Μάιος 2026
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

imaik

Ὁ ἅγιος της παρρησίας καὶ τῆς ἑνότητας

π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης

04α) Ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος Πηλουσιώτης, ποὺ τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία στὶς 4 Φεβρουαρίου, διακρίθηκε ὡς σπουδαῖος ἐπιστολογράφος. Διέθετε σπάνια παρρησία καὶ διακρινόταν γιὰ τὸ ἀκέραιο ἦθος καὶ τὴν ὀρθότητα τῆς πίστης.

Σώζονται χιλιάδες ἐπιστολές του πρὸς κληρικούς, σοφιστές, γραμματικούς, ἰατροὺς ἀλλὰ καὶ ἰδιῶτες. Χωρὶς νὰ ὑπολογίζει τὴ δύναμη τῆς κρατικῆς ἐξουσίας, λειτουργώντας πέρα ἀπὸ ἐγκόσμιες σκοπιμότητες, ἤλεγχε ἀκόμη καὶ κοσμικοὺς ἄρχοντες καθὼς καὶ αὐτὸν ἀκόμη τὸν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄ (408-450).

β) Πολλὲς ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ ἁγίου Ἰσιδώρου ἀπευθύνονται σὲ ἐπισκόπους, πρεσβυτέρους, διακόνους καὶ μοναχούς, στοὺς ὁποίους ὑπενθυμίζει τὸ ὕψος τῆς ἱεροσύνης καὶ τοῦ μοναχικοῦ βίου καθὼς καὶ τὴν πνευματικὴ βαρύτητα τῆς κλήσης τους. Σχετικὰ μὲ τὴν ὑψηλὴ ἀποστολὴ τῆς ἱεροσύνης ἀκολουθεῖ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Θεολόγο καὶ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο. Ἡ ἱεροσύνη εἶναι «θεῖο πράγμα», «θεία τελετὴ ἡ ὁποία ἀνοίγει τοὺς οὐρανοὺς σὲ ὅσους μυήθηκαν» στὴ χριστιανικὴ πίστη ἀλλὰ καὶ «πράγμα οὐράνιο».

γ) Ὑπενθυμίζει ἀκόμη ὁ Ὅσιος τὴ βαριὰ εὐθύνη ποὺ ἔχει ὁ ἐπίσκοπος, ὅταν χειροτονεῖ ἀναξίους κληρικούς. Εἶναι σὰν νὰ παραδίδει τὰ πρόβατα σὲ λύκους γιὰ νὰ τὰ κατασπαράξουν καὶ σὲ ἀλεποῦδες γιὰ νὰ τὰ ἀφανίσουν μὲ δόλο. Σὲ μία ἐπιστολὴ θέτει τὰ ἑξῆς ἐρωτήματα: Τί φταίει ἡ Ἐκκλησία, ἂν ὁρισμένοι κατέχουν τὸ ἀξίωμα τοῦ κληρικοῦ, ἐνῶ δὲν εἶναι ἄξιοι νὰ προσμετροῦνται οὔτε καν στὰ λαϊκὰ μέλη της; Καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, γιατί νὰ μὴν ἐγκωμιάζεται ἡ Ἐκκλησία γιὰ τοὺς ἀξίους διακόνους τῆς ἀλλὰ νὰ διασύρεται μόνο γιὰ τοὺς ἀναξίους;

δ) Σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἅγιο Κύριλλο, ὁ ὁποῖος ἀρχικὰ ἦταν ἐναντίον τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, τοῦ συνιστᾶ νὰ μὴ δίνει ἰδιαίτερη σημασία στὶς φῆμες καὶ τὶς προκαταλήψεις, προκειμένου νὰ κρίνει σωστὰ τὴν κατάσταση. Ἂν ὁ Θεὸς δὲν κρίνει βιαστικά, ἀλλὰ περιμένει τὴ μετάνοια τῶν ἀνθρώπων, πολὺ περισσότερο ἰσχύει αὐτὸ γιὰ τὶς ἀνθρώπινες κρίσεις. Ἡ σύσταση καὶ ἡ παραίνεση τοῦ Ἁγίου Ἰσιδώρου εἶχε ἄμεσο ἀποτέλεσμα, ἀφοῦ ὁ ἅγιος Κύριλλος ἀποκατέστησε τὸ ὄνομα τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου στὰ δίπτυχα καὶ ἔγινε ἔκτοτε ἔνθερμος ὑποστηρικτής του.

Συνέχεια

741-1847~White-Tern-Bird-Island-Tikehau-Tuamotu-Archipelago-French-Polynesia-Pacific-Islands-Pacific-Posters

Τό στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται,

οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε,

ἀναζωσάμενοι τόν καλόν τῆς νηστείας ἀγῶνα.

Οἱ γάρ νομίμως ἀθλοῦντες, δικαίως στεφανοῦνται.

Καί ἀναλαβόντες τήν πανοπλίαν τοῦ Σταυροῦ,

τῶν ἐχθρῶν ἀντιμαχησόμεθα,

ὡς τεῖχος ἄρρηκτον κατέχοντες τήν Πίστιν,

καί ὡς θώρακα τήν προσευχήν,

καί περικεφαλαίαν τήν ἐλεημοσύνην.

Ἀντί μαχαίρας τήν νηστείαν,

ἥτις ἐκτέμνει ἀπό καρδίας πᾶσαν κακίαν.

Ὁ ποιῶν ταῦτα, τόν ἀληθινόν κομίζεται στέφανον,

παρά τοῦ Παμβασιλέως Χριστοῦ,

ἐν τῆ ἡμέρα τῆς Κρίσεως.

Ἡ μεταμόρφωση τοῦ χρόνου

 

π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης

to_petrino_gefyri1α) Σὲ κάθε ἐποχὴ ὁ ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ νὰ μετρήσει, νὰ ἐλέγξει καὶ νὰ προσδιορίσει τὴν ἀξία τοῦ χρόνου ἀλλὰ καὶ νὰ ὑπερβεῖ, ἐὰν εἶναι δυνατόν, τὰ ὅριά του.

Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὰ μνημεῖα τοῦ παγκόσμιου πολιτισμοῦ, καθὼς καὶ ἀπὸ διάφορες ἀντιλήψεις ποὺ διατυπώθηκαν γι’ αὐτόν. Στοὺς ἐξωβιβλικοὺς λαοὺς καὶ τὶς κοσμικὲς θρησκεῖες ἀναπτύχθηκαν μυθολογικὲς ἀπόψεις γιὰ τὴν ἱερότητα καὶ τὴν ἀνακύκληση τοῦ χρόνου. Ἔτσι προέκυψε ἡ ἀντίληψη, ὅτι ὁ χρόνος ἀνακυκλώνεται. Ἡ θέση αὐτὴ εἶχε ἐπικρατήσει καὶ στὴν ἀρχαιοελληνικὴ σκέψη.

β) Κατὰ τὴν προχριστιανικὴ περίοδο δημιουργήθηκαν διάφοροι ἑορταστικοὶ κύκλοι. Ἡ πρώτη ἑκάστου μηνός, ἡ πρώτη του ἔτους, οἱ ἰσημερίες, τὰ ἡλιοστάσια ἢ διάφορα σημαντικὰ γεγονότα γίνονταν ἀφορμὴ ἑορτασμῶν. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη λ.χ. τὸ Σάββατο συνδέθηκε μὲ τὴν ἕβδομη ἡμέρα τῆς δημιουργίας καὶ ὡς ἡμέρα καταπαύσεως τοῦ Θεοῦ «ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ» προσέλαβε βαθὺ ἑορταστικὸ συμβολισμό. Ὁ ἀριθμὸς ἑπτὰ θεωρούμενος ἐντός του ἑβδομαδιαίου κύκλου, συμβολίζει τὴν πληρότητα τῆς δημιουργίας καὶ συγχρόνως τὸν κοσμικὸ χρόνο τῆς ἑβδομάδος.

γ) Ὅμως, ἡ θρησκευτικὴ τυποποίηση τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου καθὼς καὶ τῶν ἄλλων ἑορτῶν τὶς ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὸ ἀνθρωπιστικό τους περιεχόμενο. Ἔτσι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ προφήτου γίνεται ἐπιτιμητικός: «Τὰ νουμηνίας καὶ τὰ Σάββατα ὑμῶν μισεῖ ἡ ψυχή μου… Μάθετε τὸ καλὸ νὰ κάνετε, τὴ δικαιοσύνη ἐπιδιῶξτε, τὸν καταπιεσμένο βοηθῆστε» (Ἤσ. 1, 13 κ.ε.). Ἡ Ἐκκλησία, μεταθέτοντας τὸ κέντρο βάρους ἀπὸ τὸ Σάββατο στὴν Κυριακή, ἡ ὁποία εἶναι ταυτόχρονα ἡ πρώτη καὶ ὄγδοη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, διανοίγει τὸ χῶρο τῆς χάριτος καὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἡ Κυριακὴ ὡς κατεξοχὴν ἀναστάσιμη ἡμέρα γίνεται τὸ ἑβδομαδιαῖο Πάσχα.

δ) Γιὰ τοὺς χριστιανοὺς οἱ μῆνες, οἱ χρόνοι, οἱ αἰῶνες καὶ οἱ χιλιετίες βρίσκονται στὰ χέρια τοῦ Κυρίου Παντοκράτορος. Ἐκεῖνος ἐξουσιάζει τὸ χρόνο καὶ ἀνάγει στὴν αἰωνιότητα, ἀφοῦ εἶναι ἄναρχος καὶ αἰώνιος. «Κατ’ ἀρχὰς σύ, Κύριε τὴν γῆν ἐθεμελίωσας καὶ ἔργα τῶν χειρῶν σου εἰσὶν οἱ οὐρανοί», διδάσκει ἡ Γραφὴ καὶ συνεχίζει: «Αὐτοὶ θὰ ἐξαφανιστοῦν, ἐνῶ ἐσὺ θὰ παραμένεις. Τὰ πάντα θὰ παλιώσουν σὰν ροῦχο… Ἐσὺ ὅμως παραμένεις ὁ ἴδιος, τὰ χρόνια σου ποτὲ δὲν θὰ τελειώσουν» (Ἑβρ. 1, 10-12).

Συνέχεια

Η ΣΙΩΠΗΛΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΙΩΣΗΦ

π. Βασιλείου Ι. Καλλιακμάνη

Η-φυγή-στην-Αίγυπτο-τοιχογραφία-από-τη-Μονή-Αγίου-Νεοφύτου-στην-Κύπρο[1]α) Ἐὰν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ γλώσσα τοῦ μέλλοντος αἰῶνος θὰ εἶναι ἡ σιωπή, τότε ὁ Ἰωσήφ, ὁ Μνήστωρ τῆς Παρθένου, εἶναι τύπος τοῦ ἀνθρώπου τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.

Στὰ εὐαγγέλια δὲν διασώζεται κανένας λόγος του, δὲν ἀναφέρεται καμιὰ συνομιλία του. Περιγράφονται μόνο οἱ σκέψεις του καὶ οἱ ἐνέργειές του. Προσεγγίζει τὸ μυστήριο τῆς ἄφατης κένωσης τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ μὲ δέος, περίσκεψη καὶ σιωπή. Κι ὅταν λογισμοὶ ἀμφιβολίας τὸν κατακλύζουν, κι ὅταν ἡ ταραχὴ τοῦ προξενεῖ ἀνυπόφορο ψυχικὸ πόνο, τότε μιλάει ὁ οὐρανός.

β) Ἀλλὰ ἂς πάρουμε τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή. Ὁ Ἰωσὴφ ἐπιλέχθηκε στὸ κατώφλι τοῦ γήρατός του νὰ γίνει προστάτης καὶ φύλαξ τῆς Παρθένου. Ὅμως στὴ διάρκεια τῆς μνηστείας, Ἐκείνη βρέθηκε ἔγκυος «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου». Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τοῦ προκάλεσε ἀμφιβολίες καὶ τὴν θεώρησε «κλεψίγαμο». Σύμφωνα μὲ τὸν ποιητὴ τοῦ Ἀκαθίστου ΄Ὕμνου: «Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων λογισμῶν ἀμφιβόλων, ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη».

