Νοέμβριος 2022
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930  

Οἱ ἔννοιες τοῦ θεσμοῦ καὶ τοῦ χαρίσματος

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης

22Οἱ ἔννοιες τοῦ θεσμοῦ καὶ τοῦ χαρίσματος διαφέρουν σημαντικὰ μεταξύ τους. Ὁ θεσμὸς γεννιέται πάντοτε μέσα στὸν χῶρο καὶ τὸν χρόνο. Ὑπόκειται σὲ τοπικοὺς καὶ χρονικοὺς περιορισμοὺς καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτούς. Τὸ χάρισμα ἔχει ὑπερβατικὴ φύση καὶ προέλευση. Δὲν ὑπόκειται σὲ τοπικοὺς καὶ χρονικοὺς περιορισμοὺς καὶ μπορεῖ νὰ παραμένει ἀνεξάρτητο ἀπὸ αὐτούς. Μὲ τὴν φανέρωσή του ὅμως μέσα στὸν χῶρο καὶ τὸν χρόνο τὸ χάρισμα προσεγγίζει τὸν θεσμὸ ἡ καὶ προσλαμβάνει τὸν θεσμὸ γιὰ τὴν ἱστορικὴ διατήρησή του. Παραταῦτα τὸ χάρισμα παραμένει τοπικὰ καὶ χρονικὰ ἀπεριόριστο, ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικὰ ἀχώρητο σὲ ὁποιονδήποτε θεσμό.

Ὁ Χριστὸς παρουσίασε τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν κόσμο καὶ τὴν ἱστορία· ἔφερε τὴν χάρη μέσα στὴν φύση, τὸ ἄκτιστο μέσα στὸν χῶρο καὶ τὸν χρόνο. Ἡ χάρη αὐτὴ προσφέρεται στὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ὑπάρχει μέσα στὸν κόσμο ὡς «θεσμός». Ταυτόχρονα ὅμως ἡ Ἐκκλησία εἶναι «κοινωνία τῆς θεώσεως». Τὰ δύο αὐτὰ φαίνονται ἀντιφατικά. Ἡ κοινωνία τῆς θεώσεως εἶναι ἀπὸ τὴν φύση τῆς χαρισματική, ἐνῶ ὁ θεσμὸς εἶναι κτιστὸ κατασκεύασμα. Ἡ χαρισματικὴ κοινωνία δὲν περιορίζεται σὲ θεσμούς. Ἀλλὰ ἡ διατήρησή της στὴν ἱστορία ἐπιβάλλει τὴν θεσμοποίησή της. Ἔτσι δημιουργεῖται ἡ ἀνάγκη τῆς συνθέσεως θεσμοῦ καὶ χαρίσματος ἡ τῆς θεσμοποιήσεως τοῦ χαρίσματος.

Ἡ Ἐκκλησία λειτουργεῖ μέσα στὴν ἱστορία ὡς «χαρισματικὸς θεσμός»· ὡς θεσμοποιημένη χαρισματικὴ κοινωνία ἡ «κοινωνία τῆς θεώσεως». Ὁ θεσμὸς καὶ τὸ χάρισμα συνυπάρχουν ἐξαρχῆς στὴν Ἐκκλησία. Τὸ φαινόμενο αὐτὸ εἶναι ἰδιαίτερα λεπτό, καὶ ἀπαιτεῖ μεγάλη διάκριση καὶ λεπτοὺς χειρισμοὺς γιὰ τὴν σωστὴ προσέγγιση καὶ διαφύλαξή του. Καὶ τὸ χρέος τῶν πιστῶν, εἰδικότερα μάλιστα τῶν ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι νὰ διατηροῦν τὴν ἰσορροπία μεταξὺ θεσμοῦ καὶ χαρίσματος, καὶ νὰ ἀποφεύγουν τὴν διολίσθηση πρὸς τὴν μία ἡ τὴν ἄλλη πλευρά, ὥστε νὰ διασφαλίζεται ἡ ἁρμονικὴ συλλειτουργία τους.

Ἤδη ἀπὸ τὴν περίοδο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἐκπρόσωποι τοῦ θεσμοῦ ἦταν οἱ ἱερεῖς καὶ τοῦ προσωπικοῦ χαρίσματος οἱ προφῆτες. Τὸ ἴδιο σχεδὸν παρατηρεῖται καὶ στὴν Ἐκκλησία. Οἱ ἱερεῖς ἔχουν τὸ θεσμοποιημένο χάρισμα ποὺ μεταδίδεται μὲ τὴν χειροτονία, ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ οἱ χαρισματοῦχοι μὲ τὰ προσωπικά τους μὴ θεσμοποιημένα χαρίσματα. Αὐτὸ βέβαια δὲν σημαίνει καθόλου ὅτι οἱ ἱερεῖς περιορίζονται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὸ θεσμοποιημένο χάρισμα, οὔτε ὅτι οἱ μὴ χειροτονημένοι χαρισματοῦχοι δὲν ἔχουν σχέση μὲ τὸ χάρισμα αὐτό. Ἄλλωστε ὁλόκληρο τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ὁλόκληρος ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, συνιστοῦν τὸ «βασίλειον ἱεράτευμα», ποὺ ἀνήκει στὸν θεσμὸ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔχει χαρισματικὸ χαρακτήρα καὶ ἱεραποστολικὸ προορισμὸ[1]. Κοινὴ πηγὴ ὅλων τῶν χαρισμάτων καὶ τῶν θεσμῶν τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα: «Πάντα χορηγεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· βρύει προφητείας, ἱερέας τελειοῖ…ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας»[2].

