Αυγ 2022
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Ἀπὸ τὴ σοφία τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς- Πάτερ ἡμῶν.

Ἀνδρέα Θεοδώρου

imagesCAPIJXJJΠροσευχὴ εἶναι ἡ νοερὴ ἐπικοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεό. Εἶναι ἔργο σαφῶς πνευματικό. Ὁ Θεὸς εἶναι πνεῦμα καθαρὸ καὶ ἀμιγές, μὲ τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ ἔλθει σὲ ἐπικοινωνία μόνο ἕνα ἄλλο πνεῦμα μικρὸ ἔστω καὶ πεπερασμένο. Τὰ φυσικὰ κτίσματα δὲν προσεύχονται στὸ Θεό, γιατί δὲν νοιώθουν καμιὰ ἀνάγκη νὰ τὸ κάνουν. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μὲν καὶ αὐτὸς ὂν αἰσθητό, ὅμως στὴ φύση τοῦ ὑπάρχει καὶ τὸ νοερὸ στοιχεῖο, ἡ ἄϋλη ψυχή, ἡ ὁποία εἶναι κτισμένη κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωση Θεοῦ. Ἔτσι εἶναι τὸ μόνο ὂν ποὺ μοιάζει μὲ τὸ Θεὸ (ἔχει λογικότητα καὶ ἐλευθερία) καὶ προσεύχεται στὸ Θεό, ἐκφράζοντας τὰ πολλὰ πρὸς αὐτὸν συναισθήματα ποὺ κάθε φορά κατακλύζουν τὴ ψυχή του.

Ἡ προσευχὴ δὲν εἶναι ἔργο εὔκολο. Ὅπως δὲ εἶναι δύσκολο –μᾶλλον ἀδύνατο– νὰ εἰσχωρήσει κανεὶς στὴν ἀπειρία τοῦ μυστηρίου τῆς θείας οὐσίας, ἔτσι εἶναι δύσκολο νὰ βρεῖ τὸν τρόπο ἐπίτευξης μίας σωστῆς προσευχῆς. Στὴν προσευχὴ συνομιλεῖς νοερὰ μὲ τὸν Θεό. Τὸ ἐγχείρημα εἶναι ἄνισο. Ζώντας οἱ μαθητὲς στοὺς μυστικοὺς κυματισμοὺς τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ καὶ συναισθανόμενοι τὸ συντριπτικὸ βάρος τῆς προσευχῆς, ζήτησαν κάποτε ἀπὸ τὸ Διδάσκαλο νὰ τοὺς μάθει νὰ προσεύχονται. Κι Ἐκεῖνος τοὺς παρέδωσε τὴν Κυριακὴ προσευχὴ (Λουκ. ια΄ 1-4).

Ὁ Κύριος εἶχε καὶ πολλὲς ἄλλες ἀφορμὲς νὰ διδάξει περὶ προσευχῆς. Ἔτσι:

α) Ἡ προσευχὴ πρέπει νὰ γίνεται στὴν ἡσυχία καὶ τὴ μόνωση. Πρέπει νὰ γίνεται στὸ ταμιεῖον τῆς ψυχῆς μὲ αὐτοσυγκέντρωση καὶ περισυλλογὴ (Ματθ. ς΄ 6), ἀγγίζοντας τὸν ἐσώτερο πυρήνα τῆς ψυχῆς, ὥστε αὐτή, ἐλεύθερη ἀπὸ ὅ,τι ἐξωτερικό, ἀπὸ τὶς βιοτικὲς μέριμνες καὶ τοὺς περισπασμοὺς τῆς καθημερινῆς ζωῆς, ἄσαρκη καὶ ἄϋλη, ν’ ἀνυψωθεῖ στὸ θρόνο τῆς θείας μεγαλοσύνης. Γιατί, ὅταν τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς τὰ νοήματά σου συμπλέκονται μὲ τὶς παραστάσεις καὶ τὸ φόρτο τῶν ἐντυπώσεων τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου, τότε ἡ προσευχή σου δύσκολα μπορεῖ νὰ πετύχει τὸ στόχο τῶν προσπαθειῶν της. Τὴν ἡσυχία, σὰν τὸ κατάλληλο πλαίσιο μίας καρποφόρας προσευχῆς, ἔνοιωθε συχνὰ καὶ ὁ Κύριος. Μετὰ τὸ θόρυβο τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων, ἀφοῦ ἀπέλυσε τοὺς ὄχλους, ἀνέβη μόνος στὸ ὅρος «κατ’ ἰδίαν προσεύξασθαι» (Ματθ. ιδ΄ 23).

β) Ἡ προσευχὴ πρέπει νὰ εἶναι ὀλιγόλογη καὶ περιεκτική. Ὁ Κύριος ἐπέκρινε ἔντονα τὴ βαττολογία, δηλαδὴ τὰ πολλὰ καὶ φλύαρα λόγια μὲ τὴν ὁποίαν προσεύχονταν οἱ ἐθνικοὶ (εἰδωλολάτρες), ποὺ ἀγνοοῦσαν τὴν ἀληθινὴ φύση τοῦ Θεοῦ (Ματθ. ς΄ 7). Νόμιζαν ὅτι μὲ τὴν πολυλογία τους θὰ ἔκαμπταν τὸν Θεὸ νὰ ἐκπληρώσει τὰ αἰτήματά τους. Ἡ ἀντίληψη αὐτὴ εἶναι ἀφελὴς καὶ παιδαριώδης. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι σὰν τὸν ἄνθρωπο, ποὺ κολακεύεται ἀπὸ τὰ πολλὰ καὶ ἐπιδεικτικὰ λόγια. Δὲν ἔχει κἄν ἀνάγκη ν’ ἀκούσει τὰ λόγια τῶν ἀνθρώπων. Ὡς παντογνώστης γνωρίζει ἐκ τῶν προτέρων τὰ αἰτήματά μας. Ζητᾶ λίγα λόγια μόνο μεστὰ καὶ περιεκτικά. Ὑπάρχουν βέβαια καὶ οἱ περιπτώσεις πολὺ μακρῶν καὶ παρατεταμένων προσευχῶν. Σ’ αὐτὲς ὅμως δὲν προφέρονται λόγια, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα χάνεται ἐκστατικὰ στὴν ἀπειρία τοῦ μυστηρίου τῆς Τριαδικῆς θεότητας.