γ) Ἡ ταραχὴ αὐτὴ «μεταφράζεται» μὲ γλαφυρὸ καὶ δραματικὸ τρόπο ἀπὸ ἄλλο ὑμνωδό: «Τάδε λέγει Ἰωσὴφ πρὸς τὴν Παρθένον· Μαρία, τί τὸ δράμα τοῦτο, ὅ ἐν σοί τεθέαμαι; Ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι, καὶ τὸν νοῦν καταπλήττομαι. Ἀντὶ τιμῆς, αἰσχύνην· ἀντ’ εὐφροσύνης, τὴν λύπην· ἀντὶ τοῦ ἐπαινεῖσθαι, τὸν ψόγον μοὶ προσήγαγες. Οὐκ ἔτι φέρω λοιπόν, τὸ ὄνειδος ἀνθρώπων· ὑπὸ γὰρ ἱερέων ἐκ τοῦ ναοῦ ὡς ἄμεμπτον Κυρίου σὲ παρέλαβον· καὶ τί τὸ ὁρώμενον;».

δ) Ὅμως παρὰ τοὺς λογισμούς, ἐπειδὴ ὁ Ἰωσὴφ ἦταν εὐσεβὴς καὶ δίκαιος, δὲν θέλησε νὰ διαπομπεύσει τὴ Μαριάμ. Ἀποφάσισε νὰ διαλύσει τὸν ἀρραβώνα χωρὶς ἐπίσημη διαδικασία. Τότε ἀκριβῶς ἐμφανίστηκε στὸν ὕπνο του ἄγγελος Κυρίου καὶ τοῦ εἶπε: «Ἰωσήφ, ἀπόγονέ τοῦ Δαβίδ, μὴ διστάσεις νὰ πάρεις στὸ σπίτι σου τὴ Μαριάμ, γιατί τὸ παιδὶ ποὺ περιμένει προέρχεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Θὰ γεννήσει γιό, καὶ θὰ τοῦ δώσεις τὸ ὄνομα Ἰησοῦς, γιατί αὐτὸς θὰ σώσει τὸ λαό του ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες του» (Ματθ. 1, 20-21).

ε) Ὁ Ἰωσὴφ εἶναι μοναδικὸ πρόσωπο, διότι ἀκολούθησε τὴν ὁδὸ τῆς καρδιᾶς καὶ ὄχι τὴν αὐστηρότητα τοῦ νόμου. Χαρακτηρίστηκε δίκαιος, παρότι δὲν ἔμεινε προσκολλημένος στὸν παλαιὸ νόμο, τὸν ὁποῖο ὑπερέβη συνεργώντας στὸ ἔργο τῆς χάριτος. Ἔγινε διάκονος τῆς νέας διαθήκης, ὄχι τοῦ γράμματος τοῦ νόμου ἀλλὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. «Τὸ γὰρ γράμμα ἀποκτέννει, τὸ δὲ πνεῦμα ζωοποιεῖ» (Β’ Κορ. 3, 6). Ἐξάλλου, ἡ χριστιανικὴ δικαιοσύνη βρίσκεται πέρα καὶ πάνω ἀπὸ τὰ ὅρια ὁποιασδήποτε προσκόλλησης στὸ γράμμα τοῦ νόμου.

Συνέχεια

Στὸν Ἅγιο Πρωτομάρτυρα Στέφανο

Ἁγίου Πρόκλου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως

agios_stefanos Ὁ ἥλιος ὁ αἰσθητός, ποὺ ἀνατέλλει πάνω ἀπὸ τὴ γῆ, ἔχει δίπλα του συνακόλουθους, τὰ ἀστέρια τῆς Ἄρκτου, τοῦ Ὠρίωνα, τῆς Πούλιας, ἀκόμα καὶ τοῦ Αὐγερινοῦ.

Ὁ Ἥλιος ὅμως τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἀκτινοβόλησε ἀνατέλλοντας μέσα ἀπὸ τοὺς παρθενικοὺς κόλπους, δὲν ἔχει ἀνάγκη τὴ συνδρομὴ ἀπὸ τὸ φῶς τῶν ἀστεριῶν, ἀλλὰ ἔθεσε τὸν Πρωτομάρτυρα Στέφανο νὰ λάμπει αὐτός, δίπλα στὶς ἀθάνατες ἀκτίνες Του.

Ὁ ἥλιος, βαδίζοντας στὸ οὐράνιο μονοπάτι τοῦ ἀνάμεσα στὸ βοριὰ καὶ τὸ νότο, πότε μεγαλώνει καὶ πότε μικραίνει τὸ φεγγοβόλημα τῆς μέρας.

Ὁ Κύριος, ἐρχόμενος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ γιά μᾶς, αὔξησε τὴν Δικαιοσύνη καὶ διατήρησε ἀμόλυντο καὶ ἀμείωτο τὸ φεγγοβόλημά της.

Ὁ ἥλιος διαδέχεται τὴ νύχτα, Αὐτὸς τὸν θάνατο ἀντιπαλεύει, ἐκεῖνος διώχνει τὸ σκοτάδι, Αὐτὸς ἀνατρέπει τὴν ἁμαρτία, ἐκεῖνος φέγγει γιὰ δώδεκα ὧρες, Αὐτὸς ἀστράφτει στοὺς αἰῶνες, ἐκεῖνος μὲ τ’ ἀστέρια βαδίζει, Αὐτὸς λάμπει μὲ τοὺς Ἀποστόλους, ἐκεῖνος τριγυρνάει ἀνάμεσα σὲ χρόνια καὶ ἐποχές, Αὐτὸς κηρύττεται μὲ τοὺς Προφῆτες καὶ τοὺς Εὐαγγελιστές, ἐκεῖνος μὲ τὴ διαδρομὴ τοῦ τὶς ὧρες ὑφαίνει, Αὐτὸς τὸν λόγο τῆς Ἐκκλησίας δυναμώνει. Ἐκεῖνον οἱ ζωγράφοι πάνω στὸ ἅρμα τὸν ζωγραφίζουν, Αὐτὸν οἱ σοφοὶ κατὰ Θεὸν στὴ φάτνη ἀναπαυόμενο ἀναγγέλλουν.

Μιά φάτνη ἡ ὁποία σὰν ἄλλος Οὐρανὸς ποὺ περιβάλλεται μὲ τὴ Χερουβικὴ δόξα, μόνο μὲ τὸν Θεϊκὸ θρόνο μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ, ποὺ περιέχει τὴ λογικὴ τροφή, μία φάτνη ποὺ δέχτηκε Αὐτὸν ποὺ δημιούργησε τὴν κάθε ζωή, μία φάτνη ποὺ βαστάει Αὐτὸν ποὺ βαστάει τὰ πάντα. Μία φάτνη ποὺ κατὰ χάριν ἔγινε πλατύτερη ἀπὸ τὴν Πλάση ὅλη, γιὰ νὰ χωρέσει Αὐτὸν ποὺ ὁλόκληρη ἡ Κτίση δὲν χωράει. Μία φάτνη ποὺ μᾶς ἀναγγέλθηκε ἀπὸ τὸν ἀγγελιοφόρο ἀστέρα. Μία φάτνη ποὺ προτύπωσε τὸ θυσιαστήριο, καὶ ἕνα σπήλαιο ποὺ τὴν Ἐκκλησία ἀποτέλεσε.

Ἄς μιμηθοῦμε λοιπὸν καὶ ἐμεῖς, τοὺς εὐσεβεῖς Μάγους, καὶ ἀντιλαμβανόμενοι τὴν ἐκκλησία ὡς Βηθλεέμ, ἂς ἀσπασθοῦμε τὸ ἱερὸ βῆμα ὡς Σπήλαιο, τὸ θυσιαστήριο ὡς Φάτνη, καὶ ἀντὶ τοῦ Βρέφους, τὸν διὰ τοῦ Βρέφους εὐλογημένο ἄρτο ἂς ἀγκαλιάσουμε.

Ἔχοντας ὑπόψιν ὅλα αὐτὰ ἂς δοξάσουμε σήμερα Αὐτὸν ποὺ καὶ ὁ πρωτομάρτυρας Στέφανος ὡς Βασιλέα κηρύττει.

Θαυμαστὰ πράγματα ἑνὸς θαυμαστοῦ Βασιλέα!

Χθές γεννήθηκε, καὶ σήμερα ὁ Στέφανος σὲ Αὐτὸν προσφέρθηκε ὡς πραγματικὸ καὶ ἔμψυχο στεφάνι, ὡς στεφάνι ποὺ πλέχτηκε καὶ χαλκεύτηκε μόνο του.

Συνέχεια

Ὁ Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος

 

Ἐπίσκοπος Κάλλιστος Γουέαρ

img264Ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος δὲν µποροῦσε νὰ ἔρθει στὸ Θεό, ὁ Θεὸς ἦρθε στὸν ἄνθρωπο, ταυτίζοντας τὸν ἑαυτό του µὲ τὸν ἄνθρωπο µὲ τὸν πιὸ ἄµεσο τρόπο. Ὁ αἰώνιος Λόγος καὶ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἔγινε ἀληθινὸς ἄνθρωπος, ἕνας ἀπὸ ἐµᾶς. Συµµετέχει ἀπόλυτα στὸ κάθε τί ποὺ µᾶς ἀποτελεῖ κι ἔτσι µᾶς δίνει τὴ δυνατότητα νὰ συµµετέχουµε σ’ αὐτὰ ποὺ τὸν ἀποτελοῦν, στὴ θεϊκή του ζωὴ καὶ στὴ δόξα του. Ἔγινε ὅ,τι εἴµαστε γιὰ νὰ µᾶς κάνει ὅ,τι εἶναι αὐτός.

Ὁ Θεὸς ἑνώνεται µὲ τὴ δηµιουργία του πιὸ στενὰ ἀπ’ τὴ κάθε δυνατὴ ἕνωση, καθὼς γίνεται ὁ ἴδιος αὐτὸ ποὺ δηµιούργησε. Ὁ Θεὸς σὰν ἄνθρωπος ἐκπληρώνει τὸ µεσολαβητικὸ ἔργο ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἀπέκρουσε κατὰ τὴ πτώση. Ὁ Ἰησοῦς, ὁ Σωτήρας µας, γεφυρώνει τὴν ἄβυσσο ἀνάµεσα στὸ Θεὸ καὶ στὸν ἄνθρωπο γιατί εἶναι ταυτόχρονα καὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. Ὅπως λέµε σ’ ἕναν ἀπὸ τοὺς ὀρθόδοξους ὕµνους τῆς παραµονῆς τῶν Χριστουγέννων. «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ σήµερον ἡνώθησαν, τεχθέντος τοῦ Χριστοῦ. Σήµερον Θεὸς ἐπὶ γῆς παραγέγονε, καὶ ἄνθρωπος εἰς οὐρανοὺς ἀναβέβηκε».

Ἡ Ἐνσάρκωση λοιπὸν εἶναι ἡ ὑπέρτατη πράξη τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ µᾶς ἀπολυτρώσει καὶ νὰ ξανασυνδέσει τὴν ἐπικοινωνία µας µαζί του. Ἔχει περισσότερη σηµασία ἀπὸ µιὰ ἀναίρεση τῆς πτώσης ἢ µιὰ ἀποκατάσταση τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἀρχική του κατάσταση µέσα στὸ Παράδεισο. Ὅταν ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος, αὐτὸ σηµαδεύει τὴν ἀρχὴ ἑνὸς οὐσιαστικὰ νέου σταδίου στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὄχι µόνο τὴν ἐπιστροφή του στὸ παρελθόν.