Μὲ τὴν θεσμοποίηση καὶ τὴν τυποποίηση τοῦ χαρίσματος, ἀλλὰ καὶ γενικότερα τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας καὶ ζωῆς, δημιουργοῦνται καὶ σοβαρὰ προβλήματα. Ἡ ἀλήθεια ποὺ ἀποτυπώνεται σὲ θεσμοὺς καὶ προσφέρεται μὲ ἀνθρώπινα μέσα καὶ σχήματα περιορίζεται ὡς ἕνα βαθμὸ ἀπὸ αὐτά, ἤ καὶ ταυτίζεται ἀπὸ ὁρισμένους μὲ αὐτά. Ἐξάλλου ἡ ζωὴ ποὺ ἐκδιπλώνεται μέσα σὲ θεσμοὺς χάνει ὡς ἕνα βαθμὸ τὴν ἀμεσότητα καὶ τὴν ἐλευθερία της. Ἔτσι ὅμως μπορεῖ εὔκολα νὰ παρεμποδιστεῖ ἡ προκοπὴ τῶν πιστῶν στὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, ἡ καὶ νὰ προκληθεῖ ἀλλοίωση τοῦ πνεύματος τοῦ Χριστιανισμοῦ.

Ὁ μονομερὴς τονισμὸς τοῦ θεσμοῦ καλλιεργεῖ τὸν εὐσεβισμό, ἐνῶ ὁ ἀποκλειστικὸς περιορισμὸς σὲ αὐτὸν ὁδηγεῖ εὔκολα στὸν φονταμενταλισμό. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ὁ μονομερὴς τονισμὸς τοῦ χαρίσματος δημιουργεῖ προβλήματα ἑνότητας στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ἡ ἀποκλειστικὴ ἀναφορὰ σὲ αὐτὸ ὁδηγεῖ στὶς «χαρισματικὲς αἱρέσεις». Τὸ χάρισμα ἔχει κεφαλαιώδη σπουδαιότητα γιὰ τὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀπουσία τοῦ ἀκυρώνει τὸ ἔργο της. Ἀλλὰ καὶ ὁ θεσμὸς ἔχει κεφαλαιώδη σπουδαιότητα γιὰ τὴν διατήρηση τῆς Ἐκκλησίας. Χωρὶς αὐτὸν φαλκιδεύεται ἡ ἱστορικὴ ἐπιβίωσή της. Μόνο μὲ τὴν ἁρμονικὴ συνύπαρξη καὶ συλλειτουργία τοῦ θεσμοῦ καὶ τοῦ χαρίσματος διασφαλίζονται ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.

Σὲ μία περίοδο ὑπερτονισμοῦ τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν, ὅπως ἦταν ὁ ἑνδέκατος αἰώνας, ὁ τρίτος κατὰ χρονολογικὴ σειρὰ θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, ἀλλὰ καὶ ἀκολούθως ὁ μαθητὴς τοῦ Νικήτας ὁ Στηθάτος πρόβαλαν μὲ ἔμφαση τὸν χαρισματικὸ χαρακτήρα τῆς Ἐκκλησίας τείνοντας ὡς τὴν ἀμφισβήτηση τῆς ἀξίας τῶν καθιερωμένων θεσμικῶν φορέων, ὅταν αὐτοὶ δὲν διαθέτουν τὸ ἀντίστοιχο χάρισμα. Εἰδικότερα ὁ Νικήτας Στηθάτος συνδέοντας κάθε βαθμίδα θεσμικῆς διακρίσεως στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱεραρχία μὲ χαρισματικὴ διάκριση, καὶ ἀμφισβητώντας τὴν ἀξία της, ὅταν αὐτὴ δὲν συμβαδίζει μὲ τὴν ἀντίστοιχη χαρισματικὴ διάκριση, γράφει: «Ὁ γοῦν ἐν ἐπιστήμη γεγονὸς τῶν τοιούτων, οὗτος, ὡς ἔφθην εἰπών, ἱεράρχης, οὗτος ἐπίσκοπος ἀληθής, κἄν μὴ παρὰ τῶν ἀνθρώπων ἐπίσκοπος καὶ ἱεράρχης κεχειροτόνηται…Ὁ δὲ γε τούτων ἀμύητος…ψευδώνυμος ὄντως, κἄν τὴ χειροτονία μέγα φρονῆ καὶ τῷ ἀξιώματι τῶν ἄλλων ἁπάντων ὑπερκαθέζηται καὶ καταμωκᾶται τούτων καὶ κατεπαίρεται»[3].

