Αυγ 2022
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

«Ἐκάλυψεν οὐρανοὺς ἡ ἀρετή Σου Χριστὲ»

ἀρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου

Τὸ γεγονὸς τῶν Χριστουγέννων εἶναι θαυμαστὸ καὶ τέλεια ἡ χάρη τῆς ἑορτῆς ποὺ σκέπασε τὴ γῆ. Ἡ ἀρετὴ τοῦ Χριστοῦ κάλυψε τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἡ Ἁγία Ἐκκλησία λαμπρύνεται ἀπὸ τὴ χαρὰ τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Ὑψίστου πάνω στὴ γῆ. Πανηγυρίζει φαιδρῶς τὴ φανέρωση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ποὺ τόσο πολὺ ἀγάπησε τὸν κόσμο, ὥστε ἔδωσε τὸν Μονογενῆ Του Υἱό, γιὰ νὰ μὴ χάνεται στὸ σκοτάδι τῆς ἀνυπαρξίας ὅποιος πιστεύει, ἀλλὰ νὰ ἔχει ζωὴ αἰώνια [1].

Ὁ Θεὸς ἔγινε Ἄνθρωπος, ὅπως λένε οἱ Πατέρες, γιὰ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος θεός. Κατέβηκε ὁ Ὕψιστος ἀπὸ τὸν Οὐρανό, γιὰ νὰ ἀνεβεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν πτώση του. Πτώχευσε ὁ Θεός, γιὰ νὰ πλουτίσει ὁ ἐνδεὴς ἄνθρωπος. Τὰ Χριστούγεννα γιορτάζουμε τὴν καινὴ δημιουργία, τὴν «παλιγγενεσία» [2], τὴν ἀναδημιουργία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Θεὸς γεννήθηκε καὶ ἔφερε τὴ χάρη πάνω στὴ γῆ, ἡ Ἐκκλησία, ὡς μητέρα τίκτουσα, ὠδινᾶται καὶ πάσχει μὲ τὸν πόθο νὰ γεννηθεῖ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ στὴν καρδιὰ κάθε πιστοῦ.

Τὴν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων ἑορτάζουμε τὸ γεγονὸς τῆς Γεννήσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερο μυστήριο τῆς εὐσεβείας, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος, «Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκὶ» [3]. Συγχρόνως, ἐπίσης, πανηγυρίζουμε καὶ ἀκόμη ἕνα γεγονός, τὸ ὅτι δόθηκε στοὺς ἀνθρώπους «χάρις ἀντὶ χάριτος» [4]. Δηλαδή, οἱ ἄνθρωποι ἔχουν πλέον τὴ δυνατότητα νὰ γεννηθοῦν ἐν Πνεύματι μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ ἀναγεννηθοῦν διὰ τῆς χάριτός Του.

Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐλπιδοφόρο μήνυμα τῆς ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος, [5] ὅπως τὸν ὀνομάζει ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος. Τοῦ Ἀμνοῦ, ποὺ ποιμαίνει τοὺς ποιμένας καὶ τοῦ Ποιμένος, ποὺ μέλλει νὰ συνάξει στὴ Βασιλεία Του ὅλους μαζί, ἀρνία καὶ ἐρίφια, λύκους καὶ πρόβατα.

Ἡ Γέννηση τοῦ μεγάλου Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος ἔγινε, σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, στὴ Βηθλεέμ, [6] τὴν πόλη τῶν κατὰ σάρκα προγόνων Του. Αὐτὴ ἦταν ἡ ἔνδοξη πόλη τοῦ Δαυίδ, τοῦ μεγάλου βασιλέως τοῦ Ἰσραήλ. Ἐφόσον ὁ Χριστὸς ἦταν σπέρμα Ἀβραὰμ καὶ ἀπόγονός τοῦ προφητάνακτος Δαυίδ, ἔπρεπε νὰ γεννηθεῖ στὴ Βηθλεέμ. Αὐτὸς ποὺ ἔμελλε νὰ εἶναι ὁ ἀληθινὸς Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων [7], ποὺ θὰ βασίλευε «ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν» ἔφθασε ἐκεῖ κατὰ τὴ σοφὴ πρόνοια τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ «δόγμα» [8] τοῦ Καίσαρος. Γεννήθηκε στὴ Βηθλεὲμ Αὐτὸς ποὺ ἔμελλε νὰ εἶναι ὁ Ἡγούμενος τοῦ Ἰσραὴλ [9]. Ἀλλὰ ποιὸς εἶναι ὁ Ἰσραήλ; Βεβαίως, ὑπάρχει, ὁ ἱστορικὸς λαὸς τοῦ Ἰσραήλ, ὑπάρχει ὅμως καὶ ὁ πνευματικὸς Ἰσραήλ. Κατὰ τὴν Ἐβραϊκὴ γλώσσα «Ἰσραὴλ» σημαίνει, «νοῦς ὁρῶν τὸν Θεόν». Οἱ Χριστιανοί, δηλαδή, ποὺ προσβλέπουν στὸν Ἀόρατο Θεὸ διὰ τῆς πίστεως, εἶναι τὸ «ἅγιο ἔθνος» [10], ὁ ἅγιος Ἰσραὴλ τοῦ Θεοῦ.

Μέγα καὶ παράδοξο θαῦμα, ὁ «Βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων» [11] ἦλθε στὴ Βηθλεὲμ καὶ δὲν εἶχε κατάλυμα ποὺ νὰ μείνει. Ὁ «Κύριος τῶν κυριευόντων» [12] ἦλθε στὴν προγονική Του πόλη ὡς πρόσφυγας. Οἱ πρόσφυγες μὲ τὴν οἰκτρὴ προσφυγιὰ τους ἔδωσαν πατριὰ σὲ Ἐκεῖνον ἀπὸ τὸν Ὁποῖον ὀνομάζεται «κάθε πατριὰ ἐν Οὐρανῶ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς», ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος στοὺς Ἐφεσίους [13].

Ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ τῆς ζωῆς τοῦ θείου Βρέφους διακρίνουμε τὸ ἄφατο μυστήριο τῆς κενώσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἀκατάληπτη καὶ ἀνεκδιήγητη ἡ μεγαλωσύνη Του, ἄπειρη καὶ ἀνεξιχνίαστη καὶ ἡ κατάβασή Του. Ἀδυνατοῦμε νὰ συλλάβουμε μὲ τὸ χοϊκὸ νοῦ μας τὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν ἰσχύουμε νὰ ἀντιληφθοῦμε τὴν ταπείνωση καὶ τὴν κατάβασή Του· διότι ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν, ὁ Κύριος τοῦ Ἰσραὴλ εἶναι Ἄπειρος στὴν πλούσια Θεότητά Του καὶ Τέλειος στὴν ἄμετρη κένωσή Του.

Τί συμπέρασμα, λοιπόν, μποροῦμε νὰ βγάλουμε γιὰ μᾶς ἀπὸ τὸν ἐμπερίστατο καὶ τελείως ἀφανῆ τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο γεννιέται ὁ Ἰησοῦς; Ὅσοι ἔχουν αὐτιὰ ποὺ ἀκοῦν [14], μάτια ποὺ βλέπουν [15] καὶ καρδιὲς ποὺ κατανοοῦν, ἀντιλαμβάνονται ὅτι ὅσο ζοῦμε σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο, κατέχοντες αὐτόν, ἀπολαμβάνοντας αὐτόν, ἱκανοποιημένοι καὶ κορεσμένοι ἀπὸ αὐτόν, τόσο ὁ Χριστὸς δὲν θὰ μπορεῖ νὰ μορφωθεῖ στὶς καρδιές μας. Ὁ μάταιος αὐτὸς κόσμος ἀγωνίζεται νὰ ἀφήσει στὴν ψυχή μας τὶς ἐντυπώσεις του, παλεύει νὰ αἰχμαλωτίσει τὸν νοῦ μας μὲ τὰ εἴδωλά του καὶ νὰ μᾶς κρατήσει κοντά του μὲ τὶς παρερχόμενες εἰκόνες, ποὺ προσπαθεῖ νὰ ἐντυπώσει ὅσο τὸ δυνατὸν βαθύτερα μέσα μας.

Ὁ κόσμος αὐτὸς ἐξάπτει τὶς ἐπιθυμίες τῶν παθῶν καὶ ὅταν αὐτὲς ἱκανοποιηθοῦν γεννοῦν ἄλλα μεγαλύτερα πάθη, δημιουργώντας στὴν καρδιὰ σύγχυση μεγάλη, τὴ Βαβυλώνα τῶν παθῶν. Ὁ Προφήτης ἔλεγε, «μακάριος ἐκεῖνος ποὺ θὰ πιάσει καὶ θὰ συντρίψει τὰ νήπια τῆς Βαβυλῶνος πάνω στὴν πέτρα [16]. Μακάριος, δηλαδή, εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ συντρίβει τὶς ἀπαρχὲς τῶν λογισμῶν καὶ τῶν παθῶν πάνω στὴν πέτρα τῆς πίστεως.

Βλέποντας τὸ θαῦμα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔγινε μὲ τὸν πιὸ ταπεινὸ καὶ ἐμπερίστατο τρόπο, δὲν μένει παρὰ νὰ γίνουμε καὶ ἐμεῖς ξένοι γιὰ τὸν κόσμο αὐτόν. Ἔτσι μᾶς διδάσκει ἄλλωστε καὶ ὁ στίχος τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου: «Ξένον τόκον ἰδόντες, ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες» [17]. Θὰ γίνουμε ξένοι στὴ ματαιότητα τοῦ πονηροῦ αὐτοῦ κόσμου, μόνο ὅταν μεταθέσουμε τὸν νοῦ μας στὸν οὐρανό, γιατί «τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» [18], ἐκεῖ ὅπου εἶναι ὁ Χριστός, ἐκεῖ ὅπου εἶναι κρυμμένη ἡ ζωή μας.

Ὁ μέγας Παῦλος λέει: «ἀδελφοί, ὅταν ὁ Χριστὸς φανερωθῆ, ἡ ζωὴ ἡμῶν, τότε καὶ ὑμεῖς σὺν Αὐτῷ φανερωθήσεσθαι ἐν δόξῃ» [19]. Μὲ ἄλλα λόγια, τώρα πρέπει νὰ κρύψουμε τὴ ζωὴ μας μέσα στὸν Χριστό. Μὲ τὸ σῶμα μας, δηλαδή, νὰ διάγουμε μέσα στὸν πρόσκαιρο αὐτὸν κόσμο, ἀλλὰ μὲ τὸν νοῦ μας νὰ μεταφέρουμε ὅλη μας τὴ ζωὴ στὸν Οὐρανό. Ὁ κόσμος αὐτὸς δὲν θὰ γίνει γιὰ ἐμᾶς ἡ «μένουσα πόλις», ἀλλὰ θὰ ζοῦμε ὡς περαστικοὶ σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο, μιμούμενοι τὴν Παναγία Μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν μνήστορα Ἰωσήφ, ποὺ ἦταν περαστικοὶ ἀπὸ τὴ Βηθλεέμ. Πρέπει νὰ εἴμαστε παρεπίδημοι σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἂν θέλουμε νὰ δώσουμε στὴν καρδιὰ μας τόπο στὸν Χριστὸ νὰ γεννηθεῖ. Πρέπει νὰ μὴν ἔχουμε ἐδῶ «μένουσαν πόλιν», ἀλλὰ νὰ ἀναζητοῦμε τὴν μέλλουσαν [20], ὅπως μᾶς συστήνει ὁ Ἀπόστολος στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή.