γ) Ἡ προσευχὴ πρέπει νὰ εἶναι ταπεινὴ καὶ ὄχι ἐπιδεικτική. Ὁ Χριστὸς ἐμακάρισε τοὺς «πτωχοὺς τῷ πνεύματι» (Ματθ. ε΄ 3), δηλαδὴ τοὺς ταπεινούς, οἱ ὁποῖοι αἰσθανόμενοι τὴ δική τους ἀσημαντότητα, πτύσσουν μπροστὰ στὴν ἀπειρία τῆς θεότητας. Μετανοιωμένοι δὲ γιὰ τὰ πολλά τους ἁμαρτήματα, ζητοῦν ἀπεγνωσμένα τὸ ἔλεος καὶ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἔκανε ὁ τελώνης τῆς παραβολῆς (Λουκ. ιη΄ 14). Ἀντίθετα ἡ ἐπιδεικτικότητα στὴν προσευχὴ εἶναι σατανικὴ σπορὰ στὶς ψυχές. Ἔτσι ἔκαναν οἱ φαρισαῖοι τῆς ἐποχῆς τοῦ Κυρίου (Ματθ. ς΄ 5). Δὲν προσεύχονταν ἀληθινὰ στὸν Θεό. Αὐτὸ λίγο τούς ἔνοιαζε. Ὄντας ἀνθρωπάρεσκοι, ἤθελαν νὰ φαίνονται πρὸς τὰ ἔξω ὅτι προσεύχονται γιὰ ν’ ἀποσποῦν τὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων, νὰ κερδίζουν τὸ σεβασμό τους καὶ νὰ κάνουν καλύτερα τὴ δουλίτσα τους. Τὸν τελειότερο τύπο μίας τέτοιας ἐπιδεικτικῆς καὶ ἑωσφορικῆς προσευχῆς μᾶς περιέγραψε ὁ Σωτήρας στὸ πρόσωπο τοῦ φαρισαίου τῆς ὁμώνυμης παραβολῆς (Λουκ. ιη΄ 11-13).

δ) Ἡ προσευχὴ ἔχει μεγάλη δύναμη ὅταν ζωογονεῖται ἀπὸ θερμὴ πίστη καὶ ἀγάπη. Ὅ,τι ζητάει ὁ ἄνθρωπος στὸ πνεῦμα μίας τέτοιας προσευχῆς, εἶναι βέβαιο ὅτι θὰ τὸ πάρει ἀπὸ τὸ Θεό. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ ἀληθινὴ προσευχὴ εἶναι θαυματουργική. Ὁ Χριστὸς εἶπε ὅτι καὶ μὲ λίγη ἀληθινὴ πίστη (σὰν ἕνα κόκκο σινάπεως) μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ μετακινήσει τὰ βουνὰ καὶ νὰ τὰ ρίψει στὶς θάλασσες. Ὅσο ὁ Πέτρος πίστευε στὴ δύναμη τοῦ Διδασκάλου, περπατοῦσε στὴν ἀφρισμένη θάλασσα. Ὅταν ὅμως τὸν κυρίεψε ὁ φόβος, ἄρχισε νὰ καταποντίζεται. Ἡ ἀληθινὴ προσευχὴ εἶναι ὅπλο δυνατὸ καὶ ἀκαταμάχητο στὸν πνευματικὸ ἀγώνα τῶν πιστῶν. Τὸ γένος τῶν δαιμόνων δὲν φεύγει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο παρὰ μόνο μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία (Μαθτ. Ιζ΄ 21). Τοὺς πειρασμούς, τὰ βάσανα καὶ τὰ πολλὰ προβλήματα τῆς ζωῆς καὶ γενικὰ τὴ δύναμη τῆς ἁμαρτίας ὁ ἄνθρωπος καταγωνίζεται μὲ τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς. Ὁ προσευχόμενος ἔχει στήριγμα καὶ σύμμαχο τὸ Θεό. Ἀπὸ τί ἔχει νὰ φοβηθεῖ;

Στὸ Πάτερ ἡμῶν ὁ Κύριος ἀποτύπωσε τὴν οὐσία καὶ τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς προσευχῆς. Πρόκειται γιὰ μία λιτὴ καὶ πολὺ πυκνὴ προσευχή. Εἶναι ἡ προσευχὴ ποὺ μᾶς δίδαξε ὁ ἴδιος ὁ Θεός, τὸ πρότυπο τῆς ἀτομικῆς καὶ συλλογικῆς προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Κυριακὴ Προσευχὴ περιλαμβάνει ἔξι βασικὰ αἰτήματα.

Τὸ πρῶτο, ποὺ εἶναι καὶ τὸ ἐναρκτήριο, εἶναι:

«Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς· ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς».

Ἐδῶ γίνεται ἀναφορὰ στὸ Θεό, ποὺ εἶναι ὁ οὐράνιος Πατέρας τῶν ἀνθρώπων καὶ στὴ βασιλεία του, ποὺ πρέπει ν’ ἁπλωθεῖ σ’ ὁλόκληρη τὴ γῆ.

