Ιανουάριος 2018
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Αρχεία ανά ημέρα: 25 Ιανουαρίου 2018

Περί ἀγάπης, ἐλπίδος καί πίστεως

Ὁσίου ΙΩΑΝΝΟΥ τοῦ Σιναΐτου

(Διά τόν σύνδεσμον τῆς ἐναρέτου τριάδος τῶν ἀρετῶν,

τῆς ἀγάπης, τῆς ἐλπίδος καί τῆς πίστεως)

    1. Ὕστερα λοιπόν ἀπό ὅλα τά προηγούμενα —μένουν αὐτά τά τρία— τά ὁποῖα σφίγγουν καί διατηροῦν τόν σύνδεσμο ὅλων ‒πίστις, ἐλπίς ἀγάπη, «μείζων δέ πάντων ἡ ἀγάπη» (Α´ Κορ. ιγ´ 13), διότι καί ὁ Θεός ἀγάπη ὀνομάζεται (πρβλ. Α´ Ἰωάν. δ´ 16). Ἐγώ ὅμως τήν μία τήν βλέπω σάν ἀκτῖνα, τήν ἄλλη σάν φῶς καί τήν τρίτη σάν ἡλιακό δίσκο, καί ὅλες μαζί σάν ἕνα φωτεινό ἀπαύγασμα  καί μία καί τήν αὐτήν λαμπρότητα. Ἡ μία, ἡ πίστις, δύναται νά ἐπιτελέσει τά πάντα. Ἡ ἄλλη, ἡ ἐλπίς, περικυκλώνει μέ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί δέν καταισχύνει τόν ἐλπίζοντα. Καί ἡ τρίτη, ἡ ἀγάπη, δέν πέφτει ποτέ ἀπό τό ὕψος της οὔτε σταματᾶ ἀπό τό τρέξιμό της οὔτε ἐπιτρέπει σ’ αὐτόν πού ἐπλήγωσε μέ τά βέλη της, νά ἠρεμήση ἀπό τήν «μακαρίαν μανίαν» πού τοῦ ἐπροξένησε.
    2. Αὐτός πού θέλει νά ὁμιλῆ γιά τήν ἀγάπη εἶναι σάν νά ἐπιχειρῆ νά ὁμιλῆ γιά τόν ἴδιο τόν Θεόν. Ἡ ἀνάπτυξις ὅμως ὁμιλίας περί Θεοῦ εἶναι πρᾶγμα ἐπισφαλές καί ἐπικίνδυνο σέ ὅσους δέν προσέχουν. Γιά τήν ἀγάπη γνωρίζουν νά ὁμιλοῦν οἱ Ἄγγελοι, ἀλλά καί αὐτοί ἀνάλογα μέ τόν βαθμό τῆς θείας ἐλλάμψεώς τους. Ἀγάπη εἶναι ὁ Θεός, καί ὅποιος προσπαθεῖ νά δώσει ὁρισμό τοῦ Θεοῦ ὁμοιάζει μέ τυφλό πού μετρᾶ στήν ἄβυσσο τούς κόκκους τῆς ἄμμου.
    3. Ἡ ἀγάπη, ὡς πρός τήν ποιότητά της εἶναι ὁμοίωσις μέ τόν Θεόν, ὅσο βέβαια εἶναι δυνατόν στούς ἀνθρώπους. Ὡς πρός τήν ἐνέργειά της, μέθη τῆς ψυχῆς. Ὡς πρός δέ τίς ἰδιότητές της, πηγή πίστεως, ἄβυσσος μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως.
    4. Ἡ ἀγάπη κυρίως εἶναι ἡ ἀπόρριψις κάθε ἐχθρικῆς καί ἀντιθέτου σκέψεως, ἐφ’ ὅσον «ἡ ἀγάπη οὐ λογίζεται τό κακόν» (Α´ Κορ. ιγ´ 5). Ἡ ἀγάπη καί ἡ ἀπάθεια καί ἡ υἱοθεσία μόνο στήν ὀνομασία διαφέρουν. Ὅπως ταυτίζεται ἡ ἐνέργεια στό φῶς, στήν φωτιά καί στήν φλόγα, ἔτσι νά σκέπτεσαι ὅτι συμβαίνει καί σ’ αὐτές. Ὅσο ποσόν ἀγάπης λείπει, τόσο ποσόν φόβου ὑπάρχει. Διότι ὅποιος δέν ἔχει φόβο, ἤ εἶναι γεμᾶτος ἀπό ἀγάπη ἤ εἶναι νεκρωμένος ψυχικά.
