Νοέμβριος 2022
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930  

Ἡ μοναχικὴ ζωὴ δείκτης τελειώσεως

 

 Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης

Μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ μοναχισμοῦ παρουσιάστηκε μία ἰδιαίτερη μορφὴ ζωῆς στὴν Ἐκκλησία. Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι δημιουργήθηκε καὶ νέα ἠθική. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔχει ἰδιαίτερη ἠθικὴ γιὰ τοὺς κοσμικοὺς καὶ ἰδιαίτερη γιὰ τοὺς μοναχούς, οὔτε διαφοροποιεῖ τὶς δύο αὐτὲς κατηγορίες τῶν πιστῶν ὡς πρὸς τὶς ὑποχρεώσεις τοὺς ἀπέναντι στὸ Θεό. Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ εἶναι κοινὴ γιὰ ὅλους. Ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ ἔχουν ὡς κοινὸ γνώρισμα «τὸ ἀπὸ Χρίστου καὶ εἶναι καὶ ὀνομάζεσθαι»(1). Ἡ ὑπόσταση δηλαδὴ καὶ τὸ ὄνομά τους ἀνάγονται στὸ Χριστό. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Χριστιανὸς εἶναι γνήσιος καὶ ἀληθινός, ὅταν στηρίζει τὴ ζωὴ καὶ τὴ διαγωγή του στὸ Χριστό. Ἡ προσπάθεια ὅμως αὐτὴ δυσχεραίνεται μέσα στὸν κόσμο.

Αὐτὸ ποὺ εἶναι δύσκολο στὸν κόσμο ἐπιχειρεῖται μὲ ἰδιαίτερη φροντίδα στὸ μοναχισμό. Ὁ μοναχὸς ἐπιδιώκει στὴν πνευματική του ζωὴ ὅτι ὀφείλει νὰ ἐπιδιώκει καὶ ὁποιοσδήποτε πιστὸς νὰ ζεῖ σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Οἱ βασικὲς ἀρχὲς τοῦ μοναχισμοῦ συμπίπτουν οὐσιαστικὰ μὲ τὶς βασικὲς ἀρχὲς τῆς ζωῆς ὅλων τῶν πιστῶν. Αὐτὸ γίνεται ἐμφανέστερο στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες, ὅταν δὲν εἶχε ἀκόμα ἐμφανισθεῖ ὁ μοναχικὸς θεσμός.

Στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι προφανὴς ἡ προτίμηση τῆς παρθενίας ἢ τῆς ἁγνότητας ἀπέναντι στὸ γάμο. Ἡ θέση αὐτὴ δὲν στρέφεται βέβαια ἐναντίον τοῦ γάμου, ποὺ ἀναγνωρίζεται ὡς μέγα μυστήριο(2), ἀλλὰ ἐπισημαίνει τὶς δυσκολίες ποὺ συνεπάγεται σὲ πρακτικὸ ἐπίπεδο γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή. Γὶ΄ αὐτὸ ἐξαρχῆς ὑπῆρχαν πολλοὶ Χριστιανοί, ποὺ ἀπέφευγαν τὴ σύναψη γάμου. Ἔτσι ὁ ἀπολογητὴς Ἀθηναγόρας, ποὺ ἔζησε κατὰ τὸ δεύτερο αἰώνα, γράφει: «Εὔροις δ΄ ἂν πολλοὺς τῶν πὰρ΄ ἠμὶν ἄνδρας καὶ γυναίκας καταγηράσκοντας ἀγάμους ἐλπίδι τοῦ μᾶλλον συνέσεσθαι τῷ Θεῶ»(3).

Ἐξάλλου ἡ χριστιανικὴ ζωὴ συνδέθηκε ἐξαρχῆς μὲ τὴν αὐταπάρνηση καὶ τὴ θυσία: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοὶ»(4). Ὁ Χριστὸς ζητᾶ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὴν πλήρη αὐτοπροσφορά του: «Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστί μου ἄξιος καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστί μου ἄξιος»(5).

Τέλος ἡ ἐπίδοση στὴν ἔντονη καὶ ἀδιάλειπτη προσευχή, ἡ ὑπακοὴ στοὺς ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ὑποταγὴ στοὺς ἄλλους, ὅπως καὶ ὅλες γενικὰ οἱ βασικὲς ἀρετὲς τοῦ μοναχισμοῦ, καλλιεργοῦνταν ἐξαρχῆς ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας.

Βέβαια ὁ μοναχὸς καὶ ὁ ἔγγαμος ζοῦν δύο διαφορετικὲς μορφὲς ζωῆς. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἀλλάζει τὴν κοινὴ εὐθύνη τοὺς ἀπέναντι στὸ Θεὸ καὶ τὶς ἐντολές του. Ὁ καθένας ἔχει κάποιο ἰδιαίτερο χάρισμα μέσα στὸ ἑνιαῖο καὶ ἀδιαίρετο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ(6). Κάθε μορφὴ ζωῆς, εἴτε ἡ ἔγγαμη εἴτε ἡ μοναχική, ὑπόκειται ἐξίσου στὸ ἀπόλυτο θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γὶ΄ αὐτὸ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐκλαμβάνεται ὁποιαδήποτε μορφὴ ζωῆς ὡς πρόσχημα γιὰ παραθεώρηση ἢ ἐπιλεκτικὴ ἀνταπόκριση στὴν κλήση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν του. Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις ἀπαιτεῖται ἄσκηση καὶ ἀγωνιστικὴ διάθεση.

Ἰδιαίτερα κατηγορηματικὸς στὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, ποὺ λέει: «Ἀπατᾶς πολὺ τὸν ἑαυτό σου καὶ σφάλλεις, ἂν νομίζεις ὅτι ἄλλα ἀπαιτοῦνται ἀπὸ τὸν κοσμικὸ καὶ ἄλλα ἀπὸ τὸ μοναχό· γιατί ἡ διαφορὰ μεταξύ τους ἔγκειται στὴ σύναψη ἡ τὴ μὴ σύναψη γάμου, ἐνῶ σὲ ὅλα τὰ ἄλλα ἔχουν τὶς ἴδιες εὐθύνες Γιατί ὅλοι πρέπει νὰ ἀνεβοῦν στὸ ἴδιο ὕψος· καὶ αὐτὸ ποὺ ἀνέτρεψε ὅλη τὴν οἰκουμένη εἶναι τὸ ὅτι νομίζουμε πὼς μόνο ὁ μοναχὸς πρέπει νὰ ζεῖ μὲ ἀκρίβεια, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι ἐπιτρέπεται νὰ ζοῦν μὲ ραθυμία»(7). Ἀναφερόμενος μάλιστα στὴν τήρηση συγκεκριμένων ἐντολῶν τοῦ Εὐαγγελίου παρατηρεῖ: Ὅποιος ὀργίζεται ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ του χωρὶς λόγο, ἄσχετα ἂν εἶναι κοσμικὸς ἢ μοναχός, ἔρχεται μὲ τὸν ἴδιο τρόπο σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸ Θεό. Καὶ ὅποιος βλέπει γυναίκα μὲ πονηρὴ ἐπιθυμία, ὁποιαδήποτε ἰδιότητα καὶ ἂν ἔχει, δημιουργεῖ τὴν ἴδια ἔνοχη. Ἐδῶ μάλιστα σημειώνει ὅτι ὁ κοσμικὸς ποὺ πέφτει στὸ σφάλμα αὐτὸ εἶναι πιὸ ἀσύγγνωστος. Καὶ γενικώτερα, παρατηρεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, δίνοντας ὁ Χριστὸς τὶς ἐντολές του δὲν διακρίνει κατηγορίες ἀνθρώπων «οὔτε βιωτικοῦ (κοσμικοῦ) οὔτε μονάζοντος ὄνομα τίθησιν, ἂλλ΄ ἀπὸ τῆς τῶν ἀνθρώπων διανοίας οὗτος εἰσενήνεκται ὁ διορισμὸς»(8).