Ὁ χριστιανικὸς Θεός, ὅπως μᾶς τὸν φανέρωσε ὁ σαρκωθείς Λόγος Του, δὲν εἶναι μία ἀφηρημένη ἰδέα ὅπως τὴ φαντάζονται πολλοί, ψυχρὴ καὶ ἀδιάφορη γιὰ τὰ συμβαίνοντα στὸν κόσμο καὶ κυρίως στὸν ἄνθρωπο. Ἕνας τέτοιος Θεὸς δὲν ὑπάρχει. Κι ἂν ὑπῆρχε, θὰ ἦταν ἄχρηστος. Ὁ δικός μας Θεὸς εἶναι Πατέρας, γεμάτος στοργὴ καὶ ἀγάπη γιὰ τὰ πλάσματά του, τὰ ὁποῖα προστατεύει καὶ φροντίζει. Εἶναι Θεὸς τρισυπόστατος καὶ πολυδύναμος. Ὅταν δὲ ἐμεῖς ἀπομακρυνθήκαμε ἀπὸ κοντά του μὲ τὴν ἀποστασία τοῦ Ἀδάμ, αὐτὸς ἦλθε κοντά μας, ντύθηκε τὴ σάρκα μας καὶ μᾶς ἔσωσε ἀπὸ τὴ δυνάστευση τῆς ἁμαρτίας μὲ τὸ λυτρωτικὸ καὶ σωτήριο ἔργο του.

Στὴν προσευχὴ λέμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας ποὺ κατοικεῖ στοὺς οὐρανούς. Ὁ λόγος φυσικὰ εἶναι μεταφορικός. Ὁ Θεός, ὡς τὸ ἄπειρο πνεῦμα δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει τὴν κατοίκησή του στὸν οὐρανό, ποὺ δὲν ὑπάρχει πραγματικά, ἀλλ’ εἶναι «πανταχοῦ παρὼν» καὶ πληροῖ κάθε τόπο καὶ κάθε χρόνο. Λέμε δὲ ὅτι κατοικεῖ στὸν οὐρανό, γιὰ νὰ τὸν ἀπομακρύνουμε ἀπὸ τὴν κακότητα τῆς γῆς καὶ νὰ τονίσουμε τὴν ἄπειρη δόξα καὶ τὸ μεγαλεῖο της θεότητας.

Ἡ βασιλεία του δὲ εἶναι ὁ πνευματικὸς χῶρος στὸν ὁποῖο ἁγιάζεται τὸ ὄνομά του καὶ τελεῖται τὸ θεῖο του θέλημα. Εἶναι βασιλεία καθαρὰ πνευματική, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπουσιάζει κάθε αἰσθητὸ καὶ ἔνυλο καὶ ἁπλώνεται στὶς καρδιὲς καὶ τὰ ἀμόλυντα πνεύματα τῶν ἀνθρώπων (Ματθ. ε΄ 8). Εἶναι βασιλεία καθαρὴ καὶ ἁγία, ἡ ὁποία ἀντίκειται στὴν σκοτεινὴ βασιλεία τοῦ διαβόλου, ποὺ εἶναι μιαρὴ καὶ ἄναγνη. Ζώντας στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος καταξιώνει τὴ ζωὴ καὶ τὴν ὕπαρξή του στὰ μέτρα τῆς θεότητας, πετυχαίνοντας τὴ σωτηρία του. Μὲ τὴν προσευχὴ μας ζητᾶμε ἀπὸ τὸ Θεὸ τὴν ἐγκατάσταση τῆς βασιλείας του στὴ γῆ, ὅπου δυστυχῶς βασιλεύουν τὸ θέλημα τοῦ Σατανᾶ, ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος. Προσευχόμαστε ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὸ πλήρωμά της βρίσκεται στὸν οὐρανό, νὰ μεταφερθεῖ καὶ ἐγκατασταθεῖ στὸν ἁμαρτωλὸ πλανήτη μας. Σὰν νὰ λέμε, οἱ ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι νὰ γίνουν ἄγγελοι. Ὅσοι πιστεύουν ἀληθινὰ στὸ Θεὸ ἀγαποῦν αὐτὸ ποὺ εἶναι δικό τους, τὴ θεία βασιλεία. Θλίβονται γιὰ τὴν κακότητα ποὺ ἐπικρατεῖ στὴ γῆ, γιὰ τὴν ἀνομία τῶν ἀνθρώπων ποὺ βλαστημᾶνε τὸ Θεὸ καὶ καταπατοῦν τὸ νόμο καὶ τὰ θεῖα του προστάγματα. Καὶ ἀγωνίζονται μὲ τὰ ὅπλα τοῦ φωτὸς (Ρωμ. Ιγ΄ 12,Ἐφεσ. Σ΄ 11) ἐνάντια στὴν ποικιλόμορφη ἁμαρτία, γιὰ νὰ γίνει πραγματικότητα στὴ γῆ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀγωνίζονται μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις τοὺς ὑπὲρ τοῦ ἀγαθοῦ τοῦ Θεοῦ, τὴν ἐξάπλωση τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ στὴ γῆ.

Τὸ δεύτερο αἴτημα τῆς προσευχῆς περιορίζεται στὰ ἐπίγεια καὶ τὰ ἐγκόσμια: «Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον».

Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι μόνο πνεῦμα, ὥστε ν’ ἀρκεῖται ἀποκλειστικὰ στὰ πνευματικὰ καὶ ἐπουράνια, ἀλλὰ καὶ σῶμα τὸ ὁποῖο ἔχει ἀνάγκες ὑλικές. Καὶ αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος ἔχει ὑποχρέωση νὰ τὸ φροντίζει καὶ νὰ τὸ περιποιεῖται. Τὸ σῶμα εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο κι ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ ἀγαπᾶ καὶ φροντίζει τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ (Ἐφεσ. ε΄ 29). Τὸ σῶμα γιὰ νὰ ζήσει ἔχει ἀνάγκη ὑλικῆς διατροφῆς. Ἂν δὲν τὴν ἔχει, μαραίνεται καὶ πεθαίνει. Τὴ διατροφὴ αὐτὴ ἡ προσευχὴ χαρακτηρίζει «ἄρτον ἐπιούσιον». Ὁ ἄρτος, ποὺ συντηρεῖ τὴν ἀνθρώπινη ζωή, ἐδῶ ἔχει ἔννοια περιληπτική. Δὲν εἶναι μονάχα τὸ ψωμί, ἀλλὰ καὶ ὅ,τι ἄλλο ἔχει σχέση μὲ τὴ σωματική μας συντήρηση. Τὸ αἴτημα αὐτὸ δὲν σημαίνει φυσικὰ ὅτι ἐμεῖς, ἀπὸ τὴν πλευρά μας, πρέπει νὰ εἴμαστε ἀπαθεῖς, περιμένοντας μοιρολατρικὰ ἀπὸ τὸ Θεὸ τὴν ὑλική μας διατροφή. Πρέπει κι ἐμεῖς νὰ δουλέψουμε. Ἀλλιώτικα δὲν ὑπάρχει ψωμὶ καθημερινό. Τὸ δικό μας μόχθο εὐλογεῖ ὁ Θεὸς μὲ τὴ χρηστότητα καὶ τὴ χάρη του.

Περιεχόμενο τοῦ τρίτου αἰτήματος εἶναι ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας ἀπὸ τὸ Θεό, μὲ τὴν ὑπόσχεση ὅτι κι ἐμεῖς συγχωροῦμε ὅσους μᾶς φταῖνε: «Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Ἡ ἐχθρότητα καὶ ἡ μνησικακία εἶναι σατανικὴ σπορὰ στὴ ψυχή. Τὴ σκοτώνουν κυριολεκτικὰ καὶ τὴν ἀφανίζουν, παρεμποδίζοντας τὴν ἐνέργεια τῆς λυτρωτικῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ὀφείλημα εἶναι κάθε παράβαση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ. Ὀφειλέτης δὲ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ τὸν παραβαίνει καὶ τὸν καταπατεῖ. Στὴν περίπτωση αὐτὴ ὁ παραβάτης καθίσταται ἔνοχος καὶ πρέπει νὰ τιμωρηθεῖ ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ τὴν ἀνάρμοστη συμπεριφορά του. Ἠθικὰ δὲ ὀφειλήματα καὶ χρέη δὲν ὑπάρχουν μόνο ἀπέναντι στὸ Θεό, ἀλλὰ καὶ στὶς σχέσεις μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ἕνας φταίει στὸν ἄλλο. Στὸ σῶμα ὅμως τῆς Ἐκκλησίας τὰ πταίσματα αὐτὰ κάνουν μεγάλο κακό. Ἡ ἐμπάθεια καὶ τὸ μίσος σκοτώνουν τὴν ἀγάπη, ποὺ εἶναι ὁ συνεκτικὸς δεσμὸς τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ἀτομικὰ ἡ κατάσταση αὐτή, ἂν παραμείνει καὶ γιγαντωθεῖ, μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει τὴ ψυχὴ στὸν αἰώνιο πνευματικὸ θάνατο. Τὸ μόνο φάρμακο εἶναι ἡ συγγνώμη, ἡ παροχὴ συγχώρησης στοὺς ἀδελφούς μας ποὺ μᾶς φταίνε. Τὴ συγγνώμη τὴ δίδαξε ὁ ἅγιος Θεός, ὁ ὅποιος πέθανε γιὰ τ’ ἁμαρτήματα ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Τὰ συγχωρεῖ, κάτω ὅμως ἀπὸ μία προϋπόθεση, νὰ συγχωροῦν καὶ αὐτοὶ τὰ πρὸς αὐτοὺς ἁμαρτήματα τῶν ἄλλων. Ἂν δὲν τὸ κάνουν, δὲν πρέπει νὰ περιμένουν ἀπὸ τὸ Θεὸ ἄφεση τῶν δικῶν τους ἁμαρτημάτων, ποὺ σημαίνει κόλαση αἰώνια. Τὴ μεγάλη αὐτὴ ἀλήθεια διατύπωσε ἄριστα ὁ Σωτήρας στὴν παραβολὴ τοῦ κακοῦ δούλου. Καὶ αὐτὸς μὲν ζήτησε μὲ συντριβὴ παράταση ἀποπληρωμῆς τοῦ δικοῦ του μεγάλου χρέους. Καὶ ὁ γενναιόδωρος Δεσπότης τοῦ χάρισε ὁλόκληρο τὸ χρέος, βλέποντάς τον νὰ κλαίει ἀπεγνωσμένα καὶ νὰ συντρίβεται κάτω ἀπὸ τὴ μεγάλη συμφορά. Κι ὄμως· δὲν πρόλαβε νὰ λάβει τὴ μεγάλη δωρεά, καὶ ἀπέπνιγε ἕνα φτωχὸ συνδουλό του, ποὺ τοῦ χρωστοῦσε ἕνα ἀσήμαντο χρηματικὸ ποσό, ἀπειλώντας νὰ τὸν ρίψει στὴ φυλακή. Τὸ ἀποτέλεσμα; Ρίχτηκε αὐτὸς στὴ φυλακὴ μέχρις ὅτου ἀποδώσει καὶ τὸν ἔσχατον κοδράντην (Ματθ. ε΄ 26), δηλαδὴ στὰ δεσμωτήρια τῆς αἰώνιας κόλασης. Ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τῆς λυτρωτικῆς διδαχῆς του ὁ Σωτήρας μας τόνισε τὴ μεγάλη σημασία νὰ συγχωροῦμε τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἀδελφῶν μας (Ματθ. ς΄ 14-15). Ἡ μοχθηρία, ἡ κακότητα καὶ ἡ μνησικακία ἐμποδίζουν τὴν εἴσοδο στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Στὸ τέταρτο αἴτημα θίγεται τὸ ζήτημα τῶν πειρασμῶν, ποὺ εἶναι τόσο βασικὸ γιὰ τὴν πνευματικὴ ἐξέλιξη τῶν πιστῶν. Εἶναι τὸ ζήτημα τῶν δοκιμασιῶν, μὲ τὶς ὁποῖες εἶναι στενότατα συνυφασμένη ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι δύσκολες καὶ γεμάτες ὀδύνη περιπτώσεις τοῦ βίου, ποὺ δοκιμάζουν τὴ δύναμη τῆς πίστης καὶ τὶς πνευματικὲς ἀντοχὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ κυρίως τὴν ἠθικὴ ὁλοκλήρωσή τους. Ὁρισμένο εἶδος πειρασμῶν προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀπειράγαθη πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Φυσικὰ ὁ Θεὸς δὲν δοκιμάζει τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ μάθει τὶς ὅποιες ἠθικὲς ἀντοχὲς καὶ τὴν πίστη του. Αὐτὸ μόνον οἱ ἀτελεῖς ἄνθρωποι τὸ κάνουν, τῶν ὁποίων τὸ γνωστικὸ πεδίο εἶναι μικρὸ καὶ περιορισμένο. Ὁ Θεὸς εἶναι παντογνώστης καὶ προγνωρίζει τὴν ἔκβαση ὅλων τῶν πραγμάτων καὶ τῶν καταστάσεων τοῦ ἀνθρώπινου βίου. Οἱ πειρασμοὶ ἔχουν ἄλλη σημασία. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ πρέπει νὰ δοκιμαστεῖ, γιὰ νὰ ἔχει ἐπίγνωση τῆς φύσης καὶ τῶν ἀντοχῶν του καὶ μὲ προοπτικὴ νὰ γίνει καλύτερος καὶ τελειότερος. Αὐτή τὴν ἔννοια δὲν εἶχε ἡ ἀπαγόρευση βρώσης τοῦ καρποῦ τοῦ δένδρου τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ, ποῦ ἔδωσε ὁ Θεὸς στοὺς πρωτοπλάστους στὴν Ἐδέμ; Ὁ Θεὸς προγνώριζε τὴν ἔκβαση τῆς δοθείσης ἐντολῆς. Ὁ Ἀδὰμ ὅμως ἦταν ἐκεῖνος ποὺ ἔπρεπε νὰ λάβει αἴσθηση τῆς ἠθικῆς φύση του, κατὰ πόσον ἀγαποῦσε ἀληθινὰ τὸ Θεὸ καὶ ἦταν ἀφοσιωμένος στὸ θέλημά του. Στὴν περίπτωσή του δυστυχῶς ἡ δοκιμασία λειτούργησε ἀρνητικά. Ἡ πτώση ἔκτοτε εἶναι συνηθισμένο φαινόμενο στὴν ἀντιμετώπιση τῶν ποικίλων του βίου πειρασμῶν. Ὁ Θεὸς φυσικὰ δὲν ἐπιτρέπει τοὺς πειρασμοὺς πέρα ἀπὸ τὶς φυσικὲς καὶ ἠθικὲς δυνατότητες τοῦ ἀνθρώπου, δίνοντάς του τὴ δύναμη νὰ ὑπερκεράσει τὴ δυσκολία του (Α΄ Κορ. γ΄13).

