Ἡ ἐξέταση τῆς συνειδήσεως
Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου,
Γιὰ τὴν ἐξέταση τῆς συνειδήσεως σκέψου τρία πράγματα: τὰ σφάλματα τῆς κάθε μέρας, τὴν αἰτία τῶν σφαλμάτων αὐτῶν καὶ τὴν στενοκαρδία καὶ προθυμία ποὺ ἔχεις νὰ τὰ πολεμήσεις καὶ νὰ ἀποκτήσεις τὶς ἀντίθετές τους ἀρετές. Γιὰ τὴν αἰτία αὐτῶν ἀνάγκασε τὸν ἑαυτό σου νὰ τὴν πολεμήσεις, νὰ τὴν κατατροπώσεις καὶ νὰ τὴν ρίξεις στὴ γῆ.
Γιὰ τὴν προθυμία ποὺ χρειάζεται νὰ κάνεις αὐτὸ καὶ νὰ ἀποκτήσεις τὶς ἀρετές, δυνάμωσε τὴν θέλησή σου μὲ τὴν ἀπιστία τοῦ ἑαυτοῦ σου, δηλαδὴ μὲ τὸ νὰ μὴν ἔχεις καθόλου θάρρος στὸν ἑαυτό σου, μὲ τὴν ἐλπίδα καὶ τὸ θάρρος στὸν Θεό, μὲ τὴν προσευχὴ καὶ μὲ τὸ μίσος τῶν πράξεων τῆς κακίας καὶ μὲ τὴν ἐπιθυμία τῶν πράξεων τῆς ἀντίστοιχης ἀρετῆς.
Φρόντισε, ἀδελφέ, πάντοτε σὲ κάθε σου λογισμό, λόγο καὶ ἔργο νὰ ἔχεις συνείδηση ἀκατάγνωστη, δηλαδὴ νὰ μὴ σὲ κατηγορεῖ καὶ νὰ μὴ σὲ τύπτει γιὰ κάποιο πράγμα. Διότι ὅποιος ἐξετάζει στὸ βάθος τὴν ὀρθὴ καὶ ἁγία συνείδηση, δὲν μπορεῖ νὰ σφάλλει ποτέ, ἢ ἂν σφάλλει, νὰ μὴν διορθωθεῖ. Διότι ἡ συνείδηση εἶναι ὁ φυσικὸς νόμος ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγεῖ πάντοτε σὰν λυχνάρι σὲ ὅλα τὰ καλά. Ὅπως εἶπε καὶ ὁ ἅγιος Νεῖλος: «Νὰ χρησιμοποιήσεις τὴν συνείδησή σου ὡς λυχνάρι γιὰ τὶς πράξεις σου». Καὶ ὁ Ἀπόστολος εἶπε ὅτι «οἱ ἐντολὲς τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ εἶναι γραμμένες μέσα στὶς καρδιὲς» (Ρωμ. 2, 15).
Ἀπέναντι τεσσάρων πραγμάτων εἶσαι ὑποχρεωμένος νὰ διατηρεῖς τὴ συνείδησή σου ἀκατηγόρητη: ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, ἀπέναντι τοῦ ἑαυτοῦ σου, πρὸς τὸν πλησίον σου καὶ πρὸς ἄλλα πράγματα. Ὅσον ἀφορᾶ τὸν Θεὸ πρέπει νὰ τὴν ἐξετάζεις, ἂν φύλαξες ὅλα ἐκεῖνα ποὺ εἶσαι ὑποχρεωμένος νὰ διαφυλάττεις ἀπέναντί του. Δηλαδὴ ἂν διαφυλάττεις ὅλες του τὶς ἐντολὲς καὶ τὶς πιὸ ἀσήμαντες· καὶ ἂν τὸν ἀγάπησες καὶ τὸν ὑπηρέτησες μὲ ὅλη σου τὴν ψυχὴ καὶ εἶσαι ἕτοιμος νὰ πεθάνεις γι’ αὐτόν, ὅπως εἶσαι ὑποχρεωμένος. Καὶ ἂν δὲν τὰ διαφύλαξες, φρόντισε στὸ ἑξῆς νὰ τὰ διαφυλάξεις.
Ὡς πρὸς τὸν ἑαυτό σου θὰ διαφυλάξεις ἀκατηγόρητη τὴ συνείδησή σου, ἂν δὲν ἀδιαφορεῖς, ἀλλὰ κάνεις ὅλο ἐκεῖνο τὸ χρέος ποὺ πρέπει καὶ εἶσαι ὑποχρεωμένος καὶ εἶναι σύμφωνα μὲ τὴν δύναμή σου, τόσο πρὸς τὸν Θεό, ὅσο καὶ πρὸς τὸν πλησίον καὶ πρὸς τὰ ἄλλα πράγματα. Καὶ ἐκτὸς ἀπὸ αὐτά, ἂν δὲν πέφτεις σὲ ὑπερβολὲς καὶ ἐλλείψεις, καταστρέφοντας παράκαιρα τὴν ὑγεία σου καὶ τὴ ζωή σου καὶ τὶς σωματικές σου δυνάμεις μὲ ὑπερβολικὴ καὶ ἀκανόνιστη ἄσκηση καὶ δὲν ἀποδίδεις στὸ σῶμα τὸ δίκαιο μέτρο, φροντίζοντας γιὰ τὴ σύσταση καὶ συντήρησή του. Γιατί καὶ αὐτὸ εἶναι ἀντίθετο στὴ συνείδηση καὶ στὸν ὀρθὸ λόγο. Συνέχεια
Πῶς πρέπει νὰ φυλᾶμε τὸ νοῦ μας
ἀπὸ τὴν πολυπραγμοσύνη καὶ τὴν περιέργεια
Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου
Καθὼς εἶναι ἀνάγκη νὰ φυλᾶμε τὸ νοῦ μας ἀπὸ τὴν ἀγνωσία, ἔτσι παρομοίως εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸν φυλᾶμε ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν πολυπραγμοσύνη, τὴν ἀντίθετή της ἀγνωσίας. Γιατί, ἀφοῦ τὸν γεμίσουμε ἀπὸ πολλοὺς λογισμοὺς μάταιους καὶ ἄτακτους καὶ βλαπτικούς, τὸν κάνουμε ἀδύνατο καὶ δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει ἐκεῖνο ποὺ ταιριάζει στὴν ἀληθινὴ ἀπονέκρωσή μας καὶ τελειότητα. Γι’ αὐτό, πρέπει νὰ εἶσαι σὰν πεθαμένος ἐντελῶς, σὲ κάθε ἔρευνα τῶν ἐπιγείων πραγμάτων, τὰ ὁποία, ἂν καὶ μπορεῖ νὰ ἐπιτρέπονται, δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἀναγκαία. Καὶ μαζεύοντας πάντα τὸ νοῦ σου, ὅσο μπορεῖς μέσα στὸν ἑαυτό σου, κᾶνε τὸν ἀμαθῆ ἀπὸ τὰ πράγματα ὅλου του κόσμου τὰ πράγματα.
Τὰ μηνύματα, οἱ καινούργιες εἰδήσεις καὶ ὅλες οἱ μεταβολὲς καὶ οἱ ἀλλοιώσεις, μικρὲς καὶ μεγάλες του κόσμου καὶ τῶν κρατῶν, ἂς εἶναι γιὰ σένα τέτοιου εἴδους, σὰν νὰ μὴν ὑπάρχουν καθόλου. Ἀλλὰ καὶ ἄν σοῦ προσφέροντα ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἐναντιώσου σὲ αὐτά, ἀπομάκρυνε τὰ ἀπὸ τὴν καρδιὰ καὶ τὴ φαντασία σου. Ἂς εἶσαι δὲ προσεκτικὸς ἐραστὴς στὸ νὰ καταλάβεις τὰ πνευματικὰ καὶ τὰ οὐράνια, μὴ θέλοντας νὰ γνωρίζεις ἄλλο μάθημα στὸν κόσμο, παρὰ τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ τὴ ζωή του καὶ τὸν θάνατο καὶ τὸ τί ζητάει αὐτὸς ἀπὸ σένα· καὶ βέβαια θὰ εὐχαριστήσεις πολὺ τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος ἔχει γιὰ ἐκλεκτοὺς καὶ ἀγαπημένους του ἐκείνους ποὺ τὸν ἀγαποῦν καὶ φροντίζουν νὰ κάνουν τὸ θέλημά του.
Ἐπειδή, κάθε ἄλλο ζήτημα καὶ ἔρευνα, εἶναι ἐγωισμὸς καὶ ὑπερηφάνεια, δεσμὰ καὶ παγίδες τοῦ διαβόλου, ὁ ὁποῖος σὰν πανοῦργος, βλέποντας ὅτι ἡ θέληση ἐκείνων ποὺ προσέχουν στὴν πνευματικὴ ζωὴ εἶναι δυνατὴ καὶ ἰσχυρή, γυρεύει νὰ νικήσει τὸ νοῦ τους μὲ τέτοιες περιέργειες, γιὰ νὰ κυριεύσει μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο. Ὁπότε, συνηθίζει πολλὲς φορὲς νὰ τοὺς δίνει σκέψεις δῆθεν ὑψηλές, λεπτὲς καὶ περίεργες καὶ μάλιστα στοὺς εὔστροφους στὸ νοῦ καὶ σὲ ἐκείνους ποὺ εἶναι εὔκολοι νὰ ὑψηλοφρονήσουν.
Γιατί αὐτοὶ αἰχμαλωτισμένοι ἀπὸ τὴν ἡδονὴ καὶ τὴ συνομιλία ἐκείνων τῶν ὑψηλῶν σκέψεων, στὶς ὁποῖες νομίζουν ψεύτικα ὅτι ἀπολαμβάνουν τὸν Θεό, ξεχνοῦν νὰ καθαρίσουν τὴν καρδιά τους καὶ νὰ προσέχουν στὴν ταπεινὴ γνώση τοῦ ἑαυτοῦ τους καὶ στὴν ἀληθινὴ ἀπονέκρωση· καὶ ἔτσι ἀφοῦ δεθοῦν μὲ τὸ δεσμὸ τῆς ὑπερηφάνειας, γίνονται εἴδωλο τοῦ ἴδιου του νοῦ τους· καὶ στὴ συνέχεια, λίγο-λίγο, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουν, φθάνουν νὰ λογαριάσουν, ὅτι δὲν ἔχουν ἀνάγκη πλέον ἀπὸ τὴν συμβουλὴ καὶ τὴ νουθεσία τῶν ἄλλων, ἐπειδὴ συνήθισαν νὰ προστρέχουν σὲ κάθε τους ἀνάγκη στὸ εἴδωλο τῆς δικῆς τους κρίσεως· πράγμα, ποὺ εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνο καὶ δύσκολο νὰ γιατρευθεῖ· διότι ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ νοῦ εἶναι πλέον περισσότερο ἐπικίνδυνη ἀπὸ ἐκείνη τῆς θελήσεως. Συνέχεια
Περὶ καταθλίψεως καὶ λογισμῶν
Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος
Τελευταῖες ἀνησυχίες. Ἐμπιστοσύνη καὶ ἐλπίδα στὸν Θεό. Προσευχὴ καὶ θάρρος.
Ἔχεις ἀκόμη ἀνησυχίες. Πές μου, ἀπὸ ποῦ θὰ μποροῦσαν νὰ προέρχονται; «Ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ πᾶνε καλά» ὅλα τὰ ἐσωτερικὰ τὰ ἔχεις ἐπανεξετάσει καὶ τακτοποιήσει- τὴν ἀπόφασή σου τὴν ἔχεις πάρει. Ἀπὸ ποῦ, λοιπόν, προέρχονται αὐτὲς οἱ ἀνησυχίες; Ὅλες εἶναι ἀπὸ τὸν ἐχθρό. Ὅλες. Ἀπὸ πουθενὰ ἀλλοῦ.
