Πρόσωπο καὶ ἁγιότητα
Βασίλειος Τ. Γιούλτσης
Εἶναι δύσκολο νὰ συλλάβει ὁ ἄνθρωπος τὸ νόημα τῆς ἁγιότητας. Στὴ σύγχρονη μάλιστα ἐποχὴ μὲ τὴν τρομακτικὴ σύγχυση τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν ἐναλλασσόμενων ἀντιφάσεων μπορεῖ νὰ εἶναι ἐλάχιστοι ἐκεῖνοι, ποὺ προβληματίζονται πάνω στὴ σημασία τῆς λέξης ἢ τὶς διαστάσεις τοῦ περιεχομένου της.
Ἡ ἁγιότητα γιὰ τοὺς πολλοὺς μένει μία ἀπλησίαστη ἀξία, ποὺ συνδέεται μόνο μὲ τὸ Θεό. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ἡ ἁγιότητα εἶναι δεμένη μὲ τὴ ζωή μας, ποὺ κυλᾶ ἀκόμα κι ἂν δὲ θέλουμε νὰ τὸ πιστέψουμε μέσα στὸ χῶρο καὶ τὸ χρόνο τῆς Ἐκκλησίας. Ἰδιαίτερα ὡς Χριστιανοὶ ζοῦμε σὲ μία χρονικὴ διάσταση, ποὺ εἶναι προβολὴ τοῦ παρελθόντος, καὶ τὸ παρελθὸν ὡς παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζει τὴν ἱστορία, ποὺ γράφτηκε μὲ τὶς θυσίες καὶ τὸ αἷμα τῶν ἁγίων καὶ τῶν μαρτύρων. Τὸ γεγονός, μάλιστα, ὅτι ὁ καθένας μας ἔχει βαφτιστεῖ στὸ ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, σημαίνει ἔνταξη σὲ μία πραγματικότητα, ὅπου ὑπάρχουν οἱ δυνατότητες καὶ τὰ μέσα γιὰ τὴν προσέγγιση τῆς ἁγιότητας. Τὸ μόνο ἐμπόδιο εἶναι ἡ ὑπέρβαση τοῦ ἑαυτοῦ μας· ὄχι ἡ ἐκμηδένιση τῆς προσωπικότητας, ὄχι ἡ ἐξαφάνιση τῶν πνευματικῶν ποιοτήτων. Ἡ μοναδικὴ δυσκολία εἶναι ἡ ἀποδέσμευση ἀπὸ τὴ δουλεία τῶν αἰσθήσεων καὶ τῶν ἐνστίκτων καὶ στὴ συνέχεια ἡ χωρὶς περιορισμοὺς καὶ κρατούμενα ἀποδοχὴ τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ.
Οἱ ἅγιοι, ποὺ ἔζησαν στὸ παρελθόν, δὲν εἶχαν διαφορετικὲς δυνάμεις καὶ δυνατότητες ἀπὸ τὶς δικές μας. Οὔτε κι οἱ ἐποχές τους γιὰ τὴν ἁγιότητα ἦταν πιὸ πρόσφορες ἀπὸ τὴ δική μας. Ἔζησαν μέσα στὸν κόσμο, κάτω ἀπὸ τὶς ἴδιες ἠθικὲς καὶ πνευματικὲς συνθῆκες μ’ ἑκατομμύρια συνανθρώπων τους, καὶ φυσικὰ μὲ ἑκατομμύρια Χριστιανῶν. Ἡ διαφορὰ τους ὅμως ἀπ’ ἐκείνους ἦταν ὅτι αὐτοὶ ἐναρμόνισαν τὴ ζωή τους μὲ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ δὲ δίστασαν νὰ τὸ ὁμολογήσουν μὲ παρρησία ὅταν βρέθηκαν σὲ δίλημμα. Τὸ στοιχεῖο αὐτὸ τοῦ ἡρωισμοῦ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀρετὴ τοῦ ἁγίου. Μία ἀρετὴ ποὺ τοῦ δίνει τὴ δύναμη νὰ βλέπει τὰ πάντα κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τῆς αἰωνιότητας, καὶ ἀπὸ τὴν προοπτικὴ αὐτὴ νὰ ἀξιολογεῖ τὸν κόσμο, τὶς χαρές, τὶς λάμψεις, τὶς ἐπιδιώξεις ἢ τὶς ματαιότητές του. Συνέχεια
Ἡ ὁμολογία τῶν Ἁγίων Νέων Μαρτύρων ὡς ἔκφραση ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους
Ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολὴ μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ τὸ νέφος τῶν ἁγίων Μαρτύρων ποὺ μᾶς περιβάλλει, καὶ μᾶς προσκαλεῖ νὰ ἀποφεύγουμε τὴν ἁμαρτία, νὰ τρέχουμε δι’ ὑπομονῆς τὸν προκείμενο ἀγώνα, ἀποβλέποντες εἰς τὸν ἀρχηγὸ καὶ τελειωτὴν τῆς πίστεώς μας Κύριον Ἰησοῦν. Τὸ ἔνδοξο καὶ φωτεινότατο νέφος τῶν Ἁγίων Παλαιῶν Μαρτύρων κάθε τόσο διευρύνεται καὶ πλατύνεται μὲ νέους Μάρτυρες. Ἔτσι ἔγινε καὶ στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας. Ὁ μουσουλμανικὸς κατακλυσμὸς προκάλεσε τὴν ὁμολογία πολλῶν ὀρθοδόξων ἀδελφῶν μας, κυρίως Ἑλλήνων, ἀλλὰ καὶ Σλάβων, μάλιστα καὶ μερικῶν Τούρκων. Ὅλοι αὐτοὶ λέγονται Νεομάρτυρες. Ἀκολούθησαν τὸν Πρωτομάρτυρα καὶ Ἀρχιμάρτυρα, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ποὺ πρῶτος ἔδωσε τὸ Τίμιο αἷμα Του γιὰ τὸν πεσόντα ἄνθρωπο. Μὲ τὸ αἷμα Του συνῆψε μία νέα Διαθήκη, συμφωνία: «Τοῦτό ἐστι τὸ αἷμα μου τὸ τῆς Καινῆς Διαθήκης, τὸ ὑπὲρ ὑμῶν καὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» (Ματθ. κστ΄, 26-28). Ὅσοι δέχονται μὲ πίστη τὴν θυσία Του, γίνονται δικός Του λαός, λαὸς τῆς νέας Διαθήκης, νέος, περιούσιος λαός, βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον.
Ἡ νέα Διαθήκη βασίζεται στὴν πιστότητα τοῦ Θεοῦ στὶς ἐπαγγελίες Του πρὸς τὸν νέο λαὸ Του τῆς χάριτος. Ὁ Θεὸς μένει πιστὸς στὴν ἀγάπη Του πρὸς τὸν λαό Του. Ἔτσι πιστὸς πρέπει νὰ μείνει καὶ ὁ λαὸς στὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεό του: «Καὶ λελουμένοι τὸ σῶμα ὕδατι καθαρῷ κατέχωμεν τὴν ὁμολογίαν τῆς ἐλπίδος ἀκλινῆ· πιστὸς γὰρ ὁ ἐπαγγειλάμενος» (Ἑβρ. ι΄, 23). Συνέχεια
«Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: ἡ ζωὴ καὶ ἡ διδασκαλία του»
Ἀρχιμ. Γεωργίου Καψάνη
Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὑπῆρξε πρὸ πάντων ἕνας ταπεινός, γνήσιος, ἀληθινός, ἅγιος μοναχός. Πίστευε βαθιὰ στὴν ἀξία τῆς μοναχικῆς ζωῆς καὶ τὴν ἔζησε, ἀφ’ ἧς ἦλθε στὸ ‘Ἅγιον Ὅρος μέχρι τὴν μακαρία τελευτή του, μὲ ἀδιάκοπο ζῆλο καὶ συνέπεια.
Ἔφθανε τὸ παράδειγμα τῆς ἁγίας μοναχικῆς του ζωῆς, γιὰ νὰ εἶναι ὑποτύπωσης καὶ στηλογραφία κάθε ὀρθοδόξου μοναχοῦ. Ὅμως, ἐπειδὴ ἔλαβε πλούσια τὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, «ἔρρευσαν ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ποταμοὶ ὕδατος ζῶντος» (πρβλ. Ἰω. ζ’, 38) καὶ «ἐξηρεύξατο ἡ καρδία του λόγους ἀγαθοὺς» (πρβλ. Ψαλμ. 44) περὶ τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως, τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καὶ τῆς μοναχικῆς πολιτείας.
Ἂς ἀντλήσουμε καὶ ἐμεῖς, Πατέρες καὶ ἀδελφοί, ἀπὸ τοὺς λόγους αὐτοὺς νάματα καθαρά, τὰ ὁποῖα εἴθε δι’ εὐχῶν τοῦ Ἁγίου καὶ δι’ εὐχῶν Σας νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ κατανοήσουμε βαθύτερα καὶ νὰ βιώσουμε τὴν χριστιανικὴ καὶ μοναχική μας πολιτεία.
Α’.
Ὁ ἅγιος Νικόδημος θαυμαστής, ἐραστὴς καὶ διαπρύσιος κῆρυξ τῆς μοναχικῆς πολιτείας.
Ἀφ’ ὅτου ὡς νέος γνώρισε τοὺς ὁσίους Γέροντες Σίλβεστρο, Ἀρσένιο, Γρηγόριο καὶ Νήφωνα, ὁ θεῖος πόθος πυρπόλησε τὴν καρδιά του γιὰ τὴν ἰσάγγελον ζωὴ τῶν μοναχῶν. Τόσος ἦταν ὁ ἔνθεος ζῆλος του, ὥστε τοῦ ἦταν ἀδύνατον νὰ παραμείνη καὶ μία ἀκόμη στιγμὴ στὸν κόσμο, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ περιστατικὸ πού ἔλαβε χώρα στὸ λιμάνι τῆς Νάξου τὴν ἡμέρα τῆς ἀναχωρήσεώς του γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος.
