Σεπτέμβριος 2021
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930  

Ἡ διακονία τοῦ Λόγου τοῦ Γέρ. Σωφρονίου Ἕνας ἀγώνας θεογνωσίας

Ἱερομ. Νικολάου Σαχάρωφ

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἔλεγε: «λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πᾶν ῥῆμα ἀργὸν ὃ λαλήσουσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσιν περὶ αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως» (Ματθ. 12, 36). Καὶ Αὐτὸς ἔδωσε «ὑπόδειγμα» σέ μᾶς. Ὅπως γράφει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος «Οὐδέποτε ὁ Κύριος πρόφερε μάταιους λόγους». Δὲν εἶπε τίποτα ἀπὸ τὸ μυαλό Του: «τὰ ῥήματα ἃ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ἀπ’ ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ (Ἰωάν. 14, 10),ἀλλὰ μόνο «πάντα ἃ ἤκουσα παρὰ τοῦ Πατρός μου».

Κάποτε στὸν Ἄθωνα ἔγινε διάλογος γιὰ τὸ πῶς μιλοῦν οἱ τέλειοι. Ὁ Γέροντας Σιλουανὸς εἶπε: Αὐτοὶ «δὲν λένε τίποτε ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Λένε μόνο ὅ,τι τοὺς δίνει τὸ Πνεῦμα».

Ἔτσι ὁ πατὴρ Σωφρόνιος ἤτανε ἕνας ἀληθινὸς «ὑπηρέτης τοῦ Λόγου». Διατύπωνε μὲ ἱερὸ φόβο τὸν κάθε λόγο του, εἴτε αὐτὸς ἦταν προφορικός, εἴτε γραπτός. Ἐνίωσε ὁ Γέροντας αὐτὴ τὴν εὐθύνη ἀκόμη βαθύτερα, ὅταν ἔγινε πνευματικὸς στὸν Ἄθω, στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παύλου τὸ 1942. Τότε ἄρχιζε ἡ διακονία του στὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ. «Στὸν πνευματικὸ ἁρμόζει –γράφει ὁ Γέροντας– νὰ αἰσθάνεται τὸν ρυθμὸ τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου ὅλων καὶ καθ’ ἑνὸς ξεχωριστὰ ἐκείνων ποὺ ἀπευθύνονται σὲ αὐτόν. Γι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸ προσεύχεται νὰ τὸν χειραγωγεῖ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τοῦ δίνει τὸν κατάλληλο λόγο γιὰ τὸν καθένα».

Ὁ Γέροντας θυμόταν ἀργότερα: «Εἶχα συνείδηση ὅτι βρισκόμουνα μακριὰ ἀπὸ τὴν ὀφειλόμενη τελειότητα. Παρατεταμένα καὶ μὲ πόνο στὴν καρδιά μου, προσευχόμουνα στὸν Κύριο νὰ μὴν ἐπιτρέψει νὰ σφάλω, ἀλλὰ νὰ μὲ τηρεῖ στὶς ὁδοὺς τοῦ ἀληθινοῦ Του θελήματος καὶ νὰ μὲ ἐμπνέει νὰ προφέρω λόγους ὠφέλιμους γιὰ τοὺς ἀδελφούς μου. Ἀκόμα καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς συνομιλίας μου μὲ τοὺς ἀνθρώπους προσπαθοῦσα νὰ κρατῶ τὴν “ἀκοὴ” τοῦ νοῦ μου στὴν καρδιά, γιὰ νὰ συλλάβω τὸ Θεῖο νεῦμα, πολλὲς φορὲς ἀκόμα καὶ τοὺς λόγους ποὺ ἔπρεπε νὰ πῶ».

