Παρηγορητικὸς στοὺς μοναχοὺς ποὺ θλίβονται
Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov
«Παιδί μου», λέει ἡ Γραφή, «ἂν ἔρχεσαι νὰ ὑπηρετήσεις τὸν Κύριο, τὸν Θεό, ἑτοιμάσου γιὰ δοκιμασίες. Ἴσια νὰ ἔχεις τὴν καρδιά σου καὶ ὁπλισμένη μὲ κουράγιο… Ὅ,τι κι ἂν σὲ βρεῖ, δέξου το· καὶ στὶς ἀλλεπάλληλες ἀναποδιές, ποὺ θὰ σὲ ρίξουν χαμηλά, δεῖξε ὑπομονὴ» (2).
Οἱ θλίψεις ἦταν πάντοτε σημάδι καὶ ἀπόδειξη εὔνοιας τοῦ Θεοῦ. Οἱ θλίψεις ἦταν πάντοτε καὶ τὸ γνώρισμα τῆς εὐαρεστήσεως τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοὺς πατριάρχες, τοὺς προφῆτες, τοὺς ἀποστόλους, τοὺς μάρτυρες, τοὺς ὁσίους. Ὅλοι οἱ ἅγιοι πέρασαν ἀπὸ τὸν στενὸ δρόμο τῶν δοκιμασιῶν καὶ τῶν θλίψεων (3), καὶ μὲ τὴν ὑπομονὴ τους πρόσφεραν τὸν ἑαυτὸ τους θυσία εὐπρόσδεκτη ἀπὸ τὸν Θεό. (4)
Μὲ παραχώρηση τῆς θείας πρόνοιας, διάφορες συμφορὲς βρίσκουν καὶ τώρα τὶς ἅγιες ψυχές, γιὰ ν’ ἀποκαλυφθεῖ ἡ ἀγάπη τους στὸν Θεὸ μὲ τὸν πιὸ ξεκάθαρο τρόπο.
Τίποτα δὲν συμβαίνει στὸν ἄνθρωπο δίχως τὴ συγκατάθεση καὶ τὴν παραχώρηση τοῦ Θεοῦ.
Ὅποιος ἐπιθυμεῖ νὰ ἀκολουθήσει τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ νὰ γίνει «κατὰ χάριν» παιδὶ τοῦ Θεοῦ, ἀναγεννημένο ἀπὸ τὸ Πνεῦμα, πρῶτα ἀπ’ ὅλα πρέπει νὰ ἐπιβάλει στὸν ἑαυτό του ὡς κανόνα καὶ ὡς ἀναμφισβήτητη ὑποχρέωση τὸ νὰ ὑπομένει καλόψυχα ὅλες τὶς θλίψεις, ὅλους τοὺς σωματικοὺς πόνους, ὅλες τὶς ἀνθρώπινες ἀδικίες, ὅλες τὶς δαιμονικὲς ἐπιθέσεις, ἀκόμα καὶ ὅλες τὶς ἐπαναστάσεις τῶν ἴδιων του τῶν παθῶν.
Ὁ χριστιανὸς ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ εὐαρεστήσει τὸν Θεό, πάνω ἀπ’ ὅλα χρειάζεται ὑπομονὴ καὶ σταθερὴ ἐλπίδα σ’ Ἐκεῖνον. Τὰ ὅπλα αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ κρατάει συνεχῶς στὰ νοερὰ χέρια τῆς ψυχῆς του, γιατί ὁ πονηρὸς ἐχθρός μας, ὁ διάβολος, μὲ κάθε μέσο πασχίζει στὸν καιρὸ τῆς θλίψεως καὶ τοῦ πόνου νὰ μᾶς ρίξει στὴν ἀκηδία καὶ ν’ ἁρπάξει ἀπὸ μέσα μας τὴν ἐλπίδα στὸν Κύριο.
Ὁ Θεὸς ποτὲ δὲν ἀφήνει τοὺς πιστοὺς δούλους Του νὰ δοκιμαστοῦν πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις τους. «Ὁ Θεός, ποὺ κρατάει τὶς ὑποσχέσεις Του», γράφει ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος, «δὲν θὰ ἐπιτρέψει σὲ κανέναν πειρασμὸ νὰ ξεπεράσει τὶς δυνάμεις σας· ἀλλά, ὅταν ἔρθει ὁ πειρασμός, θὰ δώσει μαζὶ καὶ τὴ διέξοδο, ὥστε νὰ μπορέσετε νὰ τὸν ἀντέξετε» (5).
Ὁ διάβολος, πλάσμα τοῦ Θεοῦ κι αὐτός, ποὺ ἦταν πρῶτα δοῦλος Του, κάνει στὴν ψυχὴ ὄχι ὅσο κακὸ θέλει, ἀλλὰ ὅσο τοῦ ἐπιτρέπει ὁ Θεός.
Οἱ ἄνθρωποι γνωρίζουν πόσο βάρος μπορεῖ νὰ σηκώσει ἕνα ζῶο. Πολὺ περισσότερο ἡ ἄπειρη Σοφία τοῦ Θεοῦ γνωρίζει πόσο βαριὲς δοκιμασίες μπορεῖ νὰ σηκώσει μία ψυχή.
Ὁ κεραμοποιὸς γνωρίζει καὶ τὴν ἔνταση τῆς φωτιᾶς καὶ τὸν χρόνο ποὺ πρέπει νὰ μείνουν σ’ αὐτὴν τὰ πήλινα σκεύη, γιὰ νὰ ψηθοῦν σωστὰ γιατί, ἂν παραψηθοῦν, σπάζουν, κι ἂν πάλι μισοψηθοῦν, εἶναι ἀκατάλληλα γιὰ χρήση. Πολὺ περισσότερο ὁ Θεὸς γνωρίζει πόσον καιρὸ πρέπει νὰ βαστήξει ἡ φωτιὰ τῆς δοκιμασίας καὶ πόσο δυνατὴ πρέπει νὰ εἶναι αὐτὴ ἡ φωτιά, ὥστε τὰ λογικά Του σκεύη, οἱ χριστιανοί, νὰ γίνουν ἱκανοὶ γιὰ τὴν εἴσοδο στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Τὰ παιδιά, λόγω τῆς ἀδυναμίας καὶ τῆς ἀπειρίας τους, δὲν εἶναι ἱκανὰ γιὰ τὴν ἄσκηση ἐπαγγέλματος, γιὰ τὴν ἀνάληψη οἰκογενειακῶν εὐθυνῶν, γιὰ τὴν καλλιέργεια τῆς γῆς καὶ γιὰ κάθε ἄλλο βιοτικὸ ἔργο. Ἔτσι συχνὰ καὶ οἱ ψυχές, ἔχοντας δεχθεῖ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀλλὰ μὴν ἔχοντας δοκιμαστεῖ μὲ τὶς θλίψεις, βρίσκονται ἀκόμα σὲ νηπιακὴ πνευματικὴ ἡλικία καὶ εἶναι, θὰ λέγαμε, ἀνίκανες γιὰ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. «Ἂν δὲν ἔχετε παιδαγωγηθεῖ», λέει ὁ ἀπόστολος, «τότε εἶστε παιδιὰ νόθα καὶ ὄχι γνήσια» (6). Συνέχεια
Περὶ τῆς μοναχικῆς ζωῆς
Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος
«Ἀγαθὸν» λέει, «εἰσελθεῖν εἰς οἰκίαν πένθους ἤ εἰς οἰκίαν γέλωτος»(1). Ἀπὸ ἐκεῖ ἡ ψυχὴ μολύνεται. Γιατί, ἂν ἔχεις τὴ δυνατότητα ὅμοια μὲ αὐτοὺς νὰ ζεῖς τρυφηλά, παρακινεῖσαι σὲ σπατάλη. Ἂν δὲν ἔχεις τὴ δυνατότητα, δέχτηκες ἀφορμὴ λύπης. Στὸ σπίτι ὅμως ποὺ πενθεῖ τίποτα τέτοιο δὲ συμβαίνει, ἄλλα καὶ ἂν ἀκόμα δὲν μπορεῖς νὰ ζεῖς τρυφηλά, δὲν πόνεσες, ἀλλὰ καὶ ἂν ἔχεις τὴ δυνατότητα, περιορίζεσαι. Πραγματικὰ σπίτια πένθους εἶναι τὰ μοναστήρια, ὅπου ὑπάρχει σάκκος καὶ σποδός, ὅπου μόνωση, ὅπου καθόλου γέλιο, οὔτε πλῆθος βιωτικῶν πραγμάτων, ὅπου κυριαρχεῖ νηστεία, ὅπου ὕπνος κάτω στὸ χῶμα, ὅπου ὅλα εἶναι καθαρὰ ἀπὸ κνίσσα, αἵματα, ἀπὸ θόρυβο, ἀπὸ ταραχή, ἀπὸ πολυκοσμία.
Εἶναι λιμάνι γαλήνιο. Εἶναι σὰν τοὺς φάρους ποὺ εἶναι τοποθετημένοι στὸ λιμάνι καὶ φωτίζουν ἀπὸ ψηλὰ αὐτοὺς ποὺ ἔρχονται ἀπὸ μακριὰ καὶ προσελκύουν ὅλους πρὸς τὴ γαλήνη τους, χωρὶς νὰ ἀφήνουν νὰ ναυαγοῦν αὐτοὶ ποὺ τοὺς βλέπουν, χωρὶς νὰ ἀφήνουν νὰ ζοῦν στὸ σκοτάδι ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἐκεῖ στραμμένα τὰ βλέμματά τους. Πήγαινε σ’ αὐτοὺς, δεῖξε φιλοφροσύνη, πλησίασε, ἄγγιξε πόδια ἁγίων· εἶναι πολὺ πιὸ τιμητικὸ νὰ ἀγγίξεις τὰ πόδια ἐκείνων παρὰ τὸ κεφάλι ἄλλων. Γιατί πές μου, ἂν ὁρισμένοι πιάνουν τὰ πόδια τῶν ἀγαλμάτων, ἐπειδὴ ἀποτυπώνουν τέλεια τὸ βασιλιά, σὺ αὐτὸν ποὺ ἔχει τὸν ἴδιο τὸ Χριστὸ μέσα του, δὲ θὰ τὸν πιάσεις ἀπὸ τὰ πόδια γιὰ νὰ σωθεῖς; Ἅγια εἶναι τὰ πόδια, ἔστω κι ἂν εἶναι εὐτελή, ἐνῶ τῶν βέβηλων ἀνθρώπων δὲν εἶναι τίμιο οὔτε τὸ κεφάλι· γιατί τὰ πόδια ἁγίων κατόρθωσαν μεγάλα πράγματα. Γι’ αὐτὸ καὶ τιμωροῦν, ὅταν τινάξουν τὴ σκόνη ἀπὸ πάνω τους. Ὅταν βρίσκεται ἅγιος κοντά μας, καθόλου νὰ μὴ ντρεπόμαστε νὰ κάνουμε τὰ ἴδια. Καὶ ἅγιοι εἶναι ὅλοι ὅσοι ἔχουν ὀρθὴ πίστη καὶ ζωή. Κι ἂν ἀκόμα δὲν κάνουν θαύματα, κι ἂν ἀκόμα δὲ διώχνουν δαιμόνια, εἶναι ἅγιοι.
Πήγαινε στὶς σκηνὲς τῶν ἁγίων· ὅπως ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό, ἔτσι εἶναι ὅταν καταφύγεις σὲ μοναστήρι ἁγίου ἀνθρώπου. Δὲ βλέπεις ἐκεῖ αὐτὰ ποὺ βλέπεις στὸ σπίτι- ἡ συνοδεία ἐκείνη εἶναι καθαρὴ ἀπὸ ὅλα· ὑπάρχει πολλὴ σιωπὴ καὶ ἡσυχία· δὲν ἰσχύει ἐκεῖ τὸ δικό μου καὶ τὸ δικό σου. Ἂν μείνεις καὶ μία ἡμέρα μόνο ἢ καὶ δεύτερη, τότε περισσότερο θὰ αἰσθανθεῖς τὴν εὐχαρίστηση. Ξημερώνει, ἢ καλύτερα λάλησε ὁ πετεινὸς πρὶν ἀπὸ τὸ ξημέρωμα, καὶ δὲ συμβαίνει, ὅπως στὰ σπίτια, ὅπου ροχαλίζουν οἰ ὑπηρέτες, οἰ πόρτες εἶναι κλειστές, ὅλοι καθὼς κοιμοῦνται μοιάζουν σὰν νεκροί, ὁ ἁμαξηλάτης χτυπᾶ τὰ κουδούνια. Ἐκεῖ δὲ συμβαίνει τίποτε τέτοιο, ἀλλὰ ἀμέσως ὅλοι σηκώνονται μὲ εὐλάβεια, ἀποδιώχνοντας τὸν ὕπνο, ὅταν ὁ ἡγούμενος τοὺς ξυπνήσει, καὶ ἀφοῦ σχηματίσουν ἅγιο χορὸ καὶ σηκώσουν ἀμέσως τὰ χέρια, ψάλλουν τοὺς ἱεροὺς ὕμνους. Δὲν εἶναι βέβαια ὅπως ἐμεῖς ποὺ χρειαζόμαστε πολλὲς ὧρες γιὰ ν’ ἀποτινάξουμε ἀπὸ πάνω μας τὸν ὕπνο καὶ τὸ βάρος τοῦ κεφαλιοῦ. Γιατί ἐμεῖς μόλις ξυπνήσουμε, καθόμαστε στὸ κρεβάτι καὶ τεντώνουμε τὰ μέλη μας γιὰ πολλὴ ὥρα, πηγαίνουμε γιὰ ἀνάγκη, ἔπειτα νίβουμε τὸ πρόσωπο, ντυνόμαστε καὶ ξοδεύεται πολὺς χρόνος.