Τί ἄλλο θὰ μποροῦσε νὰ συμβαίνει; Μήπως σκέφτεσαι νὰ φτιάξεις τὴ ζωή σου μόνη σου, μὲ τὶς δικές σου ἱκανότητες καὶ προσπάθειες; Ἂν πραγματικὰ αὐτὸ σκέφτεσαι, σὲ συμβουλεύω ν’ ἀλλάξεις ἀμέσως γνώμη, ἀλλιῶς δὲν θ’ ἀπαλλαγεῖς ἀπό τη σύγχυση καὶ τὴν ταραχή. Ἐξέτασε πάλι τὸν ἑαυτό σου ἤ θυμήσου ὅ,τι σοῦ ἔχω ὑποδείξει καὶ ὅ,τι ἔχει συμβεῖ μέσα σου σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἀλληλογραφίας μας. Θυμήσου, ἐπίσης, ποιὰ ἦταν ἡ ἔκβαση τῶν προβληματισμῶν σου γιὰ τὴ ζωή.
Τέλος, δῶσε στὴν αὐτοεξέτασή σου τέτοια κατεύθυνση, ὥστε νὰ καταλήξει σὲ μιὰ σταθερὴ ἀπόφαση ἀμετάκλητης ἐναποθέσεως τοῦ μέλλοντός σου στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ, λοιπόν, πάρεις αὐτὴ τὴν ἀπόφαση, προσευχήσου στὸν Κύριο ὁλόθερμα. «Τὸ μέλλον μου», πές Του, «τὸ ἀφήνω μὲ ἐμπιστοσύνη στὰ χέρια Σου. Ὅπως ξέρεις καὶ ὅπως θέλεις, Κύριε, κατεύθυνε τὴ ζωή μου, μ’ ὅλα τὰ ἀπρόοπτα καὶ μ’ ὅλες τὶς δυσκολίες της. Ἀπὸ δῶ κι ἐμπρὸς δὲν θὰ μεριμνῶ καὶ δὲν θ’ ἀνησυχῶ πιὰ γιὰ τὸν ἑαυτό μου. Μία φροντίδα μόνο θὰ ἔχω, νὰ κάνω πάντα ὅ,τι εἶναι εὐάρεστο σ’ Ἐσένα». Ἔτσι νὰ Τοῦ μιλήσεις, ἀλλὰ καὶ ἔμπρακτα νὰ Τοῦ ἀποδείξεις ὅτι ἔχεις ὁλοκληρωτικὰ ἀφεθεῖ στὰ χέρια Του, ὅτι δὲν ἀνησυχεῖς γιὰ τίποτα, ὅτι ἀποδέχεσαι ἤρεμα καὶ ἀγόγγυστα ὁποιαδήποτε κατάσταση, εὐχάριστη ἤ δυσάρεστη, μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι ἔχει παραχωρηθεῖ ἀπό τὴ θεία πρόνοια. Μοναδική σου μέριμνα ἂς εἶναι ἡ ἀκριβὴς τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ θεοῦ σὲ κάθε περίσταση
Ὕστερ’ ἀπὸ μία τέτοια ἐσωτερικὴ τοποθέτηση, ὅλες οἱ ἀνησυχίες σου θὰ ἐξανεμιστοῦν. Ἀνησυχεῖς γιὰ τὸν ἑαυτό σου τώρα, καθὼς θέλεις ὅλες οἱ περιστάσεις νὰ συντείνουν στὴν ἐκπλήρωση τοῦ δικοῦ σου σκοποῦ. Καὶ ἐπειδή, φυσικά, ὅλα δὲν γίνονται σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά σου, ταράζεσαι καὶ στενοχωριέσαι – «Αὐτὸ δὲν ἔγινε ἔτσι, ἐκεῖνο δὲν ἔγινε ἀλλιῶς». Ἄν, ὅμως, ἀναθέσεις τὰ πάντα στὸν Κύριο μὲ ἐμπιστοσύνη καὶ δεχθεῖς πὼς ὅ,τι συμβαίνει προέρχεται ἀπ’ Αὐτὸν γιὰ τὸ καλό σου, τότε δὲν θ’ ἀνησυχεῖς πιὰ καθόλου. Θὰ κοιτᾶς μόνο γύρω σου, γιὰ νὰ δεῖς τί σοῦ στέλνει ὁ Θεός, καὶ θὰ ἐνεργεῖς σύμφωνα μ’ αὐτὸ ποὺ στέλνει. Κάθε κατάσταση μπορεῖ νὰ ὑπαχθεῖ σὲ κάποια θεία ἐντολή. Νὰ ἐνεργεῖς, λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὴ σχετικὴ ἐντολή, ἐπιδιώκοντας τὴν εὐαρέστηση τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι τὴν ἱκανοποίηση τῶν δικῶν σου ἐπιθυμιῶν. Προσπάθησε νὰ καταλάβεις τί λέω καὶ ἀποφάσισε νὰ τὸ ἐφαρμόσεις. Δὲν θὰ τὸ κατορθώσεις, βέβαια, ἀπό τη μία στιγμὴ στὴν ἄλλη. Χρειάζεται ἀγώνας γι’ αὐτό, ἀλλὰ καὶ προσευχή. Συνέχεια
Η ΦΥΛΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ
Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Στὴν καρδιὰ εἶναι ἡ θέληση, στὴν καρδιὰ εἶναι ἡ ἀγάπη, στὴν καρδιὰ εἶναι ἡ κατανόηση, στὴν καρδιὰ εἶναι, τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας καὶ Θείας Τριάδος.
Ἡ καρδιὰ εἶναι ὁ οἶκος τοῦ Πατρός, τὸ ἱερό του Υἱοῦ καὶ τὸ ἐργαστήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ὁ Θεὸς θέλει τὴν καρδιά: «Υἱέ μου, δὸς μοι σὴν καρδίαν» (Παρ. κγ’ 26).
Ἂς ἀναποδογυρίσουν τὰ βουνά, ἂς στεγνώσουν οἱ θάλασσες, ἂς σὲ ἐγκαταλείψουν οἱ φίλοι σου, ἂς χαθεῖ ὁ πλοῦτος σου, ἂς φαγωθεῖ τὸ σῶμα σου ἀπὸ σκουλήκια, ἂς σὲ περιλούσει ὁ κόσμος μὲ ὅλες τὶς κοροϊδίες πού ἔχει, μὴ φοβᾶσαι, μόνον φύλαξε τὴν καρδιά σου, φύλαξε καὶ ἕνωσέ την μὲ τὸν Κύριο καὶ δῶσε την στὸν Κύριο.
Ἀπὸ τὴν καρδιὰ προέρχεται ἡ ζωὴ· ἀπὸ ποῦ ἡ ζωὴ στὴν καρδιὰ θὰ προέλθει, ἂν ἡ πνοὴ τοῦ Κυρίου καὶ ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, ὁ Θεός, δὲν κατοικεῖ σὲ αὐτήν;
«Ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἐκ τὸν ἀγαθοῦ θησαυροῦ ἐκβάλλει ἀγαθά, καὶ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ πονηροῦ θησαυροῦ ἐκβάλλει πονηρὰ» (Ματθ. ιβ’ 35). Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος γεμίζει τὸν θησαυρὸ τῆς καρδιᾶς σου μὲ τὰ πλούτη του.
Τί εἶναι αὐτὸς «ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος»;
Εἶναι ὁ ἀγαθὸς θησαυρὸς τῆς καρδιᾶς. Καὶ τί εἶναι «ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος»; Εἶναι ὁ πονηρὸς θησαυρὸς τῆς καρδιᾶς. «Ἐκ γὰρ τῆς καρδίας [τοῦ πονηροῦ ἀνθρώπου] ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Ματθ. ιε’ 19)· καὶ ἀπὸ τὴν ἀγαθὴ καρδιὰ ἐκπορεύονται «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια» (Γαλ. ε’ 22-23). Βλέπεις τί μεγάλος ἀποθηκευτικὸς χῶρος εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου; Βλέπεις πόσα μποροῦν νὰ προσαρμοσθοῦν στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου;…
Ὢ ἀδελφέ, ὁ Θεός, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα τὸ ἴδιο, ὅταν τὸ παρακαλεῖς, μπορεῖ νὰ χωρέσει στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Ὄχι μόνο μπορεῖ, ἀλλὰ καὶ θέλει. Περιμένει μόνο ἐσένα νὰ προετοιμάσεις τὴν καρδιά σου γι’ Αὐτό. Νὰ τὴν μετατρέψεις σὲ ναό, διότι ὁ Θεός, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μόνο σὲ ναὸ κατοικεῖ!…
Ὅπως ὁ ὄφις προστατεύει τὴν κεφαλή του, ἔτσι καὶ σὺ ἐπίσης, υἱέ, φύλαξε τὴν καρδιά σου. Πάνω ἀπ’ ὅλα ἀπ’ὅσα φυλάσσονται, υἱέ, φύλαξε τὴν καρδιά σου! Διότι στὴν καρδιὰ εἰσέρχεται ζωὴ καὶ ἀπὸ αὐτὴν ἐξέρχεται ζωή· ζωὴ πού προέρχεται ἀπὸ τὸν Ζῶντα Θεό. Συνέχεια
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ
Metropolitan Anthony Bloom
Σ᾿ ἐκείνους πού ἔχουν διαβάσει τό βιβλίο “Οἱ περιπέτειες ἑνός προσκυνητοῦ”, εἶναι πολύ γνώριμη ἡ ἔκφραση· “Προσευχή τοῦ ᾿Ιησοῦ”. Τό βιβλίο αὐτό ἀναφέρεται σέ μιά σύντομη προσευχή, πού ἀποτελεῖται ἀπό αὐτές τίς λέξεις· “Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησέ με τόν ἁμαρτωλό”. Αὐτές οἱ λέξεις ἐπαναλαμβάνονται συνεχῶς.
Οἱ “περιπέτειες ἑνός προσκυνητοῦ”, εἶναι ἡ ἱστορία ἑνός ἀνθρώπου, πού ἤθελε νά μάθει νά προσεύχεται ἀδιάλειπτα (Α’ Θεσ. 5, 17). ῾Ο ἄνθρωπος, τοῦ ὁποίου ἡ ἐμπειρία ἐξιστορεῖται, ἦταν προσκυνητής. Γι᾿ αὐτό πάρα πολλά ἀπό τά ψυχολογικά χαρακτηριστικά του καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἔμαθε καί ἐφάρμοσε τήν προσευχή, ἐξαρτήθηκαν ἀπό τό γεγονός ὅτι αὐτός ἔζησε “κατά ἰδιάζοντα” τρόπο. Αὐτό κάνει τό βιβλίο νά μήν εἶναι τόσο ἐφαρμόσιμο ἀπ᾿ τόν καθένα, ὅσο θά μποροῦσε νά ἦταν ἐξαιτίας τοῦ περιεχομένου του. Παρόλα αὐτά εἶναι ἡ καλύτερη εἰσαγωγή, πού θά μποροῦσε νά γραφτεῖ γι᾿ αὐτή τήν προσευχή, ἡ ὁποία εἶναι ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους θησαυρούς τῆς ᾿Ορθόδοξης ᾿Εκκλησίας.
῾Η προσευχή εἶναι βαθιά ριζωμένη στό πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου καί δέν εἶναι χωρίς νόημα τό ὅτι οἱ μεγάλοι δάσκαλοι τῆς ᾿Ορθοδοξίας πάντοτε ἐπέμειναν στό γεγονός ὅτι ἡ “Προσευχή τοῦ ᾿Ιησοῦ” συνοψίζει ὁλόκληρο τό Εὐαγγέλιο. Νά γιατί μόνο ἕνας πού ἡ ζωή του ἔχει καλά ριζώσει πάνω στήν Καινή Διαθήκη, πού εἶναι δηλαδή ζωντανό μέλος τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, μπορεῖ νά χρησιμοποιεῖ μέ ὅλο της τό νόημα τήν προσευχή τοῦ ᾿Ιησοῦ.
