπειρία κήρυξε σ’ ὅλο τὸν κόσμο φρόνημα ἔνθεον, προέκρινε τὴν πρὸς τὸν Θεὸν συμβίωση καὶ τὴ μελέτη τοῦ θανάτου, κατεκόσμησε τὰ ἤθη τῶν ἀνθρώπων, ἐμβάθυνε στὴ γνώση καὶ τὴ φύση τῶν ὄντων διακηρύσσοντας τὴ μεγάλη ἀλήθεια περὶ τοῦ Θεοῦ ὡς Δημιουργοῦ καὶ προνοητοῦ τοῦ σύμπαντος κόσμου.

Ὁ Μέγας Βασίλειος ἐπίσης στηλίτευσε τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων μέσα ἀπὸ τὴ δογματική του διδασκαλία καὶ μᾶς ἐξεπαίδευσε στὸ νὰ σεβόμαστε καὶ νὰ τιμᾶμε τὴν Ἁγία Τριάδα «ἡνωμένην μὲν τῇ οὐσίᾳ, διαιρετὴν δὲ ταῖς ὑποστάσεσι»3. Σὲ ποιμαντικὸ μάλιστα καὶ κοινωνικὸ ἐπίπεδο ἦταν καὶ εἶναι γιὰ ὅλους τύπος καὶ ὑπογραμμός, ὑπόδειγμα ὀργάνωσης τοῦ φιλανθρωπικοῦ ἔργου, πρότυπο ποιμένα καὶ πνευματικοῦ ἡγέτη.

Μία πολὺ σημαντικὴ πτυχὴ τοῦ ἔργου καὶ τῆς προσωπικότητός τοῦ θείου αὐτοῦ διδασκάλου καὶ φωτοφόρου φωστῆρος εἶναι ὅτι μεταξὺ τοῦ τεράστιου συγγραφικοῦ του ἔργου, δογματικοῦ, ἀσκητικοῦ, ἑρμηνευτικοῦ κ.λπ. ἀνήκει καὶ ἡ θεία Λειτουργία, πού φέρει τὸ ὄνομά του καὶ τελεῖται, ὡς γνωστόν, δέκα φορὲς τὸ χρόνο. Μύστης τῶν ἀρρήτων ὁ ἴδιος εἰκονίζεται συνήθως στὴν κόγχη τοῦ ἱεροῦ βήματος μεταξὺ ἄλλων Ἱεραρχῶν, πού λειτουργοῦν κρατώντας στὸ χέρι του εἰλητάριο μὲ κάποια ἀπὸ τὶς εὐχές τῆς θείας Λειτουργίας. Στὸ μουσεῖο μάλιστα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σερρῶν καὶ Νιγρίτης ὑπάρχει φορητὴ εἰκόνα, στὴν ὁποίαν φαίνεται νὰ τελεῖ τὴ θεία Λειτουργία ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος εἰκονίζεται νὰ συγγράφει τὸ κείμενο τῆς Λειτουργίας του4.

Ἡ ὡς ἄνω θαυμάσια μεταβυζαντινὴ εἰκόνα ἀπηχεῖ τὸ γεγονός, διαβεβαιωμένο ἀπὸ πολλὲς μαρτυρίες, ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος πράγματι συνέγραψε τὴ Λειτουργία πού μᾶς εἶναι γνωστὴ μὲ τὸ ὄνομά του καὶ κυρίως τὴν Ἀναφορὰ «Ὁ ὤν δέσποτα, Κύριε Θεέ, Πάτερ παντοκράτορ, προσκυνητέ, ἄξιον ὡς ἀληθῶς καὶ δίκαιον…»5. Ὑπάρχουν βεβαίως καὶ ἄλλες εὐχές, ὀκτὼ τὸν ἀριθμό, πού σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιστημονικὴ ἔρευνα ἀνάγονται στὸν Δ’ αἰώνα καὶ εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ συντάχθηκαν ἀπὸ τὸν Καππαδόκη Πατέρα. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι ἡ εὐχή ὑπὲρ τῶν κατηχουμένων, οἱ δύο εὐχές τῶν πιστῶν καὶ ἡ εὐχή πρὸ τοῦ «Πάτερ ἡμῶν». Ἀντιθέτως ὑπάρχουν εὐχές, ὅπως αὐτές τῶν ἀντιφώνων -κοινὲς μὲ τὴ θεία Λειτουργία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου- οἱ ὁποῖες εἶναι σαφῶς μεταγενέστερες καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀποκλείεται νὰ εἶναι ποίημα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου6.