Ἡ Ἐνσάρκωση ἀνεβάζει τὸν ἄνθρωπο σ’ ἕνα καινούριο ἐπίπεδο, ἡ τελευταία κατάσταση εἶναι ὑψηλότερη ἀπὸ τὴν πρώτη. Μόνο µέσα στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ βλέπουµε νὰ ἀποκαλύπτονται ὅλες οἱ δυνατότητες τῆς ἀνθρώπινης φύσης µας. Μέχρι νὰ γεννηθεῖ, ἡ ἀληθινὴ σηµασία τῆς προσωπικότητάς µας ἦταν κρυµµένη. Ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ὅπως λέει ὁ Μ. Βασίλειος, εἶναι «ἡ γενέθλια ἡµέρα ὅλου τοῦ ἀνθρώπινου γένους».

Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ πρῶτος τέλειος ἄνθρωπος- τέλειος δηλαδὴ ὄχι µόνο δυναµικά, ὅπως ἦταν ὁ Ἀδὰµ µὲ τὴν ἀθωότητά του πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση, ἀλλὰ µὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀπόλυτα πραγµατοποιηµένης «ὁµοίωσης». Ἡ Ἐνσάρκωση λοιπὸν δὲν εἶναι µόνο ἕνας τρόπος γιὰ ν’ ἀπαλειφθοῦν τὰ ἀποτελέσµατα τοῦ προπατορικοῦ ἁµαρτήµατος, ἀλλὰ εἶναι ἕνα οὐσιαστικὸ στάδιο στὸ ταξίδι τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν θεία εἰκόνα στὴ θεϊκὴ ἐξοµοίωση. Ἡ ἀληθινὴ αἰτία λοιπὸν γιὰ τὴν Ἐνσάρκωση δὲν βρίσκεται στὴν ἁµαρτωλότητα τοῦ ἀνθρώπου ἀλλὰ στὴ πεπτωκυία φύση του, στὴν ὕπαρξή του ποὺ ἔγινε σύµφωνα µὲ τὴ θεϊκὴ εἰκόνα καὶ εἶναι ἱκανὴ νὰ ἑνωθεῖ µὲ τὸ Θεό.

Συνέχεια

Θεόπτης Μωυσῆς καὶ θεοπτία

 

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης

moses_bush_icon_3[1]Τὸ θέμα τῆς θεοπτίας ἢ τῆς θέας τοῦ Θεοῦ παρουσιάζεται στὴν Ἁγία Γραφὴ μὲ δύο διαφορετικὲς μορφές, ποὺ ἡ μία φαίνεται νὰ ἀποκλείει τὴν ἄλλη. Ὁρισμένα χωρία χαρακτηρίζουν τὴν θεοπτία ὡς ἀδύνατη. Ἔτσι στὸ βιβλίο τῆς Ἐξόδου ὁ Θεὸς λέει στὸν Μωυσῆ: «Οὐ δυνήση ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν μου· οὐ γὰρ μὴ ἴδη ἄνθρωπος τὸ πρόσωπόν μου καὶ ζήσεται». Καὶ ὁ Ψαλμωδὸς σημειώνει ὅτι ὁ Θεὸς «ἔθετο σκότος ἀποκρυφὴν αὐτοῦ» Ἐξάλλου στὴν Καινὴ Διαθήκη ὁ Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης γράφει: «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε», ἢ «Θεὸν οὐδεὶς πώποτε τεθέαται». Καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος προσθέτει ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἐκεῖνος, «ὅν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων οὐδὲ ἰδεῖν δύναται».

Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ στὴν Ἁγία Γραφὴ ἀναφέρεται πλῆθος θεοφανειῶν. Ἔτσι ὁ Ἰακὼβ λέει: «Εἶδον Θεὸν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον, καὶ ἐσώθη μου ἡ ψυχή». Καὶ γιὰ τὸν Μωυσῆ σημειώνεται: «Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυςῆν ἐνώπιος ἐνωπίῳ, ὡς εἰ τὶς λαλήσει πρὸς τὸν ἑαυτοῦ φίλον». Τέλος ὁ Ἰὼβ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Κύριο λέει: «Ἀκοὴν μὲν ὠτὸς ἤκουόν σου τὸ πρότερον, νυνὶ δὲ ὁ ὀφθαλμός μου ἑώρακέ σε». Ἐξάλλου στὴν Καινὴ Διαθήκη μακαρίζονται ἀπὸ τὸν Χριστὸ «οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ», γιατί θὰ δοῦν τὸν Θεό. Καὶ ὁ Ἀπόστολος Ἰωάννης γράφει: «Νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμεν, καὶ οὔπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα· οἴδαμεν δὲ ὅτι ἐὰν φανερωθῆ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτὸν καθώς ἐστι».

Σχολιάζοντας τὰ χωρία αὐτὰ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς παρατηρεῖ ὅτι στὴ θεολογία ἡ θέα τοῦ Θεοῦ ταυτόχρονα καὶ ἀποκλείεται καὶ προτείνεται. Ἀποκλείεται, γιατί ὁ Θεὸς εἶναι ἀκατάληπτος κατὰ τὴν οὐσία του. Ἀλλὰ καὶ προτείνεται, γιατί προσεγγίζει τὸν κόσμο καὶ γίνεται προσιτὸς μὲ τὶς ἐνέργειές του. Ἔτσι τὰ δύο αὐτὰ πράγματα δὲν εἶναι ἀντίθετα μεταξύ τους, ἀλλὰ ἐναρμονίζονται καὶ συμβαδίζουν.

Τὸ ἀπρόσιτό τοῦ Θεοῦ δὲν ἀποκλείει τὴ θεοπτία. Καὶ ἡ θεοπτία ἢ ἡ θέα τοῦ Θεοῦ δὲν ἀναιρεῖ τὸ ἀπρόσιτό τῆς θείας οὐσίας. Ὁ Μωυσῆς, ποὺ ὡς κτίσμα ἀδυνατεῖ νὰ δεῖ τὸ πρόσωπο τοῦ ἄκτιστου Θεοῦ, τοποθετεῖται «εἰς ὀπὴν τῆς πέτρας», σκεπάζεται μὲ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, ὅσο παρέρχεται ἡ δόξα του, καὶ ὕστερα βλέπει τὰ ὀπίσω του. Καὶ ὁ Προφήτης Ἠλίας, μόλις αἰσθάνεται τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, καλύπτει μὲ τὴ μηλωτὴ του τὸ πρόσωπό του. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ οἱ παρευρισκόμενοι Ἀπόστολοι φοβήθηκαν πολὺ καὶ «ἔπεσαν ἐπὶ τὸ πρόσωπον αὐτῶν».

Συνέχεια

Ἡ πρώτη γέννηση τοῦ Χριστοῦ

 

Στέργιου Ν. Σάκκου

img005Ἡ θεία ἀποκάλυψη, ὅπως μᾶς τὴν παραδίδει ἡ ἁγία Γραφὴ καὶ μᾶς τὴν ἑρμηνεύουν οἱ ἅγιοι πατέρες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, δὲν μιλᾶ μόνο γιὰ μία γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ γιὰ τρεῖς γεννήσεις.

Γιὰ τὴν ἄχρονη καὶ ἀΐδια γέννησή του ἀπὸ τὸν Πατέρα,

γιὰ τὴν ἐν χρόνω ἐνανθρώπησή Του ἀπὸ τὴν παρθένο Μαρία,

καὶ γιὰ τὴν ἐν Πνεύματι ἁγίω γέννησή Του στὴ ζωὴ τῶν ἀναγεννημένων πιστῶν.

Κάθε γέννηση ἀποτελεῖ καὶ μία σπουδαία δογματικὴ ἀλήθεια, ποὺ δημιουργεῖ ἀνάλογες ἠθικὲς ὑποχρεώσεις σ’ αὐτὸν ποὺ θὰ τὴν ἐγκολπωθεῖ. Ἔτσι ὁ πιστὸς μελετώντας τὶς τρεῖς γεννήσεις τοῦ Χριστοῦ ἀφ’ ἑνὸς γνωρίζει καλύτερα τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου καὶ ἀφ’ ἕτερου μαθαίνει ἀκριβέστερα τὸ θέλημά του, ὥστε νὰ τὸ ἐφαρμόσει γιὰ τὴ σωτηρία του.

Η ΠΡΩΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ

Ἐν ἀρχῇ ἧν ὁ Λόγος

1. Τὸ μυστήριο τῆς ἁγίας Τριάδος

Ἡ πρώτη γέννηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἄχρονη καὶ ἀΐδια γέννησή Του ἀπὸ τὸ Πατέρα. Στὴν ἁγία Γραφὴ ὁ Χριστὸς ὀνομάζεται Υἱὸς Θεοῦ. Γιὰ νὰ εἶναι Υἱός, σημαίνει ὅτι γεννήθηκε καὶ ὅτι ἔχει Πατέρα. Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστὰ στὸ μυστήριο τῆς τριαδικότητας τοῦ Θεοῦ· Πατήρ, Υἱὸς καὶ ἅγιο Πνεῦμα τρία πρόσωπα, ἀλλὰ ἕνας Θεός. Πῶς συμβαίνει αὐτό, εἶναι ἀδύνατο νὰ τὸ ἐννοήσει ἀνθρώπινος νοῦς, ἀλλὰ οὔτε ὑπάρχει καὶ παράλληλο παράδειγμα στὴ φύση. Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ πλησιάσουμε τὸ μυστήριο, χρησιμοποιοῦν τὰ παραδείγματα τοῦ ἥλιου καὶ τοῦ νοῦ. Ὅπως ὁ ἥλιος γεννᾶ τὸ φῶς καὶ ἐκπορεύει τὴ θερμότητα, ἀλλὰ δὲν παύει νὰ ἀποτελεῖ ἕνα σῶμα· ὅπως ὁ νοῦς γεννᾶ τὸ λόγο καὶ ἐκπορεύει τὴ σκέψη, ἀλλὰ δὲν παύουν νὰ εἶναι καὶ τὰ τρία ἀξεχώριστα· ἔτσι ὁ Πατὴρ γεννᾶ τὸν Υἱὸ καὶ ἐκπορεύει τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, ἀλλὰ δὲν παύουν οὔτε στιγμὴ τὰ τρία πρόσωπα ν’ ἀποτελοῦν μία οὐσία καὶ μία φύση.

Ἐν τούτοις, κι ἂν δὲν μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε πῶς ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνος, μποροῦμε εὔκολα νὰ καταλάβουμε γιατί ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνος. Ἡ κοινὴ λογικὴ βεβαιώνει ὅτι κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι εὐτυχισμένος, ἔστω καὶ ἂν βρίσκεται στὸ ὡραιότερο μέρος, καὶ μὲ τὶς ἰδανικότερες συνθῆκες, ὅταν τοῦ λείπει ἡ συντροφιά. Εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νὰ φαντασθοῦμε ποτὲ τὸ μακάριο καὶ τέλειο Ὅν πού λέγεται Θεός, νὰ εἶναι μόνο; Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη νὰ ἀπολαμβάνει μόνος στοὺς ἄπειρους αἰῶνες ὅλα ὅσα ἡ πανσοφία καὶ ἡ παντοδυναμία Του προσφέρει; Τουλάχιστον ἀπὸ αὐτή τὴν ἄποψη τὸ δόγμα τῆς ἁγίας Τριάδος ἱκανοποιεῖ πλήρως τὸ λογικό μας. Κι ἂν δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τὸ πῶς, μποροῦμε ὅμως νὰ τὸ παραδεχθοῦμε· «ἡ μονὰς ἐν τριάδι καὶ ἡ τριὰς ἐν μονάδι», κατὰ τὴν ἔκφραση ἀρχαίου διδασκάλου.