Οἱ ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ ἀπαιτοῦν ἂπ΄ ὅλους τους πιστοὺς ἀκρίβεια ζωῆς, τὴν ὁποία συχνὰ περιορίζουμε στοὺς μοναχούς. Ἡ ἀπαίτηση κοσμιότητας καὶ σωφροσύνης, ἡ κατάκριση τοῦ πλούτου καὶ ἡ σύσταση τῆς ὀλιγάρκειας(9), ἡ ἀποφυγὴ τῆς ἀργολογίας καὶ ἡ ὑπόδειξη τῆς ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης δὲν ἀπευθύνονται μόνο στοὺς μοναχούς, ἀλλὰ σὲ ὅλους τους πιστούς.

Τέλος ἡ ἀπόρριψη τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος δὲν ἀποτελεῖ καθῆκον μόνο τῶν μοναχῶν, ἀλλὰ ὅλων τῶν Χριστιανῶν. Οἱ πιστοὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχουν κοσμικὸ φρόνημα, ἀλλὰ νὰ ζοῦν ὡς πάροικοι καὶ παρεπίδημοι, ἔχοντας τὸ νοῦ τους στὸ Θεό. Ἡ πατρίδα τους δὲν βρίσκεται στὴ γῆ, ἀλλὰ στὴν οὐράνια βασιλεία· «οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν»(10). Ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς κοινωνία ἐξόδου. Ὁ κόσμος εἶναι ὁ τόπος τῆς πρόσκαιρης διαμονῆς της. Προορισμὸς τῆς εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅπως οἱ Ἰσραηλίτες ποὺ ἐλευθερώθηκαν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο βάδισαν πρὸς τὴν Ἱερουσαλὴμ μὲ πολλὲς δυσκολίες καὶ δοκιμασίες, ἔτσι καὶ οἱ Χριστιανοὶ ποὺ ἐλευθερώνονται ἀπὸ τὴ δουλεία τῆς ἁμαρτίας βαδίζουν μὲ πολλὲς δυσκολίες καὶ δοκιμασίες πρὸς τὴν οὐράνια βασιλεία. Ἡ ἔξοδος αὐτὴ ἀπὸ τὸν κόσμο δὲν βιώθηκε πρωτίστως τοπικὰ ἀλλὰ τροπικά. Ὅπως ἡ ἀποστροφὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἡ στροφὴ πρὸς τὸν κόσμο δὲν πραγματοποιήθηκε «τόπω» ἀλλὰ «τρόπω», γιατί ὁ Θεὸς ἦταν καὶ παραμένει πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν, ἔτσι καὶ ἡ ἀποστροφὴ ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ ἡ ἐπιστροφὴ πρὸς τὸ Θεὸ ἐκλαμβάνονται πρωτίστως τροπικὰ καὶ ὄχι τοπικά. Αὐτὸ ἀποτυπώνεται ἰδιαίτερα στὴ ζωὴ τῶν Χριστιανῶν τῶν πρώτων αἰώνων. Εὐρισκόμενοι μέσα στὸν κόσμο εἶχαν σαφῆ συνείδηση ὅτι δὲν προέρχονται ἀπὸ αὐτόν, οὔτε ἀνήκουν σ΄ αὐτὸν «ἐν τῷ κόσμω ἂλλ΄ οὐκ ἐκ τοῦ κόσμου». Καὶ ὅσοι ἀκόμα ζοῦσαν μὲ παρθενία καὶ ἀκτημοσύνη, πράγματα ποὺ ἀποτέλεσαν ἀργότερα θεμελιώδεις ἀρχὲς τῆς μοναχικῆς ζωῆς, δὲν μακρύνονταν ἀπὸ τὴν κοινωνία τῶν ἀνθρώπων οὔτε κατέφευγαν στὰ ὅρη.

Ἡ τοπικὴ μάκρυνση ἀπὸ τὸν κόσμο γίνεται γιὰ νὰ διευκολύνει τὴν τροπικὴ μάκρυνση. Ἡ πείρα διδάσκει ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου μέσα στὸν κόσμο εἶναι δυσκολοτερη. Ὅπως σημειώνει ὁ Μέγας Βασίλειος, ἡ διαβίωση μεταξὺ ἀνθρώπων ποὺ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴν ἀκριβῆ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ εἶναι βλαβερή. Ἡ ἀνταπόκριση στὴν πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ, νὰ λάβει ὁ ἄνθρωπος τὸ σταυρό του καὶ νὰ τὸν ἀκολουθήσει, εἶναι δυσκολώτερη, ἂν ὄχι ἀδύνατη, μέσα στὰ πλαίσια τῆς κοσμικῆς ζωῆς. Βλέποντας κάποιος τὸ πλῆθος τῶν ἀνομούντων ὄχι μόνο δὲν συνειδητοποιεῖ τὰ ἁμαρτήματά του καὶ δὲν μετανοεῖ, ἀλλὰ καὶ φαντάζεται ὅτι κατόρθωσε κάτι, γιατί συγκρίνει τὸν ἑαυτό του μὲ τοὺς χειρότερους. Ἔπειτα οἱ θόρυβοι καὶ οἱ ἀσχολίες τῆς κοσμικῆς ζωῆς ἀποσποῦν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ, καὶ ὄχι μόνο δὲν ἐπιτρέπουν νὰ αἰσθανθεῖ τὴ χαρὰ τῆς κοινωνίας μὲ τὸ Θεό, ἀλλὰ καὶ ὁδηγοῦν σὲ καταφρόνηση καὶ λήθη τοῦ θείου θελήματος(11).

