Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς θείας ἀποκαλύψεως
Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης,
Στήν ἐποχὴ μας λησμονεῖται ἡ ἀνάσταση. Παραμερίζεται ἀκόμα καὶ ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι καὶ οἱ ἐπιστήμονες πού ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἀνθρωπίνη ψυχὴ δέν τὴν ἀντιμετωπίζουν συνήθως ὡς ὀντολογικὸ στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ μᾶλλον ὡς βιολογικὴ λειτουργία του. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ζεῖ καὶ πεθαίνει χωρὶς καμία ἰδιαίτερη προοπτικὴ πέρα ἀπὸ τὴν βιολογικὴ ὕπαρξη καὶ τὴν βιογραφικὴ δραστηριότητά του. Μέσα στό πλαίσιο αὐτὸ δέν εἶναι δύσκολο νά κατανοηθεῖ καὶ ἡ διάχυτη ἀπαισιοδοξία του, ὅσο καὶ ἂν θέλει καὶ προσπαθεῖ νά ἀφήσει τὴν ἐλπίδα του νά πεθάνει τελευταία.
Ὁ θάνατος ἀποτελεῖ τὴν μεγαλύτερη καὶ μονιμότερη ἀπειλή γιά τὸν ἄνθρωπο. Καὶ ἡ ἀπειλὴ αὐτὴ δέν τὸν προσβάλλει μόνο ἄμεσα μὲ τὴν ἔλευσή του ἀλλὰ καὶ ἔμμεσα. Τὸν προσβάλλει σὲ κάθε φάση καὶ καμπὴ τῆς ζωῆς του. Μὲ κάθε ἀρρώστια καὶ κάθε πόνο, μέσα ἀπὸ κάθε κίνδυνο καὶ κάθε ἀποτυχία, πίσω ἀπὸ κλονισμὸ καὶ ἀδυναμία κρύβεται ἡ ἀπειλὴ τοῦ θανάτου.
Ἡ πίστη σὲ κάποια μορφὴ μεταθανάτιας ζωῆς μετρίαζε παλαιοτέρα κάπως τὸ μέγεθος τῆς ἀπειλῆς. Ὁ νεωτερικὸς ἄνθρωπος θέλησε νά περιορίσει ἤ ἀκόμα καὶ νά ἑξαφανίσει κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου μὲ τὴν πίστη του στήν πρόοδο τῆς ἐπιστήμης. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ δέν ἄργησε νά φανεῖ τελείως οὐτοπικό. Ἔτσι στήν ἐποχὴ μας ὁ ἄνθρωπος φαίνεται νά εἶναι ἐκτεθειμένος στήν ἀπαισιοδοξία περισσότερο ἀπὸ κάθε προηγουμένη ἐποχή, παρὰ τὴν ἀσυλλήπτη πρόοδό του στήν ἐπιστήμη καὶ τὴν τεχνολογία.
Μὲ μία πρόχειρη ἀναδρομὴ στήν ἀρχαία ἑλληνικὴ σκέψη καὶ ζωὴ διαπιστώνουμε ὅτι ἦταν διαδεδομένη ἡ πίστη στήν ἀθανάσία τῆς ψυχῆς, ἡ ἀκόμα, ὅπως διδάσκε ὁ Πλάτων, ὅτι τὸ σῶμα ἀποτελεῖ φυλακὴ ἤ τάφο τῆς ψυχῆς (σῶμα-σῆμα) καὶ ὅτι ὁ θάνατος εἶναι εὐεργεσία, γιατὶ ἐλευθερώνει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ δεσμωτήριό της. Ἐξ ἄλλου ὁ Ἐπίκουρος ἤθελε νά ἐλευθερώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ θανάτου μὲ τὸ ἀκόλουθο σόφισμα: Ὁ θάνατος, ἔλεγε, εἶναι «τὸ φρικωδέστατον τῶν κακῶν». Ἀλλὰ αὐτὸς δέν ἔχει καμία σχέση μὲ ἐμᾶς, γιατί, «ὅταν μὲν ἡμεῖς ὧμεν, ὁ θάνατος οὐ πάρεστιν· ὅταν δὲ ὁ θάνατος παρῇ, τόθ’ ἡμεῖς οὔκ ἐσμεν».
Κάποιον βαθύτερο προβληματισμό γιά τὸν θάνατο βρίσκουμε στόν τραγικὸ μας ποιητή Εὐριπίδῃ. «Τὶς οἶδέν», ἔλεγε, «εἰ τὸ μὲν κατθανεῖν ἐστι ζῆν, τὸ δὲ ζῆν ἐστι κατθανεῖν»; Ποῖος δηλαδὴ γνωρίζει, ἂν ὁ θάνατος εἶναι ζωὴ καὶ ἡ ζωὴ θάνατος; Ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι μέχρι σήμερα, χωρὶς νά ἔχουν κάποια ἰδιαίτερη σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία, μιλοῦν γιά ψεύτικη καὶ ἀληθινὴ ζωή. Ἡ ζωὴ μας αὐτὴ εἶναι ψεύτικη καὶ χάνεται μέσα στόν χρόνο. Ἡ ἀληθινὴ ζωὴ εἶναι αἰώνια.
Ὅταν ἀναλογίζεται κάποιος τὸ παρελθὸν του, διαπιστώνει ὅτι αὐτό, ὅσο μακροχρόνιο καὶ ἂν εἶναι, φαίνεται πολὺ σύντομο. Καὶ τὰ χρόνια πού ἔζησε, ὅσο πολλὰ καὶ ἂν ἦταν, ἔφυγαν γρήγορα. Ὅσο μάλιστα ἐνηλικιώνεται ὁ ἄνθρωπος, τόσο γρηγορότερα τοῦ φαίνονται πώς περνοῦν τὰ χρόνια. Λέμε συχνά πώς περνοῦν σὰν ὄνειρο. Ἄλλωστε καὶ τὸ ὄνειρο ἀποτελεῖ μιὰ μορφὴ ζωῆς, καὶ μερικὲς φορὲς πολὺ ἔντονη. Ὅταν ὅμως ξυπνοῦμε στήν συνηθισμένη ζωή, καταλαβαίνουμε ὅτι ἦταν ψεύτικη.
Αὐτό πού διατύπωσε ὡς ἐρώτημα ὁ Εὐριπίδης, αὐτό πού δημιουργεῖται καὶ ἐκδηλώνεται ὡς ὑποψία στόν κοινὸ νοῦ μὲ τίς παραλλαγές πού ἐμφανίζονται στόν χρόνο καὶ τὴν ζωή, καὶ τέλος αὐτό πού ὑπάρχει ὡς μύχιος πόθος στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καὶ συνιστᾶ ὀντολογικὸ γνώρισμα τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς, παίρνει τὴν ἀπαντήσή του μὲ τὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δέν ἀποτελεῖ κάποιο θαυμαστὸ γεγονὸς τῆς ζωῆς του. Δέν συνιστᾶ κάποια ἀλλαγή στήν ὑπόστασή του. Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς Θείας ἀποκαλύψεως. Εἶναι ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἀναδημιουργίας τοῦ κόσμου, ἡ βάσῃ τῆς «καινῆς κτίσεως», τὸ θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ κηρύγματός της. «Εἰ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν»[1].
Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς θείας ἀποκαλύψεως
Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης,
Στήν ἐποχὴ μας λησμονεῖται ἡ ἀνάσταση. Παραμερίζεται ἀκόμα καὶ ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι καὶ οἱ ἐπιστήμονες πού ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἀνθρωπίνη ψυχὴ δέν τὴν ἀντιμετωπίζουν συνήθως ὡς ὀντολογικὸ στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ μᾶλλον ὡς βιολογικὴ λειτουργία του. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ζεῖ καὶ πεθαίνει χωρὶς καμία ἰδιαίτερη προοπτικὴ πέρα ἀπὸ τὴν βιολογικὴ ὕπαρξη καὶ τὴν βιογραφικὴ δραστηριότητά του. Μέσα στό πλαίσιο αὐτὸ δέν εἶναι δύσκολο νά κατανοηθεῖ καὶ ἡ διάχυτη ἀπαισιοδοξία του, ὅσο καὶ ἂν θέλει καὶ προσπαθεῖ νά ἀφήσει τὴν ἐλπίδα του νά πεθάνει τελευταία.
Ὁ θάνατος ἀποτελεῖ τὴν μεγαλύτερη καὶ μονιμότερη ἀπειλή γιά τὸν ἄνθρωπο. Καὶ ἡ ἀπειλὴ αὐτὴ δέν τὸν προσβάλλει μόνο ἄμεσα μὲ τὴν ἔλευσή του ἀλλὰ καὶ ἔμμεσα. Τὸν προσβάλλει σὲ κάθε φάση καὶ καμπὴ τῆς ζωῆς του. Μὲ κάθε ἀρρώστια καὶ κάθε πόνο, μέσα ἀπὸ κάθε κίνδυνο καὶ κάθε ἀποτυχία, πίσω ἀπὸ κλονισμὸ καὶ ἀδυναμία κρύβεται ἡ ἀπειλὴ τοῦ θανάτου.
Ἡ πίστη σὲ κάποια μορφὴ μεταθανάτιας ζωῆς μετρίαζε παλαιοτέρα κάπως τὸ μέγεθος τῆς ἀπειλῆς. Ὁ νεωτερικὸς ἄνθρωπος θέλησε νά περιορίσει ἤ ἀκόμα καὶ νά ἑξαφανίσει κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου μὲ τὴν πίστη του στήν πρόοδο τῆς ἐπιστήμης. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ δέν ἄργησε νά φανεῖ τελείως οὐτοπικό. Ἔτσι στήν ἐποχὴ μας ὁ ἄνθρωπος φαίνεται νά εἶναι ἐκτεθειμένος στήν ἀπαισιοδοξία περισσότερο ἀπὸ κάθε προηγουμένη ἐποχή, παρὰ τὴν ἀσυλλήπτη πρόοδό του στήν ἐπιστήμη καὶ τὴν τεχνολογία.
Μὲ μία πρόχειρη ἀναδρομὴ στήν ἀρχαία ἑλληνικὴ σκέψη καὶ ζωὴ διαπιστώνουμε ὅτι ἦταν διαδεδομένη ἡ πίστη στήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς, ἡ ἀκόμα, ὅπως διδάσκε ὁ Πλάτων, ὅτι τὸ σῶμα ἀποτελεῖ φυλακὴ ἤ τάφο τῆς ψυχῆς (σῶμα-σῆμα) καὶ ὅτι ὁ θάνατος εἶναι εὐεργεσία, γιατὶ ἐλευθερώνει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ δεσμωτήριό της. Ἐξ ἄλλου ὁ Ἐπίκουρος ἤθελε νά ἐλευθερώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ θανάτου μὲ τὸ ἀκόλουθο σόφισμα: Ὁ θάνατος, ἔλεγε, εἶναι «τὸ φρικωδέστατον τῶν κακῶν». Ἀλλὰ αὐτὸς δέν ἔχει καμία σχέση μὲ ἐμᾶς, γιατί, «ὅταν μὲν ἡμεῖς ὧμεν, ὁ θάνατος οὐ πάρεστιν· ὅταν δὲ ὁ θάνατος παρῇ, τόθ’ ἡμεῖς οὔκ ἐσμεν».
Κάποιον βαθύτερο προβληματισμό γιά τὸν θάνατο βρίσκουμε στόν τραγικὸ μας ποιητή Εὐριπίδῃ. «Τὶς οἶδέν», ἔλεγε, «εἰ τὸ μὲν κατθανεῖν ἐστι ζῆν, τὸ δὲ ζῆν ἐστι κατθανεῖν»; Ποῖος δηλαδὴ γνωρίζει, ἂν ὁ θάνατος εἶναι ζωὴ καὶ ἡ ζωὴ θάνατος; Ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι μέχρι σήμερα, χωρὶς νά ἔχουν κάποια ἰδιαίτερη σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία, μιλοῦν γιά ψεύτικη καὶ ἀληθινὴ ζωή. Ἡ ζωὴ μας αὐτὴ εἶναι ψεύτικη καὶ χάνεται μέσα στόν χρόνο. Ἡ ἀληθινὴ ζωὴ εἶναι αἰώνια.