Ἐδῶ, ὅπως γίνεται φανερό, ὁ θεσμὸς συνδέεται σὲ τέτοιον βαθμὸ μὲ τὸ χάρισμα, ὥστε, ὅταν αὐτὸ λείπει, ὁ φορέας νὰ καταντᾶ ψευδώνυμος. Ἔτσι ὁ κληρικὸς ὁποιουδήποτε βαθμοῦ, ποὺ δὲν διαθέτει τὸ ἀνάλογο γιὰ τὸν ἱερατικὸ βαθμὸ τοῦ χάρισμα, χαρακτηρίζεται ὡς «ψευδώνυμος», ἔστω καὶ ἂν ἔχει τὴν κανονικὴ θεσμικὴ χειροτονία. Ἀκόμη τολμηρότερη μπορεῖ νὰ χαρακτηριστεῖ ἡ θέση του ὅτι, αὐτὸς ποὺ διαθέτει τὸ ἀπαιτούμενο γιὰ κάποια ἱερατικὴ βαθμίδα χάρισμα, ἔχει καὶ τὸ ἀξίωμα τῆς βαθμίδας αὐτῆς, ἔστω καὶ ἂν δὲν ἔλαβε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τὴν θεσμικὴ αὐτὴ διάκριση. Μέσα στὴν προοπτικὴ αὐτὴ τοποθετεῖ ὁ Στηθάτος καὶ τὴν σύσταση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρὸς τὸν Τιμόθεο: «Μὴ ἀμέλει τοῦ ἐν σοί χαρίσματος, ὁ ἐδόθη σοι διὰ προφητείας μετὰ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τοῦ πρεσβυτερίου»[4]. Ἡ ἀμέλεια δηλαδὴ τοῦ χαρίσματος ἀπὸ τὸ πρόσωπο, ποὺ κατέχει κάποια θεσμικὴ θέση μέσα στὴν Ἐκκλησία, φαλκιδεύει τὴν θεσμική του ἰδιότητα. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν σύσταση αὐτὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου γίνεται προφανὴς ἡ ἄμεση σχέση τοῦ προσωπικοῦ μὲ τὸ θεσμοποιημένο χάρισμα.

Ἐξάλλου ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς συνδέει ἄρρηκτα τὸν θεσμὸ μὲ τὴν ἀλήθεια. Ἡ Ἐκκλησία, λέει, ἀποτελεῖ κατὰ τοὺς λόγους τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, «στύλον καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας»[5]. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ μετοχὴ στὴν Ἐκκλησία εἶναι καὶ μετοχὴ στὴν ἀλήθεια· εἶναι σύνδεση καὶ κοινωνία μὲ τὴν ἄκτιστη καὶ θεοποιὸ χάρη τῆς Ἐκκλησίας.Ὅποιος λοιπὸν ἀνήκει στὴν Ἐκκλησία, συμφωνεῖ μὲ τὴν ἀλήθεια. Καὶ ὅποιος δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν ἀλήθεια, δὲν ἀνήκει στὴν Ἐκκλησία: «Οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τῆς ἀληθείας εἰσι· καὶ οἱ μὴ τῆς ἀληθείας ὄντες οὐδὲ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰσὶν»[6]. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος διακόπτει τὴν σχέση του μὲ τὴν ἀλήθεια, διακόπτει καὶ τὴν σχέση του μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅποτε παύει καὶ νὰ εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας.

Στὸν θεσμὸ ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος ὡς ἐντεταγμένο ἄτομο. Στὸ χάρισμα προβάλλει ὡς ἐλεύθερο πρόσωπο, ὡς ὑπόσταση. Γιὰ τὴν ἱστορικὴ πραγματικότητα εἶναι ἀπαραίτητα καὶ τὰ δύο· καὶ ὁ θεσμὸς καὶ τὸ χάρισμα. Μὲ τὴν συνύπαρξή τους διασφαλίζεται ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ διαχρονική της παράδοση. Αὐτὸ ὅμως ἐπιβάλλει διαρκῆ φροντίδα γιὰ τὴν διατήρηση τῆς ἰσόρροπης ἑνότητας θεσμοῦ καὶ χαρίσματος. Καὶ γιὰ νὰ μὴ συνθλίβεται ὁ ἄνθρωπος στὸν θεσμὸ ὡς ἄτομο, ἀλλὰ νὰ μπορεῖ νὰ ἀνοίγεται ὡς πρόσωπο στὴν ἐλευθερία τοῦ Πνεύματος, πρέπει νὰ μὴ προσκολλᾶται στὸ αἰσθητό, ἀλλὰ νὰ προχωρεῖ στὸ ὑπεραισθητό· νὰ ἀνάγεται ἀπὸ τὸν θεσμὸ στὴν χάρη.