Αὐτὰ δὲν σημαίνουν ὅτι ἡ φυγὴ ἀπὸ τὸν κόσμο ἐξασφαλίζει τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ὅτι εἶναι θετικὸς καὶ βοηθητικὸς παράγοντας. Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος προσηλώνεται ὁλοκληρωτικὰ στὸ Θεὸ καὶ τὸ θέλημά του, τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ ἐμποδίσει τὴ σωτηρία του. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος σημειώνει χαρακτηριστικὰ τὰ ἕξης: «Οὐδὲν κώλυμα γίνεται πρὸς ἀρετὴν τῷ νήφειν βουλομένω ἂλλ΄ ἔξεστι καὶ χλαμύδα καὶ ζώνην περικειμένω καὶ γυναίκα ἔχοντα καὶ παίδων ἐπιμελούμενον καὶ οἰκετῶν φροντίζοντα καὶ ἀρχὴν ἐγκεχειρισμένον τῆς ἀρετῆς πολλὴν ποιεῖσθαι τὴν ἐπιμέλειαν»(12). Καὶ ὁ ὅσιος Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος παρατηρεῖ: «Οὔτε μέση πόλις ἐμποδίζει ἠμᾶς εἰς τὸ κατεργάζεσθαι τὰς ἔντολάς του Θεοῦ, ἐὰν σπουδαῖοι ὦμεν καὶ διεγηγερμένοι, οὔτε ἡσυχία ὠφελεῖ ἢ ἀναχώρησις κόσμου, ἐὰν ραθυμῶμεν καὶ ἀμελῶμεν»(13). Σὲ ἄλλη περίπτωση πάλι λέει ὅτι εἶναι δυνατὸ σὲ ὅλους, ὄχι μόνο στοὺς μοναχοὺς ἀλλὰ καὶ στοὺς λαϊκούς, «τὸ ἀεὶ καὶ διηνεκῶς μετανοεῖν καὶ κλαίειν καὶ δέεσθαι τοῦ Θεοῦ, καὶ διὰ τῶν τοιούτων πράξεων καὶ τὰς λοιπᾶς πάσας ἀρετᾶς κτήσασθαι»(14).

Ὁ χριστιανικὸς μοναχισμὸς συνδέθηκε ἐξαρχῆς μὲ τὴν ἡσυχία. Αὐτὴ ἐκλαμβάνεται πρωτίστως ὡς ἐσωτερικὴ κατάσταση. Ἡ ἐξωτερικὴ ἡσυχία ἀναζητεῖται γιὰ τὴν εὐκολώτερη καὶ τελειότερη πραγματοποίηση τῆς ἐσωτερικῆς. Ἡ ἡσυχία δὲν εἶναι ἀδράνεια ἢ ἀπραξία, ἀλλὰ ἐγρήγορση καὶ ἐνεργοποίηση στὸ ἐπίπεδό της πνευματικῆς ζωῆς. Εἶναι ἔντονη ἐπαγρύπνηση καὶ καθολικὴ προσήλωση στὸ Θεό. Ἀποσυρόμενος ὁ μοναχὸς σὲ τόπους ἐξωτερικῆς ἡσυχίας καὶ ἐπισκεπτόμενος ἐκεῖ τὸν ἑαυτό του, κατορθώνει νὰ τὸν γνωρίσει καλύτερα, νὰ πολεμήσει ριζικώτερα τὰ πάθη του καὶ νὰ καθαρίσει πληρέστερα τὴν καρδιά του, γιὰ νὰ καταξιωθεῖ νὰ προσεγγίσει καὶ νὰ δεῖ τὸ Θεό.

Ὁ πατέρας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ -Κωνσταντῖνος- ζοῦσε ἡσυχαστικὴ ζωὴ ὡς συγκλητικὸς καὶ μέλος τῆς αὐτοκρατορικῆς αὔλης μέσα στὴν Κωνσταντινούπολη. Τὸ οὐσιῶδες γνώρισμα τῆς ζωῆς αὐτῆς εἶναι ἡ ἀποδέσμευση ἀπὸ τὴν ἐμπαθῆ προσήλωση στὸν κόσμο καὶ ἡ πλήρης ἀναφορὰ στὸν Θεό. Γὶ΄ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέει ὅτι ἡ ἐν Χριστῷ σωτηρία εἶναι δυνατὴ σὲ ὅλους: «Καὶ ὁ γεωργὸς καὶ ὁ σκυτοτόμος καὶ ὁ οἰκοδόμος καὶ ὁ ράπτης καὶ ὁ ὑφαντῆς, καὶ ἁπλῶς πᾶς ὁ δὶ΄ οἰκείων πόνων καὶ τῆς ἀπὸ τῶν χειρῶν ἐργασίας ποριζόμενος τὸ ζῆν, ἐὰν τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ πλούτου καὶ τῆς δόξης καὶ τῆς τρυφῆς ἀπὸ τῆς οἰκείας ἐκβάλωσι ψυχῆς, ὄντως μακάριοι»(15). Μὲ τὸ ἴδιο πνεῦμα καὶ ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας παρατηρεῖ ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ καταφύγει κάποι¬ος στὴν ἔρημο, νὰ τραφεῖ μὲ ἀσυνήθιστη τροφή, νὰ ἀλλάξει τὴν περιβολή του, νὰ καταστρέψει τὴν ὑγεία του ἢ νὰ ἐπιχειρήσει κάτι ἄλλο, προκειμένου νὰ μένει ἀφοσιωμένος στὸ Θεὸ(16).

Ἡ μοναχικὴ ζωὴ μὲ τὴν τοπικὴ μάκρυνση ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὴν ἀναχώρηση στὴν ἔρημο ἄρχισε ἀπὸ τὰ μέσα περίπου τοῦ τρίτου αἰώνα. Γιὰ τὴ φυγὴ τῶν Χριστιανῶν στὴν ἔρημο κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ συνέβαλαν καὶ οἱ σκληροὶ διωγμοὶ ἐκ μέρους τῶν Ρωμαίων. Ἡ ἀνάπτυξη ὅμως τοῦ μοναχισμοῦ, ποὺ σημειώνεται ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ὀφείλεται κυρίως στὴν ἄρνηση πολλῶν πιστῶν νὰ προσαρμοστοῦν στὴν ἐκκοσμίκευση ποὺ ἄρχισε στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, καὶ στὴν ἐπιθυμία τους νὰ ζήσουν συνεπέστερα τὴ χριστιανικὴ ζωή. Ἔτσι ἐμφανίστηκε ὁ μοναχισμὸς ταυτόχρονα σὲ διάφορες περιοχὲς τῆς νοτιανατολικῆς Μεσογείου, στὴν Αἴγυπτο, τὴν Παλαιστίνη, τὸ Σινά, τὴ Συρία, τὴν Κύπρο, γιὰ νὰ φθάσει σύντομα στὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ τέλος στὴν Εὐρώπη. Κατὰ τὴ δεύτερη ὅμως χιλιετία κέντρο τοῦ ὀρθόδοξου μοναχισμοῦ ἀναδείχθηκε τὸ Ἅγιον Ὅρος.

Ἡ ἐξέλιξη τῆς πορείας τοῦ ἁγιορείτικου μοναχισμοῦ παρουσιάζεται σὲ γενικὲς γραμμὲς ὡς ἐπανάληψη τῆς ἐξελίξεως τοῦ ἀνατολικοῦ μοναχισμοῦ. Σήμερα ὁ τόπος αὐτὸς μὲ τὴν ἐρημιτική, τὴν κοινοτικὴ καὶ τὴν κοινοβιακὴ μοναχικὴ ζωὴ διατηρεῖ συνοπτικὰ ὅλες τὶς βασικὲς μορφὲς ποὺ παρουσίασε ὁ χριστιανικὸς μοναχισμὸς στὴ μακραίωνη ἱστορία του.