Ἐκεῖ ὅμως τίποτε παρόμοιο δὲ συμβαίνει· κανένας δὲ φωνάζει κάποιο ὑπηρέτη, γιατί ὁ καθένας ἐπαρκεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του· δὲ χρειάζεται πολλὰ ἐνδύματα, οὔτε ἔχει ἀνάγκη νὰ ἀποδιώξει τὸν ὕπνο, ἀλλά, μόλις ἀνοίγει τὰ μάτια, μοιάζει μ’ ἐκεῖνον ποὺ ἔμεινε ἄγρυπνος γιὰ πολὺ χρόνο, ἐπειδὴ ἀσκεῖται στὴ νήψη. Γιατί, ὅταν ἡ καρδιά, χωρὶς νὰ ἔχει γίνει βαριὰ ἀπὸ τὸ φαγητό, πέφτει νὰ κοιμηθεῖ, δὲ χρειάζεται πολὺ χρόνο γιὰ νὰ ξυπνήσει, ἀλλὰ ἀμέσως βρίσκεται σὲ νηφαλιότητα. Τὰ χέρια εἶναι πάντοτε καθαρὰ· γιατί καὶ ὁ ὕπνος εἶναι κόσμιος· κανένας δὲν ἀκούει ἐκεῖ ροχαλητά, οὔτε ἀναστεναγμούς, οὔτε βλέπει κανέναν νὰ τινάζεται στὸν ὕπνο, οὔτε νὰ ξεγυμνώνεται, ἀλλὰ κοιμοῦνται ξαπλωμένοι πιὸ κόσμια ἀπό τους ξυπνητούς. Ὅλα αὐτὰ συμβαίνουν, γιατί ὑπάρχει εὐταξία στὴν ψυχή. Πραγματικὰ αὐτοὶ εἶναι ἅγιοι καὶ εἶναι ἄγγελοι ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Καὶ μὴν ἐκπλήττεσαι ἀκούοντας αὐτά. Γιατί ὁ πολὺς φόβος ποὺ αἰσθάνονται γιὰ τὸ Θεό, δὲν τοὺς ἀφήνει νὰ βυθιστοῦν στὸν ὕπνο καὶ νὰ καταδυθεῖ ἡ διάνοιά τους ἐκεῖ, ἀλλὰ ὁ ὕπνος ἔρχεται ἐλαφρά, γιὰ νὰ τοὺς ἀναπαύσει μόνο. Καὶ ἀφοῦ τέτοιος εἶναι ὁ ὕπνος τους, κατ’ ἀνάγκην τέτοια εἶναι καὶ τὰ ὄνειρά τους χωρὶς φαντασίες καὶ φοβερὰ τέρατα. Ἀλλά, ὅπως ἀκριβῶς εἶπα, μόλις λαλήσει ὁ πετεινὸς καὶ ἀμέσως ἔρθει ὁ προϊστάμενος καὶ ἀκουμπήσει ἁπλῶς μὲ τὸ πόδι αὐτὸν ποὺ κοιμᾶται, ὅλους ἀμέσως τοὺς σηκώνει. Γιατί ἐκεῖ δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸ νὰ κοιμοῦνται γυμνοί. Συνέχεια
Περὶ θείας ἀγάπης
ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ
Ὢ ἀγάπη, βέβαιη καὶ ἀληθινή! Ὢ ἀγάπη, ὁμοίωμα τῆς θείας εἰκόνας! Ὢ ἀγάπη, τῆς ψυχῆς μου γλυκύτατη ἀπόλαυση Ὢ ἀγάπη, τῆς καρδιᾶς μου θεῖο πλήρωμα! Ὢ Ἀγάπη τῆς ψυχικῆς μου δύναμης τὸ στερέωμα! Ὢ ἀγάπη, διάνοιάς μου παντοτινὸ μελέτημα. Ἐσὺ κατέχεις τὴν ψυχή μου παντοτινά, τὴ φροντίζεις καὶ τὴ θερμαίνεις.
Ἐσὺ τὴ ζωογονεῖς καὶ τὴν ὁδηγεῖς πρὸς τὴ θεία ἀγάπη. Ἐσὺ κατακαίεις τὴν καρδιά μου, γεμίζοντάς την μὲ τὴ φλόγα τοῦ θείου ἔρωτα καὶ ἀναζωπυρώνοντας τὸν πόθο γιὰ τόν Θεό. Ἐσὺ δυναμώνεις μὲ τὴ ζωογόνα σου δύναμη τὴν ψυχή μου καὶ τὴν ἐνισχύεις νὰ προσφέρει τὴν ὀφειλόμενη λατρεία στὸν Θεό. Ἐσὺ κατέκτησες τὸν νοῦ μου ἐλευθερώνοντάς τον ἀπὸ τὰ γήινα δεσμὰ καὶ παρέχοντάς του τὴν ἐλευθερία νὰ ὁδηγεῖται ἀπρόσκοπτα πρὸς τὴν οὐράνια θεία ἀγάπη. Ἐσὺ εἶσαι ὁ πολυτιμότερος θησαυρὸς τῶν πιστῶν, γιατί εἶσαι τὸ τιμιότατο τῶν θείων χαρισμάτων δώρημα.
Εἶσαι τὸ θεόμορφο τῆς ψυχῆς καὶ τῆς καρδιᾶς καλλώπισμα, γιατί ἀναδεικνύεις τοὺς πιστοὺς σὲ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Εἶσαι τὸ στολίδι τῶν πιστῶν, ἀφοῦ τοὺς ἐμπνέεις τὴ σεμνότητα. Εἶσαι τὸ μοναδικὸ μόνιμο ἀγαθό, ἀφοῦ εἶσαι αἰώνια. Εἶσαι τὸ ὡραιότερο ἔνδυμα τῶν φίλων τοῦ Θεοῦ, γιατί μ’ αὐτὸ περιβεβλημένοι οἱ πιστοί, ἐμφανίζονται μπροστὰ στὴ Θεία ἀγάπη. Εἶσαι ἢ γλυκύτερη ἀπόλαυση τῶν πιστῶν, διότι εἶσαι καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐσὺ περνᾶς στὴ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν τοὺς πιστοὺς πού ἁγιάστηκαν ἀπὸ σένα.
Εἶσαι ἡ εὐωδία τῶν πιστῶν. Μὲ σένα, οἱ πιστοὶ μεταλαμβάνουν τὶς ἡδονὲς τοῦ Παραδείσου. Ἀπὸ σένα ἀνατέλλει τὸ φῶς τοῦ νοητοῦ ἥλιου στὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν. Ἀπὸ σένα φωτίζονται οἱ νοεροὶ ὀφθαλμοὶ τῶν πιστῶν. Ἀπὸ σένα οἱ πιστοὶ γίνονται θείας δόξας καὶ τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἀπὸ σένα ξεπηδᾶ μέσα μαςὁ πόθος γιὰ τὰ ἐπουράνια. Ἐσὺ ἀποκαθιστᾶς τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ πάνω στὴ γῆ. Ἐσὺ βραβεύεις μὲ εἰρήνη τοὺς ἀνθρώπους. Ἐξομοιώνεις τὴ γῆ μὲ τὸν οὐρανὸ
Ἑνώνεις τοὺς ἀνθρώπους μὲ τοὺς ἀγγέλους. Ἐσὺ νικᾶς σὲ ὅλα. Ἐσὺ σὲ ὅλα ἀναδεικνύεσαι δυνατότερη. Ἀληθινὰ κυβερνᾶς τὰ πάντα. Τὰ πάντα συγκρατεῖς καὶ συνέχεις. Ἐσὺ οὐδέποτε ὑποχωρεῖς.
Ὢ ἀγάπη, τῆς καρδιᾶς μου πλημμύρισμα! Ὢ Ἀγάπη γλυκύτατο τοῦ γλυκύτατου Ἰησοῦ ὁμοίωμα! Ὢ ἀγάπη, τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου ἱερότατο ἔμβλημα! Ὢ ἀγάπη, τοῦ πραότατου Ἰησοῦ σύμβολο! Ἐσὺ μὲ τὸν πόθο σου πλήγωσέ μου τὴν καρδιὰ καὶ γέμισε τὴν χρηστότητα καὶ ἀγαθοσύνη. Πλημμύρισε τὴν μὲ ἀγαλλίαση. Ἀνάδειξε τὴν κατοικητήριο τῆς χάρης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἐσὺ πύρωσέ την μὲ τὴ θεία φλόγα σου γιὰ νὰ κατακαύσει τὰ ταπεινά της πάθη, νὰ τὴν ἁγιάσει, ὥστε νὰ στέλνει στὸν οὐρανὸ ἀκατάπαυστη ψαλμωδία. Ἐσὺ πλήρωσε τὴν καρδιά μου μὲ τὸν γλυκασμὸ τῆς Θείας ἀγάπης, ἔτσι ὥστε νὰ ἀγαπῶ τὸν μόνο γλυκύτατο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ Κύριό μου καὶ σ’ Αὐτὸν νὰ ἀναπέμπω ἀκατάπαυστη ὑμνωδία μ’ ὅλη τὴν ψυχή μου, τὴν καρδιά μου, τὴ δύναμή μου καὶ τὴ διάνοιά μου. Ἀμήν.
ΤΟ ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ., ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ.
Ἡ ἐργασία τῆς Νήψεως.
Ἁγίου Ἠσαΐα τοῦ Ἀναχωρητοῦ
Ἐάν ὁ ἄνθρωπος δέν ἀπομκαρυνθῆ ἀπό κάθε κοσμική ὑπόθεσι δέν εἶναι δυνατόν νά λατρεύσει τόν Θεό. Διότι πραγματική λατρεία τοῦ Θεοῦ εἶναι τό νά μήν ἔχουμε, τήν ὥρα τῆς προσευχῆς,στόν νοῦ μας τίποτε ξένο πρός τήν προσευχή καί νά ἀπασχολούμεθα μόνον μ’ Αὐτόν.Δηλαδή νά μήν ἔχουμε στόν νοῦ μας οὔτε ἡδονή, οὔτε κακία, οὔτε μίσος, οὔτε φθόνο, οὔτε φανταστική εἰκόνα, οὔτε φροντίδα γιά πράγματα τοῦ αἰῶνος τούτου. Διότι αὐτά εἶναι σκοτεινά τείχη, πού φυλακίζουν τήν ταλαίπωρη ψυχή καί τήν ἐμποδίζουν στόν ἀέρα καί δέν τήν ἀφήνουν νά συναντήση τόν Θεό, ὥστε μυστικῶς καί «ἐν τῷ κρυπτῶ» νά Τόν εὐλογήση καί νά προσευχηθῆ.
πρός Αὐτόν μέ ἁγνότητα, μέ θεῖο φωτισμό, μέ γλυκύτητα καρδίας καί νά δοκιμάση τήν ἡδονή τοῦ Θείου ἔρωτος. Διότι ὅσο ἡ ψυχή μεριμνᾶ γιά τά ἐξωτερικά, νεκρώνεται ὁ νοῦς καί ἑπομένως τά ἐσωτερικά πάθη ἐνεργοῦν χωρίς ἔλεγχο.
Ἄν ὅμως ἐγκαταλείψη ἡ ψυχή τήν μέριμνα τῶν ἐξωτερικῶν πραγμάτων, τότε χαίρεται ὁ νοῦς καί στέκει σταθερός (ἀνυψούμενος πρός τόν Θεό)· καί ἡ ψυχή κατανοεῖ τά ἐσωτερικά της πάθη μέ τόν νοῦ. Φροντίζει λοιπόν ὁ νοῦς γιά τήν ψυχή, μέχρις ὅτου τά ἀπορρίψη ἀπό μέσα της καί μέ τήν γονιμοποιό του δύναμι γεννήση καί ἐκθρέψη τά τέκνα της. Τότε γίνονται οἱ δύο μία καρδία καί ὑποτάσσεται ἡ ψυχή στόν νοῦ, ὅπως ἡ γυναίκα στόν ἄνδρα, καί γίνεται ὁ νοῦς κεφαλή τῆς ψυχῆς, ὅπως εἶπε ὁ Ἀπόστολος: «ὁ ἀνήρ ἐστί κεφαλή τῆς γυναικός» (Ἐφεσ. 5, 23), καί ἀφοῦ γίνουν ἕνα ἐν Κυρίῳ, δέν ἔχουν πλέον διαίρεσι.
Ὅσοι λοιπόν ἀξιώθηκαν νά φθάσουν σ’ αὐτό τό μέτρο, αὐτοί εἶναι πού προσεύχονται στόν Θεό μέ ἁγνότητα, αὐτοί εἶναι πού φωτίσθηκαν ἀπό τόν Θεό, οἱ ἀληθινοί προσκυνηταί πού ζητεῖ ὁ Θεός, καί τέλος ἐκεῖνοι στούς ὁποίους «ἐνοικεῖ καί ἐμπεριπατεῖ ὁ Ὕψιστος», ὅπως ἔχει γραφῆ: «Ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καί ἐμπεριπατήσω» (Β’ Κορ. στ’ 16).
Γι’ αὐτούς εἶπε ὁ Σωτήρ: «ὅτι ἐάν συμφωνήσωσι δύο περί παντός οὐ ἐάν αἰτήσωνται ἐν τῷ ὄνομάτι μου, γενήσεται αὐτοῖς» (Ματθ. ιη’ 19). Διότι ὅταν ἡ ψυχή συμφωνήση μέ τόν νοῦ καί γίνουν ἕνα, τότε ὁ νοῦς μένει στόν Κύριο καί ὁ θεός σ’ αὐτόν (τόν νοῦ), ὅπως εἶπε ὁ Κύριός μας στά Εὐαγγέλια: «μείνατε ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν ὑμιν» (Ἰωάν. ιε’ 5).
Σ’ αὐτόν λοιπόν πού παραμένει σέ κοινωνία μέ τόν Θεό διά μέσου της ἐνάρετου πράξεως, καί ὁ Θεός παραμένει μέσα του μέ τήν θεωρία. (Θεωρία ἐννοεῖται ἡ πνευματική καί ἄυλη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πού σχηματιζεται στήν διάνοια τοῦ σκεπτομένου τόν Θεό, ἤ ἡ ὅρασι τοῦ Θεοῦ μέ τούς ὀφθαλμούς τῆς διάνοιας). Διότι ἐάν ἡ ψυχή ἀπελευθερωθῆ καί προσπεράση τά ἐμπόδια πού εἶναι στόν ἀέρα, τότε μένει στόν Θεό καί δέχεται τίς ἀκτίνες τοῦ Πνεύματος. Συνέχεια
Ἡ μοναχικὴ ζωὴ δείκτης τελειώσεως
Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης
Μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ μοναχισμοῦ παρουσιάστηκε μία ἰδιαίτερη μορφὴ ζωῆς στὴν Ἐκκλησία. Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι δημιουργήθηκε καὶ νέα ἠθική. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔχει ἰδιαίτερη ἠθικὴ γιὰ τοὺς κοσμικοὺς καὶ ἰδιαίτερη γιὰ τοὺς μοναχούς, οὔτε διαφοροποιεῖ τὶς δύο αὐτὲς κατηγορίες τῶν πιστῶν ὡς πρὸς τὶς ὑποχρεώσεις τοὺς ἀπέναντι στὸ Θεό. Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ εἶναι κοινὴ γιὰ ὅλους. Ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ ἔχουν ὡς κοινὸ γνώρισμα «τὸ ἀπὸ Χρίστου καὶ εἶναι καὶ ὀνομάζεσθαι»(1). Ἡ ὑπόσταση δηλαδὴ καὶ τὸ ὄνομά τους ἀνάγονται στὸ Χριστό. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Χριστιανὸς εἶναι γνήσιος καὶ ἀληθινός, ὅταν στηρίζει τὴ ζωὴ καὶ τὴ διαγωγή του στὸ Χριστό. Ἡ προσπάθεια ὅμως αὐτὴ δυσχεραίνεται μέσα στὸν κόσμο.