Συνέχεια

“Τί ποιήσω…”

                      Ἐπίσκοπος Ἀθανάσιος Γιέφτιτς

imagesCAPIJXJJΕἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὸ Εὐαγγέλιο, ἀπὸ τόσους ποὺ μνημονεύονται καὶ ἀναφέρονται, κανεὶς δὲν ἔχει θέσει τέτοια ριζική, ὁριακή, θὰ ἔλεγα, ἐρώτηση στὸν Χριστό, ὅσον ἕνας νέος. Σημειώνουν οἱ Εὐαγγελιστὲς ὅτι προσῆλθε στὸν Χριστὸ ἕνας νέος καὶ τοῦ ἔθεσε τὴν πιὸ μεγάλη, τὴν πιὸ ριζική, τὴν πιὸ ὁριακὴ ἐρώτηση:

 «Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσω ἵνα ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;» Τί νὰ κάνω νὰ κερδίσω, νὰ ἔχω τὴ ζωὴ τὴν αἰώνια; Βέβαια προσῆλθε πρὸς τὸν Χριστὸ ὡς ἕνα μεγάλο σοφὸ διδάσκαλο, γι’ αὐτὸ ὁ Χριστὸς τοῦ ἀπάντησε: «Γιατί μὲ λέγεις ἀγαθόν, μόνον ὁ Θεὸς εἶναι ἀγαθός». Τοῦ ὑπενθυμίζει τὴν ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο σὰν νὰ τοῦ λέει, «μήπως θέλεις νὰ πιστέψεις ὅτι εἶμαι καὶ πάρα πέρα ἀπὸ σοφὸς διδάσκαλος;». Ἐν πάσει περιπτώσει, ἡ ἐρώτηση αὐτὴ εἶναι ἡ πιὸ ριζικὴ ἐρώτηση σ’ ὅλη τὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος. Καὶ ὁ νεαρὸς δὲν ρώτησε ἀπὸ ἐγωισμό, «Κύριε, τί νὰ κάνω γιὰ νὰ ζήσω αἰώνια», ἀλλὰ διότι εἶναι τὸ πιὸ φυσικὸ πράγμα στὸ νέο ἄνθρωπο νὰ ζητήσει πλῆρες νόημα καὶ περιεχόμενο τῆς ζωῆς.

 Ἡ ζωὴ αὐτὴ στὸν κόσμο καὶ κυρίως ὅπως τὴν ζεῖ ὁ νέος ἄνθρωπος, σὰν νὰ ἀνοίγει μόνον τὶς ὀρέξεις γιὰ τὴ ζωή. Καὶ στὴν συνέχεια ἔρχεται ἡ ζοφερὴ πραγματικότητα καὶ σὰν νὰ δηλητηριάζει αὐτὲς τὶς ἁγνὲς ὀρέξεις, ἐφέσεις, ἐπιθυμίες, προσδοκίες, νοσταλγίες, ἐλπίδες ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος. Ὅλα αὐτὰ σὰν νὰ τὸν ἐρεθίζουν, σὰν νὰ αὐξάνουν τὴν πείνα καὶ τὴ δίψα του, σὲ σημεῖο ποὺ ὅλος ὁ κόσμος δὲν φθάνει νὰ τὶς χορτάσει. Γι’ αὐτό, εἶναι φυσικὴ ἡ ἐρώτηση τοῦ νέου, «τί νὰ κάνω γιὰ νὰ ἔχω ζωὴν αἰώνιον;». Διότι ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιουργημένος γιὰ τὴ ζωὴ τὴν αἰώνιο. Γι’ αὐτὸ ὁ θάνατος εἶναι τόσο τραγικὸς γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἀνεξαιρέτως. Καὶ οἱ Χριστιανοί, ὅταν παραδέχονται τὸν βίαιο θάνατο γιὰ τὸν Χριστό, ὅπως οἱ Μάρτυρες, ἢ τὸν ἑκούσιο θάνατο, ὅπως οἱ Ὅσιοι, τὸν παραδέχονται ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἔχουν μεταβεῖ ἤδη ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωὴ στὴν αἰώνια ζωή. Ὁ θάνατος εἶναι μία μετάβαση, θλιβερὴ ὅμως καὶ αὐτή, διότι μᾶς ὑπενθυμίζει τὴ δυνατότητα ὅτι μποροῦμε νὰ πεθάνουμε, ὅτι μποροῦμε νὰ χάσουμε καὶ τὸ Θεὸ καὶ τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ τὸν ἑαυτό μας καὶ τοὺς συνανθρώπους μας.

Ἴσως δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ὥρα κατάλληλη νὰ μιλήσω περισσότερο, ἀλλά, ἐν πάσει περιπτώσει, καὶ στὴν ψυχανάλυση τοῦ Φρόυντ καὶ στὴν κοινωνιολογία τοῦ Μαρκουζέ, διαπιστώνεται ὅτι ὁ θάνατος εἶναι ἕνα παράλογο, διότι κατ’ ἀρχὴν κόβει τὶς δημιουργημένες σχέσεις μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, καὶ κυρίως τὴν ἀγάπη. Κόβει καὶ ἀπονοηματοποιεῖ.

Ἡ ἀγάπη, ὡς ἡ πιὸ δυνατὴ σχέση στὴν ἀνθρώπινη ζωὴ καὶ ὕπαρξη, διεκδικεῖ γιὰ τὸν ἑαυτὸν τῆς ἀθανασία, αἰωνιότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ θλίβεται ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἔρχεται ὁ θάνατος, ποὺ ἀπειλεῖ αὐτὴ τὴ σχέση, ἂν ὄχι καὶ τὴν κόβει, γιὰ ἐκείνους ποὺ δὲν πιστεύουν. Ἑπομένως, ἂν ὁ ἄνθρωπος ἔχει μέσα του καὶ δύναμη καὶ ἔφεση ἀγαπητική, καὶ αὐτὴ ἡ ἀγάπη διεκδικεῖ ἀπὸ τὴ φύση της αἰωνιότητα, τὴν μὴ διακοπή, τὴν ἀφθαρσία, τὴν ἀθανασία δηλαδή, αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιουργημένος γιὰ αἰωνιότητα. Συνέχεια

Ὅσιος Συμεὼν ὁ Στυλίτης

 Ἰ.Μ. Φουντούλη

abbasὉ ὅσιος πατὴρ ἡμῶν Συμεὼν ὁ Στυλίτης εἶναι ἀναμφιβόλως μιὰ μεγάλη καὶ ἰδιόρρυθμη ἐκκλησιαστικὴ προσωπικότητα. Τὰ δυὸ αὐτὰ χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του, ἡ μεγαλοσύνη καὶ ἡ ἰδιορρυθμία, ἔφεραν σὲ δυσχερή θέση τοὺς κατὰ καιροὺς βιογράφους του καὶ τοὺς ἐγκωμιαστές του. Καὶ τοῦτο, πρῶτο, γιατὶ ἦταν καὶ εἶναι στοὺς πολλοὺς ἀπίστευτα τὰ ἀσκητικά του κατορθώματα καί, δεύτερο, γιατὶ εἶναι δύσκολος ὁ τρόπος τῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ μεγάλου θέματος τῆς προβολῆς του ὡς παραδείγματος πρὸς μίμηση στὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Πράγματι ἡ ἀσκητικὴ πολιτεία τοῦ Συμεὼν ξεπερνᾶ κάθε μέτρο ὄχι μόνο της κοινῆς ἀνθρώπινης φύσεως, ἀλλὰ καὶ τοῦ πιὸ ἀπολύτου τρόπου ἀρνήσεως τοῦ κόσμου καὶ τῶν ἀγαθῶν του γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Παρὰ ταῦτα, ἢ ἀκριβῶς γι᾿ αὐτά, ἡ Ἐκκλησία ποτὲ δὲν ἔπαψε νὰ προβάλλει τὸ παράδειγμα του, τοποθετώντας μάλιστα τὴ μνήμη του στὴν ἀρχή, στὴν πρώτη ἡμέρα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους σὰν ἀφετηρία καὶ ὑψηλὸ δείκτη τῆς κατὰ Χριστὸν πολιτείας, ποὺ μπορεῖ μὲ ἐπιτυχία νὰ συναγωνισθεῖ μὲ τὴν ἀγγελικὴ τελειότητα.

Τὸν βίο, τὴν πολιτεία καὶ τὴν ὑπὲρ φύσιν ἄσκηση τοῦ ὁσίου Συμεών μᾶς διηγοῦνται ὄχι μόνο μεταγενέστερες πηγὲς καὶ συναξάρια, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ὑποθέσει κανεὶς ὅτι ἡ χρονικὴ ἀπόσταση καὶ ἡ φήμη εὐνόησαν τὴν ἀλλοίωση τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας καὶ μεγαλοποίησαν τὰ γεγονότα, ἀλλὰ καὶ ἀπόλυτα ἀξιόπιστες πηγές, ποὺ γράφηκαν ὅταν ἀκόμα ζοῦσε ὁ ἅγιος ἢ ἀμέσως μετὰ τὸ θάνατό του. Συγγραφεῖς τους εἶναι σοβαροὶ αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι μάρτυρες, ὁ ἐπίσκοπος Κύρου Θεοδώρητος καὶ ὁ μαθητὴς τοῦ ὁσίου Συμεὼν μοναχὸς Ἀντώνιος. Ὁ πρῶτος τοῦ ἀφιερώνει εἰδικὸ κεφάλαιο στὴν «Φιλόθεο Ἱστορία» του, πρὶν ἀκόμα κοιμηθεῖ ὁ Συμεών, καὶ ὁ δεύτερος, ἔγραψε τὸ Βίο του λίγο μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ὁσίου. Οἱ πληροφορίες καὶ τῶν δυὸ συμπίπτουν ἀπόλυτα. Εἶδαν μὲ τὰ ἴδια τους τὰ μάτια τὸν ὅσιο, ἔζησαν μαζί του, ἄκουσαν τὴ διδασκαλία του, μίλησαν μαζί του, γνώρισαν τὰ ἀσκητικά του παλαίσματα καὶ χρημάτισαν αὐτόπτες μάρτυρες τῶν πολλῶν θαυμάτων ποὺ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ τελοῦσε. Ἂν ὅλα αὐτὰ φαινόταν τότε καὶ φαίνονται καὶ σήμερα ἀπίστευτα καὶ ὑπεράνθρωπα, ἡ ἱστορία, βασισμένη στὴν αὐτοψία τῶν μαρτύρων, βεβαιώνει πὼς εἶναι ἀληθινά. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσει τὴν ἱστορικότητά τους. Τὸ παράδοξο στὴν περίπτωση τοῦ Συμεὼν εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Συμεών, ὁ «οὐράνιος ἄνθρωπος» καὶ ὁ «ἐπίγειος ἄγγελος» (αὐτόμελο στιχηρὸ τοῦ ἑσπερινοῦ της 1ης Σεπτεμβρίου), ὁ ἀσώματος ἄνθρωπος καὶ ὁ ἔνσαρκος ἄγγελος.