Ἡ συνηθέστερη καὶ ἀσφαλέστερη μορφὴ μοναχικῆς ζωῆς εἶναι ἡ κοινοβιακή. Αὐτὴν ἀκολουθοῦν τώρα καὶ οἱ εἴκοσι ἱερὲς μονὲς τοῦ Ἁγίου Ὅρους. Στὸ κοινόβιο τὰ πάντα εἶναι κοινά: ἡ στέγη, ἡ τροφή, ἡ ἐργασία, ἡ προσευχή, οἱ κόποι, οἱ φροντίδες, οἱ ἀγῶνες, τὰ κατορθώματα. Ἀρχηγὸς καὶ πνευματικὸς πατέρας τῶν μοναχῶν του κοινοβίου εἶναι ὁ ἡγούμενος. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ προτροπή, ποὺ σημειώνεται στὸ Τυπικό του Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου πρὸς τὸν ἡγούμενο: «Παραφυλάξεις πάντως τὸ πάντα τὰ ἐν τὴ ἀδελφότητι κοινὰ εἶναι καὶ ἀμέριστα καὶ μηδὲν κατὰ μέρος τοῦ κὰθ΄ ἕκαστον εἰς ἑξαυθέντησιν μέχρι καὶ ραφίδος σου δὲ τὸ σῶμα καὶ ἡ ψυχή, μὴ τί γὲ ἄλλο, ἔστωσαν διαμεμερισμένα ἐν ἰσότητι ἀγάπης πάσι τοῖς πνευματικοίς σου τέκνοις καὶ ἀδελφοῖς καὶ πατράσι». Τὸ κοινόβιο ἀποτελεῖ τὴν ἰδανικὴ χριστιανικὴ κοινωνία, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἡ διάκριση ἀνάμεσα στὸ δικό μου καὶ τὸ δικό σου, ἀλλὰ ὅλα ἀποβλέπουν στὴν καλλιέργεια τοῦ κοινοῦ φρονήματος καὶ τοῦ ἀδελφικοῦ πνεύματος. Προέχουσα θέση στὸ κοινόβιο ἔχουν ἡ ὑποταγὴ κάθε μέλους στὸν ἡγούμενο καὶ τὴν ἀδελφότητα, ἡ φιλαδελφία, ἡ ἀλληλεγγύη καὶ ἡ φιλοξενία. Ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὁλόκληρη ἡ κοινωνία τῶν πιστῶν ὀφείλει σὲ τελικὴ ἀνάλυση νὰ εἶναι μία Ἐκκλησία κοινοβιακὴ(17). Αὐτὸ ἄλλωστε ὑπαγορεύει καὶ τὸ κοινοβιακὸ πνεῦμα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Τὸ μοναστικὸ κοινόβιο ἀποτελεῖ τὴ συνεπέστερη προσπάθεια γιὰ τὴν πραγμάτωσή της.

Ἐξαρτήματα τῶν εἴκοσι ἱερῶν μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὅρους εἶναι τὰ καθίσματα, τὰ κελλιά, οἱ καλύβες, οἱ σκῆτες καὶ τὰ ἡσυχαστήρια. Στὰ ἐξαρτήματα ἡ μοναχικὴ ζωὴ ἔχει περισσότερο ἡσυχαστικὸ χαρακτήρα.

Τὰ καθίσματα συνδέονται ἄμεσα μὲ τὶς μονὲς καὶ χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ μέλη τῆς ἀδελφότητας γιὰ μεγαλύτερη ἡσυχία. Στὰ κελλιὰ καὶ τὶς καλύβες, ποὺ εἶναι μικρὰ μοναστικὰ συγκροτήματα, ζοῦν ὀλιγομελεῖς συνοδεῖες. Αὐτὲς ἐπιδίδονται στὴν ἡσυχαστικὴ ζωή, ἀσκοῦν τὴν ὑπακοὴ πρὸς τὸ γερο¬ντά τους καὶ συντηροῦνται μὲ γεωργικὲς ἐργασίες καὶ ἐργόχειρα.

Στὸ Ἅγιον Ὅρος ὑπάρχουν δώδεκα σκῆτες, ποὺ ἐξαρτῶνται ἐπίσης ἀπὸ μονές. Οἱ σκῆτες, ποὺ μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν ἀντίστοιχες πρὸς τὶς ἀρχαιότερες λαῦρες, διαθέτουν κοινὸ ναό, τὸ Κυριάκο, καὶ κοινὴ διοίκηση, ποὺ ἀσκεῖται ἀπὸ τὸ Δίκαιο. Καὶ σ΄ αὐτὲς κυριαρχεῖ ἡ ἡσυχαστικὴ ζωὴ μὲ εὐρύτερο κοινοτικὸ πνεῦμα. Ἡ φιλοξενία δὲν ἀπασχολεῖ συνήθως τὶς καλύβες τῆς σκήτης, ἀλλὰ τὸ Δίκαιο καὶ τοὺς συνεργάτες του.

Πλήρως ἡσυχαστικὴ εἶναι τέλος ἡ ζωὴ στὰ ἡσυχαστήρια. Αὐτὰ βρίσκονται σὲ ἐρημικοὺς τόπους τῆς Ἀθωνικῆς χερσονήσου, καὶ ἰδίως στὸ νοτιώτερο ἄκρο της. Οἱ ἐρημίτες ἀποτελοῦσαν ἐξαρχῆς τοὺς πυρῆνες, γύρω ἀπὸ τοὺς ὅποιους ὀργανώθηκαν οἱ πρῶτες μοναχικὲς κοινότητες. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ὀργάνωση τοῦ κοινοτικοῦ καὶ τοῦ κοινοβιακοῦ μοναχισμοῦ οἱ ἐρημίτες ἐξακολούθησαν νὰ ὑπάρχουν ὡς τὰ κατεξοχὴν χαρισματικὰ πρόσωπα μέσα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἤδη ὅμως τὰ κοινόβια καὶ οἱ μοναστικὲς κοινότητες ἔγιναν τόποι προετοιμασίας τῶν ἐρημιτῶν. Ἡ ἐν Τρούλλω Σύνοδος μάλι¬στα ὅρισε μὲ τὸν 41ο Κανόνα της ὡς προϋπόθεση γιὰ τὴν ἀναχώρηση στὴν ἔρημο τὴν ἐπὶ τρία τουλάχιστο χρόνια παραμονὴ μέσα σὲ μονή. Καὶ σήμερα οἱ ἐρημίτες τοΰ Ἁγίου Ὅρους, πρὶν ἐπιδοθοῦν στὴν πλήρως ἡσυχαστικὴ ζωὴ τῆς ἔρημου, ζοῦν ὁρισμένα χρόνια εἴτε σὲ μονὲς εἴτε σὲ κελλιὰ καὶ καλύβες ὡς ὑποτακτικοὶ γερόντων.