Ὅταν γράφη γιὰ τὸ κάλλος τῆς παρθενίας καὶ τῆς μοναχικῆς ζωῆς, δὲν φείδεται λέξεων καὶ ἐκφράσεων γιὰ νὰ τὸ περιγράψει:
«Τί ἄλλο ποθεινότερο, ὡσὰν τὸ νὰ μιμεῖταί τινας ἐπὶ γῆς τῶν Ἀγγέλων τὴν πολιτείαν; Τί ἄλλο ἐρασμιώτερο ἡ μακαριστώτερο, ὡσὰν τὸ νὰ εἶναί τινας ἑνωμένος μὲ τὸν ἀγαπητόν του Θεὸν διὰ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀδιάλειπτου ἐν καρδία προσευχῆς, ἥτις ξεύρει νὰ ἀποκτᾶται διὰ μέσου τῆς ἡσυχίας; Καὶ ποτὲ μὲν νὰ φωνάζει μὲ τὸν Παῦλον: «τὶς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ…» καὶ τὰ ἑξῆς· ποτὲ δὲ μὲ τὸν θεοφόρο Ἰγνάτιο “ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται…”;». Συνέχεια
Ἁγία Νίνα ἡ φωτίστρια τῆς Γεωργίας
Ἡ Γεωργία γνώρισε πολὺ νωρὶς τὸ χριστιανισμό. Σύμφωνα μὲ ἀρχαιότατη παράδοση, τὸ σπόρο τοῦ Εὐαγγελίου σ’ ἐκείνη τὴν περιοχὴ ἔριξαν πρῶτοι οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος καὶ Σίμων ὁ Κανανίτης.
Ἡ μεταστροφή, πάντως, ὁλόκληρου σχεδὸν τοῦ λαοῦ τῆς Γεωργίας στὴ χριστιανικὴ πίστη ἔγινε τὸν 4ο αἰώνα ἀπὸ τὴν ἁγία Ἰσαπόστολο Νίνα.
Ἡ ἁγία Νίνα γεννήθηκε στὰ τέλη τοῦ 3ου αἰώνα στὴν Καππαδοκία, ὅπου τότε κατοικοῦσαν πολλοὶ Γεωργιανοί. Ἦταν στενὴ συγγενής τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, σύμφωνα μάλιστα μ’ ἕνα παλαιὸ χειρόγραφο ἦταν ξαδέλφη του.
Ὁ πατέρας τῆς Ζαβουλών, φημισμένος στρατιωτικὸς στὴν ὑπηρεσία τοῦ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ, καὶ ἡ μητέρα της Σωσάννα, ἀδελφή τοῦ ἐπισκόπου Ἱεροσολύμων Ἰουβενάλιου, διακρίνονταν γιὰ τὴ βαθιά τους εὐσέβεια.
Ἔτσι, ἀπὸ τὸ εὐλογημένο αὐτὸ ζεῦγος προῆλθε ἕνας ἐξίσου εὐλογημένος καρπός, ἡ μακαρία Νίνα.
Ὅταν ἡ Νίνα.ἔγινε δώδεκα χρόνων, πῆγε μὲ τοὺς γονεῖς της στὰ Ἱεροσόλυμα. Ἐκεῖ ὁ πατέρας της Ζαβουλών, μὲ τὴ συγκατάθεση τῆς συζύγου του καὶ τὴν εὐλογία τοῦ ἐπισκόπου, ἀναχώρησε γιὰ ν’ ἀσκητέψει στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη.
Ὁ ἀκριβὴς τόπος καὶ ὁ χρόνος τοῦ θανάτου του παρέμειναν ἄγνωστοι.
Ἡ Σωσάννα, πάλι, τοποθετήθηκε ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο ἀδελφό της ὡς διακόνισσα στὸν ἱερὸ ναὸ τῆς Ἀναστάσεως, γιὰ νὰ φροντίζει τὶς φτωχὲς καὶ ἄρρωστες γυναῖκες.
Τέλος, τὴν ἁγία Νίνα τὴν παρέδωσαν στὴν εὐλαβέστατη γερόντισσα Σάρα-Νιοφόρα, τὴ Βηθλεεμίτισσα, διακόνισσα κι ἐκείνη στὸν Πανάγιο Τάφο, γιὰ νὰ τὴν ἀναθρέψει «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου» (Ἐφ. 6,4). Συνέχεια
Πρός τήν Διακόνισσα Ὀλυμπιάδα” Ἐπιστολή 9η
Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου
Τί θρηνεῖς καί τί κτυπιέσαι; Γιατί ἐπιβάλλεις στόν ἑαυτό σου τόσες τιμωρίες ὅσες οὔτε καί οἱ ἐχθροί σου δέν μπόρεσαν ὥς τώρα νά σοῦ καταφέρουν; Γιατί παραδίδεις τόσο πολύ τήν ψυχή σου στήν τυραννία τῆς ἀθυμίας; Τά γράμματα πού μοῦ ἔστειλες μέ τόν Πατρίκιο μοῦ φανέρωσαν αὐτά τά ψυχικά σου τραύματα. Ἔχω μεγάλο πόνο μέ ἐσένα. Γιατί ἐνῶ θά ἔπρεπε νά κάνεις τά πάντα, ὥστε νά διώξεις ἀπό τήν ψυχή σου τήν ἀθυμία, ἐσύ γυρίζεις συνεχῶς γύρω ἀπό τά ἴδια θέματα καί καταγίνεσαι μέ ὀδυνηρούς λογισμούς -πλάθοντας μάλιστα φανταστικές ἱστορίες- ξεσχίζοντας ἔτσι καί καταστρέφοντας τόν ἑαυτό σου ἄσκοπα καί μάταια.
Γιατί στενοχωριέσαι πού δέν μπόρεσες νά κάνεις κάτι, ὥστε νά φύγω ἀπό τήν Κουκουσό; Αὐτό τό ἔκανες ἤδη μέ τήν προαίρεση καί μέ τίς διάφορες ἐνέργειες πρός τούς ὑπεύθυνους παράγοντες, κινητοποιώντας τούς πάντες καί τά πάντα. Ἄν τελικά, δέν εὐοδόθηκε ὁ σκοπός αὐτῶν τῶν κινητοποιήσεων, ἐσύ γιατί θά πρέπει νά λυπᾶσαι καί νά πονᾶς; Μπορεῖ ὁ Θεός νά θέλει νά διανύσω διπλό δρόμο, ὥστε νά μέ ἀμείψει περισσότερο. Γιατί λοιπόν πονᾶς γιά ἐκεῖνα πού μέ ἀνακηρύττουν νικητή; Ἐσύ θά ἔπρεπε νά σκιρτᾶς γι’ αὐτά καί νά χορεύεις φορώντας στεφάνια. Κι αὐτό γιατί καταξιώθηκα νά δεχθῶ τέτοια τιμή ἡ ὁποία ὑπερβαίνει τήν ἀξία μου.
Σέ λυπεῖ μήπως ἡ ἐρημιά πού ἐπικτρατεῖ ἐδῶ; Καί τί εἶναι γλυκύτερο ἀπό τήν ἐδῶ διαμονή; Ἐδῶ εἶναι ἡσυχία, γαλήνη, πολλή ἀμεριμνία καί ὑγιεινό κλῖμα. Ἄν ὁ τόπος δέν ἔχει καταστήματα καί ἀγορά, ἐμένα τί μέ ἀπασχολεῖ αὐτό; Στήν πραγματικότητα μοῦ ἔρχονται τά πάντα σάν νά βρισκόμουν καί νά ψώνιζα σέ μεγάλα καταστήματα. Ἐδῶ ἔχω δικό μου ἄνθρωπο, τόν ἐπίσκοπο καί τόν Διόσκουρο πού κάνει τά πάντα γιά νά μέ ἀναπαύσει. Θά σοῦ μιλήσει γι’ αὐτό τό θέμα καί ὁ καλός μας Πατρίκιος. Αὐτός θά σοῦ περιγράψει τό πόσο εὐχάριστα ζῶ ἐδῶ, μέ πόση ἀνάπαυση καί εὐκολία.
Ἄν βέβαια θρηνεῖς γιά ὅσα συνέβησαν στήν Καισάρεια αὐτό δέν σέ τιμᾶ. Διότι καί ἐκεῖ πάλι πλέχθηκαν γιά μένα λαμπρά στεφάνια, ὥστε ὅλοι νά μέ ἐξυμνοῦν, νά μέ θαυμάζουν καί νά ἀποροῦν, μή ἐννοώντας τούς λόγους γιά τούς ὁποίους βρέθηκα στήν ἐξορία καί σέ τόσο μεγάλη κακοπάθεια. Αὐτά ὅμως νά μήν τά πεῖς σέ κανέναν, ἄν καί πολλοί τά συζητοῦν ἤδη καί τά διαδίδουν. Πράγματι, ὁ ἀγαπητός μου Παιάνιος μοῦ εἶπε ὅτι οἱ πρεσβύτεροι τοῦ ἐπισκόπου Φαρετρίου πού βρίσκονται ἐδῶ διαδίδουν ὅτι ἔχουν κοινωνία μέ ἐμένα καί ὅτι δέν συμμερίζονται τίς ἀπόψεις τῶν ἀντιθέτων, δέν ἔχουν καμιά σχέση καί πολύ περισσότερο, καμιά κοινωνία μαζί τους. Γιά νά μή ξεσηκωθοῦν λοιπόν καί ἀρχίσουν νά μᾶς ἐπιτίθενται ἀνοικτά, κράτησε σιωπή σχετικά μέ ὅ,τι σοῦ λέω. Συνέχεια
Πρός τήν Διακόνισσα Χαλκιδία
Εὔχομαι ὁ Θεός νά σοῦ ἀνταποδώσει, καί ἐδῶ καί στή μέλλουσα ζωή, τό σεβασμό, τήν ἐκτίμηση καί τήν γνήσια ἀγάπη πού τρέφεις πρός τό πρόσωπό μου. Γνωρίζω καλά, –ὄχι μόνο τώρα, ἀλλά καί ἀπό πρίν καί ἀπό τήν ἀρχή– τήν συμπεριφορά σου πρός ἐμένα.