Καί ὄχι μόνο ἡ διδασκαλία, ἀλλά ὁλόκληρη ἡ θεανδρική πραγματικότητα πού ἀποκαλύπτεται στήν Καινή Διαθήκη, βρίσκεται μέσα στό ῎Ονομα, στό πρόσωπο τοῦ ᾿Ιησοῦ. ῎Αν πάρουμε τό πρῶτο μισό μέρος τῆς προσευχῆς, θά δοῦμε ὅτι ἐκφράζει τήν πίστη μας στόν Κύριο· “Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ”. Στή μέση αὐτῆς τῆς εὐχῆς βρίσκουμε τό ὄνομα τοῦ ᾿Ιησοῦ. Εἶναι τό ὄνομα πού μπροστά του “θά λυγίσει κάθε γόνατο” (᾿Ησ. 45, 23) καί ὅταν τό προφέρουμε ἐπιβεβαιώνουμε τό ἱστορικό γεγονός τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου. ᾿Επιβεβαιώνουμε ὅτι ὁ Θεός, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ “συναΐδιος” μέ τόν Πατέρα, ἔγινε ἄνθρωπος. Καί ὁλόκληρο αὐτό τό πλήρωμα τῆς θεότητας κατοικεῖ ἀνάμεσά μας σωματικά στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ (Κολ. 2, 9).
Γιά νά δοῦμε στό Ναζωραῖο, στόν προφήτη τοῦ ᾿Ισραήλ, τόν Σαρκωμένο Λόγο τοῦ Θεοῦ, τόν Θεό πού ἔγινε ἄνθρωπος, πρέπει νά ὁδηγηθοῦμε ἀπό τό ῞Αγιον Πνεῦμα. Γιατί τό ῞Αγιον Πνεῦμα εἶναι ᾿Εκεῖνο πού μᾶς ἀποκαλύπτει τόν Χριστό καί ὡς Θεό καί ὡς ῎Ανθρωπο. Τόν ἀποκαλοῦμε “Χριστό” καί ἔτσι ἐπιβεβαιώνουμε ὅτι σ᾿ Αὐτόν ἐκπληρώθηκαν οἱ προφητεῖες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. ῾Η ἐπιβεβαίωση ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς εἶναι ὁ Χριστός σημαίνει πώς ὁλόκληρη ἡ ἱστορία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι καί δική μας ἱστορία. Σημαίνει ὅτι τή δεχόμαστε σάν τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Συνέχεια
Περὶ καταλαλιᾶς
Ἁγίου Ἰωάννου Σιναΐτου
Κανείς ἀπό ὅσους σκέπτονται ὀρθὰ δὲν θὰ ἔχη, νομίζω, ἀντίρρησι ὅτι ἡ καταλαλιὰ γεννᾶται ἀπὸ τὸ μίσος καὶ τὴν μνησικακία. Γὶ΄αὐτὸ καὶ τὴν ἐτοποθετήσαμε στὴν σειρὰ τῆς μετὰ τοὺς προγόνους της. Καταλαλιὰ σημαίνει γέννημα τοῦ μίσους, ἀσθένεια λεπτή, ἀλλὰ καὶ παχειά˙ παχειὰ βδέλλα, κρυμμένη καὶ ἀφανής, πού ἀπορροφᾶ καὶ ἐξαφανίζει τὸ αἷμα τῆς ἀγάπης. Σημαίνει ὑπόκρισις ἀγάπης, αἰτία τῆς ἀκαθαρσίας, αἰτία τοῦ βάρους τῆς καρδιᾶς, ἐξαφάνισις τῆς ἁγνότητος.
2. Ὑπάρχουν κόρες ποὺ διαπράττουν αἴσχη, χωρὶς νὰ κοκκινίζουν. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλες οἱ ὁποῖες φαίνονται ντροπαλές, καὶ ὅμως διαπράττουν, κρυφά, χειρότερα αἴσχη ἀπὸ τὶς προηγούμενες. Κάτι παρόμοιο παρατηροῦμε καὶ στὰ πάθη τῆς ἀτιμίας. Τέτοιες κόρες εἶναι ἡ ὑποκρισία, ἡ πονηρία, ἡ λύπη, ἡ μνησικακία, ἡ ἐσωτερικὴ καταλαλιὰ τῆς καρδιᾶς. Ἄλλη ἐντύπωσι δημιουργοῦν ἐξωτερικὰ καὶ ἄλλος εἶναι ὁ στόχος τους.
3. Ἄκουσα μερικοὺς νὰ καταλαλοῦν καὶ τοὺς ἐπέπληξα. Καὶ γιὰ νὰ δικαιολογηθοῦν οἱ ἐργάτες αὐτοὶ τοῦ κακοῦ μοῦ ἀπήντησαν ὅτι τὸ ἔκαναν ἀπὸ ἀγάπη καὶ ἐνδιαφέρον πρὸς αὐτὸν ποὺ κατέκριναν. Ἐγὼ τότε τοὺς εἶπα νὰ τὴν ἀφήσουν αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν ἀγάπη, γιὰ νὰ μὴ διαψευσθῆ ἐκεῖνος ποὺ εἶπε: «Τὸν καταλαλοῦντα λάθρα τὸν πλησίον αὐτοῦ, τοῦτον ἐξεδίωκον» (Ψαλμ. ρ΄ 5). Ἐὰν ἰσχυρίζεσαι ὅτι ἀγαπᾶς τὸν ἄλλον, ἂς προσεύχεσαι μυστικὰ γι΄ αὐτὸν καὶ ἂς μὴ τὸν κακολογῆς. Διότι αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς ἀγάπης εἶναι εὐπρόσδεκτος ἀπὸ τὸν Κύριον.
4. Ἐπὶ πλέον ἂς μὴ λησμονῆς καὶ τοῦτο, καὶ ἔτσι ὁπωσδήποτε θὰ συνέλθης καὶ θὰ παύσης νὰ κρίνης αὐτὸν πού ἔσφαλε: Ὁ Ἰούδας ἀνῆκε στὴν χορεία τῶν μαθητῶν, ἐνῶ ὁ ληστὴς στὴν χορεία τῶν φονέων. Καὶ εἶναι ἄξιο θαυμασμοῦ πῶς μέσα σὲ μία στιγμὴ ὁ ἕνας ἐπῆρε τὴν θέσι τοῦ ἄλλου!
5. Ὅποιος θέλει νὰ νικήση τὸ πνεῦμα τῆς καταλαλιᾶς, ἂς ἐπιρρίπτη τὴν κατηγορία ὄχι στὸν ἄνθρωπο ποὺ ἁμάρτησε, ἀλλὰ στὸν δαίμονα πού τὸν ἔσπρωξε στὴν ἁμαρτία. Διότι κανεὶς δὲν θέλει νὰ ἁμαρτήση στὸν Θεό, μολονότι ὅλοι αὐτοπροαίρετα ἁμαρτάνουμε. Συνέχεια
ΛΟΓΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΛΑΝΗ
Ἅγ.Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης
Νὰ θυμᾶσαι καὶ νὰ φοβᾶσαι δύο λογισμούς. Ὁ ἕνας λέει: «Εἶσαι ἅγιος»·καὶ ὁ ἄλλος: «Δὲν θὰ σωθεῖς». Κι οἱ δύο αὐτοὶ λογισμοὶ προέρχονται ἀπὸ τὸν ἐχθρό, καὶ δὲν ἔχουν ἀλήθεια μέσα τους. Ἐσύ, ὅμως, νὰ σκέφτεσαι: «Ἐγὼ εἶμαι μεγάλος ἁμαρτωλός, ἀλλὰ ὁ Ἐλεήμων Κύριος ἀγαπᾶ πολύ τούς ἀνθρώπους καὶ θὰ συγχωρέσει καὶ σ΄ ἐμένα τὶς ἁμαρτίες μου».
Πίστευε ἔτσι, καὶ θὰ γίνει σύμφωνα μὲ τὴν πίστη σου: Θὰ σὲ συγχωρήσει ὁ Κύριος. Μὴ βασίζεσαι, ὅμως, στοὺς προσωπικούς σου ἀγῶνες, ἔστω καὶ ἂν εἶσαι μεγάλος ἀσκητής. Ἕνας ἀσκητής μου ἔλεγε: «Βεβαίως θὰ ἐλεηθῶ, γιατί κάνω τόσες μετάνοιες τὴν ἡμέρα». Ὅταν, ὅμως, ἦρθε ὁ θάνατος, «διέρρηξε τὰ ἱμάτιά του».
Ὄχι, λοιπόν, γιὰ τὶς ἀσκήσεις μας, ἀλλὰ δωρεάν, κατὰ τὴ χάρη Του ἐλεεῖ ὁ Κύριος. Ὁ Κύριος θέλει τὴν ψυχὴ νὰ εἶναι ταπεινή, ἄκακη, καὶ νὰ συγχωρεῖ τοὺς πάντες μὲ ἀγάπη· τότε καὶ ὁ Κύριος συγχωρεῖ μὲ χαρά. Ὁ Κύριος τούς ἀγαπᾶ ὅλους, καὶ ἐμεῖς ὀφείλουμε νὰ Τὸν μιμούμαστε καὶ νὰ ἀγαποῦμε τοὺς πάντες, καὶ ἂν δὲν μποροῦμε, τότε πρέπει νὰ Τὸν παρακαλοῦμε, καὶ ὁ Κύριος δὲν θὰ ἀρνηθεῖ, ἀλλὰ θὰ βοηθήσει μὲ τὴ χάρη Του.
Ὅταν ἤμουν ἀκόμα ἀρχάριος, γνώρισα τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἀπερίγραπτη. Ἡ ψυχὴ αἰσθάνεται σὺν Θεῷ καὶ ἐν Θεῷ, καὶ τὸ πνεῦμα χαίρεται γιὰ τὸν Κύριο, ἔστω καὶ ἂν τὸ σῶμα ἀποκάμνει ἀπὸ τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. Μπορεῖς, ὅμως, νὰ χάσεις αὐτὴν τὴν χάρη καὶ μὲ ἕναν κακὸ λογισμό.
Μὲ τὸν κακὸ λογισμὸ εἰσέρχεται μέσα μας μία ἐχθρικὴ δύναμη, καὶ τότε σκοτίζεται ἡ ψυχὴ καὶ τὴ βασανίζουν κακὲς σκέψεις. Τότε ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται τὴν ἀπώλειά του καὶ καταλαβαίνει ὅτι ὁ ἴδιος, χωρὶς τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, εἶναι μόνο «γῆ καὶ σποδός».
Ἡ ψυχὴ ποὺ γνώρισε τὸν Κύριο, μαθαίνει ἀπὸ τὴ μακροχρόνια πείρα της, ὅτι, ἂν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολές, τότε αἰσθάνεται, ἔστω καὶ λίγο, τὴ χάρη μέσα του κι ἔχει παρρησία στὴν προσευχή. Ἄν, ὅμως, ἁμαρτήσει μὲ κάποιον λογισμὸ καὶ δὲν μετανοήσει, τότε κρύβεται ἡ χάρη καὶ ἡ ψυχὴ θρηνεῖ καὶ ὀδύρεται ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ.