Αὐτὸ ποὺ εἶναι δύσκολο στὸν κόσμο ἐπιχειρεῖται μὲ ἰδιαίτερη φροντίδα στὸ μοναχισμό. Ὁ μοναχὸς ἐπιδιώκει στὴν πνευματική του ζωὴ ὅτι ὀφείλει νὰ ἐπιδιώκει καὶ ὁποιοσδήποτε πιστὸς νὰ ζεῖ σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Οἱ βασικὲς ἀρχὲς τοῦ μοναχισμοῦ συμπίπτουν οὐσιαστικὰ μὲ τὶς βασικὲς ἀρχὲς τῆς ζωῆς ὅλων τῶν πιστῶν. Αὐτὸ γίνεται ἐμφανέστερο στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες, ὅταν δὲν εἶχε ἀκόμα ἐμφανισθεῖ ὁ μοναχικὸς θεσμός.
Στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι προφανὴς ἡ προτίμηση τῆς παρθενίας ἢ τῆς ἁγνότητας ἀπέναντι στὸ γάμο. Ἡ θέση αὐτὴ δὲν στρέφεται βέβαια ἐναντίον τοῦ γάμου, ποὺ ἀναγνωρίζεται ὡς μέγα μυστήριο(2), ἀλλὰ ἐπισημαίνει τὶς δυσκολίες ποὺ συνεπάγεται σὲ πρακτικὸ ἐπίπεδο γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή. Γὶ΄ αὐτὸ ἐξαρχῆς ὑπῆρχαν πολλοὶ Χριστιανοί, ποὺ ἀπέφευγαν τὴ σύναψη γάμου. Ἔτσι ὁ ἀπολογητὴς Ἀθηναγόρας, ποὺ ἔζησε κατὰ τὸ δεύτερο αἰώνα, γράφει: «Εὔροις δ΄ ἂν πολλοὺς τῶν πὰρ΄ ἠμὶν ἄνδρας καὶ γυναίκας καταγηράσκοντας ἀγάμους ἐλπίδι τοῦ μᾶλλον συνέσεσθαι τῷ Θεῶ»(3).
Ἐξάλλου ἡ χριστιανικὴ ζωὴ συνδέθηκε ἐξαρχῆς μὲ τὴν αὐταπάρνηση καὶ τὴ θυσία: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοὶ»(4). Ὁ Χριστὸς ζητᾶ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὴν πλήρη αὐτοπροσφορά του: «Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστί μου ἄξιος καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστί μου ἄξιος»(5).
Τέλος ἡ ἐπίδοση στὴν ἔντονη καὶ ἀδιάλειπτη προσευχή, ἡ ὑπακοὴ στοὺς ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ὑποταγὴ στοὺς ἄλλους, ὅπως καὶ ὅλες γενικὰ οἱ βασικὲς ἀρετὲς τοῦ μοναχισμοῦ, καλλιεργοῦνταν ἐξαρχῆς ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Συνέχεια
Εἰς τὸν ἅγιον καὶ πανένδοξον μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, Δημήτριον
Συμεών μοναχὸς καὶ φιλόσοφος,
1. Φίλοι τοῦ μάρτυρα, σήμερα μᾶς συγκέντρωσε ὁ σπουδαῖος ἀνάμεσα στοὺς ἀγωνιστὲς τοῦ Χριστοῦ Δημήτριος, ὁ ἀληθινὸς πολιοῦχος καὶ θερμοτατος προστάτης μας, προσφέροντάς μας τοὺς ἄθλους του σὲ πνευματικὸ συμπόσιο.
Ὅτι ἦταν λοιπὸν ξεχωριστὸς ὁ ἄνθρωπος καὶ ὑπερεῖχε ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἄλλους σὲ δύο πράγματα, στὴ γενιὰ καὶ τὴν εὐημερία τῆς φύσης, καθὼς καὶ στὴ σύνεση τῶν θείων καὶ τὴ δόξα τῶν ἀνθρώπινων εἶναι φανερὸ ἀπὸ πολλά, ποὺ τὸ δείχνουν καθαρά, ὅλα ὅσα σχετίζονται μ᾿ αὐτόν, ὅτι ἦταν ὅμως καὶ στοὺς ἄθλους ἀσυναγώνιστος, τὸ ἐπιβεβαιώνουν αὐτὰ ποὺ βλέπουμε.
Ποιὰ τιμὴ λοιπὸν τόσο μεγάλη καὶ ὑπέροχη, καὶ χοροστάσια μὲ τὴ συμμετοχὴ ὅλου του λαοῦ καὶ ἄσματα γεμάτα χάρη, τοῦ ἔχουν ἀποδώσει ἀκόμη καὶ οἱ ἴδιοι οἱ βασιλιάδες περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον;
Καὶ ἂν αὐτὰ ποὺ τελοῦμε ἐδῶ γιὰ τὰ μαρτύρια καὶ τοὺς ἄθλους του, ποὺ ἔκανε γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ, τὸν ἀποδεικνύουν τόσο σπουδαῖο καὶ λαμπρό, πόσο σπουδαῖο θὰ τὸν ἀναδείξει ἡ εὐτυχία του στοὺς οὐρανούς;
Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶναι νικητὴς σὲ κάθε λόγο, δὲν εἶναι καθόλου ἄξιο ἀπορίας ἂν θὰ κατανικήσει καὶ τοὺς δικούς μας ἐπαίνους. Ἀπὸ ἐδῶ λοιπὸν θὰ ἀποδειχτεῖ πολὺ περισσότερο ἄξιος θαυμασμοῦ, γιατὶ ὑστεροῦν ὅλοι λόγω τῆς ἀνωτερότητας τῆς δόξας του καὶ θὰ δοξαστεῖ περισσότερο, γιατὶ μειονεκτοῦν ὅλοι μετὰ ἀπὸ αὐτόν.
2. Θὰ ἀδιαφορήσουμε λοιπὸν γιὰ ἕνα τόσο σπουδαῖο θέμα ἂν καὶ ἔχουμε ἀνταποκριθεῖ πιὸ ἀργὰ ἀπὸ τὸν κατάλληλο χρόνο καὶ γιὰ νὰ μὴ φανοῦμε κατώτεροι ἀπὸ τοὺς προηγούμενους ὁμιλητές του μάρτυρα; Τόσο πολὺ θὰ διστάσουμε, ὥστε νὰ νομίζουμε ὅτι μὲ τὸ νὰ μὴν τὸν ἐγκωμιάζουμε τιμοῦμε περισσότερό τους ἑαυτούς μας καὶ καθαγιάζουμε τὴ γλώσσα; Σὲ καμιὰ περίπτωση. Καὶ αὐτὸ λοιπὸν τὸ ὅτι δὲν ἐπαρκοῦν οἱ λόγοι γιὰ τὴν ἀξία ἐκείνου καὶ ὑποχωροῦν μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο του ἀποτελεῖ μεγάλη φιλοδοξία γιὰ ὅσους τὸν ἐπαινοῦν. Τόσο μεγάλη δόξα εἶναι ὁ ἔπαινος τοῦ μάρτυρα.
3. Μιὰ καὶ ἔχω τονίσει ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ προοίμιο τοῦ λόγου ὅτι αὐτὸς ἦταν ἐξαιρετικὸς σὲ ὅλα καὶ πανένδοξος καὶ στὰ δύο, ἀπὸ ποῦ νὰ ἐπιχειρήσω νὰ πλέξω τὸ ὑφάδι τῶν ἐγκωμίων; Ἀπὸ ὅπου λοιπὸν καὶ νὰ θελήσουμε, θὰ βροῦμε εὔκολα πολλὰ καὶ σπουδαία καὶ δὲν θὰ παραχωρήσουμε γενικὰ (ἐνν. τὸ ὑφάδι τῶν ἐγκωμίων) σὲ κανέναν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν τὴν ἐξουσία καὶ τὰ πρωτεῖα, μέχρι ποὺ κανεὶς λόγος δὲν θὰ μὲ πείθει ὅτι δὲν καμαρώνουν οἱ μάρτυρες μὲ τοὺς ἐπαινετικοὺς λόγους, ποὺ ἀφιερώνονται σ᾿ αὐτούς, σὰν νὰ εἶναι δικοί τους.
Νὰ μιλήσει λοιπὸν κανεὶς γιὰ τὴ γενιά του, ποιὰ ἦταν, καὶ γιὰ τὴν οἰκογενειαά του καὶ γιὰ τὴν πατρίδα του καὶ γιὰ τὴ στρατιωτική του δύναμη καὶ τὴν ἐπαγγελματική του σταδιοδρομία καὶ τὴν εὐτυχία καὶ τὸν κλῆρο, τὰ ὁποῖα κέρδισε μὲ ἀφθονία χάρη στὴν εὐσέβεια καὶ στὶς δύο ζωές του, θὰ τραβοῦσε πολὺ μακριά, εἶναι κοπιαστικό, καὶ ἀποτελεῖ ἔργο τῆς ἱστορίας καὶ ὄχι τοῦ ἐγκωμίου. Μὲ τὴν ἐξαίρεση ὅμως νὰ ποῦμε ὅσα θὰ ἔπρεπε, εἶχε εὐγενικὴ καταγωγὴ σὰν ἕνας ἄλλος Ἰώβ, δὲν ἦταν βέβαια βασιλιάς, ὅπως ἐκεῖνος, τῆς Ἀνατολῆς ἢ τῆς Δύσης, γιὰ νὰ μιλήσουμε πιὸ οἰκεία, ἀλλὰ ἦταν ἀνθύπατος τῶν δικῶν μᾶς βασιλιάδων καὶ τῆς συγκλήτου. Συνέχεια
Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ
Anthony Bloom
Θὰ ἤθελα νὰ ἀρχίσω μ’ ἕνα μικρὸ ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς Ἀποκάλυψης, κεφάλαια 21 καὶ 22: «Καὶ ἤκουσα φωνῆς μεγάλης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, ἡτοιμασμένην ὡς νύμφην κεκοσμημένην τῶ ἀνδρὶ αὐτῆς. καὶ ἤκουσα φωνῆς μεγάλης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λεγούσης· Ἰδοὺ ἡ σκηνὴ τοῦ Θεοῦ μετὰ τῶν ἀνθρώπων, καὶ σκηνώσει μετ’ αὐτῶν καὶ αὐτοὶ λαὸς αὐτοῦ ἔσονται, καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς μετ΄ αὐτῶν ἔσται, καὶ ἐξαλείψει ἀπ’αὐτῶν, καὶ ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι, οὔτε πένθος, οὔτε κραυγὴ, οὔτε πόνος οὐκ ἔσται ἔτι· ὅτι τὰ πρῶτα ἀπῆλθον. Καὶ εἶπεν ὁ καθήμενος ἐπὶ τῷ θρόνῳ· ἰδοὺ καινὰ ποιῶ πάντα. Καὶ λέγει μοι· γράψον, ὅτι οὗτοι οἱ λόγοι πιστοὶ καὶ ἀληθινοὶ εἰσι. Καὶ εἶπέ μοι· γέγονεν. ἐγὼ τῷ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος. ἐγὼ τῷ διψῶντι δώσω ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς δωρεάν. Λέγει ὁ μαρτυρῶν ταῦτα· ναὶ ἔρχομαι ταχύ. ἀμήν, ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ. Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μετά πάντων τῶν ἁγίων· ἀμήν».
Αὐτὴ εἶναι σπουδαία προσδοκία, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνο προσδοκία. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ποὺ πρόκειται νὰ ἔλθει, ἦλθε μέ δύναμη. Ἦλθε σὲ μέρη πολλά, σὲ πολλές καρδιὲς, σὲ πολλές οἰκογένειες, μ’ ἔναν σχεδὸν ἀνεπαίσθητο τρόπο, μυστικὰ ὅπως ἔρχεται ὁ κλέφτης στὰ μέσα τῆς νύχτας. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔφτασε μὲ δύναμη, βρίσκεται στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις, ἀφοῦ ἀποκατέστησε ξανὰ τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο μέσα ἀπὸ μιὰ νέα διάσταση ἀγάπης, τὴν θυσιαστικὴ ἀγάπη τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρίσκεται ἐντὸς μας καὶ ἀνάμεσα μας. Τὰ πάντα βρίσκουν τὸ δρόμο τους στὶς καρδιὲς, στὸ νοῦ, στὴ ζωή, στὴ θέληση μας, κατακτώντας τὰ πάντα μέσα μας. Ἔτσι ὁ σαρκωμένος Θεὸς ἐργάζεται. Kατακτᾶ, καὶ θὰ κατακτᾶ.
Ἀλλὰ ἄν εἴμαστε λαός Του, ἄν εἴμαστε οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, καλούμαστε ὄχι μόνο δεκτικοὶ τῆς χάριτος, ὄχι μόνο νὰ μᾶς κατακτήσει, ἀλλὰ ἔχουμε τὸ προνόμιο νὰ εἴμαστε οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ Θεοῦ, αὐτοὶ ποὺ ὁ Θεὸς ἐπέλεξε, γιὰ νὰ ὑπηρετήσουμε τὸ σκοπό Του. Εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ μπορεῖ Ἐκεῖνος νὰ μᾶς ἐμπιστευτεῖ, ἐπειδὴ Τὸν γνωρίζουμε, ἐπειδὴ Τὸν λατρεύουμε μὲ εὐλάβεια καὶ πίστη, καὶ μπορεῖ νὰ μᾶς πεῖ «Πήγαινετε»· «θυσιαστεῖτε» καὶ νὰ πεθάνουμε· «Ζῆστε» καὶ νὰ ζήσουμε.
Καὶ στὴν καρδιὰ αὐτῆς τῆς ἀποστολῆς μας, ὑπάρχουν λόγια ποὺ ἀκούσαμε δυό φορές στὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς ἑβδομάδας σὲ δύο ἀκολουθίες: «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν». Καὶ ὅταν αὐτὸ γίνεται στὸ πλαίσιο τῶν ἱερῶν μας Λειτουργιῶν, μέσα στὸ κομμάτιασμα τῆς ἱστορικῆς Χριστιανοσύνης, μὲ ὀδύνη συνειδητοποιοῦμε τὸν χωρισμὸ, ἐνῶ γνωρίζαμε τὴν συγγένεια μας. Ὑπάρχει ἕνα σημεῖο ὅπου μὲ αὐτοὺς τοὺς ἀληθινοὺς λόγους, «Ποιεῖτε τοῦτο εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν», μποροῦμε νὰ εἴμαστε ἀκόμα πιὸ κοντὰ ἀπ΄ ὅσο φανταζόμαστε, ἀκόμα κι ἄν δὲν μποροῦμε νὰ κόψουμε τὸν ἄρτο, οὔτε νὰ μοιραστοῦμε τὸ ἴδιο ποτήριο; Tολμῶ νὰ πῶ πὼς εἴμαστε πολὺ πιὸ κοντὰ.