Ὅταν ἀναλογίζεται κάποιος τὸ παρελθὸν του, διαπιστώνει ὅτι αὐτό, ὅσο μακροχρόνιο καὶ ἂν εἶναι, φαίνεται πολὺ σύντομο. Καὶ τὰ χρόνια πού ἔζησε, ὅσο πολλὰ καὶ ἂν ἦταν, ἔφυγαν γρήγορα. Ὅσο μάλιστα ἐνηλικιώνεται ὁ ἄνθρωπος, τόσο γρηγορότερα τοῦ φαίνονται πώς περνοῦν τὰ χρόνια. Λέμε συχνά πώς περνοῦν σὰν ὄνειρο. Ἄλλωστε καὶ τὸ ὄνειρο ἀποτελεῖ μιὰ μορφὴ ζωῆς, καὶ μερικὲς φορὲς πολὺ ἔντονη. Ὅταν ὅμως ξυπνοῦμε στήν συνηθισμένη ζωή, καταλαβαίνουμε ὅτι ἦταν ψεύτικη.
Αὐτό πού διατύπωσε ὡς ἐρώτημα ὁ Εὐριπίδης, αὐτό πού δημιουργεῖται καὶ ἐκδηλώνεται ὡς ὑποψία στόν κοινὸ νοῦ μὲ τίς παραλλαγές πού ἐμφανίζονται στόν χρόνο καὶ τὴν ζωή, καὶ τέλος αὐτό πού ὑπάρχει ὡς μύχιος πόθος στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καὶ συνιστᾶ ὀντολογικὸ γνώρισμα τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς, παίρνει τὴν ἀπαντήσή του μὲ τὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δέν ἀποτελεῖ κάποιο θαυμαστὸ γεγονὸς τῆς ζωῆς του. Δέν συνιστᾶ κάποια ἀλλαγή στήν ὑπόστασή του. Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς Θείας ἀποκαλύψεως. Εἶναι ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἀναδημιουργίας τοῦ κόσμου, ἡ βάσῃ τῆς «καινῆς κτίσεως», τὸ θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ κηρύγματός της. «Εἰ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν»[1]. Συνέχεια
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
Κατά ἕνα παλαιό λειτουργικό ἔθιμο τῆς Ἐκκλησίας μας, τήν ἑπομένη τῶν μεγάλων ἑορτῶν τελεῖται ἡ «Σύναξις», πανηγυρική δηλαδή συνάθροισις τῶν πιστῶν, πρός τιμήν τῶν ἱερῶν προσώπων, πού διεδραμάτισαν ἕνα σπουδαῖο ρόλο στό ἑορτασθέν γεγονός. Ἔτσι τήν ἑπομένη τῶν Χριστουγέννων ἑορτάζομε τήν Σύναξι τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τήν μετά τά Χριστούγεννα Κυριακή τήν μνήμη Δαυίδ τοῦ βασιλέως, Ἰωσήφ τοῦ μνήστορος καί Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου. Τήν ἑπομένη τῶν Θεοφανείων τήν Σύναξι τοῦ Προδρόμου. Τήν ἑπομένη τῆς Ὑπαπαντῆς τήν Σύναξι τοῦ δικαίου Συμεών τοῦ θεοδόχου καί τῆς προφήτιδος Ἄννης. Τήν ἑπομένη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τήν Σύναξι τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ κλπ.
Στό ἴδιο προφανῶς αἴτιο ὀφείλεται καί ὁ ἑορτασμός τήν δευτέρα Κυριακή μετά τοῦ Πάσχα δύο ὁμάδων προσώπων πού ὑπηρέτησαν στό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἀφ᾽ ἑνός δηλαδή τοῦ Ἰωσήφ τοῦ ἀπό Ἀριμαθαίας καί τοῦ Νικοδήμου, πού ἔθαψαν τό σῶμα τοῦ Κυρίου, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ τῶν Μυροφόρων γυναικῶν, πού ἦλθαν νά ἀλείψουν μέ μῦρα τό σῶμα καί πρῶτες ἄκουσαν τό εὐαγγέλιο τῆς Ἀναστάσεως καί πρῶτες εἶδαν τόν ἀναστάντα Κύριο.
Σύμφωνα λοιπόν πρός τά ἀνωτέρω ἡ σύναξις πρός τιμήν τῶν ἱερῶν αὐτῶν προσώπων θά ἔπρεπε νά ἑορτάζεται τήν ἑπομένη τοῦ Πάσχα, τήν Δευτέρα δηλαδή τῆς Διακαινησίμου. Ἀλλ᾽ ὅλη ἐκείνη ἡ ἑβδομάς, ἀπό τήν Δευτέρα μέχρι τό Σάββατο, κατείχετο ἀπό τό θέμα τῆς Ἀναστάσεως. «Ἐλογίζετο» ὡς μία πασχάλιος ἡμέρα. Ἡ μετά τό Πάσχα πάλι Κυριακή λόγῳ τοῦ γεγονότος πού συνέβη κατ᾽ αὐτήν, τῆς ἐμφανίσεως δηλαδή τοῦ ἀναστάντος στόν Θωμᾶ καί στούς μαθητάς, ἦταν ἤδη κατειλημμένη ἀπό τόν ἑορτασμό τοῦ περιστατικοῦ αὐτοῦ. Ὁ ἑορτασμός του διήρκεσε ὅλη τήν ἐπακολουθοῦσα ἑβδομάδα καί ἡ πρώτη μετά τό Πάσχα ἐλευθέρα ἡμέρα γιά τήν τοποθέτησι τῆς «Συνάξεως» ἔμενε ἡ δευτέρα μετά τό Πάσχα Κυριακή. Συνέχεια
Ἡ Κυριακή τοῦ Παραλύτου
Ἡ Κυριακή τοῦ Παραλύτου ἀντλεῖ τό θέμα της ἀπό τήν εὐαγγελική περικοπή, πού ἀναγινώσκεται στήν θεία λειτουργία. Αὐτή περιλαμβάνει τήν διήγησι τῆς ἰάσεως τοῦ παραλυτικοῦ στήν Προβατική κολυμβήθρα, τήν Βηθεσδά, στά Ἱεροσόλυμα (Ἰω. 5, 1-15). Τό δράμα τοῦ ἐπί 38 ἔτη παραλύτου συγκινεῖ τόν Κύριο καί τόν θεραπεύει. Ὁ Χριστός παρουσιάζεται σάν ἰατρός ψυχῶν καί σωμάτων. Τόν παράλυτο δέν τόν θεραπεύει ἡ κολυμβήθρα, ἀλλά ὁ πανσθενουργός λόγος τοῦ Κυρίου. Τό περιστατικό αὐτό ἀποτελεῖ καί τό ἀντικείμενο τῶν ὕμνων τῆς ἡμέρας, ὅπως τοῦ δοξαστικοῦ τοῦ ἑσπερινοῦ:
«Ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα ἐπί τῇ Προβατικῇ κολυμβήθρᾳ τῇ λεγομένῃ κατά Ἰουδαίους Βηθεσδά, πέντε στοάς ἐχούσῃ. Ἐν ταύταις γάρ κατέκειτο πλῆθος ἀσθενούντων. Ἄγγελος γάρ τοῦ Θεοῦ κατά καιρόν ἐπιφοιτῶν διετάραττεν αὐτήν καί ρῶσιν ἐχαρίζετο τοῖς προσιοῦσιν ἐν πίστει. Καί ἰδών ὁ Κύριος χρονιοῦντα ἄνθρωπον, λέγει πρός αὐτόν· Θέλεις ὑγιής γενέσθαι; Ὁ ἀσθενῶν ἀπεκρίνατο. Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα, ὅταν ταραχθῇ τό ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τήν κολυμβήθραν. Ἰατροῖς κατηνάλωσα τόν ἅπαντά μου βίον καί ἐλέους τυχεῖν οὐκ ἠξιώθην. Ἀλλ᾽ ὁ ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων λέγει πρός αὐτόν· Ἆρον σου τόν κράββατον καί περιπάτει, κηρύττων μου τήν δύναμιν καί τό μέγα ἔλεος ἐν τοῖς πέρασιν».
Εἰσοδικὸν στὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα
π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης
α) Ὁ Ἰωσὴφ ὁ Πάγκαλος ἡγεῖται τοῦ χοροῦ τῶν ἑορταζόντων στὸ μέγιστο καὶ παγκοσμίων διαστάσεων γεγονὸς τῆς θείας συγκατάβασης, τῆς πορείας τοῦ Κυρίου πρὸς τὸ ἑκούσιον πάθος. Στὸ πρόσωπό του βρίσκουν ἐφαρμογὴ τὰ εὐαγγελικὰ μηνύματα τῆς συμφιλίωσης καὶ τῆς συγχωρητικότητας, τῆς σωφροσύνης καὶ τῆς καρδιακῆς καθαρότητας. Μπορεῖ ἐκεῖνος νὰ μὴν ἄκουσε τὸ γλυκόηχο ἄγγελμα τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ἐχθρούς· μπορεῖ νὰ μὴν γνώρισε ἀπὸ κοντὰ τὸ ἱλαρὸν πρόσωπο τοῦ Νυμφίου τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖο ἐμπνέει τὴ διακονία, τὴ θυσία καὶ τὴν τιμιότητα· μπορεῖ νὰ ἔζησε ἑκατοντάδες χρόνια πρὶν ἀπὸ Αὐτόν. Ὅμως, ὅλα αὐτὰ δὲν τὸν ἐμπόδισαν νὰ ἀναδειχθεῖ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, εὐαγγελιστὴς πρὶν τὸ εὐαγγέλιο, σώφρων σὲ καιροὺς ἀφροσύνης, ὑπάκουος μαθητὴς πρὶν τὴν ἐμφάνιση τοῦ Διδασκάλου.
β) Ὁ Ἰωσὴφ ἀποτελεῖ τύπο, προτύπωση καὶ προεικόνιση τοῦ Χριστοῦ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. «Καὶ ἦν Ἰωσὴφ καλὸς τῷ εἴδει καὶ ὡραῖος τῇ ὄψει σφόδρα», ἀναφέρει ὁ συγγραφέας τῆς Γένεσης (39, 6), ποὺ ἀναδείχθηκε σπουδαία φυσιογνωμία, στὴν ὁποία συνδυάσθηκε ἄριστα τὸ ἐξωτερικὸ κάλλος μὲ τὴ λαμπρότητα τοῦ ψυχικοῦ κόσμου. Σκεπτόμενος τὸν Ἰωσήφ, ὁ νοῦς ἀνάγεται στὸν ἐράσμιο Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος εἶναι «τῷ κάλλει ὡραῖος παρὰ πάντας ἀνθρώπους», ποὺ προσκαλεῖ σὲ ἑστίαση πνευματικὴ κάθε διψασμένη καὶ πεινασμένη ψυχή. Καὶ πράγματι, ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα ἀποτελεῖ συμπόσιο πνευματικό, στὸ ὁποῖο ἔχουν κληθεῖ νὰ μετάσχουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι· χορταίνουν ὅμως ἀπὸ τὰ πνευματικὰ ἐδέσματα, ὅσοι ἔχουν «ἔνδυμα γάμου», δάκρυα μετανοίας καὶ φόβο Θεοῦ.