Κλασσικὰ παραδείγματα πειρασμῶν τοῦ εἴδους αὐτοῦ ἔχουμε στὴν Π. Διαθήκη τὴ δοκιμασία τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ δικαίου Ἰώβ. Ὁ Ἀβραὰμ ἦταν πιστὸς ἄνθρωπος, ἀφοσιωμένος στὸν Θεὸ καὶ τὰ ἅγια προστάγματά του. Ὅλα αὐτὰ βέβαια τὰ γνώριζε ὁ Θεός. Ἔπρεπε ὅμως νὰ δημοσιευτοῦν γιὰ νὰ γίνουν παράδειγμα ἐποικοδομητικὸ καὶ σὲ ἄλλους ἀνθρώπους. Ὁ δρόμος δὲν ἦταν ἄλλος ἀπὸ τὴν ἠθικὴ δοκιμασία Μία μέρα ὁ Θεὸς ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ νὰ τοῦ προσφέρει θυσία τὸ μοναχογιὸ του Ἰσαάκ. Ὁ Ἰσαὰκ ἦταν υἱὸς ἐπαγγελίας (ὑπόσχεσης). Ἀπὸ τὸ σπέρμα του θὰ προερχόταν ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου. Ξαφνιάστηκε ὁ Ἀβραὰμ ἀπὸ τὴν ἀπαίτηση τοῦ Θεοῦ. Ράγισε ἡ καρδιά του. Τὸ μυαλὸ του μπῆκε σὲ ἕνα ἄγριο στροβιλισμό. Πῶς μπόρεσε νὰ τοῦ ζητήσει κάτι τέτοιο ὁ Θεός; Πῶς μποροῦσε ὁ ἴδιος νὰ γίνει παιδοκτόνος; Ὁ ἄλλος ὅμως Ἀβραάμ, ὁ ἄνθρωπος τῆς θερμῆς πίστης καὶ τῆς ἀγάπης, δὲν μποροῦσε νὰ προσπεράσει τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ἔστω κι ἂν δὲν τὴν κατανοοῦσε. Πάλεψε μὲ τὸν ἑαυτὸ του φοβερά. Ἡ πίστη στὸ Θεὸ νίκησε τελικά. Ὁ Θεὸς ἐμπόδισε τὸ φιλόστοργο πατέρα νὰ σκοτώσει τὸ παιδί του. Μὲ τὴ συμπεριφορὰ του αὐτή ὁ Ἀβραὰμ ἔγινε πατέρας τῶν πιστῶν!