Ἡ θεία Λειτουργία ἄλλωστε εἶναι προϊὸν μακρᾶς ἐξελίξεως ὡς κείμενο. Ὁ πυρήνας της ἱστορικὰ καὶ θεολογικὰ βρίσκεται στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος παρέδωσε στούς Ἀποστόλους τὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας μὲ τὴν ἐντολή «τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμήν ἀνάμνησιν»7. Στὴ συνέχεια καὶ στὰ πλαίσια τῶν διαφόρων λειτουργικῶν τύπων, σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, διεμορφώθησαν συγκεκριμένα κείμενα Λειτουργιῶν μὲ βάση τὰ καινοδιαθηκικὰ πρότυπα, τὶς παραδόσεις κάθε περιοχῆς, ἀλλὰ καὶ τὴ θεολογία τοῦ κάθε συγγραφέα. Ἔτσι, λοιπόν, στὸ Βυζαντινὸ λειτουργικὸ τύπο διεμορφώθησαν οἱ Λειτουργίες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καὶ τῶν Προηγιασμένων Δώρων.

Ἀπὸ τὶς ὡς ἄνω τρεῖς Λειτουργίες ἡ ἀρχαιότερη εἶναι αὐτή τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Ἔτσι φαίνεται στὸ παλαιότερο λειτουργικὸ χειρόγραφο πού ἀνάγεται στὸ τέλος τοῦ Η’ μ.Χ. αἰώνα8. Τὸ ὅτι δὲ τὸ κείμενο αὐτό εἶναι πράγματι τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Πατρὸς τῆς Ἐκκλησίας φαίνεται τόσο ἀπὸ τὴ θεολογικὴ ἑνότητα πού ἔχει μὲ τὸ εὐρύτερο συγγραφικό του ἔργο, ὅσο καὶ ἀπὸ ἄλλες μαρτυρίες Πατέρων, Συνόδων καὶ ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων. Ἀπὸ τὶς πλέον χαρακτηριστικὲς μαρτυρίες εἶναι αὐτή τοῦ Λεοντίου τοῦ Βυζαντίου (540 μ.Χ.) ὁ ὁποῖος θεωρεῖ τὴ Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου θεόπνευστο κείμενο9. Στὴν ἐν Τρούλλῳ Συνόδῳ (692) σημειώνεται ὅτι ὁ «Βασίλειος ὁ τῆς Καισαρέων ἀρχιεπίσκοπος, οὗ τὸ κλέος κατὰ πᾶσαν οἰκουμένη διέδραμεν», μᾶς παρέδωσε τὴν μυστικὴν ἱερουργίαν «ἐγγράφως»10. Τὸ ἴδιο ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς (750) καὶ ἡ Ζ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (787) χαρακτηρίζουν, ὅπως καὶ ὁ Μ. Βασίλειος, τὰ τίμια δῶρα πρὸ τοῦ καθαγιασμοῦ τῶν ὡς «ἀντίτυπα»11.

Στὴ συνείδηση, λοιπόν, τῆς Ἐκκλησίας ὁ Μέγας Βασίλειος εἶναι ὁ συντάκτης τῆς Λειτουργίας του. Μιᾶς Λειτουργίας πού εἶναι ἐκτενέστερη αὐτῆς τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου καὶ διακρίνεται γιὰ τὴν ἀνυπέρβλητη ὀμορφιά της καὶ τὴν ἀσύγκριτη θεολογική της δύναμη12. Ἐνδεικτικὰ μόνο ἀναφέρομε κάποια χαρακτηριστικὰ θεολογικὰ γνωρίσματα τῆς Ἀναφορᾶς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Πρῶτα-πρῶτα ἀπευθύνεται στὸν Θεὸ Πατέρα καὶ ὄχι στὴν Ἁγία Τριάδα, ὅπως αὐτή τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου. Αὐτό εἶναι δεῖγμα τῆς παλαιότητος τῆς θείας Λειτουργίας, χωρὶς νὰ μειώνεται σὲ καμία περίπτωση ὁ Τριαδολογικὸς της χαρακτήρας. Ἄλλωστε στὴ συνέχεια σημειώνεται ὅτι ὁ παντοκράτωρ Θεὸς εἶναι «ὁ Πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος, τῆς ἐλπίδος ἡμῶν… παρ’ οὗ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐξεφάνη»13.