γ) Ὅπως ὁ Χριστός, «ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ» (Α΄Πέτρ. 2, 22), ἔτσι κι ὁ Ἰωσήφ, στάθηκε τίμιος μὲ τὸν ἑαυτό του μὲ τὸν Θεὸ τῶν πατέρων του ἀλλὰ καὶ τοὺς συνανθρώπους του. Κι ἐνῶ οἱ πειρασμοὶ τῆς φιληδονίας καὶ τῆς ἐκδίκησης στὴν περίπτωσή του ἦταν ἰδιαίτερα ἀπειλητικοί, ἐκεῖνος κοσμούμενος μὲ σωφροσύνη οὔτε τὴν τιμὴ τοῦ κυρίου του προσέβαλε οὔτε τὰ ἀδέλφια του ποὺ τὸν πούλησαν σκλάβο ἐκδικήθηκε. Καὶ μπορεῖ ἡ Αἰγύπτια σύζυγος τοῦ ἀρχιμάγειρα τοῦ Φαραὼ Πετεφρῆ νὰ εἶδε τὸν Ἰωσὴφ ὡς σκεῦος ἡδονῆς, ἐκεῖνος ὅμως δὲν ἐνέδωσε στὸ πάθος. Μὲ ἀμετάτρεπτη γνώμη «ἔφυγε τὴν ἁμαρτίαν, καὶ γυμνὸς οὐκ ἠσχύνετο, ὡς ὁ πρωτόπλαστος πρὸ τῆς παρακοῆς».
δ) Ἡ τιμιότητα ὅμως πληρώθηκε ἀκριβά, ἀφοῦ ὁδηγήθηκε στὴ φυλακή. Ἀλλὰ κι ἐκεῖ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν τὸν ἐγκατέλειψε. Ἀντίθετα, ὅπως γράφει ὁ ὅσιος Νικόδημος, ἔγινε ἀφορμὴ «μὲ τὴν ἐπίλυσιν τῶν ὀνειράτων, ὁπού ἐκεῖ εἰς τὴν φυλακὴν τινῶν βασιλικῶν καταδίκων ἔκαμε, τὸν ἐβγάνουν ἀπὸ τὴν φυλακὴν καὶ εἰς τὸν βασιλέα παρρησιάζεται καὶ κύριος πάσης γῆς Αἰγύπτου γίνεται». Ὁ Ἰωσὴφ παρὰ τὶς ἀντίξοες ἐξωτερικὲς συνθῆκες ἀκολούθησε πιστὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴ φωνὴ τῆς ἁγνῆς του συνείδησης. Διότι, ἐνῶ τὰ ἀδέλφια του τὸν πούλησαν, κινούμενα ἀπὸ φθόνο ἐξαιτίας τῆς ἀγάπης τοῦ πατέρα τους πρὸς αὐτόν, ἐκεῖνος ὄχι μόνο τὰ δέχθηκε καὶ τὰ στήριξε στὴν ἀδυναμία τους, ὡς «Ἄρχων γῆς Αἰγύπτου», ἀλλὰ θεώρησε καὶ τὴν πώλησή του στοὺς Ἰσμαηλίτες ὡς θέλημα Θεοῦ! Συνέχεια
Ἡ Ὁσία Μαρία καὶ ἡ ἀπάθεια
π. Βασίλειος Καλλιακμάνης
α) Τὴν Ε΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν τιμᾶται ἡ Ὁσία Μαρία Αἰγυπτία, ἡ ὁποία κοιμήθηκε εἰρηνικὰ τὴν 1η Ἀπριλίου.
Τὸ διδακτικότατο καὶ θαυμαστὸ βίο της, ποὺ ἔγινε προσφιλὲς ἀνάγνωσμα ὄχι μόνο τῶν μοναχῶν ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν χριστιανῶν, διέσωσε ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων. Καὶ προβάλλεται ἡ ὁσία Μαρία ὡς πρότυπο ἀλλὰ καὶ ἔμπρακτος καρπὸς ἀσκήσεως.
Ἐκεῖνος ποὺ εἰσέρχεται στὸ στάδιο τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα μὲ φιλοτιμία, ἰσχυρὴ βούληση καὶ εἰλικρινῆ μετάνοια γιὰ τὸν πρότερο ἔκλυτο καὶ βορβορώδη βίο δέχεται πλούσια τὴ θεία χάρη. Φθάνει στὴ χαρισματικὴ ἀπάθεια.
β) Γράφεται στὸ Συναξαριστή: «Ἡ Ὁσία Μαρία ἦταν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, ζήσασα δὲ πρότερον μὲ ἀκολασίαν, χρόνους δεκαεπτά, ὕστερον ἔδωκε τὸν ἑαυτόν της ἡ μακαρία εἰς ἄσκησιν καὶ ἀρετήν… Καὶ τόσον πολλὰ ὑψώθη διὰ μέσου της ἀπαθείας, ὥστε ὁπού ἐπεριπάτει ἐπάνω εἰς τὰ νερὰ καὶ τοὺς ποταμούς, χωρὶς νὰ καταβυθίζεται…
Εἰς τὴν ἔρημον ἔζησεν ἡ τρισολβία χρόνους τεσσαρακονταεπτά, χωρὶς νὰ ἰδῆ ἄνθρωπον, μόνον δὲ τὸν Θεὸν εἶχε θεατήν της. Καὶ τόσον ἠγωνίσθη, ὥστε… ἀπόκτησε μίαν ζωὴν ἐπὶ γῆς, ἀγγελικὴν τε καὶ ὑπὲρ ἄνθρωπον».
γ) Ἡ ἀπάθεια στὴν ὁποία ἔφθασε ἡ Ὁσία Μαρία εἶναι φυσικὸς καρπὸς νήψης καὶ ἄσκησης. Ὁ ἀπαθὴς βιώνει τὴν κατὰ Θεὸν νηπιότητα· καθίσταται ἀτάραχος καὶ ἄφοβος, ἀφοῦ ἐνδυναμώνεται ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.
Συχνὰ δὲν αἰσθάνεται τὴν πείνα, τὴ δίψα, τὸν πόνο ἢ τὴν ἀνάπαυση. Ὁ νοῦς του εἶναι στραμμένος στὸν Θεὸ (Ὅσιος Πέτρος Δαμασκηνός). Ὁ ἀπαθὴς δουλαγωγεῖ τὸ σῶμα μὲ τὴν ἄσκηση, ἐνῶ ταυτόχρονα κόπτει τὸ «ἴδιον θέλημα» καὶ ἐγκολπώνεται τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
δ) Γιὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες ἡ ἀπάθεια δὲ νοεῖται ὡς ἀπόλυτη ψυχικὴ ἀταραξία, ὅπως ὑποστήριζαν οἱ ἀρχαῖοι Στωικοί, οὔτε ὡς νέκρωση τοῦ παθητικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς. Ἀπάθεια εἶναι ἡ εἰρηνικὴ κατάσταση τῆς ψυχῆς, κατὰ τὴν ὁποία αὐτὴ γίνεται δυσκίνητη πρὸς τὴν κακία, διδάσκει ὁ Ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής. Ὅμως ἀνάλογα μὲ τὴν πνευματικὴ ὡριμότητα τοῦ Χριστιανοῦ παρουσιάζει ὁρισμένες διαβαθμίσεις.
ε) Διακρίνονται τέσσερα εἴδη ἀπάθειας: Ἡ πρώτη βιώνεται ἀπὸ τοὺς ἀρχάριους ὡς τέλεια ἀποχὴ ἀπὸ ἐμπαθεῖς πράξεις. Ἡ δεύτερη ὡς ὁλοκληρωτικὴ ἀποβολὴ τῶν πονηρῶν λογισμῶν ἀπὸ τὴ διάνοια. Τὸ τρίτο εἶδος ἀφορᾶ τὴν παντελῆ ἀκινησία τῆς ἐπιθυμίας πρὸς τὰ πάθη. Τέλος ὅσοι μὲ τὴ γνώση καὶ τὴ θεωρία κατέστησαν τὸν ἑαυτὸν τους διαφανῆ καθρέπτη τοῦ Θεοῦ ἔχουν ἀμόλυντο νοῦ καὶ ἀπὸ τὴν ψιλὴ φαντασία τῶν παθῶν.
στ) Τὰ παραπάνω στάδια φαίνεται ὅτι πέρασε καὶ ἡ ὁσία Μαρία, ἡ ὁποία, ὅταν δέχθηκε τὴν κοινωνία τῶν ἀχράντων μυστηρίων ἀπὸ τὸν Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, πλήρης χάριτος ἄφησε τὸν ἐπίγειο βίο καὶ εἰσῆλθε στὰ σκηνώματα τῆς ἄρρητης δόξας τοῦ Θεοῦ. Τὸ εὔλογο ἐρώτημα ὅμως ποὺ προκύπτει εἶναι: Μήπως ὁ «ἀναχωρητικὸς» τρόπος τῆς χριστιανικῆς ζωῆς δημιουργεῖ ἀδρανεῖς καὶ ἄνευρες προσωπικότητες, πού δὲ βοηθοῦν στὴν πρόοδο τῆς κοινωνίας; Ἔστω κι ἂν ἀπαντήσει κάποιος ὅτι ὁ δρόμος τῆς ἀσκητικῆς ποὺ ἀκολούθησε ἡ Ὁσία Μαρία δὲν ἀφορᾶ ὅλους τούς χριστιανοὺς ἀλλὰ ἐλάχιστους, τὸ ἐρώτημα παραμένει.
ζ) Τὴν ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτὸ μπορεῖ νὰ δώσει ἡ μακραίωνη ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Ἡ ἐσωτερικὴ ἡσυχία, ἡ νήψη, ἡ προσευχὴ καὶ ἡ ἄσκηση δὲν ἀπομακρύνουν τοπικὰ ἀλλὰ τροπικὰ τὸ χριστιανὸ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει καταδαμάσει τὰ ἐνστικτώδη πάθη, ἔχει ἐλέγξει τὸ θυμικό του καὶ διαθέτει καθαρὴ καρδιὰ μπορεῖ πιὸ ἄνετα νὰ ἐπωμισθεῖ θεσμικὲς εὐθύνες καὶ νὰ προσφέρει σημαντικὸ ἔργο στὴν κοινωνία. Αὐτὸ φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ ὅτι πολλοὶ ἱεράρχες καὶ πατριάρχες ἔχοντας φθάσει στὴν νηπτικὴ ἀπάθεια ἀσκοῦσαν ἐπιτυχῶς σπουδαῖο ποιμαντικὸ καὶ κοινωνικὸ ἔργο. Ἔτσι τιμήθηκαν ὡς ἅγιοι, προηγούμενοι στὴ μνημόνευση ἄλλων ἁγίων καὶ ἀσκητῶν τῆς Ἐκκλησίας.
Λαχτάρα Αἰωνιότητος
Ἀρχιμ. Δαμασκηνοῦ Κατρακούλη
Ἰδού, ἔρχομαι ταχύ. Ἀμήν. ναί ἔρχου,Κύριε Ἰησοῦ. (Ἀποκ. κβ΄ 12, 20)1
Ὁ θεῖος λόγος τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ ὁποῖος ἐξέρχεται ἀπό τόν ἄμβωνα τῆς Ἐκκλησίας, περιέχει ποικίλα σπέρματα ἀληθείας καί θεογνωσίας. Ἡ μελέτη τοῦ θείου λόγου νά εἶναι ἡ τρυφή καί ἡ τροφή τῆς ζωῆς μας.
Ἐγώ, παιδιά, κάθε βράδυ διαβάζω Εὐαγγέλιο γιά νά εἰσχωρήση μέσα μου ὁ Κύριος. Μέ τό Εὐαγγέλιο γίνεται ἡ ἀλληλοπεριχώρησις τοῦ ἠμαγμένου Ἀμνοῦ καί τῆς ψυχῆς μας. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι κληθήκαμε ν’ ἁγιάσωμε. Νά γίνωμε εὐωδία Χριστοῦ. Σκοπός μας εἶναι νά ἀνταποκριθοῦμε στήν κλῆσι τοῦ Θεοῦ καί νά γίνωμε φῶς. Μέ τήν τήρησι τοῦ Εὐαγγελίου νά γίνωμε λόγος τοῦ Θεοῦ.