Ὁ μοναχισμὸς μὲ τὴ φυγὴ ἀπὸ τὸν κόσμο ὑπογραμμίζει τὴ θέση τῆς Ἐκκλησίας ὡς «ἀντικοινωνίας» μέσα στὸν κόσμο, καὶ μὲ τὴν ἔντονη πνευματικὴ ἄσκηση καλλιεργεῖ τὸ ἐσχατολογικό της πνεῦμα. Ἡ μοναχικὴ ζωὴ χαρακτηρίζεται ὡς «ἀγγελικὴ πολιτεία», δηλαδὴ ὡς πολιτεία ποὺ ἀκολουθεῖ στὴ γῆ τὸ πρότυπό της οὐράνιας ζωῆς. Ἐδῶ ἐντάσσεται καὶ ἡ παρθενία ἢ ἡ ἀγαμία. Αὐτὴ προτυπώνει τὴν κατάσταση τῶν ἀνθρώπων στὴ μέλλουσα ζωή, ὅπου «οὔτε γαμούσιν οὔτε ἐκγαμίζονται, ἂλλ΄ ὡς ἄγγελοι Θεοῦ ἐν οὐρανῶ εἰσὶ»(18).

Πολλοὶ θεωροῦν ὡς κύριο γνώρισμα τῆς μοναχικῆς ζωῆς τὴν ἀγαμία. Ἡ γνώμη αὐτὴ ἀποδίδει καὶ τὴν ἀντίληψη ποὺ ὑπῆρχε ἐξαρχῆς στὴν Ἐκκλησία γιὰ τὴν ταυτότητα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καὶ τὴν καθολικότητά της ἀναφορᾶς τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν. Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι τὸ σπουδαιότερο στὴ μοναχικὴ ζωὴ εἶναι ἡ ἀγαμία. Σημαίνει ἁπλῶς ὅτι αὐτὸ ποὺ διαμορφώνει τὴν ἰδιαιτερότητα τῆς μοναχικῆς ζωῆς ἔγκειται οὐσιαστικὰ στὴν ἀγαμία. Ὅλες οἱ ὑπόλοιπες ὑποχρεώσεις, ἀκόμα καὶ οἱ δύο ἄλλες μοναχικὲς ὑποσχέσεις, ἡ ὑπακοὴ καὶ ἡ ἀκτημοσύνη, ἀφοροῦν οὐσιαστικὰ ὅλους τους πιστούς. Αὐτονόητο βέβαια εἶναι ὅτι ὅλα αὐτὰ μέσα στὰ πλαίσια τῆς μοναχικῆς ζωῆς προσλαμβάνουν ἰδιαίτερη μορφή. Αὐτὰ ὅμως δὲν ἀφοροῦν τὴν οὐσία τῶν πραγμάτων.

Ἡ πιστὴ τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν ἀποτελεῖ κοινὴ ὀφειλὴ ὅλων τῶν Χριστιανῶν. Ἄλλα αὐτὴ ἀπαιτεῖ ἄσκηση. Ἡ ἔκπεσμενη ἀνθρώπινη φύση δὲν εἶναι πρόθυμη νὰ ἀνταποκριθεῖ στὴν ὀφειλὴ αὐτή, γιατί δουλεύει στὰ πάθη. Ἀναζητεῖ τὴν ἡδονὴ τῶν αἰσθήσεων καὶ ἀποφεύγει τὴν ὀδύνη ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ καταπολέμηση τῶν παθῶν καὶ τῆς φιλαυτίας. Ἡ μοναχικὴ ζωὴ ὀργανώνεται μὲ τρόπο ποὺ διευκολύνει τὴν ἄσκηση. Ἀντίθετα ἡ κοσμικὴ ζωή, ἰδιαίτερα μέσα στὴ σύγχρονη ἐκκοσμικευμένη κοινωνία, δυσχεραίνει τὴν ἄσκηση. Τὸ μειονέκτημα τοῦ κοσμικοῦ Χριστιανοῦ εἶναι ὅτι καλεῖται νὰ πραγματοποιήσει τὸν ἴδιο σκοπὸ μέσα στὸ δυσμενὲς κοσμικὸ περιβάλλον.

Ἡ μοναχικὴ κουρὰ χαρακτηρίζεται ὡς «δεύτερον βάπτισμα»(19). Τὸ βάπτισμα ὅμως εἶναι ἑνιαῖο καὶ κοινὸ γιὰ ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἡ συμμετοχὴ στὸ θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἡ μοναχικὴ κουρὰ δὲν ἐπαναλαμβάνει, ἀλλὰ ἀνανεώνει καὶ συνειδητοποιεῖ τὸ ἕνα βάπτισμα. Καὶ οἱ ὑποσχέσεις ποὺ δίδονται κατὰ τὴν κουρὰ δὲν εἶναι στὴν οὐσία τοὺς διαφορετικὲς ἀπὸ αὐτὲς ποὺ δίδονται κατὰ τὸ βάπτισμα, ἕκτος βέβαια ἀπὸ τὴν ὑπόσχεση τῆς ἀγαμίας. Ἄλλωστε κουρὰ γίνεται καὶ κατὰ τὸ βάπτισμα.

Ἡ μοναχικὴ ζωὴ εἶναι δείκτης τελειώσεως. Στὴν τελείωση ὅμως καλεῖται ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία. Ὅλοι οἱ πιστοί, κοσμικοὶ καὶ μοναχοί, καλοῦνται νὰ τελειωθοῦν κατὰ τὸ θεῖο πρότυπο: «Ἔσεσθε οὒν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειος ἔστιν»(20). Ἀλλὰ ἐνῶ ἡ μοναχικὴ ζωὴ καταφάσκει στὴ ριζοσπαστικότητα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, ἡ κοσμικὴ ἀρκεῖται στὴ συμβατικὴ θεώρησή της. Ἔτσι ἡ συμβατικότητα τῆς ἠθικῆς τῶν κοσμικῶν Χριστιανῶν ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ καὶ ἡ ριζοσπαστικότητα τῆς ἠθικῆς τῶν μοναχῶν ἀπὸ τὴν ἄλλη δημιουργοῦν μία διαλεκτικὴ διαφοροποίηση, ποὺ προσλαμβάνει τὴ μορφὴ τῆς διαλεκτικῆς ἀντιθέσεως.

Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ἀντιπαραθέτοντας τὴ μοναχικὴ πρὸς τὴν κοσμικὴ ζωὴ παρατηρεῖ ὅτι τὰ κατορθώματα τῶν κοσμικῶν εἶναι ἀποτυχίες γιὰ τοὺς μοναχούς, ὅπως καὶ τὰ κατορθώματα τῶν μοναχῶν εἶναι ἀποτυχίες γιὰ τοὺς κοσμικούς: «Τὰ τῶν κοσμικῶν κατορθώματα πτώματα εἴσι τῶν μοναχῶν καὶ τῶν μοναχῶν κατορθώματα πτώματα εἴσι τῶν κοσμικῶν. Οἶον, τὰ τῶν κοσμικῶν κατορθώματα, πλοῦτός ἐστι καὶ δόξα καὶ δυναστεία καὶ τρυφὴ καὶ εὐσαρκία καὶ εὐτεκνία καὶ τὰ τούτων ἀκόλουθα, εἰς ἄπερ ἐλθῶν ὁ μοναχὸς ἀπολλυται. Τὰ δὲ τοῦ μονάχου κατορθώματα, ἀκτημοσύνη, ἀδοξία, ἀδυναμία, ἐγκράτεια, κακοπάθεια καὶ τὰ τούτων ἀκόλουθα, εἰς ἄπερ ἐλθῶν ὁ φιλοκόσμος παρὰ πρόθεσιν πτῶμα ἡγεῖται μέγα· καὶ κινδυνεύει πολλάκις καὶ ἀγχόνη χρήσασθαι, τινὲς δὲ καὶ ἐχρήσαντο»(21).