Ὅταν λέμε αὐτὰ τὰ λόγια τὴν ὥρα τῆς κλάσης τοῦ ἄρτου, σκεφτόμαστε μὲ ὅρους λειτουργικοὺς· ξεχνᾶμε ὅτι στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο αὐτὰ τὰ λόγια καὶ αὐτὴ ἡ κίνηση ἀντιπροσώπευε κάτι περισσότερο ἀπὸ μιὰ πράξη ἀδελφοσύνης, κάτι περισσότερο ἀπὸ ἕναν τύπο. Ὁ τεμαχισμένος ἄρτος εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ ποὺ θυσιάστηκε γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου. Τὸ κοινὸ ποτήριο ἦταν εἰκόνα τοῦ αἵματός Του ποὺ χύθηκε γιὰ νὰ ἔχει ὁ κόσμος ζωή. Τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμαΤου, ἀντιπροσωπεύουν τὴ θεϊκὴ ἀγάπη ποὺ πῆρε σάρκα μὲ σκοπὸ νὰ μετέχει στὴν τραγωδία τῆς ἀνθρωπότητας μέσα ἀπὸ μιὰ πράξη τέλειας καὶ σταυρωμένης ἀδελφοσύνης γιὰ νὰ σωθεῖ ἴσως ἡ ἀνθρωπότητα. Κι αὐτὸ ἀφορᾶ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ξεκινώντας ἀπὸ τοὺς πιστοὺς, καθὼς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος.
Πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς λειτουργικῆς πράξης, ὑπάρχει τὸ ὑπαρξιακό στοιχεῖο, ὅλα ὅσα ἀντιπροσωπεύει ἡ κλάση τοῦ ἅρτου καὶ ἡ συμμετοχή στὸ κοινὸ ποτήριο. Καὶ ἀντιπροσωπεύει τὸ γεγονὸς τῆς Ἐνσάρκωσης, ὅπου ὁ Θεὸς ἑνώνεται μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ στὴν πραγματικότητα μὲ ὅλον τὸν κόσμο, παίρνοντας στοὺς ὥμους Του τὸ πεπρωμένο τῆς ἀνθρωπότητας, ταυτίζοντας τὸν ἑαυτό Του ὄχι μόνο μὲ τὸ δημιούργημα Του, ἀλλὰ μὲ τὸ ἐκπεσμένο πλάσμα Του καὶ ὅλες τὶς ἀνθρώπινες καταστάσεις, ὄχι μόνο σὲ σχέση μὲ τὴ ζωή, μὲσα ἀπὸ τὸ κήρυγμα καὶ τὴν διακονία, ὄχι σέ σχέση μὲ τὸ φυσικό θανάτο, ἀλλὰ μέχρι τοῦ σημείου νὰ μοιραστεῖ μὲ τοὺς ἀνθρώπους τὴ μόνη βασική τραγωδία τῆς ἀνθρωπότητας: τὴν ἀπώλεια τοῦ Θεοῦ – «Θεέ μου, Θεὲ μου, γιατὶ μ’ ἐγκατέλειψες;» – αὐτὴ ἡ ἀπώλεια τοῦ Θεοῦ ποὺ σκοτώνει καὶ ποὺ σκοτώνεται. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου ὡς πρὸς τὴν ἀνθρωπινή Του φύση. Ἀντιπροσωπεύει αὐτὴν τὴν ἀλληλεγγύη τοῦ Θεοῦ πρὸς ἐμᾶς ποὺ ἐκφράζεται στὴν ἀγωνία στὸν Κῆπο τῆς Γεσθημανῆ, ὅπου ὁ Χριστὸς βρίσκεται ἀντιμέτωπος μὲ τὸν θάνατο – ἕναν θάνατο ποὺ δὲν ἔχει τίποτα κοινὸ μ’ Ἐκεῖνον. Ἐπειδὴ Ἐκεῖνος ἦταν ἡ ζωή, ὁ θάνατος δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει δύναμη ἐπάνω Του, ἐπειδὴ λέει ὅτι ὁ ἄρχοντας αὐτοῦ τοῦ κόσμου δὲν θὰ βρεῖ τίποτα σ’ Ἐκεῖνον ποὺ νὰ τοῦ ἀνῆκει. Ὁ θάνατος ποὺ ἦταν δῶρο στὴν ζωή Του, ποὺ τὸν ἀποδέκτηκε καὶ τὸν μοιράστηκε, Ἐκεῖνος ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ πεθάνει. Ἀντιπροσωπεύει τὴ Σταύρωση, τὴ φυσικὴ ἐμπειρία τοῦ ἀθάνατου ποὺ μοιράζεται τὸν θάνατο τοῦ πλάσματος Του, Ἐκεῖνος ποὺ ἦταν Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, μέσα ἀπὸ μιὰ πράξη ἀδελφοσύνης, χάνοντας τὴν ἔννοια τῆς ἑνότητάς Του μὲ τὸν Πατέρα καὶ πεθαίνοντας χάριν τῆς ἑνότητας. Αὐτὸ εἶναι ποὺ ἀντιπροσωπεύει ἡ κλάση τοῦ ἄρτου καὶ ἡ μετοχή στὸ κοινὸ ποτήριο. Συνέχεια
“Ὁμιλία εἰς τὸν Ζακχαῖον τὸν Τελώνην”
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Ὅσοι ἐπιθυμοῦν τὰ καλά, δέ διαφέρουν ἀπὸ τοὺς διψασμένους, ἀγαπητοί. Ὅσο δὲ βρίσκουν αὐτὸ ποὺ ζητοῦνε, τόσο ἀνάβει ἡ δίψα τους γιὰ ὅ,τι ποθοῦν. Καὶ τὴ νύχτα ὀνειρεύονται σὰ διψασμένοι τίς πηγές τῶν πόθων τους. Κι ὅταν ξημερώση πηγαίνοντας ἀπό τόπο σέ τόπο, μέ ἀεικίνητα μάτια βλέποντας γύρω, ἀναζητοῦν αὐτά πού ποθεῖ ἡ καρδιά τους.
Κι ὅπως ὁδοιπόροι, πού σέ ὥρα μεσημεριοῦ διασχίζουν ἄνυδρο τόπο, ἀναγκασμένοι ἀπὸ τὴ δίψα βλέπουν γύρω τους πηγές· καὶ πολλὲς φορὲς θὰ τοὺς δῆς ν’ ἀνεβαίνουν καὶ βουνὰ ὅπου ὑπάρχει πηγή· κι ὅταν ἀπό μακριὰ τὴ δοῦν, χαίρονται καὶ συνεχίζουν τὴν πορεία τους πρὸς αὐτὴ μέ βιάση· ἔπειτα φθάνουν στὴν πηγὴ καὶ σβήνουν μὲ τὸ νερὸ τὴ δίψα τους· τέτοιοι εἶναι κι οἱ φίλοι τοῦ Χριστοῦ. Τὴν ἡμέρα ἀναζητοῦν τὸν ποθητό τους Χριστὸ μὲ καλά ἔργα καὶ τὴ νύχτα εἶναι κοντά του μὲ τὴν προσευχή κι ὅταν κοιμοῦνται βλέπουν στὸ ὄνειρό τους ὅτι περπατοῦν μαζί του.
Ὅταν στὰ ὁράματά τους τὸν ἰδοῦν ἀπὸ μακριά χαίρονται κι ἀναγαλλιάζουν καθὼς οἱ διψασμένοι, ὅταν βροῦν τὶς πηγὲς ποὺ ποθοῦν. Κι ὅταν ξυπνήσουν θέλουν νά ξανακοιμηθοῦν, γιὰ ν’ ἀντικρύσουν στὸν ὕπνο τους τὴν ἴδια πάλι ὁπτασία.
Τέτοιος καὶ ὁ Ζακχαῖος ποὺ διαβάσαμε πρὶν ἀπὸ λίγο στὸ Εὐαγγέλιο. Δῆτε τον ποὺ τρέχει καὶ ὁ θεῖος πόθος τὸν πυρπολεῖ· σκαρφαλώνει στὸ δένδρο καὶ ψάχνει γύρω τὸν Ἰησοῦ, γιὰ νὰ δῆ τὴ ζωοδότρα πηγή.
Κι ὅταν ὁ Ζακχαῖος ἀντίκρυσε τὸν Κύριο, ξεκούρασε τὴν ὅραση του, περισσότερο ὅμως ἀναρρίπισε τὸν πόθο στὴν καρδιά του· «Μπῆκε λοιπόν ὁ Ἰησοῦς στὴν Ἱεριχὼ καὶ περιπατοῦσε στὸν δρόμο. Βρῆκε κάποιον λεγόμενο Ζακχαῖο. Ἦταν ἀρχιτελώνης καὶ πολὺ πλούσιος. Ἤθελε πολὺ νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ ποὺ ἦταν νὰ περάση ἀπὸ κεῖ».
Πρόσεξε, ἀγαπητέ μου, τόν πόθο τῆς ψυχῆς του. Δέν μποροῦσε ὅμως νὰ δῆ ἀπὸ τὸ πλῆθος, γιατὶ ἦταν μικρὸ τὸ ἀνάστημά του. Τρέχει λοιπὸν μπροστά κι ἀνεβαίνει σὲ μιὰ μουριὰ γιὰ νὰ δῆ τὸν Ἰησοῦ, ποὺ ἦταν νὰ περάση ἀπὸ κεῖ. Ὁ Ζακχαῖος μὲ τὸ μικρὸ ἀνάστημα καὶ τὴν πολλὴ γνώση ζητοῦσε νὰ δῆ τὸν Χριστὸ, ἐπιθυμοῦσε νὰ δῆ τὸ θεὸ μέσα στοὺς ἀνθρώπους πού χάριζε τὸν οὐρανό, ἤθελε νὰ δῆ τὸ δημιουργὸ τῶν ἀγγέλων, νὰ δῆ νὰ βαδίζη μὲ βήματα ἀνθρώπου ὁ φωτοδότης τοῦ οὐρανοῦ, ὑπέργειου φωτός.
Ζητοῦσε νὰ δῆ πῶς ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καθισμένος στὸ νέφος πλημμύρισε μὲ φῶς τῶν πιστῶν τὰ ψυχικὰ μάτια. Ζητοῦσε νὰ δῆ τὸ θεὸ Ἰησοῦ, τὸν ὡραῖο, τὸν ποθητὸ, τὸ γλυκύ, ποὺ μὲ τὄνομά του δηλώνει καὶ τὴν πράξη. Νὰ δῆ τὸ πορφυρόμαλλο πρόβατο, ποὺ τὸ αἶμα του ἔγινε τὸ τίμημα τῆς οἰκουμένης καὶ τὸ μαλλί του ἔντυσε τοὺς γυμνοὺς ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ ὡς τὸ τέλος. Ἐπιθυμοῦσε νὰ δῆ ὁ αἰχμάλωτος στρατιώτης τὸ βασιλιά του, τὸ πρόβατο τὸ βοσκό του, ὁ παραπλανημένος τὸ δρόμο του, ὁ σκοτισμένος τὸ φῶς. Ἐπιθυμοῦσε νὰ δῆ τὸν κήρυκα τῆς εὐσεβείας, αὐτὸς ποὺ δὲν εἶχε γευτῆ τὴ γλυκύτητα τῆς θεογνωσίας.
Ζητοῦσε νὰ δῆ ὁ ἄρρωστος τὴν ὑγεία του, ὁ πεινασμένος τὴν οὐράνια τροφή, ὁ διψασμένος τὴν ζωοδότρα πηγή. Ἐπιθυμοῦσε νὰ δῆ τὸν ἐμψυχωτὴ τῶν ἱερέων καὶ τὸν ξυπνητὴ τοῦ Λαζάρου. Ὤ, τὸ θεϊκὸ ἔρωτα! Ὤ, τὴν ἐπιθυμία! Ὤ, τὸ χρυσόφτερο ἔρωτα, ἤ καλύτερα τὸν ἔρωτα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀνεβάζει στὸν οὐρανὸ τὴν ψυχὴ ποὺ τὸν ἔχει. Ὁ θεϊκὸς ἔρωτας ποὺ τὸν ἐσήκωσε ἀπὸ τὴ γῆ, τὸν ἔκαμε κιόλα ν’ ἀνεβῆ στὸ δένδρο. Συνέχεια
“Διόρθωση καί σωτηρία τοῦ ἀρχιετελώνη Ζακχαῖου – ΙΕ΄ Λουκᾶ”
Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμᾶς
1. Πρωτύτερα ἐπήραμε ἀφορμὴ ἀπὸ τὶς διηγήσεις τοῦ εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ περὶ τῆς ἰάσεως τῶν λεπρῶν καὶ τυφλῶν κατὰ τὸ σῶμα γιὰ τὴν πνευματικὴ ὁμιλία πρὸς τὴν ἀγάπη σας. Σήμερα θέμα θὰ ἔχωμε τὸν κατὰ τὴν ψυχὴ τυφλὸ Ζακχαῖο πού κατοικοῦσε στὴν Ἱεριχῶ καὶ τὴν ἀναβλεψὶ του κατ’ αὐτήν.
Εἶναι δὲ μεγάλο τὸ σχετικὸ μὲ αὐτὸν θαῦμα καὶ ὄχι μικρότερο ἀπὸ τὰ σχετικὰ μ’ ἐκείνους. Διότι καὶ αὐτὸς εἶχε σκοτεινούς τους ἐσωτερικοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς καρδιᾶς, ὅπως ὁ τυφλὸς ἐκεῖνος εἶχε σκοτεινούς τους ὀφθαλμοὺς τῆς ἔξω ἀπὸ τὸ πρόσωπο μορφῆς· ἀφοῦ οὔτε αὐτὸς δὲν μποροῦσε κατὰ τὴ διὴγησι νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ, ἀπαλλάχθηκε δὲ καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὸ σκότος τοῦ νοῦ μὲ μόνο τὸ λόγο ἐκείνου πού καὶ στὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου μὲ μόνο τὸ λόγο συνέστησε τὸ φῶς καὶ κατηύγασε ὅλη τὴν αἰσθητὴ κτίσι. Ὅπως δηλαδὴ τότε, πρὶν νὰ εἰπῆ ὁ Θεός, «ἂς γίνη φῶς, κι’ ἔγινε φῶς», ὑπῆρχε σκότος ἐπάνω ἀπὸ τὴν ἄβυσσο, ἔτσι καὶ τώρα, πρὶν νὰ εἰπῆ πρὸς τὸν Ζακχαῖο ὅτι «σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸν οἶκο σου», τὸ δεινὸ σκότος τῆς φιλαργυρίας ἦταν καθισμένο ἐπάνω στὴν ψυχὴ τούτου, ἐνῶ ἡ διάνοιά του ἦταν ὁπωσδήποτε παραχωμένη μαζὶ μὲ τὸ χρυσὸ σὲ σκοτεινοὺς τόπους, ὅπου θησαυρίζεται ἀπὸ τοὺς φιλαργύρους ὁ χρυσὸς καὶ ἄργυρος.