Οἱ Μοναχοί του Ἁγίου Ὅρους ἀγαποῦσαν τὸν λόγο του καὶ προσέτρεχαν σ’ αὐτὸν ἀπὸ πολλὲς Μονὲς γιὰ πνευματικὴ συμβουλὴ καὶ στήριξη. Κάποια φορά εἶπε: «Ἂν ὁ ἄνθρωπος περπάτησε ὀκτὼ ὧρες γιὰ νὰ ἀκούσει λόγο, πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ φερθεῖ κάποιος μαζί του ἀδιάφορα;». Στὸν καθένα ποὺ ἐρχόταν κοντά του, φερόταν μὲ ἀπόλυτη προσοχὴ καὶ φροντίδα, ἐνῶ ἐκεῖνοι τοῦ ἀνταπέδιδαν βαθειὰ εὐγνωμοσύνη γι’ αὐτό. Συχνὰ σὲ πολυπληθεῖς ἀδελφότητες Ἀθωνικῶν Μοναστηριῶν ἡ πρωταρχικὴ φροντίδα τῆς μοναστικῆς διοίκησης ἦταν ἡ πρακτικὴ ὀργάνωση τῆς ζωῆς. Γιὰ τοὺς πνευματικοὺς καθοδηγητὲς ἦταν κάποιες φορὲς δύσκολο νὰ προσέξουν ὅσο ἔπρεπε τὸν καθένα. Ἡ «οἰκοδομή» τῆς ἀδελφότητας μὲ λόγο Θεοῦ περιοριζόταν συχνὰ στὰ ἀναγνώσματα τῆς τράπεζας, στὴν ἐξομολόγηση καὶ τὶς Ἀκολουθίες. Σπάνια γίνονταν συνομιλίες γιὰ πνευματικὰ θέματα μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν, καὶ αὐτὸ περιοριζόταν σὲ πολὺ λίγους. Γι’ αὐτὸ ὁ Γέροντας γνώριζε ἐκ πείρας, πόσο ἀπαραίτητος εἶναι ὁ πνευματικὸς λόγος γιὰ τοὺς νέους Μοναχοὺς καὶ πόσο σπουδαῖο ἦταν νὰ τοὺς διδάξει τὴν πάλη μὲ τὰ πάθη.

Ὅταν ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἐπέστρεψε στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη τὸ 1947, ὁ Θεὸς τοῦ ἐμπιστεύθηκε τὴ διακονία τοῦ λόγου γιὰ τὴ σωτηρία πολλῶν ἀνθρώπων στὴν Εὐρώπη. Ὡστόσο δὲν αἰσθανόταν πλέον ἐκείνη τὴν ἐλευθερία στὸν λόγο. Ἀργότερα ὁ Γέροντας ἔγραφε: «Ἡ ψυχολογία τῶν μοναχῶν, ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἀντοχὴ τους ὑπερέβαιναν σὲ τέτοιο βαθμὸ τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα (ὅσα συνάντησα στὴν Εὐρώπη), ὥστε δὲν εὕρισκα οὔτε λόγους, οὔτε ἐξωτερικοὺς τρόπους ἐπικοινωνίας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο οἱ μοναχοὶ τὸ ἀποδέχονταν μὲ εὐγνωμοσύνη, στὴν Εὐρώπη συνέτριβε τοὺς ἀνθρώπους».

Ὁ Γέροντας γνώριζε μέσα ἀπὸ τὴν προσευχὴ τοῦ τὶς πνευματικὲς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων, πρὶν ἀκόμη ἐκεῖνοι νὰ τοῦ μιλήσουν γι’ αὐτές. Συνέβαινε κάποτε νὰ μιλάει ὁ Γέροντας μὲ κάποιον, ἀκολουθώντας ὅμως τὴν προσευχὴ ὁ λόγος του δὲν ἀπευθυνόταν ἀπευθείας στὸν συνομιλητή του, ἀλλὰ ἔμμεσα σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς παρευρισκομένους ἀκροατές. Ἔτσι τὸν ἐπισκέφθηκε κάποτε μία γυναίκα ἀπὸ τὴ Ρουμανία, καὶ ἔτυχε νὰ παρευρίσκεται στὸν διάλογο τοῦ Γέροντα μὲ ἄλλους ἀνθρώπους στὴν τράπεζα. Ξαφνικὰ ὅμως αὐτὴ κατάλαβε, ὅτι ὅλα ὅσα ἔλεγε ἦταν πραγματικὰ ἀπάντηση στὰ πιὸ μυστικὰ ἐρωτήματά της. Στὸ τέλος τοῦ γεύματος κατάπληκτη στράφηκε πρὸς αὐτόν, καὶ πρὶν ἀκόμη τοῦ μιλήσει, ὁ Γέροντας πρόφερε μὲ ἀγάπη: «Δὲν ἀπάντησα σὲ ὅλα τὰ ἐρωτήματά σας;».