Ἡ σύνδεση θεσμοῦ καὶ χαρίσματος μπορεῖ νὰ παραβληθεῖ μὲ τὸ μυστήριο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως. Καὶ ἡ ἀναγωγὴ ἀπὸ τὸν θεσμὸ στὴν χάρη μπορεῖ νὰ παραλληλιστεῖ μὲ τὴν ἀναγωγὴ ἀπὸ τὴν θεώρηση τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀνθρώπου στὴν θεώρησή του ὡς Κυρίου τῆς δόξας. Ἡ ὠρὶ-μανση τοῦ πιστοῦ στὴν πνευματικὴ ζωὴ συμβαδίζει μὲ τὴν βαθμιαία μετάβασή του ἀπὸ τὸ ἐπίπεδο τοῦ θεσμοῦ στὸ ἐπίπεδο τῆς χάριτος. Αὐτὸ στὴν πράξη τῆς πνευματικῆς ζωῆς βιώνεται ὡς μετάβαση ἀπὸ τὴν πειθαρχία στὴν ἐλευθερία, ἀπὸ τὸ γράμμα στὸ πνεῦμα.

Ἡ σύνδεση θεσμοῦ καὶ χαρίσματος, ὅπως καὶ ἡ ἀναγωγὴ ἀπὸ τὸν θεσμὸ στὴν χάρη προκαλεῖ καὶ μπορεῖ εὔκολα νὰ σκανδαλίσει τὸν ἀνθρώπινο νοῦ ποὺ παραμένει προσηλωμένος στὰ αἰσθητά, ὅπως προκάλεσε καὶ σκανδάλισε τοὺς Ἰουδαίους ἡ μετάβαση τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας του ἀπὸ τὸν νόμο στὴν χάρη. Ὁ νόμος, ποὺ ἀποτελεῖ σκιὰ τῆς ἀλήθειας, «ἐδόθη» διὰ τοῦ Μωυσέως, γιὰ νὰ τηρηθεῖ. Ἡ χάρη, ποὺ εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀλήθεια, δὲν δόθηκε μὲ κάποιον ἐδιάμεσο τρόπο ἡ μὲ κάποιον μεσολαβητή, ἀλλὰ «ἐγένετο», δηλαδὴ φανερώθηκε ἄμεσα στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ βιωθεῖ: «Ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο»[7].

Ὁ νόμος ὡς θεσμὸς δὲν ἀντιμετωπίζει τοὺς ἀνθρώπους ὡς πρόσωπα ἀλλὰ ὡς ἄτομα· ἐπιβάλλει σὲ ὅλους ἀδιακρίτως κανόνες γιὰ ὑποταγὴ καὶ συμμόρφωση. Ἀκόμα καὶ οἱ ἐξειδικεύσεις τοῦ ἔχουν ἀπρόσωπο χαρακτήρα. Τὸ χάρισμα διακρίνει τοὺς ἀνθρώπους προσωπικά· διανοίγει στὸν καθένα τὸν χῶρο τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Μὲ τὸ χάρισμα κάθε πρόσωπο εἶναι μοναδικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο ὡς φορέας μίας προσωπικὰ βιωμένης ἀλήθειας. Στὴν ἐν κοινωνία ζωὴ χρειάζονται καὶ τὰ δύο· καὶ ὁ θεσμὸς καὶ τὸ χάρισμα. Μόνο ὅταν αὐτὰ συνυπάρχουν καὶ συλλειτουργοῦν ἁρμονικά, διαφυλάσσεται ἡ εἰρήνη καὶ ἡ διαχρονικότητα στὴν κοινωνικὴ ζωή.

Γιὰ τὴν ἁρμονικὴ ὅμως αὐτὴ συνύπαρξη καὶ συλλειτουργία ἀπαιτοῦνται δύο βασικὰ πράγματα: α) ἡ διαφύλαξη τοῦ θεσμοῦ ἀπὸ τὴν αὐθαιρεσία τοῦ ἀνθρώπου, καὶ β) ἡ προάσπιση τῆς μοναδικότητας τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν γενικότητα τοῦ θεσμοῦ. Τὸ πρῶτο μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθεῖ, χωρὶς νὰ παραβλάψει τὸ δεύτερο, μὲ τὴν θετικὴ ἀξιοποίηση τῆς γενικότητας τοῦ θεσμοῦ. Ὁ θεσμὸς ἀπαιτεῖ πειθαρχία καὶ συμμόρφωση. Ἡ θετικὴ ἀξιοποίησή του στὴν πνευματικὴ ζωὴ γίνεται, ὅταν ἡ πειθαρχία μεταβάλλεται σὲ ἐλεύθερη ὑπακοὴ καὶ συμμόρφωση. Βασικὴ ἐπιδίωξη ἄλλωστε τῆς χριστιανικῆς ἀσκήσεως εἶναι ἡ καταπολέμηση τῆς φιλαυτίας, ποὺ περνάει μέσα ἀπὸ τὴν κένωση τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ μέσα ἀπὸ τὸν ἀφανισμὸ τοῦ ἀτομισμοῦ του. Ἔτσι γίνεται δυνατὴ καὶ ἡ ἀνάδειξή του σὲ πρόσωπο «κάτ’ εἰκόνα καὶ κάθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ. Τὸ δεύτερο μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθεῖ, χωρὶς νὰ ὑποσκάψει τὸ πρῶτο, μὲ τὴν ἀνάδειξη τῆς καθολικότητος τοῦ προσώπου· μὲ τὴν κενωτικὴ ἀνύψωσή του σὲ παγκόσμιο ἄνθρωπο, σὲ φορέα τοῦ πανανθρώπινου εἶναι[8].

Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ στὸ σύνολό της, ὡς θεσμὸς καὶ ὡς χάρη, εἶναι ἕνα μυστήριο. Εἶναι τὸ μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως, βιούμενο σὲ ἀντίστροφη κατεύθυνση ὡς μυστήριο τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ κάνει τὸν ἄνθρωπο θεό. Τὸ μυστήριο αὐτὸ φανερώνεται καὶ βιώνεται μέσα στὸν θεσμὸ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ὑπερβάλλει κάθε θεσμό, ὅπως καὶ τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία ὡς θεσμό, γιατί ἀνάγεται στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ δὲν μειώνει καθόλου τὸν θεσμὸ καὶ τὴν ἀξία του στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας οὔτε δικαιολογεῖ τὸν ἀποκλειστικὸ τονισμὸ τοῦ χαρίσματος. Ἐπιβάλλει ὅμως τὸν σταθερὸ προσανατολισμὸ στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν διαρκῆ μετάβαση ἀπὸ τὸν θεσμὸ στὴν χάρη. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅλα, ὅσα ὑπάρχουν ἡ συμβαίνουν μέσα στὴν Ἐκκλησία, λειτουργοῦν ὡς μέσα ἀναγωγῆς ἀπὸ τὰ αἰσθητὰ στὰ νοητά.

Οἱ θεσμοὶ τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν συμβολικὸ χαρακτήρα. Ἀλλὰ καὶ καθετὶ ποὺ εἰσάγεται καὶ χρησιμοποιεῖται μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἀκόμα καὶ γιὰ πρακτικοὺς λόγους, προσλαμβάνει καὶ συμβολικὸ χαρακτήρα. Ὅλα δηλαδὴ αὐτὰ ὑπάρχουν καθεαυτά, ἀλλὰ καὶ παραπέμπουν σὲ πράγματα ἔξω ἀπὸ αὐτά. Διαφωτιστικὴ γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι ἡ ἀκόλουθη παρατήρηση τοῦ ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα γιὰ τὶς καθιερωμένες λατρευτικὲς πράξεις καὶ κινήσεις τῆς θείας Λειτουργίας: «Καὶ γίνεται ἕκαστον τῆς χρείας ἕνεκα τῆς ἐνισταμένης, σημαίνει δὲ καὶ τί τῶν τοῦ Χριστοῦ ἔργων, ἡ πράξεων, ἡ παθῶν»[9]. Τὸ σύμβολο παραπέμπει στὸ συμβολιζόμενο. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸ σύμβολο, ἐνῶ κινεῖται στὸ ἐπίπεδο τῶν αἰσθητῶν, δὲν ἐξαντλεῖται σὲ αὐτό, ἀλλὰ γίνεται μέσο ἀναγωγῆς σὲ ἄλλο ἐπίπεδο. Μὲ τὸ σύμβολο βοηθεῖται ὁ πιστὸς νὰ ἀναχθεῖ ἀπὸ τὰ αἰσθητὰ στὰ νοούμενα, ἀπὸ τὸν θεσμὸ στὴν χάρη. Αὐτὸ ἐπιδιώκει ἡ πνευματικὴ ζωή. Καὶ ἡ ἀποκορύφωση τῆς πνευματικῆς ζωῆς πραγματοποιεῖται μὲ τὴν κατάργηση τοῦ συμβόλου καὶ τὴν φανέρωση τῆς χάριτος.

Ὁ ἀποκλειστικὸς τονισμὸς τοῦ χαρίσματος εἶναι γνωστὸς ἤδη ἀπὸ τοὺς πρώτους αἰῶνες τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας. Κατὰ τοὺς νεώτερους χρόνους τὸ φαινόμενο αὐτὸ παρουσιάζεται ἰδιαίτερα στὸ πλαίσιο τοῦ Προτεσταντισμοῦ μὲ τὶς διάφορες χαρισματικές του κινήσεις (Κουάκεροι, Πεντηκοστιανοὶ κ.α.). Ἄλλωστε καὶ στὸ σύνολό του ὁ Προτεσταντισμὸς χαρακτηρίζεται γιὰ τὴν τάση τοῦ παραμερισμοῦ τῶν θεσμῶν καὶ τῶν συμβόλων καὶ τὴν ἄμεση ἀναφορὰ στὴν χάρη. Ἡ τάση ὅμως αὐτὴ γιὰ βίωση τῆς χάριτος χωρὶς τὴν μεσολάβηση θεσμοῦ, χωρὶς ἐκκλησιαστικὴ ὑπακοὴ καὶ ἄσκηση, ἀπὸ τὴν μία πλευρὰ διαλύει τὴν ἑνότητα τῶν πιστῶν καὶ τὴν θρησκευτική τους ζωή, ὅπως βεβαιώθηκε ἱστορικὰ στὸν χῶρο τοῦ Προτεσταντισμοῦ, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἀνοίγει τὸν δρόμο πρὸς τὸν ἀντινομισμὸ ἡ ἀκόμα καὶ πρὸς τὸν διαλεκτικὰ ἀντίθετό του εὐσεβισμό.