Συνέχεια

«Αὐτὸς τὰς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε»

π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν

Untitled-1Γιατί ὁ Ἰησοῦς , ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο νὰ θεραπεύσει τὴν ἁμαρτία μὲ τὴν ἀναμαρτησία Του καὶ νὰ ὁδηγήσει τοὺς ἀνθρώπους σὲ κοινωνία μὲ τὴ θεία ζωή, ἐπιθύμησε καὶ ἀπαίτησε νὰ βαπτισθεῖ ἀπὸ τὸν Ἰωάννη; Γνωρίζουμε ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο πὼς τὸ ἴδιο ἐρώτημα βρισκόταν στὸ κέντρο τῆς καρδιᾶς τοῦ Ἰωάννη. «Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπό σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχη πρὸς με;» ( Ματθ. 3, 14). Ἡ ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἑξῆς:

Ὁ Χριστὸς δεχόμενος τὸ βάπτισμα ταυτίζεται μὲ τοὺς ἀνθρώπους, μὲ ὅλους τούς ἁμαρτωλοὺς ἀνεξαιρέτως. Ταυτίζεται μὲ κάθε ἁμαρτωλὸ ποὺ χρειάζεται συγχώρηση, σωτηρία καὶ ἀναγέννηση… Ταυτίζεται μὲ ὅλους καὶ μὲ τὸν καθένα μας. Μὲ τὸ Βάπτισμά Του δείχνει πὼς δὲν ἦρθε γιὰ νὰ κρίνει ἢ νὰ καταδικάσει, οὔτε γιὰ νὰ φέρει ἀντικειμενικοὺς νόμους καὶ κανόνες, ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς τελειότητας καὶ Θεότητάς Του, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἑνωθεῖ μαζί μας ἔτσι, ὥστε γινόμενος ἕνας ἀπὸ μᾶς νὰ μᾶς καταστήσει μετόχους τῆς τέλειας καὶ ἀναμάρτητης ζωῆς Του. Ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς ἔλεγε γι’ Αὐτόν, “ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου!” (Ἰωάν. 1,29) . Ὁ Χριστὸς εἰσῆλθε στὸν κόσμο μας ὡς παιδί, καὶ μὲ τὴ γέννησή Του ἀνέλαβε καὶ οἰκειώθηκε τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου. Καὶ τὸ ἔκανε αὐτὸ ὄχι γιὰ τοὺς δικαίους, ἀλλὰ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, γιὰ τοὺς ἀπολωλότες. Τοὺς ἀγαπᾶ μὲ θυσιαστικὴ ἀγάπη, τοὺς προσφέρει τὸν Ἑαυτό Του καὶ ὁλόκληρη τὴ ζωή Του. Ἐδῶ στὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου, Αὐτός, ὁ ἀναμάρτητος ἑνώνεται μὲ τοὺς χαμένους, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἁμαρτία ποὺ μπορεῖ νὰ ὑπερβεῖ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς. Μὲ τὸ βάπτισμά Του ἑνώνεται μὲ τὴ ζωὴ τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἀκριβῶς ἀργότερα, στὸ τέλος Αὐτός, ὁ ἀθάνατος, ἑνώνεται ἐπίσης ἐλεύθερα μὲ τοὺς ἀνθρώπους στὸ θάνατο. Ὅλα αὐτὰ μαρτυροῦν πὼς ὁ Χριστὸς ἐπιθυμεῖ νὰ μᾶς σώσει μὲ τὴν ἀγάπη· ἀγάπη ὅμως πάνω ἀπὸ ὅλα σημαίνει ἕνωση μ’ αὐτὸν ποὺ ἀγαπᾶς. Σύμφωνα μὲ τὸν προφήτη Ἡσαΐα, “οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται… τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν” (Ἡσ. 53, 4-5) .

Συνέχεια

Σκέψεις στὴν ἀκροθαλασσιά

 ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ

 1[1]Μέ ποιόν μοιάζει ὁ χριστιανός, πού σηκώνει τὶς θλίψεις τῆς ἐπίγειας ζωῆς μὲ ἀληθινὴ πνευματικὴ σύνεση; Μ’ ἕναν ὁδοιπόρο, πού στέκεται στὴν ἀκροθαλασσιὰ σὲ ὥρα τρικυμίας.

Τὰ ἀγριεμένα ἄσπρα κύματα πλησιάζουν τὸν ὁδοιπόρο καί, ἀφοῦ σπάσουν στὴν ἄμμο, διαλύονται πάνω στὰ πόδια του σὲ ἀναρίθμητες μικρὲς σταγόνες. Ἡ θάλασσα, φιλονικώντας μὲ τὸν ἄνεμο, βρυχιέται, ὑψώνει κύματα σὰν βουνά, βράζει, παφλάζει. Τὸ ἕνα κύμα γεννᾶ καὶ στὴ συνέχεια καταβροχθίζει τὸ ἄλλο. Οἱ κορυφὲς τους εἶναι στεφανωμένες μὲ κάτασπρο ἀφρό. Ὅλη ἡ θάλασσα εἶναι καλυμμένη ἀπ’ αὐτὰ τὰ κύματα, πού μοιάζουν μὲ τεράστιο λάρυγγα φοβεροῦ τέρατος δίχως δόντια.

Ὁ ὁδοιπόρος παρατηρεῖ τὸ φοβερὸ θέαμα μὲ ἤρεμο λογισμό. Τὰ μάτια του εἶναι στὴ θάλασσα. Ποῦ εἶναι, ὅμως, ἡ σκέψη του; Καὶ ποῦ ἡ καρδιά του; Ἡ σκέψη του εἶναι στὶς πύλες τοῦ θανάτου. Καὶ ἡ καρδιά του στὴν κρίση τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ εἶναι ἤδη μὲ τὸν νοῦ του· ἐκεῖ εἶναι μὲ τὸ αἴσθημά του· ἐκεῖ εἶναι οἱ φροντίδες του· ἐκεῖ εἶναι ὁ φόβος του.

Ἀπὸ τὸν φόβο τοῦτο φεύγει μακριὰ ὁ φόβος τῶν ἐπίγειων πειρασμῶν, θὰ κοπάσουν οἱ ἄνεμοι, θὰ γαληνέψει ἡ θάλασσα. Ἐκεῖ πού πρῶτα μάνιαζαν τὰ τεράστια ὀργισμένα κύματα, δὲν θὰ βλέπει κανεὶς παρὰ μίαν ἐπίπεδη ἐπιφάνεια ἀπὸ νερὰ ἀκίνητα, νερὰ κουρασμένα ἀπὸ τὴ θύελλα. Μετὰ τὴ μεγάλη θαλασσοταραχή, τὰ νερὰ θὰ καταπέσουν σὲ μία νεκρικὴ ἀκινησία. Στὸν διάφανο καθρέφτη τους θὰ ἀντανακλᾶ ὁ βραδινὸς ἥλιος, ὅταν θὰ σταθεῖ πάνω ἀπὸ τὴν Κρονστάνδη, θὰ σκορπίσει τὶς ἀκτίνες του σ’ ὅλον τὸν Φιννικὸ Κόλπο καὶ θὰ συναντήσει τὸν ποταμὸ Νιέβα πρὸς τὴν Πετρούπολη. Θέαμα σὰν ζῶ-γράφημα, γνωστὸ στοὺς κατοίκους τῆς ἐρήμου τοῦ Ἁγίου Σεργίου. Αὐτὸν τὸν οὐρανό, αὐτὴ τὴν ἀκροθαλασσιά, αὐτὰ τὰ κτίρια πόσοι τὰ εἶδαν; Πόσοι εἶδαν τὰ ἀφροστεφανωμένα, τὰ περήφανα, τὰ ἄγρια κύματα; Πάρα πολλοί. Καὶ ὅλοι αὐτοὶ ἔφυγαν. Ὅλοι βρίσκονται τώρα στὴν ἡσυχία τοῦ τάφου. Ἐκεῖ θὰ βρεθοῦν καὶ ὅσοι σήμερα τὰ ἀντικρίζουν. Πόσο ἄστατα, πόσο φευγαλέα εἶναι τὰ ἐπίγεια  ὅσο τῶν κυμάτων τὰ ἀφροστέφανα!

Κοιτάζοντας ἀπὸ τὸν ἥσυχο ἀρσανὰ τὴ θάλασσα τοῦ βίου νὰ φουσκώνει ἀπὸ τὰ κύματα τῶν παθῶν, Σὲ εὐγνωμονῶ, Βασιλιὰ καὶ Θεέ μου! Μ’ ἔφερες σ’ ἐτούτη τὴν ἅγια Μονή. Μ’ ἔκρυψες «στὸ ἀπόκρυφο καταφύγιο τῆς θείας Σου παρουσίας ἀπὸ τὶς ἄδικες ἐπιθέσεις τῶν ἀνθρώπων» καὶ μὲ φύλαξες «ἀπὸ συκοφαντικὲς γλῶσσες» (Ψαλμ. 30:21). Γιὰ τοῦτο μόνο πονάει ἡ ψυχή μου, γιὰ τοῦτο συνταράζεται τὸ ἄγνωστο: Θὰ περάσω, ἄραγε, ἀπὸ δῶ, ἀπὸ τὴν ἀκροθαλασσιὰ τοῦ ἄστατου καὶ ψεύτικου βίου, «στὸν τόπο τῆς σκηνῆς τῆς θαυμαστῆς, στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ, μὲ φωνὲς χαρᾶς καὶ δοξολογίας, μέσα σὲ ἤχους γιορτινοὺς» (Ψαλμ. 41:5); Θὰ κατοικήσω, ἄραγε, ἐκεῖ αἰώνια; Τί κι ἂν ἔχω θλίψεις στὸν κόσμο; «Ἐγὼ στήριξα τὶς ἐλπίδες μου στὸν Θεό, κι ἔτσι δὲν ἔχω νὰ φοβηθῶ ὅτι κι ἄν μοῦ κάνει ἄνθρωπος» (Ψαλμ. 55:12).

Ἀπό τό βιβλίο:ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ

Ἐκδ. Ι.Μ. ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ.

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ

π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης

img034α) Ἡ ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ γιὰ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα ἀποκαλύπτεται πάντοτε, ἔστω κι ἂν αὐτὸ ἀμφισβητεῖται καὶ δὲν γίνεται εὔκολα ἀντιληπτό.

Οἱ Πατέρες διδάσκουν ὅτι ἡ δημιουργική, προνοητικὴ καὶ συνεκτικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἐξακτινώνεται σὲ ὅλο τὸν κόσμο καὶ τὴν κτίση. Ἐνῶ ἡ ἁγιαστικὴ καὶ θεοποιὸς θεία ἐνέργεια ἐκχέεται ἁπλόχερα στὴν Ἐκκλησία διὰ τῶν μυστηρίων. Ἔτσι, κάθε μέλος της δὲν ἐγκαταλείπεται μόνο καὶ ἀπαράκλητο. Ἐνθαρρύνεται καὶ ἐμπνέεται στὴ ζωὴ τοῦ Πνεύματος μὲ διάφορους τρόπους.

β) Στὶς μέρες μας, παρὰ τὴ γιγάντωση τοῦ κοινωνικοῦ κακοῦ καὶ τὴν ἀλλοτρίωση, ἀναδεικνύονται νέοι ἅγιοι, φανερώνονται χαρισματικοὶ γέροντες καὶ δίδονται εὐκαιρίες ἐπανευαγγελισμοῦ καὶ ἀναζωπύρωσης τῶν θείων χαρισμάτων. Κατὰ τὸν εἰκοστὸ αἰώνα ἐντάχθηκαν στὸ ἁγιολόγιο τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πολλοὶ ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ παραδείγματος καὶ τῶν συγγραφῶν τους συνέβαλαν στὴν ἀναγέννηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Μεταξὺ αὐτῶν συναριθμεῖται καὶ ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς Ἀθωνίτης, ρῶσος τὴν καταγωγή, ποὺ τιμᾶται στὶς 24 Σεπτεμβρίου.

γ) Πρόκειται γιὰ μία ξεχωριστὴ προσωπικότητα, ποὺ δόθηκε ὁλοκληρωτικὰ στὴν ἐμπειρικὴ ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ. Σὲ ἡλικία τεσσάρων ἐτῶν ἐμφυτεύθηκε στὴν καρδιά του ἡ ἀμφιβολία γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ ἀπὸ κάποιον πλανόδιο βιβλιοπώλη, ποὺ φιλοξένησε στὸ σπίτι τοὺς ὁ πατέρας του. Ἐκείνη τὴν ὥρα σκέφθηκε: «Ὅταν μεγαλώσω θὰ περιέλθω ὅλην τὴν γῆν πρὸς ἀναζήτησιν τοῦ Θεοῦ» (βλ. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, «Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης», Ἔσεξ Ἀγγλίας 1995).