Βέβαια ἡ ἀντιπαράθεση αὐτὴ γίνεται ἀνάμεσα στὸν τέλειο μοναχὸ καὶ τὸν ἐκκοσμικευμένο Χριστιανό. Ἀλλὰ καὶ στὴ συνήθη ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση τὰ ἴδια πράγματα εἶναι φυσικὸ νὰ λειτουργοῦν διαφορετικά. Ἡ διαφορὰ ὅμως αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ φθάνει στὰ ἄκρα. Ἔτσι π.χ. δὲν μπορεῖ ὁ πλοῦτος ἢ ἡ δόξα νὰ χαρακτηρισθοῦν ἐξίσου καταστροφικὰ γιὰ τοὺς μοναχοὺς καὶ τοὺς κοσμικούς. Στοὺς μοναχοὺς αὐτὰ εἶναι σὲ κάθε περίπτωση ἀρνητικά, γιατί ἔρχονται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ μορφὴ ζωῆς ποὺ ἐπέλεξαν. Στοὺς κοσμικοὺς ὅμως μποροῦν νὰ λειτουργήσουν καὶ θετικά, ἔστω καὶ ἂν συνεπάγονται σοβαροὺς κινδύνους. Ἡ ὕπαρξη τῆς οἰκογένειας, ὅπως καὶ τῆς εὐρύτερης κοσμικῆς κοινωνίας μὲ τὶς ποικίλες ἀνάγκες καὶ ἀπαιτήσεις της, ὄχι μόνο δικαιολογοῦν, ἀλλὰ καὶ ἐπιβάλλουν μερικὲς φορὲς τὴ συγκέντρωση χρημάτων ἢ τὴν ἀνάληψη ἀξιωμάτων. Αὐτὰ ποὺ μποροῦν νὰ λειτουργήσουν καὶ ἑνοποιητικὰ στὴν κοσμικὴ κοινωνία ἐνεργοῦν διασπαστικὰ στὴ μοναστική. Ὁ τελικὸς ἑνοποιητικὸς παράγοντας εἶναι σὲ τελικὴ ἀνάλυση ὁ ἴδιος ὁ Χριστός.

Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ δὲν στηρίζεται μόνο στὴν ἀνθρώπινη προσπάθεια ἀλλὰ πρωτίστως στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Εἰδικώτερα ἡ ἄσκηση μὲ ὅλες τὶς μορφὲς καὶ σὲ ὅλες τὶς βαθμίδες της δὲν ἀποβλέπει σὲ τίποτε ἄλλο, παρὰ στὴν προετοιμασία τοῦ ἀνθρώπου νὰ συντονίσει τὸ θέλημά του μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ δεχθεῖ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ συντονισμὸς αὐτὸς φθάνει στὴν ὑψηλότερη ἔκφραση καὶ τελειότητά του μὲ τὴν προσευχή. «Ἡ ἀληθινὴ προσευχὴ εἰσάγει ἠμᾶς εἰς τὸ Θεῖον Εἶναι διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»(22). Αὐτὴ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὸ ἀρχέτυπό του καὶ τὸν καθιστὰ ἀληθινὸ πρόσωπο, ὅμοιο μὲ τὸ Δημιουργό του.

Ἡ χάρη τῆς χριστιανικῆς ζωῆς δὲν βρίσκεται στὰ ἐξωτερικὰ σχήματά της. Δὲν βρίσκεται στὴν ἄσκηση, τὴ νηστεία, τὴν ἀγρυπνία, τὴν κακοπάθεια. Ὅταν μάλιστα αὐτὰ αὐτονομοῦνται καὶ θεωροῦνται καθεαυτό, γίνονται ἀποκρουστικά. Καὶ ὁ ἀποκρουστικὸς χαρακτήρας δὲν περιορίζεται πιὰ στὴν ἐξωτερικὴ μορφή τους, ἀλλὰ εἰσχωρεῖ καὶ στὸ ἐσωτερικὸ περιεχόμενό τους. Δὲν γίνονται ἀποκρουστικὰ μόνο γιατί παρουσιάζονται ἐξωτερικὰ ὡς ἄρνηση τῆς ζωῆς, περιφρόνηση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν ἡ αὐτοεγκατάλειψη, ἀλλὰ καὶ γιατί νεκρώνουν τὸ πνεῦμα, στηρίζουν τὸν ἐγωϊσμὸ καὶ καλλιεργοῦν τὴν αὐτοδικαίωση.

Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ δὲν εἶναι ἄρνηση ἀλλὰ θέση. Δὲν εἶναι θάνατος ἀλλὰ ζωή. Καὶ δὲν εἶναι ἁπλῶς θέση καὶ ζωή, ἀλλὰ ἡ μόνη ἀληθινὴ θέση καὶ ἡ μόνη ἀληθινὴ ζωή. Εἶναι ἡ μόνη ἀληθινὴ θέση, γιατί προχωρεῖ πέρα ἀπὸ κάθε δυνατότητα ἀρνήσεως. Καὶ εἶναι ἡ μόνη ἀληθινὴ ζωή, γιατί ἀφήνει πίσω της τὸ θάνατο. Ἡ ἀρνητικὴ μορφή, ποὺ παρουσιάζει ἡ χριστιανικὴ ζωὴ στὰ ἐξωτερικὰ σχήματά της, ὀφείλεται ἀκριβῶς στὴν ἐπιδίωξή της νὰ τοποθετηθεῖ πέρα ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινη διάψευση. Ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει καμία ἀνθρώπινη θέση ποὺ δὲν καταλήγει στὴν ἄρνηση, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει καμμία ἐγκόσμια ζωὴ ποὺ δὲν καταλήγει στὸ θάνατο, γὶ΄ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία δημιουργεῖ τὴ θέση της καὶ φανερώνει τὴ ζωὴ τῆς μετὰ τὴν ἀποδοχὴ κάθε ἀνθρώπινης ἀρνήσεως καὶ τὴν κατάφαση σὲ κάθε μορφὴ ἐγκόσμιου θανάτου.