2. Ἂς ἰδοῦμε λοιπὸν τὰ σχετικὰ μὲ αὐτὸν κατὰ τὴ διήγησι. «Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὁ Ἰησοῦς ἀφοῦ εἰσῆλθε διερχόταν τὴν Ἱεριχώ. Ποιὸν ἐκεῖνο καιρό; Ὅταν ἐκαθάρισε τοὺς λεπρούς, ὅταν ἐφώτισε τοὺς τυφλούς, ὅταν διὰ τῆς σχετικὰ πρὸς αὐτοὺς φήμης μαζὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους προσείλκυσε καὶ τὸν Ζακχαῖο πρὸς τὸν πόθο τῆς θέας του. «Ἀφοῦ λοιπὸν εἰσῆλθε ὁ Ἰησοῦς διερχόταν τὴν Ἱεριχῶ»· ὄχι δὲ μόνο τὴν Ἱεριχώ, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἰουδαία διερχόταν ὁ Κύριος, καὶ τὴ Γαλιλαία καὶ γενικῶς τὴ γῆ. Διότι δὲν ἦλθε ἐδῶ γιὰ νὰ παραμείνη σωματικῶς, ἂν καὶ ἔλαβε τὸ σῶμα σὰν τὸ δικό μας ὑπὲρ ἠμῶν, ὅπως εὐδόκησε, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ διέλθη κι’ ἀνεβῆ πρὸς τὸν οὐρανὸ ἀπὸ ὅπου κατῆλθε, ἀνεβάζοντας μαζὶ καὶ τὸ δικό μας φύραμα καὶ τοποθετώντας τὸ ἐπάνω ἀπὸ κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία· ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν καιρὸ τῆς διδασκαλίας διερχόταν περιοδεύοντας ὅλο τὸν τόπο τῆς Παλαιστίνης. Ὅπως δηλαδὴ στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας συνήγαγε σ’ ἕνα δίσκο ὅλο τὸ φῶς τῆς ἡμέρας καὶ ἔκαμε βασιλέα της τὸν ἥλιο, δὲν τὸν ἄφησε δὲ νὰ στέκεται, ἀλλὰ τὸν ἔκαμε νὰ περιπολῆ· ἔτσι, συνάπτοντας τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος μὲ τὸ σῶμα καὶ παρουσιάζοντας τὸν ἑαυτὸ τοῦ βασιλέα τοῦ παντὸς πραγματικὰ ἐπίγειο καὶ ἐπουράνιο, ὁρατὸ καὶ ἀόρατο, ἀρκτὸ καὶ ἀΐδιο, δὲν ἐδέχθηκε νὰ κάθεται ἐπάνω σ’ ἕνα τόπο, ἀλλ’ εὐδόκησε νὰ περιέρχεται ἕως ὅτου ἀπεργασθῆ σωτηρία μόνιμη καὶ ἀδιάκοπη στὸ μέσο τῆς γῆς, καθὼς προανήγγειλε ὁ Δαβὶδ λέγοντας, «ὁ Θεὸς ὁ πρὸ αἰώνων βασιλεύς μας, ἀπεργάσθηκε σωτηρία στὸ μέσο τῆς γῆς»· διότι αὐτὴν τὴν σωτηρία ἐπετέλεσε ὁ Κύριος περιερχόμενος. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἥλιος δὲν περιπολεῖ γενικῶς ὅλον τὸν οὐρανό, ἀλλὰ τὸ μεσαῖο μέρος τοῦ ζωοδιακοῦ πόλου, ἔτσι λοιπὸν καὶ «ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης» Χριστός, περιερχόμενος σὲ ὅση ἔκτασι ἐχρειαζόταν τὸ μέσο τῆς κατοικουμένης ἀπὸ τὰ ζῶα, διερχόταν τὰ μέρη του, κι’ ἔτσι ἀφοῦ εἰσῆλθε διερχόταν τὴν Ἱεριχῶ.
3. «Καὶ ἰδού», λέγει, «ἦταν ἕνας ἄνδρας ὀνομαζόμενος Ζακχαῖος, πού ἦταν μάλιστα ἀρχιτελώνης. Ἦταν δὲ πλούσιος αὐτὸς κι’ ἐζητοῦσε νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε ἐξ αἰτίας τοῦ ὄχλου, διότι ἦταν μικρὸς στὸ σῶμα». Ὄχι δὲ μόνο ἦταν μικρός, ἀλλὰ ἦταν καὶ μακριὰ ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ· διότι ἂν ἐπλησίαζε, ἔστω καὶ μικρόσωμος, δὲν θὰ ἐστερεῖτο τῆς θέας. Ἐγὼ δὲ νομίζω ὅτι τοῦτος ἑλκυόταν καὶ ἀναχαιτιζόταν ἀρρήτως ἀπὸ τὴν θεία δύναμι τοῦ Ἰησοῦ· ἑλκυόταν δηλαδή, ἐπειδὴ εἶχε τρόπο χρηστὸ καὶ ψυχὴ κατάλληλη γιὰ τὴν ἀρετή, γι’ αὐτὸ κι’ ἐπιθυμοῦσε κι’ ἐπιχειροῦσε νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ· ἀναχαιτιζόταν δὲ ἀπὸ τὴ θεία δύναμι, διότι αἰχμαλωτίσθηκε ἀπὸ τὰ ἀντίθετα στὴν πολιτεία τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν τελωνία καὶ τὸν πλοῦτο. Αὐτὰ νομίζω δεικνύοντας καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς στοὺς συνετοὺς μὲ λίγα λόγια, ἐφ’ ὅσον μὲν ἦταν θαυμάσιος στοὺς τρόπους, εἶπε γι’ αὐτόν, «ἰδοὺ ἕνας ἄνδρας ὀνομαζόμενος Ζακχαῖος, ἐφ’ ὅσον δὲ ἦταν πιασμένος στοὺς βρόχους τῆς κακίας, πρόσθεσε «καὶ αὐτὸς ἦταν ἀρχιτελώνης, καὶ βέβαια πλούσιος». Πραγματικὰ τὸ μὲν «ἰδοὺ ἕνας ἄνδρας» λέγεται στὶς περιπτώσεις τῶν ἀξιολόγων πού δὲν ἀνήκουν στοὺς πολλούς. Καὶ πρὸς αὐτὸ τείνει ἡ μνεία τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀνδρός· διότι δὲν ἦταν ἀπὸ ἐκείνους, γιὰ τοὺς ὁποίους λέγει ὁ Δαβίδ, «δὲν θὰ ἀναφέρω τὰ ὀνόματά τους διὰ τῶν χειλέων μου». Τὸ ὅτι δὲ ἐμαρτύρησε ὅτι δὲν ἦταν μόνο τελώνης, ἀλλὰ καὶ ἀρχιτελώνης καὶ γι’ αὐτὸ πλούσιος, ἔδειξε ὅτι ἦταν διακεκριμένος σὲ κακία. Ἀλλ’ ἐπειδή, ὡς μικρόσωμος καὶ ἀπομακρυσμένος ὁ Ζακχαῖος, δὲν μποροῦσε νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ, λέγει, «ἔτρεξε ἐμπρὸς καὶ ἀνέβηκε σὲ μία συκομορέα, γιὰ νὰ τὸν ἰδῆ· διότι ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ μέρος ἐπρόκειτο νὰ περάση». Παρατήρησε τὴν σφοδρότητα τοῦ πόθου καὶ ἀναλογίσου ἀπὸ αὐτὸ ποιὸς ἦταν ὁ τρόπος του. Ὅταν δηλαδὴ δὲν μπόρεσε νὰ διασπάση τὸν ὄχλο, δὲν ἀπογοητεύθηκε, ἀλλὰ μᾶλλον προσέτρεξε καὶ δὲν ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν πόθο, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ὄχλο· καὶ ἀφοῦ προπορεύθηκε, ἀνέβηκε σὲ μία συκομορέα πού ἦταν φυτευμένη στὸ δρόμο, γιὰ νὰ ἰδῆ ἀπὸ ἐκεῖ τὸν ποθούμενο. Συνέχεια
Εἰς τὸ εὐαγγέλιον τῆς Κυριακῆς του Ζακχαίου” (ΙΕ΄ Λουκᾶ)
Γεώργιος Πατρῶνος
Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, κατὰ τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα, πορεύεται πρὸς τὴν ἀρχαία καὶ ἱστορικὴ πόλη τῆς Ἱεριχοῦς. Ἡ πόλη αὐτὴ θυμίζει στοὺς Ἰουδαίους τὸν κόσμο τῶν εἰδώλων καὶ τὶς ἱστορικὲς περιπέτειες τῆς φυλῆς τους, ὅταν πορεύονταν πρὸς τὴν ἁγία γῆ τῆς Ἰουδαίας, τὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ.
Ἡ Ἱεριχώ εἶχε ἀντισταθεῖ σταθερὰ στὴν πορεία τῶν Ἑβραίων καὶ ἀποτέλεσε τὸν μέγιστο κίνδυνο τῆς Ἱστορικῆς ἐπιβίωσής τους. Ἡ Ἱεριχώ συμβόλιζε τὸν ἀντίθεο κόσμο τῶν ἐθνικῶν, ἐνῶ ἡ Ἱερουσαλὴμ συμβόλιζε τὸν τόπο τῆς ἐκπλήρωσης τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ.
Καὶ τώρα ὁ Ἰησοῦς πορεύεται πρὸς τὴν Ἱεριχώ. Τοῦτο σημαίνει ὅτι ὁ Χριστὸς πορεύεται πρὸς τὸν κόσμο καὶ τοὺς ἁμαρτωλούς. Τὸ ἔργο τοῦ Κυρίου δὲν περιορίσθηκε μόνο στοὺς Ἰουδαίους καὶ οὔτε ἀκούσθηκε τὸ κήρυγμά του μόνο στὶς Συναγωγὲς καὶ στὸν ἱερὸ χῶρο τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομώντα. Ὁ Ἰησοῦς ἐπεξέτεινε τὸ ἔργο του καὶ στὸν κόσμο τῶν ἐθνικῶν. Ἀπὸ ὅσα δὲ γνωρίζουμε ἀπὸ τὶς εὐαγγελικὲς διηγήσεις ἡ ἐπιτυχία τῆς ἱεραποστολικῆς προσπάθειας ἦταν σημαντικότερη στὴ Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, στὴ Σαμάρεια καὶ σ’ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ἑλληνιστικὴ Δεκάπολη, παρὰ στὸν παραδοσιακὰ θρησκευτικὸ κόσμο τῆς Ἰουδαίας.
Στὴν Ἱεριχώ ὁ Ἰησοῦς συναντάει τὸν ἀρχιτελώνη Ζακχαῖο. Γιὰ τοὺς Ἰουδαίους «τελώνης» ἦταν συνώνυμό τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἄρα ὁ Κύριος στὸ πρόσωπο τοῦ Ζακχαίου συναντάει τὸν πεπτωκότα κόσμο, τὸν κόσμο τῶν ἁμαρτωλῶν. Καὶ ἀπὸ ἄλλες περιγραφὲς συχνὰ ἀκοῦμε «ὁ διδάσκαλος μετὰ τελωνῶν καὶ πορνῶν» νὰ συνομιλεῖ καὶ νὰ συντρώγει, ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ Χριστὸς διαλέγεται μὲ ὅλο αὐτὸ τὸν ἀπερριμένο κόσμο μὲ σκοπὸ τὴ σωτηρία τους.
- Ἡ συμβολικότητα τῆς συκῆς
Δὲν εἶναι τυχαία ἡ ἐπισήμανση ἐκ μέρους τοῦ ἱεροῦ συγγραφέα τῆς περικοπῆς, ὅτι ἐπειδὴ ὁ Ζακχαῖος ἦταν μικρόσωμος «ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδη τὸν Ἰησοῦν». Αὐτὴ ἡ λεπτομέρεια δὲν θὰ εἶχε καμιὰ σημασία ἐὰν συνειρμικὰ δὲν μᾶς ὁδηγοῦσε σὲ κάποιες σημαντικὲς θεολογικὲς ἐπισημάνσεις.
Ἡ συκῆ εἶναι ἕνα πλατύφυλλο δέντρο, μὲ πλούσια σκιὰ καὶ εὔχυμους θρεπτικότατους καρπούς. Ἰδιαίτερης ἀντοχῆς δέντρο γιὰ τὰ θερμὰ κλίματα τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς ἐρήμου. Δηλώνει, ἑπομένως, ζωὴ καὶ προστασία γιὰ τοὺς ταξιδιῶτες ἀπὸ τοὺς κινδύνους τοῦ καυτοῦ ἥλιου τῶν θερμῶν περιοχῶν. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ θεολογικῆς πλευρᾶς ἡ συκῆ ἔχει τὴ σημασιολογία της. Διαβάζουμε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὅτι ὁ Θεὸς συναντάει καὶ καλεῖ τοὺς προφῆτες του γιὰ τὸ ἔργο ποίμανσης τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ του κάτω ἀπὸ μία συκῆ ἢ μιὰ ἄμπελο. Μὲ φύλλα συκῆς ἐνδύονται τὴν γύμνια τους ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὕα μετὰ τὴν πτώση. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη. Τὸν ἀπόστολο Ναθαναήλ, ἕναν ἀπὸ τοὺς δώδεκα μαθητὲς τοῦ Κυρίου, ὁ Ἰησοῦς τὸν συναντᾶ καὶ τὸν καλεῖ στὴ μαθητεία κάτω ἀπὸ μία συκῆ· «προτοῦ σὲ Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδον σε».
Ἐπίσης, προκείμενου νὰ μιλήσει ὁ Χριστὸς γιὰ τὰ ἐσχατολογικὰ γεγονότα καὶ γιὰ τὶς συνέπειες τῆς πνευματικῆς ραθυμίας ἐν ὄψει τῆς τελικῆς Κρίσης, χρησιμοποίησε τὴν συκῆ ὡς συμβολικὸ παράδειγμα. Ἡ ἄκαρπη συκῆ «ἐκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται». Μάλιστα δὲ προχώρησε καὶ στὴν ξήρανση τῆς ἄκαρπης συκῆς, γιὰ νὰ δηλώσει τὴν ἀναγκαιότητα τῆς πνευματικῆς ἐγρήγορσης καὶ τῆς πνευματικῆς καρποφορίας.
- Ἡ περίπτωση τοῦ Ζακχαίου
Καὶ τὸν ἄνθρωπο τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, τὸν ἀρχιτελώνη Ζακχαῖο, ὁ Ἰησοῦς τὸν συνάντησε καὶ πάλι σὲ κάποια συκομορέα. Ἡ πρώτη ἐντύπωση εἶναι, καὶ μόνο ἀπὸ τὴν ἐπισήμανση τοῦ συμβολικοῦ αὐτοῦ δέντρου, ὅτι βρισκόμαστε μπροστὰ σὲ κάποιο σημαντικὸ ἀποκαλυπτικὸ καὶ σωτηριολογικὸ γεγονός. Ὁ Ζακχαῖος στὴ συνείδηση τοῦ λαοῦ ἀποτελεῖ «τύπο» καὶ σύμβολο τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου. Ἤδη, ὅταν ὁ Κύριος τὸν ἐπρόσεξε καὶ ἐπεσήμανε τὴν κρισιμότητα τῆς στιγμῆς, λέγοντάς του, ὅτι «σήμερον ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι», ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι, Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι, «πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι». Δὲν χρειαζόταν νὰ ἐρευνήσουν τὸν βίο αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν τοὺς ἀπασχολοῦσε ἡ ἠθικότητα ἢ ἡ ποιότητα ζωῆς του. Καὶ μόνο ποὺ ἦταν τελώνης πρέπει νὰ ἦταν καὶ ἁμαρτωλός, δηλαδὴ ἀπορριπτέος ἀπὸ μέρους τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς κοινωνίας. Συνέχεια
: “Ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Ζακχαῖος”
π. Ἀντώνιος Bloom
Στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο διαβάζουμε θαυμάσια ἁπλὰ λόγια. Ὁ Χριστὸς ἔφτασε στὸ σημεῖο, ὅπου ἦταν ὁ Ζακχαῖος. Κοίταξε πρὸς τὰ πάνω καὶ τὸν εἶδε.