Ἔτσι ἡ ψυχὴ διέρχεται ὅλη της τὴ ζωὴ στὸν ἀγώνα μὲ τοὺς λογισμούς. Ἐσύ, ὅμως, μὴ μένεις στὴν ἀκηδία ἐξαιτίας τοῦ ἀγώνα, γιατί ὁ Κύριος ἀγαπᾶ τὸν ἀνδρεῖο ἀγωνιστή. Συνέχεια
Ἐπιστολὴ περὶ Μνησικακίας
Ἅγιος Τύχων (Ἐπίσκοπος Ζαντόνκ)
Ἀξιότιμε καὶ ἀγαπητὲ κ. I. Β. Ἔμαθα, πὼς εἶχες κάμει μήνυση ἐναντίον τοῦ Φ. Λ.,ἐπειδὴ σὲ πρόσβαλε μὲ ὡρισμένες ὑβριστικὲς λέξεις· καὶ πὼς αὐτὸς ἔχει πιὰ πρὸ πολλοῦ πεθάνει! Ἀκόμα ἔμαθα, πώς σοῦ ἔστειλε κάποιον, καὶ σοῦ ζήτησε νὰ τὸν συγχωρέσης. Μὰ σὺ, ὄχι μόνο δὲν τὸν συγχώρησες, ἀλλὰ καὶ τώρα θέλεις νὰ ἐκδικηθῆς τὸν γυιό του
Ἂν αὐτὰ ἀληθεύουν, σὲ παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσης μὲ ὑπομονή. Καὶ νὰ κάμῃς αὐτὸ ποὺ θὰ σοῦ εἰπῶ:
1. Νὰ θυμᾶσαι, ὅτι ἡ μνησικακία εἶναι ἡ πρώτη νίκη τοῦ διαβόλου ἐπάνω μας. Ὁ διάβολος δὲν χαίρεται γιὰ τίποτε ἄλλο τόσο, ὅσο γιὰ μιὰ καρδιά, ποὺ τρέφει μέσα της κακία. Γιατί, ἐκεῖνος ποὺ κρατάει κακία, δὲν λαμβάνει συγχώρηση ἀπὸ τὸν Θεὸ· ἐπειδὴ καὶ ὁ ἴδιος δὲν συγχωρεῖ. Αὐτὸ διδάσκει ὁ Χριστός: “Ἐὰν μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν” (Ματθ. 6,15). Καὶ πῶς θὰ προσευχηθῆς στὸν Θεὸ λέγοντας “ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν”, ἐὰν ἐσὺ ὁ ἴδιος δὲν συγχωρεῖς;
Ὁ ἀδελφός μας καὶ ἐμεῖς εἴμαστε τὸ ἴδιο. Μᾶς πρόσβαλε μὲ τὰ λόγια του; μᾶς ἐξύβρισε; Καὶ ἐμεῖς τί εἴμαστε; Σκουλίκια. Χῶμα. Στάχτη. Βρῶμα. Πόσες φορὲς τὴν ἡμέρα παροργίζομε τὸν Θεό, τὸν Πλάστη μας, ἐνώπιον τοῦ Ὁποίου οἱ οὐράνιες δυνάμεις μετὰ φόβου καὶ τρόμου παρίστανται; Καὶ τί συγχώρηση ἐλπίζουμε νὰ λάβουμε ἀπὸ τὸν Θεό, ὅταν δὲ συγχωροῦμε τοὺς ὁμοίους μας; Ἁμαρτάνουμε ὁ ἕνας εἰς βάρος τοῦ ἄλλου· ὀφείλουμε καὶ νὰ συγχωροῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον! Διάβασε τὸ 18ο κεφάλαιο τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου. Αὐτὸ ποὺ γράφει στὸ τέλος τοῦ κεφαλαίου, εἶναι τρομακτικὸ γιὰ ἐκείνους ποὺ δὲν συγχωροῦν τοὺς συνανθρώπους τους!
2. Τὸ ξέρεις, ὅτι θὰ πεθάνεις! Πότε; Τὸ ἀγνοεῖς. Μπορεῖ σήμερα! Μπορεῖ αὔριο! Μὰ τί θὰ γίνῃ, ἂν σὲ βρῆ ὁ θάνατος νὰ εἶσαι γεμάτος κακία; Ὁ Λ. ἔδειξε ταπείνωση. Καὶ ἔτσι διόρθωσε τὸ κακὸ ποὺ εἶχε κάμει, ζητώντας νὰ τὸν συγχωρέσης. Καὶ ἐξώφλησε τὴν ὑποχρέωση, ποὺ εἶχε ἀπέναντί σου. Τί περισσότερο θέλεις; Ἔχεις τὴν ὑποχρέωση νὰ τὸν συγχωρέσης καὶ σύ! Ἐὰν δὲν τὸ κάνῃς, θὰ πεθάνης μὲ τὴν ὑποχρέωση ἀπραγματοποίητη. Καὶ τότε, τί ἔλεος θὰ βρῆς ἀπὸ τὸν Θεό; Καὶ κατὰ ποιὸ λόγο ὁ γυιὸς του εἶναι ἔνοχος ἀπέναντί σου; Ἐὰν τοῦ ζητοῦσες οἰκονομικὰ χρέη, τότε ὁ γυιὸς θὰ ἔπρεπε νὰ πληρώση γιὰ τὸν πατέρα, ἀφοῦ αὐτὸς ἐκληρονόμησε τὴν περιουσία τοῦ πατέρα του. Μὰ τώρα ὁ πατέρας ξεστόμισε μιὰ βρισιά. Τί γυρεύεις ἀπὸ τὸν γυιό του; Ἦταν ὁ γυιὸς συνένοχος μὲ τὸν πατέρα του; ἤ μήπως αὐτὸς ἔμαθε τὸν πατέρα του νὰ βρίζῃ; Ἂν εἶναι δυνατόν! Συνέχεια
Περὶ τοῦ γογγυσμοῦ κατὰ τοῦ Θεοῦ
Ἅγιος Λουκᾶς, Κριμαίας
Συμπληρώνοντας αὐτὰ ποὺ σᾶς ἔλεγα για τὸ βάθος τοῦ λόγου τοῦ ἀποστόλου Παύλου, σχετικά με τὰ παθήματά του, θὰ σᾶς πῶ τώρα καὶ τί ὑπέφερε σὲ μία πόλη τῆς Μακεδονίας, στοὺς Φιλίππους, γιὰ τὸ κήρυγμά του. Μὲ τὴν καταγγελία κάποιων, ποὺ δὲν τοὺς ἄρεσε τὸ κήρυγμά του, οἱ ἄρχοντες τῆς πόλης ἔδωσαν διαταγὴ νὰ τὸν ραβδίσουν καὶ μετὰ τὸν ἔριξαν στὴ φυλακὴ καὶ ἔσφιξαν τὰ πόδια του στὸ τιμωρητικὸ ξύλο. Τί λέτε; Ἔχασε τότε τὸ θάρρος του ὁ ἀπόστολος; Ἄρχισε νὰ κλαίει; Ἀσφαλῶς ὄχι. Κατὰ τὰ μεσάνυχτα ὁ Παῦλος μαζὶ μὲ τὸ συνεργάτη του, τὸν Σίλα, ἔψαλαν ψαλμούς, δοξολογώντας τὸν Θεό.
Θὰ μποροῦσε ὁ Παῦλος μὲ μία μόνο λέξη νὰ ἀποφύγει τοὺς ραβδισμούς, νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴ φυλακὴ καὶ ἀκόμα καὶ νὰ τρομάξει τοὺς ἄρχοντες, ἀρκεῖ νὰ τοὺς ἔλεγε ὅτι εἶναι Ρωμαῖος πολίτης. Ὅμως δὲν τὸ ἔκανε. Προτίμησε τὸν ἐξευτελισμὸ γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ χαιρόταν μὲ ὅλη τὴν καρδιά του γιὰ τὶς μαστιγώσεις καὶ τὶς πληγές, διότι αὐτὰ συνέβαλαν στὴν ἐπιστροφὴ τοῦ δεσμοφύλακα καὶ τῆς οἰκογένειάς του στὴν πίστη στὸν Χριστό. Νὰ θυμόμαστε πάντα πόσο ἐμεῖς φοβόμαστε τὶς μαστιγώσεις καὶ τὶς πληγὲς ἐνῶ, ἀντίθετα, πόσο ὁ μεγάλος αὐτὸς διάκονος τοῦ Θεοῦ χαιρόταν γι’ αὐτά. Χαιρόταν κάθε φορά ποὺ μποροῦσε νὰ γίνει σπονδὴ στὴ Θυσία.
Καὶ στὴ σημερινὴ ἀποστολικὴ περικοπὴ διαβάζουμε ἀκόμα πιὸ παράξενο λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἀπὸ τὴν ἐπιστολή του πρὸς Κολοσσαεῖς; «Νῦν χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου ὑπὲρ ὑμῶν καὶ ἀνταναπληρῶ τὰ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ σαρκί μου ὑπὲρ τοῦ σώματος αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἡ ἐκκλησία» (Κολ. 1, 24).
Ἀκοῦστε πῶς χτυπᾶ ἡ καρδιὰ τοῦ μεγάλου ἀποστόλου; Ἀκοῦστε πῶς αὐτὸς θεωρεῖ ὅτι ὑστερεῖ σὲ παθήματα ποὺ ὑπομένει γιὰ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι τὸ Σῶμα Του. Ὄχι μόνο χωρὶς καθόλου νὰ γογγύζει, ὑπομένει ὅλα τὰ ἀμέτρητα παθήματα, ἀλλὰ διψᾶ καὶ γιὰ περισσότερα.
Ὤ, Κύριε! Καὶ ἐμεῖς, οἱ ἀδύνατοι χριστιανοί, πόσο φοβόμαστε τοὺς ὀνειδισμούς, τὶς θλίψεις καὶ τὰ παθήματα! Εἶναι δυνατὸν νὰ βρεθεῖ ἔστω καὶ ἕνας μεταξὺ μας πού θὰ ζητοῦσε νὰ πληθυνθοῦν αὐτά; Ἐκεῖνος, ὅμως, διψοῦσε γι’ αὐτὰ τὰ παθήματα, γιὰ νὰ μορφωθεῖ ὁ Χριστὸς στὶς καρδιὲς τῶν ἐθνικῶν, στοὺς ὁποίους κήρυττε ἀκούραστα τὸ Εὐαγγέλιο. Συνέχεια
Γιὰ τὴν κενοδοξία
Ἁγίου Λουκᾶ Κριμαίας
Ὅταν ὁ Κύριος ἔφυγε ἀπὸ τὴ συναγωγή, πῆγε στὸ σπίτι τοῦ Σίμωνα καὶ ἐκεῖ θεράπευσε τὴν πεθερά του. «Δύνοντος δὲ τοῦ ἡλίου πάντες ὅσοι εἶχον ἀσθενοῦντας νόσοις ποικίλαις ἤγαγον αὐτοὺς πρὸς αὐτόν· ὁ δὲ ἑνὶ ἑκάστῳ αὐτῶν τὰς χεῖρας ἐπιτιθεὶς ἐθεράπευσεν αὐτούς. ἐξήρχετο δὲ καὶ δαιμόνια ἀπὸ πολλῶν κραυγάζοντα καὶ λέγοντα ὅτι σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ. καὶ ἐπιτιμῶν οὐκ εἴα αὐτὰ λαλεῖν, ὅτι ᾔδεισαν τὸν Χριστὸν αὐτὸν εἶναι» (Λουκ. 4, 40-41).
Ὄχι μόνο ἐδῶ ὁ Χριστὸς ἀπαγορεύει νὰ κάνουν γνωστὰ σὲ ὅλους τὰ θαύματά του, αὐτὸ τὸ συναντᾶμε πολλὲς φορὲς στὸ Εὐαγγέλιο, βλέπουμε ὅτι σχεδὸν σ’ ὅλες τὶς περιπτώσεις ὁ Κύριος ἔτσι ἐνεργοῦσε. Γιατί; Μᾶς τὸ ἐξηγεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος. «ὅπως πληρωθῇ τὸ ρηθὲν διὰ ῾Ησαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· ἰδοὺ ὁ παῖς μου, ὃν ᾑρέτισα, ὁ ἀγαπητός μου, εἰς ὃν εὐδόκησεν ἡ ψυχή μου· θήσω τὸ πνεῦμά μου ἐπ᾿ αὐτόν, καὶ κρίσιν τοῖς ἔθνεσιν ἀπαγγελεῖ· οὐκ ἐρίσει οὐδὲ κραυγάσει, οὐδὲ ἀκούσει τις ἐν ταῖς πλατείαις τὴν φωνήν αὐτοῦ. κάλαμον συντετριμμένον οὐ κατεάξει καὶ λίνον τυφόμενον οὐ σβέσει, ἕως ἂν ἐκβάλῃ εἰς νῖκος τὴν κρίσιν» (Ματθ. 12, 17-20).