Μέσα στήν Ἐκκλησία, λοιπόν, ἁρπάζει ὁ ἕνας τόν θεῖο λόγο καί πηγαίνει εἰς τάς ἐρήμους, γιά νά πραγματώση τό Εὐαγγέλιον. Ὁ ἄλλος τό ἁρπάζει καί πηγαίνει στήν Ἀφρική, στήν Ἀσία κ.λπ. νά φωτίση τούς ἀνθρώπους ὡς ἱεραπόστολος. Ὁ ἄλλος παίρνει τόν θεῖο σπόρο καί τόν καλλιεργεῖ μέσα στήν κοινωνία ὡς ἐπίσκοπος, ὡς ἱερεύς, ὡς οἰκογενειάρχης καί κάνει ἔργο τοῦ τήν σπορά τοῦ θείου λόγου. Ἐμεῖς πήραμε τό Εὐαγγέλιον ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα ὁ καθένας καί ἤλθαμε στό μοναστῆρι, γιά νά δοξάσωμε τόν Θεό μέ τήν τήρησι τῶν ἐντολῶν Του.
Κάθε μοναστῆρι εἶναι ἕνα πέραμα, ἕνα φεριμπότ, πού θά μᾶς περάση ἀπέναντι, στήν ὄχθη τοῦ οὐρανοῦ. Σήμερα αὐτό μέ ἀπησχόλησε ἐμένα. αὐτό ἀκριβῶς τό ταξίδι. Πρέπει νά σπάσωμε τόν φραγμό τοῦ θανάτου μέ τήν ἐπιθυμία τῆς αἰωνίου ζωῆς. Σκεπτόμουν, λοιπόν, πώς θά μπορέσωμε τό μήνυμα τοῦ θανάτου νά τό περιμένωμε ὡς τήν πλέον εὐχάριστη ἀγγελία. Προχθές ἀναφέραμε μερικές θεῖες ἀποκαλύψεις, πού εἶχε ὁ Μητροπολίτης Ε. στίς τελευταῖες του στιγμές. Καί χάρηκε ἡ ψυχή μας. Πράγματι, γνωρίζουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἀγαπήσας τόν Θεόν, δέχεται τέτοιες ἀποκαλύψεις στίς τελευταῖες στιγμές τῆς ζωῆς του. Ὁ Κύριος του παρουσιάζει ἤδη ἀπό τήν παροῦσα ζωή τί ἀπολαύσεις τόν ἀναμένουν στήν πανήγυρι τῶν πρωτοτόκων, ἐκεῖ πού βασιλεύει τό φῶς, τό ἄκτιστο φῶς, τό γλυκύτατο ὡς ἡ χιών. Συνέχεια
Ἀπὸ τὴ σοφία τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς- Πάτερ ἡμῶν.
Ἀνδρέα Θεοδώρου
Προσευχὴ εἶναι ἡ νοερὴ ἐπικοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεό. Εἶναι ἔργο σαφῶς πνευματικό. Ὁ Θεὸς εἶναι πνεῦμα καθαρὸ καὶ ἀμιγές, μὲ τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ ἔλθει σὲ ἐπικοινωνία μόνο ἕνα ἄλλο πνεῦμα μικρὸ ἔστω καὶ πεπερασμένο. Τὰ φυσικὰ κτίσματα δὲν προσεύχονται στὸ Θεό, γιατί δὲν νοιώθουν καμιὰ ἀνάγκη νὰ τὸ κάνουν. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μὲν καὶ αὐτὸς ὂν αἰσθητό, ὅμως στὴ φύση τοῦ ὑπάρχει καὶ τὸ νοερὸ στοιχεῖο, ἡ ἄϋλη ψυχή, ἡ ὁποία εἶναι κτισμένη κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωση Θεοῦ. Ἔτσι εἶναι τὸ μόνο ὂν ποὺ μοιάζει μὲ τὸ Θεὸ (ἔχει λογικότητα καὶ ἐλευθερία) καὶ προσεύχεται στὸ Θεό, ἐκφράζοντας τὰ πολλὰ πρὸς αὐτὸν συναισθήματα ποὺ κάθε φορά κατακλύζουν τὴ ψυχή του.
Ἡ προσευχὴ δὲν εἶναι ἔργο εὔκολο. Ὅπως δὲ εἶναι δύσκολο –μᾶλλον ἀδύνατο– νὰ εἰσχωρήσει κανεὶς στὴν ἀπειρία τοῦ μυστηρίου τῆς θείας οὐσίας, ἔτσι εἶναι δύσκολο νὰ βρεῖ τὸν τρόπο ἐπίτευξης μίας σωστῆς προσευχῆς. Στὴν προσευχὴ συνομιλεῖς νοερὰ μὲ τὸν Θεό. Τὸ ἐγχείρημα εἶναι ἄνισο. Ζώντας οἱ μαθητὲς στοὺς μυστικοὺς κυματισμοὺς τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ καὶ συναισθανόμενοι τὸ συντριπτικὸ βάρος τῆς προσευχῆς, ζήτησαν κάποτε ἀπὸ τὸ Διδάσκαλο νὰ τοὺς μάθει νὰ προσεύχονται. Κι Ἐκεῖνος τοὺς παρέδωσε τὴν Κυριακὴ προσευχὴ (Λουκ. ια΄ 1-4).
Ὁ Κύριος εἶχε καὶ πολλὲς ἄλλες ἀφορμὲς νὰ διδάξει περὶ προσευχῆς. Ἔτσι:
α) Ἡ προσευχὴ πρέπει νὰ γίνεται στὴν ἡσυχία καὶ τὴ μόνωση. Πρέπει νὰ γίνεται στὸ ταμιεῖον τῆς ψυχῆς μὲ αὐτοσυγκέντρωση καὶ περισυλλογὴ (Ματθ. ς΄ 6), ἀγγίζοντας τὸν ἐσώτερο πυρήνα τῆς ψυχῆς, ὥστε αὐτή, ἐλεύθερη ἀπὸ ὅ,τι ἐξωτερικό, ἀπὸ τὶς βιοτικὲς μέριμνες καὶ τοὺς περισπασμοὺς τῆς καθημερινῆς ζωῆς, ἄσαρκη καὶ ἄϋλη, ν’ ἀνυψωθεῖ στὸ θρόνο τῆς θείας μεγαλοσύνης. Γιατί, ὅταν τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς τὰ νοήματά σου συμπλέκονται μὲ τὶς παραστάσεις καὶ τὸ φόρτο τῶν ἐντυπώσεων τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου, τότε ἡ προσευχή σου δύσκολα μπορεῖ νὰ πετύχει τὸ στόχο τῶν προσπαθειῶν της. Τὴν ἡσυχία, σὰν τὸ κατάλληλο πλαίσιο μίας καρποφόρας προσευχῆς, ἔνοιωθε συχνὰ καὶ ὁ Κύριος. Μετὰ τὸ θόρυβο τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων, ἀφοῦ ἀπέλυσε τοὺς ὄχλους, ἀνέβη μόνος στὸ ὅρος «κατ’ ἰδίαν προσεύξασθαι» (Ματθ. ιδ΄ 23). Συνέχεια
Ὁ ἅγιος τῆς χαρᾶς
π. Βασίλειος I. Καλλιακμάνης
α) “Χαρά μου, ἀπόκτησε πνεῦμα εἰρήνης καὶ τότε χιλιάδες ψυχὲς θὰ σωθοῦν κοντὰ σου”.
Ἡ διδαχὴ αὐτὴ τοῦ Ὁσίου Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ, ποὺ τιμᾶται στὶς 2 Ἰανουαρίου, γίνεται λίαν ἐπίκαιρη στὴ σύγχρονη ἐποχή, ἀφοῦ ὅλα τὰ πράγματα μετροῦνται μὲ ἐπίκεντρο τὰ οἰκονομικὰ μεγέθη καὶ εἶναι διάχυτες ἡ ἀνασφάλεια, ἡ διαρκὴς ταραχὴ καὶ ἡ σύγχυση.
Προφανῶς δὲν ὑπάρχει παραμικρὴ ὑποψία γιὰ τὶς κρυμμένες ἐσωτερικὲς δυνάμεις ποὺ βρίσκονται σὲ ὕπνωση, ἀλλὰ φανερώνονται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀξιοποιοῦν τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ. Καὶ οἱ δυνάμεις αὐτὲς σχετίζονται μὲ πνευματικὰ μεγέθη καὶ τὴν ποικιλία τῶν θείων χαρισμάτων,
β) Ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ μέσα ἀπὸ δύσκολες συνθῆκες ἀνέδειξε τὰ δῶρα καὶ τὰ χαρίσματα μὲ τὰ ὁποῖα τὸν προίκισε ὁ Θεός.
Στὴν ἐρώτηση τοῦ πλούσιου γαιοκτήμονα Μοτοβίλωφ, ποὺ εἶχε θεραπευθεῖ ἀπὸ τὸν ὅσιο καὶ ἔγινε στὴ συνέχεια πιστὸς μαθητής του, “ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς;” ἐκεῖνος ἀπάντησε: “Εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ λαμβάνουμε μὲ ὅσα μᾶς συνιστᾶ ἡ Ἐκκλησία καὶ προπαντὸς μὲ τὴν προσευχή”.
γ) Ὅταν στὴ συνέχεια, μετὰ ἀπὸ θερμὴ προσευχὴ τοῦ ὁσίου ὁ Μοτοβίλωφ δέχθηκε ἁγιοπνευματικὴ ἐμπειρία καὶ ρωτήθηκε ἀπὸ αὐτὸν τί αἰσθάνεται, ἀπάντησε: “Ἡσυχία, καὶ εἰρήνη ἀνέκφραστη. Ἡ καρδιά μου κατακλύζεται ἀπὸ ἄρρητη χαρά. Κι ἀκόμη, μία ἀνείπωτη θερμότητα καὶ εὐωδία, ποὺ δὲν ἔχω αἰσθανθεῖ ποτέ”. Αὐτὴ ἡ εὐωδία εἶναι τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ ἡ θερμότητα εἶναι ἐσωτερική, ἀπάντησε ὁ ὅσιος. Θερμαινόμενοι ἀπὸ αὐτὴ οἱ ἐρημίτες δὲν φοβοῦνταν τὸ χειμώνα, διότι ἦσαν ἐνδεδυμένοι τὸ χιτώνα τῆς χάριτος, ποὺ ἀντικαθιστοῦσε τὸ ἔνδυμα,
δ) Ὅπως γράφει ὁ Φώτης Κόντογλου; “Μέσα στὰ δάση τοῦ Σάρωφ ὑπήρχανε κι’ ἄλλοι ἀσκητάδες, ὁ ἕνας μακριὰ ἀπὸ τὸν ἄλλον ὡς δύο-τρία βέρστια. Πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς γνωρίζανε τὸν πάτερ Σεραφείμ, ἐπειδὴ ἤτανε κι’ αὐτοὶ ἀπὸ τὸ Κούρσκ. Ἡ δική του καλύβα βρισκότανε σ’ ἕνα χαμοβούνι μὲ πυκνὰ δέντρα. Στὸ νοῦ του ὁλοένα εἶχε τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, μέρα-νύχια συλλογιζότανε τὰ διάφορα ἱστορικά τοῦ Κυρίου, μὲ θεϊκὸν ἔρωτα. Κι’ ἐπειδὴ βρισκότανε μακριὰ ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη, γιὰ νὰ θαρρῆ πὼς ζεῖ ἐκεῖ ποὺ ἔζησε σὰν ἄνθρωπος ὁ Χριστός, ἔδωσε διάφορα ὀνόματα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο στὰ μέρη ποὺ ἔκανε τὴν προσευχὴ του”. Συνέχεια
Εἰς τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον
Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ
Εὐχαριστοῦμεν σοι, Κύριε καὶ Δέσποτα, ὑπὲρ πάντων τῶν μυστηρίων καὶ τῶν εὐεργεσιῶν σου καὶ ὑπὲρ Αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἐξέλεξες γιὰ νὰ ὑπηρετήση ὅλα αὐτά τὰ μυστήριά σου, τὰ ὁποῖα ἔθεσες εἰς τὴν διάθεσιν πάντων ἡμῶν.