    5. Δέν εἶναι ἀπρεπές ἐάν ἀπό τά ἀνθρώπινα πράγματα χρησιμοποιήσωμε παραδείγματα γιά τόν πόθο καί τόν φόβο καί τήν ἐπιμέλεια καί τόν ζῆλο καί τήν δουλεία καί τόν ἔρωτα τοῦ Θεοῦ.
    6. Μακάριος ἐκεῖνος πού ἀπέκτησε τέτοιο πόθο πρός τόν Θεόν, ὡσάν αὐτόν πού ἔχει ὁ μανιώδης ἐραστής πρός τήν ἐρωμένη του.
    7. Μακάριος ἐκεῖνος πού ἐφοβήθηκε τόν Κύριον, ὅσο οἱ ὑπόδικοι τόν δικαστή.
    8. Μακάριος ἐκεῖνος πού ἔδειξε τόση ἐπιμέλεια καί φροντίδα στά πνευματικά, ὅσο οἱ εὐγνώμονες δοῦλοι στόν κύριό τους.
    9. Μακάριος ἐκεῖνος πού ἔδειξε τόση ζηλοτυπία γιά τίς ἀρετές, ὅση οἱ σύζυγοι πού προσέχουν ζηλότυπα τίς γυναῖκες τους.
    10. Μακάριος ἐκεῖνος πού τήν ὥρα τῆς προσευχῆς ἵσταται ἐμπρός στόν Κύριον, ὅπως οἱ ὑπηρέτες ἐμπρός  στόν βασιλέα.
    11. Μακάριος ἐκεῖνος πού προσπαθεῖ συνεχῶς νά περιποιεῖται καί νά ἀναπαύη τόν Κύριον, ὅπως ἔτυχε νά περιποιηθῆ καί νά ἀναπαύση (σεβαστούς) ἀνθρώπους.
    12. Δέν προσκολλᾶται τόσο πολύ ἡ μητέρα στό βρέφος πού θηλάζει, ὅσο ὁ υἱός τῆς ἀγάπης στόν Κύριον.
    13. Ὁ πραγματικός ἐραστής φέρνει πάντοτε στόν νοῦ του τό πρόσωπο τοῦ ἀγαπημένου του καί τό ἐναγκαλίζεται μυστικά μέ ἡδονή. Αὐτός ποτέ, οὔτε καί στόν ὕπνο του δέν μπορεῖ νά ἡσυχάση, ἀλλά καί ἐκεῖ βλέπει τό ποθητό πρόσωπο καί συνομιλεῖ μαζί του. Ἔτσι συμβαίνει στόν σωματικό ἔρωτα. Ἔτσι συμβαίνει καί σ’ αὐτούς πού ἄν καί ἔχουν σῶμα εἶναι ἀσώματοι (καί ἀσκοῦν τόν πνευματικό ἔρωτα).
    14. Κάποιος πού ἐκτυπήθηκε ἀπό αὐτό τό βέλος ἔλεγε γιά τόν ἑαυτό του ‒πρᾶγμα πού μέ κάνει νά θαυμάζω‒ : «Ἐγώ καθεύδω» ἀπό τήν ἀνάγκη τῆς φύσεως, «ἡ δέ καρδία μου ἀγρυπνεῖ» ἀπό τό πλῆθος τοῦ ἔρωτος (πρβλ. Ἆσμα ε´ 2).
    15. Πρέπει νά σημειώσης καί τοῦτο, ὦ ἀφωσιωμένε φίλε, ὅτι ἀφοῦ ἡ ψυχή σάν ἄλλη ἔλαφος ἐξοντώση τά δηλητηριώδη ἑρπετά τῶν 
      παθῶν, τότε «ἐπιποθεῖ καί ἐκλείπει πρός Κύριον» (πρβλ. Ψαλμ. πγ’ 3), διότι πληγώνεται σάν μέ δηλητήριο ἀπό τό πῦρ τῆς ἀγάπης1 Συνέχεια