Γι’ αὐτό λοιπὸν, διότι ὁ Κύριος εἶναι τὸ πρότυπό της πραότητας καὶ τῆς ταπεινοφροσύνης. Αὐτὸς ποὺ εἶναι Ἀληθινὸς Θεός, Θεὸς Λόγος, κατέβηκε ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἔγινε ἄνθρωπος, ἦταν τόσο ταπεινὸς πού δὲν ὑπάρχει πιὸ ταπεινὸς ἀπ’ Αὐτὸν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. «Ἑαυτὸν ἐκένωσεν μορφὴν δούλου λαβών» (Φιλιπ. 2.7). Ζοῦσε σὰν δοῦλος μεταξύ μας καὶ μᾶς ἔδωσε παράδειγμα ταπεινοφροσύνης. Ὁ Χριστὸς λέει «ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ᾿ ὑμᾶς καὶ μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν» (Ματθ. 11, 29). Ἂν θέλουμε νὰ βροῦμε ἀνάπαυση γιὰ τὶς ψυχὲς μας πρέπει νὰ εἴμαστε σὰν Αὐτὸν πρᾶοι καὶ ταπεινοί. Γιατί ὁ Χριστὸς δὲν ἐπέτρεπε νὰ διαλαλοῦν τὰ θαύματά του; Ἐπειδὴ ἦταν ταπεινός, γι’ αὐτό. Ἦταν τελείως ξένος πρὸς τὴν κενοδοξία, δὲν ἤθελε νὰ Τὸν ἐπαινοῦν καὶ δὲν ζητοῦσε δόξα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.
Καὶ ἐμεῖς, τί κάνουμε ἐμεῖς; Δὲν ζητᾶμε πάντα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δόξα καὶ ἔπαινο; Δὲν εἴμαστε γεμάτοι ἀπὸ ὑπερηφάνεια; Ποιὸς ἀπὸ μᾶς προσπαθεῖ νὰ κρύψει τὰ καλά του ἔργα, ὅπως τὸ ἔκανε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός; Ποιὸς περιφρονεῖ τὴν ἀνθρώπινη δόξα καὶ ζητάει δόξα μόνο ἀπὸ τὸν Θεό; Σχεδὸν κανείς. Ὅλοι μας σχεδὸν ἔχουμε αὐτὸ τὸ πάθος. Εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ ἀπαλλαχθοῦμε ἀπὸ τὴν κενοδοξία. Μόνο οἱ ἅγιοι εἶναι ἐλεύθεροι ἀπ’ αὐτή. Ἐμεῖς ὅλοι, ἀρχίζοντας ἀπὸ μένα, εἴμαστε γεμάτοι ἀπὸ ὑπερηφάνεια. Συνέχεια
Ἡ ὑπερηφάνεια αἰτία τῆς ἀπουσίας χαρᾶς
Schmemann Alexander
Σὲ σχέση μὲ τὴν κρίση ποὺ ὑπάρχει στὴν προσέλευση φοιτητῶν, σκεφτόμουν: γιατί οἱ ἄνθρωποι τόσο συχνὰ ἁπλῶς καταστρέφουν τὴ ζωή τους, βλάπτουν τὸν ἑαυτό τους, σὰν νὰ διακατέχονται ἀπὸ κάποια amor fati.
Θὰ ὑπέθετε κανεὶς πὼς ἕνας ἁπλὸς ἐγωισμὸς καὶ τὸ ἔνστικτό τῆς αὐτοσυντήρησης θὰ τοὺς προφύλασσαν , ἀλλὰ ὄχι, οὔτε αὐτὸ τὸ ἔνστικτο δὲν τοὺς σταματᾶ. Μπορεῖς νὰ διακρίνεις καθαρὰ ἕνα εἶδος τρέλας, ἕνα πραγματικὸ πάθος γιὰ καταστροφή. Αὐτὸ τὸ πάθος εἶναι τὸ «Ἐγώ», δηλ. ἡ ὑπερηφάνεια.
Ἡ ὑπερηφάνεια μεταμόρφωσε τὸν «ἄγγελο φωτός» σὲ Διάβολο, καὶ τώρα μόνον ἡ ὑπερηφάνεια ἔχει τὴ δύναμη νὰ καταστρέφει τοὺς ἀνθρώπους. Συνεπῶς, τὸ καθετὶ ποὺ συνδέεται, κατὰ τὸν ἕνα ἤ τὸν ἄλλο τρόπο, μὲ τὴν ὑπερηφάνεια, ἀκόμη καὶ σὲ μικροσκοπικὲς δόσεις, συνδέεται μὲ τὸν Διάβολο καὶ μὲ τὸ διαβολικό.
Ἡ θρησκεία ἐπίσης ἀποτελεῖ ἕνα ἕτοιμο πεδίο δράσης γιὰ τὶς δυνάμεις τοῦ διαβόλου. Τὰ πάντα, ἀπολύτως τὰ πάντα στὴ θρησκεία, εἶναι ἀμφιλεγόμενα, κι αὐτὴ ἡ ἀσάφεια μπορεῖ ν’ ἀρθεῖ μόνο μὲ τὴν ταπείνωση, ἔτσι ὥστε ὁλόκληρη ἡ πνευματικὴ ζωὴ νὰ εἶναι, ἤ νὰ πρέπει νὰ κατευθύνεται, στὴν ἀναζήτηση τῆς ταπείνωσης.
Τὸ σημάδι τῆς ταπείνωσης: χαρά! Ἡ ὑπερηφάνεια ἀποκλείει τὴ χαρά. Ἔπειτα: ἁπλότητα, δηλαδὴ ἀπουσία κάθε στροφῆς πρὸς τὸν ἑαυτό μας. Τελικά, ἐμπιστοσύνη, ὡς ἡ κύρια κατευθυντήρια γραμμὴ τῆς ζωῆς, ποὺ ἐφαρμόζεται στὸ καθετὶ (καθαρότητα καρδιᾶς, ὅταν ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ δεῖ τὸν Θεό). Σημάδια τῆς ὑπερηφάνειας εἶναι: ἡ ἀπουσία χαρᾶς, περιπλοκότητα καὶ φόβος. Ὅλα αὐτὰ μποροῦν νὰ ἐπαληθευθοῦν κάθε μέρα, κάθε ὥρα, παρατηρώντας τὸν ἑαυτό μας καὶ μελετώντας τὴ ζωὴ γύρω μας.
Εἶναι τρομερὸ νὰ σκέφτεσαι πώς, κατὰ μία ἔννοια, καὶ ἡ Ἐκκλησία ζεῖ μὲ ὑπερηφάνεια – «τὰ δίκαια τῶν ἐκκλησιῶν», «τὰ δίκαια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου», «ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας», κ.λπ. καὶ μὲ μιά πλημμύρα ἄχαρης, περίπλοκης καὶ ἐπίφοβης «πνευματικότητας». Εἶναι μιά συνεχὴς αὐτοκαταστροφή. Συνέχεια
Περὶ φιλαυτίας καὶ ἐλευθερίας,
Ἀρχιμ. Γεωργίου Καψάνη
Ὅλη τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς λέγεται ἡ πολὺ γνωστὴ εὐχὴ τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ: «Κύριε καὶ Δεσπότα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καὶ ἀργολογίας μή μοι δός. Πνεῦμα δὲ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης χάρισέ μοι τῷ σῷ δούλῳ. Ναὶ Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμά πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου». Κατὰ βάθος ὅλα αὐτὰ τὰ αἰτήματα ἀποβλέπουν στό νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ τὴ φιλαυτία, ἡ ὁποία κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας εἶναι ἡ ῥίζα ὅλων τῶν κακῶν.
Πρὶν προχωρήσω ὅμως στό θέμα, θὰ ἤθελα νά διαβάσουμε γιά λίγο τὴν πολὺ χαριτωμένη ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Νικόδημου τοῦ Ἁγιορείτου στούς λόγους τοῦ ἀποστόλου Παύλου, στήν Β΄ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολή, κεφ. Γ΄: «ἔσονται γὰρ οἱ ἄνθρωποι φίλαυτοι, φιλάργυροι, ἀλαζόνες, ὑπερήφανοι, βλάσφημοι, γονεῦσιν ἀπειθεῖς, ἀχάριστοι, ἀνόσιοι, ἄστοργοι, ἄσπονδοι, διάβολοι, ἀκρατεῖς, ἀνήμεροι, ἀφιλάγαθοι, προδόται, προπετεῖς, τετυφωμένοι, φιλήδονοι μᾶλλον ἢ φιλόθεοι».
Ἂς δοῦμε μερικὰ ἀπὸ αὐτά, πῶς τὰ ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ ὁποῖος εἶναι πατερικὸς ἑρμηνευτὴς τῆς Καινῆς Διαθήκης: «Εὐθύς», λέει, «βάλλει ὁ Ἀπόστολος τὸ πρῶτο πάθος ἀπὸ ὅλα τὰ πάθη καὶ τὴν πρώτη ῥίζα πού γεννᾷ ὅλα τὰ κακά, δηλαδή τὴ φιλαυτία, γιατί φυσικῷ τῷ τρόπῳ, πρῶτο κανείς ἀγαπᾷ τὸν ἑαυτὸν του καὶ ἔπειτα διὰ τὸν ἑαυτὸ του ἀγαπᾷ καὶ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ τὰ ἄλλα τοῦ κόσμου πράγματα. Εἶναι λοιπὸν ἡ φιλαυτία μία ἄτακτη φιλία τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἀπὸ τὴν ὁποία νικώμενοι κάμνομε ὅλα τὰ κακὰ καὶ τὰ πάθη γιὰ νά θεραπεύσουμε τὸν ἑαυτὸ μας καὶ ἡ ὁποία μᾶς κάμνει νά μὴ στοχαζώμαστε καὶ νά θέλουμε τὸ καλὸ τοῦ πλησίον μας, ἀλλὰ μόνο τὸ δικὸ μας, διότι φίλαυτος λέγεται ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος, ὅπου φιλεῖ μόνον τὸν ἑαυτὸν του, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀκολουθεῖ τὸ νά μὴ φιλῇ οὔτε τὸν ἑαυτὸν του. Διότι καθὼς ἀκολουθεῖ καὶ εἰς τὰ μέλη τοῦ σώματος καὶ ἡ βλάβη τοῦ ἑνὸς μέλους, τοῦ ὀφθαλμοῦ θετέον ἢ τῆς χειρὸς ἢ τοῦ ποδὸς διαβαίνει καὶ στὰ ἄλλα μέλη, ἢ καθὼς ἀκολουθεῖ στὴν οἰκία, στὴν οἰκοδομὴ τοῦ οἴκου καὶ ὅταν βγάνη κάποιος μία πέτρα ἀπὸ τὸν τοῖχο σείει καὶ ταράττει καὶ τίς ἄλλες πέτρας, ἔτσι ἀκολουθεῖ καὶ στὴν Ἐκκλησία τῶν Χριστιανῶν καὶ ὁποῖος ἐπιμελεῖται μόνον τὸν ἑαυτὸν του ἀμελεῖ δὲ τὸν ἀδελφὸ του, αὐτὸς βλάπτει καὶ τὸν ἴδιον ἑαυτὸν του». Συνέχεια
Ἡ φιλία
Φώτιος ὁ Μέγας
Νὰ μὴν εἶσαι γρήγορος στὴ σύναψη φιλίας· ὅταν ὅμως συνάψης δεσμό, νὰ τὸν διατηρῆς ἄλυτο μὲ κάθε τρόπο, σηκώνοντας ὅλο τὸ βάρος τοῦ συνανθρώπου, μὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι δὲν ἐπιφέρει κίνδυνο στὴν ψυχή. Διότι οἱ διαστάσεις πρὸς τοὺς φίλους ἐκφαυλίζουν ὅλη τὴν προαίρεσι τῶν ἀνθρώπων καὶ ὑποβάλλουν ὄχι μόνο τὸν ὑπαίτιο ἀλλὰ καὶ τὸν ἀναίτιο στὴν ἴδια ὑπόνοια.