Ὁ Ἀβραὰμ ἔλαβε μεγάλη ἐπαγγελία καὶ ὑπόσχεση ἀπὸ τὸν Θεό, ὅτι ἀπὸ αὐτὸν θὰ εὐλογηθοῦν ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς. Ὁ Χριστὸς ἔφερε τὴν εὐλογία αὐτὴ σὲ ὅλα τὰ ἔθνη, «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» [21]. Ἡ μαθητεία καὶ ἡ ἀναγέννηση εἰς Χριστὸν δὲν εἶναι γέννηση φυσική, ἀλλὰ πνευματικὴ διὰ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι γέννηση ἐξ αἱμάτων οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκός, οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρός, ἀλλὰ γέννηση ἐκ Θεοῦ [22]. Ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴν ἐξουσία τῆς ἀναδημιουργίας καὶ τῆς ἀναγεννήσεως στὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν πίστη.

Ἂν ὁ Ἀβραὰμ δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὴν πατρίδα του μὲ πίστη, ἂν δὲν γινόταν πρόσφυγας καὶ δὲν ἐγκατέλειπε τοὺς συγγενεῖς του, δὲν θὰ λάμβανε τὴν ἔνδοξη διαθήκη, τὶς μεγάλες ἐπαγγελίες καὶ τὴν ἀπίστευτη κληρονομιά, ὅτι ἀπὸ τὸ σπέρμα του θὰ εὐλογηθοῦν ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς. Ὁ Ἀβραὰμ ἔκανε τὴν ἔξοδο αὐτὴ μὲ πίστη καὶ δικαιώθηκε, «πίστει παρώκησεν (Ἀβραὰμ) εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν» [24]. Μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ μετανάστευσε στὴ γῆ ποὺ τοῦ ἔδειξε ὁ Θεὸς καὶ ἐκεῖ ζοῦσε ὡς ξένος σὲ ξένο τόπο. Αὐτὸ φαίνεται, ἄλλωστε καὶ ἀπὸ τὶς σκηνὲς ποὺ εἶχε στήσει ἐκεῖ. Διαβάζουμε στὴ Γραφή, «ἐν σκηναῖς κατοικήσας, μετὰ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ τῶν συγκληρονόμων τῆς ἐπαγγελίας τῆς αὐτῆς, ἐξεδέχετο γὰρ τὴν τοὺς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεὸς» [24]. Δὲν εἶχε κτίσει παλάτια ὁ Ἀβραάμ, δὲν ἔκανε μόνιμο ἐνδιαίτημά του τὴν εὐλογημένη γῆ, ποὺ τοῦ ἔδειξε ὁ Θεός, ἀλλὰ προσδοκοῦσε μία ἄλλη πόλη, ποὺ εἶχε διαφορετικὰ θεμέλια καὶ ποὺ τεχνίτης καὶ δημιουργός της εἶναι ὁ Θεός.

Ἡ διορατικὴ Ρεβέκκα ἔδιωξε τὸν ἀθῶο γιό της, Ἰακώβ, σώζοντάς τον ἀπὸ τὸν μνησίκακο Ἠσαῦ [25]. Ἂν ὁ Ἰακὼβ δὲν ἔφευγε ἀπὸ ὑπακοὴ στὴ μητέρα του καὶ μὲ πίστη στὸν Θεό, δὲν θὰ ἐρχόταν στὸν φοβερὸ τόπο καὶ δὲν θὰ ὁραματιζόταν τὸ μελλοντικὸ γεγονὸς τῆς Ἐνσαρκώσεως τοῦ Χριστοῦ [26]. Ὁ Ἰακὼβ εἶδε τὴν ἐπουράνια κλίμακα ποὺ ἕνωνε τὴ γῆ μὲ τὸν οὐρανό, δηλαδὴ γνώρισε προφητικὰ τὸ μυστήριο τῆς Θεοτόκου, τῆς Πύλης τοῦ οὐρανοῦ. Ἡ Ἁγία Παρθένος ἔγινε ἡ γέφυρα ἡ μετάγουσα τὸν Θεὸ ἀπὸ τὸν Οὐρανὸ στὴ γῆ καὶ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ γῆ στὸν Οὐρανὸ [27].

Ἐπίσης, ἐὰν ὁ Ἰσραὴλ δὲν ἀποφάσιζε νὰ πάσχει καὶ νὰ κακοπαθεῖ σαράντα χρόνια μὲ πίστη μέσα στὴν ἔρημο, δεχόμενος τὸ ἄγνωστο τῆς ὁδοῦ τοῦ Γιαχβέ, ὁ Κύριος τῶν Δυνάμεων δὲν θὰ ἐρχόταν μὲ ὅλες τὶς ἀγγελικὲς δυνάμεις Του νὰ οἰκοδομήσει τὸ σκήνωμά Του ἀνάμεσα στὸν περιούσιο λαό Του καὶ νὰ ἔχει «τοὺς ὀφθαλμοὺς Του ἠνεωγμένους» στὸν ναὸ τοῦ Σολομῶντος.

Ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραὴλ ἔλαβε τὶς μεγαλύτερες ἀποκαλύψεις στὴν ἔρημο, ἐκεῖ ὅπου δὲν εἶχε «μένουσαν πόλιν», ἀλλὰ μὲ πόνο ἀναζητοῦσε τὸν προορισμὸ ποὺ τοῦ εἶχε ὑποσχεθεῖ ὁ Θεός. Κατ’ ἀνάλογο τρόπο οἱ μεγαλύτερες ἀποκαλύψεις δίνονται στὸν νέο Ἰσραὴλ στὴ νοητὴ ἔρημο, ἐκεῖ ὅπου ὁ ἄνθρωπος δὲν προσκολλᾶται σὲ τίποτα μάταιο καὶ παροδικό, ἀλλὰ κολλάει μὲ τὸ πνεῦμα του στὸν ἄυλο καὶ ἄναρχο Θεό, στὸν Ὁποῖο καὶ μόνο προσβλέπει.