Πρακτικὰ καὶ θεολογικὰ κεφάλαια

Ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος:

  1. Πίστη εἶναι νὰ πεθάνει κανεὶς γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ γιὰ χάρη τῆς ἐντολῆς Του, πιστεύοντας ὅτι ὁ θάνατος αὐτὸς θὰ τοῦ γίνει πρόξενος ζωῆς· νὰ θεωρεῖ τὴ φτώχεια σὰν πλοῦτο, τὴν εὐτέλεια καὶ τὴν ἀσημότητα σὰν ἀληθινὴ δόξα καὶ κοινωνικὴ λάμψη· καὶ νὰ πιστεύει ὅτι μὲ τὸ νὰ μὴν ἔχει τίποτε, κατέχει τὰ πάντα ἢ μᾶλλον ἀπέκτησε τὸν ἀνεξερεύνητο πλοῦτο τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὅλα τὰ ὁρατὰ νὰ τὰ βλέπει σὰν λάσπη ἢ καπνό.
  2. Πίστη στὸ Χριστὸ εἶναι ὄχι μόνο νὰ καταφρονήσουμε ὅλα τὰ εὐχάριστα τοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχουμε ἐγκαρτέρηση καὶ ὑπομονὴ σὲ κάθε πειρασμὸ ποὺ μᾶς ἔρχεται καὶ μᾶς προκαλεῖ λύπες, θλίψεις καὶ συμφορές, ὥσπου νὰ εὐδοκήσει νὰ μᾶς ἐπισκεφθεῖ ὁ Θεός, ὅπως λέει ὁ ψαλμωδός: «μὲ κάθε ὑπομονὴ περίμενα τὸν Κύριο, καὶ Αὐτὸς μὲ ἐπισκέφθηκε».
  3. Ἐκεῖνοι ποὺ προτιμοῦν σὲ κάτι τοὺς γονεῖς τους ἀπὸ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, δὲν ἔχουν πίστη στὸ Χριστό, καὶ ὁπωσδήποτε καταδικάζονται ἀπὸ τὴ συνείδησή τους, ἂν βέβαια ἔχουν ζωντανὴ συνείδηση τῆς ἀπιστίας τους. Γνώρισμα τῶν πιστῶν εἶναι νὰ μὴν παραβαίνουν σὲ τίποτε ἀπολύτως τὴν ἐντολὴ τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
  4. Ἡ πίστη στὸ Χριστό, τὸν ἀληθινὸ Θεό, γεννᾶ τὴν ἐπιθυμία τῶν καλῶν καὶ τὸ φόβο τῆς κολάσεως. Ἡ ἐπιθυμία τῶν πράγματι καλῶν καὶ ὁ φόβος τῆς κολάσεως, προξενοῦν τὴν ἀκριβῆ τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ἡ ἀκριβὴς τήρηση τῶν ἐντολῶν διδάσκει στοὺς ἀνθρώπους πόσο ἀδύνατοι εἶναι. Ἡ κατανόηση τῆς πραγματικῆς ἀδυναμίας μᾶς γεννᾶ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου. Ὅποιος ἀπέκτησε σύνοικό του τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, θὰ ζητήσει μὲ πόνο νὰ μάθει, τί τὸν περιμένει μετὰ τὴν ἔξοδο καὶ τὴν ἀναχώρησή του ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή. Καὶ ὅποιος φροντίζει νὰ μάθει γιὰ τὰ μετὰ θάνατον, ὀφείλει πρῶτα ἀπ’ ὅλα νὰ στερήσει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὰ παρόντα· γιατί ὅποιος εἶναι δεμένος μὲ ἐμπάθεια σ’ αὐτά, ἔστω καὶ στὸ παραμικρό, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει τὴν τέλεια γνώση τῶν μελλόντων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη, κατὰ θεία οἰκονομία, γευθεῖ κάπως τὴ γνώση αὐτή, δὲν ἀφήσει ὅμως τὸ ταχύτερο αὐτὰ μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι δεμένος μὲ ἐμπάθεια, γιὰ νὰ παραμείνει ὁλοκληρωτικὰ στὴ γνώση αὐτή, χωρὶς νὰ ἐπιτρέπει στὸν ἑαυτό του νὰ σκέφτεται τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ αὐτή, τότε καὶ ἡ γνώση ποὺ νομίζει ὅτι ἔχει, θὰ τοῦ ἀφαιρεθεῖ.