Τὸ ἄλλο παράδειγμα εἶναι ὁ πολυάθλος Ἰώβ. Κι αὐτὸς ἦταν δίκαιος, σὲ τέτοιο μάλιστα σημεῖο ποὺ τὸν ζήλεψε ὁ διάβολος καὶ ζήτησε νὰ τὸν ἀνατρέψει. Ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι ὁ Ἰὼβ ἦταν δίκαιος, γιατί ὅλα του ἤσαν εὐνοϊκὰ στὴ ζωὴ καὶ καλά, ζήτησε τὴν ἄδεια ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ τὸν δοκιμάσει. Κι ἀφοῦ τὴν πῆρε, βάλθηκε μὲ ὅλη τὴν κακουργία τῆς σκοτεινῆς φύσης του νὰ τὸν ἐξοντώσει. Σκότωσε τὰ παιδιά του, φόνευσε τὰ ζῶα του καὶ πλήγωσε ἐλεεινὰ τὸ σῶμα του. Τὴ ψυχὴ του μόνο δὲν ἔβλαψε. Ὁ δίκαιος κατέστη θέαμα ἀλγεινὸ καὶ σπαραξικάρδιο. Ὅλοι τὸν ἀποστρέφονταν καὶ τὸν περιφρονοῦσαν. Κι ὅμως ἐκεῖνος δὲν παραπονέθηκε. Δέχτηκε μὲ καρτερία καὶ ὑπομονὴ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ, ἀφοσιωμένος στὴν ἀγάπη τοῦ οὐρανίου Πατέρα. Ὁ Θεὸς ἀντάμειψε πλουσιοπάροχα τὴν πίστη τοῦ δούλου του, τοῦ ὁποίου ἡ ὑπομονὴ ἔμεινε παροιμιώδης στὴν πνευματικὴ ἱστορία τοῦ κόσμου.

Στοὺς πειρασμοὺς εἶναι ἀνοικτοὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Ἀφοῦ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος δὲν τοὺς ἀπέφυγε. Πειράσθηκε ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς πονηρίας στὴν ἔρημο (Ματθ. δ΄ 1-11) μὲ ἐπίκεντρο τὸ φαγητό, τὴ μάταιη δόξα καὶ τὴν κατάκτηση ὅλων ἐκείνων ποὺ συγκροτοῦν τὸ μαμωνᾶ καὶ τὴν κοσμικὴ κατάκτηση καὶ κατίσχυση. Ἐπίσης δοκιμάσθηκε στὶς δύσκολες ὧρες τῆς ζωῆς του(Ἑβρ. β΄ 18), κυρίως δὲ κατὰ τὸ μαρτυρικὸ πάθος του (Ματθ. κς΄ 39· κζ΄ 46). Πρέπει ὅμως νὰ σημειωθεῖ, ὅτι οἱ πειρασμοὶ αὐτοὶ τοῦ Σωτήρα ἤσαν πειρασμοὶ ἐξωτερικοί, μὴ ἔχοντας τὸ παραμικρὸ ἔρεισμα στὴν καθαρὴ καὶ πανάσπιλη φύση τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος εὐχερῶς τοὺς ἀπέκρουε. Τὸ ἴδιο ὅμως δὲν συμβαίνει καὶ μὲ τὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο. Ἐδῶ οἱ πειρασμοὶ ἀναβλύζουν ἐσωτερικὰ ἀπὸ τὴ φθαρμένη καὶ ἁμαρτωλὴ φύση τοῦ (Ἰακ. α΄ 14-15). Στοὺς πειρασμοὺς αὐτοὺς καμιὰ ἀναφορὰ δὲν ἔχει ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος εἶναι «ἀπείραστος κακῶν» (Ἰακ. α΄ 13). Ὁ ἄνθρωπος αὐτοπειράζεται, παρωθούμενος ἀπὸ τὶς πολλὲς ἐπιθυμίες καὶ τὰ πάθη του. Ἑπομένως πρέπει νὰ εἴμεθα πολὺ προσεκτικοί, νὰ μὴν ἀνάγουμε στὸ Θεὸ τὶς δικές μας ἀδυναμίες καὶ τὰ δικά μας ὀλισθήματα. Κάνοντας αὐτὸ ἁμαρτάνουμε.

Οἱ πειρασμοὶ γενικὰ ἀποβλέπουν στὴ δική μας ἠθικὴ διόρθωση καὶ ἐποικοδομή. Στὸν Παῦλο δόθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ «σκόλοψ τῇ σαρκὶ» (β΄ Κορ. ιβ΄ 7). Οἱ δοκιμασίες, σωστὰ ἀντιμετωπιζόμενες, κρατύνουν τὴν ἀγωνιστικότητα καὶ τὸ μαχητικὸ τόνο τῆς ψυχῆς, καταδεικνύοντας συγχρόνως (περίπτωση ἀσθενειῶν καὶ θανάτου) τὴ ματαιότητα τῶν ἐγκόσμιων καὶ κρατύνοντας τὸ αἴσθημα ἐξάρτησης ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ προσήλωσης στὸ θεῖο λυτρωτικὸ ἀγαθό. Φυσικὰ ἡ ἐπενέργεια τῶν πειρασμῶν δὲν εἶναι μονόδρομα θετικὴ καὶ ἐποικοδομητική, ἀλλὰ πολλὲς φορὲς εἶναι ἀμφίδρομη, σκληρύνοντας τὸν ἄνθρωπο στὸ κακὸ καὶ ἀπομακρύνοντας τὸν ἀπὸ τὴν ἀγαθὴ πρόνοια τοῦ Θεοῦ.