Φίλους νὰ κάμης ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διατηροῦν παντοτινὰ ἄδολη τὴν φιλία πρὸς τοὺς ἄλλους καὶ μήτε ὅταν εὐημεροῦσαν τοὺς ἐφθόνησαν μήτε ὅταν δυστυχοῦσαν τοὺς παραμέλησαν.
Πράγματι πολλοὶ ἐβοήθησαν κι ἐπόνεσαν τοὺς φίλους ὅταν βρίσκονταν σὲ δυστυχία, ἀλλὰ ὅταν ἦσαν εὐτυχεῖς δὲν βάσταξαν τὴν εὐημερία τους· ἔτσι αὐτοὺς ποὺ δὲν τοὺς ἤλεγξε ὁ καιρὸς τῆς συμπαθείας, τοὺς ἐξεσκέπασε τὸ πάθος τοῦ φθόνου. Ν’ ἀποκτᾶς λοιπὸν φίλους ὄχι τοὺς φαύλους ἀλλὰ τοὺς ἀρίστους· διότι τὰ ἤθη τῶν φίλων κρίνονται συνήθως ἀπὸ τὴν ποιότητα τῶν φιλουμένων διὰ τῶν ἐντίμων φίλων εὔκολα ἐπαναφέρεται κανεὶς καὶ ὅταν παραπέση, οἱ φαῦλοι ὅμως φθείρουν καὶ τὴν ὑπάρχουσα καλοκαγαθία· οἱ πρῶτοι καλύπτοντας οἱ ἴδιοι τὴν ἔλλειψι τῶν φίλων στὴν ἀρετὴ τὴν κάμουν νὰ φαίνεται ἀνελλιπής, ἐνῶ ἡ συναναστροφὴ μὲ τοὺς φαύλους καθιστὰ νόθο καὶ ὅ,τι ὑπόλοιπο ἀρετῆς ὑπάρχει.
Νὰ μὴ ζητᾶς ν’ ἀκούης τὰ εὐχάριστα ἀπὸ τοὺς φίλους, ἀλλὰ μᾶλλον τὰ ἀληθινά. Διότι, ἂν δὲν πρέπει νὰ πιστεύσουμε στοὺς ἐχθροὺς ἀκόμη καὶ ὅταν λέγουν τὴν ἀλήθεια, ἀπὸ τοὺς φίλους δὲν ἔχει φθαρεῖ ἡ ἀλήθεια καὶ ζητοῦν κι ἐκεῖνοι νὰ λέγωνται τὰ εὐχάριστα, ἀπὸ ποῦ ἀλλοῦ θὰ προέλθη γιὰ μᾶς ἡ γνῶση τῆς ἀληθείας καὶ ἡ διόρθωση τῶν τυχὸν ἀνοσίων λόγων καὶ πράξεών μας; Γι’ αὐτὸ νὰ θεωρῆς σπουδαῖο πράγμα τὸ νὰ διαφέρουν οἱ φίλοι τῶν κολάκων.
Οἱ μὲν κόλακες, ἐπαινώντας σε κατὰ πρόσωπο, καὶ σένα τὸν ἴδιο δὲν ἀφήνουν νὰ ἔρθεις σέ συναίσθηση τῶν σφαλμάτων ποὺ φυσικὰ διαπράττεις, ἀλλά καὶ μεγαλύτερα τὰ καθιστοῦν μὲ τὶς διαβολὲς πρὸς τοὺς ἄλλους· οἱ φίλοι ὅμως μὲ τὸν φιλικὸ ἔλεγχο καὶ σένα τὸν ἴδιο ἐνισχύουν περισσότερο, ὥστε ν’ ἀντιληφθῆς τὴν παρανομία, καί, ἂν χρειασθῆ νὰ λεχθῆ κάτι καὶ πρὸς τοὺς ἔξω, τότε ἀντὶ κατηγορίας βρίσκουν ἀπολογία γιὰ τὴν πράξη.
Ὅσο λοιπὸν διαφέρει ἡ ἄσκηση τῆς ἀρετῆς ἀπὸ τὴν προκοπὴ στὴν κακία καὶ τὸ νὰ διαλύη κανεὶς τὶς διαβολὲς ἀπὸ τὸ νὰ διαβάλλη στοὺς ὑπηκόους, τόσο πρέπει καὶ σὺ νὰ προτιμᾶς τοὺς φίλους ἀπὸ τοὺς κόλακες. Συνέχεια
Ἀληθινὴ ἐλεημοσύνη.
Ἰσαάκ Σύρου
Σπεῖρε τὴν ἐλεημοσύνη μὲ ταπείνωση καὶ θὰ θερίσεις τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ τὴν ἡμέρα πού θὰ σὲ κρίνει. Ποιὰ ἁμαρτήματα σὲ ἔκαναν νὰ χάσεις τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ; Ἀπ’ αὐτὰ νὰ θεραπευθεῖς γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσεις. Ἔχασες τὴ σωφροσύνη; Δὲν δέχεται ἀπὸ σένα ὁ Θεὸς τὴν ἐλεημοσύνη ἐνόσω ἐπιμένεις στὴν πορνεία. Διότι ὁ Θεὸς ἀπὸ σένα θέλει τὸν ἁγιασμὸ τοῦ σώματος.
Ὁ πραγματικὸς ἐλεήμων.
Ὁ ἐλεήμων νὰ δίνει ἐλεημοσύνη ἀπ’ αὐτὰ πού ὁ ἴδιος ἀπέκτησε, μὲ τὸ δικό του μόχθο καὶ πόνο, καὶ ὄχι ἀπ’ αὐτὰ πού κέρδισε μὲ τὸ ψέμα καὶ τὴν ἀδικία καὶ μὲ πονηριές. Ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος εἶπε: Ἂν θέλεις νὰ σπείρεις τὴν ἀγάπη σου στοὺς φτωχούς, νὰ σπείρεις ἀπὸ τὰ δικά σου. Ἂν πάλι θέλεις νὰ σπείρεις ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ τῶν ξένων, πού ἀπέκτησες ἄδικα, νὰ γνωρίζεις ὅτι θὰ γίνουν γιὰ σένα πιὸ πικρὰ ἀπὸ τὰ ἀγριόχορτα. Σᾶς λέω λοιπὸν ἐγώ, ὅτι ἂν ὁ ἐλεήμων δὲν ξεπεράσει τὰ ὅρια τῆς δικαιοσύνης, δὲν εἶναι ἐλεήμων˙ γιατί πρέπει ὄχι μόνο ἀπὸ τὰ δικά του νὰ δίνει ἐλεημοσύνη, ἀλλὰ καὶ μὲ χαρὰ νὰ ὑπομένει τὶς ἀδικίες πού τοῦ γίνονται ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ νὰ ἐλεεῖ αὐτοὺς πού τὸν ἀδικοῦν.
Ὅταν νικήσει τὴ δικαιοσύνη μὲ τὴν ἐλεημοσύνη, τότε στεφανώνεται, ὄχι μὲ τὰ στεφάνια τῶν δικαίων τοῦ ἰουδαϊκοῦ νόμου, ἀλλὰ μὲ τὰ στεφάνια τῶν τελείων, πού ἀναφέρει τὸ εὐαγγέλιο. Γιατί τὸ νὰ δίνει κανεὶς στοὺς φτωχοὺς ἀπὸ τὰ δικά του καὶ νὰ ντύνει τὸ γυμνὸ καὶ νὰ ἀγαπάει τὸν πλησίον του σὰν τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ μὴν ἀδικεῖ, οὔτε νὰ λέει ψέματα, αὐτὰ καὶ ὁ παλιὸς νόμος τὰ ἀπαιτοῦσε. Ὅμως ἡ τελειότητα τῆς οἰκονομίας τοῦ Εὐαγγελίου ἔτσι προστάζει: «ἀπ’ αὐτὸν πού ἁρπάζει τὰ πράγματά σου μὴν τὰ ζητᾶς πίσω καὶ νὰ δίνεις σ’ ὁποῖον ζητάει ἀπὸ σένα, χωρὶς διάκριση», ἂν εἶναι συγγενής σου ἡ ξένος κ.λπ. (Λουκ. 6, 30).
Καὶ ὄχι μόνο ὅταν ἁρπάζουν τὰ πράγματά σου, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα δυσάρεστα πού σοῦ ἔρχονται, πρέπει νὰ τὰ ὑπομένεις μὲ χαρὰ καὶ νὰ θυσιάζεις ἀκόμη καὶ τὴ ζωή σου γιὰ τὸν ἀδελφό σου. Αὐτὸς εἶναι ὁ πραγματικὸς ἐλεήμων καὶ ὄχι αὐτὸς πού δίνει ἁπλῶς μὲ τὸ χέρι του ἐλεημοσύνη στὸν ἀδελφό του. Ὅποιος λοιπὸν ἀκούσει ἤ δεῖ μὲ τὰ μάτια του ὅτι κάτι στενοχωρεῖ τὸν ἀδελφό του καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὸν ἀναπαύσει μὲ ὑλικὰ ἀγαθά, ἀλλὰ τὸν συμπονάει καὶ καίεται ἡ καρδιὰ του γι’ αὐτὸν καὶ αὐτὸς εἶναι ἀληθινὰ ἐλεήμων.
Τὸ ἴδιο εἶναι ἐλεήμων καὶ ὅποιος δεχθεῖ ράπισμα ἀπὸ τὸν ἀδελφό του καὶ δὲν τοῦ ἀντιμιλήσει μὲ τὴν κοσμικὴ ἀδιαντροπιὰ καὶ δὲν προκαλέσει λύπη στὴν καρδιά του. Συνέχεια
Ἡ ἀγάπη «οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς»
Ἰσαάκ τοῦ Σύρου
Λένε γιὰ τὸν μακάριο Ἀντώνιο ὅτι ποτὲ δὲν σκέφθηκε νὰ κάνει κάτι ποὺ νὰ ὠφελεῖ τὸν ἑαυτὸ του πιότερο ἀπὸ τὸν πλησίον του. Κι αὐτό, γιατί πίστευε πὼς τὸ κέρδος τοῦ πλησίον του εἶναι γι’ αὐτὸν ἄριστη ἐργασία.
Καὶ πάλι εἶπαν γιὰ τὸν ἀββᾶ Ἀγάθωνα, ὅτι ἔλεγε πὼς «ἤθελα νὰ βρῶ ἕνα λεπρὸ καὶ νὰ λάβω τὸ σῶμα του καὶ νὰ τοῦ δώσω τὸ δικό μου».
Εἶδες τέλεια ἀγάπη; Καὶ πάλι, ἂν εἶχε κάποιο πράγμα χρήσιμο, δὲν ἄντεχε νὰ μὴν ἀναπαύσει μ’ αὐτὸ τὸν πλησίον του. Εἶχε κάποτε μιά σμίλη γιὰ νὰ κόβει τὶς πέτρες. Ἦρθε λοιπὸν ἕνας ἀδελφὸς κοντά του καί, ἐπειδὴ τὴν εἶδε καὶ τὴ θέλησε, δὲν τὸν ἄφησε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ κελὶ του χωρὶς αὐτή.
Πολλοὶ ἐρημίτες παρέδωσαν τὰ σώματά τους στὰ θηρία καὶ στὸ ξίφος καὶ στὴ φωτιά, γιὰ νὰ ὠφελήσουν τὸν πλησίον.
Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ φτάσει σ’ αὐτὰ τὰ μέτρα τῆς ἀγάπης, ἂν δέν ζήσει κρυφά, μέσα του, τὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ. Καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἀγαπήσουν ἀληθινά τούς ἀνθρώπους ὅσοι δίνουν τὴν καρδιὰ τους σ’ αὐτὸ τὸν ἐφήμερο κόσμο.
Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἀποκτήσει τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη, τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ ντύνεται, μαζὶ μὲ αὐτήν. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν αὐτὸς ποὺ ἀπέκτησε τὸν Θεὸ νὰ πεισθεῖ ὅτι δὲν μπορεῖ ν’ἀποκτήσει μαζὶ μὲ τὸν Θεό, τίποτε ποὺ νὰ μὴν εἶναι ἀναγκαῖο, ἀλλὰ νὰ ἀποδυθεῖ καὶ τὸ ἴδιο τὸ σῶμα του, δηλ. καὶ αὐτὲς τὶς μὴ ἀναγκαῖες σωματικὲς ἀναπαύσεις.
Ἕνας ἄνθρωπος, ποὺ εἶναι ντυμένος, στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή, μὲ τὴν κοσμικὴ ματαιοδοξία καὶ ποὺ ποθεῖ νὰ ἀπολαύσει τὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου, δὲν μπορεῖ νὰ ἐνδυθεῖ τὸν Θεὸ –νὰ γίνει θεοφόρος– μέχρι νὰ τὰ ἀφήσει. Γιατί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε ὅτι «ὅποιος δὲν ἐγκαταλείψει ὅλα τὰ κοσμικὰ καὶ δὲν μισήσει τὴν κοσμικὴ ζωή του, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει μαθητής μου» (Λουκ. 14, 26). Ὄχι μόνο νὰ τὰ ἀφήσει, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ μισήσει. Ἂν λοιπὸν δὲν μπορεῖ νὰ γίνει μαθητής του, πώς ὁ Κύριος θὰ κατοικήσει μέσα του;
Δὲν θὰ ἀμελήσω νὰ ἀναφέρω τί ἔκαμε ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Μεγάλος, γιὰ νὰ ἐλέγξει ἐκείνους πού καταφρονοῦν τοὺς ἀδελφούς τους. Βγῆκε λοιπὸν κάποτε νὰ ἐπισκεφθεῖ ἕναν ἄρρωστο ἀδελφὸ καὶ ρώτησε τὸν ἄρρωστο ἂν ἤθελε τίποτε. Ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε πώς θὰ ‘θελε λίγο φρέσκο ψωμί. Καὶ ἐπειδὴ ὅλοι οἱ μοναχοὶ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὅλη τὴ χρονιὰ συνήθιζαν καὶ ἔφτιαχναν τὸ ψωμὶ παξιμάδια, σηκώθηκε ἀμέσως ἐκεῖνος ὁ ἀξιομακάριστος ἄνθρωπος καί, μ’ ὅλα τὰ ἐνενήντα του χρόνια, βάδισε ἀπὸ τὴ σκήτη του στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ἀντάλλαξε τὰ ξερὰ ψωμιά, πού πῆρε ἀπὸ τὸ κελί του μὲ φρέσκα καὶ τὰ πῆγε στὸν ἀδελφό. Συνέχεια
Ἡ ἀγάπη ὡς θεμέλιο τῆς γνώσης
π.Ἀθανάσιος Γιέφτιτς
Φθάνουμε, λοιπόν, στὴν ἀγάπη ὡς θεμελιώδη γνωσιολογικὴ κατηγορία τοῦ ἀνατολικοῦ Χριστιανισμοῦ, φυσικὸ τέκνο τοῦ ὁποίου εἶναι τὸ ἡσυχαστικὸ κίνημα κατὰ τὸν Μεσαίωνα. Ἐδῶ πρέπει νὰ τονίσουμε ὅτι οἱ δύο καινοδιαθηκικὲς «ἐντολὲς τῆς ἀγάπης» δὲν βιώνονται στὸν ἡσυχασμὸ ὡς ἠθικὲς κατηγορίες, ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν ἀφοροῦν ἁπλῶς κάποιο «ἠθικὸ τμῆμα» τοῦ εἶναι καὶ τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ἀλλὰ καλύπτουν πλήρως τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, τόσο στὴν προσωπικὴ ὅσο καὶ στὴν ἀτομική της πραγματικότητα. Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἡσυχαστικὴ ἐμπειρία, ἂς ὑπογραμμίσουμε ὅτι «ἡ πρώτη ἐντολὴ» τῆς πρὸς τὸν Θεὸν ἀγάπης ἀναδεικνύει μὲ ἔμφαση ὅλα τὰ κύρια σημεῖα καὶ ὅλες τὶς πνευματικὲς δυνατότητες τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης: «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου».
Ἡ «δεύτερη ἐντολή» τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον, ἡ ὁποία εἶναι ἀπολύτως ἰσάξια μὲ τὴν πρώτη, ἐκφράζει τὸ ἴδιο περιεχόμενο μὲ ἄλλα λόγια: «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν»(1). Ἐν ὀλίγοις, ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος μετέχει στὴν πράξη καὶ στὸ γεγονὸς τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης, ποὺ εἶναι στὴν πραγματικότητα μοναδικὴ καὶ ἀδιαίρετη. Γι’ αὐτόν, ἀκριβῶς, τὸ λόγο ἡ πρώτη ἐντολὴ δὲν ὑφίσταται χωρὶς τὴν ἑπόμενη, οὔτε ἡ δεύτερη χωρὶς τὴν πρώτη(2). Ὁ ἄνθρωπος μετέχει στὴν ἀγάπη μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις καὶ τὶς δυνατότητες, μὲ τὴν καρδιά, τὴν ψυχὴ καὶ μὲ τὸ νοῦ, δηλαδὴ μὲ ὁλόκληρη τὴν ψυχο-φυσική του προσωπικότητα ὅπως καὶ μὲ τὶς ἔλλογες δυνατότητες του.
Ἐνδεχομένως, μπορεῖ νὰ φαίνεται παράδοξο ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα πρόκειται γιὰ ἕνα δεδομένο τῆς χριστιανικῆς ἐμπειρίας καὶ συγκεκριμένα τῆς ἡσυχαστικῆς ἐμπειρίας. Τὸ γεγονός, δηλαδή, ὅτι οἱ δύο «ἐντολὲς τῆς ἀγάπης» τοῦ Χριστιανισμοῦ, ποὺ εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, συνοψίζονται τελικὰ σὲ μία καὶ μοναδικὴ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεάνθρωπο Χριστό, ὅπως ἤδη ἔλεγε ὁ Ἀπόστολος Παύλος(3) καὶ στὴ συνέχεια ὁλόκληρη ἡ χριστιανικὴ πατερικὴ παράδοση τῆς Ἀνατολῆς ἕως τὶς μέρες μας(4).
Ἂς ἐπιστρέψουμε ξανὰ πρὸς αὐτὴν ἐπιμένοντας γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ στὴ χριστοκεντρικὴ ἡσυχαστικὴ γνωσιολογία, ἡ ὁποία εἶναι —τώρα λοιπὸν μποροῦμε ξεκάθαρα νὰ τὸ δηλώσουμε— μιὰ «ἀγαπητικὴ γνωσιολογία», δηλαδὴ μία γνωσιολογία τῆς ἀγάπης μεταξὺ ἐκείνου ποὺ γνωρίζει καὶ ἐκείνου ποὺ γνωρίζεται. Συνέχεια
Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας
ΠΡΟΟΙΜΙΟ
ΕΡΓΟ τῆς Θείας Λειτουργίας εἶναι ἡ μεταβολὴ τῶν δώρων ποὺ προσφέρουν οἱ πιστοί – τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου – σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ. Καὶ σκοπὸς τῆς εἶναι ὁ ἁγιασμὸς τῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴ Θεία Μετάληψη ἀποκομίζουν τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τους, τὴν κληρονομία τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν καὶ κάθε πνευματικὸ ἀγαθό.
Σ᾿ αὐτὸ τὸ ἔργο καὶ τὸ σκοπὸ συμβάλλουν οἱ προσευχές, οἱ ψαλμῳδίες, τὰ ἁγιογραφικὰ ἀναγνώσματα καὶ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ τελοῦνται καὶ λέγονται στὴ διάρκεια τῆς Λειτουργίας. Μέσα σε αὐτὰ εἶναι σὰν νὰ βλέπουμε σὲ ἕνα πίνακα ζωγραφισμένη ὁλόκληρή τή ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τὸ τέλος της. Γιατὶ ὁ καθαγιασμὸς τῶν Δώρων, ἡ ἴδια δηλαδὴ ἡ θυσία, διακηρύσσει τὸν θάνατο, τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν ἀνάληψή Του, καθὼς τὰ δῶρα αὐτὰ μεταβάλλονται στὸ ἴδιο τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, δηλαδὴ τὴν ἔλευσή Του στὸν κόσμο, τὴ δημόσια ἐμφάνισή Του, τὰ θαύματα καὶ τὴ διδασκαλία Του. Κι ἐκεῖνα ποὺ ἕπονται τῆς θυσίας, συμβολίζουν τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς Ἀποστόλους, τὴν ἐπιστροφὴ τῶν ἀνθρώπων στὸν Θεὸ καὶ τὴν κοινωνία τους μαζί Του.
Οἱ πιστοὶ ποὺ ἐκκλησιάζονται καὶ συμμετέχουν σὲ ὅλα αὐτὰ μὲ προσηλωμένο τὸ νοῦ, γίνονται πιὸ σταθεροὶ στὴν πίστη, πιὸ θερμοὶ στὴν εὐλάβεια καὶ τὴν ἀγάπη τους πρὸς τὸν Θεό. Μὲ τέτοιες λοιπὸν διαθέσεις ἀξιώνονται νὰ πλησιάσουν καὶ τὴ φωτιὰ τῶν μυστηρίων καὶ νὰ μεταλάβουν μὲ κάθε ἀσφάλεια καὶ οἰκειότητα.
Αὐτὸ εἶναι συνοπτικὰ τὸ νόημα τῆς Θείας Λειτουργίας.
Ἂς τὴν ἐξετάσουμε τώρα ὅσο μποροῦμε λεπτομερέστερα, ἀρχίζοντας μὲ ἐκεῖνα ποὺ τελοῦνται στὴν ἁγία Πρόθεση [Εἰδικὸς χῶρος ποὺ βρίσκεται ἀριστερὰ ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα, ὅπου τοποθετοῦνται (προτίθενται-πρόθεση) τὰ Δῶρα ποὺ προσφέρουν (προσκομίζουν-προσκομιδή) οἱ πιστοὶ γιὰ τὴ Θεία Εὐχαριστία. Ἐδῶ γίνεται ἡ ἀναγκαία προετοιμασία τους ἀπὸ τὸν λειτουργὸ ἱερέα]. Συνέχεια
Ἡ Ἐξομολόγηση εἶναι ἄκρως ἀπαραίτητη
Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
«Μετὰ τὸν θάνατο δὲν ὑπάρχει πλέον καιρὸς μετανοίας, καὶ στὸν ἅδη ἡ ψυχὴ ἡ ὁποία νεκρώθηκε ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν, δὲν μπορεῖ πλέον νὰ ἐπανέλθει στὴν ζωὴν τὴν κατὰ Θεὸν»
Ὅταν λοιπὸν διαπράξεις ἁμαρτία, μὴν περιμένεις ἀπό κάποιον ἄλλο τὴν κατηγορία, ἀλλὰ πρὶν νὰ κατηγορηθεῖς κατηγόρησε ἐσὺ τὸν ἑαυτό σου γιὰ τὶς πράξεις σου. Διότι ἐὰν ἄλλος σὲ ἐλέγξει, τότε τὸ κατόρθωμα δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς δικῆς σου ἐξομολογήσεως, ἀλλὰ ἡ διόρθωση ἐπέρχεται ὡς ἀποτέλεσμα τῆς κατηγορίας ἐκείνου. Ἐξομολόγηση δηλαδὴ δὲν εἶναι τὸ νὰ κατηγοροῦμε τὸν ἑαυτὸ μας ὕστερα ἀπὸ τὸν ἔλεγχο τῶν ἄλλων, ἀλλὰ πρῶτοι ἐμεῖς νὰ κατηγορήσουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ μὴν περιμένουμε τὸν ἔλεγχο ἐκ μέρους ἄλλων. Διότι ὁ Πέτρος, ὕστερα ἀπὸ τὴ φοβερὴ ἐκείνη ἄρνηση (τότε πού ἀρνήθηκε πώς γνωρίζει τὸν Κύριο), ἐπειδὴ ἀμέσως ἀναγνώρισε τὴν ἁμαρτία του καὶ χωρὶς κανεὶς νὰ τὸν κατηγορήσει, καὶ τὸ ἔγκλημά του ὁμολόγησε καὶ πικρὰ ἔκλαψε, τόσο τέλεια καθαρίστηκε ἀπὸ τὴν ἄρνησή του, ὥστε ἔγινε πρῶτος ἀπὸ ὅλους τους ἁγίους Ἀποστόλους καὶ σὲ αὐτὸν ἐμπιστεύθηκε ὁ Κύριος ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη.