  5. Ἡ ἀπάρνηση τοῦ κόσμου καὶ ἡ τέλεια ἀναχώρηση ἀπὸ αὐτόν, μαζὶ μὲ τὴν ἀποξένωση ἀπ’ ὅλα τὰ ὑλικά, τὶς συνήθειες, τὶς γνῶμες καὶ τὰ πρόσωπα τοῦ κόσμου, καὶ μὲ τὴν ἄρνηση τοῦ σώματος καὶ τοῦ θελήματος, προξενεῖ μέσα σὲ λίγο καιρὸ μεγάλη ψυχικὴ ὠφέλεια σ’ ἐκεῖνον ποὺ μὲ τόση θέρμη ἀπαρνήθηκε τὸν κόσμο.
  6. Ἐσύ ποὺ φεύγεις ἀπὸ τὸν κόσμο, πρόσεξε μὴν ἀφήσεις στὴν ἀρχὴ τὴν ψυχή σου νὰ ζητᾶ παρηγοριὰ μένοντας μέσα σ’ αὐτόν, καὶ ἂς σὲ ἀναγκάζουν ὅλοι οἱ συγγενεῖς καὶ φίλοι. Αὐτὰ τοὺς τὰ συμβουλεύουν οἱ δαίμονες, γιὰ νὰ σβήσουν τὴ θέρμη τῆς καρδίας σου. Γιατί καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἐμποδίσουν ὁλότελα τὴν πρόθεσή σου, πάντως τὴν κάνουν πιὸ χαύνη καὶ ἀσθενική.
  7. Ὅταν σὲ ὅλα τὰ εὐχάριστα τοῦ βίου σταθεῖς ἀνδρεῖος καὶ ἀνυποχώρητος, τότε οἱ δαίμονες στρέφουν τοὺς συγγενεῖς σου σὲ συμπάθεια τάχα, καὶ τοὺς κάνουν νὰ κλαῖνε καὶ νὰ θρηνοῦν γιὰ σένα μπροστά σου. Θὰ καταλάβεις ὅμως αὐτὴ τὴν ἀλήθεια ὅταν, ἐσὺ μὲν μείνεις ἀκλόνητος καὶ σ’ αὐτὴ τὴ δαιμονικὴ ἐπίθεση, ἐνῶ ἐκείνους θὰ τοὺς δεῖς νὰ ἀνάβουν ξαφνικὰ ἐναντίον σου ἀπὸ μανία καὶ μίσος καὶ νὰ σὲ ἀποστρέφονται σὰν ἐχθρὸ καὶ νὰ μὴ θέλουν οὔτε νὰ σὲ δοῦν.
  8. Ὅταν βλέπεις τὴ θλίψη ποὺ προκαλεῖται ἐξαιτίας σου στοὺς γονεῖς, τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τοὺς φίλους, γέλα σὲ βάρος τοῦ δαίμονα ποὺ ὑποβάλλει ποικιλότροπα νὰ γίνονται ὅλα αὐτὰ ἐναντίον σου. Μὲ φόβο καὶ μεγάλη σπουδὴ ἀποτραβήξου καὶ παρακάλεσε ἐκτενῶς τὸ Θεὸ νὰ φτάσεις τὸ ταχύτερο σὲ λιμάνι καλοῦ πνευματικοῦ πατέρα, ὅπου αὐτὸς θὰ ἀναπαύσει τὴν κουρασμένη καὶ φορτωμένη ψυχή σου. Γιατί τὸ πέλαγος τοῦ βίου κρύβει πολλὰ ποὺ προξενοῦν κινδύνους καὶ τὴν πλήρη ἀπώλεια.
  9. Ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ μισήσει τὸν κόσμο, ὀφείλει νὰ ἔχει ἀγάπη στὸ Θεὸ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του, καὶ ἀέναη τὴ μνήμη Του. Γιατί τίποτε, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτά, δὲν κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀφήνει τὰ πάντα μὲ χαρὰ καὶ νὰ τὰ ἀποστρέφεται σὰν σκύβαλα.
  10. Μὴ θελήσεις καθόλου νὰ μείνεις στὸν κόσμο γιὰ εὔλογες ἢ παράλογες αἰτίες, ἀλλ’ ὅταν κληθεῖς, ὑπάκουσε ἀμέσως. Γιατί σὲ κανένα ἄλλο δὲν εὐχαριστεῖται ὁ Θεός, ὅσο στὴν ταχεία ἀνταπόκρισή μας. Καλύτερα σύντομα ὑπακοὴ μὲ φτώχεια, παρὰ ἀργοπορία μὲ πολλὰ ὑπάρχοντα.
  11. Ἀφοῦ ὁ κόσμος καὶ τὰ τοῦ κόσμου εἶναι ὅλα πρόσκαιρα, κι ὁ Θεὸς εἶναι ἄφθαρτος καὶ ἀθάνατος, νὰ χαίρεστε ὅσοι γι’ Αὐτὸν ἀφήσατε τὰ φθαρτά. Φθαρτὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ πλοῦτος καὶ τὰ χρήματα, ἀλλὰ καὶ κάθε ἡδονὴ καὶ ἀπόλαυση τῆς ἁμαρτίας εἶναι φθορά. Μόνο οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ εἶναι φῶς καὶ ζωή. Καὶ ἔτσι τὶς ὀνομάζουν ὅλοι. Συνέχεια

ΣΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

Ἁγ. Θεοφάνους τοῦ Ἐγκλείστου

Ὁ Κύριος μετά τό θαυματουργικό χορτασμό τῶν πεντακισχιλίων προέτρεψε τούς μαθητές Του νά μποῦν μόνοι τους στό πλοῖο, νά διασχίσουν τήν Τιβεριάδα καί νά Τόν συναντήσουν στήν ἀπέναντι ἀκτή. Καθώς λοιπόν ταξίδευαν καί κινδύνευαν νά ναυαγήσουν, ἐμφανίζεται ὁ Κύριος πάνω στά κύματα. Ὁ Πέτρος σέ μιά ἔξαψι δυνατῆς πίστεως ρίχνεται στήν θάλασσα καί περπατώντας κι αὐτός πάνω στά κύματα Τόν πλησιάζει. Ὅταν ὅμως ὁ βίαιος ἄνεμος τοῦ ἀπέσπασε τήν προσοχή, φοβήθηκε καί ἄρχισε νά βυθίζεται. Ὁ Κύριος τόν συγκράτησε, τόν ἐπετίμησε γιά τήν ὀλιγοπιστία του καί τόν ἀνέβασε μέ ἀσφάλεια στό πλοῖο. Σέ λίγο ἔφθασαν ὅλοι στήν ἀκτή.

 

Στήν ἀφήγησι αὐτή παρουσιάζεται μιά εἰκόνα τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Σέ καθεμιά ἀπό σᾶς συνέβη κάτι παρόμοιο μέ τόν θαυματουργικό χορτασμό τοῦ πεινασμένου λαοῦ. Ἐννοῶ ἐκείνη τήν πάντερπνη κατάσταση τοῦ πνεύματος, πού δοκιμάσατε, ὅταν τά ἀπαρνηθήκατε ὅλα καί ἀποφασίσατε ν᾽ ἀφιερώσετε τήν ζωή σας στόν Χριστό, ἀκολουθώντας μέ ἀκρίβεια τίς ἐντολές καί τήν διδασκαλία Του.

Παραδώσατε τόν ἑαυτό σας στόν Κύριο καί ὁ Κύριος παρέδωσε τόν ἑαυτό Του σέ σᾶς. Αὐτό δέν εἶναι ὁ κλῆρος μόνο τῶν ἐκλεκτῶν. Ὁ Θεός δίνει σέ ὅλους τόν ἑαυτό Του, γιά νά Τόν γευθοῦν μέ τήν προκαταρκτική χάρι καί γιά νά συλλογιστοῦν, πῶς θά εἶναι τό πλήρωμα τῆς χάριτος στήν κατάστασι τῆς σωτηρίας.