Ἡ λέξη Βηθλεὲμ ἔχει δύο ἑρμηνεῖες, σημαίνει οἶκος Θεοῦ καὶ οἶκος ἄρτου. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶναι καὶ τὰ δύο· εἶναι ὁ Παντοκράτωρ Θεὸς καὶ «ὁ ἄρτος τοῦ Θεοῦ ὁ καταβαίνων ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ζωὴν διδοὺς τῷ κόσμω» [28]. Ὁ Ἄρτος αὐτός, δίδεται μόνο σὲ ὅσους εἶναι ἀπερριμμένοι σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο. Ὁ Θεός, λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, διάλεξε τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου τούτου, τὰ ταπεινά, τὰ ἐξουθενημένα [29], τὰ «περικαθάρματα» [30] καὶ αὐτὰ εὐλόγησε καὶ σκέπασε μὲ τὴ χάρη Του, γιὰ νὰ δοξάζεται ἀκόμη περισσότερο. Ὁ Χριστὸς μὲ τὴν Ἐνανθρώπησή Του ἔκανε καὶ πάλι βασιλιὰ τὸν ταλαίπωρο καὶ ἐξουθενημένο ἄνθρωπο καὶ θέλει νὰ γνωρίζουμε ὅτι ὅλο μας τὸ εἶναι τὸ ἔχουμε δανεικὸ ἀπὸ Αὐτόν. Ὅλα ὅσα ἔχουμε εἶναι δῶρα τῆς ἀγαθότητάς Του καὶ ὀφείλουμε βαθειὰ εὐγνωμοσύνη.

Μόνο ὅσοι γίνονται θεληματικὰ ἀπερριμμένοι καὶ πτωχοὶ σὲ αὐτὴ τὴ γῆ, μιμούμενοι Ἐκεῖνον ποὺ «δι’ ὑμᾶς ἐπτώχευσε πλούσιος ὧν» [31] θὰ εὐλογηθοῦν ἀπὸ τὸν Κύριο. Δηλαδή, ὅσοι ἄνθρωποι πτωχεύουν, προπαντὸς τῷ πνεύματι, γιὰ τὸν Χριστὸ μὲ νήψη καὶ προσοχή.

Στὸ βιβλίο τῶν Παροιμιῶν γράφει: «πάσῃ φυλακῇ τήρει σὴν καρδίαν ἐκ γὰρ τούτων ἔξοδοι ζωῆς» [32]. Δηλαδή, ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος προκύπτει ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς τῆς καρδιᾶς μας. Οἱ βίοι τῶν Ἁγίων μας μιλοῦν γιὰ τὴν τήρηση τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ νοῦ, διότι ἀπὸ τὴν καρδιὰ ἀναβλύζουν οἱ ἔξοδοι τῆς ζωῆς. Ἂν ἐξέρχονται ἀπὸ αὐτὴ λογισμοὶ πονηροὶ καὶ κακοί, τότε παραδιδόμαστε στὸν θάνατο, «τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος» [33]. Ἄν, ὅμως, καθαρίζουμε τὴν καρδιά μας καὶ καλλιεργοῦμε ἀγαθὲς διαθέσεις, τότε εἴμαστε στὶς «ὁδοὺς τῆς ζωῆς» [34].

Ὁ Κύριος κατὰ τὴ Γέννησή Του ἔκρυψε τὴν ἄπειρη αἰωνιότητά Του, τὴν ἀστραπὴ τῆς Θεότητάς Του, καὶ δέχθηκε νὰ λάβει τὸ ὄνομα τοῦ «υἱοῦ τοῦ τέκτονος» [35], τοῦ υἱοῦ τοῦ μαραγκοῦ, ὅπως Τὸν ὀνόμαζαν οἱ Ἰουδαῖοι. Ὄντας Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων ἔκρυψε τὸ μεγαλεῖο Του κάνοντας θρόνο Του τὴ φάτνη, σκεύη τὰ ἄχυρα καὶ πρώτους ὑπηρέτες τῆς Βασιλείας Του τοὺς ἀγράμματους ποιμένες. Αὐτοὶ πρῶτοι εἶδαν καὶ ἄκουσαν τὴ δόξα τοῦ Κυρίου. Ἔγιναν μάρτυρες τοῦ φοβεροῦ αὐτοῦ γεγονότος. Ὁ Ἄπειρος, «ὁ Παλαιὸς τῶν ἡμερῶν» ἔγινε Νήπιο, καὶ ἔκρυψε μέσα στὴν ἀδυναμία τῆς νηπιότητός Του τὴ θεϊκῆ σοφία καὶ παντοδυναμία Του. Ὅσο καὶ ἂν προσπαθήσουμε ὁ νοῦς μας ἀδυνατεῖ νὰ συλλάβει τὸ παράδοξο αὐτὸ μυστήριο.

Ὁ Κύριος κάλυψε τὴν τέλεια Θεότητά Του μὲ τὴν ἀσθένεια τῆς νηπιότητας, δείχνοντάς μας ὅτι ἡ νηπιότητα εἶναι ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴ μακαριότητα τῆς Θείας δυνάμεως, στὸν πλοῦτο τῆς Βασιλείας Του. Ἀλλὰ ποιοῦ εἴδους νηπιότητα; Αὐτὴ ποὺ μᾶς διδάσκει ὁ Ἀπόστολος, «ἀδελφοί, μὴ παιδία γίνεσθε ταῖς φρεσίν, ἀλλὰ τῇ κακίᾳ νηπιάζετε» [36], νὰ εἴμαστε ἄκακοι σὰν τὰ νήπια. Ἡ ὑψηλότερη σοφία εἶναι νὰ ἀρνηθεῖ κάποιος τὴ δική του σύνεση γιὰ χάρη τοῦ Ἰησοῦ, νὰ γίνει μωρὸς γιὰ τὸν Θεὸ μὲ τὴν πίστη. Τότε θὰ δεῖ νὰ μεταμορφώνεται ἡ μωρία τοῦ Θεοῦ σὲ «Θεοῦ δύναμη καὶ Θεοῦ σοφία» [37].