Γι’ αὐτό, ἄν καί βρίσκομαι τόσο μακριά καί ἐμποδίζομαι ἀπό τό μέγεθος τῆς ἀποστάσεως πού μᾶς χωρίζει –καί ἐδῶ περνάω τόσο στενόχωρα, ἐξαιτίας τῆς ἐρημιᾶς τοῦ τόπου καί τῶν συχνῶν ληστρικῶν ἐπιθέσεων καί δέν ἔχω ἕνα γιατρό νά μέ βοηθήσει– ἐντούτοις ποτέ δέν σᾶς ξεχνῶ. Θυμᾶμαι πάντα ἐσένα καί τήν οἰκογένειά σου καί διατηρῶ ἀμείωτη τήν ἀρχική ἀγάπη μου πρός τά πρόσωπά σας, χωρίς νά ἐμποδίζομαι ἀπό τήν ἀπόσταση πού μᾶς χωρίζει ἤ ἀπό τό χρόνο πού μεσολάβησε ἀπό τήν τελευταία μας συνάντηση. Γιατί αὐτή εἶναι ἡ φύση τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης.
Σέ παρακαλῶ, λοιπόν, μέ τή σύνεση καί τήν ἀγάπη πού σέ διακρίνει, νά ὑπομείνεις μέ γενναιότητα καί αὐτά πού τώρα σοῦ συμβαίνουν. Γιατί γνωρίζεις ὅτι ἀπό τήν πρώτη ἡλικία σου ἔχεις περάσει πάρα πολλές δοκιμασίες καί θλίψεις. Αὐτή λοιπόν ἡ ἐμπειρία σου θά σέ βοηθήσει καί τώρα νά ἀντιμετωπίσεις πιό εὔκολα τά καινούργια βάσανα, μέ τήν ὑπομονή καί τήν καρτερία πού ἔχεις μέχρι τώρα ἐπιδείξει, ἐξαιτίας τῆς ὁποίας ἔχεις ἀσφαλῶς ἐξασφαλίσει λαμπρά στεφάνια γιά τήν αἰωνιότητα.
Καί ἄν ὁ ἀγώνας αὐτός εἶναι μεγαλύτερος ἀπό τούς προηγούμενους, ἀσφαλῶς καί τό στεφάνι θά εἶναι λαμπρότερο. Ἄς μή σέ τρομάζει, λοιπόν, κανένα ἀπό τά ἐπερχόμενα δεινά, ἀλλά ὅσο καί ἄν αὐξάνονται τά κύματα καί ἡ θαλασσοταραχή γίνεται μεγαλύτερη, τόσο μεγαλύτερο θά εἶναι τό κέρδος καί τόσο λαμπρότερα τά βραβεῖα τῶν Θείων δωρεῶν. Γιατί, καθώς λέει καί ὁ Ἀπόστολος, “τά παθήματα αὐτῆς τῆς ζωῆς δέν εἶναι ἰσάξια μέ τή δόξα πού πρόκειται νά ἀποκαλυφθεῖ γιά νά δοθεῖ σέ μᾶς“1. Γιατί τά παρόντα, τόσο τά εὐχάριστα ὅσο καί τά δυσάρεστα, εἶναι δρόμος. Καί τά καλά καί τά κακά παρέρχονται καί τίποτα ἀπ’ αὐτά δέν μένει σταθερό καί μόνιμο, ἀλλά ὅλα μιμοῦνται τή φύση καί φεύγουν ὅπως καί οἱ ἐποχές. Συνέχεια
Ταπεινή προσφορά
π. Εὐσεβίου Βίττη
ΔΕΞΟΥ Κύριε Ἰησοῦ γλυκύτατε, Ἀρχιποίμην Ἰησοῦ, Υἱὲ Θεοῦ Μονογενές, Ἀγάπη τῆς Ἀγάπης τοῦ Πατρός, πού εἶναι ἡ ρίζα κάθε ἀγάπης, δέξου, ΚΥΡΙΕ μου, τὴν ταπεινή μου προσφορά. Δέξου την καὶ ἐπειδὴ ὁπωσδήποτε εἶναι μολυσμένη καὶ βεβορβορωμένη ἀπὸ τὴν ἄμετρη ἁμαρτωλότητά μου, ἐξάγνισέ την ΕΣΥ καθάρισέ την Ἐσύ, συμμόρφωσέ την Ἐσὺ σύμφωνα μὲ τὴ δική Σου σοφία καὶ καθαρότητα.
Δέξου τοὺς χτύπους τῆς καρδιᾶς μου, ὅσο κι ἂν εἶναι πήλινη.
Δέξου τὰ δάκρυά μου, ὅσο κι ἂν εἶναι γήινα.
Δέξου τὴν ταπεινή μου ἱκεσία, ὅσο κι ἂν εἶναι φτωχὴ καὶ ἰσχνή.
Σὲ ἱκετεύω, φτωχό Σου πρόβατο κι ἐγώ, γιὰ τὰ πρόβατά Σου, πού εἶναι ἀδέρφια μου, πού εἶναι παιδιά Σου, ποὺ εἶναι παιδία τοῦ «Πατρὸς ἡμῶν τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς», Πρωτότοκε καὶ Πρεσβύτερε Ἀδελφέ, Κύριε καὶ Δέσποτα Ἰησοῦ Χριστέ, Σωτήρ μου.
ΟΣΟΝ καιρὸ μετάνοιας, συντριβῆς, προσευχῆς, ἀφιερώσεως καὶ ἡσυχίας πνευματικῆς θὰ μοῦ χαρίζει ἡ εὐσπλαχνία Σου, μία μέρα; μία ἑβδομάδα; ἕνα μήνα; ἕνα χρόνο; ὅσον καιρὸ θὰ μοῦ χαρίζει ἡ ἄμετρη ἀγαθότητά Σου καὶ ἀνοχή Σου, θὰ τὸν ἀφιερώσω σὲ αὐτὸ τὸ ἔργο: θὰ ἱκετεύω γιὰ τὰ πρόβατά Σου. Ὤ, μὴν ἀπορρίψεις τὴν ταπεινή μου ἱκεσία, Κύριε! Τὸ ξέρεις πὼς ἡ μεγάλη μου εὐτυχία κλείνοντας τὰ μάτια στὸν μάταιον αὐτὸν κόσμο, ἡ πιὸ μεγάλη μου χαρά, θὰ εἶναι νὰ ἔχω κρατήσει μία καὶ μόνο εἰκόνα: ἕνα κοπάδι λογικῶν προβάτων, τῶν προβάτων, πού μοῦ εἶχες Ἐσὺ ἐμπιστευθεῖ, μὰ δὲν ἀξιώθηκα νὰ πεθάνω ἀνάμεσά τους, νὰ βόσκουν ἑνωμένα, ἀγαπημένα, εἰρηνικά, πνευματικὰ καταρτισμένα σὲ κάποιους λειμῶνες τῆς Χάριτός Σου, κάτω ἀπὸ τὰ στοργικὰ βλέμματα ἑνὸς -ἴσως καὶ περισσότερων- ἁγίων ἱερέων καὶ πνευματικῶν ποιμένων, πού θὰ τοὺς ἔχεις στὸ μεταξὺ Ἐσὺ στείλει, γιατί καὶ γι’ αὐτὸ Σὲ ἔχω ἐνοχλήσει πολύ, ὅπως τὸ ξέρεις καλά.
Ἴσως αὐτή ἡ εἰκόνα, πού θὰ ἔχω κλείσει στὰ μάτια μου, νά ʼναι ἡ μόνη μου ἀπολογία μπρὸς στὸ φοβερὸ Κριτήριο καὶ τὸ ἀδέκαστο Βῆμα Σου.
Ὅταν μοῦ πεῖς: τί ἔκανες λοιπόν, φτωχὴ ψυχή, ἐκεῖ κάτω στὴ γῆ; Θὰ μπορῶ ἴσως τότε μὲ ὅλη τὴν ἁπλότητα καὶ τὸ θάρρος, πού μοῦ ἐμπνέει ἡ ἀγάπη Σου, νὰ Σοῦ ἀποκριθῶ ταπεινά:
Σοῦ δάνειζα τὰ δάκρυά μου,
γιὰ νὰ κάνης τὶς συνθέσεις
τῶν χρωμάτων αὐτῆς τῆς εἰκόνας,
πού ἔφερα μαζί μου Κύριε!
ΑΜΗΝ, ΑΜΗΝ, ΑΜΗΝ, ΚΥΡΙΕ ΜΟΥ, ΙΗΣΟΥ ΜΟΥ!
Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι
Ἰωάννης Μ. Φουντούλης
Τὴν 30η Ἰανουαρίου ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία τὴν μνήμη τῶν τριῶν μεγάλων Ἱεραρχῶν, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Δὲν πρόκειται περὶ «μνήμης» μὲ τὴν κυρία ἔννοια τῆς λέξεως, δηλαδὴ ἐπετείου τοῦ θανάτου τῶν Πατέρων αὐτῶν, ἀλλὰ περὶ κοινῆς ἑορτῆς, «συνάξεως» κατὰ τὴν λειτουργικὴ ὁρολογία. Ὁ Μέγας Βασίλειος ἀπέθανε τὴν 1η Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 379 μ.Χ. καὶ ἡ μνήμη τοῦ ἑορτάζεται, ὡς γνωστὸν , τὴν 1η Ἰανουαρίου. Ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος τὴν 25η Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 389 μ.Χ, καὶ τὴν 25η Ἰανουαρίου ἐωρτάσαμε τὴν μνήμη του. Τέλος ὁ Χρυσόστομος ἀπέθανε στὴν ἐξορία τὴν 14η Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 407 μ.Χ, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῆς Ὑψώσεως τοῦ τιμίου Σταυροῦ, ἡ μνήμη τοῦ ὅμως μετετέθη, λόγω τοῦ ὕψους τῆς δεσποτικῆς ἑορτῆς τῆς ἡμέρας αὐτῆς, καὶ ἑορτάζεται τὴν 13ην Νοεμβρίου.
Ἡ ἑορτὴ τῆς 30ης Ἰανουαρίου εἶναι μεταγενεστέρα, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν τὴν συναντοῦμε στὰ παλαιὰ ἑορτολόγια. Καθιερώθη κατὰ τὸν ΙΑ΄ αἰώνα ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Ἀλεξίου Κομνηνοῦ (1081 -1118 μ.Χ). Τὴν αἰτία τῆς συστάσεως τῆς κοινῆς καὶ γιὰ τοὺς τρεῖς ἑορτῆς μᾶς ἀφηγεῖται ἐκτενῶς τὸ συναξάριο τῆς ἡμέρας. «Στάσις», διένεξις, ὑπῆρχε στὴν Κωνσταντινούπολι μεταξὺ «τῶν ἐλλογίμων καὶ ἐναρέτων ἀνδρῶν». Ἀπὸ τοὺς τρεῖς Ἱεράρχας ἄλλοι ἐθεωροῦσαν σπουδαιότερο τὸν Χρυσόστομο, ἄλλοι τὸν Βασίλειο, καὶ ἄλλοι τὸν Γρηγόριο, καὶ ὑποτιμοῦσαν τοὺς ἄλλους δύο. Ἔτσι δημιουργήθηκαν τρεῖς διαμαχόμενες παρατάξεις: τῶν Ἰωαννιτῶν, τῶν Βασιλειτῶν καὶ τῶν Γρηγοριτῶν.
Στὴν ἔριδα ἔθεσε τέλος ὁ μητροπολίτης Εὐχαΐτων Ἰωάννης ὁ Μαυρόπους, λόγιος καὶ εὐλαβὴς κληρικός. Αὐτός, κατὰ τὴν διήγησι τοῦ συναξαριστοῦ, εἶδε σὲ ὀπτασία τοὺς τρεῖς ἁγίους, πρῶτα τὸν καθένα χωριστὰ καὶ ὕστερα καὶ τοὺς τρεῖς μαζί. Αὐτοὶ τοῦ εἶπαν μὲ ἕνα στόμα: «Ἡμεῖς οἱ τρεῖς εἴμεθα ἕνα, καθὼς βλέπεις, κοντὰ στὸν Θεὸ καὶ τίποτε δὲν ὑπάρχει ποὺ νὰ μᾶς χωρίζη ἢ νὰ μᾶς κάνη νὰ ἀντιδικοῦμε… Πρῶτος δὲν ὑπάρχει μεταξὺ μας οὔτε δεύτερος… Σήκω λοιπὸν καὶ εἰπὲ σ’ ἐκείνους ποὺ μαλώνουν, νὰ μὴ χωρίζωνται σὲ παρατάξεις γιὰ ἡμᾶς. Γιατί ἡμεῖς καὶ στὴν ζωή μας καὶ μετὰ τὸν θάνατό μας δὲν ἔχομε ἄλλη ἐπιθυμία, παρὰ νὰ εἰρηνεύη καὶ νὰ ὁμονοῆ ὅλος ὁ κόσμος». Σὰν σύμβολο καὶ ἔκφρασι τῆς ἑνότητος τῶν τοῦ συνέστησαν νὰ συστήση κοινὴ ἑορτὴ καὶ τῶν τριῶν. Ἔτσι ὁ Εὐχαΐτων ἀνέλαβε τὴν συμφιλίωσι τῶν διαμαχομένων μερίδων καὶ συνέστησε τὴν ἑορτὴ τῆς 30ης Ἰανουαρίου. Ἔκρινε τὸν Ἰανουάριο ὡς καταλληλότερο μήνα γιὰ τὸν ἑορτασμὸ των, ἀφοῦ κατ’ αὐτὸν ἑώρταζαν καὶ οἱ τρεῖς σὲ διάφορες ἡμέρες, τὴν 1η ὁ Βασίλειος, τὴν 25η ὁ Γρηγόριος καὶ τὴν 27η ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων τοῦ Χρυσοστόμου. Συνέχεια
Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Γεώργιος ἐξ Ἰωαννίνων
Ὁ ἅγιος νεομάρτυς Γεώργιος, ὁ πολιοῦχος τῶν Ἰωαννίνων , καταγόταν ἀπὸ ἕνα χωριὸ τῶν Γρεβενῶν, τὸ ὁποῖο ὀνομαζόταν Τζούρχλη, σήμερα Ἅγιος Γεώργιος.
Ἦταν φτωχὸς καὶ ἀγράμματος ἄνθρωπος. Σὲ ἡλικία ὀκτὼ ἐτῶν ἔμενε ὀρφανός. Καὶ ἀπὸ τοὺς δύο γονεῖς του. Ὅταν μεγάλωσε ἐργαζόταν ὡς ἱπποκόμος σὲ κάποιον τοῦρκο ἀγᾶ .Οἱ Τοῦρκοι, ὅπως συνήθιζαν, δὲν τὸν ἀποκαλοῦσαν μὲ τὸ ὄνομά του ἀλλὰ Γκιαοὺρ Χασᾶν.
Τὸ ἔτος 1836 ὁ ἀγᾶς, τὸν ὁποῖο ὑπηρετοῦσε ὁ ἅγιος, ἐγκαταστάθηκε γιὰ ὑπηρεσιακοὺς λόγους στὰ Ἰωάννινα. Ἐκεῖ στὰ Ἰωάννινα ὁ ἅγιος ἀρραβωνιάστηκε μὲ μία νέα ὀνόματι Ἑλένη, ὀρφανὴ καὶ αὐτὴ ἀπὸ γονεῖς, πτωχὴ ὑλικὰ ἀλλὰ πλούσια ψυχικά. Κάποιος Χότζας, ὁ ὁποῖος γνώριζε τὸν Ἅγιο καὶ ἄκουγε νὰ τὸν φωνάζουν Γκιαοὺρ Χασᾶν παραξενεύτηκε ποὺ ἀρραβωνιάστηκε Χριστιανὴ καὶ τὸν κατηγόρησε στὸ δικαστήριο πὼς ἐνῶ εἶναι μουσουλμάνος παντρεύεται Χριστιανή. Μπροστὰ στὸ δικαστήριο ὁ Ἅγιος ὁμολόγησε πὼς εἶναι Χριστιανός. Ὁ δικαστὴς δὲν πείστηκε καὶ τὸν ἔστειλε στὸν βεζύρη, ὅπου ἀνακρινόμενος ὁ Ἅγιος ὁμολόγησε ξανὰ τὴ χριστιανική του πίστη. Ὁ βεζύρης μάλιστα κάλεσε καὶ τὸν ἀφέντη τοῦ Ἁγίου, ὁ ὁποῖος ἐπιβεβαίωσε τὴν χριστιανική του ἰδιότητα, πράγμα τὸ ὁποῖο καταγράφηκε στὸν κώδικα τοῦ δικαστῆ, πὼς εἶναι Χριστιανός. Μετὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔκανε τὸν γάμο του μὲ τὴν Ἑλένη. Συνέχεια
Εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεὸν B΄
Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου
Σ’ εὐχαριστῶ, Δέσποτα, Κύριέ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς πού μὲ τὴν προαιώνια βουλή σου εὐδόκησες νὰ ἔλθω ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη. Σ’ εὐχαριστῶ γιατί, πρὶν φθάσει ἡ ἡμέρα καὶ ἡ ὥρα, τῆς γέννησής μου, Ἐσὺ ὁ Μόνος ἀθάνατος, ὁ Μόνος παντοδύναμος, ὁ Μόνος ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος, ταπεινώθηκες καὶ ἔγινες ἄνθρωπος, καὶ –χωρὶς νὰ ἀπομακρυνθεῖς ἀπὸ τοὺς κόλπους τοῦ Θεοῦ-Πατρός– προσέλαβες σάρκα καὶ γεννήθηκες ἀπὸ τὴν Ἁγία Παρθένο Μαρία. Καὶ ἔτσι μὲ ἀνέπλασες, μὲ ζωοποίησες καὶ μὲ ἐλευθέρωσες ἀπὸ τὴν προπατορικὴ πτώση, ἀνοίγοντάς μου τὸ δρόμο πρὸς τοὺς οὐρανοὺς