Ὁ εὐσεβισμός, ὡς περιορισμὸς στὸν τύπο καὶ τὸν θεσμό, ὑποβιβάζει οὐσιαστικὰ τὸν Χριστιανισμὸ σὲ ἠθικὴ ἡ κοινωνικὴ διδασκαλία καὶ ἀντιμετωπίζει τὸν Χριστὸ ὡς ἠθικοδιδάσκαλο ἡ κοινωνικὸ ἀναμορφωτή. Μία τέτοια ὅμως θεώρηση θέτει σὲ δεύτερη βαθμίδα τὸ χριστιανικὸ δόγμα, χωρὶς ἴσως νὰ τὸ ἀρνεῖται ἡ νὰ τὸ ἀμφισβητεῖ ἀπευθείας, καὶ προβάλλει ὡς οὐσιωδέστερη ἀλήθεια τοῦ Χριστιανισμοῦ τὴν ἠθικὴ ἡ τὴν κοινωνική του διδασκαλία. Ἡ θεώρηση αὐτὴ διαστρέφει καὶ παραμορφώνει τὸν Χριστιανισμό, ὅπου τὸ δόγμα καὶ τὸ ἦθος, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωὴ ἀποτελοῦν τὶς δύο ὄψεις τοῦ ἴδιου πράγματος.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ὁ φονταμενταλισμὸς εἰδωλοποιεῖ τὴν ἀλήθεια. Δὲν μεταφέρεται ἀπὸ τοὺς θεσμοὺς καὶ τὰ τὰ σχήματα στὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ ταυτίζει τοὺς θεσμοὺς καὶ τὰ σχήματα μὲ τὴν ἀλήθεια. Καὶ ὁ κίνδυνος αὐτὸς γίνεται ἐνδημικὸς ἰδιαίτερα σὲ περιόδους κρίσεως, κατὰ τὶς ὁποῖες οἱ ἄνθρωποι αἰσθάνονται ἐντονότερη τὴν ἀνάγκη νὰ βεβαιωθοῦν μὲ κάποια ἀναμφισβήτητα ἐξωτερικὰ στηρίγματα τῆς ἀλήθειας. Ἔτσι εὔκολα ὁ θρησκευτικὸς θεσμός, τὸ δόγμα ἡ τὸ σύμβολο ἀντικειμενοποιεῖται καὶ ἐκλαμβάνεται ὡς καταφύγιο ἀσφαλείας, ἐνῶ ἡ ἀλήθεια ἀποχωρίζεται ἀπὸ τὴ ζωή, κατακερματίζεται καὶ ἀπονεκρώνεται.

Βέβαια ὁ φονταμενταλισμὸς δὲν παρουσιάζεται μόνο στὴν περιοχὴ τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς. Ἐμφανίζεται συχνὰ στὴν πολιτική, τὴν κοινωνική, τὴν πολιτισμικὴ ἡ καὶ σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη περιοχὴ τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Ὅπου ὅμως καὶ ἂν ἐμφανιστεῖ, παρουσιάζεται μὲ θρησκευτικὴ ἀπολυτότητα. Ἀπολυτοποιεῖ τὸ σχετικὸ καὶ βλέπει τὸ ἀπόλυτο ἐντεῦθεν τῶν ὁρίων τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὴν προοπτική της αἰωνιότητας καὶ τὸν ἐγκλωβίζει στὴν ἐγκοσμιότητα· τὸν ἀποξενώνει ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ Πνεύματος καὶ τὸν ὑποδουλώνει στὴν ὑλικὴ ἀναγκαιότητα.

Ἡ ζωὴ τοῦ Πνεύματος εἶναι ζωὴ ἀλήθειας  εἶναι ἐπέκταση πρὸς τὴν ἄκτιστη ζωὴ καὶ τὴν ἀληθινὴ ἐλευθερία. Καὶ ἡ γεύση τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐλευθερίας αὐτῆς δὲν εἶναι οὔτε εὔκολη οὔτε ἀνώδυνη, ὅσο ὁ ἄνθρωπος ζεῖ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου. Ἡ ἀπόσταση ποὺ χρειάζεται νὰ διανυθεῖ ἀπὸ τοὺς τύπους καὶ τὰ σύμβολα ὡς τὴν γεύση τῆς ζωῆς τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ἀλήθειας εἶναι τεράστια καὶ διανύεται μὲ σκληρὸ ἀγώνα καὶ πόνο ἀπὸ λίγους. Ὅταν ὅμως αὐτὴ βιώνεται, τότε ἀναδεικνύεται πληρέστερα καὶ ὁ προσωπικὸς ἡ ὑποστατικὸς χαρακτήρας της.