Ἡ δυναμική της χριστιανικῆς ζωῆς βρίσκεται στὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως. Καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ἀσκήσεως εἶναι ἡ μετοχὴ στὴν ἀνάσταση. Ἡ μοναχικὴ ζωή, ὡς ἀγγελικὴ ἢ οὐράνια ζωὴ ποὺ βιώνεται μέσα στὴν ἱστορία, ἀποτελεῖ πρόληψη καὶ πρόγευση τῆς αἰώνιας ζωῆς, ποὺ διαβρώνει τὴ θνητότητα. Δὲν ἀποβλέπει στὴν ἀπέκδυση τοῦ ἀνθρώπινου στοιχείου, ἀλλὰ στὴν ἐπένδυση τῆς ἀφθαρσίας καὶ τῆς ἀθανασίας· «καὶ γὰρ οἱ ὄντες ἐν τῷ σκήνει στενάζομεν βαρούμενοι ἒφ΄ οὐ θέλομεν ἐκδύσασθαι, ἂλλ΄ ἐπενδύσασθαι, ἴνα καταποθῆ τὸ θνητὸν ὑπὸ τῆς ζωῆς»(23).

Ὑπάρχει ὁ στεναγμὸς ποὺ προκαλεῖ ἡ παρουσία τῆς ἁμαρτίας. Παραμένει ἡ ὀδύνη γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὴν ἀνάκτηση τῆς καθαρότητας τῆς καρδιᾶς. Αὐτὰ ἐπιβάλλουν τὴν ἄσκηση. Καὶ αὐτὰ ἔχουν ὁπωσδήποτε ἀρνητικὴ μορφή, γιατί ἀποσκοποῦν στὸ γκρέμισμα. Εἶναι κοπιαστικὰ καὶ ἐπώδυνα, γιατί συνδέονται μὲ καταστάσεις καὶ συνήθειες ποὺ ἔγιναν δεύτερη φύση μας. Μὲ αὐτὸ ὅμως τὸ γκρέμισμα, μὲ αὐτὴ τὴν αὐτοκάθαρση ἐλευθερώνει ὁ ἄνθρωπος τὸ ἔδαφος, γιὰ νὰ φανερωθεῖ καὶ νὰ ἐνεργήσει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἂν δὲν καθαρίσει ἡ καρδιά, δὲν φανερώνεται ὁ Θεός.

Οἱ μοναχοὶ «φυλάσσουν τὸν τόπον». Ἐπιλέγουν τὸν αὐτοπεριορισμὸ μέσα στὸ χῶρο καὶ καλλιεργοῦν ἐκεῖ τὴν πνευματικὴ ἐλευθερία ποὺ πρόσφερε ὁ Χριστός. Καθηλώνονται στὴν περιοχὴ τοῦ θανάτου, γιὰ νὰ ζήσουν ἐντονώτερα τὴν προσδοκία τῆς καινῆς ζωῆς. Συμφιλιώνονται μὲ τὸ χῶρο, ὅπου ἀφανίζεται ὁ ἄνθρωπος ποὺ φθείρεται μέσα στὸ χρόνο, τὸν αἰσθάνονται ὡς σῶμα τους, τὸν μεταμορφώνουν σὲ Ἐκκλησία καὶ τὸν προσανατολίζουν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἡ πορεία τοῦ μοναχοῦ πρὸς τὴν τελείωση γίνεται κατὰ στάδια καὶ συνδέεται μὲ διαδοχικὲς ἀποταγές, ποὺ συνοψίζονται σὲ τρεῖς. Ἡ πρώτη ἀποταγὴ πραγματοποιεῖται μὲ τὴν πλήρη ἐγκατάλειψη τοῦ κόσμου. Αὐτὴ δὲν περιορίζεται στὰ πράγματα τοῦ κόσμου, ἀλλὰ περιλαμβάνει καὶ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς γονεῖς. Ἡ δεύτερη ἀποταγὴ συνίσταται στὴν ἐκγατάλειψη τοῦ ἀτομικοῦ θελήματος, ἐνῶ ἡ τρίτη στὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὴν κενοδοξία, ποὺ ταυτίζεται μὲ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ κόσμου(24).

Οἱ διαδοχικὲς αὐτὲς ἀποταγὲς δὲν ἔχουν ἀρνητικὸ ἀλλὰ θετικὸ νόημα. Γίνονται γιὰ τὴν πλήρη διάνοιξη τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν τελείωσή του ὡς προσώπου «κὰτ΄ εἰκόνα καὶ κὰθ΄ ὁμοίωσιν» Θεοῦ. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποδεσμεύεται ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, εὐρύνεται ἀπεριόριστα. Γίνεται ἀληθινὸ πρόσωπο, ποὺ «συγχωρεῖ» μέσα τοῦ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα κατὰ τὸ πρότυπό του Χριστοῦ. Γὶ΄ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ σὲ ἠθικὸ ἐπίπεδο ὁ Χριστιανὸς καλεῖται νὰ ἀγαπᾶ ὅλους τους ἀνθρώπους, ἀκόμα καὶ τοὺς ἐχθρούς του. Τότε ἔρχεται καὶ σκηνώνει μέσα του καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὅποτε ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τὸ πλήρωμα τοῦ θεανθρώπινου εἶναι(25). Ἐδῶ βρίσκεται τὸ μεγαλεῖο του ἀνθρώπινου προσώπου, καὶ αὐτὸ ἑρμηνεύει τοὺς ὑπεράνθρωπους ἀγῶνες ποὺ ἀπαιτοῦνται γιὰ τὴν τελείωσή του.

Ἡ μοναχικὴ ζωὴ εἶναι πορεία διαρκοῦς πνευματικῆς ἀνόδου. Ἐνῶ ὁ κόσμος προχωρεῖ σὲ ὁριζόντια πορεία, καὶ οἱ πιστοὶ μὲ τὶς δεσμεύσεις καὶ τοὺς περισπασμοὺς τοῦ κόσμου προσπαθοῦν κατὰ τὴν πορεία αὐτὴ νὰ κρατηθοῦν στὰ θεσμικὰ ὅρια τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, ὁ μοναχισμὸς στρέφεται πρὸς ἄλλη κατεύθυνση, τὴν κατακόρυφη. Παραμερίζει τὴ συμβατικότητα καὶ ζητεῖ τὸ ἀπόλυτο. Πραγματοποιεῖ κίνηση ἀπογειώσεως ἢ ἐξόδου ἀπὸ τὸν κόσμο μὲ ἄμεσο σκοπὸ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἄλλωστε ἀποτελεῖ καὶ τὸ σκοπὸ τῆς Ἐκκλησίας.

Στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἡ πορεία αὐτὴ συμβολίζεται μὲ κλίμακα ποὺ ὁδηγεῖ στὸν οὐρανό. Ὅλοι δὲν κατορθώνουν νὰ φθάσουν ὡς τὴν κορυφὴ τῆς πνευματικῆς αὐτῆς κλίμακας. Ἀρκετοὶ βρίσκονται στὶς πρῶτες βαθμίδες της. Ἄλλοι ἀνεβαίνουν ψηλότερα. Ὑπάρχουν τέλος κι ἐκεῖνοι ποὺ πέφτουν ἀπὸ κάποια χαμηλότερη ἢ ψηλότερη βαθμίδα. Τὸ σημαντικώτερο ἐδῶ δὲν εἶναι ἡ βαθμίδα στὴν ὁποία κάποιος βρίσκεται, ἀλλὰ ἡ προσπάθειά του γιὰ διαρκῆ ἄνοδο. Καὶ τὸ ἀξιοσημείωτο εἶναι ὅτι ἡ ἄνοδος αὐτὴ γίνεται μὲ τὴ διαρκῶς αὐξανόμενη ταπείνωση, δηλαδὴ μὲ διαρκῶς αὐξανόμενη κάθοδο. «Κράτα τὸ νοῦ σου στὸν ἅδη καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι», ἦταν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἅγιο Σιλουανὸ τὸν Ἀθωνίτη. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος κατεβαίνει στὸν ἅδη τῆς ἐσωτερικῆς του πάλης ἔχοντας μέσα τοῦ τὸ Θεό, τότε ἀνυψώνεται καὶ βρίσκει τὴν πληρότητα(26).