Τὴν ἀμφίδρομη αὐτὴν ἔννοια τῶν πειρασμῶν βλέπουμε διατυπούμενη καὶ σὲ ἕνα ἐρώτημα ποὺ διατυπώνουν οἱ ἄνθρωποι. Ἀφοῦ οἱ πειρασμοὶ ἔχουν κατὰ βάθος χαρακτήρα ἐποικοδομητικό, γιατί προσευχόμαστε στὸ Θεό: «καὶ μὴ εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν;» Δὲν ἔπρεπε νὰ λέμε τὸ ἀντίθετο, ἀποβλέποντας στὸ ψυχικὸ ὄφελος καὶ τὴν ἠθική μας ἐποικοδόμηση; Τὸ ἐρώτημα ἔχει κάποια βάση. Ὅμως πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι, ὅπως γενικότερα στὰ ζητήματα τῆς ἠθικῆς τελείωσης καὶ τῆς σωτηρίας, παράλληλα μὲ τὴ θεία δύναμη πρέπει νὰ συμβάλει καὶ ὁ ἀνθρώπινος παράγοντας, σὲ περίπτωση δὲ ποὺ ἡ συμβολὴ του εἶναι ἀνύπαρκτη τὸ πνευματικὸ ἔργο καὶ ἡ σωτηρία μένουν ἀνεπίτευκτα, ἔτσι καὶ στὴν περίπτωση τῶν πειρασμῶν ἡ ὅποια ἐπενέργειά τους δὲν παραμένει ἄσχετη μὲ τὸν ἀνθρώπινο παράγοντα. Πρέπει νὰ ὑπάρχει ἡ αἴσθηση στὸν ἄνθρωπο τοῦ νοήματος τῶν δοκιμασιῶν, νὰ ξέρει ποὺ βαδίζει καὶ πῶς νὰ συμπεριφερθεῖ στὴν ἀγαθὴ πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ἀλλιώτικα ὁ πειρασμὸς μπορεῖ νὰ σκληρύνει τὴ ψυχὴ καὶ νὰ τὴ στρέψει ἐνάντια στὸ Θεό. Ἄσχετα ὅμως μὲ αὐτὸ καὶ στὶς θετικὲς ἀκόμη περιπτώσεις ἀντιμετώπισης τῶν πειρασμῶν, ὑπάρχει πάντοτε ὁ ἀνθρώπινος παράγοντας, ἐλλοχεύει ἡ ἀσθενὴς φύση, πού, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν κακότητα τοῦ πνεύματος τῆς ἀκαθαρσίας, μποροῦν νὰ ὁδηγήσουν τὸν ἄνθρωπο σὲ πτώση ἀπὸ τὸ ἀγαθὸ καὶ κίνδυνο ἀπώλειας τῆς ψυχῆς. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ τὸ αἴτημα τῆς προσευχῆς εἶναι ἀπόλυτα δικαιολογημένο καὶ οἱ πιστοὶ πρέπει νὰ εἶναι πολὺ προσεκτικοὶ στὶς ὅποιες ἐκτιμήσεις τους.

Ἡ Κυριακὴ Προσευχὴ τελειώνει μὲ ἕνα ἄλλο αἴτημα ἐξίσου σημαντικὸ μὲ τὸ τελευταῖο. Παρακαλοῦμε τὸ Θεό, τὸν σπλαγχνικὸ Πατέρα μας, νὰ μᾶς λυτρώσει ἀπὸ τὸν πονηρό, τὸ πνεῦμα τῆς ἀποστασίας καὶ τῆς πλάνης καὶ κύριο συντελεστὴ τῆς ἀπώλειας τῆς ψυχῆς μας. «Ἀλλὰ ρῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ». Σ’ ὁποῖο σημεῖο κι ἂν βρισκόμαστε κατὰ τὴν προσβολὴ τῶν πειρασμῶν καὶ γενικότερα τῆς θέσης μας στὸ λυτρωτικὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ. Ἐσύ, Πατέρα μας ἀγαθέ, ἅπλωσε τὸ χέρι σου καὶ κράτησέ μας στὴ σωτήρια χάρη σου, σώζοντάς μας ἀπὸ τὴν κακότητα καὶ τὸ φονικὸ μένος τοῦ ἐχθροῦ.