Εὐχαριστοῦμεν σοι, τὴν ἀνεκλάλητον σοφίαν καὶ τὴν δύναμιν καὶ φιλανθρωπίαν σου, καθ’ ὅσον ὄχι μόνον προσέλαβες καὶ ἐθέωσες τὴν φύσιν μας, ἀλλὰ καὶ εὐδόκησες νὰ ἐκλέξης ἀπὸ ἐμᾶς τὴν Μητέρα σου καὶ τὴν κατέστησες Βασίλισσαν τοῦ κόσμου παντός.
Εὐχαριστοῦμεν σοι, διότι ἐν τῇ μεγαλοδωρία σου ἔδωσες τὸν ἴδιον τὸν ἑαυτόν σου γιὰ νὰ μᾶς ἐλευθέρωσης, ἀλλ’ ἐπίσης καὶ αὐτήν τὴν παναγίαν Μητέρα σου πρὸς βοήθειαν καὶ προστασίαν, ὢ φιλάνθρωπε καὶ γλυκύτατε Δέσποτα.
Εὐχαριστοῦμεν καὶ σέ, εὐλογημένη καὶ δεδοξασμένη Δέσποινα, διότι πάντοτε μᾶς εὐσπλαγχνίζεσαι καὶ συμπάσχεις μὲ τοὺς πόνους μας, ἱκετεύεις δὲ τὸν Υἱόν σου νὰ μᾶς λυτρώνη ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες καὶ τοὺς πειρασμούς μας.
Δὲν θὰ θρηνήσωμε γιὰ τὸν θάνατον καὶ τὴν ταφήν σου, ἀλλά θὰ δοξολογήσωμε τὴν Μετάστασίν σου, διότι ἂν καὶ μετέστης εἰς τὸν οὐρανόν, δὲν ἐγκατέλειψες τους κατοικοῦντας εἰς τὴν γῆν. Καὶ παρ’ ὅλον ὅτι ἀπηλλάγης ἀπὸ τὶς ταλαιπωρίες καὶ τὶς ἀσχολίες τῆς προσκαίρου αὐτῆς ζωῆς, ἂν καὶ ἔφθασες εἰς τὴν ἀνέκφραστον καὶ ἀτελεύτητον μακαριότητα, δὲν λησμονεῖς ὅμως οὔτε πρὸς στιγμὴν τὴν παροῦσαν πτωχείαν μας. Ἀντιθέτως, τώρα μᾶς προσφέρεις ἀκόμη περισσότερα: Μᾶς σώζεις καὶ μᾶς ἐλευθερώνεις ἀπὸ κάθε δοκιμασίαν καὶ ἀπὸ ποικίλους πειρασμούς.
Μὴ μᾶς ἐγκαταλείπης, ὅθεν, ὀρφανοὺς ἀπὸ τὴν βοήθειάν σου καὶ τὴν παμπόθητόν σου Χάριν, ἀλλ’ ἀνάλαβέ μας καὶ σκέπασέ μας μὲ τὴν λαμπρότητα τῆς δόξης σου καὶ προσάγαγε εἰς τὸν Υἱόν καὶ Θεόν σου τὴν ἀκατάπαυστον πρεσβείαν καὶ ἱκεσίαν σου ὑπὲρ τῶν ἀνυμνούντων καὶ δοξολογούντων σε, διότι τώρα εἶσαι ὄντως ἡ βασίλισσα τοῦ παντός, ἡ Παντάνασσα, «παρισταμένη ἐκ δεξιῶν τοῦ Βασιλέως, ἐν κροσσωτοῖς χρυσοῖς περιβεβλημένη, πεποικιλμένη μὲ τὴν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», τελείως καλλωπισμένη μὲ τὸν στολισμὸν αὐτόν τῆς Χάριτος… Συνέχεια
Καππαδόκης Μέγας Βασίλειος καὶ ἡ θεία Λειτουργία του
Παναγιώτη Ι. Σκαλτσῆ
Μεταξὺ τῶν τριῶν Καππαδοκῶν Πατέρων ἐξέχουσα θέση κατέχει ὁ Μέγας Βασίλειος, ἡ λαμπρὴ αὐτή μορφὴ τῆς Μικρασιατικῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἕνας ἀπὸ τούς οἰκουμενικοὺς διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας1. Στὸ πρόσωπό του συγκεντρώθηκε πράγματι ὅλη ἡ σοφία, ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ ἁγιότητα. Κατὰ τὸν ἱερό ὑμνογράφο ἔγινε σοφίας ἐραστής καὶ παιδείας ἔμπλεως «οὐ μόνον τῆς κάτω καὶ πατουμένης, πολλῷ μᾶλλον δὲ τῆς κρείττονος»2 .
Μὲ ὅπλα, λοιπόν, τὴν κοσμικὴ ἀλλὰ καὶ τὴν πνευματικὴ γνώση καὶ ἐμπειρία κήρυξε σ’ ὅλο τὸν κόσμο φρόνημα ἔνθεον, προέκρινε τὴν πρὸς τὸν Θεὸν συμβίωση καὶ τὴ μελέτη τοῦ θανάτου, κατεκόσμησε τὰ ἤθη τῶν ἀνθρώπων, ἐμβάθυνε στὴ γνώση καὶ τὴ φύση τῶν ὄντων διακηρύσσοντας τὴ μεγάλη ἀλήθεια περὶ τοῦ Θεοῦ ὡς Δημιουργοῦ καὶ προνοητοῦ τοῦ σύμπαντος κόσμου.
Ὁ Μέγας Βασίλειος ἐπίσης στηλίτευσε τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων μέσα ἀπὸ τὴ δογματική του διδασκαλία καὶ μᾶς ἐξεπαίδευσε στὸ νὰ σεβόμαστε καὶ νὰ τιμᾶμε τὴν Ἁγία Τριάδα «ἡνωμένην μὲν τῇ οὐσίᾳ, διαιρετὴν δὲ ταῖς ὑποστάσεσι»3. Σὲ ποιμαντικὸ μάλιστα καὶ κοινωνικὸ ἐπίπεδο ἦταν καὶ εἶναι γιὰ ὅλους τύπος καὶ ὑπογραμμός, ὑπόδειγμα ὀργάνωσης τοῦ φιλανθρωπικοῦ ἔργου, πρότυπο ποιμένα καὶ πνευματικοῦ ἡγέτη.
Μία πολὺ σημαντικὴ πτυχὴ τοῦ ἔργου καὶ τῆς προσωπικότητός τοῦ θείου αὐτοῦ διδασκάλου καὶ φωτοφόρου φωστῆρος εἶναι ὅτι μεταξὺ τοῦ τεράστιου συγγραφικοῦ του ἔργου, δογματικοῦ, ἀσκητικοῦ, ἑρμηνευτικοῦ κ.λπ. ἀνήκει καὶ ἡ θεία Λειτουργία, πού φέρει τὸ ὄνομά του καὶ τελεῖται, ὡς γνωστόν, δέκα φορὲς τὸ χρόνο. Μύστης τῶν ἀρρήτων ὁ ἴδιος εἰκονίζεται συνήθως στὴν κόγχη τοῦ ἱεροῦ βήματος μεταξὺ ἄλλων Ἱεραρχῶν, πού λειτουργοῦν κρατώντας στὸ χέρι του εἰλητάριο μὲ κάποια ἀπὸ τὶς εὐχές τῆς θείας Λειτουργίας. Στὸ μουσεῖο μάλιστα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σερρῶν καὶ Νιγρίτης ὑπάρχει φορητὴ εἰκόνα, στὴν ὁποίαν φαίνεται νὰ τελεῖ τὴ θεία Λειτουργία ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος εἰκονίζεται νὰ συγγράφει τὸ κείμενο τῆς Λειτουργίας του4. Συνέχεια
Οἱ ἔννοιες τοῦ θεσμοῦ καὶ τοῦ χαρίσματος
Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης
Οἱ ἔννοιες τοῦ θεσμοῦ καὶ τοῦ χαρίσματος διαφέρουν σημαντικὰ μεταξύ τους. Ὁ θεσμὸς γεννιέται πάντοτε μέσα στὸν χῶρο καὶ τὸν χρόνο. Ὑπόκειται σὲ τοπικοὺς καὶ χρονικοὺς περιορισμοὺς καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτούς. Τὸ χάρισμα ἔχει ὑπερβατικὴ φύση καὶ προέλευση. Δὲν ὑπόκειται σὲ τοπικοὺς καὶ χρονικοὺς περιορισμοὺς καὶ μπορεῖ νὰ παραμένει ἀνεξάρτητο ἀπὸ αὐτούς. Μὲ τὴν φανέρωσή του ὅμως μέσα στὸν χῶρο καὶ τὸν χρόνο τὸ χάρισμα προσεγγίζει τὸν θεσμὸ ἡ καὶ προσλαμβάνει τὸν θεσμὸ γιὰ τὴν ἱστορικὴ διατήρησή του. Παραταῦτα τὸ χάρισμα παραμένει τοπικὰ καὶ χρονικὰ ἀπεριόριστο, ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικὰ ἀχώρητο σὲ ὁποιονδήποτε θεσμό.
Ὁ Χριστὸς παρουσίασε τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν κόσμο καὶ τὴν ἱστορία· ἔφερε τὴν χάρη μέσα στὴν φύση, τὸ ἄκτιστο μέσα στὸν χῶρο καὶ τὸν χρόνο. Ἡ χάρη αὐτὴ προσφέρεται στὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ὑπάρχει μέσα στὸν κόσμο ὡς «θεσμός». Ταυτόχρονα ὅμως ἡ Ἐκκλησία εἶναι «κοινωνία τῆς θεώσεως». Τὰ δύο αὐτὰ φαίνονται ἀντιφατικά. Ἡ κοινωνία τῆς θεώσεως εἶναι ἀπὸ τὴν φύση τῆς χαρισματική, ἐνῶ ὁ θεσμὸς εἶναι κτιστὸ κατασκεύασμα. Ἡ χαρισματικὴ κοινωνία δὲν περιορίζεται σὲ θεσμούς. Ἀλλὰ ἡ διατήρησή της στὴν ἱστορία ἐπιβάλλει τὴν θεσμοποίησή της. Ἔτσι δημιουργεῖται ἡ ἀνάγκη τῆς συνθέσεως θεσμοῦ καὶ χαρίσματος ἡ τῆς θεσμοποιήσεως τοῦ χαρίσματος.
Ἡ Ἐκκλησία λειτουργεῖ μέσα στὴν ἱστορία ὡς «χαρισματικὸς θεσμός»· ὡς θεσμοποιημένη χαρισματικὴ κοινωνία ἡ «κοινωνία τῆς θεώσεως». Ὁ θεσμὸς καὶ τὸ χάρισμα συνυπάρχουν ἐξαρχῆς στὴν Ἐκκλησία. Τὸ φαινόμενο αὐτὸ εἶναι ἰδιαίτερα λεπτό, καὶ ἀπαιτεῖ μεγάλη διάκριση καὶ λεπτοὺς χειρισμοὺς γιὰ τὴν σωστὴ προσέγγιση καὶ διαφύλαξή του. Καὶ τὸ χρέος τῶν πιστῶν, εἰδικότερα μάλιστα τῶν ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι νὰ διατηροῦν τὴν ἰσορροπία μεταξὺ θεσμοῦ καὶ χαρίσματος, καὶ νὰ ἀποφεύγουν τὴν διολίσθηση πρὸς τὴν μία ἡ τὴν ἄλλη πλευρά, ὥστε νὰ διασφαλίζεται ἡ ἁρμονικὴ συλλειτουργία τους. Συνέχεια
ΕΥΧΕΛΑΙΟ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑ
π. Βασίλειος Καλλιακμάνης
1. Εἰσαγωγικά
Οἱ Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ κατά τήν ἔξοδό τους, γιά τόν εὐαγγελισμό τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ κήρυτταν μετάνοια, ἀπάλλασσαν τούς ἀνθρώπους ἀπό τή δαιμονική ἐνέργεια καί θεράπευαν τούς ἀσθενεῖς χρίοντάς τους μέ λάδι ἐλιᾶς. Σημειώνει χαρακτηριστικά ὁ εὐαγγελιστής Μάρκος: «Καί ἐξελθόντες ἐκήρυσσον ἵνα μετανοήσωσι, καί δαιμόνια πολλά ἐξέβαλλον, καί ἤλειφον ἐλαίῳ πολλούς ἀρρώστους καί ἐθεράπευον»1 . Τό λάδι, βασικό στοιχείο τοῦ βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου μύρου, ἐκτός ἀπό πηγή φωτός καί σύμβολο καταλλαγῆς, λειτουργοῦσε καί ὡς μέσο ἰατρείας. Τήν ἀποστολική συνήθεια τῆς ἐπάλειψης τῶν ἀσθενῶν μέ λάδι ἐξειδικεύει ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος στήν Καθολική του Ἐπιστολή 2 . Στούς μεταγενέστερους χρόνους ἀπαντοῦν μία ἤ δύο ἁγιαστικές εὐχές τοῦ ἐλαίου, οἱ ὁποῖες διαβάζονταν ἀπό ἕναν ἱερέα καί ἀκολουθοῦσε ἡ χρίση τοῦ ἀσθενοῦς. Στή συνέχεια μέ βάση τήν ἑρμηνεία τοῦ χωρίου τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἰακώβου θεωροῦνταν ἀπαραίτητοι περισσότεροι τοῦ ἑνός ἱερεῖς.