Στὴν κορυφὴ τῆς πνευματικῆς κλίμακας βρίσκονται οἱ «μωροὶ διὰ Χριστόν», ὅπως χαρακτηρίζει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τὸν ἑαυτό του καὶ τοὺς λοιποὺς Ἀποστόλους(27), ἢ «οἱ διὰ Χριστὸν σαλοί», ποὺ «κάνουν τὸν τρελλὸ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ κοροϊδεύουν ὅλη τὴ ματαιότητα τοῦ κόσμου»(28). Ἡ ἀναζήτηση τῆς ἀνθρώπινης δόξας, λέει ὁ Χριστός, ἐμποδίζει τὴν πίστη στὸ Θεὸ(29). Μόνο ὅταν ἀποβάλει ὁ ἄνθρωπος τὴν κενοδοξία, μπορεῖ νὰ νικήσει τὸν κόσμο καὶ νὰ προσηλωθεῖ στὸ Θεὸ(30).

Στοὺς βίους τῶν μοναχῶν βλέπει ὁ Χριστιανὸς παραδείγματα ἀνθρώπων, ποὺ ἔλαβαν στὰ σοβαρὰ τὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ αὐτοδεσμεύθηκαν στὴν πορεία ποὺ καλεῖ ὁ Χριστὸς κάθε ἄνθρωπο. Δὲν ἔφθασαν ὅλοι στὴν τελείωση. Ὅλοι ὅμως προσπάθησαν καὶ ἀνέβηκαν ὡς κάποια βαθμίδα. Δὲν εἶχαν ὅλοι τὰ ἴδια τάλαντα. Ὅλοι ὅμως ἐργάστηκαν ὡς δοῦλοι ἀγαθοὶ καὶ πιστοί. Τὸ παράδειγμά τους δὲν προβάλλεται πάντοτε γιὰ ἀντιγραφικὴ μίμηση, ἰδιαίτερα ἐκ μέρους τῶν κοσμικῶν. Ἀποτελεῖ ὅμως πολύτιμο δείκτη γιὰ τὴν πορεία πρὸς τὴν τελείωση, ποὺ εἶναι κοινὴ γιὰ ὅλους καὶ κορυφώνεται στὴν τελειότητα τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἁγιορείτικος μοναχισμὸς μὲ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν προσευχὴ διατηρεῖ ἀνοικτούς τους ἀπεριόριστους ὁρίζοντες γιὰ τὴν τελείωση καὶ τὴν ἀληθινὴ καταξίωση τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἀθωνικὴ πολιτεία ὡς πρότυπο χριστιανικῆς κοινωνίας πλουτίζει τὴ ζωὴ τῶν πιστῶν καὶ ἐνισχύει τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες τους. Ἡ παρουσία της ὡς «πόλεως ἐπάνω ὅρους κειμένης» ἔχει κεφαλαιώδη σπουδαιότητα γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ γιὰ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Ἰδιαίτερα ἡ σύγχρονη μετανεωτερικὴ κοινωνία, ποὺ ζεῖ μέσα στὸ σῶμα τῆς τὴ διάσπαση καὶ τὴ σύγχυση, μπορεῖ νὰ βρεῖ στὸ Ἅγιον Ὅρος τὸ πνεῦμα καὶ τὶς δυνάμεις, ποὺ ὁδηγοῦν στὴν ἑνότητα καὶ τὴν ἀπόκτηση τοῦ νοήματος τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς.

Βιβλιογραφία

1 Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία 1, PG 91.665C

2 Βλ. Ἔφ. 5,32.

3 Πρεσβεία 33. Πρβλ. καὶ Ἰουστίνου, Ἀπολογία 1,15,6.

4 Μάρ. 8,34.

5 Μάτθ. 10,37.

6 «Ἕκαστος ἴδιον ἔχει χάρισμα ἐκ Θεοῦ, ὃς μὲν οὕτως ὃς δὲ οὕτως». Ἃ΄Κόρ. 7,7.

7 Πρὸς πιστὸν πατέρα 3,14, PG 47,372-74.

8 Ό.π. 373.

9 «Ἔχοντες διατροφᾶς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα». Ἃ΄ Τίμ. 6,8.

10 Ἑβρ. 13,14.

11 Βλ. Ὄροι κατὰ πλάτος 6, PG 31, 925Α.

12 Κατηχήσεις 7,28, ἔκδ. Α΄. Wegner, “Sources Chretiennes”, τόμ. 50, Paris 1970, σ.243.

13 Κατηχήσεις 5,122-5, ἔκδ. Β΄. Krivocheine, “Sources Chretiennes”, τόμ. 104, Paris 1964, σ.374.

14 Κατηχήσεις 5,122-5, ἔκδ. Β΄. Krivocheine, “Sources Chretiennes”, τόμ. 96, Paris 1963, σ.386.

15 Ὁμιλία 15, PG 151J80BC.

16 Βλ. Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς 6, PG 150,660Α.

17 Βλ. Ἐπιστολὴ 53, PG 99,1264CD.

18 Μάτθ. 20,30.

19 Βλ. Ἀκολουθία μεγάλου σχήματος. Μέγα εὐχολόγιον, Ἀθῆναι 1970, σέλ. 208.

20 Μάτθ. 5,48.

21 Μαξίμου Ὅμολογητου, Κεφάλαια περὶ ἀγάπης 3,85, PG 90J044A.

22 Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Ἄσκησις καὶ θεωρία, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 1996, σέλ. 26.

23 Β΄ Κόρ. 5,4.

24 Βλ. Κλίμαξ 2, PG 88, 657Α. Συγκριτικὴ παρουσίαση τῆς πατερικῆς παραδόσεως γιὰ τὰ τρία στάδια τῆς ἀποταγῆς βλέπε στὸ βιβλίο τοῦ Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Ἄσκησις καὶ θεωρία, σέλ. 26 κ.ε.

25 Βλ. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 1996, σέλ. 389.

26 Βλ. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 1995, σέλ. 572, Πρβλ. καὶ Ἄσκησις καὶ Θεωρία, σέλ. 42.

27 Ἃ΄ Κόρ. 4,10.

28 Γέροντος Παϊσίου, Ἐπιστολές, Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης 1994, σέλ. 235.

29 Ἰω. 5,44.

30 Βλ. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Ἄσκησις καὶ Θεωρία, σέλ. 33-34.