Ἔπειτα, ἀφοῦ γεννήθηκα καὶ ἀναπτύχθηκα λίγο, Ἐσὺ μὲ ἀνακαίνισες μὲ τὸ ἅγιό της ἀναπλάσεως βάπτισμα καὶ μὲ κατεκόσμησας μὲ τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐσύ μοῦ χάρισες φύλακα Ἄγγελο φωτεινὸ καὶ μὲ διαφύλαξες ἄτρωτο ἀπὸ τὰ ἔργα καὶ τὶς παγίδες τοῦ πονηροῦ, μέχρι πού μεγάλωσα καὶ ὡρίμασα. Ἐπειδὴ δὲ ἔκρινες ὅτι δὲν εἶναι σωστὸ καὶ πρέπον νὰ ὁδηγούμαστε μὲ τὴ βία στὴ σωτηρία, ἀλλὰ ἐλεύθερα μὲ τὴ δική μας προαίρεση, θέλησες νὰ τιμηθῶ κι ἐγὼ μὲ τὸ αὐτεξούσιο καί, διὰ τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν Σου, νὰ ἐκφράζω τὴν πηγαία καὶ αὐτοπροαίρετη πρὸς Σὲ ἀγάπη μου. Ἀλλὰ ἐγὼ ὁ ἀχάριστος καὶ καταφρονητὴς τῆς Χάρης Σου, δὲν λογάριασα τὴν ἀξία τῆς δωρεᾶς τοῦ αὐτεξουσίου καὶ σὰν ἄλογο πού λύθηκε ἀπὸ τὰ δεσμά, αὐτονομήθηκα καὶ ἔτσι κατέπεσα στὸ γκρεμό. Κι ἐνῶ κοιτόμουν ἐκεῖ ὁ ἀναίσθητος καὶ κυλιόμουν καὶ συντριβόμουν ὁλοένα καὶ περισσότερο, Ἐσὺ δὲν μὲ ἀποστράφηκες καὶ δὲν μὲ ἐγκατέλειψες νὰ μολύνομαι πεσμένος στὸ βόρβορο. Ἀλλὰ μὲ εὐσπλαχνίσθηκες, καὶ μὲ ἔβγαλες ἀπὸ ἐκεῖ, μὲ τίμησες λαμπρότερα καὶ μὲ λύτρωσες, κατὰ τὸ ἔλεός Σου, ἀπὸ βασιλεῖς καὶ ἄρχοντες, πού ἤθελαν νὰ μὲ ἐξουδενώσουν καὶ νὰ μὲ χρησιμοποιήσουν σὰν εὐτελὲς σκεῦος στὴν ὑπηρεσία τῶν θελημάτων τους. Ἐσὺ Κύριε, ἂν καὶ ἤμουν φιλάργυρος, δὲν ἐπέτρεψες νὰ δεχθῶ δῶρα χρυσὰ καὶ ἀργυρά. Ἀλλά μοῦ ἔδωσες τὴ δύναμη καὶ τὸ φωτισμὸ νὰ θεωρῶ ὡς βδέλυγμα τὴ δόξα καὶ τὶς τιμὲς τοῦ κόσμου, ὅσα προκλητικά μου πρόσφεραν, γιὰ νὰ δραπετεύσω, ὡς προδότης, ἀπὸ τὴν κλήση καὶ τὴ ζωὴ τοῦ ἁγιασμοῦ πού Ἐσὺ χαρίζεις. Συνέχεια
Ἐγκώμιον εἰς τὸν Ἅγιον Ἀπόστολον Παῦλον
Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
Λόγος β´
1.-. Τί τέλος πάντων εἶναι ὁ ἄνθρωπος καὶ πόση εἶναι ἡ εὐγένεια τῆς δικῆς μας φύσης καὶ πόσο ἱκανὸ στὴν ἀρετὴ εἶναι αὐτὸ τὸ ὄν, μᾶς τὸ ἔδειξε περισσότερο ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ὁ Παῦλος. Καὶ τώρα σηκώνεται, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἔχει φθάσει, καὶ μὲ καθαρὴ φωνὴ πρὸς ὅλους ἐκείνους ποὺ κατηγοροῦν τὴ φύση μας ἀπολογεῖται γιὰ χάρη τοῦ Κυρίου, προτρέπει γιὰ ἀρετή, κλείνει τὰ ἀναίσχυντα στόματα τῶν βλάσφημων καὶ ἀποδεικνύει ὅτι δὲν εἶναι μεγάλη ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στοὺς ἀγγέλους καὶ στοὺς ἀνθρώπους, ἂν θέλουμε νὰ προσέχουμε τὸν ἑαυτό μας. Γιατὶ χωρὶς νὰ ἔχει ἄλλη φύση, οὔτε νὰ ἔχει λάβει ἄλλη ψυχή, οὔτε νὰ κατοίκησε σ᾿ ἄλλο κόσμο, ἀλλὰ ἂν καὶ ἀνατράφηκε στὴν ἴδια γῆ καὶ τόπο καὶ μὲ τοὺς ἴδιους νόμους καὶ συνήθειες, ξεπέρασε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν ἀπὸ τότε ποὺ ἔγιναν οἱ ἄνθρωποι.
Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἐκεῖνοι ποὺ λέγουν, ὅτι εἶναι δύσκολο πράγμα ἡ ἀρετὴ καὶ εὔκολο ἡ κακία; Γιατὶ ὁ Παῦλος τοὺς ἀντικρούει λέγοντας· «Οἱ θλίψεις μας ποὺ γρήγορα περνοῦν, προετοιμάζουν σ᾿ ἐμᾶς σὲ ὑπερβολικὰ μεγάλο βαθμὸ αἰώνιο βάρος δόξας» (Β´ Κορ. 4, 17). Ἐὰν ὅμως τέτοιες θλίψεις περνοῦν εὔκολα, πολὺ περισσότερο οἱ φυσικὲς ἡδονές…
Καὶ δὲν εἶναι μόνο αὐτὸ τὸ θαυμαστό του, ὅτι δηλαδὴ ἀπὸ πολλὴ προθυμία δὲν αἰσθανόταν τοὺς κόπους του γιὰ τὴν ἀρετή, ἀλλ᾿ ὅτι ἀσκοῦσε αὐτὴν χωρὶς ἀμοιβή. Ἐμεῖς βέβαια δὲν ὑπομένουμε κόπους γι᾿ αὐτὴν ἂν καὶ ὑπάρχουν ἀμοιβές. Ἐκεῖνος ὅμως καὶ χωρὶς τὰ ἔπαθλα τὴν ἐπιζητοῦσε καὶ τὴν ἀγαποῦσε, καὶ ἐκεῖνα ποὺ θεωροῦνταν ὅτι εἶναι ἐμπόδιά της τὰ ξεπερνοῦσε μὲ κάθε εὐκολία. Καὶ δὲν ἐπικαλέσθηκε οὔτε τὴν ἀδυναμία τοῦ σώματος, οὔτε τὴν τυραννίδα τῆς φύσης, οὔτε τίποτε ἄλλο. Ἂν καὶ εἶχε ἀναλάβει μεγαλύτερη φροντίδα ἀπὸ τοὺς στρατηγοὺς καὶ ὅλους τοὺς βασιλεῖς τῆς γῆς, ἀλλ᾿ ὅμως κάθε ἡμέρα ἦταν ἀκμαῖος, καὶ ἐνῶ οἱ κίνδυνοί του ἐπαυξάνονταν, διέθετε νεανικὴ προθυμία. Γιὰ νὰ δείξει αὐτὸ ἀκριβῶς ἔλεγε, «Ξεχνώντας τὰ ὅσα ἔγιναν στὸ παρελθὸν καὶ φροντίζοντας γιὰ ἐκεῖνα ποὺ εἶναι μπροστά μου» (Φιλιπ. 3, 14). Συνέχεια
Ὁ ἅγιος Βασίλειος καὶ ὁ Μοναχισμὸς
Fr. Florovsky George
Τὸ κοινοτικὸ Ἰδεῶδες ἔλαβε τὴ βασικὴ θεμελίωσή του τὸν τέταρτο αἰώνα ἀπὸ τὸν Ἅγ. Βασίλειο τὸν Μέγα. Πραγματικά, δὲν εἶναι ὑπερβολὴ ὅτι ὁ Ἅγ. Βασίλειος ἄλλαξε ριζικὰ τὸ μοναχισμό. Ὁ Ἅγ. Βασίλειος ἔβλεπε τὴν κοινοβιακὴ ζωὴ ὡς ἕνα μικρόκοσμο τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἕνα κοινωνικὸ ὀργανισμό, ὡς ἕνα εἶδος εἰδικῆς «πολιτείας». Ὁ Κανόνας τοῦ Ἁγ. Βασιλείου ἤσκησε ἀποφασιστικὴ ἐπίδραση σὲ ὁλόκληρη τὴ μετέπειτα ἱστορία τοῦ μοναστικοῦ βίου στὸ Βυζάντιο καὶ στὴ Δύση.
Ὁ Ἅγ. Βασίλειος ἔγραψε τὸν Κανόνα του μεταξὺ τῶν ἐτῶν 358 καὶ 364. Ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο μορφές. Στὴν κοινὴ Λατινικὴ ὁρολογία ἡ πρώτη μορφή, ἡ Regulae fusius tractatae (Ὅροι κατὰ Πλάτος), ἀποτελεῖται ἀπὸ 55 κατηγορίες (κεφάλαια)· ἡ δεύτερη μορφή, ἡ Regulae brevius tractatae (ὅροι κατ’ ἐπιτομήν), συνίσταται ἀπὸ 313 κατηγορίες (κεφάλαια). Αὐτὲς οἱ κατηγορίες εἶναι μὲ τὴ μορφὴ ἐρωτήσεως καὶ ἀποκρίσεως. Ἂν καὶ ὁ Κανόνας εἶναι αὐστηρός, ἀπέφευγε νὰ ἐνθαρρύνει τὶς πιὸ ἀκραῖες μορφὲς ἀσκητισμοῦ ποὺ ζοῦσαν οἱ ἐρημίτες τῆς ἐρήμου. Ὁ Κανόνας ἐννοοῦσε τὸν ἀσκητισμὸ ὡς μέσον γιὰ τὴν τέλεια ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ, κι αὐτὴ ἔπρεπε νὰ πραγματοποιηθεῖ σὲ κοινοτικὴ ζωὴ μὲ ὑπακοή.