Ἀργότερα ὁ Κύριος λιγόστεψε τίς πηγές τῆς χάριτός Του καί σᾶς γύρεψε περισσότερους κόπους, προσπάθειες καί θυσίες. Ἐμφανίζεται ἔτσι ἡ σκηνή πού ἀφήνει τούς μαθητές μόνους στό πλοῖο. Φαίνεται ν᾽ ἀπομακρύνεται στό βουνό καί νά σᾶς ἀφήνη μόνες νά κλυδωνίζεσθε καί νά ταλαιπωρῆσθε ἀβοήθητες στά κύματα τῶν θλίψεων καί τῶν δοκιμασιῶν. Τί πρέπει νά κάνετε μέσα στήν θαλασσοταραχή; Νά μήν ὀλιγοψυχήσετε. Νά μήν ἀποθαρρυνθῆτε. Ν᾽ ἀγωνισθῆτε νά φθάσετε στήν ἀκτή. Ἐκεῖ σᾶς θέλει καί ἐκεῖ σᾶς περιμένει ὁ Ἀγωνοθέτης γιά νά σᾶς στεφανώση καί νά σᾶς ἀναπαύση στήν ἀπέραντη μακαριότητα.

Φυλάξετε λοιπόν, εὐλαβέστατες ἀδελφές, σταθερή τήν πορεία σας. Μήν ὑπολογίζετε τούς κόπους. Τραβᾶτε ἀκούραστα τά κουπιά. Ἀνοῖξτε ἐπιδέξια τά πανιά. Κατευθύνετε τό τιμόνι σύμφωνα μέ τήν γραμμή πλεύσεως. Συνέχεια

Πρὸς τὴ σεμνοτάτη μοναχὴ Ξένη

 Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς

Σ’ ἐκείνους ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ ζοῦν τὴ μοναχικὴ ζωὴ ἀληθινά, εἶναι δυσάρεστη ὄχι μονάχα ἡ συναναστροφὴ μὲ τοὺς πολλούς, ἀλλὰ καὶ μὲ ἐκείνους ποὺ ζοῦν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, γιατί αὐτὸ διακόπτει τὴ συνέχεια τῆς πανευφρόσυνης ἐπικοινωνίας μὲ τὸν Θεὸ καὶ σχίζει στὰ δύο καὶ κάποτε σὲ πολλὰ μέρη τὸ ἑνιαῖο τοῦ νοῦ, τὸ ὁποῖο συγκροτεῖ τὸν ἔσω καὶ ἀληθινὸ Μοναχό.

Γι’ αὐτὸ καὶ κάποιος ἀπὸ τοὺς Πατέρες, ὅταν ἐρωτήθηκε γιατί ἀποφεύγει τοὺς ἀνθρώπους, ἀποκρίθηκε ὅτι «δὲν μπορῶ νὰ εἶμαι μὲ τὸν Θεὸ ὅταν συναναστρέφομαι μὲ τοὺς ἀνθρώπους». Ἄλλος πάλι, μιλώντας γι’ αὐτὰ ἀπὸ τὴν πείρα του, θεωρεῖ ὄχι μόνο τὴ συναναστροφή, ἀλλὰ καὶ τὴ θέα τῶν ἀνθρώπων, ὡς αἰτία ποὺ μπορεῖ νὰ διαφθείρει τὴ σταθερότητα τῆς νοερῆς ἠρεμίας τῶν ἡσυχαστῶν. Ἂν δὲ κανεὶς ἐξετάσει μὲ ἀκρίβεια, καὶ μόνο ἡ σκέψη τοῦ ἐρχομοῦ κάποιου καὶ ἡ ἀναμονὴ τῆς ἐπισκέψεως καὶ τῆς συνομιλίας δὲν ἀφήνει τελείως ἀτάραχο τὸ νοητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς.