Ὁ πονηρὸς βέβαια δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸ διάβολο, τὸ πνεῦμα τῆς ἀποστασίας καὶ τῆς πλάνης. Εἶναι ὁ ἐχθρός του Θεοῦ (Ματθ. ιγ΄ 28) καὶ παντὸς ὅ,τι βγῆκε ἀπὸ τὴ δημιουργική του ἐνέργεια. Αὐτὸς μηχανεύεται ἀνύστακτα τὴν καταστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου, φθονώντας τὸ ἰδιαίτερο προνόμιό του νὰ εἶναι τὸ σημαντικότερο πλάσμα τῆς δημιουργίας, τὴ φύση τοῦ ὁποίου ἔλαβε ὁ Χριστὸς καὶ σ’ αὐτὴ ἀπέθανε γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Τὸ θεωτικὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου καίει ἀφόρητα τὴ φύση τοῦ δαίμονα καί, ὅσο τοῦ ἐπιτρέπεται, προσπαθεῖ νὰ παραπλανήσει τὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ὁδηγήσει μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ στὴν ἄβυσσο τῆς πνευματικῆς ἀπώλειας καὶ καταστροφῆς. Βρυχᾶται σὰν μανιασμένο λιοντάρι θέλοντας νὰ κατασπαράξει τὸν ἄνθρωπο (Α΄ Πέτρ. ε΄ 8). Ἡ κακότητά του ἐμφωλεύει στὴν πεσμένη φύση τῶν ἀνθρώπων, ὑποδαυλίζοντας τὰ πάθη της, τὴν ἡδονικὴ φθορὰ τῆς σάρκας καὶ τὶς πολλὲς ἀσθένειες τῆς ψυχῆς. Αὐτὸς στήνει ἔντεχνα τὶς δελεαστικὲς παγίδες του, γιὰ νὰ συλλάβει σ’ αὐτὲς τὶς ἀπρόσεκτες καὶ ἀστήρικτες φύσεις καὶ νὰ τὶς ὁδηγήσει στὸν ὄλεθρο. Αὐτὸς σπέρνει τὰ σκάνδαλα τοὺς διχασμοὺς καὶ τὶς ἐχθρότητες, προκαλώντας μάχες καὶ πολέμους αἱματηρούς. Ἀναστατώνει τὶς ἀνθρώπινες κοινωνίες, τὰ κράτη, τοὺς λαοὺς καὶ κυρίως τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, στὴν ὁποία σπέρνει τὰ ζιζάνια τῶν σκανδάλων καὶ τοῦ ἀτάσθαλου βίου (Ματθ. ιγ΄ 39). Εἶναι ὁ πειραστής, ὁ ἀρχαῖος πτερνιστής, ποὺ μετὰ τὴν πτώση του σήκωσε πόδι ἐνάντια στὸ δημιουργό του. Αὐτὸς βρίσκεται πίσω ἀπὸ ὅλα σχεδὸν τὰ ἀτομικὰ δράματα τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ὅλα ἕνα μόνο σκοπὸ ἔχουν, τὸν πνευματικὸ θάνατο τῶν λογικῶν ὄντων, τῶν «εἰκόνων» τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἂν ἀποβλέψουμε στὸ γεγονὸς ὅτι ἡ φύση μας, παρ’ ὅλον ὅτι ἔχει ἀναγεννηθεῖ διὰ τοῦ ἱεροῦ βαπτίσματος, ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἐπιρρεπῆς καὶ εὐόλισθη στὴν ἁμαρτία, κατανοοῦμε τὸ αἴτημα τῆς προσευχῆς νὰ μᾶς λυτρώσει ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸν πονηρό. Παρ’ ὅλο ποὺ οἱ πειρασμοὶ μποροῦν θετικὰ νὰ μᾶς βοηθήσουν, νὰ ἐνισχύσουν τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν πίστη μας καὶ νὰ τονώσουν τὶς ἀντοχές μας στὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς, ἐν τούτοις, ἀποβλέποντας στὴν ἀδυναμία τῆς φύσης μας, ἡ ὁποία εὔκολα ὁδηγεῖται στὴν ἁμαρτία καὶ ἀπὸ φόβο ὅτι στὴ διάρκεια τοῦ πειρασμοῦ μπορεῖ νὰ κλονιστεῖ καὶ νὰ χάσει τὴν πνευματικὴ ἰσορροπία της, παρακαλοῦμε τὸν οὐράνιο Πατέρα μας νὰ μᾶς λυτρώσει ἀπὸ τὴν κακὴ ἐπήρεια τοῦ διαβόλου. Τὸν παρακαλοῦμε γιατί αὐτὸς μόνο εἶναι σὲ θέση ν’ ἁπλώσει τὸ πατρικὸ χέρι του καὶ νὰ μᾶς προστατεύσει. Εἶναι ὁ μόνος ἀγαθὸς καὶ παντοδύναμος Θεός.

Ἐπιστέγασμα τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς εἶναι ὑμνητικὴ ἀναφορὰ τῆς προσευχόμενης ψυχῆς πρὸς τὸν τριαδικὸ Θεό, ποὺ εἶναι ὁ ἀποδέκτης τῆς προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας του καὶ τὸ πνευματικὸ θεμέλιό του κόσμου: «Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

Ὁ Θεός, στὸν ὅποιο προσευχόμαστε, δὲν εἶναι κάποιος ἰσχυρὸς καὶ δοξασμένος βασιλιᾶς σὰν αὐτοὺς τοῦ κόσμου τούτου, ποὺ εἶναι ἐφήμεροι καὶ ἡ δύναμή τους εἶναι ἀμφίβολη καὶ ἀσταθής, ἀλλ’ εἶναι ὁ κύριος τῶν δυνάμεων, ὁ δημιουργὸς καὶ συντηρητὴς τοῦ κόσμου. Εἶναι ὁ πατέρας ποὺ ἀγαπᾶ τὰ πλάσματά του, τὰ ὁποῖα ἔσωσε μὲ τὴ θεία του ἐνανθρώπιση ἀπὸ τὴ δυνάστευση τοῦ Σατανᾶ, ἐγκαθιδρύοντας τὴ μεγαλοδύναμη καὶ μεγαλόπρεπη βασιλεία του στὴ γῆ. Εἶναι ὁ πραγματικὸς βασιλιᾶς τῶν ψυχῶν, ὁ βασιλιᾶς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἀγγέλων. Αὐτὸς θὰ ἀκούσει τὴν προσευχή μας, γιατί ἐνδιαφέρεται γιά μᾶς καὶ μᾶς ἀγαπᾶ. Θὰ μᾶς χορηγήσει τὴν ὑλικὴ διατροφή μας καὶ ὅ,τι ἄλλο ἔχουμε ἀνάγκη στὸν προσωρινὸ αὐτὸ τόπο τῆς ἐξορίας μας. Θὰ μᾶς παράσχει ἄφεση ἁμαρτιῶν καὶ στοὺς πολλοὺς πειρασμούς, τὶς συμφορὲς καὶ τὶς θλίψεις τοῦ βίου, θὰ μᾶς σκεπάζει μὲ τὴν ἀγαθόδωρη χάρη του, θὰ μᾶς λυτρώνει ἀπὸ τὶς ἐπιβουλὲς τῶν ἀντιθέτων δυνάμεων καὶ θὰ μᾶς ὁδηγεῖ στὸ γαλήνιο λιμάνι τῆς βασιλείας του, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ἀλήθεια καὶ τὸν ὑπέρτατο στόχο τῆς ὕπαρξής μας.