Ἡ ἐξέλιξη τῆς ἀκολουθίας τοῦ εὐχελαίου ἀπασχολεῖ τούς ἐρευνητές, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν μέ βάση τούς γνωστούς χειρόγραφους κώδικες, ὅτι ἡ ση- μερινή ἀκολουθία εἶναι πολύ μεταγενέστερη καί ἐμφανίζεται μετά τόν 13ο αἰώνα.3 Ὡστόσο, ὁρισμένες εὐχές εἶναι παλαιότερες, ἀφοῦ ἀπαντοῦν σέ παλαιότερα εὐχολόγια, ἤ διασώζουν ἄγραφα λόγια τοῦ Κυρίου, ὅπως συμβαίνει μέ τήν εὐχή μετά τό δεύτερο εὐαγγέλιο. Ἐδῶ ἀναφέρεται τό ἄγραφο λόγιο: «Ὁσάκις ἄν πέσῃς ἔγειραι, καί σωθήσῃ».4
2.Εὐχέλαιο και εὐχαριστία
Τό εὐχέλαιο ἀρχικά τελοῦνταν στό ναό καί ἦταν συνδεδεμένο μέ τή Θεία Εὐχαριστία. Ἡ ἀποδέσμευση τῆς ἀκολουθίας τοῦ Εὐχελαίου ἀπό αὐτή συνέβαλε στή γενίκευση τῆς τελέσεώς του στά σπίτια5 . Σέ πολλούς κώδικες «συνυφαίνεται» ἤ «συναρθρώνεται»6 μέ τή θεία Εὐχαριστία καί ἀκολουθεῖ ἕνα εἶδος λιτῆς μέχρι τό σπίτι τοῦ ἀσθενοῦς προκειμένου νά χρισθεῖ. Σύμφωνα μέ μιά ἀπό τίς διατάξεις τῶν πρώτων αἰώνων, μετά τήν προσκομιδή καί πρό τῆς θείας λειτουργίας γινόταν ὁ καθαγιασμός τοῦ ἐλαίου μέ τήν εὐχή πού διάβαζε ξεχωριστά ὁ κάθε ἱερέας. Μετά τό τέλος τῆς θείας λειτουργίας καί πρίν τήν ἀπόλυση χρίονταν οἱ παριστάμενοι, οἱ θῦρες καί τά παράθυρα τοῦ οἴκου, ἐνῶ οἱ ἱερεῖς λειτουργοῦσαν διαδοχικά γιά ἑπτά συνεχόμενες ἡμέρες.7 Στήν περίπτωση αὐτή ἡ θεία λειτουργία γινόταν στόν εὐκτήριο οἶκο τοῦ σπιτιοῦ. Οἱ ἑπτά ἱερεῖς δέν ἦταν μόνο ἀπαραίτητοι γιά τήν τέλεση τοῦ εὐχελαίου, ἀλλά καί γιά τήν τέλεση τῶν ἑπτά συνεχόμενων λειτουργιῶν. Ἐκτός ἀπό τή τάξη αὐτή ὑπάρχουν καί ἄλλα στοιχεῖα πού συνηγοροῦν καί μαρτυροῦν τό σύνδεσμο εὐχελαίου καί θείας λειτουργίας. Ὁρισμένες εὐχές δέν εἶναι μόνο συγχωρητικές ἀλλά προετοιμάζουν γιά τή μετοχή στή θεία Εὐχαριστία. «Καί καθάρισον αὐτόν ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος, ἵνα ἐν καθαρῷ τῷ μαρτυρίῳ τῆς συνειδήσεως αὐτοῦ τῶν ἁγιασμάτων σου τήν μερίδα ὑποδεχόμενος ἑνωθῇ τῷ ἁγίῳ σου Πνεύματι καί ἕξει σε ἐν αὑτῷ κατοικοῦντα καί μένοντα σύν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί καί τῷ παναγίῳ σου Πνεύματι νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων»8 . Ἴσως δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι καί σήμερα τό εὐχέλαιο τελεῖται τήν Μ. Τετάρτη, ἀφοῦ τήν ἑπομένη, τήν Μ. Πέμπτη, ὑπάρχει καθολική μετοχή στό μυστήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας. Συνέχεια
ΤΟ ΩΣΑΝΝΑ… ΚΑΙ Ο ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Τό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα (Ἰωάν. 12, 1-18) 3.
Πρωτ. Βασιλείου Ἰ. Καλλιακμάνη
Θεολογική καί κοινωνική προσέγγιση
α) Κυριακή τῶν Βαΐων σήμερα καί ὁδεύουμε βαθμηδόν πρός τή μεγάλη ἑορτή τοῦ Πάσχα. Ἡ Ἐκκλησία μέ πολλούς τρόπους μᾶς μυσταγωγεῖ στό μυστήριο τῆς ὀρθόδοξης πίστης, εἰσάγοντάς μας στή Μεγάλη Ἑβδομάδα. Λόγος βιβλικός καί πατερικός, εἰκόνα ἀναγωγική, ποίηση λυρική, ὕμνος κατανυκτικός, μέλος ἐναρμόνιο, χρωματικό καί διατονικό, ὕφος συσταλτικό καί διασταλτικό, συμβολισμοί καί παραβολές γιά τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν ἐνεστῶσα καί τήν ἀναμενόμενη, ἐμπλουτίζουν τή λατρεία μας.
β) Καί στό κέντρο τῆς ἱερῆς σύναξης ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Σωτήρας Χριστός, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά εἰσέρχεται μέ ἐπευφημίες σήμερα στά Ἱεροσόλυμα, ἀλλά δέ θά ἀρνηθεῖ σέ λίγες ἡμέρες τή χλεύη καί θά ὁδεύσει ἑκουσίως πρός τό πάθος. Χρειάζεται ὅμως καί ἡ δική μας μικρή συμβολή, ὥστε νά μήν παρέλθει καί ὁ φετινός γιορτασμός σάν ἕνα καλό ἔθιμο, χωρίς γεύση καί ἐμπειρία πνευματική. Καί εὔλογα τίθεται τό ἐρώτημα: Τί γιορτάζουμε σήμερα; Διότι φαινομενικά ἔχουμε μία θριαμβευτική εἴσοδο στήν πόλη τῶν Ἱεροσολύμων ἑνός ἐπικείμενου βασιλιά, ὁ ὁποῖος ποτέ δέ θά ἐνθρονισθεῖ. Ἤ μάλλον ὁ θρόνος πού τόν περιμένει, εἶναι ὁ Σταυρός.
γ) Στή σημερινή εὐαγγελική περικοπή (Ἰωάν. 12, 1- 18) περιγράφεται ἀφενός ἡ ἄλειψη τοῦ Κυρίου μέ ἀκριβό μύρο ἀπό τή Μαρία, ἀδελφή τοῦ Λαζάρου, καί ἡ πανηγυρική εἴσοδός Του στά Ἱεροσόλυμα. Πράγματι, μετά τήν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου ὁ ἐνθουσιασμός τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ μεγάλωνε, ἐνῶ παράλληλα ἐνισχυόταν ὁ φθόνος τῶν θρησκευτικῶν ἀρχόντων κατά τοῦ Ἰησοῦ. Τό ξέσπασμα τοῦ λαοῦ κορυφώνεται ἕξι μέρες πρίν ἀπό τό ἑβραϊκό Πάσχα. Ὁ Χριστός εἰσέρχεται στά Ἱεροσόλυμα καί πολλοί ἄνθρωποι, ὅταν κατάλαβαν τήν παρουσία του, πῆραν κλαδιά φοινικιᾶς καί βγῆκαν ἀπό τήν πόλη νά τόν προϋπαντήσουν κραυγάζοντας: «Δόξα στό Θεό! Εὐλογημένος αὐτός πού ἔρχεται σταλμένος ἀπό τόν Κύριο! Εὐλογημέος ὁ βασιλιάς τοῦ Ἰσραήλ!». Συνέχεια
“ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ”
Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς
Σέ καιρό εὐνοίας σέ ἐπήκουσα καί σέ ἡμέρα σωτηρίας σ’ ἐβοήθησα», εἶπε ὁ Θεός μέ τό στόμα τοῦ προφήτη Ἡσαΐα (Ἡσ. 49, 8). Καλό λοιπόν εἶναι νά εἰπῶ σήμερα τό ἀποστολικό ἐκεῖνο πρός τήν ἀγάπη σας: «Ἰδού καιρός εὐπρόσδεκτος, ἰδού ἡμέρα σωτηρίας ἄς ἀπορρίψωμε λοιπόν τά ἔργα τοῦ σκότους καί ἄς ἐκτελέσουμε τά ἔργα τοῦ φωτός, ἄς περπατήσουμε μέ σεμνότητα, σάν σέ ἡμέρα» (Β΄ Κορ. 6, 2· Ρωμ. 13, 12). Διότι προσεγγίζει ἡ ἀνάμνησις τῶν σωτηριωδῶν παθημάτων τοῦ Χριστοῦ καί τό νέο καί μέγα καί πνευματικό Πάσχα, τό βραβεῖο τῆς ἀπαθείας, τό προοίμιο τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Καί τό προκηρύσσει ὁ Λάζαρος πού ἐπανῆλθε ἀπό τά βάραθρα τοῦ Ἅδη, -ἀφοῦ, μέ μόνο τόν λόγο καί τό πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ, πού ἔχει τήν ἐξουσία ζωῆς καί θανάτου, ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς τήν τέταρτη ἡμέρα- καί προανυμνοῦν παιδιά ἄκακα καί πλήθη λαοῦ, μέ τήν ἔμπνευση τοῦ Θείου Πνεύματος, Αὐτόν πού λυτρώνει ἀπό τόν θάνατο, πού ἀνεβάζει τίς ψυχές ἀπό τόν Ἅδη καί πού χαρίζει ἀΐδια ζωή στήν ψυχή καί στό σῶμα.
Ἄν λοιπόν κανείς θέλη ν’ ἀγαπᾶ τή ζωή, νά ἰδῆ ἀγαθές ἡμέρες, ἄς φυλάττη τήν γλῶσσα του ἀπό κακό καί τά χείλη του ἄς μή προφέρουν δόλο ἄς ἐκκλίνη ἀπό τό κακό καί ἄς πράττη τό ἀγαθό (Α΄ Πέτρ. 3, 10 ε. Ψαλμ. 33, 13-15). Κακό λοιπόν εἶναι ἡ γαστριμαργία, ἡ μέθη καί ἡ ἀσωτία κακό εἶναι ἡ φιλαργυρία, ἡ πλεονεξία καί ἡ ἀδικία κακό εἶναι ἡ κενοδοξία, ἡ θρασύτης καί ἡ ὑπερηφάνεια.