Προϋπόθεση γιὰ τὴν βίωση καὶ ἐφαρμογὴ τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας, τῆς ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ ἀπόλυτη πίστη στὸν Χριστὸ ὡς Θεάνθρωπο· ἡ πίστη στὴν παρουσία τοῦ Ἀκτίστου μέσα στὴν κτίση καὶ τῆς προσλήψεως τοῦ κτιστοῦ ἀπὸ τὸν Ἄκτιστο. Καὶ ἡ πίστη αὐτὴ θεμελιώνεται τελικὰ στὴν προσωπικὴ ἐμπειρία[10], ποὺ προϋποθέτει ταπείνωση, αὐταπάρνηση καὶ ἄσκηση. Ἂν δὲν ταπεινωθεῖ ὁ ἄνθρωπος καὶ δὲν ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του, ἂν δὲν αὐτοσμικρυνθεῖ καὶ δὲν ἐνταχθεῖ στὴν ὁδὸ τῶν ἐντολῶν, δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει τὸν Χριστὸ ὡς Θεὸ καὶ νὰ τὸν ἀκολουθήσει[11]. Ὅταν ὅμως ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του καὶ ἀκολουθήσει τὸν Χριστό, τότε ζεῖ μὲ τρόπο πολὺ διαφορετικὸ μέσα στὸν κόσμο.

Ἡ ἐναρμόνιση θεσμοῦ καὶ χαρίσματος πραγματοποιεῖται στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μὲ μία ἄλλη σπουδαία μεταβλητή, τὴν εὐταξία. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει πρὸς τοὺς Κορινθίους:«Πάντα εὐσχημόνως καὶ κατὰ τάξιν γινέσθω»[12]. Ἐξάλλου στὴν ἐπιστολή του πρὸς τοὺς Χριστιανοὺς τῶν Κολοσσῶν ἐκφράζει τὴν χαρά του, γιατί βλέπει «τὴν τάξιν καὶ τὸ στερέωμα τῆς εἰς Χριστὸν πίστεώς» τους[13]. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὑπογραμμίζει τὴν κεντρικὴ θέση τῆς εὐταξίας στὴν ὁμαλὴ λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλοι, λέει ἀκολουθώντας τὸν Ἀπόστολο Παῦλο[14], ἀποτελοῦμε ἕνα σῶμα ἐν Χριστῷ, καὶ ὁ καθένας εἴμαστε μέλη τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ ἕνας του ἄλλου. Τὸ ἕνα μέλος προΐσταται καὶ κατευθύνει, ἐνῶ τὸ ἄλλο ἀκολουθεῖ καὶ κατευθύνεται. Δὲν κάνουν καὶ τὰ δύο τὸ ἴδιο πράγμα, ἀλλὰ γίνονται καὶ τὰ δύο ἕνα, συναρμολογούμενα καὶ συνενούμενα ἀπὸ τὸ ἴδιο Πνεῦμα στὸν ἕνα Χριστό. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ἐκπληρώνεται καὶ σκοπὸς τῆς τελικῆς μεταβλητῆς, τὴν ὁποία ἐπισημαίνει πάλι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Πάντα πρὸς οἰκοδομὴν γινέσθω»[15].

Ἡ εὐταξία προϋποθέτει διακρίσεις καὶ διαβαθμίσεις. Αὐτὸ σημαίνει ἀποδοχὴ καὶ τακτοποίηση ἀνισοτήτων μέσα στὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα, ὅπου κεφαλὴ εἶναι ὁ Χριστός. Ὁ αὐτοχαρακτηρισμὸς ὅμως τοῦ Χριστοῦ ὡς διακόνου καὶ ὄχι ὡς διακονουμένου[16], ὑποδεικνύει τὴν βαθύτερη ἔννοια τῶν ἐκκλησιαστικῶν διαβαθμίσεων. Ἂν ἡ ἴδια ἡ κεφαλὴ διακονεῖ ὅλους, τότε καὶ τὸ κάθε μέλος τοῦ σώματος καλεῖται νὰ διακονήσει τὸ σῶμα σὲ βαθμὸ ἀνάλογο πρὸς τὴν ἱεραρχική του βαθμίδα. Ἡ ἀνύψωση στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱεραρχία εἶναι ἄνοδος πρὸς τὰ κάτω· εἶναι προσέγγιση στὴν κεφαλὴ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, τὸν Χριστό, ποὺ βρίσκεται ὡς διάκονος στὴν κορυφὴ τῆς ἀνεστραμμένης πυραμίδας τῶν ἐκκλησιαστικῶν διαβαθμίσεων[17].

Ἀλλὰ καὶ στὸ ἐπίπεδο τῶν προοΐσταμενων, ὅπως καὶ στὸ ἐπίπεδο τῶν ὑφισταμένων, ὑπάρχουν ἐπίσης διαφορὲς καὶ διαβαθμίσεις. Μολονότι τὸ Πνεῦμα εἶναι ἕνα, τὰ χαρίσματα, ὅπως καὶ τὰ δοχεῖα τοῦ Πνεύματος, δὲν εἶναι ἴσα. Τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ποικίλα, καὶ στὸν καθένα δίνεται διαφορετικὸ χάρισμα. Ὁ καθένας καλεῖται μὲ ταπείνωση καὶ διάκριση νὰ κινεῖται μέσα στὰ ὅριά του. Ἡ εὐταξία αὐτὴ καὶ ἡ εἰρήνη τηροῦνται μὲ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν μετριοφροσύνη κατὰ τὸ πρότυπο «τοῦ πράου καὶ ταπεινοῦ τῇ καρδία» Χριστοῦ[18]. Ἔτσι ἡ εὐταξία στὴν ὁμαλὴ λειτουργία τῶν θεσμῶν συνδέεται μὲ τὴν ὑπευθυνότητα τοῦ προσώπου. Ἀλλὰ καὶ τὰ χαρίσματα τῆς προφητείας ὑποτάσσονται στὰ πρόσωπα τῶν προφητῶν, ἐνῶ ὁ Θεὸς ποὺ τὰ παρέχει δὲν εἶναι Θεὸς ἀκαταστασίας ἀλλὰ εὐταξίας καὶ εἰρήνης[19].