Οἱ ἄνθρωποι ἔνιωθαν ὅτι ὁ λόγος τοῦ Γέροντα προερχόταν ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ γι’ αὐτὸ δὲν ἤθελαν νὰ ἐγκαταλείψουν τέτοια πηγὴ σωτηρίας. Γύρω ἀπὸ αὐτὸν ἄρχισε ἔτσι νὰ διαμορφώνεται μοναχικὴ κοινότητα ὅταν ἦταν ἀκόμα στὴ Γαλλία. Ὁ Γέροντας ἀφιέρωνε πολὺ χρόνο στὶς συνομιλίες του μὲ τοὺς ἀδελφούς. Ἀρχικὰ αὐτὲς ἦταν ἰδιαίτερες ὁδηγίες στὴν ἀδελφότητα, ποὺ ὑπαγορεύονταν ἀπὸ τὶς περιστάσεις τῆς ζωῆς γιὰ τὴ μία ἢ τὴν ἄλλη ἀνάγκη σὲ συγκεκριμένη περίπτωση.

Ὁ λόγος ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι φοβερὸ πράγμα. Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ ἀντέξουν τὴ «σκληρότητα» τοῦ λόγου, γιατί ὁ λόγος αὐτὸς δὲν εἶναι «κατὰ ἄνθρωπο» – ὑπερβαίνει τὸ μέτρο τῆς φύσεώς μας. Γι’ αὐτὴν τὴν περίπτωση εἶχε τὸ κόλπο του ὁ Γέροντας. Ἀπηύθυνε αὐστηρὲς διδαχὲς σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς «δυνατούς», ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ὁ λόγος ἀπευθυνόταν σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς ἀδύνατους ποὺ παρευρισκόταν στὴν ὁμιλία.

Συνήθως στὴν τράπεζα, ὅταν διάβαζαν ἀπὸ τοὺς Ἅγιους Πατέρες ὁ Γέροντας σταματοῦσε τὴν ἀνάγνωση γιὰ νὰ ἐξηγήσει τὸ περιεχόμενο. Ἔτσι κάποιες φορὲς ἡ ὁμιλία τοῦ μποροῦσε νὰ συνεχίζεται γιὰ ὧρες, ὡς τὸ ἑπόμενο γεῦμα.

Ὅταν ὅμως ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν αὐξήθηκε, οἱ ὁμιλίες ἄρχισαν νὰ γίνονται στὸν μοναστηριακὸ ναό. Ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ ναοῦ ἦταν πιὸ κατάλληλη γι’ αὐτές. Σὲ κάποιον ἱερέα, προσκυνητὴ τῆς Μονῆς, ὁ Γέροντας πρότεινε νὰ τελέσει τὴ Λειτουργία.

Ἀφοῦ ὁ Γέροντας στὸ τέλος τῆς Λειτουργίας κοινώνησε, τοῦ εἶπε: «ἐγὼ ἤμουν στὴ δική σας Λειτουργία καὶ ἐσεῖς τώρα μπορεῖτε νὰ ἔρθετε στὴ δική μου “λειτουργία”». Εἶχε ὑπόψη τοῦ τὴν ὁμιλία ποὺ ὁ ἴδιος θὰ ἔκανε στὴν ἀδελφότητα τὴν ἡμέρα ἐκείνη.

Οἱ λόγοι αὐτοί, «λειτουργία μετὰ τὴ Λειτουργία», ἀντανακλοῦν μὲ πιστότητα τὸν ἀληθινὸ χαρακτήρα τῶν ὁμιλιῶν τοῦ Γέροντα. Ὁ λόγος του, μυσταγωγία τῆς χάριτος, ἦταν κατὰ κάποιο τρόπο συνέχεια τῆς λειτουργικῆς παραστάσεώς του ἐνώπιόν του προσώπου τοῦ Κυρίου.