Ἔντονη εἶναι ἐπίσης καὶ ἡ πνευματολογία τῆς Λειτουργίας τοῦ Μ. Βασιλείου, ὅπου τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χαρακτηρίζεται ὡς πηγὴ ἁγιασμοῦ, ζωοποιὸς δύναμις, ἀπαρχὴ τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν, ἀρραβὼν τῆς μελλούσης κληρονομίας14. Ξεχωριστὴ δὲ μνεία γίνεται στὰ ἔσχατα καὶ τὸ μυστήριο τοῦ θανάτου, τὸν ἀοίδιμο θάνατο, ὅπως σημειώνεται χαρακτηριστικά. Διατυπώθηκε μάλιστα ἡ ἄποψη ὅτι ἡ Λειτουργία αὐτή τελεῖται κατὰ τὶς Κυριακές τῆς κατανυκτικῆς καὶ πενθίμου περιόδου τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, διότι ἀκριβῶς μιλᾶ ἰδιαίτερα γιὰ τὸ θάνατο. Κάτι τέτοιο βεβαίως δὲν εὐσταθεῖ, διότι ἀκριβῶς ὁ ἀναστάσιμος χαρακτήρας τόσο τῶν Κυριακῶν, ὅσο καὶ τῆς ἴδιας τῆς Λειτουργίας δὲν αἴρεται ποτέ15.

Ἔχει γραφεῖ ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ ὁποῖος ἐκοιμήθη τὴν πρώτη Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 379, ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τούς πιὸ μεγάλους θεολόγους τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἄσκησε τεράστια ἐπίδραση στὴν μετέπειτα θεολογικὴ κίνηση καὶ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας16. Συμπληρωματικὰ νὰ τονίσουμε ὅτι ὁ φωστὴρ τῆς Καισαρείας ὑπῆρξε ἀπὸ τούς πλέον λειτουργικοὺς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἐκτὸς ἀπὸ τὴ συγγραφὴ τῆς θείας Λειτουργίας του συνέταξε καὶ ἕνα πλῆθος ἄλλων εὐχῶν, ὅπως π.χ. αὐτή τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος «Μέγας εἶ Κύριε…»17. Ἐνεθάρρυνε ἐπίσης τὸ ἄσμα καὶ τὸ μέλος στὴ λειτουργικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ μᾶς δίδει σημαντικὲς πληροφορίες γιὰ τὴν τάξη τῶν Ἀκολουθιῶν τοῦ Νυχθημέρου καὶ τῆς Ἀγρυπνίας κατὰ τὴν ἐποχή ἐκείνη18.

Τὴν σπουδαιότητά του ὡς λειτουργικοῦ ἁγίου ἐπιβεβαιώνει καὶ ὁ σοφὸς ὑμνογράφος, μὲ τὸν ὕμνο τοῦ ὁποίου περατώνομε καὶ τὸ κείμενό μας αὐτό γιὰ τὸν Καππαδόκη Μέγα Βασίλειο καὶ τὴ θεία Λειτουργία του: «Ἔνδον ἐπουρανίου Ναοῦ, ὡς Ἱεράρχης ἱερός προσεχώρησας, τὴν πράξιν καὶ θεωρίαν, τὰς τῆς σοφίας ἀρχάς, ὡς στολὴν ἁγίαν περικείμενος, καὶ νῦν εἰς τὸ ἄνω, θυσιαστήριον ὅσιε, ἱερατεύων, καὶ Θεῷ παριστάμενος, καὶ τὴν ἄυλον, λειτουργίαν τελούμενος, μέμνησο συμπαθέστατε, παμμάκαρ Βασίλειε, τῶν ἐκτελούντων τὴν μνήμην, τὴν ἱεράν σου καὶ πάντιμον, Χριστὸν ἱκετεύων, τὸν παρέχοντα τῷ κόσμῳ, τὸ μέγα ἔλεος».

Υποσημειωσεις

1.Π. Κ. Χρήστου, Ὁ μέγας Βασίλειος. Βίος καὶ πολιτεία, συγγράμματα, θεολογικὴ σκέψις [Ἀνάλεκτα Βλατάδων 27], Θεσσαλονίκη 1978. Βλ. καὶ Σ. Γ. Παπαδοπουλου, Ἡ ζωὴ ἑνὸς μεγάλου. Βασίλειος Καισαρείας, ‘Ἀθηναι 1988.

2. α’ τροπάριο γ’ Ὠδῆς τοῦ Κανόνα τοῦ ἁγίου.

3. Κάθισμα μετὰ τὴν Α’ στιχολογία τοῦ ὄρθρου τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου.