δ) Σὲ ἡλικία δεκαεννέα ἐτῶν, ἐνῶ ἐργαζόταν σὲ συνεργεῖο ὡς ξυλουργός, ἔλαβε τὴν ἀπάντηση ποὺ ζητοῦσε. Ἡ οἰκονόμος τοῦ συνεργείου, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ προσκύνημα στὸν τάφο τοῦ ἐγκλείστου Ἰωάννου Σεζένωφ, διηγοῦνταν στοὺς ἐργάτες τὰ θαύματά του. Ὁρισμένοι ἀπὸ αὐτοὺς ἐπιβεβαίωσαν τὰ λεγόμενα τῆς οἰκονόμου. Ὅταν τὰ ἄκουσε αὐτὰ ὁ Συμεὼν (δὲν εἶχε λάβει ἀκόμη τὸ ὄνομα Σιλουανός), σκέφθηκε: «Ἐὰν οὗτος εἶναι ἅγιος, ἄρα ὁ Θεὸς εἶναι μεθ’ ἡμῶν, καὶ δὲν εἶναι ἀναγκαῖο νὰ περιοδεύσω ὅλον τὸν κόσμον πρὸς ἀναζήτησιν αὐτοῦ».

ε) Μὲ τὴ σκέψη αὐτὴ ἡ καρδιὰ του πυρώθηκε ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἡ χαρά του ποὺ ξαναβρῆκε τὴν πίστη ἦταν μεγάλη, ἀφοῦ γιὰ δεκαπέντε χρόνια ἀμφέβαλλε. Τὸν ἐντυπωσίαζαν οἱ βίοι τῶν ἁγίων, ἀλλὰ ζοῦσε ἀκόμη κοσμικὴ ζωή. Τελικὰ τὸ ἀνήσυχο πνεῦμα του τὸν ὁδήγησε στὸ Ἅγιον Ὅρος, ὅπου ἐπιδόθηκε μὲ ἔνταση στὴν ἄσκηση καὶ τὴν καρδιακὴ προσευχή. Πάλευε κυριολεκτικὰ μὲ τοὺς πειρασμούς, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐπίσκεψη τῆς χάριτος καὶ τὴν ἐμπειρία τοῦ θείου φωτὸς ἀναδεικνυόταν νικητής. Βίωνε τὴν ὀδύνη τῆς ἀπουσίας τῆς χάριτος ἀλλὰ καὶ τὴ γλυκύτητα τῆς θείας ἐπίσκεψης.

Συνέχεια

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΕΝΟΣ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΟΥ

 

π. Εὐσεβίου Βίττη

imagesCA8N3Z1DΚύριε, τὸ ξέρεις πὼς μπῆκα ἤδη στὰ γηρατειά.

Βοήθησέ με νὰ συνειδητοποιῶ ὅλο καὶ βαθύτερα αὐτὴν τὴν πραγματικότητα, ὥστε νὰ μὴ γίνωμαι τὺ ραννικὸς ἢ βαρετὸς ἢ ἐπαχθής ἢ ἀσυμπαθὴς καὶ σιχαμερὸς στοὺς γύρω μου καὶ ἰδιαίτερα στοὺς τυχὸν σὺνεργάτες μου.

Ἀπάλλαξέ με ἀπὸ τὸ νὰ ἐπιμένω στὶς παλαιωμὲνες ἰδέες μου μὲ πεῖσμα γεροντικό. Δὲν σοῦ ζητῶ νὰ βελτιήσης τὴν κρίση ἢ τὴ μνήμη μου. Μοῦ ἔδωσες τὰ ἀνεκτίμητα αὐτὰ δῶρα σ’ ἕνα βαθμὸ στὴ γόνιμη ἡλικία μου. Σὲ εὐχαριστῶ γιὰ τὸ πολύτιμο αὐτὸ δῶρο τῆς ἀγαθωσύνης Σου. Τώρα πιὰ καθὼς ὑποβαθμίζεται ἡ ὃλη μου βιολογική, ψυχολογικὴ καὶ πνευματικὴ ὕπαρξη, συνακολουθεῖ νομοτελῶς καὶ τῆς κρίσης καὶ τῆς μνήμης μου ἡ ὑποβάθμιση. Συχνὰ αὐτὴ ἡ κατάσταση μὲ μειώνει, μὲ λυπεῖ, μὲ ταπεινώνει ἀφάνταστα καὶ ὄχι σπάνια μὲ ἐξευτελίζει στὰ ἴδιά μου τὰ μάτια ἀναγκὰζοντάς με νὰ ζητῶ ὁλοένα συγγνώμη γιὰ τὶς μικρὲς ἢ τὶς μεγάλες γκάφες μου. Δὲν κατανοῶ βέβαια πλήρως αὐτὴν τὴν ἀλλοίωση. Ὅμως Ἐσύ, Κύριε, ξέρεις πόσο καὶ ἡ σμίκρυνση καὶ συρρίκνωσή μου καὶ στὸ σημεῖο αὐτό μοῦ χρειάζεται. Τὴν ἀποδέχομαι ταπεινά, γιατί Ἐσὺ ξέρεις. Καὶ ἀφοῦ Ἐσὺ ξέρεις, δὲν χρειάζεται νὰ ξέρω ἐγὼ τὸ βαθύτερο γιατί. Ἄλλωστε δὲν μπορῶ νὰ τὴν κατανοήσω. Γιατί λοιπὸν νὰ θλίβωμαι καὶ νὰ πονῶ καὶ γι’ αὐτό; Δὲν πρέπει νὰ ἀποδέχωμαι ταπεινὰ τὴ φθαρτότητα τῆς φύσης μου; Καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑποτάσσομαι κι ἐγὼ ταπεινὰ στὴν τάξη, ποὺ Ἐσὺ μὲ τὸση ἀγαθότητα γιὰ τὰ πλάσματά Σου, ἑπομένως καὶ γιὰ μένα, καθώρισες;

Σφράγισε μὲ ἀπαραβίαστη σφραγίδα τὰ φλύαρα χείλη μου γιὰ νὰ μὴν καταπονῶ τοὺς ἄλλους μὲ βαρετές, ἀνούσιες καὶ χωρὶς κανένα ἐνδιαφέρον ἢ νόημα πιὰ χιλιοειπωμένες διηγήσεις παρωχημένων γεγονὸτων κάποιων μακρινῶν καὶ λησμονημένων χρόνων μίας ἀσήμαντης ἐποχῆς. Παράλληλα ὅμως ἁπάλυνε τὶς ἀντιδράσεις καὶ τὶς κρίσεις μου γιὰ τὴν κρίση καὶ τὴ μνήμη τῶν ἄλλων. Καὶ μὴν ἐπιτρέψεις ποτὲ νὰ νιώσω νυγμοὺς ζήλειας γιὰ τὴ φρεσκάδα τῆς μνήμης καὶ τὴ δύναμη τῆς κρίσης τῶν ἄλλων. Κάνε, ἀντίθετα, νὰ χαίρωμαι γι’ αὐτὸ καὶ νὰ Σὲ εὐχαριστῶ ὁλόψυχα γιὰ τὰ ἄνθη τῆς νεότητος, ὅταν τυχαίνη νὰ βρίσκωμαι ἀνάμεσά τους καὶ νὰ ὀσφραίνομαι τὸ ἄρωμά τους.

Δίδαξέ με τὴ σημασία τῶν λόγων τοῦ Ἀποστόλου Σου: «Εἰ καὶ ὁ ἔξω ἡμῶν ἄνθρωπος διαφθείρεται, ἀλλ’ ὁ ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρα καὶ ἡμέρα» (Β’ Κόρ. δ’ 16). Καὶ νὰ ἀγωνίζωμαι νὰ ζῶ αὐτὴν τὴν πραγματικὸτητα.

Τέλος στήριξε τὰ παραπαίοντα καὶ ἀσταθῆ βήματά μου μὲ τὸν «βραχίονά Σου τὸν ὑψηλόν», ὥστε νὰ μὴν κυλιέμαι πιὰ στὴ γῆ καὶ νὰ φρονῶ τὰ «γεώδη», ἀλλὰ ἀντίθετα νὰ ἔχω στραμμένα τὰ βλέμματά μου στὸν οὐρανὸ καὶ νὰ φρονῶ τὰ οὐράνια, ἕως ὅτου ἀναπαυθῶ στὴ στοργική Σου θεία ἀγκάλη.

Κύριέ μου, Κύριε, Σὲ εὐχαριστῶ. Ἀμήν.

Ὁ Ἅγιος Διονύσιος καὶ ἡ ἀγάπη στοὺς ἐχθροὺς

 

π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης

agios_dionisios_zakinthou_061[1]α) Στὸ συναξάρι τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ ἐκ Ζακύνθου (1547-1622), ποὺ ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ στὶς 17 Δεκεμβρίου, ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς:

“Μία μέρα ὁ δολοφόνος τοῦ ἀδελφοῦ του Ἁγίου ἔφθασε στὴ Μονὴ κυνηγημένος ἀπὸ τὶς ἀρχὲς καὶ τοὺς συγγενεῖς τοῦ θύματος, καὶ ζήτησε καταφύγιο ἀπὸ τὸν ἅγιο Διονύσιο, χωρὶς νὰ ξέρει γιὰ ποιὸν ἐπρόκειτο. Μαθαίνοντας τὸ λόγο τῆς καταδίωξης καὶ τὴν ταυτότητα τοῦ θύματος, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ προχώρησε πρὸς τὸν δολοφόνο μὲ συμπόνια, τὸν παρηγόρησε, τὸν παρότρυνε νὰ μετανοήσει καὶ τὸν ἔκρυψε”.

β) “Ὅταν οἱ ἀστυνομικοὶ ἔφθασαν στὸ μοναστήρι, ὁ ἅγιος ὑποκρίθηκε ἄγνοια καὶ προσπάθησε μὲ λόγια εἰρηνικὰ νὰ τοὺς καθησυχάσει. Μόλις ἐκεῖνοι ἀπομακρύνθηκαν, ἔβγαλε τὸν δολοφόνο ποὺ εἶχε παραλύσει ἀπὸ τρόμο καὶ ἔκπληξη, καὶ τὸν ἄφησε ἐλεύθερο νὰ ἐργαστεῖ γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς του”. Ἡ στάση αὐτὴ τοῦ ἁγίου Διονυσίου φαίνεται παράδοξη καὶ ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἀνθρώπινη λογική. Βρίσκεται ὅμως σὲ ἀπόλυτη συμφωνία μὲ τοὺς λόγους τοῦ Χριστοῦ: “Νὰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας. Εὐεργετεῖτε ὅσους σᾶς μισοῦν. Δίνετε εὐχὲς σὲ ὅσους σᾶς δίνουν κατάρες, προσεύχεσθε γι’ αὐτοὺς ποὺ σᾶς κακομεταχειρίζονται” (Λουκ. 6, 27-28).

γ) Πολλοί, ἀκόμη καὶ χριστιανοί, θεωροῦν ὅτι τὸ εὐαγγελικὸ μήνυμα τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ἐχθροὺς εἶναι οὐτοπικό, ἀνέφικτο καὶ ἀνεφάρμοστο. Ἄλλοι διατείνονται ὅτι ἀφορᾶ μικρὲς κλειστὲς κοινότητες ἢ τὴν ἰδιωτικὴ ζωή. Ἄλλοι πάλι τὸ δέχονται ἰδεολογικά, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐφαρμόζουν πρακτικά. Ἄλλοι, γιὰ νὰ τὸ ἀπορρίψουν, ἐπικαλοῦνται τὸ δυτικὸ μεσαίωνα καὶ τοὺς θρησκευτικοὺς πολέμους ποὺ αἱματοκύλησαν τὴ γηραιὰ ἤπειρο.