Ἐκεῖνος τώρα ποὺ γράφει καὶ λόγους, φορτώνει τὸ νοῦ του μὲ ἀκόμη πιὸ ἔντονη μέριμνα. Κι ἂν εἶναι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔχουν προκόψει στὴν ἀρετὴ καὶ ἔχει, λόγω ψυχικῆς ὑγείας, καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὴν ἔχει ἐνεργητικὴ καὶ ὅταν γράφει, ἀλλὰ πάντως ὄχι μὲ ἄμεσο καὶ γνήσιο τρόπο. Ἂν ὅμως εἶναι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ πέφτουν ἀκόμη σὲ πολλὰ νοσήματα καὶ πάθη τῆς ψυχῆς, ὅπως πράγματι εἶμαι ἐγώ, κι ἔχουν ἀνάγκη νὰ φωνάζουν συνεχῶς στὸν Θεὸ «γιάτρεψέ με, γιατί ἁμάρτησα σ’ Ἐσένα» (Ψαλμ. 40, 5), αὐτοὶ δὲν εἶναι σωστό πρὶν ἀπὸ τὴ θεραπεία τους ν’ ἀφήσουν τὴ δέηση καὶ ν’ ἀσχοληθοῦν μὲ ὁ,τιδήποτε ἄλλο θεληματικά.

Ἐπιπλέον, μὲ τὰ γραπτά του κανεὶς συνομιλεῖ καὶ μὲ τοὺς ἀπόντες, καὶ μεταδίδει τὴν ὁμιλία σὲ περισσότερους καιροὺς καὶ ἀνθρώπους, κάποτε καὶ σ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν θὰ ἤθελε, ἀφοῦ τὰ κείμενα παραμένουν καὶ μετὰ τὸ θάνατο ἐκείνου ποὺ τὰ ἔγραψε. Γι’ αὐτὸ πολλοὶ Πατέρες, κορυφαῖοι ἡσυχαστές, δὲν θέλησαν νὰ γράψουν τίποτε, ἂν καὶ μποροῦσαν νὰ ἐκθέσουν σπουδαία καὶ ὠφελιμότατα πράγματα.

Ἐγώ, ἂν καὶ ἀπέχω πάρα πολὺ ἀπὸ τὴν ἀκρίβεια ἐκείνων, συνήθιζα νὰ γράφω, ἀλλὰ ὅταν ὑπῆρχε ἐπείγουσα ἀνάγκη. Τώρα ὅμως μ’ ἔκαναν διστακτικότερο καὶ σ’ αὐτὸ ἐκεῖνοι ποὺ εἶδαν μὲ φθονερὰ μάτια μερικὰ γραπτά μου, ζητώντας ἀπ’ αὐτὰ ἀφορμὲς νὰ μὲ βλάψουν. Αὐτοί, σύμφωνα μὲ τὸν Μέγα Διονύσιο, προκαταλαμβάνονται ἐμπαθῶς ἀπὸ τὰ ψηφία καὶ τὶς χωρὶς νόημα γραμμὲς καὶ ἀπὸ συλλαβὲς καὶ λέξεις ἄγνωστες ποὺ δὲν φτάνουν στὸ νοερὸ μέρος τῆς ψυχῆς τους.

Κι εἶναι πράγματι παράλογο καὶ κακὸ καὶ ὁλότελα ἀνάρμοστο σ’ ἐκείνους ποὺ θέλουν νὰ νοοῦν τὰ θεῖα, τὸ νὰ μὴν προσέχουν στὴν ἔννοια τοῦ περιεχομένου, ἀλλὰ στὶς λέξεις. Ἐγὼ γνωρίζω καλὰ πὼς δέχθηκα δικαίως τὶς κατηγορίες τους. Ὄχι ὅτι δὲν ἔγραφα σύμφωνα μὲ τοὺς Πατέρες. Αὐτὸ μὲ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ τὸ φύλαξα στὰ γραπτά μου· ἀλλὰ ὅτι ἔγραψα γιὰ πράγματα, γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἤμουν ἄξιος καί, παρόμοια μὲ τὸν Ὀζὰ (Β΄ Βασ. 6, 6-7), ἐπιχείρησα μὲ τὸ λόγο νὰ κρατήσω τὸ ὄχημα τῆς ἀλήθειας ποὺ κινδύνευε νὰ ἀνατραπεῖ. Συνέχεια