Ὁ Ἁγ. Βασίλειος προέβλεψε ὧρες γιὰ λειτουργικὴ προσευχὴ καὶ ὧρες γιὰ χειρονακτικὴ ἐργασία καὶ ἄλλες μορφὲς ἐργασίας. Πτωχεία καὶ ἀγαμία περιλαμβάνονταν ἐπίσης στὸν Κανόνα. Ὁ Κανόνας τοῦ Ἁγ. Βασιλείου ἔχει μέσα του μία κοινωνικὴ ἐντολή: τὰ παιδιὰ πρέπει νὰ διδάσκονται σὲ τάξεις ποὺ ἦταν προσαρμοσμένες στὰ μοναστήρια καὶ οἱ μοναχοὶ ἔπρεπε νὰ μεριμνοῦν γιὰ τοὺς φτωχούς. Ἡ παροῦσα μορφὴ τοῦ Κανόνα τοῦ Ἁγ. Βασιλείου εἶναι μία ἀναθεώρηση τοῦ Ἅγ. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτη (πέθανε τὸ 826).
Ὁ ἴδιος ὁ Ἁγ. Βασίλειος ἵδρυσε μοναστήρια στὸν Πόντο. Ἐδῶ συνέχισε τὸ ἔργο ποὺ ἄρχισε ὁ Εὐστάθιος Σεβαστείας (γεννήθηκε περὶ τὸ 300 πέθανε περὶ τὸ 377), ποὺ ἦταν κάποτε στενὸς φίλος τοῦ Ἁγ. Βασιλείου καὶ συμμετεῖχε στὴ μοναστικὴ κίνηση, ἀλλὰ ἀργότερα ἀναδείχθηκε ἡ ἡγετικὴ μορφὴ στὴν Μικρὰ Ἀσία στὴ διάδοση τῆς αἱρέσεως τοῦ Μακεδονίου (πέθανε περὶ τὸ 362), Ἐπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως· ἡ αἵρεση εἶναι γνωστὴ ὡς αἵρεση τῶν Πνευματομάχων. Ὁ Εὐστάθιος μάλιστα διέδιδε μία μορφὴ μοναχισμοῦ ποὺ ἰσχυρίζονταν ὅτι ὁ γάμος ἐμπόδιζε τὴ σωτηρία καὶ γι’ αὐτὸ οἱ ἱερεῖς ἔπρεπε νὰ μὴν νυμφεύονται. Ἂν ἡ «μεταρρύθμιση» τοῦ μοναχισμοῦ ἀπὸ τὸν Ἅγ, Βασίλειο ἦταν τόσο ριζοσπαστική, τί τὸν ὤθησε σ’ αὐτήν; Συνέχεια
Ἡ Ἁγία Λυδία ἡ Φιλιππησία στὸ χριστιανικὸ ἑορτολόγιο
Παναγιώτη ‘Ι. Σκαλτσῆ.
Ἡ ἁγίαΛυδία ἡ Φιλιππησία, ἐθνική προσὴλυτος ἀπὸ τὰ Θυάτειρα τῆς Φρυγίας καὶ ἔμπορος πορφύρας γιὰ τὴ βαφὴ ὑφασμάτων ἀπὸ μαλλί, ἐξ οὗ καὶ «πορφυροπώλις»1, μᾶς εἶναι γνωστὴ δύο χιλιάδες τώρα χρόνια ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν Πράξεων καὶ τὸ περιστατικὸ τῆς βάπτισής της ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν Παῦλο στοὺς Φιλίππους τῆς Μακεδονίας, ἀμέσως μετὰ τὴν ἐλευσή του στὴν πόλη αὐτή προερχόμενος ἀπὸ τὴν Τρωάδα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας2.
Ἐξ ἀφορμῆς τοῦ «ἔξω τῆς πόλεως παρὰ ποταμὸν οὗ ἐνομίζετο προσευχὴ εἶναι»3 διαδραματισθέντος αὐτοῦ γεγονότος, ἀλλὰ καὶ γενικότερα τῆς πίστης τῆς Λυδίας καὶ τῆς προσοχῆς ποὺ ἔδειξε στὰ ὅσα ἄκουγε ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, ἔμεινε στὴν ἱστορία ὡς ἡ πρώτη Εὐρωπαία χριστιανή4. Στὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας τὸ πρόσωπο αὐτό δὲν ξεχάστηκε, μὲ δεδομένο τὴν ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς ὅλων τῶν ἐποχῶν μελέτη τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἀλλὰ καὶ τὴν ἔξαρση τῆς πίστης τῆς Λυδίας ἀπὸ μεγάλους Πατέρες, ὅπως π.χ. οἱ Μέγας Βασίλειος5, ἱερὸς Χρυσοστομος6, Νεῖλος ὁ Ἀσκητής7, μέγας Φώτιος8 κ.α9.
Εἶναι πάντως γεγονὸς ὅτι παρὰ τὴν προβολὴ ἀπὸ τὴν πατερικὴ παράδοση τῆς Λυδίας ὡς παραδείγματος πίστεως καὶ παρὰ τὸ ὅτι καὶ ἄλλα βιβλικὰ πρόσωπα καὶ δὴ καὶ γυναικεῖα, ὅπως π.χ. ἡ Ἀπόστολος Πρίσκιλλα, ἡ μάρτυς Ἀπφία, ἡ Ἀπόστολος Ἰουνία, ἡ κατηχηθεῖσα ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο Θέκλα, ἐντάχθηκαν πολὺ ἐνωρὶς στὸ χριστιανικὸ ἑορτολόγιο10, ἡ Λυδία ἡ Φιλιππησία ἀναγνωρίσθηκε ἐπίσημα ὡς ἁγία στὴ μὲν Δυτικὴ Ἐκκλησία τὸ 16ο αἰ.11, στὴ δὲ Ἀνατολικὴ ‘Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐντάχθηκε στὸ Ἁγιολόγιο μόλις τὸ ἔτος 197212.
Ἡ ἐπὶ τόσους αἰῶνες ἀπουσία τῆς Λυδίας τῆς Φιλιππησίας ἀπὸ τὸ χριστιανικὸ ἑορτολόγιο μπορεῖ νὰ στηριχθεῖ σὲ διάφορες αἰτίες. Κατ’ ἀρχὴν ὅλα τὰ βιβλικὰ πρόσωπα καὶ δὴ καὶ αὐτά ποὺ συνεργάσθηκαν μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο καὶ συνέβαλαν στὸ ἱεραποστολικό του ἔργο εἶναι γραμμένα «ἐν βίβλῳ ζωῆς»13. Ὑπάρχουν ἐπίσης χιλιάδες ἤ καὶ ἑκατομμύρια ἄλλα πρόσωπα ποὺ ἁγίασαν στὴ ζωή τους ἤ μαρτύρησαν γιὰ τὸν Χριστό, ἀλλὰ εἶναι ἄγνωστα στὶς Συναξαριακὲς Συλλογὲς ἤ κάποια ἀπὸ αὐτά τιμῶνται μόνο σὲ τοπικὸ ἐπίπεδο. Ἡ Ἐκκλησία δὲν θεώρησε ἀναγκαῖο νὰ προβεῖ σὲ ἐπίσημες ἁγιοκατατάξεις ὅλων αὐτῶν, δεδομένου ὅτι τὰ ὀνόματά των «ἐγράφησαν ἐν οὐρανοῖς»14. Ἄλλωστε ὑπάρχουν ἑορτές, ὅπως π.χ. αὐτή τῶν Ἁγίων Πάντων, ἡ ὁποία καθιερώθηκε τὸν 7ο αἰῶνα15, προκειμένου νὰ ἑορτάζουν οἱ ἄγνωστοι ἅγιοι. Τὸ Σάββατο δὲ πρὸ τῆς Ἀποκρέω «μνείαν πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς, ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν».
Συνέχεια
Ἡ Πολιοῦχος τῶν Ἀθηνῶν Ἁγία Φιλοθέη
Φώτης Κόντογλου
Ἡ ἁγία Φιλοθέη γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα ἀπὸ γονιοὺς ἄρχοντες, μοναχοπαίδι τοῦ Ἀγγέλου Μπενιζέλου καὶ τῆς Συρίγας. Φιλοθέη ὀνομάσθηκε ὅταν ἔγινε καλογρηά, ἀλλὰ τὸ πρῶτο ὄνομά της ἦταν Ρεβούλα. Ἡ μητέρα της ἤτανε στείρα καὶ παρακαλοῦσε τὸ Θεὸ νὰ τῆς δώσει τέκνο, καὶ μία νύχτα εἶδε πὼς βγῆκε ἀπὸ τὸ εἰκόνισμα τῆς Παναγίας ἕνα φῶς δυνατὸ καὶ πὼς μπῆκε στὴν κοιλιά της. Κι᾿ ἀληθινά, τὸ φῶς ἐκεῖνο ἤτανε ἡ ἁγιασμένη ψυχή τῆς κόρης ποὺ γέννησε σ᾿ ἐννιὰ μῆνες. Ἀπὸ μικρὴ φανέρωνε μὲ τὰ φερσίματα καὶ μὲ τὰ αἰσθήματά της ποιὰ θὰ γινότανε ὑστερώτερα, στολισμένη μὲ κάθε λογῆς ἀρετή. Στὴν εὐσέβεια εἶχε γιὰ ὁδηγό της τὴν ἴδια τὴ μητέρα της ποὺ ἤτανε εὐλαβέστατη.