δ) Ἀλλὰ καὶ ἡ νεότερη δυτικὴ φιλοσοφία παρερμήνευσε τὸ νόημα τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης. Ο Kant τὴν κατενόησε ὡς καθῆκον, ὁ Schopenhauer ὡς συμπόνια καὶ ὁ Nietzsche ὡς ἔκφραση ἐσωτερικῆς ἀδυναμίας. Καὶ τὸ ἐρώτημα ποὺ εὔλογα ἀνακύπτει εἶναι: Τελικά, ποιὰ ἀπήχηση μπορεῖ νὰ ἔχει στὴ σύγχρονη ἀνταγωνιστικὴ καὶ ἀτομοκεντρικὴ κοινωνία τὸ μήνυμα τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ἐχθρούς; Κι ὅμως, τὸ ἐρώτημα μπορεῖ νὰ ἀντιστραφεῖ: Μπορεῖ ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη νὰ εἶναι ἀληθινὴ καὶ αὐθεντικὴ ἐὰν δὲν περιλαμβάνει καὶ τοὺς ἐχθρούς;

ε) Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης γράφει ὅτι “ἡ ψυχὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει εἰρήνη ἂν δὲν προσεύχεται γιὰ τοὺς ἐχθρούς… Χωρὶς τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν μποροῦμε ν’ ἀγαποῦμε τοὺς ἐχθρούς μας… Ἂν δὲν ἔχεις ἀγάπη, τότε τουλάχιστον μὴν τοὺς διαβάλλεις καὶ μὴν τοὺς καταριέσαι, καὶ τότε καλύτερο θὰ εἶναι… Ὅποιος, ὅμως, σκέφτεται τὸ κακὸ γιὰ τοὺς ἐχθρούς του, σημαίνει πὼς δὲν ἔχει τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν γνώρισε ἀκόμη τὸν Θεό… μᾶλλον κάποιο πονηρὸ πνεῦμα εἰσῆλθε στὴν καρδιά του καὶ τῆς φέρνει κακοὺς λογισμούς”.

Συνέχεια

Οἱ δικές μας γιορτὲς

 

Φώτης Κόντογλου

Τὰ Χριστούγεννα, τὰ Φῶτα, ἡ Πρωτοχρονιά, κι ἄλλες γιορτές, γιὰ πολλοὺς ἀνθρώπους δὲν εἶναι καθόλου γιορτὲς καὶ χαρούμενες μέρες, ἀλλὰ μέρες ποὺ φέρνουνε θλίψη καὶ δοκιμασία. Δοκιμάζονται οἱ ψυχὲς ἐκείνων ποὺ δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ χαροῦνε, σὲ καιρὸ ποὺ οἱ ἄλλοι χαίρουνται. Παρεκτὸς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ εἶναι πικραμένοι ἀπὸ τὶς συμφορὲς τῆς ζωῆς, τοὺς χαροκαμένους, τοὺς ἀρρώστους, οἱ περισσότερο, πικραμένοι, εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς στενεύει ἡ ἀνάγκη νὰ γίνουνε τοῦτες τὶς χαρμόσυνες μέρες ζητιάνοι, διακονιαρέοι. Πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς μπορεῖ νὰ μὴ δίνουνε σημασία στὴ δική τους εὐτυχία, μὰ γίνουνται ζητιάνοι γιὰ νὰ δώσουνε τὴ χαρὰ στὰ παιδιά τους καὶ στ’ ἄλλα πρόσωπα ποὺ κρέμουνται ἀπ’ αὐτούς. Οἱ τέτοιοι κρυφοκλαῖνε ἀπὸ τὸ παράπονό τους κι’ αὐτοὶ εἶναι οἱ πιὸ μεγάλοι μάρτυρες, ποὺ καταπίνουνε τὴν πίκρα τοὺς μέρα νύχτα, σὰν τὸ πικροβότανο.

Ἴσα-ἴσα αὐτὲς τὶς ἁγιασμένες μέρες ποὺ θὰ ’πρεπε νὰ σμίξουνε πιὸ κοντὰ οἱ ἄνθρωποι συναμεταξύ τους, «νὰ περιπτυχθῶσιν ἀλλήλους», ἴσια ἴσια αὐτὲς τὶς μέρες ἀποξενώνουνται περισσότερο ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον, χωρίζουνται σὲ δύο στρατόπεδα ὁλότελα ξένα τό ʼνα στ’ ἄλλο, σχεδὸν ἐχθρικά. Ἀπὸ τὴ μία μεριὰ εἶναι οἱ εὐτυχισμένοι οἱ καλοπερασμένοι, οἱ καλότυχοι, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ εἶναι οἱ δυστυχισμένοι κι οἱ παραπεταμένοι. Ἀνάμεσά τους «χάσμα μέγα ἐστήρικται» κατὰ τὶς γιορτές. Κανένα γεφύρι δὲν ἑνώνει τὶς δύο ἀκροποταμιές, ἐνῶ τὶς ἄλλες μέρες ἔρχουνται σὲ περισσότερη συνάφεια. Οἱ πλούσιοι κι ὅσοι ἔχουνε τὸν τρόπο τοὺς κάνουνε, ἀλλοίμονο! τὸ πᾶν γιὰ νὰ ἐπιδείξουνε τὰ πλούτη καὶ τὰ ἀγαθά τους στοὺς λιμασμένους. Κι’ αὐτὸ γίνεται στ’ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ γεννήθηκε πάμφτωχος μέσα στὸ παχνί! Γιὰ τὴν γέννηση τοῦ φτωχοῦ Χριστοῦ δὲν γιορτάζουνε οἱ φτωχοὶ σὰν καὶ Κεῖνον, μὰ γιορτάζουνε οἱ πλούσιοι, ποὺ παίρνουνε γιὰ ἀφορμὴ τὴν πτώχεια του γιὰ νὰ δείξουνε τὰ πλούτη τους.

Μὰ ἄραγε, ἀνάμεσα σὲ δυστυχισμένους μπορεῖ νὰ νοιώση κανένας εὐτυχισμένον τὸν ἑαυτό του; Συνέχεια

Ἡ Βασιλόπιτa στὴν ὀρθόδοξη παράδοση.

293635-βασιλόπιταΑ[1]

Ἡ ἱστορία τῆς βασιλόπιτας, εἶναι μία ἱστορία ποὺ συνέβηκε πρὶν ἀπὸ ἑκατοντάδες χρόνια, πρὶν ἀπὸ 1500 χρόνια περίπου, στὴν πόλη Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, στὴ Μικρὰ Ἀσία. Ὁ Μέγας Βασίλειος ἦταν δεσπότης τῆς Καισαρείας.

Κάποια μέρα ὅμως, ἕνας ἀχόρταγος στρατηγὸς, τύραννος τῆς περιοχῆς, ζήτησε νὰ τοῦ δοθοῦν ὅλοι οἱ θησαυροὶ τῆς πόλης τῆς Καισαρείας, ἀλλιῶς θὰ πολιορκοῦσε τὴν πόλη γιὰ νὰ τὴν κατακτήσει καὶ νὰ τὴ λεηλατήσει.

Ὁ Μέγας Βασίλειος ὁλόκληρη τὴ νύχτα προσευχόταν νὰ σώσει ὁ Θεὸς τὴν πόλη. Ξημέρωσε ἡ νέα μέρα καὶ ὁ στρατηγὸς ἀποφασισμένος μὲ τὸ στρατὸ του περικύκλωσε ἀμέσως τὴν Καισάρεια. Μπῆκε μὲ τὴν ἀκολουθία του καὶ ζήτησε νὰ δεῖ τὸν Δεσπότη, ὁ ὁποῖος βρισκόταν στὸ ναὸ καὶ προσευχόταν. Μὲ θράσος καὶ θυμὸ ὁ ἀδίστακτος στρατηγὸς ἀπαίτησε τὸ χρυσάφι τῆς πόλης καθὼς καὶ ὅτι ἄλλο πολύτιμο ὑπῆρχε στὴν πόλη.

Ὁ Μέγας Βασίλειος ἀπάντησε ὅτι οἱ ἄνθρωποι τῆς πόλης του δὲν εἶχαν τίποτε ἄλλο πέρα ἀπὸ πείνα καὶ φτώχεια, δὲν εἶχαν νὰ δώσουν τίποτε ἀξιόλογο στὸν ἅρπαγα στρατηγό. Ὁ στρατηγὸς μὲ τὸ ποὺ ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια θύμωσε ἀκόμα περισσότερο καὶ ἄρχισε νὰ ἀπειλεῖ τὸν Μέγα Βασίλειο ὅτι θὰ τὸν ἐξορίσει πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα του ἢ κι ἀκόμη μπορεῖ νὰ τὸν σκοτώσει.

Οἱ χριστιανοὶ τῆς Καισαρείας ἀγαποῦσαν πολὺ τὸ Δεσπότη τους καὶ θέλησαν νὰ τὸν βοηθήσουν. Μάζεψαν λοιπὸν ἀπὸ τὰ σπίτια τους ὅτι χρυσαφικὰ εἶχαν καὶ τοῦ τὰ πρόσφεραν, ὥστε δίνοντας τὰ στὸ σκληρὸ στρατηγὸ νὰ σωθοῦν. Στὸ μεταξὺ ὁ ἀνυπόμονος στρατηγὸς κόντευε νὰ σκάσει ἀπὸ τὸ κακό του. Διέταξε ἀμέσως τὸ στρατό του νὰ ἐπιτεθεῖ στὸ φτωχὸ λαὸ τῆς πόλης.

Ὁ Δεσπότης, ὁ Μέγας Βασίλειος, ποὺ ἤθελε νὰ προστατέψει τὴν πόλη του προσευχήθηκε καὶ μετὰ παρουσίασε στὸ στρατηγὸ ὅτι χρυσαφικὰ εἶχε μαζέψει μέσα σὲ ἕνα σεντούκι. Τὴ στιγμὴ ὅμως ποὺ ὁ στρατηγὸς πῆγε νὰ ἀνοίξει τὸ σεντούκι καὶ νὰ ἁρπάξει τοὺς θησαυρούς, μὲ τὸ ποὺ ἀκούμπησε τὰ χέρια τοῦ πάνω στὰ χρυσαφικὰ ἔγινε τὸ θαῦμα!

‘Όλοι οἱ συγκεντρωμένοι εἶδαν μία λάμψη καὶ ἀμέσως μετὰ ἕναν λαμπρὸ καβαλάρη νὰ ὁρμάει μὲ τὸ στρατὸ τοῦ ἐπάνω στὸν σκληρὸ στρατηγὸ καὶ τοὺς δικούς του. Σὲ ἐλάχιστο χρόνο ὁ κακὸς στρατηγὸς καὶ οἱ δικοί του ἀφανίστηκαν. Ὁ λαμπρὸς καβαλάρης ἦταν ὁ Ἅγιος Μερκούριος καὶ στρατιῶτες τοῦ οἱ ἄγγελοι.

Ἔτσι σώθηκε ἡ πόλη τῆς Καισαρείας.

Τότε ὅμως, ὁ δεσπότης της, ὁ Μέγας Βασίλειος, βρέθηκε σὲ δύσκολη θέση! Θὰ ἔπρεπε νὰ μοιράσει τὰ χρυσαφικὰ στοὺς κατοίκους τῆς πόλης καὶ ἡ μοιρασιὰ νὰ εἶναι δίκαιη, δηλαδὴ νὰ πάρει ὁ καθένας ὅ,τι ἦταν δικό του. Αὐτὸ ἦταν πολὺ δύσκολο.

Προσευχήθηκε λοιπὸν ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ ὁ Θεὸς τὸν φώτισε τί νὰ κάνει.

Κάλεσε τοὺς διακόνους καὶ τοὺς βοηθούς του καὶ τοὺς εἶπε νὰ ζυμώσουν ψωμάκια, ὅπου μέσα στὸ καθένα ψωμάκι θὰ ἔβαζαν καὶ λίγα χρυσαφικά.