Ὅταν σταυρώνουμε τὸν νοῦ μας χάρη τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, γινόμαστε νήπιοι, «μωροὶ διὰ Χριστὸν» [38] καὶ ἀξιωνόμαστε νὰ δεχθοῦμε τὸν Κύριο στὴν καρδιά μας, ὅπως ἡ Θεοτόκος δέχθηκε τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Ὅσο πιὸ πολὺ κατεβοῦμε μὲ τὴν ταπείνωση – ἂν δὲν φοβηθοῦμε, βέβαια, νὰ κατεβοῦμε – τόσο πιὸ πολὺ θὰ ὑψωθοῦμε ἀπὸ τὸν Θεό.

Ἡ ἄσπιλη Μητέρα τοῦ θαυμαστοῦ Νηπίου, λέει ὅτι ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο ἐπέβλεψε ὁ Θεὸς ἐπ’ αὐτὴν καὶ τὴν «ἐμεγάλυνε», ἦταν ἡ ταπείνωσή της. «Ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ» [39] καὶ «ἐποίησε μεγαλεία εἰς αὐτὴν ὁ Δυνατὸς» [40].

Ὅταν ἡ Μαριὰμ ζοῦσε στὸν Ναό, στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων καὶ μελετοῦσε τὶς Γραφές, ἔφθασε στὸ χωρίο τοῦ προφήτη Ἠσαΐα, «ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ ἔξει, καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουὴλ» [41]. Ὁ νοῦς της στάθηκε στὸ νόημα αὐτὸ καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ προσευχόταν μὲ ζέση νὰ ἀξιωθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ γίνει ἡ ὑπηρέτρια τῆς γυναίκας ποὺ θὰ ἔφερνε στὸν κόσμο τὸν Ἐμμανουήλ. Προσευχόμενη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἔλαβε τὴν ἀπάντηση μὲ τὸν λόγο τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, «Χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετὰ Σοῦ» [42]. «Εὗρες Χάριν παρὰ Κυρίου». Ἀξιοθαύμαστο καὶ ἀκατανόητο πράγμα! Μὲ τὴν ἄκρα ταπείνωση τοῦ πνεύματός της ἡ νεαρὴ κόρη μπόρεσε νὰ γίνει ὁ μεγαλύτερος διάκονος τοῦ μυστηρίου τῆς Σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων.

Ἴδιον τοῦ Θεοῦ εἶναι νὰ δημιουργεῖ ἐκ τοῦ μηδενός. Γιὰ νὰ κτίσει τὸν ναὸ Τοῦ [43] μέσα μας χρειάζεται δύο θεμελίους, τὴν ταπείνωση καὶ τὴν αὐταπάρνηση. Ὅσο πιὸ βαθεῖς εἶναι οἱ δύο αὐτοὶ λίθοι, τόσο πιὸ ὑψηλὸς καὶ μεγαλοπρεπὴς γίνεται ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Ὅταν ἀναγνωρίζουμε καὶ ὁμολογοῦμε τὴ μηδαμινότητά μας, τότε γινόμαστε γνωστοὶ στὸν Θεὸ καὶ ὑλικὸ κατάλληλο γιὰ ἀναδημιουργία, «ἀποθησαυρίζοντες θεμέλιον καλὸν εἰς τὸ μέλλον» [45].

Ἀκόμη ἕνα χαρακτηριστικό τῆς Γεννήσεως τοῦ Ἰησοῦ εἶναι ἡ ἁγνεία τῆς Ἄχραντης Μητέρας Του. Ἡ καθαρότητα τῆς Θεοτόκου δὲν εἶχε φθαρεῖ ποτέ, οὔτε μὲ νεῦμα οὔτε μὲ λογισμό. Ἡ Μαρία εἶχε ὡς μνήστορα, τὸν δίκαιο Ἰωσὴφ [46]. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς ἐξηγεῖ ὅτι, «δικαίῳ νόμος οὐ κεῖται» [47]. Σύμφωνα, δηλαδή, μὲ τὴ γλώσσα τῆς Γραφῆς, «δίκαιος», εἶναι ὁ θεωμένος, αὐτὸς ποὺ βρίσκεται πάνω ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς νόμους καὶ ζεῖ πέρα ἀπὸ κάθε σαρκικὴ σκέψη. Ἀρκεῖ, λοιπόν, ὁ χαρακτηρισμὸς «δίκαιος», γιὰ νὰ ἐγγυηθεῖ τὴν ἁγιότητα τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τὴν ἀειπαρθενία τῆς Παναχράντου.

Ὁ Θεὸς οἰκονόμησε ἡ Παναγία νὰ ἔχει ὡς μνήστορα τὸν δίκαιο Ἰωσήφ, γιὰ νὰ εἶναι ὁ μάρτυρας τῆς ἁγνείας της, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ὁ προστάτης της. Διότι κατὰ τὸν Μωσαϊκὸ νόμο, ἂν μία ἀνύπαντρη κόρη ἔφερνε στὸν κόσμο παιδί, ἔπρεπε νὰ πεθάνει διὰ λιθοβολισμοῦ. Ἔτσι ὁ Θεὸς προνόησε μὲ τὴ μνηστεία νὰ προστατευθεῖ ἡ Παναγία καὶ ὁ δίκαιος μνήστωρ Ἰωσὴφ νὰ μαρτυρεῖ τὴν ἀλήθεια τῆς ἁγνείας της. Οἱ Πατέρες διδάσκουν, ἐπιπλέον, ὅτι ὁ Θεὸς ἐπέλεξε αὐτὴ τὴν ὁδό, γιὰ νὰ ἐπιδείξει ὅτι ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ δὲν ἦταν πρὸς κατάκριση ἡ πρὸς περιφρόνηση τοῦ εὐλογημένου γάμου, ἀλλὰ ἀντίθετα γιὰ τὴν ἐξύψωσή του.