4. Κ. Π. Χαραλαμπιδη, «Φορητὴ εἰκόνα της θείας μυσταγωγίας στὸ ἐκκλησιαστικὸ μουσεῖο Σερρῶν», εν Σερραίων Διάσωσμα. Πνευματικοὶ καὶ Καλλιτεχνικοὶ Θησαυροὶ τῆς Ἐκκλησίας τῶν Σερρῶν, Σέρρες 2008, σσ. 245-250.

5. Γιὰ τὴ θεολογία τῆς Ἀναφορᾶς τοῦ Μεγ. Βασιλείου βλ. Ι. Μ. Φουντουλη, «Ἡ θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου», ἐν Λειτουργικὰ Θέματα Δ’, Θεσσαλονίκη 1979, σσ. 25-52.

6.Γ. Φίλια, «Ἡ Εὐχαριστιακὴ Ἀναφορά», εν Τὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, Πρακτικὰ Γ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου Στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων, Ἀθήνα 2004, σσ. 109-113.

7.π. Β. Ι. Καλλιακμανη, «Ἡ Ἀναφορὰ τῆς Λειτουργίας τοῦ Μεγάλου Βασιλείου», εν Χριστόδουλος. Ἀφιερωματικὸς Τόμος, Ἀθηναι 2010, σσ. 521528. . S. Parenti – E. Velkovska, L’Eucologio Barberini 336, Roma 22000, oo. 57-70.

8. Κατὰ Νεστοριανῶν καὶ Ευτυχιανων, Λόγος Γ’, 19, PG 871, 1368C. . S. Parenti – E. Velkovska, L’Eucologio Barberini 336, Roma 22000, σσ. 57-70.

9.1032ος Κανόνας, Mansi 11, 156. Βλ. καὶ Γ. Α. Ραλλη – Μ. Ποτλη, Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν Κανόνων, τόμ. Β’, Ἀθήνησιν 1852 (= φωτ. ἀνατ. ἔκδ. Γρηγόρη, ‘Ἀθήνα 1992), σ. 374.

10. Ι. Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ακριβής της ὀρθοδόξου πίστεως 4, 13, PG 94, 1153B. Βλ. καὶ Πρακτικὰ τῆς Ἑβδόμης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Πράξις στ’, Mansi 13, 261 ἕξ.

11. Ι. Μ. Φούντουλη, «Η θεία Λειτουργία  τοῦ   Μεγάλου Βασιλείου», ο.π., σ. 47.

12. Γιὰ τὴν περὶ Ἁγίας Τριάδος θεολογία κατὰ τὸ Μ. Βασίλειο βλ. Γ. Δ. Μαρτζελοῦ, Οὐσια καὶ ἐνέργειαι του Θεοῦ κατὰ τὸν Μέγαν Βασίλειον. Συμβολὴ εἰς τὴν ἱστορικοδογματικην διερεύνησιν τῆς περὶ ουσιας καὶ ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἔκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 21993.

13 Π. Χρηστοῦ, «Ἡ περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διδασκαλία  τοῦ Μεγάλου Βασιλείου», ἐν Ἐπιστημονικὴ Ἐπετηρὶς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 10 (1955) 227-240.

14 Γιὰ τὸν προβληματισμὸ αὐτο βλ. Π. Ι. Σκαλτση, «Ἡμέρες καὶ χρόνος τελέσεως τῆς θείας Λειτουργίας τοῦ Μεγάλου Βασιλείου», στὸ Λειτουργικὲς Μελέτες ΙΙ, ἔκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2009, σσ. 220-221.

15. . Π. Κ. Χρηστοῦ, Ἐκκλησιαστικὴ Γραμματολογία. Πατέρες καὶ Θεολόγοι τοῦ Χριστιανισμοῦ, τόμ. Ά’, Θεσσαλονίκη 1971, σ. 184.

16. Ι. Μ. Φούντουλη, «Ἡ συμβολὴ τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν στὴ διαμόρφωση τῆς θείας Λατρείας», εν Λειτουργικὰ Θέματα Ἡ’, Θεσσαλονίκη 1987, σ. 44.

17. ‘Ἐπιστολὴ 207, 2, PG 32, 761-765. Βλ. καὶ Π. Ι. Σκαλτση, Ἡ παράδοση τῆς κοινῆς καὶ τῆς κατ’ ‘ἰδίαν προσευχῆς, μὲ εἰδικη ἀναφορὰ στὸ Ὡρολόγιο τοῦ Θηκαρᾶ, ἔκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2008, σσ. 140-141. R. Taft, La liturgia delle ore in oriente e in occidente, Milano 1988, σσ. 65-66.

18.Στιχηρὸ προσόμοιο τῶν Αἴνων τῆς 1ης Ἰανουαρίου.