Φτάνοντας σὲ ἡλικία δώδεκα χρονῶν τὴ ζήτησε γιὰ γυναίκα κάποιος ἄρχοντας τοῦ τόπου, μὰ ἡ κόρη δὲν ἤθελε νὰ παντρευθεῖ. Ἀλλὰ ἐπειδὴ οἱ γονιοί της τὴν παρακαλούσανε, ἡ τρυφερὴ ψυχή της δὲν βάσταξε νὰ τοὺς λυπήσει καὶ νὰ τοὺς παρακούσει καὶ στὸ τέλος παραδέχθηκε νὰ πανδρευθεῖ μὲ ἐκεῖνον τὸν πλούσιο ἄνθρωπο, ποὺ ἤτανε ὅμως πολὺ φτωχὸς στὴν ψυχή, διεστραμμένος καὶ κακός. Τρία χρόνια ἔζησε μαζί του ἡ Ρεβούλα κάνοντας ὑπομονὴ στὰ ἀπότομα φερσίματά του, ὡς ποὺ ὁ ἄνδρας της πέθανε κι᾿ ἀπόμεινε χήρα. Οἱ γονιοί της θελήσανε νὰ τὴν ξαναπανδρέψουνε, μὰ αὐτὴ τοὺς εἶπε καθαρὰ πὼς ἔταξε νὰ γίνει καλόγρηα.
Σὰν πεθάνανε οἱ γονιοί της, δέκα χρόνια ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ χήρεψε, δόθηκε ἐλεύθερα στὴν ἄσκηση, μὲ νηστεῖες, προσευχές, ἀγρύπνιες καὶ ἐλεημοσύνες. Κατήχησε τὶς ὑπηρέτριές της καὶ τὶς ἔκανε δοχεῖα τοῦ Πνεύματος. Κατὰ θέλημα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα ποὺ εἶδε στὸν ὕπνο της, ἔχτισε ἕνα μοναστήρι μὲ ἐκκλησία στ’ ὄνομά του. Εἶναι ἡ ἐκκλησιὰ ποὺ σῴζεται ἀκόμα πλάγι στὸ μέγαρο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς στὴν ὁδὸ Ἁγίας Φιλοθέης. Ἀφοῦ τελείωσε τὸ μοναστήρι, ἡ Ρεβούλα χειροθετήθηκε μοναχὴ μὲ τὄνομα Φιλοθέη. Οἱ πρῶτες ἀδελφὲς ποὺ ζήσανε μαζί της ἤτανε οἱ δουλεύτρες ποὺ εἶχε στὸ πατρικὸ σπίτι της. Μὲ τὸν καιρὸ ἔδραμαν πλῆθος ἄλλες παρθένες κι᾿ ἀπὸ ἀρχοντικὲς οἰκογένειες καὶ ντυθήκανε τὸ μοναχικὸ σχῆμα. Ζήσανε ἀγωνιζόμενες τὸν καλὸν ἀγώνα μὲ ὑποταγὴ στὴν ἄξια ἡγουμένισσα ποὺ τὶς διοικοῦσε στὸν πνευματικὸ δρόμο σὰν κάποια ἁγία Συγκλητική. Συνέχεια
ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΜΑΡΤΥΡEΣ
Μέγας Βασίλειος
Ποιός κορεσμὸς θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξῃ ἀπὸ τὴ μνήμη τῶν μαρτύρων, γι᾿ αὐτὸν ὁ ὁποῖος ἀγαπᾷ τοὺς Μάρτυρες; Διότι ἡ τιμὴ πρὸς τοὺς ἀνδρείους ἀπὸ μέρους τῶν συνδούλων των, ἀποδεικνύει τὴν εὔνοια πρὸς τὸν κοινὸ Κύριο. Εἶναι ἄλλωστε ὁλοφάνερο ὅτι αὐτὸς ὁ ὁποῖος παραδέχεται τοὺς γενναίους ἄνδρες, δὲν θὰ ὑστερήσῃ κατὰ τὴ μίμησι, ὅταν βρεθῇ σέ παρομόμοιες περιστάσεις. Νὰ μακαρίσῃς ἀληθινὰ αὐτὸν ποὺ ἐμαρτύρησε, γιὰ νὰ γίνῃς μάρτυρας κατὰ τὴ διάθεσι, καὶ θὰ καταλήξῃς νὰ ἀξιωθῆς τοὺς ἴδιους μισθοὺς μὲ ἐκείνους, χωρὶς νὰ διωχθῆς, χωρὶς νὰ καῆς στὴ φωτιά, χωρὶς νὰ μαστιγωθῆς. Ἐμεῖς δὲ δὲν πρόκειται νὰ θαυμάσουμε ἕνα, οὔτε μόνο δύο, οὔτε ὁ ἀριθμὸς τῶν μακαριζομένων φθάνει μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δέκα. Ἀλλὰ σαράντα ἄνδρες, ποὺ σὰν νὰ εἶχαν μίαν ψυχὴ σέ ξεχωριστὰ σώματα, μὲ μία σύμπνοια καὶ ὁμόνοια τῆς πίστεως, μία ἐπέδειξαν καὶ τὴν καρτερία στὰ βάσανα καὶ τὴν ἀντίστασι, χάριν τῆς ἀλήθειας. Ὅλοι ὑπῆρξαν ἕνας καὶ ἕνας· ἴσοι στὴ διάθεσι καὶ ἴσοι στὸν ἀγῶνα. Γι’ αὐτό καὶ μὲ τὴν ἴδια τιμὴ κατηξιώθηκαν νὰ λάβουν τὰ στεφάνια τῆς δόξης. Ποιὸς λόγος θὰ μποροῦσε νὰ περιγράψῃ τὴν ἀξία τους;
Δὲν θὰ ἐπαρκοῦσαν οὔτε σαράντα γλῶσσες νὰ ἐξυμνήσουν τὴν ἀρετὴ τόσων μεγάλων ἀνδρῶν. Καὶ ὅμως, καὶ ἂν ἀκόμη ἦταν ἕνας ὁ τιμώμενος, θὰ ἀρκοῦσε νὰ νικήσῃ τὴ δύναμι τῶν λόγων μου, πολὺ δὲ περισσότερο τώρα ποὺ εἶναι τόσο μεγάλο πλῆθος, στρατιωτικὴ φάλαγγα, παράταξις δυσκολοκαταγώνιστος, ἐξ ἴσου ἀνίκητος στοὺς πολέμους καὶ ἄφθαστος στοὺς ἐπαίνους.
Ἐμπρὸς λοιπὸν τώρα, ἀφοῦ τοὺς φέρουμε ἐνώπιόν μας διὰ τῆς ἐνθυμήσεως, ἂς καταστήσουμε κοινὴ τὴν ὠφέλεια σ’αὐτοὺς ποὺ εἶναι παρόντες, ἀφοῦ δείξουμε πρῶτα σ’ ὅλους σὰν σέ ζωγραφιά, τὰ κατορθώματα τῶν ἀνδρῶν. Ἄλλωστε καὶ τὰ πολεμικὰ ἀνδραγαθήματα, πολλές φορές καὶ οἱ λογογράφοι καὶ οἱ ζωγράφοι ἐξιστοροῦν· οἱ μὲν μὲ τὸ νὰ τὰ ἐγκωμιάζουν μὲ τὸ λόγο, οἱ δὲ μὲ τὸ νὰ τὰ ζωγραφίζουν στοὺς πίνακες, διεγείρουν πολλοὺς πρὸς τὴν ἀνδραγαθία, καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δέ. Διότι αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἡ ἱστοριογραφία παρουσιάζει διὰ τῆς ἀκοῆς, αὐτὰ τὰ ἴδια ἡ ζωγραφικὴ σιωπηλῶς τὰ παριστάνει διὰ τῆς μιμήσεως. Ἔτσι τώρα καὶ ἐμεῖς θὰ ὑπενθυμήσουμεν στοὺς παρόντες τὴν ἀρετὴ τῶν ἀνδρῶν· καὶ ἀφοῦ κατὰ κάποιον τρόπο φέρουμεν κάτω ἀπὸ τὰ μάτια σας τίς πράξεις των, θὰ παρακινήσουμε πρὸς μίμησι, αὐτοὺς ποὺ εἶναι γενναιότεροι καὶ οἰκειότεροι κατὰ τὴν διάθεσι πρὸς αὐτούς. Διότι «ἐγκωμιασμὸς μαρτύρων» σημαίνει προτροπὴ πρὸς ἀρετή, αὐτῶν ποὺ εἶναι συγκεντρωμένοι. Οἱ λόγοι γιὰ τοὺς ἁγίους δὲν καταδέχονται νὰ ὑποτάσσωνται στοὺς κανόνες τῶν ἐγκωμίων. Διότι οἱ ἐγκωμιαστές παίρνουν τίς ἀρχές τῶν εὐφημιῶν, ἀπὸ τίς ἀφορμές τοῦ κόσμου. Γι᾿ αὐτοὺς ὅμως, οἱ ὁποῖοι ἔχουν σταυρώσει τὸν κόσμο, πῶς μπορεῖ, κάτι ποὺ προέρχεται ἀπὸ αὐτόν, νὰ δώσῃ ἀφορμὴ γιά ὑπερηφάνεια; Συνέχεια
Ὁ προφήτης Ἠλίας στὸ Ἑορτολόγιο
Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς στοὺς «χοροὺς» τῶν ἁγίων πού τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία συγκαταλέγει καὶ «τοὺς πρὸ τῆς χάριτος προφήτας, πατριάρχας, δικαίους, τοὺς προκατηγγελκότας τὴν τοῦ Κυρίου παρουσίαν»1. Ἀνακεφαλαιώνει μὲ τὸν τρόπο αὐτό τὴ βιβλικὴ καὶ πάτερικὴ παράδοση πού θέλει τοὺς προφῆτες πρότυπα τῆς πίστεως, μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ καὶ κήρυκες τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας οἰκονομίας.