Ἐὰν δηλαδὴ ὁ Ἱερέας ἔλαβε ἐξουσία νὰ συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες, τὶς ὁποῖες διαπράττουμε πρὸς τὸν Θεό, πολὺ περισσότερο θὰ μπορέσει νὰ μᾶς ἀπαλλάξει καὶ νὰ ἐξαφανίσει τὶς ἁμαρτίες, τὶς ὁποῖες κάνουμε πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Ἄρχων εἶναι καὶ ὁ ἱερέας καὶ μάλιστα ἄρχων περισσότερο σεβαστὸς καὶ ἀπὸ τὸν βασιλιά. Διότι οἱ Ἱεροὶ Κανόνες καὶ αὐτὴν τὴν κεφαλὴ τοῦ βασιλιᾶ τὴν ὑπέταξαν στὰ χέρια τοῦ Ἱερέα. Καὶ ὅταν παραστεῖ ἀνάγκη γιὰ νὰ ζητηθεῖ ἡ Βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ὁ βασιλιὰς καταφεύγει πρὸς τὸν ἱερέα καὶ ὄχι ὁ ἱερέας πρὸς τὸν βασιλιά.
Ἐὰν ὁ Θεὸς δὲν κατέβασε Ἀγγέλους ἀπὸ τὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ τοὺς κάνει διδασκάλους τῶν ἀνθρώπων, τὸ ἔκανε γιὰ νὰ μὴ μᾶς ἐπιτιμοῦν (γιὰ νὰ μὴ μᾶς κάνουν παρατηρήσεις) συχνότερα καὶ αὐστηρότερα οἱ Ἄγγελοι, λόγῳ τῆς ὑπεροχῆς τῆς δικῆς τους φύσεως καὶ λόγῳ τῶν ἀδυναμιῶν τὶς ὁποῖες ἔχουμε ἐμεῖς ὡς ἄνθρωποι. Ἀντὶ τῶν Ἀγγέλων μᾶς ἔδωσε ὡς διδασκάλους καὶ ἱερεῖς ἀνθρώπους θνητούς, ἔχοντας τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες, ὥστε ὁ κίνδυνος νὰ ὑποπέσουν καὶ αὐτοὶ στὰ ἴδια σφάλματα νὰ συγκρατεῖ τὴ γλώσσα καὶ τὴ δικιά τους, ἀλλὰ καὶ ἐκείνων πού τοὺς ἀκοῦνε, καὶ νὰ μὴν ἐλέγχουν τοὺς ἄλλους αὐστηρότερα ἀπὸ ὅσο πρέπει.
Γιὰ ποιὸν λόγο τὰ εἶπα ὅλα αὐτά; Γιὰ νὰ μὴν λέτε ὅτι «ἐσὺ ἐπειδὴ δὲν ἔχεις ἁμαρτίες, ἐπειδὴ εἶσαι ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὸν ψυχικὸ πόνο πού αἰσθάνεται κανεὶς ἀπὸ τὴν ἐπιτίμηση τοῦ ἱερέα, μὲ μεγαλύτερη τόλμη προξενεῖς σὲ ἐμᾶς (στὴν ψυχὴ μας) πληγή». Πρῶτος ὅμως αἰσθάνομαι ἐγὼ τὸν πόνο, διότι καὶ ἐγὼ ὡς ἄνθρωπος ὑπόκειμαι στὰ ἴδια ἁμαρτήματα. «Ὅλοι εἴμαστε ἔνοχοι γιὰ τὶς πράξεις μας» (Σοφία Σειράχ, 8, 5) καὶ «ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος πού μπορεῖ νὰ καυχηθεῖ ὅτι ἔχει ἁγνὴ καρδιά;» (Παροιμίες Σολομῶντος, 20, 9). Συνέχεια
Προσευχή καί Κατάκριση
Ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ
Ὅσοι ἀληθινὰ ἀπεφάσισαν νὰ ὑπηρετήσουν τὸν Κύριο, πρέπει νὰ καταγίνονται στὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν ἀδιάλειπτη καὶ νοερὰ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός Του: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό». Τὶς ὧρες ποὺ ἀκολουθοῦν μετὰ τὸ γεῦμα μπορεῖ κανεὶς νὰ προσεύχεται ὡς ἑξῆς: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό».
Μπορεῖ ἐπίσης νὰ καταφεύγει ἰδιαιτέρως στὴ Θεοτόκο: «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς» ἢ νὰ λέει τὸν ἀρχαγγελικὸ ἀσπασμό: «Θεοτόκε Παρθένε, χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία…» Μὲ αὐτή τὴν ἀπασχόληση ὄχι μόνο διατηροῦμε εἰρηνικὴ τὴ συνείδησή μας, ἀλλὰ μποροῦμε νὰ πλησιάσουμε τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του. Διότι, κατὰ τὸν ἅγιο Ἰσαὰκ τὸν Σύρο, δὲν μποροῦμε νὰ πλησιάσουμε μὲ ἄλλο τρόπο τὸν Θεό, ἐκτός ἀπὸ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή.
Τὰ εἴδη τῆς προσευχῆς περιγράφει πολὺ καλὰ ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος. Ὅσο γιὰ τὴν ἀξία της ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέει: «Μεγάλο τὸ ὅπλο τῆς προσευχῆς· εἶναι θησαυρὸς ἀτίμητος, πλοῦτος ἀδαπάνητος, λιμάνι ἀχείμαστο, πρόξενος τῆς ἡσυχίας , ρίζα, πηγὴ καὶ μητέρα πλήθους καλῶν ἔργων». Συνέχεια
Σκέψεις γιὰ τὸν θάνατο
Ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ
Ὁ κλῆρος ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς, κλῆρος ἀναπόφευκτος, εἶναι ὁ θάνατος. Τὸν φοβόμαστε ὡς τὸν πιὸ ἄσπονδο ἐχθρό μας. Τὰ θύματά του τὰ κλαῖμε πικρά. Ὡστόσο ζοῦμε σὰν νὰ μὴν ὑπῆρχε θάνατος, ζοῦμε σὰν νὰ εἴμαστε αἰώνιοι πάνω στὴ γῆ. Τάφε μου! Γιατί σὲ ξεχνῶ; Ἐσὺ μὲ περιμένεις. Περιμένεις νὰ γίνω ὁ κάτοικός σου. Καὶ θὰ γίνω. Γιατί, λοιπόν, σὲ ξεχνῶ καὶ ζῶ σὰν νὰ περιμένεις κάθε ἄλλον ἄνθρωπο ἐκτὸς ἀπὸ μένα;
Ἡ ἁμαρτία μοῦ στέρησε καὶ μοῦ στερεῖ τὴ γνώση καὶ τὴν αἴσθηση κάθε ἀλήθειας. Μοῦ κλέβει, μοῦ ἁρπάζει ἀπὸ τὸν νοῦ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, τοῦ τελευταίου καὶ συνάμα τοῦ πιὸ σημαντικοῦ καὶ τοῦ πιὸ βέβαιου γεγονότος τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.
Γιὰ νὰ θυμόμαστε τὸν θάνατο, πρέπει νὰ ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ. Μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιὰ καθαρίζονται, νεκρώνονται γιὰ τὸν κόσμο καὶ ἀναζωογονοῦνται γιὰ τὸν Κύριο. Ὁ νοῦς, ὅσο ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τοὺς κακοὺς ἤ καὶ ἁπλῶς μάταιους λογισμούς, τόσο συλλογίζεται τὸν θάνατο. Ἡ καρδιά, ὅσο ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὰ πάθη, τόσο τὸν προαισθάνεται. Καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιά, ὅσο ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ κόσμο, τόσο στρέφονται πρὸς τὴν αἰωνιότητα· ὅσο ἀγαποῦν τὸν Χριστό, τόσο ποθοῦν νὰ βρεθοῦν κοντά Του, μολονότι, ἔχοντας συναίσθηση τοῦ μεγαλείου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς δικῆς τους ἁμαρτωλότητας, ἀναλογίζονται μὲ τρόμο τὴν ὥρα τοῦ θανάτου. Φοβερὸς παρουσιάζεται μπροστά τους ὁ θάνατος μαζὶ μὲ τὸν ἀγώνα του. Τὸν ποθοῦν, ὡστόσο, γιὰ νὰ λυτρωθοῦν ἀπὸ τὴν ἐπίγεια αἰχμαλωσία.
Ἂν ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ ποθοῦμε τὸν θάνατο λόγω τῆς ψυχρότητάς μας ἀπέναντι στὸν Χριστὸ καὶ τῆς ἀγάπης μας πρὸς τὰ φθαρτά, ἂς χρησιμοποιήσουμε τουλάχιστο τὴ μνήμη τοῦ θανάτου σὰν ἕνα πικρὸ φάρμακο ἐνάντια στὴν ἁμαρτωλότητά μας. Γιατί ἡ ψυχή, ὅταν οἰκειωθεῖ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, διαλύει τὴ φιλία της μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ ἀπομακρύνεται ἀπ’ ὅλες τὶς ἁμαρτωλὲς ἀπολαύσεις.
«Μόνο αὐτὸς ποὺ γνώρισε τί σημαίνει μνήμη θανάτου», εἶπε κάποιος ἀπὸ τοὺς ὁσίους πατέρες, «δὲν θὰ μπορέσει ποτὲ πιὰ ν’ ἁμαρτήσει»1. «Νὰ θυμᾶσαι πάντα τὰ τέλη τῆς ζωῆς σου», λέει καὶ ἡ Γραφή, «καὶ δὲν θὰ ἁμαρτήσεις ποτὲ».
Νὰ σηκώνεσαι ἀπὸ τὸ κρεβάτι σου σὰν ἀναστημένος ἀπὸ τοὺς νεκρούς. Νὰ ξαπλώνεις στὸ κρεβάτι σου σὰν νεκρὸς ποὺ τοποθετεῖται στὸν τάφο. Ὁ ὕπνος εἶναι συμβολισμὸς τοῦ θανάτου. Καὶ τὸ σκοτάδι τῆς νύχτας εἶναι προάγγελος τοῦ σκοταδιοῦ τοῦ τάφου, ποὺ θὰ τὸ διαλύσει τὸ φῶς τῆς ἀναστάσεως, φῶς χαρμόσυνο γιὰ τοὺς φίλους τοῦ Χριστοῦ καὶ φοβερὸ γιὰ τοὺς ἐχθρούς Του. Συνέχεια