Ἄς ἀποφύγη λοιπόν ὁ καθένας τέτοια κακά καί ἄς ἐπιτελεῖ τά ἀγαθά. Ποιά εἶναι αὐτά; ἡ ἐγκράτεια, ἡ νηστεία, ἡ σωφροσύνη, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ μακροθυμία, ἡ ἀγάπη, ἡ ταπείνωσις.
Ἄς ἐπιτελοῦμε λοιπόν αὐτά, γιά νά μεταλάβουμε ἀξίως τοῦ θυσιασθέντος γιά χάρι μας Ἀμνοῦ τοῦ Θεοῦ· καί ἄς λάβουμε ἀπό Αὐτόν τόν ἀρραβῶνα τῆς ἀφθαρσίας γιά νά τόν φυλάξουμε κοντά μας σ’ ἐπιβεβαίωσι τῆς ὑπεσχημένης πρός ἐμᾶς κληρονομίας στούς οὐρανούς.
Ἀλλά εἶναι μήπως δυσκατόρθωτο τό ἀγαθό καί οἱ ἀρετές εἶναι δυσκολώτερες ἀπό τίς κακίες; Ἐγώ πάντως δέν τό βλέπω διότι περισσότερους πόνους ὑφίσταται ἀπό ἐδῶ ὁ μέθυσος καί ὁ ἀκρατής ἀπό τόν ἐγκρατή, ὁ ἀκόλαστος ἀπό τόν σώφρονα, ὁ ἀγωνιζόμενος νά πλουτήση ἀπό τόν ζῶντα μέ αὐτάρκεια, αὐτός πού ἐπιζητεῖ ν’ ἀποκτήση δόξα ἀπό τόν διάγοντα σέ ἀφάνεια ἀλλ’ ἐπειδή, λόγω τῆς ἡδυπάθειάς μας, οἱ ἀρετές μᾶς φαίνονται δυσκολώτερες, ἄς βιάσουμε τούς ἑαυτούς μας διότι ὁ Κύριος λέγει «ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι βιαστή καί οἱ βιασταί τήν ἁρπάζουν» (Ματθ.11,12).
Χρειαζόμαστε λοιπόν ὅλοι προσπάθεια καί προσοχή, ἔνδοξοι καί ἄδοξοι, ἄρχοντες καί ἀρχόμενοι, πλούσιοι καί πτωχοί, ὥστε ν’ ἀπομακρύνουμε ἀπό τήν ψυχή μας τά πονηρά αὐτά πάθη καί ἀντί αὐτῶν νά εἰσαγάγωμε σ’ αὐτήν ὅλη τή σειρά τῶν ἀρετῶν. Συνέχεια
OΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΑ ΒΑΪΑ
Ἁγίου Ἐπιφανίου , ἐπισκόπου Κύπρου
Χαῖρε μέ ἀσυγκράτητη χαρά, θυγατέρα τῆς Σιών. Ἀπόλαυσε βαθιά χαρά καί ἀναγάλλιασε, ὁλόκληρη τοῦ Χριστοῦ ἡ Ἐκκλησία. Ἔρχεται πάλι σέ σένα ὁ Βασιλιάς. Ὁ νυμφίος σου ἔρχεται καθισμένος στό πουλάρι, ὅπως σέ θρόνο. Ἄς βγοῦμε νά Τόν προϋπαντήσουμε. Ἄς βιαστοῦμε νά δοῦμε τή δόξα Του. Ἄς προλάβωμε νά τιμήσωμε τόν ἐρχομό Του μέ χαρά. Ἄλλη μιά φορά σωτηρία στόν κόσμο, πάλι ὁ Θεός ἔρχεται γιά νά σταυρωθῆ.
Ὁ Βασιλιάς τῆς Σιών, ἡ προσδοκία τῶν ἐθνῶν, ξαναέρχεται σ᾽ αὐτήν καί χαρίζει πάλι τή σωτηρία στόν κόσμο. Τό φῶς ἄλλη μιά φορά μᾶς ἐπισκέπτεται καί ἡ πλάνη διαλύεται, ἡ ἀλήθεια λουλουδίζει, χορεύει ἡ Ἐκκλησία καί χηρεύει ἡ Συναγωγή. Πάλι ντροπιάζονται οἱ δαίμονες, σκορπίζει ἡ κατάρα, καί πάλι ταράζονται οἱ Ἑβραῖοι, συντρίβεται ὁ δράκοντας, χαίρονται τά Ἔθνη καί ἡ Σιών στολίζεται.
Ἔρχεται ὁ Χριστός καθισμένος στό πουλάρι, ὅπως σέ θρόνο. Ἀναγαλλιάστε οὐρανοί. Ὑμνῆστε Ἄγγελοι. Εὐφρανθῆτε τά βουνά. Σκιρτῆστε λόφοι. Παφλάστε ποταμοί. Ὁ λαός τῆς Σιών χορέψετε, οἱ Ἐκκλησίες χαρῆτε. Ψάλλετε Ἱερεῖς, προφῆτες ἐλᾶτε πρῶτοι, εὐαγγελιστῆτε μαθηταί, ὑποδεχθῆτε λαοί. Τρέξτε μαζί καί οἱ γέροντες, χορέψετε μητέρες καί τά νήπια τραγουδῆστε. Φωνάξτε νέοι, οἱ φυλές μαζευτῆτε.
Κάθε πλάσμα, κάθε ὕπαρξη, κάθε τάξη, κάθε τι πού ἀναπνέει, ὅλη ἡ γῆ, κάθε ἀξίωμα, ὅλες οἱ ἡλικίες, ὅλες οἱ ἀρχές τῶν ἐθνῶν, ὅλες οἱ βασιλεῖες, ἄς ὑποδεχθοῦν βασιλικά τό βασιλιά τῶν βασιλέων, δεσποτικά τῶν δεσποτῶν τό Δεσπότη. Ἄς προσκυνήσωμε, ἄς τραγουδήσωμε θεϊκά τραγούδια στό Θεό τῶν Θεῶν, στόν αἰώνιο νυμφίο θεϊκούς νυφιάτικους χορούς, ἄς χορέψωμε. Χαρούμενοι ἄς ἀνάψωμε τίς χαρωπές λαμπάδες μας, τούς χιτῶνες τῶν ψυχῶν μας, ὅπως ταιριάζει γιά νά τιμήσουμε τόν Θεό, ἄς ἀλλάξωμε. Ἄς ἑτοιμάσωμε ὄμορφα τούς δρόμους τῆς ζωῆς, τά βαΐα τῆς νίκης ἄς κρατήσωμε γιά τό νικητή τοῦ θανάτου. Καί ἄς σείσωμε τούς βλαστούς τῆς ἐλιᾶς στό βλαστό τῆς Μαρίας. Ἀγγελικά ἄς ὑμνήσουμε τό Θεό τῶν Ἀγγέλων. Ἄς κραυγάσωμε μαζί μέ τά παιδιά, ὅπως πρέπει στό Θεό. Μαζί μέ τό πλῆθος καί ἐμεῖς τήν κραυγή τοῦ πλήθους ἄς ποῦμε: «Ὡσαννά, στόν οὐρανό. Εὐλογημένος αὐτός πού ἔρχεται στ᾽ ὄνομα τοῦ Θεοῦ». Συνέχεια
Τῆς Σαμαρείτιδας
Τό ἑορτολογικό θέμα τῆς πέμπτης Κυριακῆς ἀπό τό Πάσχα δίδεται πάλι ἀπό τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα, πού ἀναφέρεται στόν διάλογο τοῦ Χριστοῦ μέ τήν Σαμαρείτιδα (Ἰω. 4, 5-42). Εἶναι ἀπό τά ἐκλεκτότερα κομμάτια τοῦ Εὐαγγελίου. Στόν διάλογό Του μέ τήν ταπεινή γυναῖκα τῆς Σαμαρείας ὁ Κύριος βρίσκει τήν εὐκαιρία νά ἀποκαλύψῃ τίς πιό ὑψηλές ἀλήθειες. Τήν ἰδιότητά Του ὡς Μεσσίου, τόν τρόπο τῆς ἀληθινῆς λατρείας, τήν δροσιστική δύναμι τῆς χάριτός Του. Καί πάλι στό δοξαστικό τῶν αἴνων κατά ἀριστοτεχνικό τρόπο σκιαγραφεῖται τό ἱερό ἐπεισόδιο:
«Ἡ Πηγή τῆς ζωαρχίας, Ἰησοῦς ὁ Σωτήρ ἡμῶν, ἐπί τήν πηγήν ἐπιστάς τοῦ πατριάρχου Ἰακώβ, πιεῖν ἐζήτει ὕδωρ παρά γυναικός Σαμαρείτιδος. Τῆς δέ τό ἀκοινώνητον τῶν Ἰουδαίων προσειπούσης, ὁ σοφός δημιουργός μετοχετεύει αὐτήν ταῖς γλυκείαις προσρήσεσιν μᾶλλον πρός αἴτησιν τοῦ ἀϊδίου ὕδατος. Ὅ καί λαβοῦσα τοῖς πᾶσιν ἐκήρυξεν εἰποῦσα· Δεῦτε, ἴδετε τῶν κρυπτῶν γνώστην καί Θεόν, παραγενόμενον σαρκί διά τό σῶσαι τόν ἄνθρωπον».
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΙΤΙΔΟΣ
Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ
Ὅλη αὐτή τήν περίοδο πού διανύομε τώρα, ἐπεκτεινομένη σέ πενήντα ἡμέρες, ἑορτάζομε τήν ἀπό τούς νεκρούς ἀνάστασι τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, δεικνύοντας μέ αὐτή τήν παράτασι τήν ὑπεροχή της ἀπέναντι στίς ἄλλες ἑορτές. ῎Αν καί βέβαια αὐτή ἡ περίοδος τῶν ἡμερῶν περιλαμβάνει καί τήν ἐπέτειο μνήμη τῆς ἐπανόδου στούς οὐρανούς, ἀλλά καί αὐτή δεικνύει τή διαφορά τοῦ ἀναστάντος Δεσπότου πρός τούς ἀνθρώπους ἐκείνους πού κατά καιρούς ἔχουν ἀναβιώσει.
Πραγματικά ὅλοι ὅσοι ἀναστήθηκαν ἀπό τούς νεκρούς ἀναστήθηκαν ἀπό ἄλλους καί, ἀφοῦ ἀπέθαναν πάλι, ἐπέστρεψαν στή γῆ. Ὁ δέ Χριστός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς, δέν κυριεύεται πλέον καθόλου ἀπό τόν θάνατο. Διότι μόνο αὐτός, ἀφοῦ ἀνέστησε τόν ἑαυτό του τήν τρίτη ἡμέρα, δέν ἐπέστρεψε πάλι στή γῆ, ἀλλά ἀνέβηκε στόν οὐρανό, καθιστώντας τό φύραμά μας πού εἶχε λάβει ὁμόθρονο μέ τόν Πατέρα ὡς ὁμόθεο.
Γι᾿ αὐτό εἶναι ὁ μόνος πού ἔγινε ἀρχή τῆς μελλοντικῆς ἀναστάσεως ὅλων καί ὁ μόνος πού κατέστη ἀπαρχή τῶν νεκρῶν καί πρωτότοκος ἀπό τούς νεκρούς καί πατέρας τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Καί ὅπως ὅλοι, ἁμαρτωλοί καί δίκαιοι, ἀποθαίνουν στόν ᾿Αδάμ, ἔτσι στόν Χριστό θά ζωοποιηθοῦν ὅλοι, ἁμαρτωλοί καί δίκαιοι, ἀλλ᾿ ὁ καθένας στήν τάξι του. Ἀπαρχή εἶναι ὁ Χριστός, ἔπειτα οἱ ὀπαδοί τοῦ Χριστοῦ κατά τήν παρουσία του, ἔπειτα οἱ τελευταῖοι, ὅταν καταργήση κάθε ἀρχή καί ἐξουσία καί δύναμι καί θέση ὅλους τούς ἐχθρούς του κάτω ἀπό τά πόδια του.