Ἰδαίτερα σημαντικὴ γιὰ τὸ θέμα μᾶς εἶναι καὶ ἡ πατρικὴ ἰδιότητα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ προαγγέλλεται ἤδη στὴν Παλαιὰ Διαθήκη[20], ἀλλὰ λησμονήθηκε σχεδὸν στὴν νεώτερη θεολογία. Ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι μόνο ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ καινὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ καὶ ὁ πατέρας τῶν πιστῶν. Ἀπὸ τὸν πατέρα Χριστό, σημειώνει καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀκολουθώντας τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, «πᾶσα πατριὰ ἐν τῷ τῆς Ἐκκλησίας ὀνομάζεται πληρώματι»[21]. Ἀπὸ τὸν Χριστὸ δηλαδὴ προέρχεται κάθε θεσμικὴ καὶ χαρισματικὴ διάκριση ποὺ ὑπάρχει μέσα στὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ὁ θεσμὸς προσλαμβάνει χαρισματικὴ διάσταση καὶ συνδέεται μὲ τὴν σάρκωση καὶ τὴν προέκταση τοῦ Χριστοῦ μέσα στὴν ἱστορία.

Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δὲν θεμελιώνεται στὴν ἐπιβολὴ καὶ τὴν πειθαρχία ἀλλὰ στὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν διακονία. Οἱ θεσμοὶ δὲν ὑπάρχουν γιὰ νὰ ὑποδουλώνουν τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὰ διακονοῦν καὶ νὰ τὰ στηρίζουν. «Τὸ σάββατον διὰ τὸν ἄνθρωπον ἐγένετο, οὐχ ὁ ἄνθρωπος διὰ τὸ σάββατον»[22]. Τελικὰ καὶ ὁ θεσμὸς καὶ τὸ χάρισμα, ποὺ συνυπάρχουν καὶ συλλειτουργοῦν πρὸς οἰκοδομὴν τῶν πιστῶν, ἑστιάζονται στὴν προσωπικὴ ἀρχή· συγκεντρώνονται στὸν Τρισυπόστατο Θεὸ ὡς αἴτιο καὶ χορηγό, καὶ στὴν μυριοϋπόστατη ἀνθρωπότητα ὡς ἀποδέκτη καὶ συνεργό.

Σημειώσεις

[1] Βλ. Α΄Πέτρ. 2,9.

[2] Ἰδιόμελον Ἑσπερινοῦ Πεντηκοστῆς.

[3] Βλ. Νικήτα Στηθάτου, Περὶ οὐρανίου καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, στὸ Π. Χρήστου, Νικήτα Στηθάτου, Μυστικὰ Συγγράμματα, Θεσσαλονίκη 1957, σ. 79.

[4]Α΄ Τίμ. 4,14. Πρβλ. Νικήτα Στηθάτου, ο.π., σ. 77

[5]Α Τίμ. 3,15.

[6] Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ἀναίρεσις γράμματος Ἰγνατίου 3, ἔκδ. Π. Χρήστου, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Συγγράμματα, τόμ. 2, Θεσσαλονίκη 1966, σ. 627

[7] Ἰω. 1,17.

[8] Βλ. σχετικὰ ἀρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 52010, σ. 257. Πρβλ. καὶ Γ. Μαντζαρίδη, Παγκοσμιότητα καὶ παγκοσμιοποίηση, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 35-36

[9] Νικολάου Καβάσιλα, Ἑρμηνεία θείας Λειτουργίας 1, PG 150,372CD.

[10] Βλ. Ἰω. 7,17.

[11] Βλ. Ματθ. 16,24. Πρβλ. Μάρκ.8,34.

[12] Βλ. Ματθ. 20,28.

[13] Κολ. 2,5.

[14] Βλ. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, ο.π., σ. 302-303.

[15] Ἅ Κορ. 14,26.

[16] Βλ. Ματθ. 20,28.

[17] Βλ. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, ο.π., σ. 302-303.

[18] Βλ. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 32,18, PG 36,196AB. Πρβλ. Ματθ. 11,29.

[19] Βλ. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 32,11, PG 36,185D-188A. Πρβλ. Ά Κορ. 14,32-33.

[20] «Πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Ἤσ. 9,6.

[21] Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 2,3,18, ἔκδ. Π. Χρήστου, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Συγγράμματα, τόμ. 1, Θεσσαλονίκη 1962, σ. 554. Πρβλ. Ἐφεσ. 3,15.

[22] Μὰρκ .2,27.