Ἂς μελετήσουμε τὴν ἁγνεία τῆς Παναγίας, τῆς ὁποίας τὸ κάλλος εἶδε ὁ Βασιλιὰς καὶ ἐπεθύμησε [48]. Ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ζηλωτὴς [49]. Δὲν θέλει μόνο ἕνα μέρος τῆς καρδιᾶς, ἀλλὰ τὴ ζητᾶ ὁλόκληρη. Δὲν ἀρέσκεται νὰ μοιράζεται ἡ ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου, διότι ὁ Ἴδιος δίδει τὰ πάντα στὸν ἄνθρωπο: «πάντα τὰ Ἐμὰ σά ἐστιν» [50]. Ὁ Θεὸς δίδει ὅλον τὸν Ἑαυτό Του σέ μᾶς καὶ ἀναμένει ὅλη τὴν καρδιά μας. «Υἱέ Μου», λέει, «δός Μοι, σὴν καρδίαν»[51].

Ἡ ὡραιότητα τῆς Παρθενίας τῆς Θεομήτορος εἶναι ἀνυπέρβλητη. «Ἡ Θεοτόκος ποτὲ δὲν ἁμάρτησε οὔτε κἄν μὲ τὴν σκέψη», μᾶς διδάσκει ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς [52]. Κάθε ἀπομάκρυνση, ἀκόμη καὶ τοῦ λογισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἀπὸ τὸν Θεὸ θεωρεῖται ὡς πνευματικὴ μοιχεία, ὡς ἀπιστία καὶ πτώση. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ὁ Θεὸς ἐντέλλεται τό, «οὐ μοιχεύσεις». Ἡ ἐντολὴ αὐτὴ δὲν εἶναι ἐπὶ ἠθικοῦ ἐπιπέδου, ἀλλὰ ἐπὶ πνευματικοῦ. Ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲν πρέπει νὰ χωρισθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ οὔτε μὲ ἕνα μάταιο λογισμό.

Αὐτὸ ἐργάσθηκαν στὴ ζωὴ τοὺς οἱ Ἅγιοι μὲ τὴν καλλιέργεια τῆς ἀδιάλειπτης νοερᾶς προσευχῆς. Μὲ τὴν εὐχὴ βρῆκαν τὸν πρακτικὸ τρόπο νὰ ζοῦν συνέχεια στὴ ζωντανὴ Παρουσία τοῦ Θεοῦ μὲ ὅλο τους τὸ εἶναι καὶ νὰ παραμένουν ἀχώριστοι ἀπὸ Αὐτόν.

Μὲ τὴ συνεχῆ καὶ τὴ διηνεκῆ στροφὴ πρὸς τὸν Οὐρανὸ ἡ καρδιὰ καθαρίζεται καὶ βλέπει τὸν Θεό. «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» [53]. Ἀλλὰ ποῦ βλέπουν τὸν Θεό; Ὄχι στὶς εἰκόνες, οὔτε στὴ φύση καὶ στὶς ἀστραπές, ὄχι στὰ σημεῖα καὶ τέρατα τῶν καιρῶν, ἀλλὰ κυρίως καὶ ἐναργῶς μέσα στὴν καρδιά τους. Ὅσο πιὸ διάφανη θὰ γίνεται ἡ καρδιά, τόσο πιὸ εὐδιάκριτη θὰ γίνεται ἡ μορφὴ τῆς εἰκόνας τοῦ Ἰησοῦ μέσα της. Διότι, ὅπως τὸ καθαρὸ νερὸ καὶ τὸ λαμπρὸ κρύσταλλο ἀντανακλοῦν τὸν ἥλιο, ὅμοια καὶ ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ὡς καθαρὸς καθρέφτης ἀντανακλᾶ τὴν δόξα τοῦ μεγάλου Βασιλέως, τὴ μορφὴ τοῦ Χριστοῦ.

Ὅσοι ἀπὸ ἐμᾶς θέλουμε νὰ ἀναγεννηθοῦμε μὲ τὴν χάρη τοῦ ἐν Σαρκὶ τεχθέντος Χριστοῦ, πρέπει νὰ ἀσκηθοῦμε στὴν πνευματικὴ παρθενία, δηλαδὴ τὴν ἀδιάλειπτη διαμονὴ τοῦ νοῦ στὸν Θεὸ μὲ τὴ νήψη καὶ τὴν τήρηση τῆς καρδιᾶς. Πρέπει νὰ παραδώσουμε ὅλη τὴν καρδιὰ γιὰ νὰ σκηνώσει ἐκεῖ ὁ Ἀχώρητος, ἂν καὶ ὁ Θεὸς εἶναι πάντοτε «μείζων τῆς καρδίας ἡμῶν» [54].

Ὅσοι θέλουμε νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Χριστό, πρέπει, «πάςῃ φυλακῇ», μὲ κάθε τρόπο, προσοχὴ καὶ σπουδὴ νὰ φυλάγουμε τὴν καρδιά μας, διότι, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, ἀπὸ αὐτὴ εἶναι οἱ ἔξοδοι τῆς ζωῆς, ἀλλὰ καὶ τοῦ θανάτου [55]. Ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας, ἑνώνεται μὲ ἐκείνους ποὺ εἶναι ἄμωμοι καὶ καθαροὶ καὶ εἶναι ξένος γιὰ ὅσους ὑπνώττουν ἀπὸ ἀκηδία ἐνώπιόν τοῦ Νυμφώνα Του [57]. Ὁ Θεὸς ἔκανε τρανὸ πανηγύρι, ἑτοίμασε πλούσιο δεῖπνο καὶ μᾶς καλεῖ. Ἐμεῖς δὲν πρέπει νὰ ραθυμοῦμε σκοτισμένοι μὲ τὶς μέριμνες τοῦ κόσμου, ἀλλὰ μὲ ἀναμμένες «λαμπάδες» [57] νὰ ἀνταποκριθοῦμε στὸ κάλεσμα, εἰδάλλως κινδυνεύουμε ὁ ὕπνος μας νὰ εἶναι «εἰς θάνατον» [58]. Ὅταν ἡ ψυχὴ εἶναι ἁγνὴ καὶ στραμμένη στὸν Θεό, τότε συλλαμβάνει τὴν πνευματικὴ ζωή, ποὺ εἶναι ἡ μακαριότητα τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ.