Στὶς ὁμιλίες γινόταν φανερό, πόσο στενὰ συνδεόταν ἡ δογματική του θεωρία μὲ τὴν ὅλη πορεία τῆς ἐσωτερικῆς πνευματικῆς ζωῆς. Τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας εἶχαν πραγματικὴ καὶ ἄμεση σχέση μὲ τὴν καθημερινότητα τῆς μοναστικῆς ζωῆς μέχρι τὴν πιὸ μικρὴ λεπτομέρεια τῆς καθημερινῆς ζωῆς τοῦ Μοναχοῦ. Γράφει ὁ Γέροντας «τὰ τρία αὐτά, Ἐκκλησία, δόγμα καὶ ἀσκητική, συνιστοῦν γιὰ μένα ἑνιαία ζωή». Σὲ τέτοια ἀτμόσφαιρα, μὲ τὸν λόγο τοῦ Γέροντα κάθε μικρὴ πράξη ἀποκτοῦσε σπουδαιότητα κοσμικῶν διαστάσεων. Ἡ θεολογία τότε γινόταν κατάσταση στὴν ὁποία ζοῦσε. Ὁ Γέροντας ποθοῦσε νὰ μεταδώσει τὴν κατάσταση αὐτὴ κάνοντας κοινωνοὺς καὶ ἄλλους: «Ἱκετεύω τὸν Θεὸ νὰ σᾶς στερεώσει ἀκριβῶς σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση ποὺ εἶναι ἡ πορεία πρὸς τὴν ἀληθινὴ γνώση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ ἡ θεολογία ὡς κατάσταση τοῦ πνεύματός μας, ποὺ ζεῖ ἀδιάλειπτα ἐν Θεῷ διὰ Πνεύματος Ἁγίου».

Στὸν ἀποχαιρετιστήριο λόγο πρὸς τοὺς μαθητὲς του ὁ Κύριος εἶπε: «ἤδη ὑμεῖς καθαροί ἐστε διὰ τὸν λόγον ὃν λελάληκα ὑμῖν. (Ἰω. 15,3). Στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι σπάνιες οἱ περιπτώσεις, κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ λόγος τῶν Ἁγίων μετέδιδε χάρη στοὺς ἀκροατές. Ἀρκεῖ νὰ θυμηθοῦμε ὅτι μετὰ τὴν προσευχὴ τῶν Ἀποστόλων «ἐσαλεύθη ὁ τόπος, «οὗ ἦσαν συνηγμένοι, καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Πρ. 4, 31). Ἄλλα παρόμοια παραδείγματα εἶναι ὁ διάλογος τοῦ Μοτοβίλωφ μὲ τὸν Ὅσιο Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ, κατὰ τὸν ὁποῖο ὁ Μοτοβίλωφ γεύτηκε τὴ γλυκύτητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ εἶδε τὸν Ὅσιο μέσα στὸ Ἄκτιστο Φῶς. Παρόμοια χαρισματικὴ ἐπίσκεψη ἔζησε τὸ 1932 καὶ ὁ Δαβὶδ Μπάλφουρ, ὅταν συνομιλοῦσε μὲ τὸν πατέρα Σωφρόνιο στὴ βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Ὁ Γέροντας περνοῦσε τότε τὶς ἡμέρες του σὲ πύρινο θρῆνο καὶ τὴ στιγμὴ ἐκείνη μὲ τὰ ἁπλὰ λόγια τῆς συνομιλίας μετέδωσε στὸν Μπάλφουρ τὴν κατάστασή του. Ὁ Μπάλφουρ τὸ ἔζησε ὡς ἐπαφὴ μὲ ἀθάνατη πνοή. Τὸ εὐλαβικὸ αἴσθημα γέμισε τὴν ψυχὴ τοῦ τόσο, ὥστε νὰ μὴ μπορεῖ νὰ πεῖ τίποτα καὶ νὰ φοβᾶται ἀκόμη καὶ νὰ κινηθεῖ. Ὅλα τὰ πρόσκαιρα ἔσβησαν καὶ ἔχασαν τὸ ἐνδιαφέρον τους. Στὴν ἥσυχη αὐτὴ κατάπληξη ὁ Μπάλφουρ παρέμεινε γύρω στὰ εἴκοσι λεπτά.

Οἱ συνομιλίες τοῦ Γέροντα μὲ τὴν ἀδελφότητα ἦταν φορέας ἐκείνης τῆς χαρισματικῆς καταστάσεως, στὴν ὁποία ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας παρέμενε μετὰ ἀπὸ πολυετῆ μοναχικὴ ἄσκηση. Ὡς βάση τῆς Μονῆς ὁ Γέροντας δὲν ἔθεσε κάποιες ἐξωτερικὲς δομές, κάποιο τυπικὸ ἢ κάποια διοικητικὴ ὀργάνωση, ἀλλὰ τὸν λόγο ἀκριβῶς ποὺ τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός. Γιατί «ὁ λόγος Κυρίου» εἶναι τὸ ἰσχυρότερο ὅπλο στὴν οἰκονομία τῆς σωτηρίας. Ὅπως λέει ὁ Προφήτης Ἠσαΐας: «Τὸ ρῆμα μου, ὁ ἐὰν ἐξέλθη ἐκ τοῦ στόματός μου, οὐ μὴ ἀποστραφῆ, ἕως ἂν τελεσθῆ ὅσα ἂν ἠθέλησα καὶ εὐοδώσω τὰς ὁδούς μου καὶ τὰ ἐντάλματά μου».