Ἀπόλυτα συνηθισμένα λόγια χωρὶς ἰδιαίτερη σημασία. Ἐκείνη τὴ στιγμή, ὅμως, ὁρίστηκε ἡ μοίρα τοῦ Ζακχαίου. Ἂν ὁ Χριστὸς εἶχε περάσει χωρὶς νὰ κοιτάξει, χωρὶς νὰ τὸν δεῖ, ὁ Ζακχαῖος θὰ θυμόταν σ΄ ὅλη τὴ ζωή του, ὅτι, ὅταν ὁ Θεὸς τὸν πέρασε, πέρασε καὶ ἡ σωτηρία του, πέρασε καὶ ἡ εὐκαιρία νὰ ἀρχίσει μία καινούργια ζωή. Ἐκείνη ἡ καινούργια ζωὴ θὰ εἶχε περάσει ἀπὸ κοντὰ του χωρὶς νὰ τὸν ἔχει παρατηρήσει. Ὁ Θεὸς θὰ εἶχε περάσει δίπλα του, δὲν θὰ κοιτοῦσε καὶ δὲν θὰ τὸν παρατηροῦσε. Ὁ Ζακχαῖος, ὅμως, ἔγινε ἕνας καινούργιος ἄνθρωπος, καὶ γι΄ αὐτὸ τοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία μιᾶς καινούργιας ζωῆς. Καὶ ὁ Χριστός, ὅταν ἔφτασε στὸν τόπο, ὅπου βρισκόταν ὁ Ζακχαῖος, ὄχι μόνο τὸν ἄγγιξε μὲ ἕνα βλέμμα, ἀλλὰ σταμάτησε τὰ μάτια Του ἐπάνω του, τὸν εἶδε καὶ στράφηκε πρὸς αὐτόν.
Πόσο σπάνια συμβαίνει κάτι τέτοιο σέ μᾶς! Ὅτι κάποιος σταματάει τὰ μάτια του σέ μᾶς, μᾶς παρατηρεῖ, μᾶς βλέπει πραγματικά, ὄχι μόνο ὅτι εἴμαστε σωματικὰ παρόντες, μὰ βλέπει στὸ βάθος μας, παρατηρεῖ τὸ ἄγχος μας, τὸν φόβο, τὴ θλίψη, τὸν πόνο, τὴ μοναξιὰ στὰ μάτια μας, μὰ καὶ τὴν ἐλπίδα καὶ τὴ χαρὰ καὶ τὴν ντροπαλὴ προσδοκία μας. Βλέπει καὶ σταματάει τὸ βλέμμα του σὲ μᾶς γιὰ νὰ μᾶς ἀποκριθεῖ σὲ ὅλα, ὅσα ἔχουμε κρυφὰ στὴν ψυχή, μὲ τὰ ἑξῆς: Ἔλα, ἄσε με νὰ εἶμαι μαζί σου! Πόσος πόνος θὰ ἐξαφανιζόταν ἀπὸ τὴ γῆ, ἂν καθένας ἀπὸ μᾶς μποροῦσε νὰ προσέξει ὅλους γύρω του, νὰ καταλάβει τοὺς ἄλλους καὶ νὰ εἶναι πρόθυμος νὰ τοὺς βοηθήσει.
Τώρα πλησιάζουμε στὴ Σαρακοστή, καὶ τώρα –ὄχι μετά!– εἶναι ὁ καιρὸς νὰ προσέξουμε τὸν ἑαυτό μας. Μετὰ θὰ συμβαίνουν γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶναι τόσο μεγάλα καὶ σημαντικά, ὥστε θὰ πρέπει νὰ ξεχάσουμε τὸν ἑαυτό μας. Θὰ πάει ὁ Χριστὸς στὴν Ἱερουσαλήμ, θὰ ἀνεβεῖ στὸ θάνατό Του, στὸ σταυρό. Τότε δὲν θὰ ἔχουμε χρόνο γιὰ νὰ σκεφτοῦμε τὸν ἑαυτό μας. Τώρα, λοιπόν, ποὺ ἡ Ἐκκλησία μᾶς βάζει μπροστὰ σὲ διαφορετικὲς εἰκόνες, σὲ διαφορετικοὺς ἀνθρώπους, διαφορετικὰ γεγονότα ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἢ μπροστὰ στὰ λόγια Του.
Ἂς προσέξουμε ἀκριβῶς τώρα τὸν ἑαυτό μας, πρὶν τὴν Κυριακή, ὁπότε θὰ ζητήσουμε συγνώμη ἀπὸ ὅλους, καὶ ἂς κοιτάξουμε τί μᾶς ὑποχρεώνει σ΄αὐτό. Τὰ σημερινὰ ἁπλὰ λόγια ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς λένε σαφῶς τί ὑποχρεώσεις ἔχουμε, ἂν θέλουμε νὰ ζητήσουμε συγνώμη. Ἂς ἀναρωτηθοῦμε: Πόσες φορές, πόσο συχνά, τί ψύχραιμα, τί ἀνηλεῶς, τί δειλὰ καὶ μικρόψυχα περνάω τοὺς ἀνθρώπους χωρὶς νὰ τοὺς προσέξω! Πῶς φοβᾶμαι νὰ κοιτάξω –ἐπειδὴ τὸ νὰ δεῖς σημαίνει νὰ συνδεθεῖς μὲ μία μοίρα, νὰ βοηθήσεις. Μὰ εἶμαι τεμπέλης καὶ δὲν ἐνδιαφέρομαι, ἢ –αὐτὸ συμβαίνει πιὸ συχνὰ– τρομάζω. Πόσες φορές, κατὰ τὴ διάρκεια μίας μόνο μέρας, περνᾶμε τοὺς ἀνθρώπους χωρὶς νὰ τοὺς προσέξουμε, παρόλο ποὺ περιμένουμε συνέχεια νὰ μᾶς προσέξουν οἱ ἄλλοι, νὰ μᾶς δώσουν σημασία, νὰ μᾶς βοηθήσουν! Καὶ αὐτό, πάντα, καὶ κάποτε μάλιστα πληρώνοντας μία μεγάλη τιμή. Θέλουμε νὰ μᾶς δοῦν οἱ ἄλλοι, νὰ μᾶς φερθοῦν μὲ τρυφερότητα, νὰ μᾶς καλέσουν, νὰ μᾶς παρηγορήσουν καὶ νὰ μᾶς δώσουν δυνάμεις.
Ἂς βάλουμε αὐτὸ τὸ ζήτημα μπροστὰ μας κατὰ τὴ διάρκεια ὅλης της ἑπόμενης ἑβδομάδας! Ἂς κοιτάξουμε βαθιὰ στὸν ἑαυτό μας. Ἂς ἀρχίσουμε νὰ μαθαίνουμε πῶς νὰ βλέπουμε καὶ νὰ κατανικᾶμε τὴν μικροψυχία, τὸ φόβο, τὴ φυγοπονία. Ἂς παλέψουμε μὲ αὐτά! Καὶ τότε θὰ ’ρθεῖ ἡ αἰώνια ζωὴ καὶ ἡ σωτηρία. Ὄχι μόνο στοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καὶ σέ μᾶς, ἐπειδὴ τότε θὰ μποῦμε πρῶτα στὴ βασιλεία τῶν, ἁπλά, καλῶν ἀνθρώπινων σχέσεων, μὰ στὸ βάθος αὐτῆς τηςβασιλείας –θὰ τὸ δοῦμε– κρύβεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ βασιλεία τῆς ἀγάπης.
ΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ
«Ἰδοὺ νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτούς, καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε» (Ματθ. ιζ’ 5, Μάρκ. θ’ 7, Λουκ. θ’ 35).
Σήμερα, μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς μεγάλης πανηγύρεως τῆς Ἐκκλησίας, πανηγύρεως ἡ ὁποία ἀνάλογα μὲ τὸν βαθμὸ τῆς προσέγγισής μας ὅσο πλησιάζουμε τὸ τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας ὄχι μόνο δὲν ἐλαττώνεται, ἀλλ’ ἀκατάπαυστα αὐξάνει σὲ δύναμη καὶ σπουδαιότητα μέσα μας, ξεχνώντας κατὰ κάποιον τρόπο τὴν ἀδυναμία μας, τολμοῦμε νὰ ὁμιλήσουμε γιὰ τὸ ἀπρόσιτο καὶ ἀνέσπερο Φῶς πού ἐξέλαμψε στὸ Θαβώρ.
Σᾶς παρακαλῶ, παραβλέψτε κατὰ τὴν ὥρα αὐτὴ τὴ μηδαμινότητά μου- κλεῖστε τὰ μάτια σας στὴν ἀμάθεια καὶ στὸ ἄκομψο τοῦ λόγου μου, μᾶλλον δέ, ἂν εἶναι δυνατόν, θεωρῆστε με σὰν ἕναν ἀπὸ τοὺς φύλακες τοῦ ὄρους Ἐφραίμ, πού ἀναβοοῦσαν: «Ἐγερθῆτε, καὶ ἀναβῶμεν εἰς τὴν Σιών πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν».
Ὁ Θεός, «ὁ ποιήσας τὸν οὐραόν καὶ τὴν γῆν», εἶναι ὁ Θεός μας ἐκ κοιλίας τῆς μητρός μας. Μετὰ τὴν κατὰ σάρκα γέννηση, πρὶν ἀκόμη μάθουμε νὰ διακρίνουμε τὸ δεξὶ χέρι ἀπὸ τὸ ἀριστερό, λάβαμε ἤδη δεύτερη γέννηση, ἄνωθεν, στὴν κολυμβήθρα τοῦ Βαπτίσματος, καὶ ἐλέχθη σὲ μᾶς τὸ μέγα καὶ φοβερὸ καὶ σὲ αὐτὲς τὶς ἐπουράνιες δυνάμεις Ὄνομα, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Στὴ συνέχεια, λάβαμε ἄλλη ἀνεκτίμητη δωρεά, γιὰ τὴν ὁποία ἡ ψυχή μας δὲν μπορεῖ νὰ μιλήσει οὔτε νὰ ἀναλογισθεῖ χωρὶς τρόμο, δηλαδὴ τὸ χρίσμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴ σφραγίδα τοῦ ἁγιασμοῦ, ἡ ὁποία ἐτέθη σὲ ὅλα τὰ μέλη τοῦ σώματός μας μὲ τὰ λόγια τοῦ Μυστηρίου: «Σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύματος Ἁγίου». Καὶ ἔτσι γίναμε σκήνωμα τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, καὶ τὰ σώματά μας ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἀπὸ τὴ βρεφικὴ ἡλικία τρεφόμαστε στὴν Ἐκκλησία μὲ τὸ Θεῖο Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Εἴμαστε παιδιὰ Του- σάρκα ἀπὸ τὴ Σάρκα Του καὶ αἷμα ἀπὸ τὸ Αἷμα Του. Ἀπὸ τὴ νεότητά μας ζοῦμε μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ Θείου Λόγου, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἀποκαλύπτει τὶς ἀπέραντες διαστάσεις τῆς γνώσεως τοῦ ἀνάρχου Θεοῦ, τοῦ Πατρός μας, πού μᾶς παρέχει ἤδη ἀπὸ ἐδῶ τὴν πρόγευση τῆς μακαριότητας τῆς αἰώνιας διαμονῆς μετ’ Αὐτοῦ καὶ ἐν Αὐτῷ. Στὴν Ἐκκλησία μας κάθε ἡμέρα ζοῦμε μέσα σὲ ἀπερίγραπτο ὑπερπλεονασμὸ κάθε πλούτου πνευματικοῦ, καὶ ἡ εὐγνώμων ψυχὴ ὁρμᾶ καὶ ἀναφωνεῖ: «Πράγματι εἶναι πλούσιος ὁ Θεός μας, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν μᾶς ἀγκαλιάζει ἀκατάπαυστα, ὅλους καὶ τὸν καθένα ξεχωριστά». Συνέχεια
Ἡ διακονία τοῦ Λόγου τοῦ Γέρ. Σωφρονίου Ἕνας ἀγώνας θεογνωσίας
Ἱερομ. Νικολάου Σαχάρωφ
Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἔλεγε: «λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πᾶν ῥῆμα ἀργὸν ὃ λαλήσουσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσιν περὶ αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως» (Ματθ. 12, 36). Καὶ Αὐτὸς ἔδωσε «ὑπόδειγμα» σέ μᾶς. Ὅπως γράφει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος «Οὐδέποτε ὁ Κύριος πρόφερε μάταιους λόγους». Δὲν εἶπε τίποτα ἀπὸ τὸ μυαλό Του: «τὰ ῥήματα ἃ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ἀπ’ ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ (Ἰωάν. 14, 10),ἀλλὰ μόνο «πάντα ἃ ἤκουσα παρὰ τοῦ Πατρός μου».
Κάποτε στὸν Ἄθωνα ἔγινε διάλογος γιὰ τὸ πῶς μιλοῦν οἱ τέλειοι. Ὁ Γέροντας Σιλουανὸς εἶπε: Αὐτοὶ «δὲν λένε τίποτε ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Λένε μόνο ὅ,τι τοὺς δίνει τὸ Πνεῦμα».
Ἔτσι ὁ πατὴρ Σωφρόνιος ἤτανε ἕνας ἀληθινὸς «ὑπηρέτης τοῦ Λόγου». Διατύπωνε μὲ ἱερὸ φόβο τὸν κάθε λόγο του, εἴτε αὐτὸς ἦταν προφορικός, εἴτε γραπτός. Ἐνίωσε ὁ Γέροντας αὐτὴ τὴν εὐθύνη ἀκόμη βαθύτερα, ὅταν ἔγινε πνευματικὸς στὸν Ἄθω, στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παύλου τὸ 1942. Τότε ἄρχιζε ἡ διακονία του στὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ. «Στὸν πνευματικὸ ἁρμόζει –γράφει ὁ Γέροντας– νὰ αἰσθάνεται τὸν ρυθμὸ τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου ὅλων καὶ καθ’ ἑνὸς ξεχωριστὰ ἐκείνων ποὺ ἀπευθύνονται σὲ αὐτόν. Γι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸ προσεύχεται νὰ τὸν χειραγωγεῖ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τοῦ δίνει τὸν κατάλληλο λόγο γιὰ τὸν καθένα».