Ὡστόσο, ἂς μὴν μᾶς καταλάβει φόβος, ἐπειδὴ δὲν ἔχουμε τὴν ξενιτεία, τὴ νηπιότητα, τὴν ἄκρα ταπείνωση καὶ τὴν πνευματικὴ παρθενία, ποὺ χαρακτηρίζουν τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν Παναγία Μητέρα Του. Ἂς μὴν σκοτίσει τὸν νοῦ μας ἡ ἀπελπισία, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἂς ἀναλογιστοῦμε τὸν ὕμνο τῶν Ἀγγέλων κατὰ τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου, «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» [59]. Οἱ Ἄγγελοι ἔψαλλαν τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔφερε στὸ εἶναι τὰ σύμπαντα, καὶ τὸν ἴδιο ὕμνο ψάλλουν κάθε φορά ποὺ ἐμεῖς μετανοοῦμε. Χαρὰ μεγάλη γίνεται στὸν οὐρανό, ὅταν ἐπιστρέφουμε ὡς ὁ ἄσωτος υἱὸς στὸν Πατέρα. Τότε οἱ Ἄγγελοι αἰνοῦν καὶ πάλι τὴ δόξα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔφερε σὲ πέρας τὸ ἔργο τῆς ἐπιστροφῆς καὶ τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ψάλλουν τὴν εἰρήνη ποὺ ἔγινε μεταξύ του Δημιουργοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου. «Εὐαγγελίζονται χαρὰ μεγάλη» [60] ὅτι ἡ κάθε μέρα εἶναι ἀρχὴ μετανοίας γιὰ ὅσους κατέχουν σταθερὴ τὴν ἐλπίδα ὅτι, «χαρά ἔσται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπὶ ἐνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι» [61]. Ὁ Ἰησοῦς ἦταν πρὶν ἡ «προσδοκία τῶν ἐθνῶν» [62], τώρα εἶναι ἡ μόνη ἐλπίδα τους. Στὸν Θεὸ τῶν μετανοούντων «ἔθνη ἐλπιοῦσιν» [63]. «Πλῆθος στρατιᾶς οὐρανίου» [64] δοξολογεῖ ἀενάως τὴ Σαρκωμένη Ἀγάπη, ποὺ δέχεται τὴ μετάνοιά μας κάθε στιγμή.

Ὅπως οἱ Ποιμένες, οἱ ἀσήμαντοι αὐτοὶ ἄνθρωποι ἔσπευσαν νὰ προσκυνήσουν τὸν Χριστὸ καὶ ἑνώθηκαν στὸν αἶνο τῆς Γεννήσεώς Του, ἂς γίνει καὶ μὲ ὅλους ἐμᾶς ποὺ ποθοῦμε τὴν ἀναγέννησή μας «ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος» [65]. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ εἶναι ὁ σύνδεσμος, ποὺ θὰ μᾶς ἑνώνει σὲ ἕνα Σῶμα, τὴν Ἀμίαντη Ἐκκλησία καὶ θὰ μᾶς δίνει ζωὴ κοινή, ὅπου ὁ ἕνας θὰ τιμᾶ, θὰ βοηθᾶ, θὰ παρηγορεῖ καὶ θὰ στηρίζει τὸν ἄλλο. Τότε ὅλοι ὡς ἅγια «μέλη ἀλλήλων» [66] θὰ διηγούμαστε τὰ θαυμάσια καὶ τὴ δόξα Θεοῦ, ὅπως οἱ Ἄγγελοι τὴν ὥρα τῆς Γεννήσεως.

Ὅπως οἱ Μάγοι, οἱ σοφοὶ βασιλεῖς τῆς Ἀνατολῆς, ἔφεραν στὸν Ἰησοῦ δῶρα, χρυσό, λίβανο καὶ σμύρνα [67], ἂς φέρουμε καὶ ἐμεῖς ὡς δῶρο τὴν ἀνακαίνιση τοῦ βασιλικοῦ ἀξιώματος, ποὺ μᾶς χάρισε ὁ Χριστὸς μὲ τὸ τίμιο Αἷμα Του, καθιστώντας μας βασιλεῖς καὶ ἱερεῖς στὸν Θεὸ καὶ Πατέρα. Εἴμαστε βασιλεῖς, ὅταν μέσα μας βασιλεύει μόνο ὁ Χριστός. Δηλαδή, ὅταν εἴμαστε ἐλεύθεροι ἀπὸ ὁτιδήποτε ἀλλότριό τοῦ Πνεύματός Του. Τότε μετέχουμε στὸ βασιλικὸ ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ [68] καὶ «θάνατος ἡμῶν οὐκέτι κυριεύει» [69], ἀλλὰ πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου, ἱερατεύουμε βασιλικὰ [70] τὴν προσωπικὴ σωτηρία μας καὶ αὐτὴ ὅλου του κόσμου.

Ἂς μὴν ἀμελήσουμε «τηλικαύτης σωτηρίας» [71] , ἀλλὰ ἀπεναντίας, μὲ περισσὴ ἔμπνευση καὶ πόθο, ἂς πορευθοῦμε γιὰ τὴ συνάντησή μας μὲ τὸ Θεῖο Βρέφος. Τὸν καιρὸ τῆς Γεννήσεως τοῦ Ἰησοῦ ὁ Ἡρώδης ἐμαίνετο καὶ ἡ Ἱερουσαλὴμ ἀναστατώθηκε. Ἔτσι καὶ τώρα οἱ ἄρχοντες τοῦ κόσμου τούτου συγκρούονται καὶ τὰ ἔθνη μάχονται. Ἐμᾶς, ὅμως, ὁ Κύριός μας ἔχει κρύψει ἐν τόπῳ ἀποκρύφῳ τοῦ σκηνώματός Του. «Ἐσκέπασέ με ἐν ἀποκρύφῳ τῆς σκηνῆς Αὐτοῦ» [72], λέει ὁ Δαυΐδ. Ἡ ὕπαρξή μας «κέκρυπται σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ» [73], εἶναι κεκρυμμένη καὶ ἀποταμιευμένη στὸν Οὐρανό, γιατί ὅπου εἶναι ὁ Χριστὸς ἐκεῖ εἶναι καὶ ἡ ζωή μας.