Ὅταν αὐτὰ ἑτοιμάστηκαν, τὰ μοίρασε σὰν εὐλογία στοὺς κατοίκους τῆς πόλης τῆς Καισαρείας.

Στὴν ἀρχὴ ὅλοι παραξενεύτηκαν, μὰ ἡ ἔκπληξή τους ἦταν ἀκόμη μεγαλύτερη ὅταν κάθε οἰκογένεια ἔκοβε τὸ ψωμάκι αὐτὸ κι ἔβρισκε μέσα τὰ χρυσαφικά της.

Ἦταν λοιπὸν ἕνα ξεχωριστὸ ψωμάκι, ἡ βασιλόπιτα. Ἔφερνε στοὺς ἀνθρώπους χαρὰ κι εὐλογία μαζί. Ἀπὸ τότε φτιάχνουμε κι ἐμεῖς τὴ βασιλόπιτα μὲ τὸ φλουρὶ μέσα, τὴν πρώτη μέρα τοῦ χρόνου, τὴ μέρα τοῦ Ἁγίου Βασιλείου.

Λόγος στὴ ἑορτὴ τῆς Ὑπεραγίας Δέσποινάς μας Θεοτόκου ὅταν ὁδηγήθηκε ἀπὸ τοὺς γονεῖς της στὸν Ναὸ

 

Θεοφυλάκτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀχρίδος

Panagia-Kyria-ton-Aggelon-834x1024[1]… Στὸν ναὸ προσφέρουν στὸν Δεσπότη ἀφιέρωμα ζωντανὸ ποὺ κινεῖται καὶ στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ προστίθεται ὡραιότητα καὶ ὁ τόπος τοῦ ναοῦ κληρώνεται σὰν κατοικητήριο τῆς δόξας —πράγμα ποὺ καὶ ὁ Δαβὶδ παραδέχεται ὅτι ἐπιθυμεῖ, ἀλλὰ δὲν ἀξιώνεται νὰ τὸ δεῖ μὲ τὰ μάτια του. Καὶ ξεχνᾶ ἡ παιδούλα τὸ πατρικό της σπίτι καὶ ὁδηγεῖται στὸν βασιλιά, ποὺ ἐπιθύμησε τὸ κάλλος της.

Ὁδηγεῖται μὲ τὴ θέλησή της, μὲ τιμὲς καὶ δόξα, μὲ λαμπρὴ πομπὴ βγαίνει ἀπὸ τὸ σπίτι της, ἐνῶ ὅλοι χειροκροτοῦν ἐγκωμιαστικὰ τὴν ἔξοδο. Συνοδεύουν τοὺς γονεῖς της ὅλοι οἱ συγγενεῖς, οἱ γείτονες, οἱ φίλοι. Οἱ πατέρες συνοδεύουν χαρούμενα τὸν πατέρα κι οἱ μητέρες τὴ μητέρα, οἱ κοπέλλες καὶ οἱ νεαρὲς κρατώντας λαμπάδες συμπορεύονται μὲ τὴν κόρη τοῦ Θεοῦ σὰν ἕνας κύκλος ἀστεριῶν φωτεινῶν γύρω ἀπὸ τὴ σελήνη κι ὅλη ἡ Ἱερουσαλὴμ μαθαίνει τὸ γεγονὸς καὶ παρακολουθεῖ τὴν πρωτοφανῆ αὐτὴ πομπή, δηλαδὴ ἕνα κοριτσάκι τριῶν ἐτῶν νὰ περιστοιχίζεται μὲ τόση δόξα, νὰ τιμᾶται μὲ τόση λαμπαδηφορία. Ὅταν ἔφτασαν στὸν ναό, τοὺς περίμενε καὶ τοὺς χαιρετοῦσε μὲ ψαλμωδίες ὅλη ἡ ἱερατικὴ τάξη καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἀρχιερέας συγκινοῦνταν ἀπὸ τὸ θαῦμα αὐτὸ καὶ μάλιστα περισσότερο ἀπὸ ὅλους, ἐπειδὴ ἦταν θεόπνευστος. Συνέχεια

Χριστούγεννα

This image has an empty alt attribute; its file name is 10524684_650434168383075_2255085513524892100_n1-666x1024.jpg

Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας Ζάχαρου

Ἤθελα νά πῶ λίγα λόγια γιά τό νόημα τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων. Διότι ὁ κόσμος κάνει μεγάλη προσπάθεια νά ἐντυπώσει μέσα μας τίς δικές του μορφές, ἐνῶ ἡ ἐκκλησία μας ὀδύνει, πάσχει δηλαδή, νά μορφωθεῖ μέσα μας ὁ Χριστός. Καί ἐάν ἐξετάσουμε μερικά ἀπό τά χαρακτηριστικά τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, θά κατανοήσουμε καί τό νόημα αὐτοῦ τοῦ γεγονότος.

Ξέρουμε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ νέος Ἀδάμ πού ἐξῆλθε ἀπό τήν παρθενική γῆ. Ἡ γυναίκα πού ἔγινε ἡ αἰτία τῆς κατάρας τώρα ἐκφέρει τήν δρόσον τῆς εὐλογίας. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ νέος Νῶε πού ὑπόσχεται νά μᾶς διαναπαύσει ἀπό τίς λύπες καί τά ἔργα τῶν χειρῶν μας. Εἶναι ὁ ἀγενεαλόγητος Μελχισεδέκ πού ἔρχεται νά κληρονομήσει βασιλείαν καί ἱερωσύνην αἰώνιον. Παρῆλθε ἐπιτέλους ἡ μακρά νύχτα τοῦ σκότους καί τό ἑωθινό φῶς εἰσχωρεῖ μέσα στό γνόφο τοῦ Παλαιοδιαθηκικοῦ ἱερείου, τοῦ ναοῦ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομῶντος, πού εἶναι στραμμένος περισσότερο στήν αἰώνια ἀνατολή, παρά στήν καθημερινότητα.

Σέ αὐτό τό γεγονός βλέπουμε οἱ ποιμένες νά ἔρχονται νά προσκυνήσουν τόν Ἀμνόν τόν ποιμαίνοντα τούς ποιμένας. Ἐκεῖνον τόν Ποιμένα πού μπορεῖ νά μαζέψει σέ ἕνα ποίμνιο τούς λύκους μέ τά πρόβατα καί τά λιοντάρια μέ τούς νεανίσκους.

Ἔτσι, εἶναι μεγάλη χαρά πού γεννᾶται ὁ Χριστός καί στό μέσον τῆς ἑορτῆς βλέπουμε τήν Ἐκκλησία μας νά ἔχει μιά χαρμολύπη.

Μιά χαρά ἀναμεμιγμένη μέ λύπη. Χαρά διότι «παιδίον ἐγεννήθη υἱός καί ἐδόθη ἡμῖν ἠμίν» [1]. Ἐγεννήθη αὐτός ὁ υἱός πού μᾶς δόθηκε γιά τή σωτηρία μας καί αὐτή εἶναι ἡ χαρά τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλά ἔχει καί μιά λύπη, διότι ἀγωνίζεται ἡ Ἐκκλησία νά μορφωθεῖ στίς καρδιές μας ὁ Χριστός. Καί δέν πρέπει νά ἀντιπαρέλθουμε αὐτή τή λύπη τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλά νά ἐξετάσουμε τά χαρακτηριστικά αὐτῆς τῆς γεννήσεως, ὥστε νά μπορέσουμε νά τοποθετηθοῦμε ὅπως πρέπει καί νά μή χάσουμε τήν ὠφέλεια τοῦ γεγονότος.

Συνέχεια

Ἅγιος Νέστορας

π. Βασιλείου Ι. Καλλιακμάνη

Αγ.Νεστωρα) Ἡ μαθητεία σὲ ἱκανὸ διδάσκαλο καὶ ἔμπειρο πνευματικὸ πατέρα θεωρεῖται ἀπαραίτητη γιὰ ὅποιον θέλει νὰ μυηθεῖ στὴ χριστιανικὴ ζωή. Αὐτὴ δὲν μεταδίδεται ἁπλῶς μὲ λόγους καὶ βιβλία.

 Μεταγγίζεται διὰ τοῦ παραδείγματος. Στὸ Συναξάρι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου ἀναφέρεται ὅτι αὐτὸς καταγόταν «ἀπὸ τὴν πόλιν Θεσσαλονίκην, εὐσεβὴς ὧν ἄνωθεν ἀπὸ τοὺς γονεῖς του καὶ διδάσκαλος τῆς εἰς τὸν Χριστὸν πίστεως». Παράλληλα ἦταν στρατηγὸς τῶν ρωμαϊκῶν στρατευμάτων τῆς Θεσσαλίας καὶ ἀνθύπατος Ἑλλάδος. Αὐτὸ ὅμως δὲν τὸν ἐμπόδισε νὰ καλλιεργεῖ τὴν χριστιανικὴ εὐσέβεια καὶ νὰ μυσταγωγεῖ πολλοὺς μαθητὲς στὴν εὐαγγελικὴ ἀλήθεια.

β) Ἐκεῖνος ποὺ ἐμπνέεται ἀπὸ τὸ ἀναστάσιμο κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου δὲν τὸ κρατᾶ μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του· ἐπιθυμεῖ νὰ τὸ μεταδώσει καὶ στοὺς ἄλλους. Ἐκεῖνος ποὺ ὑφίσταται τὴν «πνευματικὴ ἀλλοίωση», τὴν «εὐπρεπεστάτην», ὅπως διδάσκουν τὰ λειτουργικὰ κείμενα, θέλει νὰ μυηθοῦν καὶ ἄλλοι στὴ ζωὴ τοῦ Πνεύματος. Μεταξὺ τῶν μαθητῶν τοῦ Ἁγίου Δημητρίου διακρίθηκε ὁ Ἅγιος Νέστορας, ποὺ ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ στὶς 27 Ὀκτωβρίου.

 γ) Ἡ γνωστοποίηση ὅτι ὁ Δημήτριος ὄχι μόνο ἦταν χριστιανός, ἀλλὰ δίδασκε τὴν πίστη σὲ κύκλο μαθητῶν, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν καθαίρεσή του ἀπὸ τὸ στρατιωτικὸ ἀξίωμα καὶ τὴ φυλάκισή του. Ὁ καίσαρας Γαλέριος ἦταν ἰδιαίτερα αὐστηρὸς μὲ τὸν νεαρὸ ἀξιωματικό. Ἐπιπλέον, θέλοντας νὰ ἑορτάσει τὴ νίκη τοῦ κατὰ τῶν Σκυθῶν, ὀργάνωσε μονομαχίες στὸ στάδιο τῆς Θεσσαλονίκης, ὅπου ὁ γιγαντόσωμος Λυαῖος καυχιόταν ἀλαζονικὰ καὶ προκαλοῦσε τοὺς φοβισμένους χριστιανούς.

 δ) Σὲ ἐποχὴ ποὺ ἡ χριστιανικὴ πίστη βρισκόταν σὲ διωγμὸ καὶ οἱ χριστιανοὶ ὁδηγοῦνταν στὶς ἀρένες ὡς βορὰ ἄγριων θηρίων, στὶς φυλακὲς καὶ στὸ μαρτυρικὸ θάνατο, ποιὸς θὰ τολμοῦσε νὰ ἀντισταθεῖ; Κι ὅμως, ὁ τολμηρὸς μαθητὴς τοῦ Δημητρίου, ὁ Νέστορας, ὁπλισμένος μὲ θάρρος καὶ ἀνδρεία εἰσέρχεται ἑκουσίως στὸν στίβο, γιὰ νὰ δώσει τὸν καλὸ ἀγώνα. Δὲν ὑπολογίζει τὴν ὑπεροχὴ τοῦ ἀντιπάλου, δὲν κάμπτεται στὶς ἐχθρικὲς ἰαχὲς τοῦ πλήθους. Συνέχεια