Ὁ Γέροντας θυμόταν ἀργότερα: «Εἶχα συνείδηση ὅτι βρισκόμουνα μακριὰ ἀπὸ τὴν ὀφειλόμενη τελειότητα. Παρατεταμένα καὶ μὲ πόνο στὴν καρδιά μου, προσευχόμουνα στὸν Κύριο νὰ μὴν ἐπιτρέψει νὰ σφάλω, ἀλλὰ νὰ μὲ τηρεῖ στὶς ὁδοὺς τοῦ ἀληθινοῦ Του θελήματος καὶ νὰ μὲ ἐμπνέει νὰ προφέρω λόγους ὠφέλιμους γιὰ τοὺς ἀδελφούς μου. Ἀκόμα καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς συνομιλίας μου μὲ τοὺς ἀνθρώπους προσπαθοῦσα νὰ κρατῶ τὴν “ἀκοὴ” τοῦ νοῦ μου στὴν καρδιά, γιὰ νὰ συλλάβω τὸ Θεῖο νεῦμα, πολλὲς φορὲς ἀκόμα καὶ τοὺς λόγους ποὺ ἔπρεπε νὰ πῶ».
Οἱ Μοναχοί του Ἁγίου Ὅρους ἀγαποῦσαν τὸν λόγο του καὶ προσέτρεχαν σ’ αὐτὸν ἀπὸ πολλὲς Μονὲς γιὰ πνευματικὴ συμβουλὴ καὶ στήριξη. Κάποια φορά εἶπε: «Ἂν ὁ ἄνθρωπος περπάτησε ὀκτὼ ὧρες γιὰ νὰ ἀκούσει λόγο, πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ φερθεῖ κάποιος μαζί του ἀδιάφορα;». Στὸν καθένα ποὺ ἐρχόταν κοντά του, φερόταν μὲ ἀπόλυτη προσοχὴ καὶ φροντίδα, ἐνῶ ἐκεῖνοι τοῦ ἀνταπέδιδαν βαθειὰ εὐγνωμοσύνη γι’ αὐτό. Συχνὰ σὲ πολυπληθεῖς ἀδελφότητες Ἀθωνικῶν Μοναστηριῶν ἡ πρωταρχικὴ φροντίδα τῆς μοναστικῆς διοίκησης ἦταν ἡ πρακτικὴ ὀργάνωση τῆς ζωῆς. Γιὰ τοὺς πνευματικοὺς καθοδηγητὲς ἦταν κάποιες φορὲς δύσκολο νὰ προσέξουν ὅσο ἔπρεπε τὸν καθένα. Ἡ «οἰκοδομή» τῆς ἀδελφότητας μὲ λόγο Θεοῦ περιοριζόταν συχνὰ στὰ ἀναγνώσματα τῆς τράπεζας, στὴν ἐξομολόγηση καὶ τὶς Ἀκολουθίες. Σπάνια γίνονταν συνομιλίες γιὰ πνευματικὰ θέματα μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν, καὶ αὐτὸ περιοριζόταν σὲ πολὺ λίγους. Γι’ αὐτὸ ὁ Γέροντας γνώριζε ἐκ πείρας, πόσο ἀπαραίτητος εἶναι ὁ πνευματικὸς λόγος γιὰ τοὺς νέους Μοναχοὺς καὶ πόσο σπουδαῖο ἦταν νὰ τοὺς διδάξει τὴν πάλη μὲ τὰ πάθη.
Ὅταν ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἐπέστρεψε στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη τὸ 1947, ὁ Θεὸς τοῦ ἐμπιστεύθηκε τὴ διακονία τοῦ λόγου γιὰ τὴ σωτηρία πολλῶν ἀνθρώπων στὴν Εὐρώπη. Ὡστόσο δὲν αἰσθανόταν πλέον ἐκείνη τὴν ἐλευθερία στὸν λόγο. Ἀργότερα ὁ Γέροντας ἔγραφε: «Ἡ ψυχολογία τῶν μοναχῶν, ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἀντοχὴ τους ὑπερέβαιναν σὲ τέτοιο βαθμὸ τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα (ὅσα συνάντησα στὴν Εὐρώπη), ὥστε δὲν εὕρισκα οὔτε λόγους, οὔτε ἐξωτερικοὺς τρόπους ἐπικοινωνίας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο οἱ μοναχοὶ τὸ ἀποδέχονταν μὲ εὐγνωμοσύνη, στὴν Εὐρώπη συνέτριβε τοὺς ἀνθρώπους».
Ὁ Γέροντας γνώριζε μέσα ἀπὸ τὴν προσευχὴ τοῦ τὶς πνευματικὲς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων, πρὶν ἀκόμη ἐκεῖνοι νὰ τοῦ μιλήσουν γι’ αὐτές. Συνέβαινε κάποτε νὰ μιλάει ὁ Γέροντας μὲ κάποιον, ἀκολουθώντας ὅμως τὴν προσευχὴ ὁ λόγος του δὲν ἀπευθυνόταν ἀπευθείας στὸν συνομιλητή του, ἀλλὰ ἔμμεσα σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς παρευρισκομένους ἀκροατές. Ἔτσι τὸν ἐπισκέφθηκε κάποτε μία γυναίκα ἀπὸ τὴ Ρουμανία, καὶ ἔτυχε νὰ παρευρίσκεται στὸν διάλογο τοῦ Γέροντα μὲ ἄλλους ἀνθρώπους στὴν τράπεζα. Ξαφνικὰ ὅμως αὐτὴ κατάλαβε, ὅτι ὅλα ὅσα ἔλεγε ἦταν πραγματικὰ ἀπάντηση στὰ πιὸ μυστικὰ ἐρωτήματά της. Στὸ τέλος τοῦ γεύματος κατάπληκτη στράφηκε πρὸς αὐτόν, καὶ πρὶν ἀκόμη τοῦ μιλήσει, ὁ Γέροντας πρόφερε μὲ ἀγάπη: «Δὲν ἀπάντησα σὲ ὅλα τὰ ἐρωτήματά σας;».
Οἱ ἄνθρωποι ἔνιωθαν ὅτι ὁ λόγος τοῦ Γέροντα προερχόταν ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ γι’ αὐτὸ δὲν ἤθελαν νὰ ἐγκαταλείψουν τέτοια πηγὴ σωτηρίας. Γύρω ἀπὸ αὐτὸν ἄρχισε ἔτσι νὰ διαμορφώνεται μοναχικὴ κοινότητα ὅταν ἦταν ἀκόμα στὴ Γαλλία. Ὁ Γέροντας ἀφιέρωνε πολὺ χρόνο στὶς συνομιλίες του μὲ τοὺς ἀδελφούς. Ἀρχικὰ αὐτὲς ἦταν ἰδιαίτερες ὁδηγίες στὴν ἀδελφότητα, ποὺ ὑπαγορεύονταν ἀπὸ τὶς περιστάσεις τῆς ζωῆς γιὰ τὴ μία ἢ τὴν ἄλλη ἀνάγκη σὲ συγκεκριμένη περίπτωση.
Ὁ λόγος ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι φοβερὸ πράγμα. Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ ἀντέξουν τὴ «σκληρότητα» τοῦ λόγου, γιατί ὁ λόγος αὐτὸς δὲν εἶναι «κατὰ ἄνθρωπο» – ὑπερβαίνει τὸ μέτρο τῆς φύσεώς μας. Γι’ αὐτὴν τὴν περίπτωση εἶχε τὸ κόλπο του ὁ Γέροντας. Ἀπηύθυνε αὐστηρὲς διδαχὲς σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς «δυνατούς», ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ὁ λόγος ἀπευθυνόταν σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς ἀδύνατους ποὺ παρευρισκόταν στὴν ὁμιλία. Συνέχεια
ΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
ΑΡΧΙΜ. ΖΑΧΑΡΙΑ ΖΑΧΑΡΟΥ
῾Ο Κύριος τρία μόλις χρόνια προτοῦ νά ἐκπληρώσει μέ τή σταυρική Του θυσία τόν προορισμό τῆς Σαρκώσεως καί τῆς ἐπί γῆς παρουσίας Του, ἄρχισε νά φανερώνει στόν κόσμο τή Δύναμή Του, κηρύττοντας καί θαυματουργώντας ποικιλοτρόπως, ἀλλά καί νά μορφώνει τούς Μαθητές Του κατά τήν ῾Εαυτοῦ εἰκόνα, μεταδίδοντάς τους Θεῖο λόγο καί πνευματικά χαρίσματα.
Κλείνοντας τόν τριετῆ αὐτό κύκλο τῆς συναναστροφῆς Του μέ τόν κόσμο, ὁ Διδάσκαλος ζήτησε νά μάθει ἀπό τούς ἴδιους τούς Μαθητές Του γι᾿ Αὐτόν, ὑποβάλλοντας τό ἐρώτημα· «Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου;» (Ματθ. 16, 13).
῞Οσοι Τόν περιέβαλλαν, κατανοοῦσαν βέβαια ἐν μέρει τή Θεϊκή Του προέλευση καί γι᾿ αὐτό ἔδιναν ποικίλες ἀπαντήσεις. ῾Ο ἅγιος Πέτρος, ὅμως, ἐξέφρασε ἐκ μέρους τῶν Μαθητῶν τήν τελειότερη πίστη, διατυπώνοντας τό λόγο· «Σύ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. 16, 16). Καί ὁ Κύριος —μέ τή σειρά Του— μακάρισε τόν Πέτρο, πιστοποιῶντας ὅτι ἡ ὁμολογία αὐτή δέν ἦταν ἀποκάλυψη σαρκός καί αἵματος, ἀλλά δωρεά τοῦ Οὐρανίου Πατρός. Βεβαίωσε δέ ὅτι ἐπάνω σ᾿ αὐτή τήν ὁμολογία θά στηρίξει καί θά οἰκοδομήσει τήν ᾿Εκκλησία Του «καί πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16, 18).
᾿Αναμφίβολα, μόνο ὁ ἴδιος ὁ Διδάσκαλος —ὄντας ἡ ἀλήθεια— εἶχε τή δυνατότητα νά δώσει προσδιορισμό σαφῆ καί εὐκρινῆ περί ῾Εαυτοῦ. ᾿Ονόμαζε, λοιπόν, τόν ῾Εαυτό Του «Υἱόν ἀνθρώπου», λόγω τῆς ταπεινῆς μορφῆς πού ὡς Υἱός Θεοῦ προσέλαβε ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας. Ταυτόχρονα, ὅμως, εἶχε ἀπόλυτη συνείδηση τοῦ ὕψους τῆς οἰκείας δόξης, τῆς ὁποίας ἔμενε ἀδιάστατος· «οὐδείς ἀναβέβηκεν εἰς τόν οὐρανόν εἰ μή ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς» (᾿Ιω. 3, 13)· καί ἀλλοῦ πάλι προφήτευε ὅτι οἱ ᾿Ιουδαῖοι θά ἔβλεπαν τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου ἀναβαίνοντα «ὅπου ἦν τό πρότερον» (᾿Ιω. 6, 62).
῾Ωστόσο, ἡ θεόπνευστη αὐτή ὁμολογία τοῦ Πέτρου φανέρωνε πώς οἱ ᾿Απόστολοι εἶχαν ἤδη ἀρχίσει νά κατανοοῦν τή θεία προέλευση καί, κατά συνέπεια, τήν τελειότητα τοῦ Διδασκάλου τους, καί ὁ Κύριος θέλησε νά τούς ἐνδυναμώσει τήν πίστη αὐτή μέ τή μαρτυρία τοῦ ἰδίου τοῦ Οὐρανίου Πατρός. ῎Οντως οἱ Μαθητές, ἐκφράζοντας προοδευτικά ὅλο καί μεγαλύτερη ἀφοσίωση καί ἀγάπη πρός τόν Διδάσκαλο, ἦταν φανερό ὅτι ἦταν πιά δεκτικοί μεγαλύτερης ἀποκαλύψεως. Γι᾿ αὐτό καί ὁ Κύριος ἀποφάσισε νά τούς μυήσει βαθύτερα σέ ὅσα ἐπρόκειτο νά διαδραματισθοῦν στήν ῾Ιερουσαλήμ, στό μυστήριο δηλαδή τῆς ἐπί τοῦ Γολγοθᾶ θυσίας Του. Συνέχεια
«Ἐκάλυψεν οὐρανοὺς ἡ ἀρετή Σου Χριστὲ»
ἀρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου
Τὸ γεγονὸς τῶν Χριστουγέννων εἶναι θαυμαστὸ καὶ τέλεια ἡ χάρη τῆς ἑορτῆς ποὺ σκέπασε τὴ γῆ. Ἡ ἀρετὴ τοῦ Χριστοῦ κάλυψε τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἡ Ἁγία Ἐκκλησία λαμπρύνεται ἀπὸ τὴ χαρὰ τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Ὑψίστου πάνω στὴ γῆ. Πανηγυρίζει φαιδρῶς τὴ φανέρωση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ποὺ τόσο πολὺ ἀγάπησε τὸν κόσμο, ὥστε ἔδωσε τὸν Μονογενῆ Του Υἱό, γιὰ νὰ μὴ χάνεται στὸ σκοτάδι τῆς ἀνυπαρξίας ὅποιος πιστεύει, ἀλλὰ νὰ ἔχει ζωὴ αἰώνια [1].
Ὁ Θεὸς ἔγινε Ἄνθρωπος, ὅπως λένε οἱ Πατέρες, γιὰ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος θεός. Κατέβηκε ὁ Ὕψιστος ἀπὸ τὸν Οὐρανό, γιὰ νὰ ἀνεβεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν πτώση του. Πτώχευσε ὁ Θεός, γιὰ νὰ πλουτίσει ὁ ἐνδεὴς ἄνθρωπος. Τὰ Χριστούγεννα γιορτάζουμε τὴν καινὴ δημιουργία, τὴν «παλιγγενεσία» [2], τὴν ἀναδημιουργία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Θεὸς γεννήθηκε καὶ ἔφερε τὴ χάρη πάνω στὴ γῆ, ἡ Ἐκκλησία, ὡς μητέρα τίκτουσα, ὠδινᾶται καὶ πάσχει μὲ τὸν πόθο νὰ γεννηθεῖ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ στὴν καρδιὰ κάθε πιστοῦ.
Τὴν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων ἑορτάζουμε τὸ γεγονὸς τῆς Γεννήσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερο μυστήριο τῆς εὐσεβείας, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος, «Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκὶ» [3]. Συγχρόνως, ἐπίσης, πανηγυρίζουμε καὶ ἀκόμη ἕνα γεγονός, τὸ ὅτι δόθηκε στοὺς ἀνθρώπους «χάρις ἀντὶ χάριτος» [4]. Δηλαδή, οἱ ἄνθρωποι ἔχουν πλέον τὴ δυνατότητα νὰ γεννηθοῦν ἐν Πνεύματι μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ ἀναγεννηθοῦν διὰ τῆς χάριτός Του.
Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐλπιδοφόρο μήνυμα τῆς ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος, [5] ὅπως τὸν ὀνομάζει ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος. Τοῦ Ἀμνοῦ, ποὺ ποιμαίνει τοὺς ποιμένας καὶ τοῦ Ποιμένος, ποὺ μέλλει νὰ συνάξει στὴ Βασιλεία Του ὅλους μαζί, ἀρνία καὶ ἐρίφια, λύκους καὶ πρόβατα.
Ἡ Γέννηση τοῦ μεγάλου Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος ἔγινε, σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, στὴ Βηθλεέμ, [6] τὴν πόλη τῶν κατὰ σάρκα προγόνων Του. Αὐτὴ ἦταν ἡ ἔνδοξη πόλη τοῦ Δαυίδ, τοῦ μεγάλου βασιλέως τοῦ Ἰσραήλ. Ἐφόσον ὁ Χριστὸς ἦταν σπέρμα Ἀβραὰμ καὶ ἀπόγονός τοῦ προφητάνακτος Δαυίδ, ἔπρεπε νὰ γεννηθεῖ στὴ Βηθλεέμ. Αὐτὸς ποὺ ἔμελλε νὰ εἶναι ὁ ἀληθινὸς Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων [7], ποὺ θὰ βασίλευε «ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν» ἔφθασε ἐκεῖ κατὰ τὴ σοφὴ πρόνοια τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ «δόγμα» [8] τοῦ Καίσαρος. Γεννήθηκε στὴ Βηθλεὲμ Αὐτὸς ποὺ ἔμελλε νὰ εἶναι ὁ Ἡγούμενος τοῦ Ἰσραὴλ [9]. Ἀλλὰ ποιὸς εἶναι ὁ Ἰσραήλ; Βεβαίως, ὑπάρχει, ὁ ἱστορικὸς λαὸς τοῦ Ἰσραήλ, ὑπάρχει ὅμως καὶ ὁ πνευματικὸς Ἰσραήλ. Κατὰ τὴν Ἐβραϊκὴ γλώσσα «Ἰσραὴλ» σημαίνει, «νοῦς ὁρῶν τὸν Θεόν». Οἱ Χριστιανοί, δηλαδή, ποὺ προσβλέπουν στὸν Ἀόρατο Θεὸ διὰ τῆς πίστεως, εἶναι τὸ «ἅγιο ἔθνος» [10], ὁ ἅγιος Ἰσραὴλ τοῦ Θεοῦ.
Μέγα καὶ παράδοξο θαῦμα, ὁ «Βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων» [11] ἦλθε στὴ Βηθλεὲμ καὶ δὲν εἶχε κατάλυμα ποὺ νὰ μείνει. Ὁ «Κύριος τῶν κυριευόντων» [12] ἦλθε στὴν προγονική Του πόλη ὡς πρόσφυγας. Οἱ πρόσφυγες μὲ τὴν οἰκτρὴ προσφυγιὰ τους ἔδωσαν πατριὰ σὲ Ἐκεῖνον ἀπὸ τὸν Ὁποῖον ὀνομάζεται «κάθε πατριὰ ἐν Οὐρανῶ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς», ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος στοὺς Ἐφεσίους [13].
Ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ τῆς ζωῆς τοῦ θείου Βρέφους διακρίνουμε τὸ ἄφατο μυστήριο τῆς κενώσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἀκατάληπτη καὶ ἀνεκδιήγητη ἡ μεγαλωσύνη Του, ἄπειρη καὶ ἀνεξιχνίαστη καὶ ἡ κατάβασή Του. Ἀδυνατοῦμε νὰ συλλάβουμε μὲ τὸ χοϊκὸ νοῦ μας τὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν ἰσχύουμε νὰ ἀντιληφθοῦμε τὴν ταπείνωση καὶ τὴν κατάβασή Του· διότι ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν, ὁ Κύριος τοῦ Ἰσραὴλ εἶναι Ἄπειρος στὴν πλούσια Θεότητά Του καὶ Τέλειος στὴν ἄμετρη κένωσή Του.
Τί συμπέρασμα, λοιπόν, μποροῦμε νὰ βγάλουμε γιὰ μᾶς ἀπὸ τὸν ἐμπερίστατο καὶ τελείως ἀφανῆ τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο γεννιέται ὁ Ἰησοῦς; Ὅσοι ἔχουν αὐτιὰ ποὺ ἀκοῦν [14], μάτια ποὺ βλέπουν [15] καὶ καρδιὲς ποὺ κατανοοῦν, ἀντιλαμβάνονται ὅτι ὅσο ζοῦμε σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο, κατέχοντες αὐτόν, ἀπολαμβάνοντας αὐτόν, ἱκανοποιημένοι καὶ κορεσμένοι ἀπὸ αὐτόν, τόσο ὁ Χριστὸς δὲν θὰ μπορεῖ νὰ μορφωθεῖ στὶς καρδιές μας. Ὁ μάταιος αὐτὸς κόσμος ἀγωνίζεται νὰ ἀφήσει στὴν ψυχή μας τὶς ἐντυπώσεις του, παλεύει νὰ αἰχμαλωτίσει τὸν νοῦ μας μὲ τὰ εἴδωλά του καὶ νὰ μᾶς κρατήσει κοντά του μὲ τὶς παρερχόμενες εἰκόνες, ποὺ προσπαθεῖ νὰ ἐντυπώσει ὅσο τὸ δυνατὸν βαθύτερα μέσα μας.
Ὁ κόσμος αὐτὸς ἐξάπτει τὶς ἐπιθυμίες τῶν παθῶν καὶ ὅταν αὐτὲς ἱκανοποιηθοῦν γεννοῦν ἄλλα μεγαλύτερα πάθη, δημιουργώντας στὴν καρδιὰ σύγχυση μεγάλη, τὴ Βαβυλώνα τῶν παθῶν. Ὁ Προφήτης ἔλεγε, «μακάριος ἐκεῖνος ποὺ θὰ πιάσει καὶ θὰ συντρίψει τὰ νήπια τῆς Βαβυλῶνος πάνω στὴν πέτρα [16]. Μακάριος, δηλαδή, εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ συντρίβει τὶς ἀπαρχὲς τῶν λογισμῶν καὶ τῶν παθῶν πάνω στὴν πέτρα τῆς πίστεως. Συνέχεια
Μεγάλου Βασιλείου-Λόγοι ζωῆς
Δὲν γνωρίσαμε ἐμεῖς τὸν Θεὸ γιὰ τὴ δικαιοσύνη μας, ἀλλὰ ὁ Θεὸς μᾶς γνώρισε διὰ μέσου της ἀγάπης Του.
Πρέπει νὰ μὴν ξεχνᾶμε ὅτι εἶναι ἀναρίθμητες οἱ εὐκαιρίες πού μᾶς δίνει ὁ Θεὸς γιὰ νὰ τελειοποιηθοῦμε.
Ὁ Θεὸς δίνει τὴ δύναμη πού χρειάζεται στὸν ἄνθρωπο στοὺς κόπους καὶ τοὺς ἀγῶνες του γιὰ τὴν ἀρετή.
Ἀπὸ τὴν μνήμη τῶν παρελθόντων καὶ ἀπὸ τὴν πείρα τῶν παρόντων διδασκόμαστε γιὰ τὸ μέλλον.
Ὅποιος γεύτηκε τὴν γλυκύτητα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν πρόδωσε, μοιάζει μ’ ἐκεῖνον πού ἄλλαξε τὸ πολύτιμο διαμάντι μ’ ἕνα χρωματιστὸ γυαλί.
Μιὰ ἕφοδος τοῦ ἐνθέου δὲν μπορεῖ νὰ φέρει κακό, ἂν ἐμεῖς ἔχουμε ὅπλο τὴν πίστη.
Ἡ θεία βοήθεια ἀπὸ τὴ μιὰ καὶ ἡ θελήση μας ἀπὸ τὴν ἄλλη φέρνουν τὴν νίκη κατὰ τοῦ πονηροῦ.
Ὁ Θεὸς δὲν ἐξετάζει τὸν ἄνθρωπο μερικῶς, ἀλλὰ συνολικῶς, γιὰ νὰ σοῦ διδάξει τὴν ἀμεροληψία.
Ἡ μολυσμένη ἀτμόσφαιρα καὶ ἡ κακία ἔχουν ἕνα κοινὸ σημεῖο: ἡ μία μολύνει τὸ σῶμα καὶ ἡ ἄλλη τὴν ψυχή.
Διατήρησε ἁγνὴ τὴν ψυχή σου σὰν τὸ πολυτιμότερο κεφάλαιο στὴ ζωή.
Οἱ μέλισσες οὔτε σὲ ὅλα τὰ ἄνθη πλησιάζουν οὔτε προσπαθοῦν νὰ τὰ σηκώσουν ὁλόκληρα, ἀλλὰ παίρνουν ὅ,τι τοὺς εἶναι χρήσιμο καὶ φεύγουν.
Ἡ ψυχὴ μας ἐξομοιώνεται μὲ ὅσα σπουδάζει καὶ πράττει καὶ μὲ ὅσα αἰσθάνεται, σύμφωνα μὲ τὴν κατεύθυνση πού τῆς δώσαμε.
Ὅπως οἱ ληστὲς κρύβονται στὰ σκιερὰ μέρη γιὰ νὰ ληστέψουν περαστικούς, ἔτσι καὶ ὁ διάβολος κρύβεται στὶς ἀπολαύσεις γιὰ νὰ κυριεύσει τὴν ψυχή μας.
Ἡ κακία μοιάζει πολὺ μὲ τὴν ἀτμόσφαιρα πού μολύνει, ὅταν ἔχει δηλητηριώδεις ἀναθυμιάσεις.
Ἡ πραγματικὴ χαρὰ συμβαδίζει οὐσιαστικὰ μὲ τὴν λύπη καὶ τὰ δάκρυα.
Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει πάντοτε ἀνάγκη ὑπενθυμίσεως γιὰ τὶς ἀνάγκες μας, ἀλλὰ τῆς εἰλικρινοῦς διαθέσεώς μας.
Οἱ ἡμέρες τῆς ζωῆς μας βιάζονται καὶ δὲν περιμένουν τὸν ὀκνηρὸ νὰ διορθωθεῖ.
Τὸ κακὸ καὶ ἡ ἁμαρτία ξεκινοῦν ἀπὸ τὴ δική μας προαίρεση.
Ὅταν ἱκανοποιεῖται ἡ ἀνάγκη τοῦ φαγητοῦ δὲν πρέπει νὰ λησμονεῖται ἡ εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ.
Ὅπως οἱ βαφεῖς βάφουν μὲ χρώματα ἀνεξίτηλα, ἔτσι ἀνεξίτηλο πρέπει νὰ μείνει μέσα μας τὸ καλό.
Μὴν ἀφήνεις νὰ διαμορφώνονται πονηρὲς ἰδέες στὸ μυαλό σου τὶς ὧρες τῆς ἀναπαύσεως.
Ἡ ἀποβολὴ μιᾶς συνηθείας εἶναι δύσκολο, ἀλλὰ ὄχι καὶ ἀκατόρθωτο ἔργο.
Τίποτε ἀπὸ τὰ γύρω μας δὲν μένει ἀμετάβλητο, οὔτε κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι.
Δὲν πρέπει νὰ ἐπιδιώκουμε τὴν θεραπεία τοῦ κακοῦ μὲ τὸ κακό.
Τὰ πράγματα τοῦ βίου ἀλλάζουν εὔκολα δεσπότη, ἡ ἀρετὴ μόνο εἶναι ἀναφαίρετο κτῆμα.
Δῶσε πρώτη κληρονομία στὰ παιδιά σου τὴν ἀρετὴ καὶ ὕστερα μοίρασέ τους καὶ τὴν περιουσία σου.
Ἡ ψαλμωδία γιὰ τὰ παιδιὰ εἶναι ἄνεση καὶ εὐχαρίστηση, ἀλλὰ καὶ ἀναφορὰ στὸν Θεό.
Ὅπως ἡ φύση παίρνει λαμπρὸ χρῶμα ἀπὸ τὸν ἀκτινοβόλο ἥλιο, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή μας ἀπὸ τὰ διδάγματα τῶν πατέρων.
Νὰ μὴν δίνεις ἄφθονο πλοῦτο στὶς ἀνέσεις σου, ἀλλὰ στὴν ψυχή σου.
Ὅπως ὁ ὄγκος τοῦ σώματος δημιουργεῖ πρήξιμο καὶ φλόγωση, ἔτσι καὶ τὰ πάθη φλογίζουν τὴν ψυχή.
Ὅταν βλέπεις κάποιον νὰ κλαίει γιὰ τὰ ἁμαρτήματά του, συμπάθησέ τον καὶ μιμήσου τον.
Νὰ ἀποφεύγουμε τὴν ἁμαρτία καθὼς καὶ τὰ ἄλογα ζῶα τὴ δηλητηριώδη τροφή.
Νὰ ἀποφεύγεις τὴν ἁμαρτία, ὅπως τὸ ἐλάφι τὸ σχοινὶ καὶ τὸ πτηνὸ τὴν παγίδα.
Ἀπὸ ὅποιο πράγμα ἁμαρτάνουμε εὐκολότερα, πρέπει νὰ προφυλασσόμαστε περισσότερο.
Προσπάθησε νὰ περισυλλέγεις τοὺς ναυαγούς τῆς ἁμαρτίας δείχνοντάς τους σανίδα σωτηρίας τὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ.
Ὅταν μᾶς περιτριγυρίζει ἡ φωτιὰ τοῦ κακοῦ ἢ τὰ λιοντάρια τῆς ἁμαρτίας, νὰ ἐλπίζουμε στὸ Θεὸ γιὰ τὴ σωτηρία μας.
Νὰ μὴν ὑπερπαχύνεις τὸ σῶμα σου, γιατί ἐξασθενεῖς τὴν ψυχή σου.
Νὰ μοιράζεις τὰ ἐφόδια πρὸς τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴ ἀνάλογα μὲ τὴν ἀνάγκη τοῦ καθενός.
Παράβλεπε τὴ σάρκα ποῦ εἶναι φθαρτὴ καὶ ἐπιμελοὺ τῆς ψυχῆς ποῦ εἶναι ἀθάνατη.
Ὁ Θεὸς μᾶς σώζει ἀπὸ τοὺς κινδύνους καὶ ὅταν ἀκόμη χαθεῖ κάθε ἐλπίδα σωτηρίας.
Ἡ θλίψη εἶναι φυσικὸ φαινόμενο καὶ ἡ μετάνοια θαυμάσια πράξη.
Ὅπως οἱ ἰατρικὲς συμβουλὲς ἀποδεικνύονται ὠφέλιμες ὅταν τηροῦνται, τὸ ἴδιο καὶ οἱ πνευματικές.
Ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἀνομιῶν μας καὶ ἡ φύση ἀκόμα στενάζει καὶ ἔφυγαν ἀπὸ τὰ φυσικά τους ὅρια οἱ περιοχὲς τοῦ χρόνου.


![metamorfosi_003[1]](http://www.imaik.gr/wp-content/uploads/metamorfosi_0031.jpg)