«Ὑπὸ Πνεύματος Ἁγίου φερόμενοι»2 οἱ προφῆτες εὐαγγελίζονται τὴ χαρὰ πού ἀπορρέει ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως3 καὶ γίνονται κήρυκες τοῦ Χριστοῦ «λαλοῦντες εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν»4. Ὁ προφήτης Ἠλίας, εἰδικότερα, συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν προκήρυξη καὶ ἀνάδειξη τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ. «Ἡ Μωσὲως καὶ Ἠλία παράστασις -στὴ Μεταμόρφωση- καὶ τὸ προσλαλεῖν ἀλλήλοις αὐτούς, οἰκονομία τις ἦν εὖ μάλα καταδεικνύουσα δορυφορούμενον ὑπὸ νόμου καὶ προφητῶν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ὡς καὶ νόμον καὶ προφητῶν δεσπότην προκαταδειχθέντα παρ’ αὐτῶν, δι’ ὧν ἀλλήλοις συνωδᾶ προεκήρυξαν»5.
Σὲ ἑορτολογικό ἐπίπεδο ἡ μνήμη τοῦ προφήτη Ἠλία ἀναφέρεται γιὰ πρώτη φορὰ τὸν 4ο αἰ. ἀπὸ τὴν περιηγήτρια Αἰθερία. Στὸ Ὁδοιπορικό της κάνει λόγο γιὰ τὸν ἅγιο Ἰώβ, τὸν ἅγιο Μωυσῆ, τὸν ἅγιο Μελχισεδέκ, τὸν ἅγιο Ἀβραὰμ καὶ τὸν ἅγιο προφήτη Ἠλία τὸν Θεσβὶτη6. Ἡ τιμὴ των δὲν προσδιορίζεται σὲ ἐτήσια βάση καὶ σὲ συγκεκριμένη ἡμερομηνία, ἀλλὰ συνδέεται μὲ τὴν εὐλαβῆ προσκύνηση καὶ τὴν μὲ ψαλμοὺς καὶ ἀντίφωνα προσευχὴ τῶν πιστῶν στοὺς τόπους, ὅπου ἔζησαν ἤ προσέφεραν θυσία ἤ καὶ ἐτάφησαν οἱ ὡς ἄνω προφῆτες καὶ ἅγιοι. Γιὰ τὸν προφήτη Ἠλία εἰδικότερα γράφει: «Βαδίζοντας γιὰ λίγο μέσα εἰς τὴν κοιλάδα τοῦ Ἰορδάνου, εἰς τὴν ὄχθη τοῦ ποταμοῦ, ἐπειδὴ ἀπὸ ἐκεῖ διέρχεται ὁ δρόμος, πού ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσωμε γιὰ λίγο, αἴφνης εἴδαμε τὴν πόλι τοῦ ἁγίου προφήτου Ἡλιοῦ, τὴν Θὲσβην, ἐκ τῆς ὁποίας ἔλαβε καὶ τὴν προσωνυμία του Ἠλίας ὁ Θεσβίτης. Σήμερα ἀκόμη ὑπάρχει ἐκεῖ ἕνα σπήλαιο μέσα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεπαύετο ὁ ἅγιος, καὶ ἐκεῖ εὑρίσκεται καὶ ὁ τάφος τοῦ ἁγίου Ἰεφθάε. Τότε, ἀφοῦ ἐδοξολογήσαμε τὸν Θεόν, κατὰ τὸ ἔθος μας, ἐξακολουθήσαμε τὴν πορεία μας»7. Συνέχεια
Μετάνοια, Βάπτισμα καί Θεῖος Φωτισμός
Μετά τά Φῶτα
π. Βασιλείου Καλλιακμάνη
1. Τό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα (Ματθ. 4, 12-17).”Tῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀκούσας ὁ Ἰησοῦς ὅτι ὁ Ἰωάννης παρεδόθη, ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, καὶ καταλιπὼν τὴν Ναζαρὲτ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ Ἠσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· «Γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλείμ, ὁδὸν θαλάσσης, πέραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα, καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς». Ἀπὸ τότε ἤρ ξατο ὁ Ἰησοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν· μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν” .
2. Νεοελληνική ἀπόδοση Τότε ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς ὅτι ὁ Ἰωάννης συνελήφθη καί φυλακίστηκε καί ἔφυγε καί πῆγε στή Γαλιλαία. Ἀλλά ἐκεῖ, ἄφησε τή Ναζαρέτ καί πῆγε καί ἐγκαταστάθηκε στήν Καπερναούμ, πόλη παραθαλάσσια, στά ὅρια μεταξύ τῶν φυλῶν Ζαβουλών καί Νεφθαλείμ. Ἔτσι ἐκπληρώθηκε αὐτό πού εἶπε ὁ Θεός διά τοῦ προφήτου Ἡσαΐου, πού λέγει: “Γῆ Ζαβουλών καί γῆ Νεφθαλείμ, περιοχές παραθαλάσσιες, πέραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν! Ὁ λαός σας, πού μέχρι τώρα ζοῦσε στό σκοτάδι, εἶδε ἕνα φῶς μεγάλο! Σ’ αὐτούς πού ζοῦσαν σέ χώρα, ἐπάνω στήν ὁποία ἁπλωνόταν ἡ σκιά τοῦ θανάτου, σ’ αὐτούς ἀνέτειλε τό Φῶς!”. Ἀπό τότε ἄρχισε ὁ Ἰησοῦς νά κηρύττει καί νά λέγει: “Μετανοεῖτε. Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι πιά κοντά σας!”. Συνέχεια
H νηστεία τῆς παραμονῆς τῶν Θεοφανείων
Συνήθως λέγεται ὅτι ἡ νηστεία τῆς παραμονῆς τῶν Θεοφανείων ἀφορᾶ στὴν πόση τοῦ μεγάλου ἁγιασμοῦ καὶ ἑπομένως ὅτι ἡ προϋπόθεση γιὰ τὴν κοινωνία ἀπὸ αὐτὸν ἀποτελεῖ ἡ νηστεία μίας ἡμέρας. Γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ θὰ ἦταν σκόπιμο νὰ λεχθοῦν δύο λόγια, γιατί εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ συζητούμενα θέματα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ σχετίζονται μὲ τὸν ἁγιασμὸ τῶν Θεοφανείων καὶ γιὰ τὰ ὁποῖα ζητοῦν οἱ πιστοὶ τὴ συμβουλὴ τῶν ἱερέων.
Ὅτι ὁ μέγας ἁγιασμὸς «τὰ δευτερεῖα ἐπέχει τῶν Θείων Μυστηρίων» (Εὐχολόγιον, κώδ. Βατοπεδίου 134 [745] τοῦ ἔτους 1538), εἶναι δηλαδὴ τὸ δεύτερο μετὰ τὴ Θεία Κοινωνία ἱερώτατον «Μυστηριακὸν εἶδος» (κατὰ τὴ σχολαστικὴ ὁρολογία), κανεὶς δὲν ἀμφιβάλλει. Εἶναι τὸ «ὕδωρ τῆς ἀναγεννήσεως» τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, ποὺ διὰ τῆς ἐπικλήσεως καὶ ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «ἀναστοιχειοῦται» (ἢ «μεταστοιχειοῦται»), κατὰ τὸν ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας (Εἰς Ἰωάννην Β΄ 1), καὶ γίνεται «ἀφθαρσίας πηγή, ἁγιασμοῦ δῶρον, ἁμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων ἀλεξιτήριον» γιὰ τοὺς πιστοὺς ποὺ μεταλαμβάνουν ἢ χρίονται ἀπὸ αὐτό, πάροχο ἁγιασμοῦ καὶ εὐλογίας σ’ ὁλόκληρη τὴν κτίση.
Ὅτι τὸ ὕδωρ τοῦ μεγάλου Ἁγιασμοῦ εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὸ ὕδωρ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος εἶναι καταφανὲς καὶ ἀπὸ τὴν ταυτότητα τῶν καθαγιαστικῶν εὐχῶν, καὶ ἀπὸ τὴν παλαιά, καὶ τὴ σύγχρονη ἀκόμα, πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ βάπτιζε καὶ βαπτίζει σ’ αὐτὸ τοὺς κατηχουμένους, καὶ ἀπὸ ὅσα γράφει ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης, ποὺ θεωρεῖ μάλιστα ἀντιστρόφως τὸ ὕδωρ τοῦ Βαπτίσματος «κατ΄ οὐδὲν ἐλαττούμενον τοῦ τῶν ἁγίων Θεοφανείων» (Διάλογος, κεφ. 70). Ὡς τέτοιο δίδεται ἀντὶ τῆς Θείας Κοινωνίας στοὺς πιστούς, ποὺ γιὰ κάποιο λόγο κωλύονται νὰ προσέλθουν σ’ αὐτήν.
Αὐτὸ ἀκριβῶς προκάλεσε δύο εὐλαβεῖς παρεξηγήσεις: ὅτι δηλαδὴ ὑποκαθιστᾶ τὴ Θεία Μετάληψη, ὡς κατὰ κάποιο τρόπο ἴσο μὲ αὐτήν, καὶ ὅτι κατ’ ἀναλογίαν προηγεῖται τῆς πόσεώς του νηστεία. Τὸ πρῶτο δὲν θὰ ἔπρεπε κἄν νὰ συζητεῖται, γιατί εἶναι σαφὲς ὅτι ὁ μέγας Ἁγιασμὸς εἶναι μὲν γιὰ τοὺς λόγους ποὺ εἴπαμε τὸ ἱερότερο μετὰ τὴ Θεία Κοινωνία εἶδος, ἀλλὰ ἐπ’ οὐδενὶ εἶναι κοινωνία τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου, οὔτε ποτὲ τὴν ἀντικαθιστᾶ. Παρὰ ταῦτα ὑπάρχει ἡ λαϊκὴ ἀντίληψη ὅτι τὰ Θεοφάνεια δὲν κοινωνοῦμε, γιατί θὰ πάρουμε ἁγιασμὸ καὶ «εἶναι τὸ ἴδιο». Συνέχεια