Ὁ Κύριος παρήγγειλε στοὺς μάρτυρες τοῦ λόγου Του: «μὴ προμεριμνᾶτε τί λαλήσητε, μηδὲ μελετᾶτε, ἀλλ’ ὁ ἐὰν δοθῆ ὑμὶν ἐν ἐκείνη τὴ ὥρα, τοῦτο λαλεῖτε· οὐ γὰρ ὑμεῖς ἐστὲ οἱ λαλοῦντες, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον». Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Γέροντας ποτὲ σχεδὸν δὲν ἑτοιμαζόταν γιὰ τὴν ὁμιλία δὲν κρατοῦσε σημειώσεις οὔτε προσέτρεχε σὲ βιβλία πρὶν ἀπὸ αὐτήν. Κάθε φορά συναντοῦσε τοὺς ἀδελφοὺς μὲ φόβο καὶ πίστη, παριστάμενος νοερὰ μὲ προσευχὴ ἐνώπιόν του Θρόνου τοῦ Θεοῦ, ἐλπίζοντας ὅτι ὁ Θεὸς δὲν θὰ παραβλέψει τὶς προσευχές του καὶ πὼς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ τὸν διδάξει «ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἃ δεῖ εἰπεῖν».

Ἐρχόταν στὴ σύναξη ὑποβασταζόμενος ἀπὸ ἄλλους, μισοάρρωστος, μισότυφλος, καταβεβλημένος ἀπὸ τὰ γηρατειά. Στὴν Ἐκκλησία μέσα, σὲ ἀτμόσφαιρα κατανύξεως καὶ ἰδιαίτερης ἐπισημότητος, τὸν περίμενε ἤδη ἡ ἀδελφότητα, κάποτε πάλι καὶ οἱ ἐπισκέπτες προσκυνητές. Ὁ Γέροντας ἄρχιζε μὲ προσευχὴ στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ζητώντας ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τοῦ δώσει λόγο σωτήριο γιὰ ὅλους τους παρόντες. Ἀκολουθοῦσε μακρὰ σιγή. Ὁ Γέροντας συγκεντρωνόταν μέσα του καὶ ἑνώνοντας ὁλόκληρο τὸ εἶναι του, ἀναζητοῦσε μὲ ἔνταση διὰ τῆς προσευχῆς λόγο. Ἡ καρδιὰ τοῦ Γέροντα ἦταν ἐκλεπτυσμένη ἀπὸ τὸν πολυετῆ θρῆνο καὶ τὰ παθήματα καὶ ἔτσι ἦταν ἱκανή, σὰν ἕνα εὐαίσθητο ραντάρ, νὰ συλλαμβάνει καὶ τὶς πιὸ λεπτὲς κινήσεις τοῦ Πνεύματος. Εἰσερχόμενος κατὰ κάποιο τρόπο στὸ ρεῦμα αὐτὸ τῆς αἰωνιότητας ἄρχιζε νὰ μιλᾶ, καὶ μεταμορφούμενος φανέρωνε ξαφνικὰ τὸ ἀρχικὸ μεγαλεῖο του λόγου του. Μιλούσε σιγὰ καὶ ἀργά, σὰν μέσα ἀπὸ τὴν καρδιὰ του –πάντοτε μὲ πολλὴ φυσικότητα καὶ ἁπλότητα. Μὲ τὸν λόγο του ἔκρηξη φλογερῆς προσευχῆς πρὸς τὸν Θεὸ συνάρπαζε καὶ τοὺς παρόντες καὶ ἀνύψωνε τὴ συνείδησή τους πρὸς τὸν Θεό. Οἱ Θεῖες πραγματικότητες τότε κατοπτεύονταν ὀφθαλμοφανῶς.