Τελευταῖος ἐχθρός πού θά καταργηθῆ εἶναι ὁ θάνατος (Α´ Κορ. 15,22 ἑἑ), κατά τήν κοινή ἀνάστασι, μέ τήν ἐσχάτη σάλπιγγα. Διότι πρέπει τό φθαρτό τοῦτο στοιχεῖο νά ἐνδυθῆ ἀφθαρσία καί τό θνητό τοῦτο νά ἐνδυθῆ ἀθανασία (Α´ Κορ. 15,53).
Τέτοια δωρεά μᾶς προσφέρει ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου, καί γι᾿ αὐτό μόνο αὐτήν ἑορτάζομε μέ τόση διάρκεια σάν ἀθάνατη καί ἀνώλεθρη καί ἀΐδια, προεικονίζοντας μέ αὐτά καί τήν μέλλουσα μακαριότητα τῶν ἁγίων, ἀπό τήν ὁποία ἔχει ἐξαφανισθῆ κάθε ὀδύνη, λύπη καί στεναγμός. Ὑπάρχει δέ σ᾿ αὐτήν εὐφροσύνη καί πανήγυρις ἐνθουσιώδης καί ἀναλλοίωτη. Διότι ἐκεῖ εἶναι πραγματικά ἡ κατοικία τῶν εὐφραινομένων. Συνέχεια
Κυριακή τῆς Σαμαρείτιδος.
Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου
Σήμερα ὁ Χριστὸς διαλαλεῖ σὲ μᾶς τοὺς ἄθλους τῆς Σαμαρείτιδος καὶ πρέπει τὸ φτωχὸ πλοιάριο τοῦ λόγου μου νὰ διαπλεύση τὸ πέλαγος τῶν κατορθωμάτων της. Βλέπω τὴν πίστη της καὶ θέλω νὰ φτιάξω τὸ ἐγκώμιό της καὶ μαζί σας νὰ ἐπαινέσω τὴν φτωχιὰ καὶ τὴν πλούσια, τὴν πόρνη καὶ τὴν ἀπόστολο, τὴν ἄσωτη καὶ τὴν πιστή, τὴν πολύγαμο καὶ πολυδύναμη, αὐτὴ ποὺ πολλοὺς ἐμόλυνε καὶ ποὺ τὸν μονογενῆ γιὸ τοῦ Θεοῦ ὑπηρέτησε. Αὐτὴ ποὺ μολύνθηκε καὶ καθαρίστηκε, ποὺ δίψασε κι ἐπιθύμησε νερὸ ζωντανό, καὶ κληρονόμησε τὰ νάματα τῆς χάρης τοὐρανοῦ.
Τί λέει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ποὺ βροντερὰ φανέρωσε τὰ ἄρρητα μυστήρια; Φτάνει ὁ Ἰησοῦς σὲ μιὰ πόλη τῆς Σαμαρείας, ποὺ λέγεται Συχάρ, καὶ στὸ μέρος ποὺ ὁ Ἰακώβ ἔδωσε στὸ γιό του τὸν Ἰωσήφ. Ἦταν ἐκεῖ τὸ πηγάδι τοῦ Ἰακώβ, κουρασμένος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία κάθισε πάνω στὸ χεῖλος τοῦ πηγαδιοῦ. Ἦταν ἡ ἕκτη ὥρα περίπου. Ἦρθε μιὰ γυναῖκα ἀπ’ τὴ Σαμάρεια νὰ βγάλη νερό. Τῆς λέει ὁ Ἰησοῦς, δός μου νὰ πιῶ. Οἱ μαθηταί του εἶχαν φύγει στὴν πόλη γιὰ ν’ ἀγοράσουν τρόφιμα. Κουρασμένος ὁ Ἰησοῦς.
Τί λέει λοιπὸν ὁ Ἡσαΐας ὁ προφήτης; Ὁ Θεὸς, ὁ μέγας δὲν θὰ πεινάση, οὔτε θὰ διψάση οὔτε θὰ κοπιάση. Οὔτε τὸ βάθος τῆς σοφίας του θὰ βρεθῆ. Ἀλλὰ καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος γράφει γι’ αὐτὸν στὸ εὐαγγέλιό του: Κι ἀφοῦ νήστεψε σαράντα μέρες καὶ σαράντα νύχτες ἔπειτα ἐπείνασε. Ἔτσι κι ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὅπως ἄκουσες πρὶν ἀπὸ λίγο λέει. Κουρασμένος ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία κάθισε στὸ χεῖλος τοῦ πηγαδιοῦ.
Ἦταν ἡ ἕκτη ὥρα τῆς ἡμέρας. Ὁ ἕνας λέει ὅτι ἐπείνασε, ὁ ἄλλος ὅτι ἐκοπίασε κι ὁ προφήτης Ἡσαΐας ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα δηλώνει ὅτι ὁ Θεὸς ὁ μέγας οὔτε θὰ πείναση, οὔτε θὰ διψάση, οὔτε θὰ κοπιάση. Οὔτε θὰ βρεθῆ τὸ βάθος τῆς σοφίας του. Πῶς θὰ γίνη δυνατὸ νὰ διασωθῆ ἡ ὁμοφωνία τῶν Εὐαγγελίων καὶ τῆς προφητείας; Ἐπειδὴ ἡ οἰκονομία τοῦ μεγάλου Θεοῦ οἰκονομήσε γιὰ τὸ Σωτῆρα μας ἕνα διπλὸ καὶ παράδοξο συνδυασμὸ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου κατὰ τὴν εὐχαρίστηση καὶ τὸ θέλημά του, γι’ αὐτὸ ὁ προφήτης ἐξαγγέλλει τὴ δύναμη καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς θεότητας, ἐνῷ οἱ ἀπόστολοι καὶ εὐαγγελιστές δείχνουν ἀληθινὴ τὴν οἰκονομία τοῦ σώματος. Κουρασμένος λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία καθόταν ἔτσι πάνω στὸ πηγάδι.
Ἦταν περίπου ἕκτη ὥρα. Ἔρχεται μιὰ γυναῖκα ἀπὸ τὴ Σαμάρεια νὰ ἀντλήση νερὸ καὶ ὁ Ἰησοῦς τῆς λέει· δῶσε μου νὰ πιῶ. Οἱ μαθηταὶ του εἶχαν φύγει στὴν πόλη γιὰ ν’ ἀγοράσουν τρόφιμα καὶ ἡ Σαμαρείτισσα τοῦ εἶπε· Πῶς ἐσὺ ποὺ εἶσαι Ἰουδαῖος ζητεῖς νὰ πιῆς ἀπὸ μένα ποὺ εἶμαι Σαμαρείτισσα;
Εἶναι ἀνάγκη, ἀγαπητοὶ, νὰ ἐξετάσωμε γιατὶ ὥρισε καὶ τὸν τόπο καὶ τὴν ὥρα καὶ τὴν ἀπουσία τῶν μαθητῶν. Τὸν τόπο, κάθισε κοντὰ στὸ πηγάδι· τὴν ὥρα, ἦταν περίπου ἡ ἕκτη ὥρα· τὴν ἀπουσία τῶν μαθητῶν, οἱ μαθηταὶ του εἶχαν πάει στὴν πόλη γιὰ νὰ ἀγοράσουν τρόφιμα. Γιὰ ποιὸν λόγο ἀνάφερε τὸν τόπο; Ἐπειδὴ ὑπῆρχε πνευματικὸ θήραμα πῆγε στὸ μέρος αὐτό, γιὰ νὰ τὸ συλλάβη. Δὲν βλέπεις τὶ κάνουν οἱ ψαράδες; Δὲν ἀνεβοκατεβαίνουν σὲ κάθε μεριὰ τῆς θάλασσας ἀλλὰ σ’ ὥρισμένο μέρος ποὺ ξέρουν ὅτι ὑπάρχουν ψάρια. Γιατὶ αὐτὰ πηγαίνουν περισσότερο σὲ ὡρισμένα σημεία.
Ἔτσι κι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς, ὁ μέγας Θεὸς τῆς προφητείας, σὰν Θεὸς ἐγνώριζε, ὅτι ἐκεῖ μποροῦσε νὰ πιάση τὸ θήραμά του, τὴ Σαμαρείτισσα. Σὰν τοὺς ψαράδες ποὺ διαλέγουν τὸν τόπο καὶ ψαρεύουν ἔτσι κι ὁ Χριστὸς ἦρθε στὸ μέρος ὅπου μποροῦσε νὰ συλλάβη τὴ Σαμαρείτισσα καὶ χρησιμοποιῶνας αὐτὴ νὰ ἐπιτύχη πλούσιο ψάρεμα ἀπὸ ἀνθρώπους. Γι’ αὐτὸ ἀνέφερε τὸν τόπο. Γιατὶ ὅμως ἀνέφερε καὶ τὴν ὥρα; κουρασμένος ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία κάθισε ἔτσι στὰ χείλη τοῦ πηγαδιοῦ. Συνέχεια
Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΑ
Γεωργίου Μαντζαρίδη
Ἡ συνάντηση μὲ τὸν Χριστὸ ἐκπλήσσει τὸν ἄνθρωπο. Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐκπλήσσεται, πρέπει νὰ διερωτηθεῖ, ἂν πράγματι συνάντησε τὸν Χριστό, ἂν αἰσθάνθηκε τὴν ἀληθινὴ παρουσία του. Ἡ ἔκπληξη αὐτή δὲν εἶναι ἀνεξήγητη, οὔτε παράλογη, ἀλλά κατανοητὴ καὶ λογική. Εἶναι κάτι πού δημιουργεῖται ἀπὸ τὴν συνάντηση τοῦ φυσικοῦ μὲ τὸ ὑπερφυσικό, τοῦ σχετικοῦ μὲ τὸ ἀπόλυτο, τοῦ πρόσκαιρου μὲ τὸ αἰώνιο.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος πού κυριαρχεῖται ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ θανάτου συναντιέται μὲ τὸν Κύριο τῆς ζωῆς ὅταν τὸ κτίσμα ἀντικρύζει τὸν κτίστη του, ἀναδύονται ἀσύμμετρες σχέσεις, δημιουργοῦνται ἀπροσδόκητες ἐκπλήξεις. Καὶ οἱ ἐκπλήξεις αὐτές γίνονται συγκλονιστικότερες, ὅταν ὁ Κύριος ταπεινώνεται μπροστὰ στὸ κτίσμα, γιὰ νὰ τὸ ὑπηρετήσει. Οἱ ἐκπλήξεις μάλιστα ἐδῶ δὲν περιορίζονται στὴν φύση τῶν πραγμάτων, ἀλλά ἐπεκτείνονται καὶ σὲ λεπτομερειακὲς μορφές τους.
Στὴν συνάντηση τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν Σαμαρείτιδα πρώτη ἔκπληξη εἶναι ὁ ἴδιος ὁ διάλογος πού συνάπτεται μεταξύ τους. Ὁ Χριστὸς ἀπευθύνεται στὴν Σαμαρείτιδα καὶ ζητάει νερὸ γιὰ νὰ πιεῖ. Αὐτή ἐκπλήσσεται καὶ ρωτάει: «Πῶς σὺ Ἰουδαῖος ὤν παρ’ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; Οὐ γὰρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις».
Ἡ ἔκπληξη εἶναι διπλὴ ἢ μᾶλλον πολλαπλή: Πῶς ἕνας Ἰουδαῖος, ὁ Ἰησοῦς, ἀπευθύνεται σὲ ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν Σαμάρεια; Ἀλλὰ καὶ ἀκόμα περισσότερο, πῶς συνομιλεῖ μὲ μιὰ γυναίκα, καὶ μάλιστα διαβεβλημένη, ὅπως καλῶς ὁ ἴδιος γνωρίζει; Καὶ τέλος, πῶς στὴν γυναίκα αὔτην ἀποκαλύπτει τὴν ὑψηλότερη καὶ βαθύτερη ἀλήθεια τοῦ μεσσιανικοῦ του κηρύγματος; Συνέχεια