Κατανοώντας, ἀδελφοί μου, μὲ εὐγνωμοσύνη τὴ θαυμαστὴ οἰκονομία τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ στὸ διάβα τῆς τραγικῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, καθὼς «πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως» [74] προσπαθεῖ νὰ ἐπαναφέρει τὸν ἄνθρωπο στὸ πρωτοκτιστὸ κάλλος του, ἂς εὐπρεπίσουμε τὸν ἑαυτὸ μας αὐτὰ τὰ Χριστούγεννα νὰ δοξάσουμε πραγματικὰ καὶ ἀληθινὰ τὸν Θεό, «ἐν τῷ σώματι καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν» [75] μὲ τὸν ἁγιασμό μας.

Ἂς δημιουργήσουμε πάνω στὴν ταλαίπωρη αὐτὴ γῆ ἕνα μικρὸ λῆμμα, τοὺς ἀπογόνους του Ἰησοῦ, τὰ τέκνα τοῦ Νέου Ἀδάμ, ποὺ θὰ μαρτυροῦν μὲ τὴ ζωή τους ὅτι «ἐτέχθη ὑμῖν Σωτήρ, Ὃς ἐστιν Χριστὸς Κύριος» [76], ὁ Ὁποῖος καὶ πάλι ἔρχεται «κρῖναι τὴν Οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ» [77].


 


Παραπομπές:


  1. Πρβλ. Ἰωάν. 3,16.
  2. Πρβλ. Τίτ. 3,5.
  3. 3. Α΄Τιμ. 3,16.
  4. Ἰωάν. 1,16.
  5. Βλ. Ἀκάθιστος Ὕμνος εἰς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον, οἶκος 7ος.
  6. Βλ. Ματθ. 2,1.
  7. Α΄Τιμ. 6,15.
  8. Λουκ. 2,1.
  9. Ματθ. 2,6.
  10. Βλ. Θεία Λειτουργία, Μεγάλου Βασιλείου, Εὐχὲς Ἁγίας Ἀναφορᾶς.
  11. Ματθ. 2,2.
  12. Α΄Τιμ. 6,15.
  13. Ἐφεσ. 3,15.
  14. Ματθ. 11,15· Μάρκ. 4,9 καὶ Λούκ. 8,8.
  15. Πρβλ. Ψαλμ. 113,13.
  16. Ψαλμ. 136,9.
  17. Ἀκάθιστος Ὕμνος εἰς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον, οἶκος 14ος.
  18. Φιλιπ. 3,20.
  19. Κολ. 3,4.
  20. Ἑβρ. 13,14.
  21. Ματθ. 28,19.
  22. Βλ. Ἰωάν. 1,13
  23. Ἑβρ. 11,9.
  24. Ἑβρ. 11,9-10.
  25. Βλ. Γέν. 27.
  26. Βλ. Γέν. κέφ. 28, 10-22.
  27. Ἀκάθιστος Ὕμνος εἰς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον, οἶκος 3ος.
  28. Ἰωάν. 6,33.
  29. Πρβλ. Α΄ Κορ. 1,27-28.
  30. Α΄ Κορ.. 4,13.
  31. Β΄ Κορ. 8,9.
  32. Παροιμ. 4,23.
  33. Ρωμ. 6,23.
  34. Βλ. Ψαλμ. 15,11.
  35. Ματθ. 13,55.
  36. Ἅ? Κόρ. 14,20.
  37. Βλ. Ἃ’ Κόρ. 1,24.
  38. Α΄ Κόρ. 4,10.
  39. Λουκ. 1,48.
  40. Πρβλ. Λουκ. 1,49.
  41. Ἤσ. 7,14.
  42. Πρβλ. Λουκ. 1,28.
  43. Πρβλ. Α΄ Κορ. 3,16.
  44. Βλ. Α΄ Κορ. 8,2-3.
  45. Α΄’ Τιμ. 6,19.
  46. Ματθ. 1,19.
  47. Α΄ Τιμ. 1,9.
  48. Ψαλμ. 44,12.
  49. Ἐξ. 20,5· 32,14.
  50. Λουκ. 15,31.
  51. Παρ. 23,26.
  52. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Ἔσσεξ, Ἀγγλίας, 14 2011, σ. 471.
  53. Ματθ. 5,8.
  54. Α΄ Ἰωάν. 3,20.
  55. Βλ. Παρ. 4,23.
  56. Ματθ. 25,12.
  57. Ματθ. 25,8.
  58. Ψαλμ. 12,4.
  59. Λουκ. 2,14.
  60. Βλ. Λουκ. 2,10.
  61. Λουκ. 15,7.
  62. Βλ. Γέν. 49,10.
  63. Ρωμ. 15,12.
  64. Λουκ. 2,13.
  65. Ἰωάν. 3,5.
  66. Ρωμ. 12,5.
  67. Ματθ. 2,11.
  68. Πρβλ. Ρωμ. 6,9.
  69. Βλ. Ρωμ. 6,9.
  70. Α΄Πέτρ. 2,9.
  71. Βλ. Ἑβρ. 2,3.
  72. Ψαλμ. 26,5.
  73. Κολ. 3,3.
  74. Ἑβρ. 1,1.
  75. Πρβλ. Α΄ Κορ. 16,19-20 («οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν ἁγίου πνεύματος ἐστιν οὐ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν; ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν»).
  76. Λουκ. 2,11
  77. Πράξ. 17,31.