Διψοῦσε πολὺ ὁ Γέροντας νὰ δεῖ τὰ πνευματικά του παιδιὰ νὰ κατέχουν τέτοια τελείωση. Ἔλεγε στὴν ἀδελφότητα: «Εἶναι ἀπαραίτητο σὲ ὅλους μας νὰ ἀναπτυχθοῦμε σὲ τέτοιο σημεῖο, ποὺ νὰ ἀκοῦμε ἀπλανῶς τὴ φωνὴ τοῦ Κυρίου. Ἡ ἄσκηση αὐτὴ ἀπαιτεῖ, νύκτα καὶ ἡμέρα, συνεχῆ ἐσωτερικὴ προσοχή, καὶ ἔτσι ἡ ζωή, ἁπλὴ κατὰ τὴν ἐξωτερική της μορφή, θὰ εἶναι ἀκατάπαυστη κοινωνία μὲ τὸν Θεό». Πίστευε ὅτι οἱ πύλες καὶ πρὸς τὰ πιὸ ὑψηλὰ ἀκόμη μέτρα τῆς τελειότητας δὲν εἶναι κλειστὲς γιὰ κανένα.

Ὁ λόγος τοῦ Γέροντα εἶχε ἰδιαίτερη «γεύση». Ὅποιος εἶχε διαίσθηση διέκρινε σὲ αὐτὸν τὴν ἀλήθεια. Εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸν παρακάμψεις παίρνοντας τὴν ἀλήθεια γιὰ ἐξωτερικὴ πολυμάθεια ἢ γιὰ τὸ προσωπεῖο τῆς εὐλάβειας. Ὁ ἄνθρωπος ἀκούει τὴ φωνὴ τῆς αἰωνιότητας μὲ τὴν καρδιά του καὶ ὄχι μὲ λογικὲς ἀποδείξεις. Μὲ τὴν ἐσωτερικὴ μαρτυρία ποὺ δὲν ὑποβάλλεται σὲ καμιὰ ἀνάλυση. Ἔχοντας περάσει παρατεταμένη, ὀδυνηρὴ καὶ κοπιώδη νοερὴ ἄσκηση, παρέμενε πλέον ὁ Γέροντας μὲ τὴ σκέψη τοῦ ἀκλινῶς στὸν Θεό, στὸ ρεῦμα τοῦ αἰώνιου θελήματός Του. Ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ φώτιζε κάθε ἐνέργεια καὶ λόγο του καὶ ἦταν πλέον ἀδύνατο γιὰ τὸν Γέροντα νὰ μὴν ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ «ἐξ ὅλης τῆς καρδίας του καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος του».

Ἡ ἀρχαία ἀθωνικὴ παράδοση παραγγέλλει στοὺς νέους Μοναχοὺς νὰ ζοῦν μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι ὅλοι οἱ Γεροντάδες εἶναι ἅγιοι, ἀλλὰ ὁ δικός τους Γέροντας εἶναι ὁ ἁγιότερος. Ἦταν εὔκολο νὰ τηρήσουν τὸν κανόνα αὐτὸν ἐκεῖνοι ποὺ ἔζησαν μὲ τὸν Γέροντα Σωφρόνιο. Ὡστόσο ἡ ἁπλότητα καὶ ἡ προσήνειά του ἀπέκρυπταν ἀπὸ τὸ βλέμμα τῶν συγχρόνων τὶς ἀληθινὲς διαστάσεις του, ἡ κατανόηση τῶν ὁποίων ἔρχεται βαθμηδὸν μόνο τώρα, ποὺ δὲν εἶναι πιὰ μαζί μας. Στὸ προσωπικὸ ἀντίτυπο τοῦ τελευταίου βιβλίου του, «Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι», βρήκαμε μετὰ τὸν θάνατό του ἐπιμελῶς τοποθετημένο ἀπὸ τὸν ἴδιο κάποιο σημείωμα, ἀπευθυνόμενο σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ τόσο ἀγάπησε ἡ ψυχή του:

«Μοῦ εἶναι δύσκολο νὰ σᾶς ἀφήσω, ἀλλὰ τρέφω κάποια ἐλπίδα ὅτι μέσω αὐτοῦ τοῦ βιβλίου, μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα βιβλία μου, θὰ μπορέσατε νὰ δεῖτε τὴ “βαθειὰ” καρδιά μου καὶ τὴ σκέψη μου, ποὺ προσπάθησα νὰ ἐκφράσω μὲ τὸν λόγο μου, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε στὴ διάρκεια φλογερῆς προσευχῆς μὲ δάκρυα. Κάθε φορά ποὺ ἐπιθυμεῖτε, μπορεῖτε διαβάζοντας νὰ εἶστε μαζί μου στὸ ἐπίπεδό του πνεύματος».